Οι ερασταί εισελθόντες μετά του υπηρέτου εις το Θησείον μόλις

ηδυνήθησαν να τοποθετηθώσιν εις στενόχωρόν τινα γωνίαν του

πλήθοντος ναού. Κατ' εκείνην την πρωίαν ελειτούργει αυτός ο

Επίσκοπος Αθηνών Νικήτας, στίλβων ως νεόκοπον φλωρίον υπό την

κατάχρυσον αυτού ενδυμασίαν. Τα δύο ταύτα τέκνα της Άρκτου

εθαύμαζον την πολυτέλειαν του θεράποντος του θεού εκείνου, όστις

εδίδασκε την πτωχίαν, υποσχόμενος αντ' αυτής μετά θάνατον εις τους

πιστούς παράδεισον εστρωμένον διά χρυσίου, σαπφείρων, σμαράγδων

και αμεθύστων. Αλλ' οι τότε αρχιερείς επροτίμων ήδη το σήμερον ωόν

μάλλον της αύριον όρνιθος, αφίνοντες εις τους διαδόχους των

κυνικών ασκητάς τα εσχισμένα ράσα, τους φθείρας και τους

σμαράγδους του Παραδείσου, εκείνοι δε ιερουργούντες κατάχρυσοι

εντός των αυτών εκείνων ναών, όπου κατά Πλούταρχον ουδείς

ειδωλολάτρης ετόλμα να εισέλθη φέρων χρυσίον. Εν τούτοις ο Θεωνάς,

όστις είχε χρηματίσει κ α ν δ η λ ά π τ η ς, έκυπτε προς το ωτίον

της Ιωάννας, εξηγών αυτή της παρ' ημίν λειτουργίας τας τελετάς·

ότι δηλ. ποιούσιν οι ανατολίται το σημείον του Σταυρού διά των

τριών δακτύλων, δηλούντων την Αγίαν Τριάδα, φέρουσι δε πρώτον

αυτούς προς το μέτωπον, εις ανάμνησιν της εν τω ουρανώ οικούσης

θεότητος, είτα δε προς την κοιλίαν, ίνα δηλώσωσιν ότι ο Ιησούς

κατέβη εις τον Άδην, προς τον δεξιόν ώμον, διότι εκ δεξιών του

Πατρός εκάθισεν ο Υιός, και τέλος προς αριστεράν, ίνα

απομακρύνωσιν από της καρδίας των τον Σατανάν. Μετά ταύτα εξήγησεν

αυτή το όνομα και την χρήσιν εκάστου μέρους της ιεράς πανοπλίας

του λειτουργούντος, της ζώνης, ήτις ζ ώ ν ν υ σ ι ν α υ τ ό ν

ι σ χ ύ ι, του επιγονατίου, όπερ είναι ως ρομφαία επί τον μηρόν του

{40}, του φελονίου, του οποίου τα τρίγωνα σημαίνουσι τον Ιησούν

Χριστόν, τον ακρογωνιαίον της Εκκλησίας λίθον, και της λόγχης, ην

ενέπηγε πλαγίως ο ιερεύς εις τον άρτον της προθέσεως, εις

ανάμνησιν της βυθισθείσης υπό του Ρωμαίου στρατιώτου εις την

πλευράν του Σωτήρος.

Ενώ εξήγει ταύτα ο Θεωνάς, ο λειτουργών έκοπτε και δεύτερον άρτον,

ον μετέβαλεν εις σ ώ μ α τ η ς Π α ρ θ έ ν ο υ {41}, της οποίας

την π ρ α γ μ α τ ι κ ή ν π α ρ ο υ σ ί α ν εν τοις μυστηρίοις

επίστευον οι τότε ορθόδοξοι, αφού μάλιστα ημέραν τινά, ενώ

εξεφώνει ο ιερεύς το «Έ ξ α ι ρ έ τ ω ς τ η ς Π α ν α γ ί α ς

Α χ ρ ά ν τ ο υ» μετεμορφώθη αίφνης ο άρτος της προθέσεως εις

ορατήν Παρθένον, κρατούσαν τον Υιόν εις τας αγκάλας. Οι δε λοιποί

άρτοι καθιερώθησαν εις τον Άγιον Ιωάννην Βαπτιστήν, τους προφήτας,

τους Μάρτυρας και τους άλλους αγίους· μετά τούτους εγένετο μνεία

και των ζώντων, ήτοι του Αρχιεπισκόπου, των ιερέων, των ευεργετών

της Εκκλησίας και άλλων· αφού δε πάντες έλαβον την ανήκουσαν

μερίδα του θύματος, ως πρότερον εν τω αυτώ ναώ κατά την εορτήν του

Θησέως, εθυμίασεν ο Διάκονος την αγίαν Τράπεζαν και τον Α σ τ ε -

ρ ί σ κ ο ν, μετά δε ταύτα εψάλη το ε κ β α θ έ ω ν και έπειτα . .

.. Αλλά περιττόν νομίζω να ακροασθώμεν μέχρι τέλους την

λειτουργίαν, ήτις άλλως ήτο ως και σήμερον βυζαντινή, και τοιαύτη

κατά τους Καθολικούς θέλει διαμένει προς τιμωρίαν του σχίσματος

εις άπαντας τους αιώνας, ανεπίδεκτος εκπολιτίσεως και

προσκολλημένη εις τους τύπους του μεσαιώνος, ως το οστρείδιον εις

τον βράχον.

Οι δύο Γερμανοί εθαύμαζον το μήκος της ατελευτήτου εκείνης

ιερουργίας, ήτις ήτο εν τούτοις επιτομή της επιτομής της Συνάξεως

του Αγίου Ιακώβου· αλλά και οι απόγονοι του Περικλέους εθεώρουν

μετ' απορίας τους δύο εκείνους ξένους, ως ο φυσιολόγος περίεργόν

τι του ζωικού βασιλείου προϊόν, μη δυνάμενοι να συμβιβάσωσι το

καλογηρικόν ράσον των μετά του αγενείου προσώπου και της βραχείας

κόμης. Άμα δε ετελείωσεν η τελετή και έλαβεν έκαστος το αντίδωρον,

εσχηματίσθη περί τα δύο τέκνα της Δύσεως πολυκέφαλος κύκλος

περιέργων, εξεταζόντων αυτούς από κορυφής μέχρι ποδών και πάντων

ερωτώντων, πόθεν ήσαν και πώς μοναχοί όντες δεν ησχύνοντο να

κόπτωσι τα γένεια των και, το αποτροπαιότατον, να φορώσιν

εσώβρακον, όπερ εθεωρείτο υπό των ανατολιτών καλογήρων ως

ασυγχώρητος μαλθακότης. Η Ιωάννα και ο Θεωνάς μόλις επρόφθανον

αποκρινόμενοι εις τας παντοίας ταύτας ερωτήσεις, ενώ η

περισφίγγουσα αυτούς ανθρωπίνη άλυσος καθίστατο τοσούτω στενή,

ώστε και η αναπνοή αυτών ήρχιζε να στενοχωρήται, ο δε Φρουμέντιος,

όστις ούτε ελληνικά ενόει ούτε είχε πολλήν υπομονήν, επειράτο ήδη

ν' ανοίξη δίοδον διά των γρόνθων, ότε καλή τύχη προφθάσας ο

Επίσκοπος ηλευθέρωσεν αυτούς, επιπλήξας το ποίμνιον διά την

αδιακρισίαν του. Παραλαβών έπειτα τους δύο ξένους επί του

αρχιερατικού φορείου του, βασταζομένου υπό οκτώ νεοφωτίστων

Βουλγάρων, οίτινες υπηρετούν ως ίπποι την Αυτού Μακαριότητα,

μετέφερεν αυτούς εις την παρά τους πρόποδας της Ακροπόλεως

Επισκοπήν, όπου πολύοψον συμπόσιον είχεν ετοιμασθή προς

πανηγυρισμόν της αναστηλώσεως των Εικόνων.

Η τράπεζα ήτο εστρωμένη εις τον κήπον υπό την σκιάν γηραιάς

πλατάνου και έκυπτεν υπό το βάρος των σταμνίων και κρεάτων, ων αι

αναθυμιάσεις ανεμιγνύοντο μετά της οσμής των ανθέων. Μετ' ου πολύ

δε ήρχισαν να φθάνωσι και οι συνδαιτυμόνες. Οι πλείστοι τούτων

ήσαν ορθόδοξοι καλόγηροι, καταφυγόντες εις τα σπήλαια και τα όρη

επί της Εικονομαχίας, ίνα μη αναγκασθώσιν από του Θεοφίλου να

πτύσωσιν επί των ιερών εικόνων ή να νυμφευθώσι καλογραίαν εν μέση

αγορά. Οι καλοί ούτοι ερημίται είχον καταντήσει άγριοι και φοβεροί

την όψιν εκ της μακράς αυτών μετά των θηρίων συνοικήσεις. Εν

αυτοίς δίεκρίνοντο ο Πάτερ Ματθαίος, εκ του στόματος του οποίου

εξήρχοντο σκώληκες διά την υπερβολικήν νηστείαν· ο Αθανάσιος,

όστις ουδέποτε ένιψε το πρόσωπον ή τους πόδας του ουδ’ έφαγε

μαγειρευμένον φαγητόν, διότι οσάκις έβλεπε το πρόσκαιρον πυρ του

μαγειρείου ενθυμείτο το άσβεστον πυρ της Κολάσεως, και ο Μελέτιος

του οποίου το σώμα εκαλύπτετο από έλκους πονηρού ως του Ιώβ. Αλλ’

ο μεν Ιώβ εξέετο προς ανακούφισιν δι’ οστράκου, ο δε όσιος

Μελέτιος, οσάκις έπιπτε κατά γης σκώληξ εκ των πληγών του,

ελάμβανεν αυτόν και τον έθετε πάλιν εις τον τόπον του, ίνα έχη

τους πόνους της σαρκός περισσοτέρους και τας αμοιβάς εις την ψυχήν

του παρομοίως.

Μετά τούτους προσήλθεν ο Πάτερ Παφνούτιος, όστις βυθισμένος

αείποτε εις ουρανίους εκστάσεις τόσω ολίγον εφρόντιζε περί των

επιγείων, ώστε διψήσας έτυχε πολλάκις να πίη αντί ύδατος το έλαιον

της κανδήλας του· ο όσιος Τρύφων, ουδέποτε φορέσας καθαρόν

υποκάμισον, αλλά πάντοτε τα άπλυτα του ηγουμένου του· ο ερημίτης

Νίκων, ο υποπεσών εις την αμαρτίαν της σαρκός και κλεισθείς προς

μετάνοιαν εις νεκροταφείον, όπου έμεινε τριάκοντα έτη, κοιμώμενος

όρθιος, ως οι ίπποι, και τρώγων μόνον τα χόρτα, άτινα εβλάστανον

εκ της γης ποτιζομένης διά των δακρύων του. Κατόπιν τούτων ήλθον

και άλλοι ορεινοί καλόγηροι, στηρίζοντες διά μακράς ράβδου το

βραδύ και κλονούμενον βήμα των. Τινές τούτων ήσαν ως αρχαία

αγάλματα ηκρωτηριασμένοι, πάντες δ’ ανεξαιρέτως ρυπαροί,

φθειραλέοι και ανυπόφορον οσμήν νηστείας, αγιότητος και σκόρδων

αποπνέοντες.

Η ταλαίπωρος Ιωάννα ωπισθοδρόμει μετά φρίκης ενώπιον των βδελυρών

εκείνων προϊόντων του ανατολικού φανατισμού, οτέ μεν την ρίνα της

φράσσουσα, οτέ δε κλείουσα τους οφθαλμούς, διστάζουσα αν ήσαν

εκείνοι ανθρώπινα όντα και ακουσίως αναπολούσα όσα ανέγνωσε παρά

τοις αρχαίοις περί των κυνοκεφάλων και πιθηκανθρώπων ή εν τοις

Συναξαρίοις περί των Σατύρων, οίτινες συνέζων μετά του Αγίου

Αντωνίου εις τας ερήμους της Θηβαΐδος, διαλεγόμενοι μετ' αυτού

περί θεολογίας. Αλλ' οι δυσώδεις και σκωληκόβρωτοι εκείνοι

σκελετοί, δι’ ους απόλαυσις και απώλεια, Κόλαση και καθαριότης

ήσαν λέξεις συνώνυμοι, οι μοναχοί, λέγω, αναχωρηταί, ερημίται και

ασκηταί εκείνοι, ων μόνη η ανάμνησις διεγείρει σήμερον τον οίκτον

ή την φρίκην, είχον μεγάλην υπόληψιν επί της βασιλείας της

Ευσεβούς Θεοδώρας, ως οι αμαξηλάται επί Μιχαήλ του Γ', και οι

πίθηκοι επί του Πάπα Ιουλίου, ο δε φιλόδοξος και αυλικός επίσκοπος

Νικήτας ηναγκάζετο να περιποιήται αυτούς, ως οι παρ’ ημίν

υποψήφιοι να δίδωσι την χείρα εις τα περικαθάρματα της αγοράς και

τους κακούργους των Ορέων. Πλην δε τούτων, των καλογήρων δηλ.,

ήσαν προσκεκλημένοι εις την τράπεζαν του Επισκόπου δύο διδάσκαλοι

ελληνικών γραμμάτων, είς αστρολόγος και τρεις ευνούχοι της

βυζαντινής αυλής, κομίσαντες εις Αθήνας το αυτοκρατορικόν διάταγμα

της αναστηλώσεως των εικόνων.

Αφού πάντες ούτοι έλαβον θέσιν και απηγγέλθη το «Φ ά γ ο ν τ α ι

π έ ν η τ ε ς», κόψας ο Νικήτας τεμάχιον άρτου προσέφερεν αυτό

εντός αργυρού δίσκου εις την εικόνα της Παναγίας, ήτις κατά τα

συμπόσια των τότε ευσεβών χριστιανών ελάμβανε πάντοτε την πρώτην

μερίδα, ως η θυγάτηρ της Ρέας{42} παρά τοις αρχαίοις. Μετά ταύτα

εφρόντισεν ο Επίσκοπος και περί των συνδαιτυμόνων του, βυθίσας την

μάχαιραν εις την κοιλίαν παχέος εριφίου, εξ ης ανοιχθείσης διεχύθη

αμέσως ευφρόσυνος σκορόδων, κρομμυδίων και πράσων οσμή, δι’ ων το

ζώον εκείνο ήτο μετά θαυμαστής τέχνης ωνθυλευμένον. Μετά το

ερίφιον παρετέθησαν ιχθύες διά χαβιαρίου ηρτυμένοι και έπειτα

πρόβατον μετά μέλιτος και κυδωνίων. Η Ιωάννα συνειθισμένη εις τα

απλά και ακαρύκευτα φαγητά της τότε Γερμανίας, όπου και αυτά τα

συμπόσια ήρχιζον και ετελείωνον, ως εν τη Ιλιάδι, δι' οπτών

κρεάτων, εβύθιζε το πηρούνιον μετά δισταγμού και δυσπιστίας εις τα

πολύπλοκα εκείνα προϊόντα της βυζαντινής μαγειρικής. Ότε δε εγεύθη

τον μετά πίσσης, γύψου και ρητίνης συγκερασμένον οίνον της

Αττικής, απέστρεψε μετά τρόμου τα χείλη, φοβηθείσα μη οι Αθηναίοι

εκείνοι επότισαν αυτήν κώνειον, ως τον Σωκράτην. Ο γείτων της

μοναχός τη προσέφερεν ως αποζημίωσιν έτερον ποτήριον· αλλά και

τούτο προυξένησεν έτι μείζονα εις την ημετέραν Γερμανίδα αηδίαν,

πλήρες ον καλογηρικού τίνος ποτού, καλουμένου β α λ α ν ί ο υ{43},

όπερ εφεύρε πιθανώς ο Άγιος Αντώνης, βράσας του χοίρου του τας

βαλάνους, και το οποίον σώζεται ακόμη εν τοις Σχολείοις της

Ελλάδος, παρατιθέμενον αντί κ α φ έ εις τους δυστυχείς υποτρόφους.

Ενί λόγω η τε Ιωάννα και ο Φρουμέντιος εκάθηντο εις την πολύοψον

εκείνην τράπεζαν νήστεις και διψαλέοι, ως οι φράγκοι πρέσβεις εις

τα συμπόσια του Νικηφόρου, μέχρις ου ευσπλαγχνισθείς αυτούς ο

φιλόξενος Νικήτας διέταξε να παρατεθούν οπταί τρυγόνες, μέλι του

Υμηττού και άδολος οίνος της Χίου. Εις την θέαν του περιέχοντος το

θείον εκείνο ποτόν ερυθρού σταμνίου αι ζοφεραί όψεις των καλών

ασκητών ήστραψαν υπό της χαράς ως ο Άδης, ότε κατέβη εις αυτόν ο

Σωτήρ, πάντες δε έτειναν μετά προθυμίας το ποτήριον εις το

πορφορούν νέκταρ της πατρίδος του Ομήρου, αποδεικνύοντες ούτω ότι

η ανθρωπίνη φύσις υπόκειται μεν, ως και αι εγκυμονούσαι γυναίκες,

εις ιδιοτρόπους ορέξεις, δυναμένη ν’ αγαπήση το βαλάνιον, την

ρυπαρότητα, τους χοίρους και τον ρητινίτην, αλλ’ άμα το αληθές και

άδολον καλόν υφ’ οιανδήποτε μορφήν επιλάμψη, ευθύς στρέφεται προς

εκείνο, ως η μαγνήτις προς τον πόλον και οι δαιτυμόνες του Νικήτα

προς το σταμνίον της Χίου. Σοφισταί μοι φαίνονται, οι

ισχυριζόμενοι ότι έκαστος λαός ή και άνθρωπος έχει ίδιον τίνα

τύπον του καλού και ψευδής η παροιμία π ε ρ ί ο ρ έ ξ ε ω ν ο υ

δ ε ί ς λ ό γ ο ς {44}. Εκ της αυτής ζύμης είναι πεπλασμένα

πάντων των απογόνων του Αδάμ τα όμματα, τα ώτα και τα χείλη· ε ί ς

ά ρ τ ο ς κ α ι έ ν σ ώ μ α ο ι π ο λ λ ο ί ε σ μ έ ν {45}

και εις πάντας αρέσκουσιν αι παρθένοι της Κιρκασίας, οι αδάμαντες

των Ινδιών, οι ίπποι των αράβων, αι στήλαι του Παρθενώνος, αι

σταφυλαί της Κωνσταντινουπόλεως, οι πόδες των Ισπανίδων, ο πάγος

εν ώρα θέρους, τα ιταλικά άσματα και οι οίνοι της Γαλλίας· και

αυτοί δε οι μαύροι της Αφρικής προτιμώσι τας λευκάς γυναίκας

μάλλον ή τας Αιθιοπίδας. Αν είς τινα των ημετέρων εκκλησιών

ενεφανίζετο Π α ν α γ ί α τις του Κορεγίου ή αντήχει αίφνης ιερά

τις του Ροσσίνη η Μοζάρτου μελωδία, προς ταύτας, νομίζω, ήθελον

στραφή τα αληθώς ορθόδοξα όμματα και τα ώτα, άξιοι δε του ονόματος

σχισματικών ήθελον είναι οι προτιμήσαντες τας βυζαντινάς

μαυρογραφίας και ρινοφωνίας.

