Αλλ’ ενώ διεσκεδάζοντο οι ατμοί της φιλοδοξίας, εξύπνουν και

πάλιν αι αρχαίαι επιθυμίαι. Η πλήξις απαλύνει τας ψυχάς των

γυναικών, η δε αργία και η καλή τράπεζα έχουσιν επί των παθών την

αυτήν ενέργειαν, ην και το έλαιον επί του πυρός. Τούτο γνωρίζοντες

οι αρχαίοι Αιγύπτιοι εμέτρουν μετά φειδωλίας εις τους βασιλείς των

τον άρτον, το κρέας, τα στρώματα της κλίνης και του ύπνου των τας

ώρας, υποβάλλοντες αυτούς, ίνα μένωσι κατάλληλοι να βασιλεύωσιν,

εις την αυτήν περίπου δίαιταν, εις ην και οι Άγγλοι τους

Ιπποδρομικούς των ίππους. Άλλως όμως έζων οι διάδοχοι του Πέτρου,

αναπαυόμενοι επί κυκνείων πτερών και τρώγοντες περδίκων πυραμίδας

και ελάφων εκατόμβας, κατά δε τας νηστησίμους ημέρας πτερωτούς

ιχθύας, ήτοι χήνας και νήσσας, και πλην τούτων ωοτάριχα, βολβούς,

οστρείδια, αμανίτας και άλλα καλά πράγματα, αναπληρούντα τα μήλα

εκείνα της Εδέμ, άτινα κατά τους Ραβίνους αντί πυρήνων περιείχον

κανθαρίδας. Ταύτα πάντα κατέστησαν την ημετέραν ηρωίδα πρότυπον

συνταγματικού βασιλέως, οίτινες ως οι θεοί του Επικούρου ρέγχουσιν

επί του υψηλού θρόνου των, παραδίδοντες την ράχιν των κυβερνωμένων

εις τας ψαλίδας των υπουργών, ως παρέδωκε κατά τους Μανιχαίους και

ο Πλάστης τον κόσμον εις την διάκρισιν του Διαβόλου.

Εν τούτοις τα πράγματα (εννοώ τα ρωμαϊκά) εβάδιζον κακήν κακώς· οι

παρά του Λέοντος συσσωρευθέντες θησαυροί είχον μεταβληθή εις

ίππους, λιτανείας, συμπόσια και συντάξεις. Οι κλειδούχοι του

παπικού ταμείου, καίτοι προ πολλού κενώσαντες αυτό, δεν έσπευδον

ν’ αποσυρθώσι, μιμούμενοι τον Διογένη, όστις αφού έπιε τον οίνον

εκλείσθη εις το βαρέλιον. Ο δε Αγιώτατος Ιωάννης Η’, και υποθέσεις

και υπηκόους και βούλλας και αφορισμούς και άλλα παπικά αθύρματα

βαρυνθείς, είχεν αποσυρθή εις Οστίαν, ήτις ήτο η Κέρκυρα των τότε

παπών, κακεί εν μέσω φαιδρού ομίλου αγενείων ιερέων διήγεν

αφρόντιδας ημέρας, βαυκαλώμενος υπό των γλαυκών κυμάτων της

Μεσογείου και της μελωδίας των αυλών, βαρβίτων, τριχόρδων {75} και

ευνούχων, οίτινες ηκολούθουν την αυτού Αγιότητα πανταχού. Η Ιωάννα

ευρίσκετο τότε εις τον ήμισυ δρόμον του βίου, ως ο Δάντης ότε

απήντησεν εις το δάσος τον λέοντα, την πάρδαλιν και τον λύκον·

εκείνη δε ησθάνετο πλησιάζοντα άλλα θηρία, ουχ' ήττον των λύκων

και λεόντων εις τας γυναίκας φοβερά, τας λευκάς τρίχας και τας

ρυτίδας. Το κάλλος της έψαλλεν ούτως ειπείν το κύκνειόν του άσμα.

Αλλά, καίτοι φαγούσα τοσούτους απηγορευμένους καρπούς, διετήρει

ακόμη λευκούς και ακεραίους όλους της τους οδόντας, η δε όρεξις

αυτής, η χάριν της φιλοδοξίας επί τοσούτον λησμονηθείσα, ήρχισε

και πάλιν να ταράσση τα στήθη της, άτινα ήσαν κακείνα ουχ’ ήττον

των οδόντων στερεά και καλώς διατηρημένα. Πολλάκις συναθροίζουσα

εις πολυτελές συμπόσιον πάντας τους ευπροσώπους αυλικούς της,

περιήρχετο μετά το γεύμα τας τάξεις των ρασοφόρων εκείνων

Αδωνίδων, ως η σεμνή Αικατερίνη τας των σωματοφυλάκων της,

διστάζουσα προς ποίον εξ αυτών ήθελε δώσει το μήλον και πολύ

μάλλον τίνι τρόπω ηδύνατο ευσχήμως να το προσφέρη. Άλλοτε πάλιν

κατανοούσα το μέγεθος του τολμήματος ωπισθοδρόμει μετά τρόμου, ως

συνταγματικός βασιλεύς έμπροσθεν αυθαιρεσίας, ήτις είναι των

συνταγματικών Ενδυμιόνων ο απηγορευμένος καρπός. Η Ιωάννα ολίγον

εφρόντιζε περί του μεγέθους της ασεβείας και έτι ολιγώτερον

εφοβείτο την ετυμηγορίαν του ουρανίου δικαστηρίου, το οποίον

τιμωρεί στιγμιαίαν αδυναμίαν δι' αιωνίου πυρός, βράζον εις την

αυτήν χύτραν τον προξενήσαντα λύπην ή ηδονήν τινα εις τον πλησίον

του. Πολύπειρος δε ούσα και έξυπνος γυνή δεν ηδύνατο να πιστεύση

ότι έθεσεν ο θεός επί της γης τοσαύτα αγαθά, ίνα απέχωμεν αυτών,

ως παρατίθενται εις τα αγγλικά συμπόσια αι σταφυλαί, ίνα μη

τρώγωνται αλλ' εφοβείτο το σκάνδαλον, την εγκυμοσύνην και τας

κακάς γλώσσας, τους τρεις τούτους αγρύπνους φρουρούς της

γυναικείας σωφροσύνης· αν δε οι άνδρες ήσαν στείροι ως οι ημίονοι

και βωβοί ως οι ιχθύες, ουχί να στενάζωσιν, αλλ’ ουδέ ν'

αναπνεύσωσι, νομίζω, ήθελαν αφίνει αυτούς αι απόγονοι της Εύας.

Επί δύο ολοκλήρους μήνας επάλαισε κατά του Δαίμονος η Ιωάννα,

σκορπίζουσα φύλλα αγνού επί της κλίνης της, ως αι Αθηναίαι κατά

τας εορτάς της Δήμητρος, πίνουσα αφεψήματα νυμφαίας, κατά την

συμβουλήν του Πλινίου, τρώγουσα θριδάκων κορυφάς κατά την συνταγήν

του Αγ. Ιωάννου του νηστευτού, και ουδέν παραλειπούσα των

μεσαιωνικών φαρμάκων, ίνα καταπνίξη τους νεανικούς πόθους, οίτινες

ανεβλάστανον εις τα τεσσαρακονταετή στήθη της ως τα άνθη επί των

ερειπίων. Αλλ’ οι τοιούτοι πόθοι ομοιάζουσι την άσβεστον, ήτις,

όσω περισσότερον βρέχεται, τόσω μάλλον ανάπτει. Μετά πάσαν κατά

της σαρκός νίκην αντί να ψάλλη επινίκια έκλαιεν η Ιωάννα την

απολεσθείσαν ευκαιρίαν. « Μ ί α α κ ό μ η τ ο ι α ύ τ η ν ί κ η

κ α ι ε χ ά θ η ν» έκραζεν ο Πύρρος, αριθμών τους πεσόντας

στρατιώτας του, ταύτα έλεγε και η Ιωάννα, αποσπώσα μετά άγρυπνον

νύκτα τρεις λευκανθείσας τρίχας της. Βεβαίαν ήδη προβλέπουσα την

ήτταν περιττόν, ενόμισε να παρατείνη την πάλην· τον δε νικητήν

αυτής προ πολλού είχεν εκλέξει. Ολίγας στιγμάς πριν αποθάνη είχε

κληροδοτήσει εις αυτήν ο άγιος Λέων τον μονογενή υιόν ή μάλλον

ανεψιόν του, (διότι ανεψιοί καλούνται εν Ρώμη τα τέκνα των παπών,

όταν μάλιστα ούτοι τύχωσι και άγιοι), εικοσαετή τότε νεανίαν,

ξανθόν ως σκύλον της Λακωνίας {76} και αφοσιωμένον ως εκείνοι εις

την Ιωάνναν, ήτις είχε χειροτονήσει αυτόν μυστικόν θαλαμηπόλον,

μέγα και επίζηλον αξίωμα κατά την εποχήν εκείνην.

Ο παπικός εκείνος βλαστός εκαλείτο Φλώρος και εκοιμάτο πάντοτε εις

παρακείμενον του αποστολικού κοιτώνος δωμάτιον, έτοιμος ων να

τρέξη εις τας προσκλήσεις του παπικού κωδωνίσκου. Η ημετέρα Ιωάννα

συνείθιζεν ως οι αρχαίοι Αθηναίοι να εκτελή όσα απεφάσιζεν άνευ

αναβολής· αλλά τότε ευρέθη κατά πρώτην φοράν εις μεγάλην

αμηχανίαν, μάτην ζητούσα να εύρη πως ηδύνατο, Πάπας ούσα, να τείνη

εις τους ασπασμούς του αθώου εκείνου νεανίσκου άλλο τι πλην των

σανδαλίων της. Πολλάκις εν ώρα μεσονυκτίου φεύγουσα γυμνόπους την

άυπνον κοίτην της εισέδυεν ακροποδητεί εις τον θάλαμον, όπου

εκοιμάτο ο υποψήφιος διάδοχος του Φρουμεντίου, και σκιάζουσα διά

των δακτύλων το φως της λυχνίας, ως η Σελήνη τας ακτίνας της διά

νεφελών, ότε επεσκέπτετο τον Λάτμιον ποιμένα, έμενεν ολοκλήρους

ώρας θεωρούσα τον υπνώττοντα νεανίαν. Εσπέραν δέ τινα ετόλμησε και

να επιψαύση διά του άκρου των χειλέων το μέτωπον του κοιμωμένου,

φυγούσα μετά τρόμου, άμα είδε κινούμενα τα βλέφαρά του. ο δε καλός

Φλώρος διηγήθη την επιούσαν εις τους συντρόφους του πως νυκτερινή

οπτασία εις κεντητόν υποκάμισον περιτυλιγμένη επεσκέφθη αυτόν καθ'

ύπνους. Αλλ' αι οπτασίαι, τα όνειρα και τα φαντάσματα ήσαν

τοσούτον κατά την εποχήν εκείνην συνήθη, ώστε αντί να εκπλήττωνται

οι πλείστοι εχασμώντο ακούοντες τας διηγήσεις του νέου

θαλαμηπόλου. Αλλ' εκείνος, βέβαιος ων ότι το φάντασμά του δεν ήτο

εκ των συνήθων, έτρεμε την επιούσαν επί της κλίνης του μη

δυνάμενος να κλείση τους οφθαλμούς.

Τα πάντα είχον ήδη σιωπήσει εις το παπικόν οίκημα πλην των γλαυκών

και των ωρολογίων, ότε κρότος ελαφρός, ως πτήσις νυκτίου πτηνού ή

βάδισμα νέας δεσποινίδος, σπευδούσης εις την πρώτην αυτής

συνέντευξιν και φοβουμένης την παρθενικήν ηχώ των υποδηματίων της,

ηκούσθη εις το παράθυρον του θαλάμου. Η θύρα ηνοίχθη αθορύβως ως

υπό άυλου ωθουμένη φυσίματος και το φάσμα διηυθύνθη προς την

κλίνην, βαδίζον επί της άκρας των γυμνών ποδών του. Ο Φλώρος

ησθάνθη το υποκάμισόν του βρεχόμενον υπό ιδρώτος ψυχρού ως ύδατος

Στυγός, (του Αρκαδικού εννοώ ποταμού και όχι του καταχθονίου,

όστις ήτο ζεστός), το δε σκότος επηύξανε τον τρόμον του· καθότι

ούτε αυτόφωτον ως τα άλλα φαντάσματα ήτο το φάσμα ούτε έφερε

λυχνίαν την νύκτα εκείνην, αλλά μόλις διεκρίνετο υπό το

σπινθήρισμα της σβυνομένης θερμάστρας ως λευκόν τι και αμφίβολον

νέφος, βραδέως προς την κλίνην προχωρούν. Το νέφος, το φάσμα, ο

βρυκόλαξ, η Ιωάννα τέλος πάντων, εστάθη παρά την κλίνην και,

ενθαρρυνομένη υπό της ακινησίας του νεανίσκου, ήρχισε να λείχη διά

του άκρου των χειλέων τας παρειάς του απηγορευμένου εκείνου

καρπού, ον δεν ετόλμα να δαγκάση. Η θερμή αύτη πρόσψαυσις

διεσκέδασεν εν ακαρεί το εις τας φλέβας του νεανίσκου κυκλοφορούν

ρίγος· άμα δε συνελθών εξέτεινεν αμφοτέρους τους βραχίονας, ίνα

συλλάβη το φάσμα, όπερ μόλις επρόφθασε να διαφύγη, αφίνον εις

χείρας του το ήμισυ του υποκαμίσου και πέντε της κεφαλής του

τρίχας. Αλλ’ ο καλός Φλώρος δεν ηδύνατο εις τοιαύτα λάφυρα να

αρκεσθή· το αίμα αυτού έβραζεν ήδη εκ της συγκινήσεως και

περιεργείας, οι δε πόδες εδίωκον την νυκτερινήν οπτασίαν, ήτις

έφευγεν ωκύπους. Δις και τρις περιέδραμαν ούτω τον θάλαμον, μέχρις

ου περιπλεχθέν το φάσμα εις τας πτυχάς του σχισθέντος χιτώνος ή

σαβάνου του κατέπεσεν επί του τάπητος υποκάτω ανοικτού παραθύρου.

Ο Φλώρος εξέτεινε τότε και πάλιν την χείρα• αλλ’ αντί να απαντήση

οστά, σκώληκας, σαπρίαν ή άλλα τοιαύτα κλασικά κοσμήματα των

βρυκολάκων, η χειρ αυτού ανεπαύθη επί θερμής και λίας επιδερμίδος,

ήτις εφαίνετο χρησιμεύουσα ως θήκη εις ζώσαν και πάλλουσαν

καρδίαν· ήδη δε ήπλωνε και την άλλην χείρα, αλλά κατ' εκείνην την

στιγμήν προκύψασα, όπισθεν νέφους η σελήνη έλαμψε πασιφαής επί του

προσώπου και του γυμνού στήθους του αγιωτάτου Πάπα Ιωάννου του

ογδόου.

Ενταύθα, αναγνώστα μου, ηδυνάμην, αν ήθελον, να δανεισθώ παρά του

αββά Κάστη, του πανοσιωτάτου Πούλκη, του αιδεσιμωτάτου Ραβελαί ή

άλλου σεμνού ιερέως ολίγην αισχρολογίαν, ίνα δι' αυτής λιπάνω

οπωσούν την διήγησίν μου, ήτις κινδυνεύει να καταντήση ξηρά ως η

συκή του Ευαγγελίου· αλλ' ούτε θεολόγος ούτε ιερεύς ουδέ καν

διάκονος ων ακόμη αμφιβάλλω αν έχω δικαίωμα να ρυπάνω τας χείρας

μου και τας ακοάς σου. Εις την αυτήν αμηχανίαν ευρέθη και ο

ποιητής του Δ ο ν Ζ ο υ ά ν, ότε μετά μακράν καταδίωξιν η χειρ

του ήρωός του ανεπαύθη τέλος πάντων επί του γυμνού στήθους της

τρίτης ή τετάρτης ηρωίδος του, ως η κιβωτός επί του όρους Αραράτ.

Μη γνωρίζων δε τίνι τρόπω ηδύνατο να παραστήση κοσμίως τα

μετέπειτα παρήτησεν ο Βύρων το ποίημα και την ποίησιν και

γενόμενος μισάνθρωπος και φιλέλλην εκ της απελπισίας έτρεξε να

ταφή εις τους βούρκους του Μεσολογγίου. Αλλ' εγώ γράφων αληθή

ιστορίαν αναγκάζομαι, εκών άκων να ομολογήσω, ότι μεταξύ της

Ιωάννης και του Φλώρου τοσούτον επροχώρησαν τα πράγματα, μετά τας

αναγκαίας εξηγήσεις, ώστε αι παρειαί της Παναγίας, ην ελησμόνησαν

να σκεπάσωσιν, έγειναν ερυθραί εκ της αισχύνης, αι του Αγ. Πέτρου

κίτριναι υπό της οργής, η εικών του Εσταυρωμένου κατέπεσε και

εθραύσθη, ο δε προστάτης Άγγελος του Πάπα Ιωάννου Η', όστις δεν

είχεν ακόμη εννοήσει ότι ο κλειδούχος του παραδείσου ήτο γυνή,

απέπτη εις ουρανόν σκιάζων το πρόσωπον διά των πτερύγων. Αν ήτο

ημέρα, ότε διεπράττετο το ανοσιούργημα εκείνο, ήθελε συμβή

αναμφιβόλως και έκλειψις ηλίου· αλλ' επειδή ήτο νυξ βαθεία, μόνην

την σελήνην ηδυνήθησαν να παραστήσωσιν ημίν οι φιλαλήθεις

Χρονογράφοι σκιαζομένην υπό αιμοδαφούς νεφέλης. Κατ’ άλλους πάλιν

το θαύμα ανεβλήθη μέχρι της επιούσης πρωίας, καθ' ην μάτην

επερίμενον οι κάτοικοι της αιωνίου πόλεως το άστρον της ημέρας•

ώστε η νυξ εκείνη υπήρξε τριπλή, ως ότε ο Ζευς εφύτευσε τον

Ηρακλήν αλλ' αμφιβάλλω αν εύρεν αυτήν μακράν η Ιωάννα, διότι κατά

τον Σολομώντα: «Ά δ η ς κ α ι π υ ρ κ α ι έ ρ ω ς γ υ ν α ι -

κ ό ς ο ύ μ η ε ί π ω σ ι ν α ρ κ ε ί».

Την επιούσαν της τριπλής εκείνης νυκτός, ότε ο Πάπας Ιωάννης

επαρουσιάσθη εις τους αυλικούς του, το πρόσωπον της αυτού

Αγιότητος ηκτινοβόλει, τα χείλη και αι χείρες εμοίραζον αφειδώς

ευχάς, χάριτας και ευλογίας, και όλη εκείνη η παπική χαρά

αντανεκλάτο επί του προσώπου των αυλικών, οίτινες ανήγειρον

φαιδρώς την κεφαλήν, ως στάχεις ποτισθέντες μετά μακράν ανομβρίαν.

Ο αρχηγός της χριστιανοσύνης διένειμε την ημέραν εκείνην τέσσαρας

επισκοπάς, εχειροτόνησεν ιερείς δεκαέξ διακόνους, προσέθεσε δύο

αγίους εις το Συναξάριον, απήλλαξεν από της αγχόνης πέντε

κακούργους και από της πυρράς είκοσιν αιρετικούς, λυπούμενος ότι

δεν είχεν εκατόν ως ο Βριάρεως χείρας, ίνα περισσοτέρας χάριτας

διανείμη. Μετά ταύτα μετέβη η Ιωάννα εις την εκκλησίαν και είτα

υπεδέχθη τους πρέσβεις του πρίγκηπος Ανσιγίζου, ζητούντος βοήθειαν

κατά των Σαρακηνών. Αλλ' ενώ ταύτα πάντα έπραττε μηχανικώς, ο

οφθαλμός αυτής πανταχού ανεζήτει τον Φλώρον, και το πνεύμα

επτερύγιζε περί την κλίνην της ως μέλισσα περί άνθος, πολλάκις δε

εις το διάστημα της ημέρας εκείνης εψιθύρισεν ως Προφητάναξ _«Τις

δώσεί μοι πτέρυγας ωσεί περιστεράς και πετασθήσομαι και

καταπαύσω!{77}»_

Δυο ολοκλήρους μήνας εξηκολούθησεν η Ιωάννα πλέουσα ως κύκνος εις

τα νάματα ανεξαντλήτων ηδονών και υπό του νέου εραστού της

λατρευομένη, ει και είχεν ήδη υπερβή τον μεσαίον εκείνον σταθμόν

του βίου, μετά τον οποίον στρέφομεν μετά πόθου το βλέμμα προς τα

οπίσω. Αλλ' ο Φλώρος ευρίσκετο ακόμη εις την ευδαίμονα εκείνην

ηλικίαν, καθ' ην και αι άκανθαι φαίνονται ημίν ευώδεις και όλαι αι

γυναίκες ωραίαι, καθ' ην εκθέτομεν εις δημοπρασίαν την καρδίαν και

τα χείλη μας, ριπτόμενοι αφόβως εις πάσαν ανοιγομένην ημίν

αγκάλην ως ο Δανιήλ εις τον λάκκον των λεόντων, ζητούντες ύδωρ,

ίνα σβύσωμεν την δίψαν μας, και αδιαφορούντες, αν διαυγές είναι ή

αμμώδες και θολωμένον. Άλλως δε, καίτοι τεσσαρακοντούτις, ουδόλως

ευκαταφρόνητος ήτο η ημετέρα ηρωίνη, έχουσα ακόμη λευκοτέρους των

τριχών τους οδόντας και αναπληρούσα τον χνουν και το άρωμα της

νεότητος διά της ηδυπαθούς εκείνης στρογγυλότητος και ηγεμονικής

ευσαρκίας, ήτις τοσούτον θέλγει τους αγένειους νεανίσκους,

αγαπώντας να εμπιστεύωνται εις χείρας στιβαράς και εμπείρους της

καρδίας των τας ηνίας. Πολλοί κριτικοί (αγνοώ αν ορθόδοξοι ή

αιρετικοί) προτιμώσι την Οδύσσειαν της Ιλιάδος· υπάρχουσι δε και

ζωγράφοι προτιμώντες τα ερείπια των νεοκτίστων οικοδομών και

γαστρονόμοι τας οζούσας πέρδικας αγαπώντες· ούτω και πολλοί οπαδοί

του Σολομώντος ισχυρίζονται ότι μόνον αι ώριμοι δέσποιναι

γνωρίζουσι να αρτύωσιν εμπείρως τον απηγορευμένον καρπόν,

στρώνουσαι δι' ανθέων την προς αυτόν άγουσαν οδόν ως οι Ιησουίται

την του Παραδείσου. Ο Πετράρχης αφού εγήρασεν, ωνειροπόλει

ιδανικήν τινα γυναίκα συνενούσαν την τέχνην ταύτην μετ' ανθηράς

νεότητος, και μάτην περιέτρεχε κήπους και δάση ίνα ανεύρη την

χίμαιραν ταύτην, ην ωνόμαζεν ώ ρ ι μ ο ν κ α ρ π ό ν ε π ί

ά ν θ ο ύ ν τ ο ς δ ε ν δ ρ υ λ λ ί ο υ. Αλλ' ο Φλώρος δεν είχεν

ακόμη καταντήσει να ονειρεύεται λευκούς κοσσύφους, την δε Ιωάνναν

του, καίτοι τεσσαρακοντούτιδα, ουδ' αντί δυο εικοσαετών παρθένων

ήθελεν ανταλλάξει.

Εν τούτοις το θέρος είχε παρέλθει προ πολλού και ο αγιότατος Πατήρ

δεν έσπευσε να επιστρέψη εις την καθέδραν του. Τα τελευταία του

έτους φύλλα εσωρεύοντο παρά τας ρίζας των δένδρων, η θάλασσα

εμυκάτο αντί να ψιθυρίζη και οι λύκοι κατέβαινον εκ των ορέων·

αλλ' οι δύο ερασταί διέμενον φαιδροί και φιλοπαίγμονες ως την

άνοιξιν αι τρυγόνες. Πολλοί φιλόσοφοι επροσπάθησαν να εύρωσι κατά

τι διαφέρει ο άνθρωπος του κτήνους· και οι μεν Εβραίοι

ισχυρίσθησαν ότι διαφορά καμμία δεν υπάρχει {78}, οι δε χριστιανοί

ότι ο άνθρωπος έχει αθάνατον ψυχήν, οι φιλόσοφοι ότι είναι λογικός

και ο Αριστοτέλης ότι πταρνίζεται συχνότερων των άλλων ζώων {79}

αλλά κάλλιον τούτων επέτυχε, νομίζω, ο Σωκράτης, παρατηρήσας ότι

κατά τούτο υπερέχομεν τα ζώα, ότι όσα την άνοιξιν μόνον πράττουσιν

εκείνα, ταύτα ο άνθρωπος δύναται καθ’ όλον το έτος να πράξη{80}. Ο

Ζευς, ίνα δικαιολογήση τας υπερόγκους συζυγικές απαιτήσεις του,

ρίπτων το σφάλμα εις την επιρροήν της ανοίξεως, διέταττε την γην

να βλαστάνη άνθη, οσάκις επεθύμει μετά της Ήρας να ο μ ι λ ή σ η,

(καθ’ ην έννοιαν δίδει εις το ρήμα τούτο ο Κος. Φίλιππος Ιωάννου)•

η δε Ιωάννα μη δυναμένη το αυτό θαύμα να κατορθώση, ανεπλήρωνε διά

ξύλων και λαμπάδων τας ακτίνας του εαρινού ηλίου, την οσμήν των

ανθέων δι' αλόης και κινναμώμου και το κελάδημα των πτηνών δι'

αυλών και ασμάτων. Τα συμπόσια, οι κύβοι, οι πίθηκες, οι μίμοι, οι

γελωτοποιοί και αι άλλαι του μεσαίωνας διασκεδάσεις διεδέχοντο

αλλήλας ακαταπαύστως εν τω παπικώ ανακτόρω, κατά δε τους

χρονογράφους πολλάκις αντήχουν εκεί άσματα βακχικά και χορευτών

ποδοκρουσίαι. Ουδέποτε πλέον παρευρίσκετο εις τους όρθρους ο

Ποντίφηξ, ακολουθών το του Σολομώντος «Ε ι ς μ ά τ η ν υ μ ί ν

ε σ τ ι τ ο ο ρ θ ρ ί ζ ε ι ν» {81}, τας δε ευχάς, λειτουργίας

και ακολουθίας συνέθετεν ο ίδιος{82] κατά το ρητόν του Ευαγγελίου,

το απαγορεύον εις τους χριστιανούς την μωρολογίαν· πολλάκις δε,

αφού μετά τρισμακαρίαν νύχτα απεσπάτο από του φίλου της τας

αγκάλας, συνέβη αυτή, καθώς ενόθευσε το Π ι σ τ ε ύ ω, και ούτω

και το Π ά τ ε ρ η μ ώ ν να τροποποιή αντί του επιουσίου άρτου,

τον Φ λ ώ ρ ο ν α υ τ ή ς τ ο ν ε π ι ο ύ σ ι ο ν ζητούσα παρά

του Ουρανίου Πατρός.

Βασιλεύς τις της Περσίας, ο Κύρος, ο Καμβύσης ο Ξέρξης ή ο

Χοσρόης, δεν ενθυμούμαι ακριβώς ποίος εξ αυτών, υπέσχετο

πολυτάλαντον αμοιβήν εις εκείνον όστις ήθελεν εφεύρει αυτώ νέον τι

είδος ηδονής· το κατ' εμέ ήθελον προθύμως αρκεσθή εις τας από της

πτώσεως του Αδάμ υπαρχούσας, αλλά το κακόν είναι ότι ουδ' εκείναι

είναι διαρκείς. Το γλυκύ ποτήριον ή εκφεύγει της χειρός, πριν

προφθάσωμεν να σβύσωμεν την δίψαν μας ή το εν αυτώ θείον νέκταρ

μεταβάλλεται εις όξος, και τότε ημείς αυτοί αποστρέφομεν μετ'

αηδίας τα χείλη. Η δε ημετέρα ηρωίς, ενώ έπλεε πλησίστιος εις το

πέλαγος της ηδονής, προσέκοψεν αίφνης κατά φοβερού τινος υφάλου,

ον προ πολλού είχε παύσει να φοβήται. Η επί δεκαετίαν μετά του

Φρουμεντίου και των αντεραστών αυτού συμβίωσις είχε πείσει σχεδόν

αυτήν ότι ηδύνατο να φάγη όσα ήθελεν απαγορευμένα μήλα χωρίς φόβον

να πάθη τι εξ αυτών· προ πολλού δε μη ανοίξασα τας γραφάς είχε

λησμονήσει ότι όλαι σχεδόν αι βιβλικαί ηρωίδες, η Σάρα, η Ρεβέκκα,

η Ραχήλ και αι άλλαι ήσαν στείραι μέχρι γήρατος και έπειτα

εγέννησαν πατριάρχας και προφήτας. Πολύ λοιπόν ηπόρησεν ότε τα εις

το τέταρτον βιβλίον του Αριστοτέλους περιγραφόμενα συμπτώματα

ειδοποίησαν αυτήν, ως άγγελος την μητέρα του Συμψών {83}, ότι ο

Ύψιστος ηυλόγησε τέλος πάντων τα σπλάχνα της. Αλλ' η μεν Εβραία

εσκίρτησεν εκ της χαράς εις το πρώτον σκίρτημα του τέκνου της, η

δε Ιωάννα αφήκεν υπό της ταραχής να πέση το ποτήριον, το όποιον

έφερεν εις τα χείλη της, και ενώ οι σύνδειπνοι επευφήμουν

εξηγούντες ως καλόν οιωνόν τον χυθέντα οίνον, έτρεξεν εκείνη εις

τον θάλαμον της, όπου κλεισθείσα ήρξατο να κλαίη την συμφοράν της.

Πάντες οι οφθαλμοί ήσαν προ πολλού κεκλεισμένοι εν τω παπικώ

ανακτόρω, η δε Ιωάννα ηγρύπνει ακόμη στηρίζουσα επί των χειρών την

κεφαλήν, ως ο Άγ. Πέτρος αφού ηρνήθη τον Χριστόν και μάτην

αναζητούσα πως ηδύνατο ν' αποφύγη την απειλούσαν αυτήν συμφοράν.

Οτέ μεν εσκέπτετο, εγκαταλείπουσα την Ρώμην και τας κλείδας του

παραδείσου να φύγη μετά του Φλώρου εις άγνωστόν τινα της γης

γωνίαν, οτέ δε δι’ εξορκισμών ή και διά ιατρικών να εκδιώξη τον εν

τη κοιλία της συστηθέντα απρόσκλητον και οχληρόν ενοικέτην. Αλλ’

αμφότερα τα σχέδια ταύτα πολλάς παρίστων δυσχερείας και ακάνθας·

καθότι ούτε την αποστολικήν έδραν ήθελε να χάση ούτε την ζωήν

αυτής ωρέγετο να κινδυνεύση άλλην δε λύσιν του κόμβου εκείνου

ματαίως εζήτει ν' ανεύρη, η κεφαλή αυτής ήτο βαρεία, τα ώτα της

εβόμβουν και προ των οφθαλμών επλανώντο οι σπινθήρες και τα σκότη

εκείνα, άτινα ως βέβαια σημεία εγκυμοσύνης εθεώρει ο Σταγειρίτης,

ότε αίφνης πολύς κρότος πτερύγων αντήχησεν εις τας ακοάς της. Εις

το άκουσμα εκείνο ανήγειρεν η Ιωάννα την κεφαλήν και έμπροσθεν

αυτής ίστατο λευκόπτερος νεανίσκος ενδεδυμένος αστράπτουσαν

εσθήτα, ίριδα φέρων επί της κεφαλής, ερυθράν λαμπάδα εις την

δεξιάν και ποτήριον εις την αριστεράν. Η ημετέρα ηρωίς, ουδέποτε

ιδούσα άγγελον πλην μόνον εν εικόνι, τοσούτον υπό της οπτασίας

εταράχθη, ώστε ούτε να εγερθή προς υποδοχήν του ξένου ηδυνήθη ούτε

καν κάθισμα εφρόντισε να προσφέρη. Εν τούτοις ο ουράνιος

απεσταλμένος διπλώσας τα πτερά του και αποσείσας τους

καταπίπτοντας επί του μετώπου του ξανθούς βοστρύχους «Ιωάννα»,

είπε, προσηλών πύρινον βλέμμα επί της αθλίας Παπίσσης, «η λαμπάς

αύτη σοι αναγγέλλει το πυρ το αιώνιον προς τιμωρίαν των ανομημάτων

σου, το δε ποτήριον πρόωρον θάνατον και καταισχύνην επί της γης.

Έκλεξον μεταξύ αυτών.» Η αγγελική εκείνη πρόταση έρριψεν εις

φοβεράν αμηχανίαν την δύστηνον ημών ηρωίδα, ήτις επί πολύ έμεινεν

αμφίρροπος ως ο Δαβίδ, ότε επρόκειτο μεταξύ πείνης, πολέμου και

πανώλους να εκλέξη. Ο φόβος του θανάτου και ο τρόμος της Κολάσεως

επάλαιον εις τα στήθη της πτωχής Ιωάννας ως ο Ησαύ και ο Ιακώβ εν

τη κοιλία της Ρεβέκκας{84]. Εν αρχή εξέτεινε την χείρα προς την

φλέγουσαν δάδα, θυσιάζουσα την μέλλουσαν ζωήν χάριν της παρούσης·

αλλά τόσον αγρίως ανεκάγχασαν τα πνεύματα της αβύσσου, άτινα

παρευρίσκοντο πάντοτε αοράτως εις τας τοιαύτας σκηνάς, και τοσαύτη

επεσκίασε το πρόσωπον του αγγέλου κατήφεια, ώστε μεταμεληθείσα

εξέτεινε την άλλην χείρα και λαβούσα το ποτήριον του θανάτου και

της αισχύνης εκένωσεν αυτό μέχρι πυθμένος.

Ταύτα, αναγνώστα μου, διηγούνται οι καλοί χρονογράφοι· συ δε, αν

μεν ανήκης εις την σχολήν των Ε υ η μ ε ρ ι σ τ ώ ν, οίτινες τα

θαύματα της Γραφής εξηγούσι διά φυσικών αιτίων, ως Πλάτων τα της

μυθολογίας, ισχυριζόμενοι, ότι ο εγχειρίσας κρίνον εις την

Παναγίαν άγγελος ήτο μετημφιεσμένος τις στρατιώτης {85}, ο δε

Λάζαρος εκοιμάτο βαθέως, ότε ανεστήθη υπό του Ιησού, αν, λέγω,

ανήκης εις την σχολήν ταύτην, δύνασαι να υποθέσης ότι και η Ιωάννα

είδε τον άγγελον εν ονείρω ή ότι φιλάστειός τις Διάκονος, μαθών τα

μυστικά της, εστολίσθη διά πτερών, ίνα την τρομάξη· αν δε προτιμάς

το σύστημα του Στράους, όστις αντί να χρονοτριβή ζητών εξηγήσεις

δυσεξηγήτων πραγμάτων, ακοπώτερον εύρε να ονομάση μύθους τα

θαύματα και τα Ευαγγέλια, δύνασαι να θεωρήσης της ημετέρας ηρωίδος

την οπτασίαν ως απλήν εφεύρεσιν των Ρασοφόρων βιογράφων της. Το

κατ’ εμέ εις ουδεμίαν ανήκων σχολήν προτιμώ να πιστεύσω το πράγμα

όπως το ανέγνωσα, διότι κατά τον Σολομώντα ο «ά κ α κ ο ς π ι -

σ τ ε ύ ε ι, π α ν τ ί λ ό γ ω{86}».

Ότε την επιούσαν εισήλθεν ο Φλώρος εις τον παπικόν κοιτώνα, εύρε

την αυτού Αγιότητα κατάκοιτον επί του τάπητος και υπό φοβερών

κατεχομένην σπασμών· μάτην δε ο πτωχός νεανίας εζήτησεν ως άλλος

Πυγμαλίων να θερμάνη διά των χειλέων του την οπό του τρόμου

απολιθωθείσαν φίλην του. Επί δεκαπέντε όλας ημέρας έμεινεν η

Ιωάννα επί της κλίνης της αμφίρροπος μεταξύ ζωής και θανάτου· ότε

δε μετά την μακράν εκείνην αγωνίαν ηγέρθη τέλος πάντων, έσπευσε να

επιστρέψη εις Ρώμην και κλεισθείσα εν τω ευκτηρίω της απηγόρευσε

την είσοδον αυτού εις πάντας τους αυλικούς και εις αυτάς ακόμη τας

ακτίνας του ηλίου. Εκεί πολιορκουμένη νυχθημερόν οπό απαίσιων

φασμάτων, ως ο Σαούλ αφού είδε την σκιάν του Σαμουήλ, κατήντησε

μετ' ολίγον της πρώην Ιωάννας σκιά, ανασκιρτώσα οσάκις έτριζε θύρα

και λιποθυμούσα αν γλαυξ ή νυκτοκόραξ έκρωζε την νύκτα επί της

στέγης του Βατικανού. Η θέα των κατοίκων του ουρανού ουδέποτε

ωφέλησε τους δυστυχείς θνητούς, οίτινες ηξιώθησαν να ίδωσι κατά

πρόσωπον θεούς, αγγέλους ή αγίους. Η Σεμέλη κατεφλέχθη υπό των

ακτίνων του Διός, ο όσιος Νίκων έμεινε μονόφθαλμος, αφού είδε την

ένδοξον ωραιότητα της Παναγίας{87}, ο Άγ. Παύλος ετυφλώθη οπό της

λάμψεως του Ιησού{88} και ο Ζαχαρίας έμεινε βωβός μετά την

εμφάνισιν του Αγγέλου {89} οι δε Εβραίοι τοσούτον εφοβούντο τας

οπτασίας, ώστε καθ’ εσπέραν πριν πλαγιάσωσι παρεκάλουν τον Ύψιστον

να φυλάξη αυτούς από τα φοβερά εκείνα _πράγματα τα περιπατούντα εν

τω σκότει_ {90}.