Ο Νικήτας εκέρνα τους δαιτυμόνας του, απαγγέλλων το εδάφιον των

Παροιμιών, «π ί ν ε τ ε ο ί ν ο ν, ο ν ε κ έ ρ α σ α υ μ ί ν

{46}, οι δε μοναχοί έτειναν το ποτήριον, ψάλλοντες το του Ησαΐου

«Δ ε ύ τ ε λ ά β ω μ ε ν ο ί ν ο ν κ α ι ο ι ν ο φ λ υ γ ή σ ω

μ ε ν μ έ θ η ν {47}, πριν δε πίωσιν έκλειον ευσεβώς τους

οφθαλμούς κατά την ρητήν διαταγήν του Σολομώντος, απαγορεύοντος

εις τους οινοπότας να θεωρώσι τον οίνον, πριν πίωσιν αυτόν {48},

ως ο Μωάμεθ εις τους Τούρκους τας συζύγους των πριν νυμφευθώσι. Το

να μεθύη τις ευκόλως σημείον ότι δεν είναι μέθυσος, ως και το να

επιθυμή όσας βλέπει γυναίκας είναι απόδειξις μακράς σωφροσύνης·

των δε καλών εκείνων ασκητών αι κεφαλαί, αίτινες από τοσούτων

χρόνων μόνον της προσευχής και των ουρανίων εκστάσεων την ηθικήν

μέθην εγνώριζον, ήρχισαν μετ’ ολίγον να γυρίζωσιν ως η γη περί τον

ήλιον. Αλλά και μεθυσμένοι όντες μόνοι περί αγίων πραγμάτων

ωμίλουν οι όσιοι εκείνοι ερημίται. Καθώς δε οι γέροντες αγωνισταί

χαίρουσι διηγούμενοι μετά το δείπνον τας μάχας και τα τρόπαια των,

ούτω ήρχισαν κακείνοι ν' ανυμνώσι τα θαύματα και τας αθλήσεις των·

ο μεν ότι φιλευθείς υπό πτωχού ανθρώπου, μη έχοντος άλλο τι να

προσφέρη αυτώ πλην μόνον ολίγην φακήν, έσπειρεν εις τα γένεια του

ξενίζοντας κόκκον σίτου, ο οποίος τοσούτον επολλαπλασιάσθη, ώστε ο

καλός εκείνος άνθρωπος σείων την γενειάδα του εγέμισε πεντήκοντα

σάκκους σίτου· ο δε διηγήθη ότι κατά διαταγήν του Ηγουμένου

εφύτευσεν εις τον κήπον της Μονής την ποιμαντικήν αυτού ράβδον,

ήτις ποτιζομένη καθ’ ημέραν δι' ύδατος και δακρύων μετά τρεις

χρόνους εβλάστησε και έδωκε τόσω πολλούς και παντοίους καρπούς,

μήλα, ροδάκινα, κεράσια, σύκα και σταφυλάς, ώστε εξ αυτών

εχορτάσθησαν όλοι οι αδελφοί του· ο δε όσιος Νίκων ιστόρησεν, ότι

τρωθείς την καρδίαν υπό πόθου να ίδη την ένδοξον ωραιότητά της

Παναγίας ενήστευε και προσηύχετο νυχθημερόν, μέχρις ου

ευσπλαγχνιθείσα αυτόν η ελεήμων Παντάνασσα ενεφανίσθη ενώπιον του

με τοσαύτην ωραιότητα και λάμψιν, ώστε θαμβωθείς έμεινε

μονόφθαλμος, ήθελε δε μείνει και τυφλός, αν δεν επρόφθανεν

εγκαίρως να κλείση τον ένα οφθαλμόν. Μετά τούτους έλαβε τον λόγον

ο όσιος Παγκράτιος, ου η ράβδος έκαμνε τας πέτρας να βλαστάνωσι

κρίνα· ο Αθηναίος ερημίτης Αιγίδιος, του οποίου η σκιά εθεράπευεν

όσους επεσκίαζεν ασθενείς, ώστε οσάκις επεσκέπτετο τας οδούς των

πόλεων, εμάχοντο οι πάσχοντες περί αυτής, ως οι αρχαίοι περί όνου

σκιάς. Τοιαύτα και άλλα θαυμάσια διηγούντο οι καλοί ασκηταί,

πίνοντες οίνον της Χίου εις υγείαν της Ορθοδόξου και φιλτάτης

δεσποίνης των Θεοδώρας. Και, μη νομίσης, αναγνώστα, ότι εξημμένων

καλογήρων οπτασίαι ή συναξαριστών ληρήματά εισι ταύτα, απ'

εναντίας, είναι θαύματα αυθεντικά και από της Εκκλησίας

ανεγνωρισμένα, τα οποία πας Ορθόδοξος χρεωστεί κατά τον κανόνα της

πανσέπτου οικουμενικής εν Νικαία συνόδου να δ έ χ η τ α ι π ί -

σ τ ε ι ο λ ο ψ ύ χ ω, αν δε πειραθή ως α δ ύ ν α τ α ν α δ ι -

α β ά λ η ή κ α τ ά τ ο δ ο κ ο ύ ν ν α π α ρ ε ξ η γ ή σ η,

Α ν ά θ ε μ α έ σ τ ω!

Ενώ οι ασκηταί ωμίλουν περί θαυμάτων, ο Νικήτας διελέγετο μετά

των δύο Βενεδικτίνων και των Βυζαντινών ευνούχων περί δογματικής.

Εν πρώτοις ηρώτησε την Ιωάνναν τι εδογμάτευον οι σοφοί της Δύσεως

περί της Ευχαριστίας {49}, αν δηλ. Πιστεύουσιν ότι ο άρτος και

οίνος μεταβάλλονται τω όντι εις σώμα και αίμα του Σωτήρος ή

θεωρούσιν αυτήν ως σύμβολον και εικόνα του θείου σώματος. Το

ζήτημα εκείνο απησχόλει τότε τα πνεύματα ως σήμερον το ανατολικόν,

η δε Ιωάννα, αγνοούσα την περί τούτου γνώμην του ξενίζοντος,

απεκρίθη διπλωματικώς ότι, καθώς ο ήλιος είνε εν τω ουρανώ, η δε

λάμψις και θερμότης αυτού επί της γης, ούτω και το σώμα του εκ

δεξιών του Πατρός καθημένου Χριστού ευρίσκεται εν τω άρτω και οίνω

της Μεταλήψεως. Αλλ' η μεταφορική αύτη απάντησις δεν ευχαρίστησε

τον Νικήταν, όστις, οπαδός ων της πραγματικής παρουσίας, εξήγησεν

εις την Ιωάνναν ότι ο άρτος και οίνος είνε αυτό το νεκρόν σώμα του

Σωτήρος, ο δε στόμαχος ημών ο τάφος αυτού, εις τον οποίον

ενταφιάζεται υπό του ιερέως, αλλά μετ' ολίγον ανίσταται εξ αυτού,

ως και μετά την Σταύρωσιν ανέστη ο Ιησούς τριήμερος εκ τάφου. Μετά

ταύτα ηρώτησεν αυτήν, αν οι εν τη Δύσει χριστιανοί ετίμων κακείνοι

την Παναγίαν διά του επιθέτου Θ ε ο τ ό κ ο ς, η δε Ιωάννα

απεκρίθη ότι ω ο τ ό κ ο υ ς εκάλουν τας ορνίθας και ζ ω ο τ ό κ ο

υ ς τας γαλάς, ώστε εφοβούντο μη διά την συγγένειαν των λέξεων

σκανδαλίση το Θεοτόκος τας ακοάς των πιστών και πλην τούτου μη

δώση αφορμήν εις τους ειδωλολάτρας να παραβάλωσι την Θ ε ο μ ή -

τ ο ρ α προς την Ρέαν, ως οι εν Αιγύπτω οπαδοί της Υπατείας. Θέλουσα

έπειτα να θέση κακείνη τον Επίσκοπον εις απορίαν ηρώτησεν αυτόν,

διατί δεν έκοπταν οι ανατολίται τας τρίχας της κεφαλής,

παραβαίνοντες την συμβουλήν του αποστόλου Παύλου, θεωρούντος

γυναικοπρεπές και άτιμον το να τρέφη ανήρ μακράν κόμην {50}. Ουδέν

έχων εις τούτο ν' αντείπη ο Νικήτας{51} έξεσε την κομώσαν κεφαλήν

του, στρέψας και πάλιν τον λόγον εις τα δόγματα, την α ν τ ί δ ο -

σ ι ν, την διπλήν φύσιν του Ιησού μετά την ενσάρκωσιν, περί του αν

ο λόγος ηνώθη μετά του σώματος του Σωτήρος εν τη κοιλία της Παρθένου

ή μετά τον τοκετόν αυτής, και περί άλλων θεολογικών κόμβων, ους

έλυσαν οι εν Εφέσω πατέρες διά της μαχαίρας, ως ο Μέγας Αλέξανδρος

τον γόρδιον δεσμόν, ή διά λακτισμάτων, ως οι όνοι τας ερωτικάς και

χορτοφαγικάς διενέξεις των {52}.

Εν τούτοις, επελθούσης της νυκτός, οι υπηρετούντες διάκονοι

έσπευσαν να φέρωσι λαμπάδας, ίνα φωτίσωσι τον συζητούντα Επίσκοπόν

των, όπως μη γείνη ε π ί σ κ ο τ ο ς, ως οι επί Κοπρωνύμου

καταργήσαντες τας εικόνας Πατέρες. Αλλ’ οι σύνδειπνοι απαυδήσαντες

εκ της αμηχάνου εκείνης συζητήσεως αφήκαν τα επιχειρήματα, ίνα

λάβωσι και πάλιν τα ποτήρια. Η δε Ιωάννα, ζαλισθείσα υπό του οίνου

και των κραυγών των περί αυτήν καλογήρων, οίτινες εδίδασκον ήδη τα

πινάκια να χορεύωσι και τα ποτήρια να πετώσιν, ηγέρθη ησύχως και

εξήλθε της Επισκοπής, ακολουθούμενη υπό του πιστού Φρουμεντίου.

Ο κήπος εκείνος εκείτο, ως είπομεν, παρά τους πρόποδας της

Ακροπόλεως, ώστε μετά βραχείαν ανάβασιν ευρέθησαν οι ερασταί επί

της κορυφής του μαρμαρίνου εκείνου βράχου, περί ου οπαδός τις των

τ ε λ ι κ ώ ν α ι τ ί ω ν, ήθελεν ειπεί, ότι ετέθη επίτηδες εκεί,

ίνα χρησιμεύση ως υπόβαθρον εις τα μνημεία του Περικλέους, ως

ετοποθετήθη κατ' αυτούς και η μύτη εν μέσω του προσώπου, ίνα

υποστηρίζη τα ομματοϋάλια. Ήτο η ώρα, καθ’ ην οι βρυκόλακες, οι

τυμπανιτικοί, αι λάμιαι και οι άλλοι κάτοικοι του σκότους

διαφεύγουσι τους σκώληκας του τάφου ή του Άδου τας πύλας, αφού δεν

φρουρεί πλέον αυτάς ο τρικέφαλος Κέρβερος και πλανώνται εις τους

αγρούς, ταράττοντες τα όνειρα των προβάτων και τα φιλήματα των

εραστών. Αλλ’ οι ημέτεροι μοναχοί, φέροντες ανηρτημένον περί τον

τράχηλον οδόντα της Αγίας Σαβίνης απέφυγον δι’ αυτού τας κακάς

συναντήσεις, μακρόθεν δε μόνον είδον αγέλην ονοκεφάλων παγανιών,

οίτινες σείοντες τα μακρά ώτα των ητένιζον ερωτικώς την σελήνην,

εις το φως της οποίας εζήτουν τον περιμενόμενον Μεσσίαν. Δις δε ή

τρεις προσέκοψαν κατά καλογήρων κοιμωμένων των πλακών των

Προπυλαίων, οίτινες ουδέ καν μετεκινήθησαν καθότι οι Έλληνες είχον

ήδη συνειθίσει να καταπατώνται ως σταφυλαί υπό τους πόδας των

ξένων.

Η Ιωάννα άλλους ναούς δεν είχεν ιδεί πλην μόνων των δρυϊδικών

μονολίθων καί τινων αμόρφων Ρωμαϊκών ερειπίων, της δε πατρίδος της

αι εκκλησίαι ήσαν αι πλείσται ξύλιναι και απελέκητοι, ως οι

ανεγείραντες αυτάς Γερμανοί, ώστε δεν ηδύνατο να χορτάση

θαυμάζουσα τας στήλας του Παρθενώνος και τας Καρυάτιδας του

Ερεχθείου, περί ων ηρώτα κατασπαζόμενος τους πόδας των ο καλός

Φρουμέντιος αν ήσαν άγγελοι απολιθωθέντες. Ο ναός της παρθένου

Αθηνάς ανήκε τότε εις την παρθένον Μαρίαν. Αλλά κατ' εκείνην την

στιγμήν ούτε ρινόφωνοι ψαλμωδίαι ούτε λιβάνου νεκρωσίμοι

αναθυμιάσεις ή κώδωνες οχληροί ήρχοντο να ταράξωσι τα θέλγητρα των

αναμνήσεων. Γλαύκες μόνον τίνες, εμφωλεύουσαι εις τα κοιλώματα της

οροφής, εξέπεμπον εκ διαλειμμάτων πένθιμον κραυγήν, ως ει εθρήνουν

της δεσποίνης των την εξορίαν. Ο δίσκος της Εκάτης,

περικυκλούμενος υπό νεφών διαφανών, ως σεμνή παρθένος υπό των

νυκτικών πέπλων της, έλαμπεν ακίνητος εις ύψος ακαταμέτρητον,

επιχέων επί των αθανάτων εκείνων μαρμάρων λάμψιν λευκήν και

αμυδράν, οίαν και επί του κοιμωμένου Αδώνιδος, ότε επισκέπτετο

αυτόν η θεά επί των ακρωρειών του Λάτμου. Αι στήλαι του

Ολυμπιείου, το ρεύμα του Ιλισσού, τα γλαυκά κύματα του Φαλήρου, οι

ελαιώνες, αι ροδοδάφναι, αι κορυφαί των λόφων στεφόμεναι δι'

εκκλησιών ή μνημείων, πάντα ταύτα περιέσφιγγον την όρασιν των δύο

νεανίσκων διά ζώνης και αυτού του κεστού της Αφροδίτης

θελκτικωτέρας· η δε ηδονή, ην ησθάνοντο εκ του πανοράματος τούτου,

καθίστατο διπλασία, διότι μεθυσμένοι όντες έβλεπον τα πάντα διπλά.

Η Ιωάννα είχε καθίσει επί μαρμαρίνου εδωλίου, ο δε Φρουμέντιος

κατακλιθείς παρά της φίλης του τους πόδας εδείκνυεν αύτη τον ναόν

της Απτέρου Νίκης, ευχόμενος ο έρως αυτών να διαμείνη άπτερος ως

εκείνη. Τοιαύτα λέγοντες και διά φιλημάτων διακόπτοντες πολλάκις

τον λόγον, ως οι συγγραφείς διά κομμάτων τας περιόδους,

απεκοιμήθησαν τέλος πάντων επί στιλπνού στρώματος εκ πεντελικού

μαρμάρου.

Την επιούσαν το πρωί αποσείσαντες τον ύπνον εκ των οφθαλμών και εκ

των ράσων την δρόσον της πρωίας κατέβησαν, ίνα επισκεφθώσι και τας

Αθήνας. Η καρδία της Ιωάννας έπαλλεν εκ περιεργείας άμα και φόβου,

αναλογιζομένης ότι έμελλε μετ' ολίγον να θαυμάση την κατείδωλον

εκείνην πόλιν, της οποίας και μόνη η όψις ήτο κατά τον Άγιον

Γρηγόριον επικίνδυνος εις τας ψυχάς των χριστιανών, ως η θέα της

πρώην χαριτοβρύτου και φιλομειδούς ερωμένης εις άνδρα νυμφευθέντα

άσχημον και συνωφρυωμένην γυναίκα. Αλλ' αι ελπίδες και οι φόβοι

της ημετέρας ηρωίδος απέβησαν κενοί. Προ πολλού οι ευσεβείς

αυτοκράτορες του Βυζαντίου είχον κατεδαφίσει τα έργα εκείνα του

Μύρωνος, Αλκαμένους και Πολυκλείτου, τα οποία εθαύμασεν ο Άγιος

Λουκάς και εσεβάσθη αυτός ο Αλαρίχος. Το έργον της καταστροφής

αρξάμενον επί Κωνσταντίνου επεραιώθη επί Θεοδοσίου του μικρού. Και

ου μόνον κατά των λίθων επέδειξαν τον χριστιανικόν ζήλον των οι

ακάματοι εκείνοι ειδωλοκλάσται, αλλά και κατά των δυστυχών

εκείνων, όσους υπώπτευον εμμένοντας εις των πατέρων των την

θρησκείαν. Ο σφάζων πρόβατον προς οικογενειακήν ευωχίαν, ο

προσφέρων άνθη εις του πατρός του τον τάφον, ο συλλέγων χαμαίμηλα

εις το φως της σελήνης, ο αρωματίζων την οικίαν του ή φέρων

ανηρτημένον περί τον τράχηλον φυλακτήριον κατά του πυρετού

κατεμηνύετο υπό κουκουλοφόρων κατασκόπων ως μάγος ή ειδωλολάτρης,

κατεβαρύνετο δι' αλύσεων και εστέλλετο εις Σκυθούπολιν, όπου είχε

στηθή το χριστιανικόν κρεουργείον. Εκεί συνεδρίαζον ευσεβείς

δικασταί, αμιλλώμενοι τίς πλείονας ειδωλολάτρας να οπτήση επί

εσχάρας, να βράση εντός ζέοντος ελαίου ή κατακόψη μεληδόν{53}.