Αλλ’ ενώ τους κατοίκους του άλλου κόσμου έτρεμεν ο Ποντίφηξ, πολύ

τούτων φοβερώτεροι εχθροί ηπείλουν την εξουσίαν του και εκορυφούτο

η κατ’ αυτού των Ρωμαίων καταφορά. Οι τότε Ιταλοί δεν ωμοίαζον τα

σήμερον συνταγματικά έθνη, τα θεωρούντα τους βασιλείς ως απλά

αρχιτεκτονικά κοσμήματα, τιθέμενα επί της κορυφής του πολιτικού

οικοδομήματος, ως τα αγάλματα επί της στέγης των ναών· ολίγον δε

ασχολούμενοι εις συνωνυμικάς μελέτας δεν είχον εισέτι φθάσει να

εξακριβώσωσι την μεταξύ των λέξεων β α σ ι λ ε ύ ε ι ν και κ υ β ε ρ -

ν ά ν διαφοράν, αλλ' απήτουν παρά του άρχοντος αυτών να άρχη ως

και παρά του μαγείρου των να μαγειρεύη. Βλέποντες δε τα ταμεία

κενά, τας εκκλησίας σιωπηλάς, τα μοναστήρια μεταβεβλημένα εις

καπηλεία, τους Σαρακηνούς ληστεύοντας τα παράλια και τους ληστάς

εσκηνωμένους εις τα προάστεια της αγίας πόλεως ηρώτων οι καλοί

Ρωμαίοι, εν αρχή μετ’ απορίας, είτα μετ' ανυπομονησίας και τέλος

μετ' οργής, τι έκαμνεν η αυτού Αγιότης και διατί, ενώ υπήρχον

τοσούτοι εχθροί να πολεμήση, άφινεν εις την θήκην τα κοσμικά και

πνευματικά του όπλα. Οι ευλαβείς παρεπονούντο, διότι δεν

απενέμοντο πλέον εις αυτούς ευλογίαι και οι επαίται, διότι δεν

εμοιράζετο η επιούσιος φακή• οι φανατικοί ανέφερον μετά δακρύων

ότι από έξ ήδη μηνών ουδείς εκάη μάγος ή αιρετικός, οι δε χωλοί,

δαιμονιζόμενοι και παραλυτικοί ηρώτων διατί δεν εθαυματούργει

πλέον ο Πάπας. Αλλ' οι μάλλον κατά του Αγίου Πατρός εξηγριωμένοι

ήσαν οι ιερείς άνευ παροικίας, οι ηγούμενοι άνευ μοναστηρίων, οι

καγκελάριοι και κοντόσταυλοι, δι' ους δεν υπήρχε πλέον τόπος εις

την αυλήν, οι παράσιτοι οι διωχθέντες του παπικού μαγειρείου, και

έτι μάλλον οι μαστροποί και οι κουρείς, οίτινες δεν ηδύναντο να

εννοήσωσι διατί απεκλείοντο των Ανακτόρων, ενώ η τε συνήθεια και η

παράδοσις επέταττον εις τον Πάπαν το ξύρισμα και την

γυναικοκρατίαν. Πάντες ούτοι, αφού πολλάκις και εις μάτην

προσέφεραν την αφοσίωσιν, τας εκδουλεύσεις, τα ξυράφια και τους

υποτρόφους των, απελπισθέντες τέλος πάντων μετετράπησαν εις

φοβερούς επαναστάτας. Μη δυνάμενοι ν' απολαύσωσι κοχλιάριον, ίνα

αντλήσωσιν εις την χύτραν της παπικής μεγαλοδωρίας, εζήτουν ήδη ν’

ανατρέψωσιν αυτήν, ως εκριζόνουσι και οι Ινδοί τα υψηλά δένδρα,

ίνα φάγωσι τους καρπούς. Αλλά και η φύσις αύτη εφαίνετο έχουσα

κατά το έτος εκείνο επαναστατικάς διαθέσεις. Ο Τίβερις επλημμύρει

συμπαρασύρων φραγμούς, λέμβους, πύργους και γεφύρας, τα άνθη

ελησμόνουν να ανθίσωσι και τα κεράσια να ωριμάσωσι, καίτοι

μεσούντος ήδη του Μαΐου, τα δε πτηνά έμενον επί των κλάδων σιωπηλά

και κατηφή, ως οι ευσεβείς πετεινοί των Ιεροσολύμων κατά την

εβδομάδα των Παθών. Αλλά το μάλλον θορυβήσαν τους Ρωμαίους σημείον

ήσαν νέφη ακριδών τοσούτον πυκνά, ώστε επί οκτώ ημέρας επεσκίασαν

τας ακτίνας του ηλίου, ο δε ήχος των πτερύγων αυτών ωμοίαζε κρότον

αρμάτων πολλών τρεχόντων εις πόλεμον {91}. Τα φθοροποιά ταύτα

έντομα είχον έξ πτέρυγας, οκτώ πόδας, τρίχας μακράς ως αι γυναίκες

και ουράς οξείας ως οι σκορπιοί. Αγνοώ αν η περιγραφή αύτη είναι

ιστορική ή αν ηρανίσθησαν αυτήν οι χρονογράφοι εκ της Αποκαλύφεως,

ως οι Ευαγγελισταί την Καινήν Διαθήκην εκ της παλαιάς. Όπως δήποτε

τόσω αδηφάγοι ήσαν αι ακρίδες αύται, ώστε, αφού κατέφαγον τους

στάχεις και τα δένδρα, εισώρμησαν εις τας οικίας και εις αυτάς τας

εκκλησίας, κατατρώγουσαι τους άρτους της Προθέσεως και τα κηρία

του θυσιαστηρίου. Αφού δε και ταύτα κατέφαγον, ήρχισαν να τρώγωσιν

αλλήλας, μαχόμεναι εις τον αέρα μετά τοιαύτης μανίας, ώστε τα

πτώματα κατέπιπτον πυκνότερα φθινοπωρινής χαλάζης, ουδείς δε

Ρωμαίος ετόλμα κατά τας ημέρας εκείνας να εξέλθη άνευ ομβρέλλας ή

περικεφαλαίας. Εις την τελευταίαν ταύτην πληγήν η χολή των πιστών

εξεχείλισε τέλος πάντων ακάθεκτος και ορμητική ως τα ύδατα του

πλημμυρούντος ποτάμου των. Βέβαιοι όντες ότι ήρκει εν νεύμα του

Πάπα, ίνα φυγαδεύση τα πτερωτά εκείνα θηρία, ηρώτων αλλήλους μετ'

απελπισίας διατί ο αντιπρόσωπος του Χριστού άφινε τας

παντοδυνάμους χείρας του εις τα θυλάκια της εσθήτος του και τους

υπηκόους του εις την διάκρισιν ακρίδων. Αι ανωτέρω μνημονευθείσαι

αξιότιμοι τάξεις των αντιπολιτευομένων ήνοιγον τους ρώθωνας και

ωσφραίνοντο απλήστως την εγγίζουσαν τρικυμίαν, ως αι αραβικαί

ίπποι τας βρύσεις της ερήμου, ότε δε ήλθεν η ώρα, κατέταξαν το

ρωμαϊκόν σκυλολόγιον κατά φαλάγγας και λόχους και ωδήγησαν την

υλακτούσαν εκείνην σπείραν υπό τα παράθυρα του Βατικανού.

Εις την θέαν του αφηνιάσαντος πλήθους οι μεν φύλακες έσπευσαν να

οχυρωθώσιν όπισθεν των πυλώνων, οι δε αυλικοί να εναγκαλισθώσι

τους σταυρούς και τα εικονοστάσια, ως αι Θηβαίαι παρθένοι τα

είδωλα της ακροπόλεως, ότε έσειον προ των πυλών τας ασπίδας οι

επτά λοχαγέται. Μόνος ο Φλώρος, όστις προ πολλού στερούμενος της

φιλτάτης του περιεφέρετο νυχθημερόν έμπροσθεν της κεκλεισμένης

πύλης του ευκτηρίου, ανεσκίρτησεν υπό της χαράς ευρών τέλος πάντων

εύλογον πρόφασιν να υπερβή την απηγορευμένην εκείνην φλιάν. Η

ταλαίπωρος Ιωάννα εκάθητο επί στασιδίου, προσηλούσα ως Αιγύπτιος

καλόγηρος ανήσυχα βλέμματα επί της εξοιδημένης κοιλίας της, εξ ης

όμως αντί του Αγ. Πνεύματος επερίμενε να ίδη εξερχόμενον το

όνειδος και την καταισχύνην της, μόλις δε διά πολλών ικεσιών

συγκατένευσε να εμφανισθή εις τους υπηκόους της, ίνα κατευνάση την

τρικυμίαν. Ότε η ωχρά και ηλλοιωμένη του Ποντίφηκος μορφή

επέλαμψεν εις το παράθυρον, φωτιζόμενη υπό αμυδράς ακτίνος

διαπερώσης τα νέφη των ακρίδων, πολλοί των επαναστατών υπό

ακουσίου καταληφθέντες σεβασμού προσέκλιναν εδαφίως, ως αι σημαίαι

των Ρωμαίων στρατιωτών προ του Χριστού, ότε ενεφανίζετο ενώπιον

του Πιλάτου, αλλά και πολλαί ασεβείς χείρες υψώθησαν πάλλουσαι

πέτρας και σαπρά μήλα και πολλά Φαρισσαίων χείλη εξήμεσαν κατά του

αντιπροσώπου του Ιησού ύβρεις και κατάρας. Ο Ποντίφηξ εκτείνας την

αγίαν χείρα του ίνα ζητήση τον λόγον, ανήγγειλεν ότι την επιούσαν,

ότε ήρχιζον αι τελεταί των Δεήσεων {92}, ήθελεν αναθεματίσει τας

ακρίδας εν επισήμω λιτανεία, εν τούτοις δε ανεθεμάτιζε τους μη

αμέσως επιστρέφοντας εις τας οικίας των. Η παπική εκείνη υπόσχεσις

διεσκέδασεν εν ακαρεί τας ανησυχίας και κατεπράυνε την οργήν των

καλών Ρωμαίων, ων αι οχλαγωγίαι είχον καταντήσει να ομοιάζωσι τας

τρικυμίας εκείνας της Προποντίδος, τας οποίας, κατά τον

Αριστοτέλη, ήρκουν να κατευνάσωσιν ολίγαι σταγόνες ελαίου.

Την επιούσαν πάντες από πρωίας ήσαν εις κίνησιν εν τοις

ανακτόροις. Οι αρχιερείς ητοίμαζον τας χρυσάς στολάς των, οι

διάκονοι έτριβον τους δίσκους και οι ιπποκόμοι τας ημιόνους, εν δε

τη πλατεία το πλήθος των φιλέορτων έτριβον κακείνοι τας χείρας των

εκ της χαράς. Η λιτανεία των Δ ε ή σ ε ω ν ήτο ως και αι πλείσται

του Χριστιανισμού τελεταί κληροδότημα των ειδωλολατρών, οίτινες

κατά την αυτήν εποχήν ετέλουν θυσίας υπέρ της ευφορίας των αγρών,

χορεύοντες και ευωχούμενοι περί τους βωμούς της Δήμητρας και του

Βάκχου, παρ' ων εζήτουν να ευλογήσωσι τους στάχεις, τας αμπέλους

και τα γογγύλια. Οι δε απόγονοι αυτών επεκαλούντο δι'ομοίων

τελετών την προστασίαν της σ τ α χ υ ο δ ο τ ε ί ρ α ς Παναγίας

και του Αγ. Μαρτίνου, αντικαταστησάντων την Δήμητραν και τον

Βάκχον. Αλλά την ημέραν εκείνην η τελετή έμελλε να είναι διπλή,

προστιθεμένου εις τας Δεήσεις και του αφορισμού των ακρίδων. Εις

τον χρυσούν εκείνον της πίστεως αιώνα ου μόνον οι κακοί άνθρωποι,

αλλά και πάντα τα κακοποιά ζώα, οι ποντικοί, οι κόρακες, οι

αγριόχοιροι, οι σκώληκες, αι κάμπαι και αυτοί οι ψύλλοι υπέκειντο

εις τους αφορισμούς της Εκκλησίας, οσάκις ετόλμων να φάγωσι τα

λάχανα ή να ταράξωσι τον ύπνον των πιστών. Το δε πλήθος και η

κακοήθεια των ακρίδων καθίστα τον κατ' αυτών αφορισμόν φοβεράν και

επίσημον τελετήν, εις ην έσπευδον να παρευρεθώσι πάντες της Ρώμης

και των περιχώρων οι ευσεβείς χριστιανοί. Ενώ οι αυλικοί

συνωθούντο ευέλπιδες και θορυβώδεις εις τας στοάς και τους

διαδρόμους του Βατικανού, η Ιωάννα απεχαιρέτα μετά δακρύων τον

εραστήν της. Η δύστηνος ημών ηρωίς είχε περάσει κακήν και άυπνον

νύκτα εν τω ευκτηρίω της, οτέ μεν σκεπτομένη περί αθανασίας ψυχής,

οτέ δε δοκιμάζουσα αρχιερατικάς στολάς, ίνα εύρη τις εξ αυτών

ηδύνατο κάλλιον να κρύψη τον σκανδαλώδη όγκον της κοιλίας της. Οι

φοβεροί λόγοι του αγγέλου αντήχουν απαισίως εις τας ακοάς της

αθλίας, ήτις απολέσασα μετά την αγγελοφάνειαν εκείνην όλην αυτής

την φιλοσοφίαν ανεπόλει μετά τρόμου τας πλάστιγγας, δι' ων ο

αρχάγγελος Μιχαήλ εζύγιζε τας ψυχάς, την μάστιγα του Διαβόλου,

τους λέβητας, τους άνθρακας, τας άρπαγας, τους όφεις, τας πυράγρας

και τα άλλα σκεύη της μεσαιωνικής κολάσεως. Είτα ήρξατο να

σκέπτεται περί των διαφόρων φιλοσοφικών συστημάτων, περί

μετεμψυχώσεως, περί μεταβάσεως των ψυχών εις την σελήνην και τέλος

περί σεισμών, ακρίδων, λέπρας και πανώλους, καταντώσα αείποτε εις

το αυτό συμπέρασμα, ότι ο θεός, αφού ήτο παντοδύναμος, κακώς

έπραξε εμπλήσας βασάνων και λύπης τον κόσμον τούτον και κακοποιών

δαιμόνων τον άλλον. Τοιαύτα διελογίζετο την νύκτα εκείνην η

ημετέρα ηρωίς και πολλά άλλα ακόμη, άτινα αναγκάζομαι να

παραλείψω, σπεύδων να τελειώσω την διήγησίν μου. Αν ήμην ποιητής,

ήθελον ειπεί ότι ο Πήγασός μου ωσφράνθη τον σταύλον του και εκόντα

άκοντα προς αυτόν με παρασύρει, πεζός δε ων δικαιούμαι έτι μάλλον

να ομολογήσω ότι μετά τοσαύτας περιπλανήσεις εκουράσθην τέλος

πάντων και επόθησα τον σταύλον μου, ήτοι του δράματός μου την

καταστροφήν.

Ο καλός Φλώρος βλέπων της φίλης του την ωχρότητα και την ανησυχίαν

εζήτει παντοιοτρόπως να κρατήση αυτήν, ικετεύων μετά δακρύων ν'

αναβάλη την λιτανείαν. Αλλ' αφού άπαξ εδέχθη το πικρόν ποτήριον,

έπρεπεν η Ιωάννα να καταπίη αυτό μέχρι πυθμένος. Άλλως δε αδύνατον

πλέον ήτο να οπισθοδρομήση. Τα κάτωθεν των ανακτόρων

εστρατοπεδευμένα πλήθη εκρότουν ανυπομόνως τους πόδας· αι λαμπάδες

ήσαν ανημμέναι, οι κώδωνες αντήχουν και εκάπνιζε το θυμίαμα• ο δε

παναγιώτατος Πάπας, θέσας επί κεφαλής την τιάραν και λαβών ανά

χείρας την ποιμαντικήν ράβδον, απεσπάσθη τέλος πάντων από του

φιλτάτου του τας αγκάλας, κατεχόμενος υπό προαισθημάτων μαύρων ως

οι κόρακες, οίτινες επτερύγιζον υπεράνω της κεφαλής του Γράκχου

την ημέραν του θανάτου του.

Ότε ο αρχηγός των πιστών ενεφανίσθη εις το πόδιον του Βατικανού,

δισμύριοι και επέκεινα Ρωμαίοι ήσαν ήδη παρατεταγμένοι εν

λιτανεία· ιππεύσαντος δε του Πάπα, ο ακαταμέτρητος εκείνος

ανθρώπινος όφις ήρχισε να εκτυλίσση βραδέως τας ρασοφόρους σπείρας

του προς την εκκλησίαν του Αγ. Ιωάννου. Επί κεφαλής εβάδιζον οι

σημαιοφόροι φέροντες τους σταυρούς και τας εικόνας των πολιούχων

Αγίων, μετά τούτους οι αρχιερείς εν πορφύρα, ακολουθούμενοι υπό

των Ηγουμένων και καλογήρων, οίτινες επροχώρουν γυμνόποδες,

κύπτοντες προς την γην τας τεφροσκεπείς κεφαλάς των αι μοναχαί και

αι διακόνισσαι είποντο υπό την σημαίαν του Άγ. Μαρκελλίνου, αι

ύπανδροι γυναίκες υπό την της Αγ. Ευφημίας και τέλος αι παρθένοι

λευχείμονες και λυσίκομοι, αλλά κατηφείς, διότι αι ακρίδες δεν

είχον αφήσει ούτε ρόδα ούτε ναρκίσσους, δι' ων συνείθιζον εις τους

ανθηρούς εκείνους της πίστεως χρόνους να στολίζωσι τας κεφαλάς και

τα στήθη των κατά τας επισήμους λιτανείας. Ο κατώτερος κλήρος, οι

στρατιώται και ο όχλος είποντο τελευταίοι, ακολουθούμενοι υπό

πλήθους θερμοπωλών και καπήλων, οίτινες εθέρμαινον την ευλάβειαν

των πιστών διά ζύθου, υδρομέλιτος και αφεψήματος κυδωνίων. Άπαν το

πλήθος εκείνο έψαλλεν ύμνους εις τον Ιησούν και τον Άγ. Πέτρον·

επειδή όμως μεταξύ των λιτανευόντων υπήρχον και νεοφώτιστοι

Σαρακηνοί, Γερμανοί, Βενεδικτίνοι, Έλληνες καλόγηροι, Άγγλοι

θεολόγοι και πλείστοι άλλοι ξένοι, οίτινες μη προφθάσαντες να

μάθωσι λατινικά απήγγελλον έκαστος εις την γλώσσαν του τους

ψαλμούς, απετελείτο αλλόκοτος κακοφωνία, ην ο ευσεβής Σατωβριάνδος

ήθελεν αναμφιβόλως ονομάσει α ρ μ ο ν ι κ ω τ ά τ η ν π ά ν τ ω ν

τ ω ν ε θ ν ώ ν π ε ρ ί τ ο υ Χ ρ ι σ τ ο ύ σ υ μ φ ω ν ί α

ν.