Μυριάδες μαρτυρολογίων διηγούνται τας αθλήσεις των χριστιανών

ομολογητών, εκ των πληγών των οποίων έσταζε γάλα, και ους

εδρόσιζον αι φλόγες, αλλ' ουδείς έγραψεν ακόμη το αψευδές

Συναξάριον των μαρτύρων εκείνων, οίτινες αντί μυθώδους γάλακτος

έχυσαν αίμα αληθές και αντί να δροσίση κατέφαγεν αυτούς το πυρ της

χριστιανικής ανεπιεικείας, καυστικώτερον ον, φαίνεται, των φλογών

της πολυθεϊκής ωμότητος.

Οι δύο Βενεδικτίνοι ακολουθούμενοι υπό του Θεωνά και πλήθους

Αθηναίων, οίτινες ως και κατά τους χρόνους του Αποστόλου π ρ ο ς

ο υ δ έ ν ά λ λ ο η υ κ α ί ρ ο υ ν ή λ έ γ ε ι ν κ α ι α -

κ ο ύ ε ι ν τ ι κ α ι ν ό ν, περιέδραμον πάσαν την πόλιν, η οποία

στερηθείσα των ειδώλων και των βωμών της ωμοίαζε τον υπό του

Οδυσσέως τυφλωθέντα Πολύφημον. Όπου πρώην υψούτο άγαλμα, είχεν

εμπηχθή ξύλινος σταυρός, και όπου βωμός, μικροσκοπικόν

εκκλησίδιον, στεγαζόμενον διά θόλου ομοιάζοντος πετρίνην φενάκην.

Οι ναΐσκοι εκείνοι είχον ανεγερθή υπό της Αθηναΐδος Ευδοκίας, ήτις

θελήσασα ν' αφιερώση εις έκαστον των αγίων ιδιαιτέραν κατοικίαν

ηναγκάσθη να οικοδομήση πλήθος καλυβών, αίτινες υπενθύμιζον την

τεκτονικήν βιομηχανίαν των καστόρων μάλλον ή το μεγαλείον του

αγνώστου θεού. Παρά δε τα πρόθυρα αυτών εκάθηντο μοναχοί και

ασκηταί, ξέοντες τα έλκη των ή αρχαία χειρόγραφα προς εγγραφήν

Συναξαρίων, πλέκοντες καλάθια, προγευματίζοντες κρομμύδια και

ευχαριστούντες ίσως κακείνοι τον θεόν ότι εγεννήθησαν Έλληνες και

όχι βάρβαροι. Μόνον το αρχαϊκόν κάλλος των γυναικών εθαύμαζον οι

δύο ξένοι. Κατά τον αιώνα εκείνον αι Αθήναι ήσαν ο γυναικών των

Βυζαντινών αυτοκρατόρων, οίτινες ελάμβανον εκείθεν τας συζύγους

των ως οι διάδοχοι αυτών Σουλτάνοι εκ Κιρκασίας. Η βελτίωση αύτη

της αττικής φυλής ήρξατο από των χρόνων της εικονομαχίας, ότε,

εξορισθέντων των βυζαντινών εικονισμάτων, αι γυναίκες, αντί να

έχουσαι ακαταπαύστως προ των οφθαλμών ισχνάς Παναγίας και

λιποσάρκους αγίους, ανύψουν και πάλιν τους οφθαλμούς προς τα

ανάγλυφα του Παρθενώνος και εγέννων τα τέκνα των όμοια τούτοις·

ώστε και υπό την έποψιν της καλλιτεκνίας αναγκαία φαίνεταί μοι η

μεταρρύθμισις της εκκλησιαστικής ημών εικονογραφίας. Απόδειξις δε

της επιρροής ταύτης των εικόνων έστωσαν αι σύζυγοι των Εβραίων

τραπεζιτών της Πρωσσίας, αίτινες από πρωίας μέχρι νυκτός μετρώσαι

τάληρα και φλωρία, φέροντα την προτομήν του βασιλέως Γουλιέλμου,

τίκτουσι τέκνα τοσούτον ομοιάζοντα τω μονάρχη, ώστε δικαίως

επωνομάσθη πατήρ των υπηκόων του {54}. Αλλά πλην του κάλλους των

γυναικών εθαύμαζον τα δύο τέκνα της Άρκτου και την ασυνήθη αυτοίς

σεμνότητα των παρθένων, αίτινες περιτυλιγμέναι εις τους μακρούς

πέπλους των συνεσφίγγοντο παρά την μητρικήν πλευράν, ως ξίφος παρά

τον μηρόν στρατιώτου, τα δε βλέμματα αυτών αντί να μοιράζωσιν ως

αντίδωρον εις τους διαβάτας προσήλουν εις την γην, ίνα αποφύγωσι

τους λάκκους και τας παρεκτροπάς, ερυθριώσαι οσάκις έσειεν ο

άνεμος τας πτυχάς της εσθήτος των και κατά πάντα διάφοροι των

σημερινών κορασίδων, αι οποίαι τοσούτον ομοιάζουσα υπάνδρους

γυναίκας, ώστε απορεί τις τίνος ένεκα ζητούσι δι' αυτάς σύζυγον οι

πατέρες.

Εν τούτοις υπερβάντες τον πύργον των Ανέμων και την αγοράν, ένθα

είδον μετά θαυμασμού άρχοντας και επισκόπους οψωνίζοντας τα

επιούσια πράσα, έφθασαν εις την ποικίλην Στοάν, εν η αντί

φιλοσόφων εύρον αστρολόγους, λεκανομάντεις, ονειροκρίτας και

διδασκάλους, οίτινες κατέβαινον άπαξ της εβδομάδος εκ των επί του

Υμηττού σχολείων, ίνα ελκύσωσι μαθητάς διά της ηδύτητος των λόγων

των και διά σταμνίων μέλιτος· καθότι μη επαρκούσης πλέον εις τας

ανάγκας των της διδασκαλίας έκριναν καλόν να προσθέσωσιν εις

ταύτην, ίνα αποζώσι, και την μελισσουργίαν.

Δέκα όλας ημέρας εδαπάνησεν η Ιωάννα επισκεπτόμενη μετά του

συντρόφου της τας αρχαιότητας, τας εκκλησίας και τα περίχωρα των

Αθηνών και ετέρας δέκα ανεπαύθη υπό την φιλόξενον στέγην της εν

Δαφνίω Μονής. Οι καλόγηροι ήσαν πρόθυμοι να προσφέρωσιν ισόβιον

φίλοξενίαν εις τους δύο Βενεδικτίνους, ων οι απόγονοι έμελλον μετ'

ολίγον να εκδιώξωσιν αυτούς εκ της μάνδρας των {55} ως άρπαγες

λύκοι. Αλλ' η νερόβραστος δίαιτα, αι μακραί προσευχαί, η εξ αχύρων

κλίνη και η ρυπαρότης των καλών πατέρων αδύνατον ήτο να

ευχαριστήσουν επί πολύ τα τέκνα εκείνα της Δύσεως, συνειθίσαντα

εις τα εκλελυμένα μοναστήρια της Γερμανίας να τρώγωσι και να

πλύνωνται καθ' ημέραν. Διό παραιτηθέντες της δόξης των Μ ε γ α -

λ ο σ χ ή μ ω ν και Α γ γ ε λ ι κ ώ ν οπαδών του Αγίου Βασιλείου

και αυτούς ακόμη των Μ ι κ ρ ο σ χ ή μ ω ν τους κανόνας ευρίσκοντες

βαρείς κατετάχθησαν μεταξύ των Ι δ ι ο ρ ρ ύ θ μ ω ν{56}, εις την

προαίρεση των οποίων αφίνετο διά πλειόνων ή ολιγωτέρων νηστειών

και μαστιγώσεων να κατακτήσωσιν υψηλήν τινα ή ταπεινωτέραν θέσιν

εν τω Παραδείσω και εις την Κόλασιν ελεύθεροι όντες να υπάγωσιν,

αν ηγάπων τον πλησίον των, τον οίνον ή την κρεωφαγίαν. Εις μικράν

από την Μονήν απόστασιν ευρίσκετο ερημητήριον διαθέσιμον ένεκα του

θανάτου του μονάζοντος εκεί Οσίου Ερμύλου, όστις επιχειρήσας να μη

λαμβάνη άλλην τροφήν πλην της αγίας Μεταλήψεως, απέθανε μετά

δεκαήμερον χρήσιν τοιαύτης διαίτης. Εκεί έστησαν οι ερασταί την

εστίαν των, δαπανήσαντες την μικράν αυτών περιουσίαν εις αγοράν

παχείας στρώμνης, μακρού οβελού, χάλκινης χύτρας, στάμνου ελαίου,

δύο αιγών, δέκα ορνίθων και μεγάλου σκύλου, ίνα φυλάττη πάντα

ταύτα· τα δε προς σωτηρίαν της ψυχής των αναγκαία σκεύη, την

μάστιγα, την κεφαλήν νεκρού και το καλόν παράδειγμα έλαβον δωρεάν

εκ της κληρονομίας του μακαρίτου.

Αι πρώται ημέραι της αποκαταστάσεως των δύο Βενεδίκτων υπήρξεν

διηνεκής εορτή. Η τεσσαρακοστή είχε παρέλθη και ο Ιησούς ανίστατο

εκ νεκρών. Πανταχόθεν αντήχουν φιλήματα και εστρέφοντο αρνία επί

των πυρών, και αυτή δε η φύσις ωσεί θέλουσα να πανηγυρίση την

ανάστασιν του Σωτήρος απετίνασσε την χειμερινήν αυτής στολήν, ως

νέα χήρα το πένθος του συζύγου της. Αι δάφναι του Απόλλωνος

ηρυθρίων, η χλόη εφύετο επί των ερειπίων και η άνοιξις εδίδασκε

τους όνους να χορεύωσι περί τας συντρόφους των. Η Ιωάννα

εγειρομένη άμα τη αυγή ανέπνεε μετ' αγαλλιάσεως τας πρωϊνάς

αναθυμιάσεις του βουνού, ήμελγε τας αίγας, μη υπάρχοντος ακόμη του

νόμου καθ' ον απηγορεύετο το άρμεγμα εις τους μοναχούς ως εμπνέον

πονηράς επιθυμίας, συνέλεγε κεράσια αποστάζοντα δρόσου, έβραζε ωά

και έπειτα εξύπνιζε τον Φρουμέντιον. Μετά το πρόγευμα εκείνος μεν

επορεύετο να αγκιστρώση ιχθύας ή να στήση παγίδας εις τους

λαγωούς, ο δε Θεωνάς εκαλλιέργει τον κήπον και η Ιωάννα

αποσυρομένη εις τα βάθη του κελλίου, οτέ μεν αντέγραφε βίους

αγίων, ους επώλει προς αύξησιν των οικιακών προσόδων, οτέ δε

διημέρευεν αναγινώσκουσα του Πλάτωνος τα όνειρα ή του Θεοκρίτου

τους στεναγμούς εν χειρογράφοις, άτινα εδάνειζον αύτη ή και

εδώρουν οι καλόγηροι, μεθ' όσης αφιλοκερδείας παρεχώρει και η

αλώπηξ του μύθου την κριθήν εις τον ίππον. Το εσπέρας παρετίθετο

το δείπνον προ της θύρας του ασκητηρίου υπό γηραιάν πεύκην, ην οι

χωρικοί εκάλουν Π α τ ρ ι ά ρ χ η ν δια το ύψος και γήρας της• τα

δε προϊόντα του κήπου, της αλιείας και κυνηγεσίας καθιστών

μοναδικήν εν τω όρει την τράπεζαν των δύο μοναχών, οίτινες και ως

Σάξονες και ως Βενεδικτίνοι ήσαν εκ φύσεως παμφάγοι. Η Ιωάννα

αναγινώσκουσα νυχθημερόν Έλληνας φιλοσόφους ενίοτε δε και

αποστολικούς ή και αιρετικούς Πατέρας ζήσαντας προ της εφευρέσεως

των νηστειών, των δογμάτων και τροπαρίων, είχε βαθμηδόν αποξύσει

την καλογηρικήν σκωρίαν· αγχίνους δε ούσα και σκεπτική συνήρμοσε

προς χρήσιν της είδος τι ανεκτικού θρησκεύματος, πολύ ομοιάζοντος

προς τα συστήματα των σήμερον συμπατριωτών της, οίτινες, χάρις εις

τας προόδους των φώτων και τας θεολογικές σχολάς του Βερολίνου και

της Τουβίγγης, κατόρθωσαν να σχηματίσωσιν είδος τι χριστιανισμού

άνευ Χριστού, ως έφθασαν να παρασκευάζωσι και οι εξευγενισμένοι

μάγειροι σκορδαλίαν άνευ σκόρδου και ο Κος Π. Σούτσος ποιήματα

άνευ ποιήσεως. Ο δε Φρουμέντιος πρόθυμος ων, ως οι ήρωες της

ρομαντικής σχολής, να συμμερισθή παράδεισον ή άδην μετά της φίλης

του συνέτρωγε μετ' εκείνης ορνίθια την Παρασκευήν και αρνίον την

Τετάρτην. Εν Ρώμη, οσάκις εξελέγετο δικτάτωρ, έπαυε πάσα άλλη

δικαιοδοσία· ούτω όταν και ο έρως καταστή απόλυτος κύριος, πάντα

τα άλλα αισθήματα σβύνονται εν τη καρδία, ως τα άστρα εις τον

ουρανόν, άμα η πανσέληνος ανατείλη, Ο Ζευς λησμονήσας την θεότητα

του εκοσμείτο διά πτερών ή κεράτων, ίνα ευχαριστήση τας ερωμένας

του, ο Αριστοτέλης φέρων σαγμάριον επί των νώτων και χαλινόν εις

το στόμα προσέφερε την εβδομηκονταετή ράχιν του εις την Κλεοφίλην,

εις ην εχρησίμευεν ως ο όνος εν Ινδίαις {57}, ο δε Φρουμέντιος ου

μόνον κρέας την Παρασευήν, αλλά και ξύλον καθ' ημέραν ήθελε φάγει

χάριν της Ιωάννας.

Η κνίσσα του ασεβούς εκείνου μαγειρείου εσκανδάλιζεν ουκ ολίγον

τους ευλαβείς ρώθωνας των γραικών κολογήρων. Πολλοί τούτων

διαβαίνοντες προ του ασκητηρίου εποίουν το σημείον του σταυρού

φράσσοντες την μύτην των, ως έφρασσε και ο Οδυσσεύς των εταίρων

του τα ώτα, ίνα προφυλάττη αυτούς από του άσματος των Σειρήνων·

άλλοι δε τολμηρότεροι εισήρχοντο εκεί, ίνα φοβίσωσι τους

σαρκοβόρους καλογήρους διά των φλογών της Κολάσεως ή των αφορισμών

της Εκκλησίας. Αλλά τόσον φιλοφρόνως υπεδέχετο αυτούς η Ιωάννα

και μετά τοσαύτης χάριτος προσέφερεν αυτοίς την παχυτέραν μερίδα,

ώστε οι Μεγαλόσχημοι εκείνοι οπαδοί του Αγίου Βασιλείου, οίτινες

άλλα πτηνά δεν έτρωγον ειμή μόνον τας μυίας, όσαι τυχόν έπιπτον

εις τον νερόβραστον ζωμόν των, εξήρχοντο πολλάκις έχοντες ορνίθιον

εις την κοιλίαν και αμάρτημα εις την συνείδησίν των.

Εν τούτοις η φήμη της ευφυίας, του κάλλους και των γνώσεων του

νέου αδελφού Ιωάννου ηπλούτο καθ' όλον το όρος, αρχίζουσα και εις

την πόλιν να καταβαίνη. Πολλοί των σοφών διδασκάλων του Υμηττού,

αφίνοντες τας μελίσσας και τους μαθητάς των, επορεύοντο προς

επίσκεψιν της ημετέρας ηρωίδος, ίνα συζητήσωσι μετ' αυτής περί

ακανθωδών προβλημάτων της Δογματικής ή περί δαιμονίων και

λεκανομαντείας• και αυτός δε ο αρχιερεύς Νικήτας ήλθε πολλάκις ν’

αναπαυθή υπό την σκιάν της γιγαντιαίας πεύκης, θαυμάζων ως ο

Πετράρχης πώς ο καρπός της γνώσεως ηδυνήθη τόσω ταχέως να ωριμάση

υπό τους ξανθούς πλοκάμους της εικοσαετούς εκείνης κεφαλής. Ου

μόνον δε οι ιερείς και σοφοί, αλλά και οι άρχοντες και οι

παρεπιδημούντες πατρικοί της νέας Ρώμης έμαθαν βαθμηδόν τον δρόμον

του ασκητηρίου. Ουδείς διήρχετο διά του Δαφνίου χωρίς να κρούση

την πύλην των Βενεδικτίνων, πολλοί δε αυτών ατενίζοντες τους

στρογγύλους βραχίονας ή ασπαζόμενοι τους λευκούς δακτύλους του Π ά

τ ε ρ Ι ω ά ν ν ο υ κατελαμβάνοντο υπό δυσεξήγητου τινός ταραχής,

ως ει έδακνε την καρδίαν των ο δαίμων της ηδυπαθείας. Η Ιωάννα,

θεωρούσα το ανδρικόν ένδυμα της θώρακα ασφαλή κατά πάσης πονηράς

επιθυμίας και μη γνωρίζουσα ακόμη τα ήθη των νεοπλατονικών

εκείνων, ανέπνεεν απλήστως την οσμήν του θυμιάματος, ζευγνύουσα

καθ’ εκάστην εις το άρμα της νέον λάτρην της απεράντου σοφίας και

των ερυθρών χειλέων της. Πολλάκις δε υπό τοιούτου σμήνους

περικυκλουμένη εσκέπτετο μετά στεναγμών, πόσω πλείονας και

θερμοτέρους ήθελεν έχει θαυμαστάς, αν αντί να κρύπτη υπό ράσον τα

θέλγητρα της, ως χρυσήν λεπίδα εντός θήκης μολυβδίνης, ενεφανίζετο

αίφνης υπό την αληθή αυτής μορφήν, φέρουσα εσθήτα μεταξίνην και

λυτήν επί των ώμων της την ξανθήν κόμην.

Ο Φρουμέντιος εν αρχή μεν έχαιρε διά της φίλης του την επιτυχίαν,

αλλά μετ' ου πολύ ήρχισε να παρατηρή εις την διαγωγήν της Ιωάννας

αλλοιώσεις τινάς, αίτινες κατεθορύβησαν αυτόν ως φιλάρεσκον κυρίαν

αι πρώται ρυτίδες. Ο νέος μοναχός υπό την εύρωστον αυτού και

ανδρώδη μορφήν υπέκρυπτε καρδίαν κηρού μαλακωτέραν, γεννηθείς ίνα

αγαπά ως η αηδών ίνα ψάλλη και όνος ίνα λακτίζη! Και ήτο μεν

ικανός να καταπίη διακόσια κάστανα χωρίς να αισθανθή το παραμικρόν

εις τον στόμαχον βάρος, αλλά παρά της φίλης του ούτε χάσμημα ούτε

ψυχρόν βλέμμα ηδύνατο να χωνεύση· και ταύτα μετά επταετίαν

διηνεκούς συζυγικής συμβιώσεως! Κατά τους υπολόγους η απόλαυσις

είνε του έρωτος ο τάφος· εγώ δε ήθελον παραβάλει μάλλον αυτήν προς

το φύσημα του αισωπείου εκείνου Σατύρου, το οποίον οτέ μεν

θερμότητα, οτέ δε ψύχος επροξένει. Αλλ' οπωσδήποτε της ημετέρος

ηρωίδος τα φιλήματα και αι θωπείαι είχον καταντήσει εις τον καλόν

Φρουμέντιον αναγκαίαι ως ο επιούσιος άρτος, και καθ' όσον

ωλιγόστευον εκείναι, ηύξανεν η επιθυμία του, ως ήθελεν αυξήσει και

η όρεξις του, αν απεκόπτετο αυτώ μέρος της καθημερινής τροφής. Οι

μήνες και τα έτη παρήρχοντο, η Ιωάννα καθίστατο ψυχροτέρα εφ' όσον

επλατύνετο ο κύκλος των θαυμαστών της, η δε αθυμία του πτωχού

νεανίσκου ηύξανε καθ' εκάστην και ωχρόν νέφος ηπλούτο επί της

νεαράς και φιλομειδούς αυτού όψεως ως μαύρη σκέπη επί ανθούσης

ροδωνιάς. Επί πολύ επειράθη να κρύψη την αδυναμίαν του, αλλά τέλος

πάντων εξεχείλισαν τα δάκρυα εκ των οφθαλμών του και τα παράπονα

εκ των χειλέων. Η Ιωάννα εζήτει κατ' αρχάς να καθησυχάση τον

σύντροφόν της, βεβαιούσα ότι τα περικυκλούντα αυτόν ζοφερά νέφη

ήσαν απλώς μαύραι πεταλούδαι, γεννήματα του εξημμένου εγκεφάλου

του. Αλλ' ο Φρουμέντιος ήτο δυσμετάπειστος, αι δε γυναίκες ταχέως

βαρύνονται την μονότονον μελαγχολίαν. Και αυταί αι Ωκεανίδες, αν

και ήσαν θεαί, μίαν μόνην ημέραν παρέμειναν παρηγορούσαι τον

δεσμώτην Προμηθέα, είτα δε βαρυνθείσαι τα παράπονα του εγκατέλιπον

αυτόν επί του βράχου μετά του κατατρώγοντος τα σπλάγχνα του γυπός.

Ούτω και η ημετέρα ηρωίς, αφού παρεχώρει εις τον εταίρον της

σύντομον παρηγορίαν ή ταχύν ασπασμόν, ως ρίπτει τις δεκάλεπτον εις

την χείρα πτωχού, έστρεφεν έπειτα εις αυτόν την ράχιν, την μεν

νύκτα ίνα κοιμηθή, την δε ημέραν, ίνα συναναστραφή μετά των

βιβλίων ή των αυλικών της, ων αι επισκέψεις διεδέχοντο αλλήλας από

πρωίας μέχρι νυκτός. Ο Φρουμέντιος έμενε συνήθως εις γωνίαν τινά

του θαλάμου, χωνεύων ως οι ήρωες του Ομήρου τον χολήν του, ότε δε

ησθάνετο εαυτόν ανίκανον να κρατήση επιπλέον τα δάκρυα ή τους

γρόνθους του, εξώρμα εκ του θαλάμου και έτρεχε να μαδήση ορνίθιον

διά το γεύμα ή λευκάνθεμον, ίνα μάθη, αν τον ηγάπα η Ιωάννα.

Αλλ’ η τοιαύτη κατάσταση των πραγμάτων αδύνατον ήτο να διαρκέση

αιωνίως. Ο νέος μοναχός εσκέπτετο να κόψη οτέ μεν την κεφαλήν της

Ιωάννας, οτέ δε πάσαν μετ’ αυτής σχέσιν. Η φιλαρέσκεια και αι

ερωτοτροπίαι της ημετέρας ηρωίδος ε λ ά μ β α ν ο ν κ α θ' ε κ ά-

σ τ η ν σ π ο υ δ α ι ό τ ε ρ ο ν χ α ρ α κ τ ή ρ α κατά την

φράσιν των εφημεριδογράφων. Είς Ηγούμενος, δύο Αρχιερείς και ο

Έπαρχος Αττικής εγνώριζον ήδη το περιεχόμενον του ράσου της,

πολλοί, άλλοι υπώπτευον τούτο και οι λοιποί προσέφεραν εις τον

αδελφόν Ιωάννην το θυμίαμα πλατωνικής λατρείας· ο δε Φρουμέντιος

δεν έπαυε μεμψιμοιρών και υβρίζων την φιλτάτην του, ήτις χάσασα

επί τέλους την υπομονήν έδιδεν εις αυτόν απαντήσεις ξηράς ως σύκα

των Καλαμών. Η σχέσις των δύο νεανίσκων είχε καταντήσει βαθμηδόν

να ομοιάζη τας περικυκλώσας τον βασιλικόν κήπον μας ινδοσυκάς

εκείνας, ων ο καρπός διαρκεί μίαν ημέραν και αι άκανθαι όλον τον

χρόνον. Και εν τούτοις οσάκις σπουδάζων ανελογίζετο ο Φρουμέντιος

να χωρισθή της φίλης του, ησθάνετο τας τρίχας του ορθουμένας υπό

της φρίκης. Ούτε μετ' αυτής ούτε άνευ αυτής ηδύνατο να ζήση·

αγνοών δε ο δυστυχής νεανίας ότι η καρδία γυναικός είναι άμμος

κινητή, επί της οποίας μόνον σκηνή διά κατάλυμα μιας νυκτός

δύναται να στηθή, είχεν οικοδομήσει εκεί κατοικίαν, εν ή όλην του

την ζωήν εσκόπευε να διαμένη. Διωχθείς δι' ύβρεων και λακτισμάτων

εκ της Εδέμ εκείνης, αντί να υποταγή ως ο Αδάμ εις την καταδίκην,

εζήτει παντί τρόπω να εισέλθη και πάλιν εις τον απηγορευμένον

εκείνον περίβολον, ου την θύραν έκλειεν αυτώ η ψυχρότης και η

κακία της Ιωάννας, ως ο ξιφήρης Άγγελος την του Παραδείσου. Οτέ

μεν κατακλινόμενος παρά της φίλης του τους πόδας επειράτο να

συγκινήση αυτήν, ενθυμίζων τα τοσαύτα φιλήματα και τους όρκους,

αλλ’ οι λόγοι του ωλίσθαινον επί της αναλγησίας της, ως η βροχή

επί των φύλλων, οτέ δε, ουδέν πλέον ελπίζων, εζήτει παντί σθένει

να εκριζώση τον έρωτα εκ της καρδίας του, ως αποσπά ο κηπουρός

δυσώδες κρομμύδιον βλάστησαν εν μέσω ηλιοτροπίων· αλλά το κακόν

φυτόν είχε τας ρίζας βαθείας, ώστε, παραιτούμενος μετά ματαίους

αγώνας της επιχειρήσεως, έπιπτε κατά γης περιρρεόμενος υπό ιδρώτος

και καταρώμενος ως ο Ιώβ τ η ν η μ έ ρ α ν, ε ν ή ε γ ε ν ν ή -

θ η κ α ι τ η ν ώ ρ α ν ή ε ί π ο ν: ι δ ο ύ ά ρ σ ε ν.

Και μη νομίσης, αναγνώστα, ότι ερωτόκριτός τις, σ ο ύ τ σ ε ι ο ς

ήρως ή άλλο τοιούτον δίποδον του ρωμαντικού θηριοτροφείου είχε

καταντήσει ο καλός Φρουμέντιος· απ' εναντίας ήτο φρόνιμον και

ευσεβές τέκνον της Γερμανίας, οία εγέννα η κλασσική αύτη πατρίς

του ζύθου και των ξυνολαχάνων, πριν διαφθαρή υπό των στεναγμών του

Βερθέρου και των βλασφημιών του Στράους και Εγέλου, την δε Ιωάνναν

ηγάπα ίσως ως ο Αρίστιππος την Λαΐδα και αι γαλαί το γάλα. Αλλά

πλην αυτής άλλην γυναίκα δεν εγνώριζεν ουδ' ήτο δυνατόν να εύρη

εις Αθήνας· καθότι οι απόγονοι του Σόλωνος δεν ήσαν ακόμη ως

σήμερον πολιτισμένοι, αι δε μητέρες, οι σύζυγοι, οι αδελφοί και τα

άλλα τοιαύτα οχληρά πλάσματα, άτινα περικυκλούσι τας γυναίκας, ως

αι άκανθαι τα ρόδα, δεν ημφισβήτουν ακόμη την τιμήν να κρατώσι το

κηρίον εις τους ξένους ουδέ αν ναύαρχοι ή διπλωμάται ήσαν. Εις

μόνους τους Αυτοκράτορας του Βυζαντίου έτεινον την χείρα αι τότε

Αθηναΐδες, και εις τούτους δε πάλιν μόνην την δεξιάν. Ταύτα πάντα

καθίστων δεινήν την θέσιν και συγχωρητάς τας τρέλλας του δυστυχούς

Φρουμεντίου, εις του οποίου την ακμάζουσαν και σφριγώσαν νεότητα η

γυνή ήτο αναγκαία, ως η δρόσος εις τους λειμώνας. Εις απεχούσας

χώρας τοποθετούσιν οι ποιηταί και εις μυθώδεις εποχάς υποθέτουσιν

οι μυθολόγοι παράδοξα τινα και τερατώδη του φυτικού ή ζωικού

βασιλείου προϊόντα, μελισταγείς λωτούς, ψάλλοντα δένδρα, δράκοντας

πτερωτούς, αιγόποδας σατύρους, ύδρας, γίγαντας, σειρήνας, ήρωας,

μάγους, προφήτας, μάρτυρας, αγίους, και άλλα τοιαύτα όντα, τα

οποία ουδείς εξ ημών είδε ποτέ ειμή εν εικόνι ή εν ονείρω· αλλά

και το η θ ι κ ό ν β α σ ί λ ε ι ο ν, αν συγχωρήται η έκφρασις

αύτη, έχει την μυθολογίαν του, ηρωϊκάς αφοσιώσεις, ευσεβείς

εκστάσεις, υπερανθρώπους θυσίας, αρρήκτους φιλίας και άλλα τοιαύτα

τραγικά ή μυθιστορικά εφόδια. Μεταξύ των χιμαιρικών τούτων

προϊόντων των παρελθόντων χρόνων πρέπει, νομίζω, να κατατάξωμεν

και τον έρωτα, όπως ενόουν αυτόν οι ιππόται του μεσαιώνος και του

Πλάτωνος οι παρεξηγηταί, ενώ κατά την υγιά φιλοσοφίαν δεν είναι

άλλο τι ειμή μόνον π ρ ό σ ψ α υ σ ι ς δ ύ ο ε π ι δ ε ρ μ ί -

δ ω ν{58}. Αν δε ο Φρουμέντιος τα πάντα ήτο έτοιμος χάριν της

Ιωάννας να θυσιάση, αν κυλιόμενος προ των ποδών της κατηράτο την

ημέραν καθ' ην εγεννήθη, έπραττε τούτο δι' ον λόγον συνεχώρησε και

ο Αδάμ την άπιστον γυναίκα του, διότι . . . δεν είχεν άλλην.

Αλλά και η ημετέρα ηρωίς, καίτοι υπό αφωσιωμένων περικυκλουμένη,

πολύ απείχε του ν' αναπαύεται επί ρόδων. Οι οδυρμοί και τα

μυρολόγια του Φρουμεντίου, ει και δεν συνεκίνουν πλέον αυτήν,

ετάραττον όμως τα νεύρα της και έκοπτον πολλάκις τον ύπνον ή την

όρεξίν της, το δε χείριστον, απεκάλυπτον εις πάντας το μυστικόν.

Κατά τον Αθήναιον ο έρως και ο βήχας, ή ο βηξ, αν αρχαΐζης,

αναγνώστα, είναι τα μόνα πράγματα, άτινα δεν δύνανται να κρυβώσι.

Το κατ’ εμέ (αν μοι συγχωρήται να έχω γνώμην εναντίαν της των

μεθυσμένων Δειπνοσοφιστών) φρονώ απ' εναντίας ότι ουδέν υπάρχει

ευκρυπτότερον αυτού, του έρωτος δηλ. και ουχί του βήχα, οσάκις

ούτος ευτυχεί. Μόνη η ζηλεία, αι ανησυχίαι, η απελπισία και τα

τοιαύτα ερωτικά αρτύματα εντυπούνται ως δημίου ραπίσματα επί του

προσώπου, η δε χαρά και ευτυχία μετά τοσαύτης φειδωλίας

απονέμονται ημίν υπό των θυγατέρων της Εύας, ώστε σπανίως

εκχειλίζουσιν εις βαθμόν καθιστώντα δύσκολον να κρυβώσιν. Αλλά

πάσαι ανεξαιρέτως αι γυναίκες ομοιάζουσι τους αποθηριωθέντας

εκείνους της παρακμής Ρωμαίους, οίτινες απήτουν παρά των

σφαζομένων εν τοις αμφιθεάτροις θυμάτων να πίπτωσι μετά χάριτος,

τείνοντα αγογγύστως τον τράχηλον εις την ρομφαίαν. Ούτω και η

Ιωάννα, αφού παντοιοτρόπως, διά ζηλείας, ψυχρότητος, ιδιοτροπιών

και άλλων γυναικείων εφευρέσεων εβασάνιζε τον δυστυχή Φρουμέντιον,

ωργίζετο έπειτα κατ' αυτού, αν κραυγή οδύνης εξέφευγε των χειλέων

του εν μέσω των παντοίων τούτων βασανιστηρίων ή αν εν τη αδημονία

του εδείκνυε τους γρόνθους ή την θύραν του κελλίου είς τινα των

αντεραστών του.

Εν τούτοις αι σκανδαλώδεις του ασκητηρίου σκηναί συνεκίνουν όλους

του Δαφνίου τους κουκουλοφόρους κατοίκους, δι' ους η Ιωάννα, της

οποίας ουδείς πλέον ηγνόει το φύλον και τας τρέλλας, ήτο τέρας

σταλέν υπό των Φράγκων, ίνα καταβροχθίση την Ορθόδοξον Εκκλησίαν.

Και αληθές μεν είναι ότι πολλαί προ αυτής γυναίκες, η Αγ. Ματρώνα,

Πελαγία και Μακρίνα, ενεδύθησαν ράσα και συνέζησαν μετά καλογήρων,

αλλά δεν έπραξαν τούτο, ίνα τρώγωσιν ορνίθια την Παρασκευήν και

κολάζωσιν Επισκόπους. Μεταξύ της παρωργισμένης ταύτης αγέλης

υπήρχον μοναχίσκοι τινές, αποπειρώμενοι ενίοτε να υπερασπίσωσι την

ωραίαν Γερμανίδα, αλλ’ η φωνή αυτών απεπνίγενο υπό της γενικής

κατακραυγής. Οι δε μάλλον κατ' αυτής εξαγριωμένοι ήσαν αγγελικοί

τίνες Μεγαλόσχημοι, δυσώδεις και ρυπαροί ως πάντες οι προτιθέμενοι

ν' αρέσωσιν εις μόνον τον θεόν, οίτινες θελήσαντες εν είδει

επεισοδίου ν’ αρέσωσι και εις την Ιωάνναν, εστάλησαν υπ' αυτής οι

μεν να κουρεύωνται, οι δε εις το λουτρόν ήδη δε εξεδικούντο την

ακατάδεκτον καλογραίαν, ρίπτοντες κατ' αυτής, οσάκις εξήρχετο του

κελλίου, αναθέματα, κρομμύδια, πέτρας και κατάρας.