Η λιτανεία, υπερβάσα τον φόρον του Τραϊανού και παραλείψασα το

αμφιθέατρον του Φλαβίου εσταμάτησε τέλος πάντων ίνα αναπαυθή εις

την πλατείαν του Λατεράνου. Ο καύσων και ο κονιορτός ήτο τοσούτος

την ημέραν εκείνην, ώστε κατά τους χρονογράφους αυτός ο Διάβολος

και εντός ηγιασμένου ύδατος ήθελε λουσθή· τα δε πτώματα των

ακρίδων, ων η πάλη εξηκολούθει εις τον αέρα, έτριζον απαισίως υπό

τους πόδας των προσκυνητών και των υποζυγίων. Ταύτα πάντα ηύξανον

την κακοπάθειαν και αδημονίαν της πτωχής Ιωάννας, ήτις μόλις

ηδύνατο επί του ημιόνου της να κρατηθή, αισθανομένη προς τοις

άλλοις από τινων ήδη στιγμών τοιαύτην εις τα σπλάγχνα της ταραχήν,

ώστε δις προσέκοψεν, ενώ ανέβαινε τας βαθμίδας του μεγαλοπρεπούς

θρόνου, του στηθέντος εν μέσω της πλατείας, ίνα από του ύψους

αυτού εκσφενδονισθεί το κατά των ακρίδων ανάθεμα. Η αυτού Αγιότης

βυθίσασα το περιρραντήριον εις το ηγιασμένον ύδωρ ερράντισε προς

απηλιώτην, ζέφυρον, νότον και βορράν, είτα δε λαβούσα ελεφαντίνην

εικόνα του Εσταυρωμένου ύψωσεν αυτήν, ίνα σταυροκοπήση την από των

ακρίδων μεμολυσμένην ατμοσφαίραν· αλλ' αίφνης ο άγιος σταυρός

πίπτει εκ των χειρών της και θραύεται κατά γης, μετ' ου πολύ δε

αυτός ο Ποντίφηξ πίπτει κακείνος ωχρός και ημιθανής παρά του

θρόνου του τους πόδας. Εις την θέαν εκείνην ανεσκίρτησεν υπό του

τρόμου η αγέλη των πιστών, οίτινες συνεσφίγγοντο προς αλλήλους ως

πρόβατα καταληφθέντα υπό λυκοφοβίας. Οι κρατούντες την ουράν της

παπικής εσθήτος έσπευσαν εις βοήθειαν του αρχηγού της Εκκλησίας,

όστις εστέναζε κυλιόμενος επί του κονιορτού ως όφις μεσοκοπημένος.

Οι μεν έλεγον ότι ο Παναγιώτατος είχε πατήσει επί μανδραγόρου, οι

δε ότι σκορπίος εκέντησε την ιεράν κνήμην του και άλλοι ότι είχε

φάγει φαρμακερούς αμανίτας. Αλλ' οι πλείστοι εσχυρίζοντο ότι η

αυτού Αγιότης ήτο δαιμονισμένη, ο δε επίσκοπος Πόρτου, ο μέγιστος

των χρόνων εκείνων εξορκιστής, έσπευσε να επιχύση επ' αυτής

αγίασμα διατάσσων το πονηρόν δαιμόνιον να εκλέξη άλλην κατοικίαν.

Πάντων των πιστών τα βλέμματα προσηλούντο εις το ωχρόν πρόσωπον

του Ποντίφηκος, περιμένοντα να ίδωσι το ακάθαρτον πνεύμα

εξερχόμενον κατά το σύνηθες εκ του στόματος ή του ωτίου του, ότε

αντί δαιμονίου άωρον και ημιθανές βρέφος εξωλίσθησεν αίφνης εκ της

ποδεάς του αρχηγού της Χριστιανοσύνης! Οι υποστηρίζοντες τον Πάπαν

ιερείς ωπισθοδρόμησαν μετά φρίκης, ενώ ο κύκλος των περιέργων

συνεσφίγγετο σταυροκοπούμενος και αλαλάζων. Αι γυναίκες ανέβαινον

επί της ράχεως των ανδρών και οι έφιπποι ωρθούντο επί της των

υποζυγίων, οι δε διάκονοι μετεχειρίζοντο ως ρόπαλα τας σημαίας και

τους σταυρούς ίνα ανοίξωσι δίοδον διά του πλήθους. Ιεράρχαι τινές

ολοψύχως εις την Αγίαν έδραν αφωσιωμένοι εζήτησαν να μεταβάλωσιν

εις κατάνυξιν την μανίαν του πλήθους κράζοντες «Θαύμα!» μεγάλη τη

φωνή και προσκαλούντες εις προσκύνησιν τους πιστούς. Αλλά το θαύμα

εκείνο ήτο ανήκουστον και πρωτοφανές εις τα χρονικά της

χριστιανικής θαυματουργίας, ήτις καίτοι πολλά τέρατα δανεισθείσα

παρά των ειδωλολατρών, ουδένα όμως εκ των αγίων έκρινεν εύλογον να

παραστήση εγκυμονούντα και τίκτοντα ως τον βασιλέα του Ολύμπου·

ώστε η φωνή των ευσεβών ιερέων απεπνίγη από των ορυγμών του

μαινομένου όχλου, λακτοπατούντος, καταπτύοντος και ζητούντος να

ρίψη εις τον Τίβεριν Πάπισσαν και παπίδιον. Ο Φλώρος κατορθώσας να

σχίση το πλήθος υπεστήριζεν εις τας αγκάλας του την δύστηνον

Ιωάνναν, ης η ωχρότης αύξανε ανά πάσαν στιγμήν, μέχρις ου υψώσασα

προς ουρανόν το θνήσκον βλέμμα της, ίνα ίσως ενθυμίση εις τον εκεί

κατοικούντα ότι μέχρι τελευταίας σταγόνος εξεκένωσε το ποτήριον,

απέδωκε το πνεύμα ψυθιρίζουσα το του Ησαΐου. «Τ α ς σ ι α γ ό -

ν α ς μ ο υ έ δ ω κ α ε ι ς ρ α π ί σ μ α τ α, τ ο π ρ ό σ ω -

π ο ν μ ο υ ο υ κ α π έ σ τ ρ ε ψ α α π ό α ι σ χ ύ ν η ς

κ α ι ε μ π τ υ σ μ ά τ ω ν».

Άμα η αμαρτωλή εκείνη ψυχή εγκατέλιπε την πρόσκαιρον αυτής

κατοικίαν, πλήθος δαιμόνων εξώρμησαν εκ της αβύσσου, ίνα αρπάσωσι

την λείαν, εφ' ης ενόμιζον ότι είχον εγγεγραμμένην προ πολλού

αναμφισβήτητον υποθήκην, αλλά συγχρόνως κατέβαινεν εξ ουρανού προς

απόκρουσιν των πονηρών πνευμάτων φάλαγξ αγγέλων, ισχυριζομένων ότι

η μετάνοια αυτής είχε εξαλείψει πάντα του Άδου τα δικαιώματα. Αλλ'

οι δαίμονες ήσαν δυσμετάπειστοι και είς των αγγέλων τα

επιχειρήματα αντέταττον τα κέρατά των, ενώ εκείνοι εγύμνουν τας

ρομφαίας. Η μεταξύ των πνευμάτων πάλη ευρίσκετο εις την ακμήν, τα

όπλα των αντήχουν ως συγκρουόμενα νέφη και αιματώδης βροχή έσταζεν

επί των εν τη πλατεία συνηγμένων πιστών, ότε αίφνης ο φανείς εις

την Ιωάνναν άγγελος, διασχίσας τας τάξεις των μαχόμενων συνέλαβε

την αθλίαν αυτής ψυχήν, πόθεν δεν γνωρίζω, και επιβάς νέφους

μετέφερεν αυτήν . . .. εις το καθαρτήριον πιθανώς. Ταύτα,

αναγνώστα μου, τα θαύματα διηγούνται ουχί τέσσαρες αλιείς, αλλ'

υπέρ τους τετρακοσίους σεβάσμιοι και ρασοφόροι χρονογράφοι, ημείς

δε ενώπιον τοιαύτης χορείας πανσέπτων μαρτύρων κλίνομεν τον αυχένα

εκφωνούντες μετά του Άγ. Τερτουλλιανού «Τ α π ι σ τ ε ύ ο μ ε ν

δ ι ό τ ι ε ί ν α ι α π ί σ τ ε υ τ α.»

Το σώμα της πτωχής Ιωάννας ετάφη μετά του τέκνου της εκεί όπου

είχεν εκπνεύσει και επ' αυτού ανηγέρθη μαρμάρινον μνημείον

κοσμούμενον δι' αγάλματος παριστώντος τίκτουσαν γυναίκα. Ο Φλώρος

έγεινεν ερημίτης· οι δε ευσεβείς προσκυνηταί, ίνα μη μιαίνωσι τα

σανδάλια των, πατούντες τα ίχνη της ιεροσύλου Παπίσσης, πορεύονται

έκτοτε δι' άλλης οδού εις Λατεράνον.

ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΣΥΝΟΔΟΥ

ΚΑΤA ΤΗΣ

ΠΑΠΙΣΣΗΣ ΙΩΑΝΝΑΣ

«Ως έοικε φαύλα αληθινών ρήματα.»

Ι ώ β, στ', 25.

Αριθ. Πρωτ. 5688, 5733

Διεκ. 4353.

Περίληψις

Περί αποκηρύξεως βλασφήμου και κακοήθους βιβλίου.

ΒΑΣΙΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ

Η ΙΕΡΑ ΣΥΝΟΔΟΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ

Προς τους κατά την Επικράτειαν Σεβασμιωτάτους Ιεράρχας.

Μυθιστόρημά τι επιγραφόμενον «η Πάπισσα Ιωάννα», εκδοθέν έναγχος

ενταύθα υπό Ε. Δ. Ροΐδου, γέμει δυστυχώς πάσης ασεβείας,

κακοδοξίας και αισχρότητος• διότι ο συγγραφεύς αυτού, υπό

πνεύματος αντιχριστιανικού φερόμενος και ζηλώσας την δόξαν των

κατά καιρούς πολεμίων της Ορθοδόξου ημών πίστεως, ού μόνον δόγματα

και μυστήρια, και ιεράς τελετάς, και ήθη και έθιμα και παραδόσεις

αυτής χλευάζει ασεβώς, διακωμωδών, σκώπτων και κατειρωνευόμενος

διά της συνεχούς παραβολής των ιερωτάτων προς τα βέβηλα, αλλά και

τα χρηστά ήθη προσβάλλει, ποιούμενος περιγραφάς και διηγήσεις

ασεμνοτάτας.

Όθεν η Σύνοδος, ει και έχει, τελείαν πεποίθησιν, ότι οι ορθόδοξοι

Έλληνες, εδραίοι επί την πέτραν της πίστεως ιστάμενοι, ουδόλως

πτοούνται τας τοιαύτας κενοφωνίας, τας υπό των εχθρών αυτής

προερχομένας, απρίξ κατέχοντες όσα παρά των μακαρίων αυτών πατέρων

και προγόνων ως πολύτιμον κληρονομίαν παρέλαβον, όμως οφείλουσα

αύτη κατά τα εμπιστευθέντα αυτή ιερά καθήκοντα να επαγρυπνή μεν

εις την ακριβή τήρησιν των παρά της Ορθοδόξου Ανατολικής Εκκλησίας

πρεσβευομένων, ν’ αποκρούη δε και αποδοκιμάζη παν πολέμιον και

αντικείμενον αυτοίς, και προφυλάττη ούτω το χριστώνυμον πλήρωμα,

από πάσης οιασδήποτε Θρησκευτικής παρεκτροπής, απεκήρυξε το περί

ου ο λόγος μυθιστόρημα και παρέδωκεν αυτό τω αναθέματι, ως

αντιχριστιανικόν και κακόηθες, και κατήγγειλεν αυτό εις το

Υπουργείον όπως ενεργηθώσι κατ' αυτού και του συγγραφέως τα παρά

του νόμου οριζόμενα.

Επειδή δε τούτο εκυκλοφόρησεν ήδη εν τη Πρωτευούση του Βασιλείου

και είναι ενδεχόμενον ν' απεστάλησαν αντίτυπα αυτού και εις τας

επαρχίας, διά τούτο η Σύνοδος, μητρικώς κηδομένη της ψυχικής

σωτηρίας πάντων των ευσεβών και ορθοδόξων χριστιανών, εντέλλεται

υμίν Χριστώ τω Θεώ ημών ίνα συμβουλεύσητε και νουθετήσετε

εκκλησιαστικώς τω εν τη ημετέρα παροικία λογικόν του Χριστού

ποίμνιον, όπως ού μόνον απέχουσι της αναγνώσεως τοιούτου εις τε

την ψυχήν και το σώμα επιβλαβούς βιβλίου, αλλά αποστρέφονται τούτο

ως αποκύημα και μιασματικόν νόσημα, ού μην αλλά και τω πυρί

παραδίδωσιν, όπου αν αυτό ευρίσκωσιν, ίνα μή ποτε αυτοί εις

πειρασμόν εμπέσωσι και ένοχοι του αιωνίου πυρός γένωνται.

Ούτω γινώσκετε και ούτω ποιήσετε, ίνα και η του Θεού χάρις και το

άπειρον έλεος είη μετά πάντων ημών. Αμήν.

Θέλετε δε διατάξει την ανάγνωσιν της παρούσης και επ' εκκλησίας

εις τας πρωτευούσας των δήμων.

Εν Αθήναις, την 4 Απριλίου 1866.

Ο Αθηνών Θεόφιλος, Πρόεδρος,

Ο Αργολίδος Γεράσιμος,

Ο Γόρτυνος και Μεγαλοπόλεως Φιλόθεος,

Ο Καρυστίας Μακάριος,

Ο Ναυπακτίας και Ευρυτανίας Άνθιμος

Ο Γραμματεύς

Κύριλλος Χαιρωνίδης

ΟΛΙΓΑΙ ΛΕΞΕΙΣ ΕΙΣ ΑΠΑΝΤΗΣΙΝ

Τοις εντευξομένοις!

Την ανά χείρας απάντησιν εις την εγκύκλιον της Ιεράς Συνόδου είχον

έτοιμην προ πολλού, αλλά μετά την ανάγνωσιν του εν αριθ. 985 του

«Έθνοφύλακα» άρθρου του Αγ. Καρυστίας, δι' ου επληροφόρει την

Κυβέρνησιν ότι, μέχρις ου τιμωρηθή ο συγγραφεύς της Ιωάννας, η

Ιερά Σύνοδος «έχει δίκαιον μη υπακούουσα εις τα αντικανονικά αυτής

προστάγματα», ανέστειλα την δημοσίευσιν αυτής, φοβούμενος μη οι

σεβασμιώτατοι ιεράρχαι εύρωσι νέαν πάλιν αφορμήν ν' αναβάλωσι τας

επαρκούσας αυτοίς χειροτονίας. Ευτυχώς όμως οι πολυσέβαστοι

Συνοδικοί, νομίσαντες ότι έσωσαν την τιμήν του τάγματος διά της

μακράς αυτών αντιστάσεως, ενέδωκαν τέλος πάντων εις τα

«προστάγματα της κυβερνήσεως», προβάντες εις τας χειροτονίας, και

εμέ δε αυτόν εφαίνοντο λησμονήσαντες επί τινα καιρόν. Αλλ' η

ανακωχή υπήρξε σύντομος και μετ' ολίγον ήρξαντο πάλιν ενοχλούντες

τον κ. Εισαγγελέα, ίνα τιμωρήση «παραδειγματικώς τον κακούργον

συγγραφέα» εσχάτως δε επήλθεν εις επικουρίαν αυτών και θεολόγος

τις εκ Γερμανίας, όστις ίνα δείξη την εκεί αποκτηθείσαν σοφίαν του

και τον υπέρ της Εκκλησίας ακραιφνή ζήλον εφιλοτέχνησε κατ' εμού

δεκαέξ ολοκλήρους στήλας ύβρεων εν τω τελευταίω αριθμώ της

«Εφημερίδος των Φιλομαθών». Ταύτα πάντα με ηνάγκασαν μετά εξάμηνον

αποχήν να λύσω τέλος πάντων την σιωπήν, δημοσιεύων την «Απάντησιν»

ταύτην, ης ουδόλως προτίθεμαι ν' αρνηθώ την πατρότητα, ει και

εγράφη τριτοπροσώπως.

Ε. Δ. Ρ.

ΠΡΟΣ ΤΑ ΣΕΒΑΣΤΑ ΜΕΛΗ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΣΥΝΟΔΟΥ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ

«Vae Coecis ducentibus! Vae

caecis sequentibus!»

(Εκ των του ιερού Αυγουστίνου)

Σεβασμιώτατοι Ιεράρχαι!

Παρουσιαζόμενος να υποβάλω εις τας υμετέρας Πανιερότητας ταπεινάς

τινας παρατηρήσεις περί των αποκηρύξεων, καταμηνύσεων και

εγκυκλίων, εις τας οποίας ως άγρυπνοι, φρουροί της ορθοδοξίας

εκρίνατε εύλογον να προβήτε κατά της «Π α π ί σ σ η ς Ι ω ά ν -

ν α ς», αισθάνομαι προ παντός άλλου την ανάγκην να δικαιολογήσω πως

ετόλμησα ν’ αναγνώσω βιβλίον, το οποίον δι' επισήμων εγκυκλίων και

από του Ιερού άμβωνος εκηρύξατο γ έ μ ο ν π ά σ η ς κ α κ ο δ ο -

ξ ί α ς κ α ι α σ ε β ε ί α ς, τον συγγραφέα αυτού όργανον του

Σατανά, έ χ ι δ να ν κ α ι κ α κ ο ύ ρ γ ο ν, τους δε αναγνώστας

ε ν Α γ. Π ν ε ύ μ α τ ι α φ ω ρ ι σ μ έ ν ο υ ς. Τούτο δε

πράττων ου μόνον εμαυτόν προτίθεμαι να δικαιολογήσω, αλλά και την

συνείδησιν να καθησυχάσω πολλών ευσεβών χριστιανών, οίτινες

υποπεσόντες εις την αυτήν παράβασιν εκ περιεργείας, νομίζουσιν

εαυτούς και πράγματι αφωρισμένους.