Ούτω έσωθεν υπό του Φρουμεντίου και έξωθεν υπό της κοινής γνώμης

πολεμουμένη η Ιωάννα και βλέπουσα τον ζήλον των πιστών της

ψυχραινόμενον καθ' εκάστην υπό του φόβου του αναθέματος, ενώ

ηύξανεν η αυθάδεια των εχθρών, ήρχισε να σκέπτεται σπουδαίως περί

αποδημίας. Προ οκτώ ετών ευρίσκετο εις Αθήνας και πάντα εγνώριζε

τα εκεί μνημεία, τα χειρόγραφα και τους κατοίκους, ώστε η πόλις

της Αθήνας εφαίνετο ήδη αυτή ανούσιος ως τα φωνήματα του

Φρουμεντίου. Πλην δε τούτου εφλέγετο και υπό της επιθυμίας να

επιδείξη επί ευρυτέρας σκηνής τας γνώσεις το κάλλος και το πνεύμα

της, εγγίζουσα ήδη εις το τριακοστόν της ηλικίας έτος, ότε αι

γυναίκες, μη αρκούμεναι εις τα ιδιάζοντα αυταίς ελαττώματα,

συνειθίζουσι να στολίζωνται και διά των ημετέρων, προσλαμβάνουσαι

την φιλοδοξίαν, σχολαστικότητα, οινοφλυγίαν, και ει τις άλλη α ρ -

σ ε ν ι κ ή κακία, δυναμένη να καταστήση την καρδίαν των πρότυπον

γυναικείας τελειότητος, ως κατέστη σήμερον και η Ελλάς διά των

πολιτικών ανδρών της πρότυπον βασιλείου εν τη Ανατολή. Η Ιωάννα

δεν ωμοίαζε τας ποιμενίδας εκείνας του Οβιδίου, αίτινες

ηυχαριστούντο αν μόνος ο Άθως ηκροάτο το άσμα των ή ρύαξ αντανάκλα

το ανθοστεφές πρόσωπόν των, αλλ' απ' εναντίας εδάκρυε πολλάκις επί

των βιβλίων, σκεπτομένη ότι, άγνωστος και ανύμνητος ήθελε μείνει η

σοφία της εις την γωνίαν εκείνην της Αττικής, ως κλαίουσι και αι

νέαι καλογραίαι, οσάκις γυμνούμεναι το εσπέρας αναλογίζονται ότι

το κρινόλευκον αυτών

κάλλος μόνος ο άυλος αυτών και αόρατος νυμφίος βλέπει.

Εις τοιαύτην ευρίσκετο διάθεσιν, ότε εσπέραν τινά, πλανωμένη παρά

την κοίλην όχθην του Πειραιώς, όπου είχεν υπάγει ν' αποχαιρετήση

τον φίλον της Νικήταν επιστρέφοντα εις Κωνσταντινούπολιν, είδεν

εισερχόμενον εις τον λιμένα ξένον πλοίον, του οποίου τα λευκά

πανία τη εφάνησαν πτερά αγγέλου, ερχομένου να λυτρώση αυτήν εκ της

γης εκείνης της εξορίας. Το πλοίον ήτο ιταλικόν, ανήκον εις τον

Επίσκοπον Γενούης Γουλιέλμον τον ελάχιστον και ελθόν εις Ανατολήν,

ίνα προμηθευθή λιβάνιον διά τον Ύψιστον και στολάς διά τους

υπηρέτας του. Η Ιωάννα προσφωνήσασα τους αποβάντας ναύτας

λατινιστί έμαθεν ότι έμελλον ν' αναχωρήσωσι την επιούσαν το πρωί

εις Ρώμην, ήσαν δε πρόθυμοι να συμπαραλάβωσιν αυτήν, ίνα

αντικαταστήση τον συμπλέοντα μετ' αυτών ιερέα, αρπαγέντα υπό των

κυμάτων, εν ώ ιστάμενος παρά την πρώραν εζήτει, κατά την συνήθειαν

των καθολικών, να κατευνάση την τρικυμίαν, ρίπτων εις την θάλασσαν

ιεράς μερίδας, αίτινες εχρησίμευον προς μετάληψιν εις τους

δελφίνας. Συμφωνήσασα περί πάντων επέστρεψεν η Ιωάννα προς τον

Φρουμέντιον, περιμένοντα αυτήν εις το πλησίον του όρμου της

Μουνυχίας σπήλαιον, όπου είχε στρώσει δείπνον και κοίτην. Ο καιρός

ήτο υγρός, ο άνεμος δριμύς και η θάλασσα εστέναζε πενθίμως υποκάτω

του σπηλαίου. Ο νέος Βενεδικτίνος έσπευσε ν' ανάψη πυράν, παρά την

οποίαν εκάθισεν η Ιωάννα, ίνα ξηράνη τα ενδύματα της υγρανθέντα

υπό των κυμάτων. Η καρδία αύτης, καίτοι προ πολλού εκτραχυνθείσα

υπό της σχολαστικότητος και φιλαρεσκείας, κατείχετο υπό είδους

τινός ανησυχίας, ενώ εσυλλογίζετο ότι έμελλε μετ' ολίγον ν'

απομακρυνθή ανεπιστρεπτεί του συντρόφου εκείνου, από του οποίου

εις διάστημα δέκα πέντε ετών ουδέ στιγμήν απεχωρίσθη. Επί τινας

στιγμάς εσκέφθη να συμπαραλάβη αυτόν εις τας νέας περιπλανήσεις

της· αλλ' η ιδιότροπος ζηλεία του πτωχού καλογήρου, τρέφοντος

εσκωριασμένην ιδέαν, ότι αι γυναίκες πρέπει να έχωσιν ένα μόνον

εραστήν, ως οι όνοι εν μόνον σάγμα και οι λαοί ένα βασιλέα,

καθίστα αυτόν σκεύος οχληρόν και δυσμετακόμιστον. Αλλ' ουδέ να τον

αποχαιρετήση ετόλμα η Ιωάννα, φοβουμένη εις τον έρημον εκείνον

τόπον τα δάκρυα ή και τους γρόνθους του. Ευσπλαγχνικώτερον λοιπόν

και εν ταυτώ φρονιμώτερον ενόμισε ν' αποκοιμίση αυτόν εις τας

αγκάλας της, πριν τον εγκαταλείψη, ως προσέφερον οι δήμιοι της

Ιουδαίας εις τους καταδίκους μεθυστικόν ποτόν, πριν τους

σταυρώσωσι. Λαβούσα, λοιπόν την κεφαλήν του Φρουμεντίου επί των

γονάτων της ήρξατο να θωπεύη την κόμην του διά των δακτύλων και το

μέτωπον διά των χειλέων της· ο δε αμνησίκακος εκείνος νεανίας, ο

τοσούτον υβρισθείς, απατηθείς και καταπατηθείς, εν ακαρεί

ελησμόνει και απιστίας και ύβρεις και βασάνους. Η μόνη πρόσψαυσις

των δακτύλων της Ιωάννας έκλειε πάσας αυτού τας πληγάς, ως

εθεράπευον προ του συντάγματος και οι γάλλοι βασιλείς τα έλκη των

υπηκόων των δι' απλής επιθέσεως των χειρών. Ο Φρουμέντιος,

κατεχόμενος υπό αδιηγήτου ηδονής, δεν ήξευρε τίνα των αγίων διά

την αιφνιδίαν εκείνην μεταβολήν να ευχαριστήση, διότι πάντας εν τη

απελπισία του τους είχεν επικαλεσθή, άυπνος δε ων προ πολλού

απεκοιμήθη τέλος επί του γλυκυτάτου εκείνου προσκεφαλαίου, εις

όλους υποσχόμενος τροπάρια και κηρία.

Ότε την επιούσαν, πριν έτι εξημερώση, ήνοιξε τας αγκάλας, ίνα την

φίλην του περιπτυχθή, αντ' αυτής ενηγκαλίσθη μόνον τα άχυρα της

στρώμνης του. Αναπηδήσας μετά τρόμου εξέτεινε τους βραχίονας και

εψηλάφησε τα σκότη, ως ο τυφλωθείς Πολύφημος ζητών τον Οδυσσέα. Η

αυγή επάλαιεν ακόμη κατά του σκότους, ότε γυμνοκέφαλος, ανυπόδητος

και απηλπισμένος εξήλθε του σπηλαίου ο δυστυχής νεανίας· αλλ'

ουδαμού της Ιωάννας ίχνος. Αφού δις και τρις περιέδραμεν εις μάτην

τον λόφον, ώρμησε προς την παραλίαν ως κάπρος πηδών από βράχου εις

βράχον την κορυφήν και κράζων «Ιωάννα!» μεγάλη τη φωνή. Οι κοίλοι

βράχοι επανελάμβανον την κραυγήν εκείνην και οσάκις ο Φρουμέντιος,

τοσάκις κακείνοι έκραζον την φυγάδα, ωσεί λυπούμενοι τον δυστυχή·

και αυτός δε ο ήλιος ανέτειλε κατ' εκείνην την στιγμήν, ίνα

βοηθήση αυτόν εις τας εναγωνίους ερεύνας του. Αλλ' η παραλία ήτο

έρημος, επί δε της θαλάσσης εφαίνετο λέμβος, σχίζουσα τα κύματα

της Μουνυχίας και παρά την πρύμνην αυτής ίστατο η Ιωάννα εις το

ράσον της περιεσφιγμένη. Η δραπέτις είδεν ίσως επί της ακτής τον

ανατείνοντα προς αυτήν τους βραχίονας και είτα εις την θάλασσαν

βυθιζόμενον νεανίαν, αλλ’ αποστρέψασα το πρόσωπον παρώτρυνεν εις

ταχύτερον δρόμον τους κωπηλάτας.

Μετ’ ου πολύ η λέμβος ανεσύρετο παρά τας πλευράς του πλοίου, όπερ

ήνοιγεν εις τους ανέμους τα ιστία· ο δε Φρουμέντιος μετά ματαίαν

καταδίωξιν, εξαντλήσας τας ελπίδας και τας δυνάμεις του έκειτο

άπνουν ναυάγιον επί της προκυμαίας. Ότε συνήλθεν εις εαυτόν,

απώθησεν ως κακόν όνειρον την ζωήν. Αλλ’ αι ώραι παρήρχοντο, ο

ήλιος εξήραινε τα ενδύματά του και δεν έπαυε το όναρ. Προς στιγμήν

εσκέφθη να πνίξη αυτό εις την θάλασσαν, ως ο Σολομών τας λύπας του

εις τον οίνον, αλλά το ύδωρ ήτο ρηχόν και πλην τούτου εφοβείτο την

Κόλαση, ένθα επί πολύ ακόμη έπρεπε να περιμένη την Ιωάνναν.

Ανύψωσεν είτα προς ουρανόν μεμψίμοιρον βλέμμα, αλλ' ουδεμία εκ των

εκεί αγίων κατέβη να προσφέρη εις αυτόν τα χείλη της προς

παρηγορίαν, ως ο Βάκχος εις την Αριάδνην^ έπειτα ο Φρουμέντιος δεν

ήτο γυνή, και τις οίδεν αν, εις ην ευρίσκετο διάθεσιν, δεν ήθελεν

αγροίκως απωθήσει και αυτήν την Αγ. Θαΐδα ή την ξανθήν Μαγδαληνήν;

Ότε ενύκτωσεν, επέστρεψε και πάλιν εις το σπήλαιον. Αλλ' οποίαν

νύκτα επέρασεν προ της κλίνης εκείνης, εν η τα κάλλη της Ιωάννας

εφαίνοντο ακόμη εν σχήματι λάκκου εντετυπωμένα! Δεκαπέντε ημέρας

έμεινεν εκεί ερωτών «ί ν α τ ί δ έ δ ο τ α ι τ ο ί ς ε ν π ι-

κ ρ ί α φ ω ς κ α ι ζ ω ή τ α ί ς ε ν Ο δ ύ ν η ψ υ χ α ί ς

{59}. Αλλά τέλος ευσπλαγχισθείς αυτόν έδραμεν εις βοήθειάν του ο

εν ουρανώ άγιος προστάτης του Βονιφάτιος. Ενώ εσπέραν τινά

εξαντλήσας τα μυρολόγιά του εκοιμάτο ο Φρουμέντιος επί της άμμου

της παραλίας, καταβάς εξ ουρανών ο απόστολος εκείνος των Σαξόνων

ήνοιξε διά μαχαίρας τα στήθη του κοιμωμένου, εισήγαγε τους Ιερούς

δακτύλους του εις την οπήν και εξαγαγών την καρδίαν εβύθισεν αυτήν

εις λάκκον πλήρη ύδατος, όπερ ηγίασε προηγουμένως. Η φλέγουσα

εκείνη καρδία έφριξεν εις το ύδωρ ως η σμαρίς εντός του τηγανιού,

αφού δε εκρύωσεν, έθεσε πάλιν αυτήν ο άγιος εις τον τόπον της και

κλείσας την πληγήν επέστρεψεν εις τον ιδικόν του.

Έτυχέ ποτε, αναγνώστα μου, ν’ αποκοιμηθής με ανυπόφορον βήχα,

κοιμώμενος να ιδρώσης και εξυπνήσας να ευρεθής ιατρευμένος; Αγνοών

ότι είσαι καλά ανοίγεις μηχανικώς το στόμα, ίνα πληρώσης εις τον

επικατάρατον βήχα τον συνήθη φόρον. Αλλά πόσην αισθάνεσαι χαράν,

μη ευρίσκων εις τον λάρυγγα το οχληρόν θηρίον! Ούτω άμα ήνοιξε και

ο Φρουμέντιος τους οφθαλμούς, ητοιμάσθη να προσφέρη εις την

αχάριστον Ιωάνναν την συνήθη δακρύων σπονδήν, αλλά παρά πάσαν

προσδοκίαν οι οφθαλμοί του ευρέθησαν ξηροί και να προγευματίση

μάλλον ή να κλαύση ησθάνετο όρεξιν μετά πολυήμερον νηστείαν ο

καλός Βενεδικτίνος. Νέα ποιμενίς διέβη μετ' ολίγον προ αυτού,

έχουσα στάμνον γάλακτος επί της κεφαλής και κομβολόγιον κολλυρίων

εις την χείρα. Ταύτην κράξας επρογεύθη ευθύμως· ότε δε η

Αμαρρυλλίς εκείνη, λαβούσα χάλκινον νόμισμα και ασπασθείσα την

χείρα του καλογήρου απεμακρύνθη, ενούσα το εύθυμον άσμα της εις

την φωνήν των κορυδαλών, ενώ ο άνεμος της πρωίας έπαιζε εις της

εσθήτος της τας πτυχάς, ανυψών αυτάς μέχρι μέσης κνήμης, θεωρών

αυτήν ο Φρουμέντιος τότε κατά πρώτον ησθάνθη ότι πλην της Ιωάννας

υπήρχον και άλλαι εις τον κόσμον γυναίκες. Η θεραπεία αυτού

ηδύνατο λοιπόν να θεωρηθή ως ριζική. Ούτω διά του θαύματος του

Αγίου απαλλαγείς του ανοήτου πάθους του και άχρηστος ήδη ων ημίν

ως ήρως μυθιστορήματος, καθίστατο από της στιγμής εκείνης

χρησιμώτατον της κοινωνίας μέλος, λ ί α ν κ α τ ά λ λ η λ ο ς, αν

έζη σήμερον, να ε ξ α σ κ ή σ η οιονδήποτε επάγγελμα, να γείνη

γραμματοκομιστής, κατάσκοπος, βουλευτής, προικοθήρας ή

θεσιδιώκτης, να κρατή τα κατάστιχα Χίου εμπόρου ή τους πόδας

αγχονιζομένου καταδίκου.. Αλλά κατά την εποχήν εκείνην τα Κ ύ ρ ι

ε ε λ έ η σ ο ν

ήσαν η καλυτέρα τέχνη, και καλώς ποιών έμεινε καλόγηρος, ως

πρότερον ο Φρουμέντιος. Την δε Ιωάνναν πριν εις Ρώμην κυνηγήσω

θέλω αναπαυθή ολίγον. Οι μεγάλοι ποιηταί, ο Όμηρος και ο κύριος Π.

Σούτσος, γράφουσι κοιμώμενοι ωραίους στίχους, αλλ’ εγώ σπογγίζω

πάντοτε τον κάλαμόν μου, πριν θέσω επί της κεφαλής τον νυκτικόν

μου πίλον. Εις μόνους τους εξόχους άνδρας συγχωρούνται αι υπναλέαι

φράσεις, ημείς δε οι ταπεινοί γραφίσκοι πρέπει να ήμεθα πάντοτε

έξυπνοι, ως αι χήνες του Καπιτωλίου, αίτινες εξύπνισαν τους

Ρωμαίους.

Η ΠΑΠΙΣΣΑ ΙΩΑΝΝΑ

ΜΕΡΟΣ Δ'.

Φευ της θηλείας, πη προβήσεται, φρενός;

Τι τέρμα τόλμης και θράσους γενήσεται;

(ΕΥΡ. Ιππόλ. 935).

Πάντων των μεγάλων, ανδρών την κοιτίδα περικυκλούσι σκότη πυκνά,

εις τα οποία μόνοι οι ποιηταί, και μυθογράφοι τολμώσι να

ριψοκινδυνεύσωσιν, ανάπτοντες της φαντασίας των το μαγικόν

φανάριον, εις του οποίου το φως μυρία βλέπουσιν ωχρά ή μειδιώντα

φαντάσματα. Αλλ’ άμα ο ήρως ανδρωθή, άμα εις καρπόν μεταβληθή το

άνθος, επέρχεται σμήνος ιστορικών κρατούντων την φλέγουσαν και

φεγγοβόλον δάδα της κρόκης, εις την εμφάνισιν των συνωφρυωμένων

εκείνων δαδούχων φεύγουσι μετά τρόμου τα χρυσόπτερα πλάσματα της

φαντασίας, άτινα, ως οι αστέρες και αι τεσσαρακοντούτιδες

γυναίκες, εις μόνον το ημίφως ευχαριστούνται• αν δε η κριτική

φωτοχυσία τύχη πολύ ζωηρά, και ο ήρως αυτός εξαφανίζεται πολλάκις

εις τα όμματα του κριτικού, ως ο Όμηρος εις τα του Βολφίου και ο

Ιησούς εις τα του Στράους. Η Ιωάννα έμεινε ακλόνητος εις την

υψηλήν αυτής θέσιν, ουδόλως υπό του φωτός πτοηθείσα· αλλ’ από

τούδε καθίσταται ήρως ιστορικός, οι δε φανταστικοί στέφανοι, δι'

ων εστόλιζον της δεκαεπταέτιδος κόρης την ξανθήν κόμην, είναι ήδη

ανάρμοστοι εις την κεφαλήν, την μέλλουσαν μετ’ ολίγον να κοσμηθή

διά του τριπλού διαδήματος του Αγίου Πέτρου. Την ύλην της

διηγήσεώς μου, αντί να λαμβάνω ως πρότερον εκ της φαντασίας μου,

αναγκάζομαι ν'αρύωμαι παρά σεβασμίων χρονογράφων· αν δε εύρης

ανοστότερον το μέρος τούτο του βιβλίου, σ' ευχαριστώ, αναγνώστα,

διά την προτίμησιν.

Η Ρώμη, απολέσασα την διά του ξίφους κατακτηθείσαν οικουμένην,

κατεγίνετο ν’ ανορθώση την κοσμοκρατορίαν της, στέλλουσα εις τας

πρώην επαρχίας δόγματα αντί λεγεώνων και υφαίνουσα εν σιωπή τον

απέραντον εκείνον ιστόν, εις ον έμελλε πάντα τα έθνη να περιπλέξη.