Οσάκις η Εκκλησία αποκηρύττη βιβλίον, υποτίθεται ότι ευρίσκει, εν

αυτώ πλάνην τινά ή βλασφημίαν, την οποίαν καταδικάζει· και τότε

πας ευσεβής χριστιανός χρεωστεί ν' αποστρέφεται και ν' αποπτύη την

πλάνην ταύτην. Ουδόλως όμως υποχρεούται και να πιστεύη ότι, η

καταδικασθείσα αυτή πλάνη υπάρχει τω όντι εν τω βιβλίω· διότι η

Εκκλησία, αν και αναμάρτητος περί πάντα τ' αφορώντα την πίστιν,

δεν δύναται, όμως να θεωρηθή ουδ' εθεωρήθη ποτέ ως αλάνθαστος και

περί την ερμηνείαν των βιβλίων, καθ' ην οι συγκροτούντες αυτήν

ιερείς, στερούμενοι της βοηθείας του Αγ. Πνεύματος, το οποίον εις

μόνας τας δογματικάς συζητήσεις φωτίζει και εμπνέει την Εκκλησίαν,

υπόκεινται, ως άνθρωποι, εις παρανοήσεις και απάτας. Αλλ’ ίνα

κάλλιον εννοήσητε την πρότασίν μου, σπεύδω να ενθυμίσω υμάς το

παράδειγμα του Αγ. Βασιλείου, όστις κατεδίκαζεν ως βλάσφημα και

αρειανίζοντα τα συγγράμματα Διονυσίου του εξ Αλεξανδρείας, ενώ ο

Άγ. Αθανάσιος ησπάζετο αυτά, ουχί βεβαίως διότι παρεδέχετο την

πλάνην του Αρείου, αλλά διότι, άλλως ερμηνεύων, ουδ' ίχνος της

πλάνης ταύτης εύρισκεν εν τοις βιβλίοις του Διονυσίου· αμφότεροι

δε, ο τε Βασίλειος και ο Αθανάσιος, ήσαν ορθόδοξοι, αφού εξίσου

απεστρέφοντο την πλάνην ταύτην, κατά τούτο μόνον διαφωνούντες, ότι

ο μεν εύρισκεν αιρετικά, ο δε έτερος δεν ενόμιζε τοιαύτα τα βιβλία

του Αλεξανδρινού θεολόγου, ζήτημα όπερ ουδόλως ενδιαφέρει την

ορθοδοξίαν {93}. Ούτω καγώ ανέγνωσα και αναγινώσκω το αποκηρυχθέν

βιβλίον, ουχί, διότι ολιγώτερον υμών αποστρέφομαι την κακοδοξίαν,

(Θεός φυλάξοι με από τοιαύτης τυφλώσεως) αλλά μόνον διότι, καθ' ον

τρόπον ερμηνεύω την «Ι ω ά ν ν α ν», ούτε πλάνην ευρίσκω εν αυτή

ούτε βλασφημίαν, και ουδείς υπάρχει θείος ή συνοδικός κανών

αναγκάζων με να θεωρώ την υμετέραν ερμηνείαν ορθοτέραν της ιδικής

μου, εκτός μόνου αν εκηρύξατε εσχάτως τας ερμηνείας υμών

αναμαρτήτους, ως εζητήσατε, καταπατούντες τους αποστολικούς

κανόνας, να καταστήσετε και τας επισκοπάς μεταθετάς.

Ταύτα, Άγιοί μου Πατέρες, έκρινα καλόν να παρατηρήσω εις υμάς, ως

ευπειθές τέκνον της ορθοδόξου Εκκλησίας• ήδη δε συγχωρήσατε μοι

και ως απλούς τίμιος άνθρωπος να παρατηρήσω, ότι τα επίθετα β λ ά-

σ φ η μ ο ς, κ α κ ο ύ ρ γ ο ς, α σ ε β ή ς, ό ρ γ α ν ο ν

τ ο υ Σ α τ α ν ά κτλ. ου μόνον απηγορευμένα είναι υπό των θείων

κανόνων και ανάρμοστα εις χείλη προωρισμένα να δοξολογώσι τον

Πλάστην, αλλά και έχουσιν εις τα στόματα υμών σημασίαν όλως

διάφορον της συνήθους• διότι ο κόσμος συνείθισε προ πολλού, όταν

ακούη αυτά προφερόμενα υπό ιερέων, να τα μεταφράζη αμέσως διά του

φ ι λ α λ ή θ η ς, ε ι λ ι κ ρ ι ν ή ς, π ρ ο ο δ ε υ τ ι κ ό ς

και άλλων τοιούτων, ενθυμούμενος ότι β λ ά σ φ η μ ο ι και α σ ε-

β ε ί ς ωνομάσθησαν ο Γαλιλαίος, ο Ούσσιος, ο Πασχάλ, ο Κοραής, ο

Βάμβας και ο Φαρμακίδης. Τοιούτον είναι το πνεύμα του αιώνος,

κωφεύοντος εις πάσαν αναπόδεικτον κατηγορίαν και αντί ύβρεων και

απαγορεύσεων ζητούντος φως, συζήτησιν και διδασκαλίαν. Το πνεύμα

τούτο ονομάζουσι πολλοί, των Ορθοδόξων ασεβές και

αντιχριστιανικόν, ποθούντες φαίνεται, τον χρυσούν αιώνα του

Βυζαντίου, ότε οι αφορισμοί, αι προγραφαί και οι ευνούχοι του

Παλατίου ήσαν τα στηρίγματα της ορθοδοξίας. Αλλ' εγώ το πνεύμα του

σημερινού αιώνος θεωρώ απ' εναντίας ως χριστιανικώτατον και κατά

πάντα σύμφωνον με τας ευαγγελικάς παραδόσεις. Διότι τι άλλο

ζητούμεν σήμερον παρ’ υμών, ίνα πεισθώμεν, ειμή μόνον να μιμήσθε

το παράδειγμα των αποστόλων και των πρώτων πατέρων της Εκκλησίας,

οίτινες αντέταττον την θεόπνευστον διδασκαλίαν και τους ευγλώττους

λόγους των εις τα επιχειρήματα των φιλοσόφων και έπειθον όλον τον

κόσμον; Η «Π ά π ι σ σ α Ι ω ά ν ν α» φαίνεται υμίν βλάσφημον και

επικύνδυνον βιβλίον, ι κ α ν ό ν ν α δ η λ η τ η ρ ί α σ η ο -

λ ό κ λ η ρ ο ν τ ο π ο ί μ ν ι ο ν; Διατί δεν σπεύδετε ν'

αναιρέσητε αυτήν, καθιστώντες και εις ημάς μισητήν την κακοδοξίαν,

ως οι προκάτοχοι υμών εις τους προγόνους μας; Ο Ερμείας αντέταξε

τον «Δ ι α σ υ ρ μ ό ν» εις τα δόγματα των σοφιστών, ο Ωριγένης

την « Α ν α ί ρ ε σ ι ν» εις τα σοφίσματα των Επικουρείων, ο

Τερτουλλιανός τον «Α π ο λ ο γ η τ ι κ ό ν» εις τας συκοφαντίας

των εθνικών, ο Άγιος Βασίλειος τας «Ε π ι σ τ ο λ ά ς» του εις την

πλάνην των Αρειανών, και πάντες επείσθησαν εις τους λόγους των,

ενώ ουδείς ήθελε πεισθή, αν οι θείοι ούτοι πατέρες, αντί ν'

αναιρώσι τα επιχειρήματα των κακοδόξων, περιωρίζοντο να ονομάζωσιν

αυτούς όργανα τ ο υ Σ α τ α ν ά, ε χ ί δ ν α ς κ α ι κ α κ ο ύ-

ρ γ ο υ ς. Αλλά και υμείς αυτοί, αισθανθέντες πόσον ανεπαρκή ήσαν

τα επίθετα ταύτα προς αντίκρουσιν του κακού, εσπεύσατε να

επικαλεσθήτε την βοήθειαν του κ. Εισαγγελέως, ίνα εν ελλείψει

επιχειρημάτων αντιτάξητε κλητήρας εις τας κακοδοξίας της «Ι ω ά ν-

ν α ς». Ο τρόπος ούτος του μεταπείθειν τους κακοδόξους δεν είναι

νέος• απ’ εναντίας ήκμαζε κατά τον μεσαιώνα παρά τοις Φράγκοις

μετά της Ιεράς Εξετάσεως, των συγχωροχαρτίων και των ανθρωπίνων

ολοκαυτωμάτων. Την μέθοδον όμως ταύτην ούτε ο Άγ. Κλήμης ούτε ο

Άγ. Βασίλειος εσκέφθησάν ποτε να μεταχειρισθώσι, νομίζοντες ότι ο

Ιησούς, ότε είπεν εις τους μαθητάς « Π ο ρ ε ύ ε σ θ ε δ ι δ ά -

σ κ ε τ ε π ά ν τ α τ α έ θ ν η.» δεν ενόει ότι η διδαχή αύτη

πρέπει να γίνηται διά καταμηνύσεων και κλητήρων.

Ίσως αντιτείνετε εις ταύτα, πολυσέβαστοί μου Ιεράρχαι, ότι ο Άγιος

Βασίλειος και οι λοιποί πατέρες ήσαν σοφοί άνθρωποι, κάτοχοι της

τε ιεράς και της θύραθεν παιδείας και ως εκ τούτου ηδύναντο ν'

αντιτάττωσιν ευαγγελικάς αληθείας και ευγλώττους φράσεις εις τα

σοφίσματα των εχθρών της πίστεως, ενώ υμείς δεν ηυτυχήσατε να

μάθετε γράμματα, ευρισκόμενοι εις τοιαύτην άγνοιαν των δογμάτων

της θρησκείας, ώστε ηναγκάσθητε να καταφύγετε εις λαϊκούς, ίνα

αποφασίσωσιν αν περιέχη τι κατ' αυτών• η Ι ω ά ν ν α, και πλην

τούτου, ενώ οι Βασίλειοι και Χρυσόστομοι δεν είχον άλλην φροντίδα

παρά μόνην την διδασκαλίαν, μόλις διά της βίας δεχόμενοι

επισκοπάς, υμείς απ' εναντίας έχετε μεταθέσεις να ζητήσετε,

υπουργούς να παρακαλέσετε, εχθρούς να διαβάλετε, φίλους να

τοποθετήσετε και άλλας ασχολίας, αίτινες δεν αφίνουσι καιρόν εις

διδαχήν του ποιμνίου, και διά ταύτα πάντα, προτιμάτε, ως

προχειροτέρους τους κλητήρας. Λοιπόν, Άγιοί μου Πατέρες, επειδή

δεν γνωρίζετε το επάγγελμά σας, επειδή αι περί μεταθέσεως

αντικανονικαί προσπάθειαι δεν αφίνουσιν εις υμάς καιρόν ν'

ανοίξετε βιβλίον, διά τούτο άραγε πρέπει να φυλακίζονται οι

άνθρωποι και να στερώνται του φωτός του ηλίου, τον οποίον ο

πανάγαθος Θεός α ν α τ έ λ λ ε ι ε π ί α γ α θ ο ύ ς κ α ι π ο-

ν η ρ ο ύ ς; Ο συλλογισμός ούτος, αν δεν είναι ευαγγελικός, είναι

τουλάχιστον πρωτότυπος και αστείος. Αλλ' ιδέτε και οποία χάλαζα

σαρκασμών επέπεσε κατά των ιερών υμών προσώπων, ότε μη αρκεσθέντες

να προσκαλέσετε λαϊκούς, ίνα δείξωσιν εις υμάς, τους φύλακας της

δογματικής κιβωτού, πού κείται η κακοδοξία της Ιωάννας, ετολμήσατε

έπειτα να ζητήσετε παρά του κ. Εισαγγελέως την θεραπείαν του

κακού, το οποίον εις υμάς μόνους απέκειτο να θεραπεύσετε,

οικοδομούντες το ποίμνιον και επαναφέροντες και αυτόν τον κ α -

κ ο ύ ρ γ ο ν σ υ γ γ ρ α φ έ α συντετριμμένον και μετανοούντα υπό

τους πόδας του Σταυρού. Ο κ. Εισαγγελεύς ουδ' απάντησιν έδωκεν^ οι

δικασταί απεκρίθησαν γελώντες ότι, αφού το βιβλίον είναι

αφωρισμένον, δεν δύνανται να το αναγνώσωσιν ίνα το δικάσωσιν· ο

τύπος ολόκληρος επέπεσε καθ' υμών η Η μ έ ρ α παρετήρησεν ότι δεν

είναι χριστιανικόν θέαμα το να βλέπη τις τον ωπλισμένον βραχίονα

των κλητήρων πλησίον των αόπλων και αιμοσταγών βραχιόνων του

Σωτήρος, το « Φ ω ς » έπλαοε νεκρικούς διαλόγους, ίνα εμπαίξη τας

απαγορεύσεις και εγκυκλίους, η Independance εσυμβούλευσεν υμίς να

μιμήσθε τους σήμερον καθολικούς, οίτινες αντί καταμηνύσεων

μεταχειρίζονται αναιρέσεις, η Ν έ α Γ ε ν ε ά εχλεύασε τας

πανταχούσας, και αυτός ο κ. Καλαποδάκης απεφάνθη ότι η διαγωγή

υμών ενθυμίζει τους σκοτεινούς χρόνους του μεσαιώνος· άλλοι δε

ηρώτησαν αν πράττετε ταύτα εκ συμφώνου μετά του συγγραφέως ίνα

υπερτιμηθή το βιβλίον. Ότε τα πράγματα περιήλθον εις τοιαύτην

δείνωσιν και εκορυφώθη ο γέλως, εκρίνατε τότε καλόν να

εμπιστευθήτε την υπεράσπισιν των δικαιωμάτων της Εκκλησίας εις τον

ρήτορα του τάγματος, τον Άγιον Καρυστίας, όστις κατεχώρισεν εν

αριθ. 985 του Ε θ ν ο φ ύ λ α κ ο ς υπό την επιγραφήν Η α σ υ γ -

χ ώ ρ η τ ο ς ο λ ι γ ω ρ ί α τ η ς Κ υ β ε ρ ν ή σ ε ω ς,

φιλιππικόν ή π α ν τ α χ ο ύ σ α ν ή φ ι λ α σ τ ρ ό κ α ν, ως

την εβάπτισαν αι εφημερίδες, δι' ης υβρίζει την Κυβέρνησιν διά την

αναλγησίαν της, π ρ ο κ ε ι μ έ ν ο υ π ε ρ ί τ ω ν ό λ ω ν

κ ι ν δ ύ ν ο υ, π ε ρ ί α ν α τ ρ ο π ή ς τ ω ν κ α θ ε σ -

τ ώ τ ω ν (;) π ε ρ ί α ν α σ κ ά ψ ε ω ς ε κ β ά θ ρ ω ν τ η ς

κ ο ι ν ω ν ί α ς, π ε ρ ί α ν α σ π ά σ ε ω ς ε κ θ ε μ ε λ ί-

ω ν τ ω ν Ι ε ρ ώ ν τ η ς π ί σ τ ε ω ς δ ο γ μ ά τ ω ν, περί

της πτωχής Ι ω ά ν ν α ς τέλος πάντων, ή τ ι ς σ κ α ν δ α λ ί-

ζ ε ι μ υ ρ ι ά δ α ς π ε π ο ι θ ή σ ε ω ν, δ ο λ ο φ ο ν ε ί ο-

λ ό κ λ η ρ ο ν κ ο ι ν ω ν ί α ν κ α ι π ο ι ε ί α ν ά σ τ α-

τ ο ν τ ο π α ν. Μετά τοιούτον προοίμιον ζητεί ο ευαγγελικός

ανήρ την π α ρ α δ ε ι γ μ α τ ι κ ή ν τ ι μ ω ρ ί α ν τ ο υ

κ α κ ο ύ ρ γ ο υ σ υ γ γ ρ α φ έ ω ς, τ η ν π α ν τ ο τ ε ι -

ν ή ν π α ύ σ ι ν του απειθήσαντος εις τας διαταγάς του εισαγγελέως,

την καταδίωξιν των α σ ε β ώ ν β ι β λ ι ο π ω λ ώ ν κτλ. Αλλ'

ουδ' εις ταύτα έκρινεν εύλογον ν' απάντηση η Κυβέρνησις· αν δε

απήντα, ήθελε πιθανώς ειπεί ότι της Εκκλησίας και ουχί της

Κυβερνήσεως έργον είναι η θεραπεία του κακού• ότι αι αλήθειαι της

θρησκείας δεν έχουσί τι να φοβώνται εκ του φωτός της συζητήσεως

και της φανεράς διά του λόγου πάλης κατά της ασεβείας, τας δε κατά

του κλήρου αιτιάσεις απόκειται εις αυτόν τον κλήρον ν' αναιρέση

διά των αρετών του, αν είναι ψευδείς• αν δε είναι αληθείς, τότε

δεν είναι δίκαιον να φυλακίζωνται οι άνθρωποι διά να κρύπτωνται τα

αίσχη των ιερέων. Εις ταύτα ηδύνατο να προσθέση, ότι υβρίζει τις

τον χριστιανισμόν, φοβούμενος δι' αυτόν την ελευθερίαν του λόγου,

εις ην χρεωστεί την ύπαρξιν και την εξάπλωσίν του εφ' όλης της

γης. Διότι τι άλλο ήσαν αι Ε π ι σ τ ο λ α ί, δι' ων ο Άγιος

Παύλος και οι λοιποί Απόστολοι εκρήμνισαν τα είδωλα και

εχριστιάνισαν την οικουμένην, ειμή μόνον διαμαρτυρήσεις εν ονόματι

της ελευθερίας της συνειδήσεως και του λόγου; οι δε κατά των

ομολογητών και μαρτύρων διωγμοί τι άλλο ειμή παραγνωρίσεις της

ελευθερίας ταύτης; {94} Ολίγον μετά ταύτα ο Χριστιανισμός

καταβαλών τους σοφιστάς εθριάμβευσε και πάλιν διά της ελευθερίας

του λόγου εν ταις σχολαίς των Αθηνών, της Αλεξανδρείας και

Αντιοχείας και δι' αυτής μόνης δύναται να θριαμβεύση· την δε

μεσολάβησιν της εξουσίας απαγορεύουσιν οι Άγιοι Πατέρες, ο Άγιος

Αθανάσιος, λέγων ότι ίδιον της θρησκείας είναι το πείθειν και ουχί

το αναγκάζειν και ο Άγιος Ιλάριος Παταυίου ισχυριζόμενος «Ό τ ι

α ν η κ ο σ μ ι κ ή ε ξ ο υ σ ί α ε ζ ή τ ε ι π ο τ έ ν α

ε π α ν α γ ά γ η β ι α ί ω ς τ ο υ ς π λ α ν η θ έ ν τ α ς,

κ α θ ή κ ο ν τ ω ν ε π ι σ κ ό π ω ν ή θ ε λ ε ν ε ί ν α ι ν α

σ τ α μ α τ ή σ ω σ ι τ ο ν β ρ α χ ί ο ν α α υ τ ή ς,

κ ρ ά ζ ο ν τ ε ς ε ν ί σ τ ό μ α τ ι «Ο Ι η σ ο ύ ς δ ε ν

ζ η τ ε ί ν' α ν α γ ν ω ρ ί σ ω σ ι ν α υ τ ό ν δ ι ά τ η ς

β ί α ς, D e u s n o n r e q u i r i t c o a c t a m

c o n f e s i o n e m» ώστε, «πολυσέβαστοί μου Συνοδικοί», ήθελεν

ειπείν εν είδει επιλόγου η Σ. Κυβέρνησις, «επικαλούμενοι την βοήθειαν

του κ. εισαγγελέως εξευτελίζετε τον Χριστιανισμόν, λησμονείτε τας

αποστολικάς παραδόσεις, κηρύττετε εαυτούς ανικάνους να

υπερασπίσετε διά του λόγου την εμπιστευθείσαν υμίν θείαν

παρακαταθήκην, εκτίθεσθε εις τον κοινόν γέλωτα, εν ενί λόγω ο υ κ

ο ί δ α τ ε τ ι π ο ι ε ί τ ε».