Αράχνη δε του ιστού εκείνου, ότε έφθασεν εις Ρώμην η ημετέρα

ηρωίς, ήτο ο Άγ. Λέων ο Δ', διαδεχθείς Σέργιον τον Γουρουνόστομον.

Πάντες σχεδόν της εποχής εκείνης οι αρχιερείς, είτε θέλοντες είτε

μη, ελάμβανον τον τίτλον του Αγίου αλλ' ο Λέων ούτος είχε τη

αληθεία αποκτήσει αυτόν εν ιδρώτι του μετώπου του, ανεύρων τα

σώματα των αγίων μαρτύρων Σεμπρονιανού, Νικοστράτου και Καστορίου,

διεγείρας διά της ποιμαντικής ράβδου του, ως ο Ποσειδών διά της

τριαίνης, φοβεράν τρικυμίαν, ήτις διεσκόρπισε τα πλοία των

Σαρακηνών, θανατώσας δι' ευχής φοβερόν δράκοντα εμφωλεύοντα εις

την εκκλησίαν της Αγ. Λουκίας, πολλάκις αποκρούσας των απίστων τας

εφόδους και, το θεαρεστότερον, συστήσας εντός του παπικού παλατιού

γυναικείον μοναστήριον, όπου υπό την πατρικήν του σκέπην ηγίαζον

αι εκλεκτότεραι της Ρώμης παρθένοι. Αλλά πλην των καλογραιών

επροστάτευε και τα γράμματα ο φιλόμουσος Ποντίφηξ, υπό δε της

σοφής Ιωάννας τοσούτον εθέλχθη, ώστε, αφού επί ολόκληρον ώραν

ωμίλησε μετ' αυτής περί πάντων των γνωστών καί τινων άλλων

πραγμάτων, διώρισεν αμέσως αυτήν διδάσκαλον της Θεολογίας εις το

σχολείον του Αγ. Μαρτίνου, όπου εδίδαξέ ποτε και ο ιερός

Αυγουστίνος.

Η Ιωάννα ή μάλλον ο π ά τ ε ρ Ι ω ά ν ν η ς (διότι το θηλυκόν

όνομά της φαίνεται ήδη αποτελούν κακοφωνίαν), εδαπάνησε τας πρώτας

ημέρας περιτρέχων την α ί ω ν ι ο ν π ό λ ι ν. Αλλά τα τότε

μνημεία της Ρώμης πολύ ήδη απελείποντο της αρχαίας λαμπρότητος. Ο

διδάσκαλος του λόρδου Ελγίνου Κάρολος ο μέγας είχε ληστεύσει κατά

την φραγκικήν συνήθειαν τους αρχαίους ναούς, ίνα στολίση διά των

στηλών και αναγλύφων την μητρόπολιν του Ακυϊσγράνου· αι δε υπό των

προκατόχων του Λέοντος οικοδομηθείσαι χριστιανικαί εκκλησίαι ήσαν

άρρυθμα και τερατόμορφα κράματα ρωμαϊκής και ανατολικής τέχνης,

πολύ ομοιάζοντα προς τον τότε εν τη Δύσει χριστιανισμόν, όντα

ασυνάρτητον και βαρυστόμαχον μίγμα εβραϊσμού και ειδωλολατρείας.

Αλλ' ουδείς τότε εφρόντιζεν ακόμη περί δογμάτων, οι δε αρχαίοι

θεοί, όσοι τουλάχιστον εξ αυτών δεν μετεβλήθησαν εις χριστιανούς

αγίους, εξορισθέντες εκ του Ολύμπου είχον μετοικήσει εις τον Άδην,

κακεί έζων εν ειρήνη μετά του Διαβόλου των Χριστιανών και του

Σατανά των Εβραίων, αναγνωριζόμενοι υπό των θεολόγων, εισακούοντες

τας επικλήσεις των μάγων, ενίοτε δε μετοικούντες και εις τα σώματα

των χριστιανών, οίτινες εκαλούντο τότε Δαιμονισμένοι. Κατ’ αυτήν

την ημέραν της αφίξεως της Ιωάννας παράδοξός τις τελετή ετελείτο

περί τας εκκλησίας της Ρώμης εις τιμήν των αρχαίων θεών. Χοροί

μεθύσων χριστιανών εχόρευον ψάλλοντες βέβηλα άσματα, κράζοντες Ε ύ

ο ί! Ε υ ο ί! και διώκοντες αλλήλους διά μαστιγών, ως κατά την

εορτήν των Κρονίων, ενώ ιέρειαι της Αφροδίτης, μόνον ένδυμα

έχουσαι φυλακτήρια περί τον τράχηλον και κωδωνίσκους εις τους

πόδας, περιέτρεχον την ομήγυριν, προσφέρουσαι αντί ολίγων σολδίων

οίνον και φιλήματα εις τους χορευτάς, προς μέγα σκάνδαλον των εν

Ρώμη νεοφωτίστων ξένων, οίτινες ενόμιζον ότι πάντα ταύτα

περιλαμβάνοντα εις την χριστιανικήν λειτουργίαν, ως υποθέτουσιν οι

παρευρισκόμενοι εις θορυβώδη τινά συνεδρίασιν των αμερικανικών

κοινοβουλίων, ότι και τα λακτίσματα αποτελούσι μέρος των

δημοκρατικών ελευθεριών.

Τοιούτοι ήσαν οι άνθρωποι, τους οποίους επρόκειτο ν' αλατίση ο

πάτερ Ιωάννης διά του άλατος της Αττικής. Κατά τας πρώτας ημέρας

επειράθη να ομιλήση εις αυτούς περί Δογματικής, αλλ’ οι ακροαταί

της εθεώρουν τας τοσούτον απασχολούσας τους Γραικούς συζητήσεις

ταύτας περί της φυσιολογίας της αγίας Τριάδος περιττάς όσον και

την κοσμούσαν την σιαγόνα των μακράν γενειάδα. Οι διάδοχοι του

θείου Πλάτωνος συνεζήτουν ακόμη εν τη Ανατολή περί της φύσεως του

θεού, αλλ' οι απόγονοι του Κάτωνος και Κιγκινάτου, πρακτικώτεροι

όντες, εθεώρουν την θεολογίαν ως επάγγελμα σπουδαίον, παρ' ου

επερίμενεν ο ιερεύς τον επιούσαν άρτον και πλην τούτου

υπουργήματα, επισκοπάς, ίππους, παλλακίδας και άλλα καλά πράγματα,

άτινα μόνον διά δραστηριότητος και πρακτικών γνώσεων αποκτώνται.

Αντί λοιπόν να ερευνώσι τα μυστήρια του χριστιανικού ουρανού,

κατεγίνοντο ως φρόνιμοι άνθρωποι να απλώσωσι την βασιλείαν του εφ'

όλην την γην, εν ονόματι αυτού εισπράττοντες φόρους παρά πάντων

των εθνών. Η δε Ιωάννα, αγχίνους ούσα και ευτράπελος γυνή, ταχέως

εμάντευσε των μαθητών της τας ορέξεις. Αποτινάξασα τας βυζαντινάς

ιδεολογίας έσπευσε να καταβή από του ουρανού εις την γην και από

των νιφοβλήτων κορυφών της μεταφυσικής εις τας παχείας και

πολυκόπρους πεδιάδας του Κανονικού δικαίου, ευγλώττως ομιλήσασα

την επιούσαν περί της κοσμικής εξουσίας του Πάπα, της δωρεάς του

Καρόλου, περί φόρων, δεκάτων, χρυσών στολών και άλλων ιερατικών

ηδυσμάτων, δι’ ων οι ρασοφόροι προσπαθούσι να καταστήσωσιν

ολιγώτερον ανυπόμονον την προσδοκίαν του Παραδείσου, ως

διεσκέδαζον και οι μνηστήρες της Πηνελόπης μετά των θεραπαινίδων,

περιμένοντες την απόλαυσιν της δεσποίνης. Τοιαύτα λέγουσα

κατώρθωσε τέλος πάντων να ελκύση την εύνοιαν των ακροατών της, ως

ηδυνήθη και ο Ορφεύς διά της λύρας του να συγκίνηση τους λίθους. Η

δε παρομοίωση δεν είνε υπερβολική· διότι αν λίθοι δεν ήσαν, όνοι

τουλάχιστον ωνομάζοντο οι τότε Ιταλοί παρά των άλλων εθνών και αι

σύνοδοι αυτών ο ν ο σ υ ν έ δ ρ ι α· οι δε ολίγοι υπάρχοντες εκεί

διδάσκαλοι εστέλλοντο εξ Ιρλανδίας, Σκωτίας και Γαλατίας εις τους

δυστυχείς απογόνους του Κικέρωνος, ως σήμερον εις ημάς οι

επιστήμονες εκ Γερμανίας. Αλλ’ ο Κλαύδιος, ο Δούνγαλλος, ο

Βιγιντίμιλλος και οι άλλοι ξένοι σοφοί είχον ήδη αποθάνει ή

γηράσει• εν μέσω δε της μεσαιωνικής σκοτίας υπερείχεν η Ιταλία τα

περικυκλούντα αυτήν έθνη κατά την αμάθειαν, ως η Καλυψώ τας νύμφας

της κατά το ανάστημα. Οι πλείστοι των ιερέων ηγνόουν την

Ανάγνωσιν, αντί δε να κηρύττωσιν από του άμβωνος το Ευαγγέλιον

διηγούντο παραμύθια εις τους πιστούς, πώς υπεστήριζεν η Παναγία

διά των λευκών χειρών της τους πόδας των αγχονιζομένων κακούργων,

οσάκις ούτοι είχον ανάψει κηρία προ των εικόνων της, και πως ίνα

σώση από της αμαρτίας ευσεβή καλογραίαν ελάμβανε την μορφήν και

την κλίνην της, εις ην εδέχετο αντ’ εκείνης τους εραστάς· πως οι

απαρνούμενοι τον θεόν, αλλά μένοντες εις την Παρθένον πιστοί,

εισήγοντο υπ’ αυτής κρυφίως εις τας μακαρίους μονάς και πως η

ελεήμων Θεοτόκος παρείχεν εις τους ευσεβείς εραστάς φίλτρα και

μαγικά ποτά, ίνα απολαύσωσι δι’ αυτών την ερωμένην των.

Η σοφία της ημετέρας ηρωίδος έλαμπεν εις το πυκνόν εκείνο σκότος

ως φάρος εν τη ομίχλη νεφελώδους νυκτός. Πλήθος ακροατών, πολλάκις

δε και αυτός ο Πάπας Λέων, συνέρρεον εις το μοναστήριον του Αγ.

Μαρτίνου, ίνα ακροασθώσι τον νέον εκείνον Αυγουστίνον, όστις, αντί

να εγγίζη τα φοβερά της θρησκείας μυστήρια, μόνον περί τερπνών και

χρησίμων πραγμάτων ωμίλει, ανυμνών του Ποντίφηκος τας αρετάς και

διασύρων τους Βυζαντινούς, εξηγών τα θεωρήματα του Αριστοτέλους ή

διηγούμενος των απογόνων του την αθλιότητα, τα σκόρδα, τα έλκη και

τας νηστείας. Η παράδοσις της Ιωάννας ωμοίαζε τας φιλοξένους

εκείνας οικίας του Αμβούργου, ένθα ευρίσκονται διά πάσαν γεύσιν

κατάλληλα φαγητά, αρώματα διά πάσαν όσφρησιν και γυναίκες όλας

ομιλούσαι τας γλώσσας και ευχαριστούσαι τας ορέξεις. Πολλάκις η

ημετέρα ηρωίς ήρχιζεν από της θ ε ο δ ι κ ε ί α ς και ετελείονεν

εις μαγειρικήν. Αλλά κατά την εποχήν εκείνην τα προϊόντα του

ανθρωπίνου εγκεφάλου δεν ήσαν ακόμη διατεταγμένα εις τακτικά

χωρίσματα, ως τα ερπετά εις τας φιάλας μουσείου. Μόνη επιστήμη

υπήρχεν η θεολογία, έχουσα εκατόν ως ο Βριάρεως χείρας, τα πάντα

περισφίγγουσα εις τους κόλπους της και εν τούτοις ολόκληρος εις

την ξανθοπλόκαμον κεφαλήν της ημετέρας ηρωίδος περιεχομένη.

Δύο έτη εξηκολούθησε διδάσκουσα η Ιωάννα· όλην δ’ αυτής την

υπόληψιν εχρεώστει εις την ευγλωττίαν της, διότι ουδείς εν Ρώμη

υπώπτευεν οποίοι θησαυροί εκρύπτοντο υπό το ράσον της. Πάντων εκεί

τα πρόσωπα ήσαν εξυρισμένα, των δε καλογήρων μόνον η μύτη

προέκυπτεν εκ του κουκουλίου. Βαθμηδόν δε εν τη μέθη της φιλαυτίας

κατήντησε σχεδόν και η ιδία να πιστεύη ότι μετεβλήθη εις άνδρα, ως

ο Τειρεσίας εις γυναίκα. Ο Φρουμέντιος είχε λησμονηθή προ πολλού,

διάδοχον δε αυτού δεν έσπευδε να εκλέξη η φιλόδοξος ρασοφόρος, εις

υψηλότερα πράγματα έχουσα τον νουν. Μανδύας Ηγουμένου, ημιόνους

Ληγάτου, μίτρας Επισκόπου, ενίοτε δε και Πάπα χρυσάς εμβάδας

ωνειρεύετο ήδη η ξανθή ημών ηρωίς, τους δε εραστάς ετοποθέτει ως

φρόνιμος γυνή εις το βάθος της σκηνής, ως φυλάττονται και τα

γλυκύσματα διά το τέλος του συμποσίου. Αλλ' αντί να παραδίδεται

εις ματαίας μόνον ονειροπολήσεις, ειργάζετο νυχθημερόν υπέρ της

ανυψώσεώς της, κολακεύουσα τους ισχυρούς, διδάσκουσα, συγγράφουσα

και στιχουργούσα ύμνους εις τον Χριστόν και τον Πάπαν διά ρυθμικών

ομοιοκαταλήκτων στίχων, τους οποίους πρώτη εκείνη εισήγαγεν εις

Ιταλίαν. Αλλά και την ιατρικήν επηγγέλλετο, κατά δε τας κακάς

γλώσσας και την μαγείαν, αναγκάζουσα τα πονηρά πνεύματα, ήτοι τους

πρώην θεούς, τον Βάκχον, την Ήραν, τον Πάνα και την Αφροδίτην, ν'

αφίνωσι τας πύλας του σκότους τρέχοντες ως πιστοί θεράποντες εις

τας επικλήσεις της.

Εν τούτοις ο πανεύφημος Πάπας Λέων, γηράσας ήδη και πάσχων

ρευματισμούς, αφ' ότου θελήσας να βαδίση ως ο Άγ. Πέτρος επί της

θαλάσσης έλαβεν εκούσιον λουτρόν και έχασε την μίτραν και μέρος

της υπολήψεώς του, κατέστησε τον Π ά τ ε ρ Ι ω ά ν ν η ν μ υ σ τ

ι κ ό ν του γραμματέα. Από της εποχής εκείνης υπήρχον εις την

Αυλήν του Πάπα πλην των επισήμων και μυστικοί, ου μόνον

αξιωματικοί αλλά και ευτελέστατοι υπηρέται, μυστικοί μάγειροι,

αιθίοπες, θαλαμηπόλοι και σαρωταί των κλιμάκων. Αλλά και κλίμακες

και θύραι και δωμάτια μυστικά ευρίσκοντο εν τω Βατικανώ• πολλάκις

δε ο επί της γης αντιπρόσωπος του Ιησού ετέλει εκεί και δείπνα

μυστικά, αλλ' αγνοώ αν είχεν ομοτραπέζους Αποστόλους. Η ημετέρα

ηρωίς, ότε κατά πρώτον εισήχθη είς τα ιδιαίτερα δώματα της αυτού

Αγιότητος, μόλις ετόλμα να θέση τον πόδα επί των παχυχνόων εκείνων

ταπήτων της Ανατολής, εφ' ων ήθελε τις επιθυμήσει να ολισθήση ως

οι ίπποι του Εριχθονίου, των οποίων τα πέταλα, ότε έτρεχον, μόλις

ήγγιζον τας άκρας των ανθέων. Όταν δε έφθασεν ενώπιον του αρχηγού

της Χριστιανοσύνης, καθημένου επί ελεφαντοχρύσου θρόνου, εν μέσω

αργυρών κανίστρων, ολόχρυσων γαβαθών{60}, σμαραγδοστολίστων

θυμιατηρίων και άλλων κειμηλίων, τοσούτον υπό της λάμψεως εκείνης

εθαμβώθη, ώστε ηναγκάσθη προς στιγμήν να κλείση τους οφθαλμούς.

Κλίνασα έπειτα τα γόνατα ησπάσθη ευλαβώς του Λέοντος τα σανδάλια,

όστις ανεγείρας μετά πατρικής φιλοστοργίας τον Π ά τ ε ρ Ι ω ά ν

ν η ν, συνειργάσθη μετ' αυτού μέχρις εσπέρας, και τοσούτον

ηυχαριστήθη, ώστε από της ημέρας εκείνης ηγάπησεν ως τέκνον τον

μυστικόν γραμματέα.