Και, μη νομίσετε ότι ούτω αποκρινομένη παραγνωρίζει η Κυβέρνησις

τα άρθρα του νόμου και του συντάγματος, τα οποία μετά τοσαύτης

ασπλαγχνίας επικαλείσθε κατά του δυστυχούς συγγραφέως. Αν αι

αποστολικαί παραδόσεις δεν συμφωνούσι με τας υμετέρας εγκυκλίους,

ουδόλως ευνοϊκώτεροι είναι προς αυτάς οι νόμοι του Κράτους. Και

περί μεν των επιθέτων κ α κ ο ύ ρ γ ο ς, έ χ ι δ ν α κτλ. περιττόν

νομίζω να είπω τι ενταύθα διότι η ύβρις και διαβολή, αν και

τιμωρούμεναι υπό του κώδικος, κατήντησαν όμως διά μακράς συνηθείας

αναπαλλοτρίωτα προνόμια των ιερέων, τα οποία ουδείς σκέπτεται ν'

αμφισβήτηση αυτοίς, ως καταστάντα όλως ακίνδυνα, αφού ο κόσμος δεν

πιστεύει πλέον εις τους λόγους των· αλλά το δικαίωμα της

καταμηνύσεως ώρισαν και περιώρισαν ακριβώς οι νόμοι του κράτους.

Το άρθρον, δυνάμει του οποίου καταμηνύετε την Ι ω ά ν ν α ν και

ζητείτε τ η ν π α ρ α δ ε ι γ μ α τ ι κ ή ν τ ι μ ω ρ ί α ν

τ ο υ κ α κ ο ύ ρ γ ο υ σ υ γ γ ρ α φ έ ω ς, είναι, αν δεν

απατώμαι, το διά της Θ' παραγράφου του καταστατικού της Συνόδου

χορηγηθέν εις υμάς δικαίωμα της επαγρυπνήσεως «ε ι ς τ ο

π ε ρ ι ε χ ό μ ε ν ο ν τ ω ν ε ι ς χ ρ ή σ ι ν τ η ς

ν ε ο λ α ί α ς κ α ι τ ο υ κ λ ή ρ ο υ π ε ρ ί θ ρ η -

σ κ ε υ τ ι κ ώ ν α ν τ ι κ ε ι μ έ ν ω ν π ρ α γ μ α τ ε υ ο -

μ έ ν ω ν β ι β λ ί ω ν». Αγνοώ πώς ερμηνεύετε υμείς τον νόμον

τούτον· ο γηραιός όμως και πολυμαθής καθηγητής του συνταγματικού

Δικαίου, κ. Δ. Κυριακού, του οποίου το κύρος, προκειμένου περί

νομικών ζητημάτων, θεωρώ, με την άδειάν σας, ανώτερον του υμετέρου,

εξηγεί το άρθρον τούτο ως ακολούθως.

««Συνέπεια της κατά το άρθρον του Συντάγματος

απαγορεύσεως του προσηλυτισμού είναι και το χορηγηθέν εις την

ιεράν Σύνοδον δικαίωμα του επαγρυπνείν εις το περιεχόμενον των εις

χρήσιν της νεότητος και του κλήρου δημοσιευομένων εν Ελλάδι ή

έξωθεν ερχομένων βιβλίων. Αλλ' η εποπτεία αύτη της Ιεράς Συνόδου

(προσέξατε, Άγιοί μου Πατέρες) δ ε ν δ ύ ν α τ α ι ν α ε κ τ α -

θ ή κ α ι ε π ί τ ω ν β ι β λ ί ω ν, ό σ α μ η π ρ ο ω ρ ι -

σ μ έ ν α ε ι ς π α ι δ α γ ω γ ί α ν π ρ α γ μ α τ ε ύ ο ν τ α ι

π ε ρ ί θ ρ η σ κ ε υ τ ι κ ώ ν α ν τ ι κ ε ι μ έ ν ω ν φ ι -

λ ο σ ο φ ι κ ώ ς ή ι σ τ ο ρ ι κ ώ ς διότι άλλως ήθελε

περιορίζεσθαι η έρευνα της αληθείας, οι δε λόγιοι του έθνους

έπρεπε να οδηγώνται εκ των φρονημάτων των κατά καιρούς

συγκροτούντων την Ιεράν Σύνοδον αρχιερέων»». Συγχωρήσατέ με ήδη να

ερωτήσω υμάς, σεβάσμιοι μου Πατέρες, αν δύναται να θεωρηθή ως

βιβλίον π ρ ο τ ι θ έ μ ε ν ο ν π ρ ο σ η λ υ τ ι σ μ ό ν

υ π έ ρ ά λ λ η ς τ ι ν ό ς θ ρ η σ κ ε ί α ς η Πάπισσα Ιωάννα,

ης ο συγγραφεύς κηρύττει εν τω προοιμίω του ότι «ουδ' ίχνος πολεμι-

κής τάσεως υπάρχει εν αυτή», ότι «τα αίσχη των Φράγκων και των

ανατολιτών, αι οπτασίαι των μεσαιωνικών καλογήρων, τα όνειρα των

γερμανών καθηγητών και πάσαι εν γένει αι θρησκευτικαί ή

φιλοσοφικαί παραδοξολογίαι εκτίθενται μετά της αυτής απαθείας,

μεθ' ης σημειώνει ο ναύτης την διεύθυνσιν των ανέμων εν τω

ημερολογίω του;» Αλλ' ουδέ εις τον σωρόν των ε ι ς χ ρ ή σ ι ν

τ η ς ν ε ο λ α ί α ς κ α ι τ ο υ κ λ ή ρ ο υ δ ι δ α κ τ ι -

κ ώ ν β ι β λ ί ω ν δύναται, νομίζω, να περιληφθή η Ι ω ά ν ν α.

Τίνι λοιπόν δικαιώματι αναμιγνύεσθε εις πράγματα αλλότρια της

δικαιοδοσίας υμών, καταμηνύοντες, υβρίζοντες και συκοφαντούντες

βιβλίον ουδόλως υποκείμενον εις την εκκλησιαστκήν λογοκρισίαν, ην

ο νόμος περιώρισεν εις μόνα τ α δ ι δ α κ τ ι κ ά; Η κοινωνία

υπέβαλε τον άνθρωπον εις την υμετέραν επιτήρησι μόνον μέχρις ου

καταστή ικανός να σκέπτεται αφ' εαυτού, μέχρις ου δηλ. γίνη

άνθρωπος, ότε πάλιν εις υμάς απόκειται να διατηρήτε αυτόν εις την

οδόν της ορθοδοξίας, ουχί όμως πλέον δι’ απαγορεύσεων και

λογοκρισίας, αλλ' αποδεικνύοντες εις αυτόν, ως έπραττον οι θείοι

Πατέρες, ότι τα υμέτερα διδάγματα είναι τα καλλίτερα. Το καλόν

τούτο παράδειγμα δίδουσιν εις υμάς εν Γαλλία οι εν Χριστώ αδελφοί

σας, οίτινες επανερχόμενοι εκόντες άκοντες εις την αποστολικήν

μέθοδον, αντί να τρομάξωσιν ότε εφάνη το κακόδοξον βιβλίον του

Ρενάν, αντί να ονομάσωσιν αυτόν έ χ ι δ ν α ν, Σ α τ α ν ά ν και

κ α κ ο ύ ρ γ ο ν, αντί να κράξωσιν ως υμείς Σ ώ σ ο ν, κ ύ ρ ι ε

ε ι σ α γ γ ε λ ε ύ, τ ο ν ε κ β ά θ ρ ω ν α ν α σ π ώ μ ε ν ο ν

Χ ρ ι α τ ι α ν ι σ μ ό ν! (όπερ είναι ασυγχώρητος βλασφημία εις

στόμα ιερέως οφείλοντος να πιστεύη ότι Ά δ ο υ π ύ λ α ι ο ύ

κ α τ ι σ χ ύ σ ο υ σ ι ν α υ τ ο ύ) αντί πάντων τούτων

ευχαρίστησαν απ' εναντίας τον Θεόν, ότι εν τ ω π λ ή θ ε ι τ ο υ

ε λ έ ο υ ς τ ο υ π α ρ έ σ χ ε ν ε ι ς α υ τ ο ύ ς τ η ν

ε υ κ α ι ρ ί α ν ν' α π ο δ ε ί ξ ω σ ι κ α ι π ά λ ι ν π ό σ ο ν

σ α θ ρ ά κ α ι ε υ ά λ ω τ α ή σ α ν τ α π ρ ο π ύ ρ γ ι α

τ η ς α σ ε β ε ί α ς {95}, ως και έπραξαν, επικαλεσθέντες την

βοηθειαν του Αγίου Πνεύματος αντί της του κ. εισαγγελέως. Τοιούτον

σύστημα μετεχειρίσθησαν και οι εν Γερμανία ιερείς κατά του

Στράους, οι Άγγλοι κατά του Δαρβίνου και οι Αμερικανοί κατά του

Πάρκερ· εν γένει δε πάσαι σήμερον των εξευγενισμένων εθνών αι

νομοθεσίαι θεωρούσιν ως περιττήν και επιζήμιον την φρούρησιν της

θρησκείας διά κλητήρων, νομίζοντες ότι φυσικοί αυτής φύλακες είναι

αυτοί οι ιερείς, μόνα όπλα έχοντες την αρετήν και την πυρίνην

γλώσσαν των {96}. Περί δε ιερέων χωρίς γλώσσαν δεν προνοεί ο

νόμος, διότι ουδαμού πλέον χειροτονούνται τοιούτοι, ουδέ ως

ανάπηροι γίνονται δεκτοί εις τον στρατόν.

Εκ τούτων βλέπετε, Άγιοί μου Πατέρες, ότι αι υμέτεραι εγκύκλιοι

και καταμηνύσεις ου μόνον παράλογοι είναι, αλλά και παράνομοι,

ούτε με του Ευαγγελίου ούτε με της νομοθεσίας του σημερινού αιώνος

το πνεύμα συμφωνούσαι· πολύ δε αμφιβάλλω αν κατ' αυτόν τον

μεσαιώνα ήθελον εύρει χάριν. Η τότε ιεροκρατία κατεδίκαζε μεν τους

υποπίπτοντας εις δογματικάς απάτας θεολόγους και έκαιεν ενίοτε

τους αιρεσιάρχας, αλλ' απείχεν από πάσης αναμίξεως εις τα μη

προτιθέμενα προσηλυτισμόν φιλολογικά συγγράμματα, εν οις έκαστος

ηδύνατο να ομιλήση ως φρόνιμος άνθρωπος περί Συνόδων, θαυμάτων

Αγίων κτλ. οι δε ιερείς έσπευδον πρώτοι εκείνοι να γελάσωσιν,

ενόσω ο συγγραφεύς δεν ελάμβανε βαρύ δογματικόν ύφος. Τα

ακολαστότερα και ασεβέστερα φιλολογικά προϊόντα είδον το φως καθ'

ην εποχήν ο Παπισμός και η Ιερά Εξέτασις εποδοπάτουν ασυστόλως την

χριστιανικήν αγέλην, ενώ αιρετικών.

πυραί καίοντο Θαμειαί.

Και τούτο ήτο επόμενον διότι οι τότε συγγραφείς, μη βλέποντες την

θρησκείαν ειμή διά του πρίσματος της δεισιδαιμονίας των καλογήρων

και της αισχρότητος των αρχιερέων, είχον καταντήσει να πιστεύωσιν,

ότι ούτε Θεός υπάρχει εις τον ουρανόν ούτε ηθική εις τον κόσμον,

απαραλλάκτως ως αμφιβάλλει τις και σήμερον περί της πραότητος και

μετριοπαθείας του χριστιανισμού μετά την ανάγνωσιν της εγκυκλίου,

δι' ης ο Άγ. Καρυστίας υβρίζει και απειλεί τον κόσμον όλον. Αλλ'

επανερχόμενος εις τον μεσαιώνα παρακαλώ υμάς να παρατηρήσητε, ότι

ούτε ο Βοκκάκιος {97} ούτε ο Αριόστος, ούτε ο Πούλκης, ούτε ο

Μακιαβέλλης, ούτε ο Έρασμος, ούτε ο Ραβελαί ουδ' άλλος τις ποιητής

ή συγγραφεύς της εποχής εκείνης κατεδιώχθη διά την ασέβειάν του·

διότι παρά μόνων των θεολόγων απητείτο Ορθοδοξία, οι δε λοιποί

λόγιοι έγραφον όπως ήθελον, ουδόλως ενοχλούμενοι υπό των

εκκλησιαστικών αρχόντων, οίτινες, πλην της απληστίας, της μέθης,

της σιμωνίας, της αισχρότητος και της μονομανίας του να καίωσιν

αιρεσιάρχας, ήσαν κατά τα λοιπά καλοί άνθρωποι, φιλόγελοι,

φιλάστειοι και προστάται των γραμμάτων. Αν δε επήρχετο εις την

κεφαλήν Αγίου τινός Μακαρίου της εποχής εκείνης η αλλόκοτος ιδέα

να καταμηνύση τον Αριόστον ή τον Ραβελαί επί κακοδοξία, οι

συνάδελφοι του θ' απεκρίνοντο γελώντες, διά του σοφού Ιησουίτου

Πάτερ Λεμουάν «Les erreurs de ce pays là n’appartiennent pas à la

jurisdiction de la Sorbonne (Peintures Morales κεφ α’), όπερ

σημαίνει ότι ουδέν κοινόν μεταξύ ιερέων και φιλολογίας.

Μέχρι, τούδε περιωρίσθην, σεβαστοί μου Ιεράρχαι, εις το να

καταστήσω ψηλαφητόν εις υμάς ότι, όσον αντιχριστιανική και αν

υποτεθή η «Ι ω ά ν ν α», μυριάκις αντιχριστιανικώτεραι είναι αι

υμέτεραι ύβρεις, απειλαί και επικλήσεις του εισαγγελέως, ήδη δε

θέλω εξετάσει με την άδειάν σας, αν τω όντι την θρησκείαν ή ΑΛΛΟ

ΤΙ εχλεύασεν ο συγγραφεύς του καταδικασθέντος βιβλίου. Εις την

έρευναν ταύτην ήθελε με βοηθήσει ουκ ολίγον η έκθεσις της προς

εξέτασιν του βιβλίου συστηθείσης υφ' υμών επιτροπής, ην όμως

εκρίνατε καλόν να τηρήσητε μυστικήν, έχοντες, φαίνεται, ισχυρούς

προς τούτο λόγους. Στερούμενος τοιούτου οδηγού ενδέχεται να

πλανηθώ· αλλά το αμάρτημά μου και εφ' υμάς θέλει πέσει, Άγιοί μου

Πατέρες, οίτινες αντί να θέσετε τον λόγον, την έκθεσιν δηλ. υμών,

«ω ς λ ύ χ ν ο ν τ ο ι ς π ο σ ί κ α ι φ ω ς ε ν τ α ι ς

τ ρ ί β ο ι ς{98}» των πιστών, προτιμάτε να περιφέρετε αυτόν εν τω

σκότει από του εισαγγελέως εις του ανακριτού.

Και εν πρώτοις συγχωρήσατε να ερωτήσω υμάς, τι εννοείτε διά της

λέξεως Θρησκεία; ο βασιλεύς της Γαλλίας Λουδοβίκος ο ιδ' συνείθιζε

να λέγη. « Η Γ α λ λ ί α ε ί μ α ι Ε γ ώ.» Ούτω φαίνονται

εννοήσαντες τον Χριστιανισμόν και πολλοί κατά καιρούς αρχιερείς,

ει και δεν ετόλμησαν να είπωσιν αναφανδόν «Η θ ρ η σ κ ε ί α ε ί-

μ ε θ α η μ ε ί ς». Αν κατά την έννοιαν ταύτην παραδεχθώμεν την

θρησκείαν, τότε πάντα τ' αφορώντα τον κλήρον συμπεριλαμβάνονται

κατ' ανάγκην εν αυτή. Μέρος της θρησκείας αποτελούσι τότε αι κατά

την εν Εφέσω Σύνοδον σφαγαί, και τα λακτίσματα του Διοσκόρου, και

αι πυρπολήσεις του Νεστορίου, και αι πλαστογραφίαι του Αγ.

Κυρίλλου και ο φόνος της Υπατίας και αι εν Σκυθοπόλει μεληδόν

κατακάψεις των Ελλήνων φιλοσόφων, και αι ωμότητες της Αγ. Ειρήνης

και όλα εν γένει τα κοσμούντα τα χρονικά του Βυζαντίου κατορθώματα

των ιερέων. Πλην δε τούτων πρέπει, να θεωρήσωμεν ως αποτελούντα

μέρος της θρησκείας και τας διηγήσεις της Αμαρτωλών Σωτηρίας, τας

αισχρολογίας του Νικοδήμου, την εκκλησιαστικών ρινοφωνίαν, το

καύσιμον του Ιούδα εν Χαλκίδι, τας εις Τήνον προσκυνήσεις και

αυτάς τέλος πάντων τας εγκυκλίους του Αγ. Καρυστίας. Αν τοιαύτην

περιληπτικήν έννοιαν δίδετε εις την λέξιν Θ ρ η σ κ ε ί α, ω Άγιοί

μου πατέρες, τότε ό ρ γ α ν ο ν τω όντι του Σ α τ α ν ά, έ χ ι δ-

ν α κ α ι κ α κ ο ύ ρ γ ο ς είναι ο συγγραφεύς της «Ιωάννας,»

όστις πάντα ταύτα έσκωψε και εμυκτήρισεν ανηλεώς. Συγχωρήσατε μοι

όμως να παρατηρήσω ότι η τοιαύτη ερμηνεία απηρχαιώθη• σήμερον δε

επανερχόμενοι βαθμηδόν εις την αρχαϊκήν απλότητα εννοούμεν διά της

λέξεως θ ρ η σ κ ε ί α την διδασκαλίαν του Ιησού, τας ερμηνείας,

των πρώτων Πατέρων και τους κανόνας των Συνόδων, καθόσον δεν

συνειργάσθησαν εις την σύνταξιν αυτών ούτε λακτίσματα ούτε σφαγαί,

και πλην τούτου καθ' όσον τα υπό των Συνόδων τούτων κανονισθέντα

δεν αντιμάχονται αναφανδόν προς το πνεύμα του Ευαγγελίου και τας

απαιτήσεις του ορθού λόγου. Εις ταύτα δε μόνον περιορίζων την

πίστιν μου είμαι, νομίζω, ορθοδοξότερος και υμών αυτών, οίτινες

χάριν ευτελών συμφερόντων εξορίζετε εκ του Χριστιανισμού και

αυτούς τους αποστολικούς κανόνας, τους απαγορεύοντας την μετάθεσιν

των Επισκόπων. Αλλ’ αν κατά την δευτέραν ταύτην έννοιαν

παραδεχθώμεν τον Χριστιανισμόν, την σύμφωνον με το Ευαγγέλιον, τον

ορθόν λόγον, και τας παραδόσεις των αποστολικών πατέρων, ενώ η

πρώτη μόνον με τους Ιεροεξεταστάς και την ιεροκρατίαν του

μεσαιώνος συμφωνεί, δυσεύρετος τότε καθίσταται εν τη Ι ω ά ν ν α

η κακοδοξία, εκτός μόνον αν αποδοθώσιν εις τον συγγραφέα όσαι

γελοίαι γνώμαι μεσαιωνίων θεολόγων ή συγχρόνων Γερμανών φιλοσόφων

αναφέρει ίνα τας χλευάση, ρητώς αποδοκιμάζων αυτάς εν τε τω

κειμένω και διά των εν τέλει, σημειώσεων {99}. Τούτο δε πράττων

ουδόλως εγγίζει, τα ιερά· διότι, δύο τινά υπάρχουσιν, Άγιοί μου

Πατέρες, εν τη χριστιανική θρησκεία, η Θεία αυτής αλήθεια, ήτις

την καθιστά σεβαστήν, και αι ανοησίαι των ανθρώπων, αίτινες την

κατέστησαν καταγέλαστον, «ο υ δ ό λ ω ς δ ε ε μ π α ί ζ ε ι

τ η ν θ ρ η σ κ ε ί α ν ο χ λ ε υ ά ζ ω ν τ α ς π α ρ α δ ο -

ξ ο λ ο γ ί α ς, δ ι' ω ν α τ ι μ ά ζ ο υ σ ι ν α υ τ ή ν ο ι

ι ε ρ ε ί ς.» Το ρητόν τούτο του Θείου Πασχάλ φέρει γαλλιστί η

Ι ω ά ν ν α επί κεφαλής της πρώτης σελίδος, το οποίον κακώς έπραξε

μη μεταφράσας χάριν υμών ο συγγραφεύς. Αλλά και εν σελ. 107 λέγει αφ'

εαυτού: «Α γ α π ά ς, α ν α γ ν ώ σ τ ά μ ο υ, τ ο ν γ ε ν -

ν α ί ο ν ο ί ν ο ν τ η ς π ί στ ε ω ς, ω ς ω ν ό μ α ζ ε τ η ν

θ ρ η σ κ ε ί α ν ο σ ο φ ό ς Α λ β ί ν ο ς; α ν τ ω ό ν τ ι

τ ο ν α γ α π ά ς, μ ι σ ε ί ς β ε β α ί ω ς τ ο υ ς α σ υ -

ν ε ι δ ή τ ο υ ς ε κ ε ί ν ο υ ς κ α π ή λ ο υ ς, ο ί τ ι ν ε ς

ν ο θ ε ύ ο υ σ ι τ ο θ ε ί ο ν τ ο ύ τ ο π ο τ ό ν, α ν α -

μ ι γ ν ύ ο ν τ ε ς ύ δ ω ρ, β α φ ά ς ή δ η λ η τ ή ρ ι α κ α ι

α ν τ ί Θ ε ί ο υ ν έ κ τ α ρ ο ς α ν ο ύ σ ι ο ν ή ν α υ τ ι-

ώ δ ε ς π ο τ ό ν π ρ ο σ φ έ ρ ο ν τ ε ς ε ι ς τ α δ ι ψ ώ-

ν τ α χ ε ί λ η σ ο υ.» Μόνον κατά των καπήλων τούτων του

μεσαιώνος εκήρυξε πόλεμον ή μάλλον γέλωτα ο συγγραφεύς, ακολουθών

το παράγγελμα του ιερού Αυγουστίνου «H a e c t u i r r i d e,

ut e i s r i d e n d a a c f u g i e n d a e m o e n d e s.»

Ούτω, όταν εν σελ. 158 λέγει ότι κατά τον μέγαν Αλβέρτον «το

σημείον του σταυρού έ μ ε ι ν ε ν ε γ κ ε χ α γ μ έ ν ο ν ε π ί

τ η ς ρ ά χ ε ω ς τ ο υ ό ν ο υ, ο ν α ν έ β α ι ν ε ν ο Σ ω-

τ ή ρ ό τ ε ε ι σ ή λ θ ε ν ε ι ς Ι ε ρ ο σ ό λ υ μ α», ή

κατωτέρω «ό τ ι ο ι ε υ σ ε β ε ί ς π ε τ ε ι ν ο ί τ ω ν Ι-

ε ρ ο σ ο λ ύ μ ω ν ν η σ τ ε ύ ου σ ι ν ε κ ο υ σ ί ω ς κ α -

τ ά τ η ν ε β δ ο μ ά δ α τ ω ν π α θ ώ ν», ουδόλως προτίθεται

να χλευάση τον Ιησούν, ω άγιοί μου Πατέρες, αλλά τους μωρούς

εκείνους θεολόγους, οίτινες μη αρκούμενοι εις τα ευαγγελικά

θαύματα, ετόλμησαν με ταύτας και άλλας γελοίας επινοήσεις να

παρομορφώσωσι την θείαν φυσιογνωμίαν του Σωτήρος, παριστώντες

αυτόν ως άλλον Απολλώνιον Τυανέα. Αλλ' ουδέ δόγματα εμπαίζει,

νομίζω, ο συγγραφεύς στιγματίζων εν σελ. 146 τους συζητούντας αυτά

διά μαχαιρών, πλαστογραφίας και λακτισμάτων, ή τους αργούς

εκείνους Θεολόγους, οίτινες συνεσώρευον αισχρολογίας, ίνα

εξακριβώσωσι τι γίνεται εν τω στομάχω του μεταλαμβάνοντος το σώμα

του Σωτήρος και που έπειτα μεταβαίνει, και επλημμύρουν δι' αίματος

την Ανατολήν, φιλονικούντες περί, της διπλής φύσεως του Ιησού, ίνα

απολαύσωσι πλουσιωτέρας Επισκοπάς, ως ομολογεί ο σύγχρονος Άγ.

Ισίδωρος ο Πηλουσιώτης, καθ’ ον οι τότε αρχιερείς «π ε ρ ί π ρ ά-

γ μ α τ ι θ ε ί ο ν κ α ι λ ό γ ο υ κ ρ ε ί τ τ ο ν δ ι α φ ω-

ν ε ί ν π ρ ο σ π ο ι ο ύ ν τ α ι υ π ό φ ι λ α ρ χ ί α ς ε κ-

β α κ χ ε υ ό μ ε ν ο ι.» Τι δε να είπω περί των Συναξαρίων, της

«Κ α λ ο κ α ι ρ ι ν ή ς», του «Ν έ ο υ Π α ρ α δ ε ί σ ο υ» και

της « Ά μ α ρ τ ω λ ώ ν Σ ω τ η ρ ί α ς», και προ πάντων περί του

αισχίστου «Έ ξ ο μ ο λ ο γ η τ α ρ ί ο υ» του Νικοδήμου, τα οποία

μέχρι σήμερον μιαίνουσι τας ακοάς και διαφθείρουσι τα ήθη του

λαού, παριστώντα εις αυτόν τους ιδρυτάς του χριστιανισμού ως

βλάκας ή αγύρτας; Μήπως και τα συναξάρια ταύτα αποτελούσι μέρος

της θρησκείας, ενώ πλην της αισχρότητος είναι, και απ' αρχής μέχρι

τέλους διά μανιχαϊκής πλάνης μεμολυσμένα; οι καθολικοί αυτοί δεν

αναγινώσκουσι πλέον το μαρτυλόγιον του Ουζουάρδου ή το συναξάριον

του Μαυρολύκου, αλλά προσκαλούσιν ειδήμονας λογίους, ίνα

συντάξωσιν, αν όχι ανεπιλήπτους, ευσχημονεστέρας τουλάχιστον

αγιογραφίας {100}. Ο σήμερον χριστιανισμός, σεβαστοί μοι Πατέρες

δύναται να συγκριθή προς ωραίαν ραφαήλειον εικόνα, τη οποίαν

αλλεπάλληλοι γενεαί αμαθών ζωγράφων παρεμόρφωσαν δι' αφυών

επιχρώσεων. Ουδείς δύναται να κατηγορήση ως μνήμην του Ραφαήλου

τον αποξέοντα τα πρόσθετα χρώματα, ίνα θαυμάση την εικόνα του

αριστοτέχνου εν τη αρχαιοτύπω αυτής απλότητι και καλλονή, έτι δε

ολιγώτερον να μεμφθή ως αντιχριστιανικόν το έργον του ζητούντος ν'

αποπλύνη από της θρησκείας τους ρύπους του μεσαιώνος. Απόδειξις δε

ακαταμάχητος ότι τα αισχρά μόνον και ουχί τα άγια εχλεύασεν ο

συγγραφεύς της Ι ω ά ν ν α ς έστω, ότι ουδέν των όσα ενέπαιξεν

ηθέλετε τολμήσει, νομίζω, να υπερασπίσητε αναφανδόν, ούτε τας

ωμότητας, ούτε τας καταχρήσεις, ούτε την ασέλγειαν ή τας

δεισιδαιμονίας των ιερέων του μεσαιώνος• και διά τούτο η έκθεσις

υμών έμεινε μυστική.

Τι δε να είπω και περί της κατηγορίας εκείνης, ην από του ιερού

άμβωνος απηγγείλατε κατά του συγγραφέως «ό τ ι χ λ ε υ ά ζ ε ι

τ η ν θ ρ η σ κ ε ί α ν δ ι ά τ η ς σ υ ν ε χ ο ύ ς π α ρ α-

β ο λ ή ς τ ω ν μ υ σ τ η ρ ί ω ν, δ ο γ μ ά τ ω ν, ι ε ρ ώ ν

τ ε λ ε τ ώ ν κ α ι ε θ ί μ ω ν τ η ς ο ρ θ ο δ ό ξ ο υ Ε κ-

κ λη σ ί α ς π ρ ο ς τ α β έ β η λ α (τα έθιμα δηλ. και τας

τελετάς κτλ. των ειδωλολατρών), κατηγορίας ήτις τοσαύτην εμφαίνει

αμάθειαν της εκκλησιαστικής ιστορίας και των συγγραμμάτων των

θείων Πατέρων, ώστε ερυθριώ δι’ υμάς αναγκαζόμενος ν' ανασκευάσω

αυτήν; Μόνοι, ίσως υμείς αγνοείτε ότι αι πλείσται, ίνα μη είπω

πάσαι αι τελεταί του Χριστιανισμού, παρελήφθησαν κατά την

μαρτυρίαν των αγ. Πατέρων, εκ της ειδωλολατρείας, και πολλαί

τούτων μάλιστα εισήχθησαν εις την Εκκλησίαν ακόντων αυτών. Ούτω

π.χ. ο Τερτουλλιανός (Α π ο λ ο γ. §. Λ') και ο Άγ. Λακτάντιος (I

n s t i. D i v. II 20) ομιλούσι μετ' αποστροφής περί του

ειδωλολατρικού εθίμου του θυμιάματος, απαγορεύοντες την πώλησιν

αυτού εις τους χριστιανούς εμπόρους• ο Μινούτιος Φήλιξ (O c t a v.

XXXVII) εξανίσταται κατά της χρήσεως των λαμπάδων, ο δε

προμνημονευθείς Λακιάννιος (I n s t i D i v. vi, ii,) ερωτά τους

συζητούντας να εισαγάγωσι το έθιμον τούτο εις την εκκλησίαν:

Π ώ ς π ο τ ε ή θ ε λ ο ν τ ο λ μ ή σ ε ι ν α π ρ ο σ φ έ ρ ω-

σ ι ν ε υ τ ε λ ή κ η ρ ί α ε ι ς τ ο ν π λ ά σ α ν τ α τ ο ν

ή λ ι ο ν κ α ι τ ο υ ς α σ τ έ ρ α ς, ω ς ο ι ε ι δ ω λ ο -

λ ά τ ρ α ι ε ι ς τ ο υ ς θ ε ο ύ ς α υ τ ώ ν, ο ί τ ι ν ε ς

ό ν τ ε ς θ ε ο ί τ ο υ σ κ ό τ ο υ ς έ χ ο υ σ ι ν α ν ά -

γ κ η ν κ η ρ ί ω ν ίνα β λ έ π ω σ ι ν; Ο δι' ύδατος αγιασμός των

οικιών είναι κατά τον Τερτουλλιανόν (D e b a p t i s m e π ε ρ ί

τ α τ έ λ η) απομίμησις ειδωλολατρικού εθίμου, αι δε λιτανείαι

ουδέν άλλο ή αι θεωρίαι των αρχαίων (D e J e j u n i i s σ.

583). Οι άρτοι της προθέσεως ελήφθησαν κατά τον Άγ. Ίουστίνον (Α

π ο λ. β', σ, 98) παρά των Αιγυπτίων, αι δε προσκυνήσεις είνε

έθιμον ινδικόν. Και αυτό δε το βάπτισμα είναι κατά τον

Τερτουλλιανόν απομίμησις των εθνικών, οίτινες εμύουν δι' αυτού

τους νεοφύτους εις τα μυστήρια της Ίσιδος (De Bapt. v)· τοιαύτης

δe γνώμης είναι, o Άγ. Ιουστίνος (Α π ο λ ο γ. β', 62) και o

χριστιανικώτατος Λαμενναίος (D e l ’ I n d i f. vi, 7)• Και ού

μόνον ταύτα, αλλά και αυτά τα δόγματα και μυστήρια της

χριστιανικής θρησκείας, η Αγ. Τριάς {101}, η Ενσάρκωσις, η

Εξομολόγησις {102}, η Ευχαριστία{103} κτλ., προϋπήρχον και επί

τινα καιρόν συνυπήρχον μετά του Χριστιανισμού, ως ομολογούσιν οι

Άγιοι Πατέρες, οίτινες κατά τούτο μόνον ευρίσκονται εις διαφωνίαν,

ότι οι μεν ζητούσι ν' αποδείξωσι διά της ταυτότητος ταύτης την

αρχαιότητα και την παγκόσμιον συμφωνίαν πάντων των εθνών περί της

αληθείας του Χριστιανισμού, οι δε φρονούσιν απ' εναντίας ότι ο

Δαίμων, προγνωρίζων τα δόγματα και τας τελετάς της μελλούσης

θρησκείας, απεκάλυψεν αυτά εις τους εθνικούς, ίνα εκ των προτέρων

τα παρωδήσωσιν. «Ο Δ ι ά β ο λ ο ς, ο π ί θ η ξ ο ύ τ ο ς τ ο

υ Θ ε ο ύ, λέγει ο Τερτουλλιανός, ε κ ί ν η σ ε τ ο υ ς ε ι -

δ ω λ ο λ ά τ ρ α ς ε ι ς α π ο μ ί μ η σ ι ν τ ω ν τ ε λ ε -

τ ώ ν τ ο υ Χ ρ ι σ τ ι α ν ι σ μ ο ύ, κ α ι δ ι ά τ ο ύ τ ο

β λ έ π ο μ ε ν α υ τ ο ύ ς β α π τ ι ζ ο μ έ ν ο υ ς, π ρ ο -

σ κ υ ν ο ύ ν τ α ς, α ν α θ έ τ ο ν τ α ς π ρ ο σ φ ο ρ ά ς ε π ί

τ ω ν β ω μ ώ ν κτλ.» (Κ α τ ά Μ α ρ κ ί α ν. § ιδ'.) Οι νεώτεροι

κριτικοί και αρχαιολόγοι επικυρούσι κατά πάντα την γνώμην των

Αγίων Πατέρων αποδεικνύοντες επιστημονικώς διά της παραθέσεως των

μνημείων της αρχαιότητος, των ινδικών μάλιστα και αιγυπτιακών, ότι

πάντα τα δόγματα και έθιμα της χριστιανικής θρησκείας προϋπήρχον

εν τη Ανατολή{104}. Αλλ' ουδ’ αυτοί οι σήμερον εν τη Δύσει

απολογηταί του Χριστιανισμού κρύπτουσι την ομοιότητα ταύτην, ην

απεναντίας κηρύττουσι μεγαλοφώνως ως επιχείρημα υπέρ του αληθούς

της χριστιανικής θρησκείας, συμπεριλαμβανούσης εν εαυτή πάσας τας

άλλας {105}. Ταύτα νομίζω υπεραρκούντα ίνα πείσωσιν υμάς, σεβαστοί

μου Ιεράρχαι, ότι ο συγγραφεύς της «Π α π ί σ σ η ς», καταδεικνύων

την ομοιότητα των τελετών και εθίμων του Χριστιανισμού και της

ειδωλολατρείας, είναι σύμφωνος προς την ιστορίαν, τα πορίσματα της

νεωτέρας επιστήμης και, όπερ μείζον, προς τους Αγ. Πατέρας των

οποίων τα συγγράμματα συναφωρίσατε, εν αγνοία σας νομίζω, μετά της

«Ιωάννας». Αλλά θαρσείτε· οι Άγιοι ούτοι δεν είναι μνησίκακοι, και

ίσως κατά την ώραν ταύτην δέονται του Υψίστου υπέρ υμών λέγοντες

«Ά φ ε ς α υ τ ο ί ς, Κ ύ ρ ι ε, ο υ γ α ρ ο ί δ α σ ι τ ι

π ο ι ο ύ σ ι ν».