Οι περικυκλούντες τον Λέοντα Κ ο υ β ι κ ο υ λ ά ρ ι ο ι, δ α π ί-

φ ε ρ ο ι, ο τ ι ά ρ ι ο ι, σ κ ρ ί π τ ο ρ ε ς, α ρ κ ά ν ι ο ι

{61} και άλλοι αυλικοί, οίτινες εμεγαλαύχουν προσφέροντες εις την

αυτού Αγιότητα τας υπηρεσίας, όσαι υπό ανδραπόδων απεδίδοντο εις

τους Αυτοκράτορας της Ρώμης, εψιθύριζον εν αρχή κατά του νέου

ευνοουμένου, ως οι σωματοφύλακες της σεμνής Αικατερίνης, οσάκις

νέος υποψήφιος έκρουε του κοιτώνος της την θύραν. Αλλά τόσω

ευπροσήγοροι και γλυκείς ήσαν οι τρόποι του Π ά τ ε ρ Ι ω ά ν ν ο

υ και τοσαύτη η αφιλοκέρδειά του, ώστε μετ' ου πολύ πάσας

κατέκτησε τας καρδίας και πάντες εις αυτόν απετείνοντο, οσάκις

είχον τι να ζητήσωσι παρά του Αγίου Πατρός. Η δε Ιωάννα, ξένη ούσα

εν Ρώμη και ούτε ανεψιών ούτε παλλακίδων τη απληστίαν έχουσα να

χορτάση, έσπευδε προθύμως να καθυποβάλη εις τον Πάπαν τας αιτήσεις

των φίλων της, ων καθ' εκάστην ηύξανεν ο αριθμός και η

ευγνωμοσύνη. Ούτω κατέστη μετ' ολίγον αληθής κομματάρχης ο

μυστικός γραμματεύς, περικυκλούμενος υπό σμήνους απλήστων

θεσιθήρων, οίτινες συνωθούντο περί αυτόν ως τα ορνίθια περί

αγροκόμον, τινάσσουσαν περί δυσμάς ήλιου την πλήρη σταχυών ποδεάν

της.

Ενώ περί πάντων των φίλων της εφρόντιζεν, ουδενός ωρέγετο υπέρ

εαυτής η Ιωάννα ή, μάλλον, ό,τι ωρέγετο μόνον παρά της Παναγίας

ετόλμα να ζητήση, ικετεύουσα την ελεήμονα Παντάνασσαν να βραβεύση

όσον τάχιστα τας αρετάς του αγίου Πάπα Λέοντος, μεταθέτουσα αυτόν

εις καλυτέραν ζωήν. Αχάριστος και ασεβής η ευχή εις την θεοτόκον

αποτεινομένη! Αλλ’ εν Ρώμη τοσαύτην έχουσιν οι πιστοί προς την

Παναγίαν οικειότητα, ώστε ου μόνον πλούτη, ίππους, θέσεις και

τιμάς ζητούσι παρ’ αυτής, αλλά και τον θάνατον εχθρού, πλουσίου

συγγενούς, αντεραστού, ή άλλου τοιούτου οχληρού πλάσματος, και

άλλα ακόμη πράγματα, τα οποία και παρά προαγωγού ζητών τις ήθελεν

ερυθριάσει. Οι δολοφόνοι αναθέτουσι την μάχαιραν επί των βωμών

της, πριν ή βυθίσωσιν αυτήν εις του θύματος τα σπλάγχνα, αι

εταίραι προ των εικόνων της αναρτώσι γυμνούμεναι την ζώνην των και

οι μέθυσοι εις την υγείαν της κενούσι φιάλας και σταμνία· ώστε η

Ιωάννα ηκολούθει τα έθιμα του τόπου, εις εκείνην αποτείνουσα τας

φιλόδοξους αιτήσεις της. Αλλ’ ούτε του διαβόλου απαξιούσα την

προστασίαν κατέφευγε πολλάκις εις τας απαισίους της μεσαιωνικής

μαγείας τελετάς. Αποσυρομένη εις τα ερείπια αρχαίου ναού

επεκαλείτο τα πνεύματα της αβύσσου, βυθίζουσα οξείαν βελόνην εις

τα στήθη κηρίνης εικόνος του Λέοντος, ενώ εκάπνιζον επί των

τριπόδων χόρτα φαρμακερά και έμενεν ακίνητος η σελήνη, ήτις

υπήκουε τότε εις τας επικλήσεις των μάγων, μεθ' όσης ο ήλιος

προθυμίας εις τον Ιησούν του Ναυή.

Αγνοώ αν η Παναγία ή ο Διάβολος εισήκουσε της ημετέρας ηρωίνης τας

ευχάς, και ουδ’ εκείνη πιθανώς εγνώριζε τίνα εκ των δύο να

ευχαριστήση, αλλ' οπωσδήποτε ο Λέων ησθένησε μετ' ολίγον, η δε

ασθένεια αυτού καθίστατο καθ' ημέραν βαρυτέρα· ώστε αφού

εξήντλησαν οι ιατροί τα βότανα και οι καλόγηροι τας εις τον

αρχάγγελον Μιχαήλ, τον διάδοχον του Ασκληπιού, επικλήσεις των,

αφού μάτην μετήλθαν οι Ιουδαίοι γόητες και οι Άραβες αστρολόγοι τα

απόκρυφα της τέχνης των, απεφασίσθη υπό γενικού συμβουλίου

Επισκόπων να μετακομισθή ο αρχηγός της Χριστιανοσύνης εις τον

υπόγειον ναόν του Αγ. Τιβουρκίου, ίνα περιμείνη εκεί το όνειρον,

δι' ου ο άγιος ήθελε φανερώσει αυτώ το κατάλληλον προς θεραπείαν

του ιατρικόν. Οι πιστοί κατέφευγον τότε εν τη αμηχανία των εις τα

ουρανόπεμπτα όνειρα, η δε Εκκλησία, καίτοι καίουσα τους μάντεις,

παρεδέχετο την ονειρομαντίαν, ως σήμερον ιατροί τίνες καταδιώκουσι

τους μαγνητιστάς καίτοι μεταχειριζόμενοι τον μαγνητισμόν.

Ο δυστυχής Πάπας, μετατεθείς από της κλίνης του εις μαύρον

φορείον, μετεκομίσθη υπό τεσσάρων ευρώστων καλογήρων εις την

υπόγειον εκκλησίαν, όπου εναπετέθη έμπροσθεν του θυσιαστηρίου,

περικυκλούμενος υπό φλεγουσών λαμπάδων, απηλπισμένων ιατρών και

ψαλμωδούντων ιερέων. Ο ένδοξος εκείνος Ποντίφηξ, καίτοι άγιος ων,

ουδέποτε υπήρξεν υπέρ το δέον ευλαβής, τον δε βίον του εδαπάνησε

καλλωπίζων την Ρώμην, σωρεύων θησαυρούς, ανεγείρων περισσοτέρους

προμαχώνας ή ναούς και τα κράτη του υπερασπίζων κατά των Σαρακηνών

μάλλον ή κατά του Διαβόλου, ουδένα καίων αιρετικόν, αλλά πολλούς

κατακόπτων εχθρούς και κατά πάντα αξιώτερος του τίτλου μεγάλου

βασιλέως, ή του αγίου, ως αυτός ο Βολταίρος ομολογεί. Αν δε

ηναγκάσθη ενίοτε και να θαυματουργήση, έπραξε τούτο χαριζόμενος

εις τους ηλιθίους υπηκόους του, ως ο Ιησούς εις τους ολιγοπίστους

Εβραίους. Αλλ' η ασθένεια και αυτούς τους λ έ ο ν τ α ς εις

λαγωούς και τον σκεπτικώτατον άνθρωπον εις ευσεβή χριστιανόν

μεταμορφόνει. Ο μέγιστος του αιώνος ποιητής, ο Βύρων, του οποίου ο

μυελός εζύγιζεν εξακόσια τριάκοντα και οκτώ δράμια, ομολογεί

απερικαλύπτως ότι ασθενήσας μετά την πρώτην φλεβοτομίαν επίστευσεν

εις τα θαύματα του Μωυσέος, μετά την δευτέραν εις την ενσάρκωσιν,

μετά την τρίτην εις την άχραντον σύλληψιν, μετά δε την τετάρτην

ελυπείτο ότι δεν υπήρχον και άλλα τοιαύτα να πιστεύση. Ούτω και ο

καλός Λέων, ο φρονιμώτερος ίσως του αιώνος του ανήρ, επερίμενε την

ίασίν του παρά του Αγ. Τιβουρκίου. Τρεις ολοκλήρους ημέρας έμεινε

νήστις και ακίνητος ο Ποντίφηξ περιμένων την έλευσιν του θείου

ονείρου. Αλλ' ούτε ύπνον ν' απολαύση ούτε όνειρα να ίδη άφινον

αυτόν οι πόνοι• μέχρις ου μετά τριήμερον αγωνίαν έκλεισε τέλος

πάντων τους οφθαλμούς εις αιώνιον άνευ ονείρων ύπνον.

Αφού μετά των συνήθων τελετών το σώμα του πανευφήμου Λέοντος,

πλυθέν δι’ οίνου και ελαίου παρετέθη εις τους σκώληκας προς

ευωχίαν, αφού εσιώπησαν οι κώδωνες και εξηράνθησαν οι οφθαλμοί, οι

Αρχιερείς, ο κατώτερος κλήρος, οι πρέσβεις του Αυτοκράτορος, οι

προύχοντες και άπας ο λαός συνηθροίσθησαν εις την πλατείαν του Αγ.

Πέτρου, ίνα σκεφθώσι περί της εκλογής του μέλλοντος να ζωσθή τας

κλείδας του Παραδείσου. Κατά τον ένατον αιώνα δεν εξελέγετο ακόμη

ο Ποντίφηξ εις τα απόκρυφα σκότη ιερατικού συνεδρίου• ούτε

Κογκλάβα υπήρχεν ούτε Καρδινάλιοι κεκλεισμένοι εις ζοφερά κελλία

και έκαστος υπέρ εαυτού ψηφοφορούντες, μέχρις ου ηναγκάζοντο υπό

της πείνης να συμβιβάσωσι τας απαιτήσεις των {62}, αλλ' οι Πάπαι

εξελέγοντο εν πληθούση αγορά, μεσουρανούντος του ηλίου, ρέοντος

αφθόνως του οίνου και του αίματος πολλάκις, των δε κομμάτων

παλαιόντων διά ράβδων και λίθων μάλλον ή διά ραδιουργιών. Οι

Ποντίφηκες αντιπροσώπευον τότε τον λαόν, ως οι δήμαρχοι παρά τοις

αρχαίοις Ρωμαίοις, και εις τον λαόν ανετίθετο κατά μέγα μέρος του

αντιπροσώπου του η εκλογή. Αι δε ψήφοι αυτού ηγοράζοντο αναφανδόν

αντί υποσχέσεων, χρυσού, οίνου ή γυναικών, αίτινες περιέτρεχον

λυσίζωνοι την αγοράν, ανταλλάσσουσαι φιλήματα αντί ψήφων{63}. Ο

θάνατος λοιπόν του Πάπα ήτο αληθής χαρά διά τους υπηκόους του,

οίτινες, ως σήμερον οι συνταγματικοί λαοί, έν μόνον είχον κτήμα,

την ψήφον των, παρέχουσαν κατά πάσαν νέαν εκλογήν και εις αυτούς

τους αχθοφόρους την τιμήν να σφίγξωσι την χείρα καταχρύσου

άρχοντος, πίνοντες φαλέρνειον οίνον εις το χρυσούν αυτού ποτήριον

και εις της μοσχοβόλου εταίρας του εντρυφώντες τας θωπείας. Κατά

τον Αγιον Προυδέντιον υπάρχουσιν εις τον Άδην ημέραι, καθ' ας

σβύνεται το αιώνιον πυρ και διακόπτονται τα βάσανα των κολασμένων.

Τοιαύται και επί της γης ήσαν και είναι ακόμη διά τον λαόν αι

ημέραι των εκλογών, αι μόναι καθ' ας ενθυμείται ότι ο δούλος και ο

αυθέντης, το πήλινον και το πορφυρούν αγγείον, είναι σκεύη αδελφά,

εκ του αυτού πηλού και υπό του αυτού πηλοπλάστου ζυμωθέντα.

Ενώ σύμπασα η Ρώμη συνεκινείτο επί της πλατείας, η ημετέρα

ηρωίνη, τα πάντα προς επιτυχίαν των φιλοδόξων σκοπών της

ετοιμάσασα προ πολλού, ίστατο επί υψηλού δώματος της Μονής του Αγ.

Μαρτίνου, σταυρόνουσα ως ο Ναπολέων τας χείρας επί του στήθους και

δι'ανησύχου βλέμματος επερχομένη τας περιπετείας του εκλογικού

αγώνος. Πολλοί ήσαν κατά το έτος εκείνο οι περί της τιάρας

διαγωνιζόμενοι· αλλ' οι τετρακόσιοι της Ιωάννας μαθηταί, οι

ομοιόσχημοι μοναχοί, οι παρ' αυτής ευεργετηθέντες αυλικοί, αι

γυναίκες αι θαυμάζουσαι του νέου Βενεδικτίνου το κάλλος και την

ευγλωττίαν, οι αρχαίοι του Λέοντος θεράποντες, πάντες ούτοι υπέρ

μόνου του Π ά τ ε ρ Ι ω ά ν ν ο υ ειργάζοντο, υμνούντες εις το

πλήθος την σοφίαν, την αφιλοκερδείαν και τας αρετάς του υποψηφίου

των, όστις ξένος ων και ούτε ανεψιούς ούτε γυναικώνα έχων έμελλε

να μοιράση εις τους πτωχούς τα εισοδήματα του Αγ. Πέτρου. Τέσσαρας

ολόκληρους ώρας διήρκεσεν η πάλη, κατά τας οποίας το πρόσωπον της

Ιωάννας ήλλαξεν όλα τα χρώματα, ως αι χείρες των Συριανών βαφέων,

αλλ' ήδη νικηθείσα υπό της συγκινήσεως είχε καταπέσει επί

μαρμαρίνου καθίσματος και κλείσασα τους οφθαλμούς επερίμενε το

πεπρωμένον, ότε αι εύθυμοι των φίλων της κραυγαί, χαιρετώντων τον

Πάπαν ΙΩΑΝΝΗΝ ΤΟΝ ΟΓΔΟΟΝ! απέσπασαν αυτήν του εναγωνίου εκείνου

ληθάργου.

Ο νέος Ποντίφηξ κλονούμενος υπό της χαράς, έρριψεν επί των ώμων

την πορφύραν και υπεδέθη τα σταυροφόρα σανδάλια, άτινα όμως είτε

διότι απεστρέφοντο τους γυναικείους πόδας είτε διότι ήσαν πολύ

μεγάλα, τρις εγκατέλιπον τους πόδας της, ενώ κατέβαινε την

κλίμακα του μοναστηρίου. Πλήθος ενθουσιώντος λαού και

χρυσοστόλιστος ημίονος επερίμενε παρά την θύραν τον νεοκήρυκτον

Πάπαν, όστις ιππεύσας μετέβη παραχρήμα εις Λατεράνον, όπου

εκάθισεν επί του χρυσού θρόνου και έθεσεν επί της κεφαλής το

τριπλούν της Ρώμης, της όλης οικουμένης και του ουρανού στέμμα,

ενώ οι γραμματείς συνέταττον το διάταγμα της εκλογής και αντήχουν

του πλήθους αι ζητωκραυγαί. Κατ’ εκείνην την στιγμήν, ίνα

λαμπρότερος καταστή ο θρίαμβος της ημετέρας ηρωίνης, εισήρχετο εις

Ρώμην προσκυνητής ο βασιλεύς της Αγγλίας Εθελούλφος, όστις εζήτησε

πρώτος εκείνος ν' ασπασθή του νέου Πάπα τους πόδας, καταστήσας διά

του φιλήματος εκείνου τα κράτη του υποτελή της αγίας Έδρας·

συγχρόνως δε επαρουσιάζοντο οι πρέσβεις της Κωνσταντινουπόλεως,

κομίζοντες παρά του αυτοκράτορος Μιχαήλ πολύτιμα δώρα και την

παραχώρησιν των Συρακουσών. Η Ιωάννα έβλεπε τέλος πάντων

εκπληρούμενον το όνειρον της νεότητός της{64}. Ίστατο επί θρόνου

υψηλού και περί αυτήν συνεπυκνούντο εύοσμα θυμιάματος νέφη. Υπό

αδιηγήτου κατεχομένη χαράς έστρεφεν ακτινοβόλα βλέμματα επί το

γονυπετές εκείνο πλήθος, είτα δε ανυψώσασα εις ουρανόν τους

οφθλαμούς «Λιόββα, Λιόββα», ανέκραξεν, «ευχαριστώ!»

Ο τελετάρχης διέκοψε την έκστασιν εκείνην τού νεοκηρύκτου Πάπα,

προσκαλέσας αυτόν να καθίση επί χαμηλής τινος έδρας, καλουμένης

κοπρανικής, εφ' ης ετοποθετείτο μετά την αναγόρευσίν του ο

Ποντίφηξ, ίνα ενθυμηθή ότι καίτοι τριπλούν φέρων στέμμα, υπέκειτο

όμως, ως και ο έσχατος των υπηκόων του, εις τας ευτελεστέρας της

φύσεως υποχρεώσεις{65}. Ενώ δε εκάθητο εκεί η αυτού Αγιότης, οι

ιερείς έψαλλον το «Κ ύ ρ ι ο ς α π ό κ ο π ρ ι ά ς», καίοντες

συγχρόνως άχυρα και στυπίον, ίνα ενθυμίσουν αυτώ ότι, καθώς η φλοξ

εκείνη, ούτω σβέννυται και παρέρχεται εν τω κόσμω τούτω η δόξα.

Οκτώ όλας ημέρας διήρκεσαν αι τελεταί, τα ποδοφιλήματα και αι

φωτοχυσίαι. Αλλ’ ενώ οι τυφλώττοντες ιερείς έτριβον τα χείλη των

εις της ηρωίδος ημών τα σανδάλια, η φύσις απάσα εξανίστατο κατά

της τοιαύτης βεβηλώσεως. Την επιούσαν της στέψεως, καίτοι

μεσούντος του θέρους, πάσαι της Ρώμης αι αγυιαί εσκεπάζοντο υπό

χιονώδους σινδόνος, ως ει ήθελεν η αγία πόλις να κηρύξη το πένθος

της, ενδυομένη ως νεκρικόν σάβανον την πένθιμον του χειμώνος

στολήν. Αλλά και εις Γαλλίαν και Γερμανίαν ηκολούθησαν τέρατα και

σημεία· σεισμοί εκλόνισαν σύμπασαν την αυτοκρατορίαν, ενώ εν

Βρεσέννη έπιπτε βροχή αίματος και εν Νορμανδία χάλαζα νεκρών

ακριδών, ων η σήψις προυξένησε μυριόνεκρον πανώλη. Και αυτοί δε οι

εμφωλεύοντες εις τας οροφάς του Βατικανού σκώπες και νυκτικόρακες

ωλόλυζον επί τρεις νύκτας απαισίως, ως αι χήνες του Καπιτωλίου,

ότε ηπείλουν την Ρώμην οι Γαλάται. Πάντα δε τα σημεία ταύτα, παρ'

αξιοπίστων μνημονευόμενα χρονογράφων παρέθεσα προς δικαιολογίαν

του Αγίου Πέτρου, αδίκως υπό των αιρετικών κατηγορηθέντος ότι δεν

έσπευσε να υπερασπίση διά θαυμάτων την βεβηλουμένην έδραν του.

Άλλα δε σημεία πλην κοράκων, πανώλους, αίματος και σεισμών δεν

ηδύνατο ο Απόστολος να μεταχειρισθή κατά της Ιωάννας, διότι κατά

τον Σειράχ. «Ο υ κ έ σ τ ι κ α λ ό ν σ η μ ε ί ο ν ε π ί

γ υ ν α ι κ ί {66}».

Ότε μετά τοσαύτας συγκινήσεις έμεινε τέλος μόνη η Ιωάννα εις τον

απέραντον παπικόν κοιτώνα, τον τοσούτον ήρεμον, μεγαλοπρεπή και

ευώδη, μάτην εζήτησεν ύπνον επί της πορφυράς αυτής κλίνης, ήτις

ωμοίαζε βωμόν ανεγερθέντα εις τον Μορφέα. Η λύπη, η χαρά και ο

καφφές την αυτήν έχουσιν επί των βλεφάρων ενέργειαν. Ο μέγας

Αλέξανδρος, ο τοσούτον βαθέως κοιμώμενος την προτεραίαν, δεν

ενθυμούμαι τίνος μάχης, αμφιβάλλω αν την επιούσαν της νίκης

εκοιμήθη. Αλλά προς τι να ζητώμεν ύπνον και όνειρα, οπόταν αυτή η

αλήθεια ή η π ρ α γ μ α τ ι κ ό τ η ς, ως λέγομεν σήμερον, είναι

παντός ονείρου γλυκυτέρα; Τις άνευ πόθου και συγκινήσεως

ενθυμείται την άγρυπνον νύκτα, ην διήλθεν, αφού απήλαυσε μυριάδας

εκ λαχείου, δάφνην εκ ποιήματος ή το πρώτον φίλημα της πρώτης

ερωμένης; Η Ιωάννα αποτινάξασα τα χρυσοκέντητα εφαπλώματα της

αποστολικής κλίνης περιέτρεχε γυμνόπους την νέαν αυτής κατοικίαν.

Πανταχού εις κρύσταλλον, χρυσόν, κυανόλιθον και πορφυρίτην

κατωπτρίζετο το φως της λαμπάδος. Το παπικόν δωμάτιον ωμοίαζε τον

παράδεισον του Αγ. Ιωάννου, όστις ως γνήσιος Εβραίος ηρέθηζε των

συμπατριωτών του την πλεονεξίαν, περιγράφων την κατοικίαν των

μακάρων διά χρυσού και αδαμάντων εστρωμένην. Και τούτο ουκ ολίγον

συνέτεινε προς εξάπλωσιν της χριστιανικής πίστεως· καθότι πάντες

επροτίμων τον πολυτάλαντον εβραϊκόν Παράδεισον μάλλον ή τα πτωχά

Ηλύσια των αρχαίων, όπου αντί σαπφείρων και μαργαριτών άλλο δεν

υπήρχεν ειμή μόνον άλση μυρσινών, διαυγείς ρύακες και ελεφαντίνη

πύλη.

Η Ιωάννα περιήρχετο τον θάλαμον μη δυναμένη να χορτασθή της θέας

τοσούτων θησαυρών, ζυγίζουσα εις τας λευκάς χείρας της κύλικας

λιθοστολίστους, αριθμούσα τους κοσμούντας το άγαλμα της Παναγίας

αδάμαντας και σμαράγδους και εξετάζουσα του αραβικού ωρολογίου τα

κοσμήματα και τους τροχούς. Πλησιάσασα έπειτα εις μικράν παρά την

κλινών τράπεζαν, εφ' ης παρετίθετο ελαφρόν δείπνον, ίνα χρησιμεύση

εις την αυτού Αγιότητα, αν, τυχόν, εξύπνει την νύκτα, έπιε

ποτήριον ηδυτάτου τινός νέκταρος του Βεζουβίου, Δ α κ ρ ύ ο υ

τ ο υ Χ ρ ι σ τ ο ύ{67}, ως εβάπτισαν τον οίνον εκείνον οι ευσεβείς

Ιταλοί, δι' εκάστην του οποίου σταγόνα ήθελε δώσει πας γνήσιος

οινοπότης μίαν του αίματος του ρανίδα. Οι ατμοί του οίνου

ενωθέντες μετά των ατμών της φιλοδοξίας εκορύφωσαν την μέθην της

ημετέρας ηρωίδος. Αν κατ' εκείνην την στιγμήν ενεφανίζετο ο

αυλάρχης προσκαλών αυτήν να καθίση επί της κοπρανικής έδρας, ή ο

υπηρέτης του Φίλιππου κράζων το «Μ έ μ ν η σ ο ά ν θ ρ ω π ο ς ω

ν», ήθελεν αποκριθή εις αμφοτέρους ότι ήσαν ζώα. Ευρίσκουσα το

απέραντον εκείνο δωμάτιον στενόχωρον διά το τόσον μεγαλείον της

ήνοιξε και το παράθυρον, εφ' ου κύψασα ήρξατο να θεωρή υπό το

σεληνιαίον φως την κοιμωμένην Ρώμην, μάτην αναζητούσα εις την

ιστορίαν ηρωίδα αξίαν να παραβληθή προς εαυτήν. Πολλαί προ αυτής

γυναίκες εζώσθησαν το ξίφος ή έθεσαν στέμμα επί της κεφαλής· αλλά

τι είναι ευμάραντοι πολεμικαί δάφναι ή πρόσκαιρος επί γης

βασιλεία, παραβαλλόμεναι προς την Παπικήν εξουσίαν, την θείω

δικαιώματι άρχουσαν ψυχών και σωμάτων και υποτελή έχουσαν την

Οικουμένην, τον Παράδεισον και τον Άδην; Τις δε θέλει τολμήσει να

παραβάλλη την Σεμίραμιν, την Μοργάνην, την Αδρηλιανήν Παρθένον ή

άλλην οιανδήποτε ηρωίνην προς την ημετέραν Ιωάνναν; Αλλ' ουδ'

ημείς έχομεν πρόχειρον όρον συγκρίσεως• καθότι οσάκις άνθρωπος

υπερέχει τους ομοίους του καθ' οιονδήποτε προτέρημα, μόνον προς

ζώον δύναται τότε να παραβληθή, προς βουν, αν υπήρξε μεγάλος

βασιλεύς, προς όνον, αν ήτο ανδρείος {68}, προς αλώπεκα, αν

διεκρίθη ως διπλωμάτης, αλλ' αγνοώ προς ποίον ζώον, αν κατώρθωσε

να γείνη Πάπας.

Το ψύχος της πρωίας και οι ογκηθμοί των όνων, κομιζόντων τα

επιούσια λάχανα εις τους υπηκόους της, διέκοψαν της Ιωάννας τους

φιλοδόξους ρεμβασμούς, ήτις κλείσασα το παράθυρον επέστρεψεν εις

την κλίνην. Την δε επιούσαν εγερθείσα κατά την παπικήν συνήθειαν

περί την δεκάτην, έπλυνε τας χείρας και έσπευσε ν' αναλάβη του

κράτους της τας ηνίας. Ολίγαι ημέραι ήρκεσαν εις αυτήν να μάθη την

τέχνην του παπεύειν. Μόλις προ μιας εβδομάδος εκάθητο επί του

αποστολικού θρόνου και πας τις ηδύνατο ν' αναγνώση καθαρώς

γεγραμμένον επί του μετώπου της το « ο υ κ έ σ ο ν τ α ι σ ο ι

π λ η ν ε μ ο ύ έ τ ε ρ ο ι Θ ε ο ί». Ουδείς προ αυτής Ποντίφηξ

έτεινε μετά πλείονος χριστιανικής ταπεινότητος τους πόδας του προς

ασπασμόν αλλ' η Ιωάννα ήτο και ως γυνή προ πολλού εις τούτο

συνειθισμένη. Αξιοθαύμαστος δε υπήρχε και η επιτηδειότης, μεθ' ης

ήξευρε να συνδυάζη την κοσμικήν εξουσίαν μετά της πνευματικής, εν

ονόματι του Ιησού φορολογούσα διά του εισπράκτορος και σφάζουσα

διά του δημίου, και πλην τούτων δημεύουσα, φυλακίζουσα και όσα

άλλα ανάγονται εις την τέχνην του κυβερνάν ενεργούσα. Και μη

νομίσης, αναγνώστα, ότι προς κατηγορίαν της αναφέρω ταύτα, αλλ'

απλώς ως λυπηράς της θέσεως της ανάγκας, εις τας οποίας άλλως

υπετάσσετο η Ιωάννα μετά χριστιανικής υπομονής. Αι γυναίκες, τα

ενσαρκωμένα ταύτα κράματα αγάπης, αφοσιώσεως, ευσπλαγχνίας και

όλων των άλλων τρυφερών αρετών, οσάκις η χρεία το καλέση,

βυθίζονται εις το αίμα ως εις ευώδες λουτρόν. Αι Εστιάδες, ήτοι αι

καλογραίαι της αρχαίας Ρώμης έκλινον πολλάκις τον αντίχειρα, ίνα

σφαγή ο νικηθείς μονομάχος• η Αγία Ειρήνη εθανάτωσε χιλιάδας

ανθρώπων και ετύφλωσε και τον υιόν της, αι δε σεμναί βασιλίδες

Ελισάβετ της Αγγλίας και Αικατερίνη της Ρωσσίας μετεχειρίζοντο τον

πέλεκυν και το κ ν ο ύ τ ο ν μετά της αυτής ελαφρότητος, μεθ' ης

και το ριπίδιόν των. Αλλ' οι πάπαι θείω δικαιώματι ή μάλλον θεία

διαταγή πράττουσι ταύτα. Ο άγιος Πέτρος πεινασμένος ων ημέραν τινά

έπεσεν εις έκστασιν και είδεν οθόνην, επί της οποίας υπήρχον πάντα

τα τετράποδα, ερπετά και δίποδα ζώα, συγχρόνως δε ήκουσε φωνήν

λέγουσαν προς αυτόν: «Α ν α σ τ ά ς, Π έ τ ρ ε, θ ύ σ ε κ α ι

φ ά γ ε»{69}. Τοιαύτη υπήρξεν η πρώτη αποκάλυψις της κοσμικής

εξουσίας των παπών, οίτινες έκτοτε έθυον και έτρωγον ίνα δε κατά

πάντα μιμηθώσι τον Απόστολον, παρά του οποίου τους πόδας έθετον οι

πλούσιοι την τιμήν των πωληθέντων κτημάτων των {70} καθίστων

κακείνοι τον κόσμον όλον πτωχόν επί τη προφάσει του να δώσωσι τα

πάντα εις τους πτωχούς {71}. Αν δε και εφόνευον ενίοτε κατά τον

μεσαιώνα, έπραττον τούτο διότι κατά την εποχήν εκείνην η πίστις

εις την αθάνατον ζωήν καθίστα μικρού λόγου αξίαν την παρούσαν,

ουδέ ησθάνοντο, καίοντες ανθρώπους, συνειδότος τύψιν, βέβαιοι

όντες ότι και οι Απόστολοι, αν είχον δημίους και ξύλα, ήθελον

πράξει ως εκείνοι.

Η Ιωάννα, κατά την μαρτυρίαν πάντων των ιστορικών υπήρξεν κατ'

αρχάς τουλάχιστον, καλός Πάπας, πάσας φυλάττουσα των προκατόχων

της τας παραδόσεις και ακαμάτως υφαίνουσα το δογματικόν εκείνο

δίκτυον, το προωρισμένον ν' αποκρύπτη τον ουρανόν εις τα όμματα

των ευσεβών χριστιανών. Αλλ' ουδείς τότε εφρόντιζε να ερευνήση αν

το παπικόν εκείνο ύφασμα ήτο τω όντι ο ουράνιος θόλος. Άρτον και

θεάματα εζήτουν παρά των αυτοκρατόρων των οι πάλαι Ρωμαίοι, ταύτα

και οι απόγονοι αυτών εζήτουν παρά του Πάπα· αλλά την θέσιν των

θεαμάτων κατείχεν εν Ρώμη η θρησκεία, η δε ημετέρα ηρωίς ή μάλλον

ο αγιώτατος Πάπας Ιωάννης ο Η’, νέος ων, φιλόκαλος και

επιδεικτικός ουδενός παρημέλει ίνα καταστήση λαμπροτέρας τας

θρησκευτικάς παραστάσεις. Νυχθημερόν εκάπνιζε το θυμίαμα, εκαίοντο

κηρία και αντήχουν οι κώδωνες και του πλήθους αι ζητωκραυγαί.

Μόνον αι Ρωμαΐδες δέσποιναι παρεπονούντο ενίοτε κατά του

Ποντίφηκος, ως μη τηρούντος όσα παρά της νεότητος και του κάλλους

αυτού επερίμενον, αλλά κακείναι ήλπιζον ότι ταχέως ήθελε γνωρίσει

και διορθώσει το σφάλμα του, ακολουθών και κατά τούτο το

παράδειγμα των προκατόχων του και παραδίδων αυταίς της καρδίας και

του ταμείου του τας κλείδας.

Δύο σχεδόν έτη διήρκεσε της ημετέρας ηρωίδος η φιλόδοξος μέθη και

η απαράμιλλος δραστηριότης, εις διάστημα των οποίων εχειροτόνησε

δεκατέσσαρας επισκόπους, ανήγειρε πέντε εκκλησίας, προσέθεσε νέον

δόγμα εις το Π ι σ τ ε ύ ω {72}, έγραψε τρία κατά των εικονομάχων

βιβλία, εκούρευσε τον Αυτοκράτορα Λοθάριον, έστεφε τον διάδοχον

αυτού Λουδοβίκον και πολλά άλλα αξιομνημόνευτα έπραξε, τα οποία

μετά θαυμασμού μνημονεύουσιν οι Χρονογράφοι, οι δε μη θέλοντες να

παραδεχθώσι την Ιωάνναν ως Πάπαν αποδίδουσι τα μεν εις τον

προκάτοχον, τα δε εις τον διάδοχον αυτής ή και εξαλείφουσιν εκ της

παπικής ιστορίας. Ούτω εχρονολόγουν και οι βουρβονισταί την

βασιλείαν Λουδοβίκου ΙΗ’ από της ημέρας του θανάτου του αδελφού

του, παρατρέχοντες ως μικρού λόγου αξία του Ναπολέοντος τας δάφνας

και την κοσμοκρατορίαν. Αν δε μέχρι τέλους υπερίσχυαν οι απόγονοι

του Αγ. Λουδοβίκου, εάν κατώρθουν όλα του Κορσικανού τα αγάλματα

να κρημνίσωσι και εκ πάντων των βιβλίων να εξαλείψωσι το όνομά

του, ως επεχείρησαν οι καθολικοί κατά της Ιωάννας, τις οίδεν αν,

π ε ρ ι π λ ο μ έ ν ω ν ε ν ι α υ τ ώ ν, δεν ήθελε και ο γίγας

εκείνος καταντήσει ουχ' ήττον αμφίβολος και μυθώδης των προ αυτού

γιγάντων, οίτινες συνεσώρευσαν όρη επί ορέων, ίνα πολιορκήσωσι τον

ουρανόν; Μετά δε χίλια ή δισχίλια έτη, αφού ως η Ελλάς καταντήση

και η Γαλλία χώρα των αναμνήσεων, ήθελεν ίσως επέλθει περίεργός

τις αρχαιολόγος, εξετάζων τα περί Βοναπάρτου ως σήμερον ημείς τα

περί Ιωάννας και, πληροφορών τους αναγνώστας του, ότι εις τους

σκοτεινούς της ιστορίας χρόνους έζησε τολμηρός τις ανήρ, ον άλλοι

μεν καλούσι Ναπολέοντα και, άλλοι Προμηθέα, επιχειρήσας να αρπάση

την εξουσίαν των βασιλέων και υπό τούτων προσηλωθείς εις έρημον

κατά τα πέρατα της γης βράχον, όπου αχόρταγος γυψ ονόματι Ούδσων

{73} κατέτρωγε τα σπλάγχνα του. Αλλ' επανέλθωμεν εις την Ιωάνναν.

Αι υψηλαί της κοινωνίας θέσεις ομοιάζουσι βουνά, τα μακρόθεν

τοσούτον αρμονικά το σχήμα και την όψιν φαιδρά, οτέ μεν παρθενικήν

εκ νεφελών εσθήτα ενδεδυμένα, οτέ δε ενθυμίζοντα διά της χροιάς

των τον χρυσόν εις τους εμπόρους ή την πορφύραν εις τους

φιλοδόξους• αλλ' άμα τις αναβή εις την κορυφήν, υπό τριβόλων,

ακάνθων και θηρίων, εν Αττική δε και υπό ληστών περικυκλούται

{74}. Τοιούτος υπήρξε και διά την ημετέραν ηρωίδα ο θρόνος του Αγ.

Πέτρου. Νυχθημερόν πολιορκουμένη υπό γραμματέων, κολάκων,

αυλοδούλων και άλλων τοιούτων αδηφάγων επαιτών, οίτινες

περικυκλούσι τους θρόνους, ως οι κόρακες τα θνησιμαία, ταχέως

εβαρύνθη να τείνη τους πόδας εις τους χαμερπείς αυτών ασπασμούς,

ενθυμουμένη μετά πόθου τας χρυσάς ημέρας, ότε αντί των σανδαλίων

έτεινε τα χείλη της εις τα θερμά φιλήματα του Φρουμεντίου. Η

Ιωάννα ήρχιζεν ήδη ν' αηδιάζη την οσμήν του θυμιάματος, ως οι

μάγειροι την κνίσσαν των ορτύγων. Πολλάκις εχασμήθη, ενώ

ολόχρυσος ιερούργει προ του θυσιαστηρίου του αγίου Πέτρου,

πολλάκις δε και ενώ από του ύψους του Βατικανού ηυλόγει την Ρώμην

και όλην την οικουμένην.

Η Πάπισσα Ιωάννα · 第 6 / 9 题