Έν μόνον μένει ακόμη να εξετάσωμεν, αν τω όντι παρέβη ο συγγραφεύς

το ευαγγελικόν παράγγελμα της προς τον πλησίον αγάπης ε μ π α ί -

ξ α ς, σ κ ώ ψ α ς κ α ι μ υ κ τ η ρ ί σ α ς τας ανοησίας των

μεσαιωνικών θεολόγων, αντί να τας αναιρέση σοβαρώς, επικαλούμενος

κατ’ αυτών τον νόμον και τους προφήτας. Το κατ' εμέ, άχολος ων εκ

φύσεως, ήθελον θεωρήσει προθύμως ως αντιχριστιανικά τα σκώμματα

και τους εμπαιγμούς, αν υπήρχεν άλλο όπλον πλην του γέλωτος κατά

της ανοησίας. «Η π ρ ο ς τ ο ν π λ η σ ί ο ν α γ ά π η α ν α -

γ κ ά ζ ε ι η μ ά ς π ο λ λ ά κ ι ς ν α ε μ π α ί ζ ω μ ε ν

τ α ς α ν ο η σ ί α ς τ ο υ, ί ν α τ α ς κ α τ α σ τ ή σ ω -

μ ε ν μ ι σ η τ ά ς κ α ι φ ε υ κ τ έ α ς» έγραφεν ο ιερός

Αυγουστίνος, δικαιολογών τας ειρωνείας, τας οποίας μετεχειρίσθη

κατά των εν Αφρική θεολόγων, ους ωνόμαζε σκωπτικώς κ ο μ ή τ α ς.

Της αυτής δε γνώμης ήσαν, καθ' όσον γνωρίζω, και οι άλλοι Πατέρες.

Ο Άγ. Ιερώνυμος, ο χλευάσας ανηλεώς τους αιρετικούς διά των Ε π ι-

σ τ ο λ ώ ν του, ο Άγ. Βασίλειος ειρωνευθείς τους αγραμμάτους,

οίτινες ωμίλουν περί θεολογίας• ο Άγ. Ειρηναίος μυρία συσσωρεύσας

σκώμματα κατά των Γνωστικών και αυτός τέλος πάντων ο πικρός και

αγέλαστος Τερτουλλιανός λέγων «Α ν α π α ν τ ώ ν τ α ι ε ν

τ ο ι ς β ι β λ ί ο ι ς μ ο υ χ ω ρ ί α κ ι ν ο ύ ν τ α τ ο ν

γ έ λ ω τ α, τ ο ύ τ ο π ρ ο έ ρ χ ε τ α ι, ε ξ α υ τ ή ς τ η ς

φ ύ σ ε ω ς τ ω ν π ρ α γ μ ά τ ω ν, ά τ ι ν α ή σ α ν φ ύ -

σ ε ι γ ε λ ο ί α· κ α ι τ α τ ο ι α ύ τ α μ ό ν ο ν δ ι ά

τ ο υ γ έ λ ω τ ο ς π ρ έ π ε ι ν α π ο λ ε μ ώ ν τ α ι, ί ν α

μ η δ ί δ ε τ α ι ε ι ς α υ τ ά π ε ρ ι σ σ ο τ έ ρ α

ό σ η ς α ξ ί ζ ο υ σ ι σ η μ α σ ί α δ ι ά σ π ο υ δ α ί α ς

α ν α ι ρ έ σ ε ω ς {106}. Εκ τούτων βλέπετε, σεβασμιώτατοι Ιεράρχαι

μου, ότι η διά του σκώμματος τιμωρία της ανοησίας ουδόλως

αντίκειται εις το πνεύμα του Ευαγγελίου, αφού μετεχειρίσθησαν

αυτήν οι αγιώτατοι των Πατέρων. Ο συγγραφεύς της Ιωάννας

περιωρίσθη εις το να παραθέση ως επί το πλείστον άνευ σχολίων τα

χωρία των θεολόγων του μεσαιώνος· αν δε εγεννήθη ο γέλως, «τ ο ύ τ ο

π ρ ο έ ρ χ ε τ α ι ε ξ α υ τ ώ ν τ ω ν π ρ α γ μ ά τ ω ν,

ά τ ι ν α ή σ α ν φ ύ σ ε ι γ ε λ ο ί α.» Και τω όντι τι

γελοιωδέστερον ή να βλέπη τις την θρησκείαν, εξ ης περιεμένομεν

την μέλλουσαν ημών σωτηρίαν, ούτω ασυστόλως νοθευομένην με τας

γελοίας επινοήσεις ανόητων καλογήρων συζητούντων περί του τι

γίνεται εν τω στομάχω του μεταλαμβάνοντος το σώμα του Σωτήρος, ή

Συνόδων συνερχομένων ν' αποφασίσωσιν «α ν α ν ή κ ω σ ι ν ή

ό χ ι ε ι ς τ ο α ν θ ρ ώ π ι ν ο ν γ έ ν ο ς α ι γ υ ν α ί -

κ ε ς;» Πως άλλως ή παίζων ηδύνατο να ομιλήση ο συγγραφεύς περί

τοιούτων πραγμάτων, αφού κατά μεν τους Πατέρας «Μ ό ν ο ν δ ι ά

τ ο υ γ έ λ ω τ ο ς τ ι μ ω ρ ε ί τ α ι η α ν ο η σ ί α», κατά

δε την Γραφήν «Κ ύ ρ ι ο ς α λ η θ ι ν ώ ν σ τ ό μ α ε μ π λ ή-

σ ε ι γ έ λ ω τ ο ς;» Μίαν μόνην δικαίαν μομφήν δύναται τις ν'

αποτείνη εις τον γράψαντα την Ιωάνναν, ότι ουδέν νέον είπεν εν τω

βιβλίω του. Επιχειρήσας ν' αποδείξη ότι οι πλείστοι των ιερέων του

μεσαιώνος ήσαν δεισιδαίμονες, άρπαγες, κακοήθεις και αιμοβόροι,

ομοιάζει άνθρωπον αναβαίνοντα επί βήματος, ίνα αναγγείλη εις το

κοινόν ότι οι σκορπίοι είναι φαρμακεροί, αι έχιδναι ιοβόλοι και οι

σφήκες έχουσι κακά κέντρα. Γελάσατε αν θέλετε με την απλότητα του

καλού τούτου ανθρώπου, εμπαίξατε τας ανακαλύψεις του, αλλά, προς

Θεού, μη ζητείτε να τον στείλητε εις την φυλακήν ως υβρίσαντα τα

αξιότιμα ταύτα φαρμακερά ζώα, διότι τούτο ήθελεν είναι

ασυνειδησία.

Και μη είπητε, Άγιοί μου Πατέρες, ότι παρενοήσατε τον σκοπόν του

συγγραφέως, σκώπτοντος τους γελοίους ιερείς και ουχί την

θρησκείαν. Τα χωρία δι' ων εξηγεί τον σκοπόν αυτού είναι πολλά και

σαφή, αι δε παραπομπαί αυτού ακριβείς και ευεξέλεγκτοι, ώστε

δύσκολος ή μάλλον αδύνατος ήτο πάσα παρανόησις. Ειπέτε μάλλον ότι

ωργίσθητε κατ' αυτού, διότι είπεν εν τω προοιμίω του ότι μεταξύ

πάντων των σήμερον χριστιανικών εθνών μόνοι ημείς στερούμεθα

θρησκευτικής διδασκαλίας· ότι ενώ πανταχού και εν αυτή ακόμη τη

ορθοδόξω Ρωσσία η εξωτερική λατρεία ρυθμίζεται αναλόγως των

απαιτήσεων του προοδεύοντος πολιτισμού, μόνοι ημείς μένομεν

προσκολλημένοι, εις τους τύπους του μεσαιώνος ως τα οστρείδια εις

τον βράχον, εκλέγοντες τους λειτουργούς του Υψίστου μεταξύ των

αναλφαβήτων, ασπαζόμενοι βυζαντινάς μαυρογραφίας και ακροώμενοι

διώρους ρινοφωνίας, τας οποίας απεδοκίμαζε και αυτός ο Άγιος

Βασίλειος{107}. Πιθανόν να δυσηρεστήθητε και δι' όσα εν σελ. 108

είπεν ο συγγραφεύς περί του ημετέρου κλήρου, ότι δηλ. ενώ οι ε ν

τ η Δ ύ σ ε ι ι ε ρ ε ί ς α π έ κ τ η σ α ν ο ξ ε ί ς ό ν υ -

χ α ς κ α ι ι ο β ό λ ο υ ς ο δ ό ν τ α ς, π α ρ' η μ ί ν α π'

ε ν α ν τ ί α ς κ α τ ή ν τ η σ α ν β α θ μ η δ ό ν α β λ α -

β ε ί ς κ α ι χ ε ι ρ ο ή θ ε ι ς ω ς οι ε γ χ έ λ ε ι ς τ η ς

Κ ω π α ΐ δ ο ς, και ίνα διαψεύσητε αυτόν, νομίζοντα υμάς καλούς

ανθρώπους εσπεύσατε να δείξετε ότι έχετε και υμείς οδόντας.

Συγχωρήσατέ με όμως να παρατηρήσω, Άγιοί μου Πατέρες, ότι πάντα τα

ανωτέρω ουδέν έχουσι κοινόν μετά της θρησκείας, εν ονόματι της

οποίας υβρίζετε, καταμηνύετε και διαβάλλετε τον συγγραφέα. Ίσως

προφασισθήτε ότι η σήμερον διανοητική κατάστασις του ελληνικού

λαού, μη όντος εισέτι εις θέσιν να διακρίνη τα αληθή όρια της

θρησκείας καθιστά αναγκαία προφυλακτικά μέτρα κατά της «Ι ω ά ν -

ν α ς» δυναμένης να κλονίση τας πεποιθήσεις των συγχεόντων ακόμη την

θρησκείαν μετά των λειτουργών αυτής. Αλλά και τούτου δοθέντος,

τίνα λογικόν σκοπόν είχον αι υμέτεραι απαγορεύσεις και τίνας

ηλπίζετε δι' αυτών να προφυλάξετε; Ουχί βεβαίως τους μη

γνωρίζοντας ν’ αναγινώσκωσιν, οίτινες ουδόλως εκινδύνευον, και έτι

ολιγώτερον τους γραμματισμένους, των οποίων ο αριθμός και η

περιέργεια δεκαπλασιάζεται διά των τοιούτων απαγορεύσεων. Ταύτα

κάλλιον παντός άλλου εγινώσκετε, σεβασμιώτατοι Ιεράρχαι μου· αλλά

συγχρόνως εγνωρίζετε ότι χάρις εις παντελή έλλειψιν χριστιανικής

διδασκαλίας υπάρχουσιν ακόμη παρ' ημίν αναγνώσται της Α μ α ρ τ ω-

λ ώ ν Σ ω τ η ρ ί α ς, γραΐδια λιβανίζοντα την Αγ. Παρασκευήν και

ευσεβείς προσκυνηταί νομίζοντες ότι η εν Τήνω Παναγία είναι

ευσπλαγχνικωτέρα των αλλαχού, ως οι παρά Πλουτάρχω εκείνοι

Μεγαρείς, οι ισχυριζόμενοι ότι η εν Μεγάροις σελήνη είναι

μεγαλυτέρα της των Αθηνών. Τούτους ηλπίσατε διά των κραυγών υμών

να εξεγείρετε κατά του συγγραφέως, την μάμμην, την τροφόν και τους

υπηρέτας του! Υμείς τ ο φ ω ς τ ο υ κ ό σ μ ο υ εβασίσθητε επί

του σκότους της αμαθείας, ίνα εκδικηθήτε διαβάλλοντες ως εχθρόν

της θρησκείας, τον μόνας τας καταχρήσεις των ιερέων αποστραφέντα,

τα δε ευαγγελικά παραγγέλματα του Σωτήρος ημών μετά τοσαύτης

ευλαβείας ακολουθούντα, ώστε επί πέντε κατά συνέχειαν μήνας,

απειλούμενος, καταδιωκόμενος, ονομαζόμενος έ χ ι δ ν α, κ α κ ο ύ-

ρ γ ο ς, ό ρ γ α ν ο ν τ ο υ Σ α τ α ν ά, μ υ σ α ρ ό ς, α ν α -

τ ρ ο π ε ύ ς τ ω ν κ α θ ε σ τ ώ τ ω ν κ.τ.λ., ουδέ γρυ απεκρίθη

εις πάντα ταύτα, ενώ τόσον εύκολος ήτο η απάντησις. Δεν ενοώ

βεβαίως διά τούτου ότι ηδύνατο να διαγωνισθή προς τον Αγ.

Καρυστίας κατά την εύροιαν των υβριστικών επιθέτων, διότι ουδείς ο

δυνάμενος ν' αμφισβητήση εις τους ρασοφόρους την δάφνην του είδους

τούτου της φιλολογίας, αλλ' εις τας ύβρεις ταύτας ηδύνατο

απολογούμενος ν’ αντιτάξη πράγματα. Ότι π.χ. δεν ανήκει εις υμάς,

Σεβασμιώτατοι Ιεράρχαι μου, να κατηγορήτε τους άλλους ως

ανατροπείς των καθεστώτων, ενώ από τριών ήδη ετών ανατρέπετε και

καταπατείτε τους τε θείους κανόνας και τους νόμους του Κράτους

ζητούντες μεταθέσεις• ότι πολύ ολιγώτερον αρμόζει εις υμάς να

κατηγορήτε τους άλλους ως ασεβείς, ενώ τόσον ολίγον σέβεσθε το

όνομα του Κυρίου, ώστε τελείτε αντικανονικά μνημόσυνα τας

Κυριακάς, τους δε Αγίους τόσον ολίγον τιμάτε, ώστε αλλάσσετε τα

ονόματα αυτών κατά τας πολιτικάς περιστάσεις, καθιστώντες αυτούς

οτέ μεν Οθωνιστάς ότε δε Επαναστάτας{108} και αυτό δε το

αρχιερατικόν υμών ένδυμα τόσον ολίγον σέβεσθε, ώστε γράφετε εις

τους ιδιώτας υβριστικάς επιστολάς, οσάκις ευρίσκετε ότι ούτοι, δεν

επλήρωσαν αρκούντως υπηρεσίας τας οποίας αμισθί χρεωστείτε να

προσφέρετε{109}. Ταύτα και μυρία άλλα ηδύνατο να είπη, λαμβάνων

την ύλην εκ των εφημερίδων, δι' ων υβρίζετε καθ' ημέραν αλλήλους,

ως σιμωνιακούς και παραβάτας των κανόνων. Αλλά περί τούτων πάντων

ολίγον φροντίζει ο συγγραφεύς. Αν κατά το παράγγελμα και το

παράδειγμα του Ιησού και των Αγίων Πατέρων μισεί τους

θρησκοκαπήλους, τοσούτον όμως αποστρέφεται, το σκάνδαλον, ώστε

επιχειρήσας να καταδείξη την εκ τούτων βλάβην, αντί να στρέψη

γύρω του το βλέμμα, ανέτρεξεν εις απέχουσαν και άγνωστον σχεδόν

του μεσαιώνος εποχήν, ίνα αποφύγη πάσαν προσωπικότητα. Εις ουδέν

ανήκουν των παρ' ημίν εκκλησιαστικών κομμάτων, ούτε εις την

ορθόδοξον ρωσσικήν ούτε εις την βιβλικήν προπαγάνδαν ουδένα

προυτίΘετο διά του βιβλίου του πολεμικόν σκοπόν, αλλ' είπε περί

πάντων την αλήθειαν, στιγματίσας αδιακρίτως το κακόν και το

γελοίον, οπουδήποτε και αν εύρεν αυτό, παρά τοις ορθοδόξοις, τοις

Λατίνοις ή τοις Διαμαρτυρομένοις, υπό το ράσον του μοναχού ή τον

τρίβωνα του φιλοσόφου· γνωρίζων δε ότι η διόρθωσις των κακώς εν τω

κόσμω εχόντων δεν ανήκει εις τους θεωρητικούς λογίους, δαπάνη τας

ημέρας του κύπτων επί των βιβλίων του. Αφήσατε αυτόν ήσυχον τέλος

πάντων! Τούτο συμβουλεύω υμάς προς όφελος υμών μάλλον ή του

συγγραφέως, όστις αν δεν ελυπείτο βλέπων λειτουργούς του Υψίστου

παρεκτρεπομένους εις τοιαύτας αντευαγγελικάς φωνασκίας, ήθελε

χαίρει διά την δημοτικότητα, ην απέκτησε δι'αυτών το βιβλίον του.

Η «Π ά π ι σ σ α Ι ω ά ν ν α» η προωρισμένη ως πάντα τα εν

Ελλάδι, εκδιδόμενα βιβλία, ν' αναγνωσθή υπό ευαρίθμων τινών λογίων

ανεγνώσθη χάρις εις τους αφορισμούς εν ταις λέσχαις, τοις

καφφενείοις και τοις παντοπωλείοις και ενίοτε μεγαλοφώνως, ίνα

ακούωσι και οι μη εξεύροντες ν' αναγινώσκωσιν, ο δε Άγ. Ναζαρέτ

και ο Ηγούμενος του Άγ. Σάββα ζητούσιν αντίτυπα αυτής εκ των

περάτων της Συρίοις. Τοιαύτα είνε σήμερον τ' αποτελέσματα των

ιερατικών απαγορεύσεων το δε σωτήριον έτος 1866 είναι είπερ τι και

άλλο ακατάλληλον δι' αφορισμούς και καταδιώξεις συγγραφέων. Το

ιεροκρατικόν οικοδόμημα καταρρέει, πανταχού• η γαλλική γερουσία

καθιερώνει την ελευθερίαν του λόγου• γενική περιέργεια και άκρατος

προς την ελευθέραν έρευναν οργασμός κατέχει πάντας τους λαούς, και

εν μέσω του γενικού τούτου σάλου ανεγείρεται το θρησκευτικόν

αίσθημα, αποτινάσσον τον ζυγόν της μεσαιωνικής θεολογίας και

θυσιάζον το γράμμα ίνα προσκολληθή εις το πνεύμα του

Χριστιανισμού. Πάντες φαίνονται εννοήσαντες ότι, ίνα διασωθεί η

κλυδωνιζομένη κιβωτός της πίστεως, ανάγκη πάσα να ριφθώσιν εις την

θάλασσαν τα λαθραίως επιβιβασθέντα επ' αυτής ιερατικά εμπορεύματα.

Πλήθος κριτικών, φιλολόγων, ανεξαρτήτων θεολόγων και προοδευτικών

ιερέων ενασχολούνται νυχθημερόν εις την αναθεώρησιν των μνημείων

του χριστιανισμού, ταμιεύοντες τα χρήσιμα και ρίπτοντες εις το πυρ

τα ζιζάνια. Ο Collanis, ο Reville, ο Reuss, ο Rost, ο Channing, ο

Parker, ο Kein, ο Schenkel, ο Quinet και λοιποί κρατούσι την

σκαπάνην και κράζουσιν «Ε μ π ρ ό ς!» ήγουν «Οπίσω προς τους

χρόνους του αποστολικού Χριστιανισμού. Τα χωρίζοντα ημάς απ' αυτού

μεσαιωνικά μεσότοιχα πρέπει να καταπέσωσι και ο αποκρύπτων εις

τους οφθαλμούς μας τον ουρανόν ιερατικός ιστός πρέπει να σχισθή.»

Το πνεύμα τούτο της θρησκευτικής αναγεννήσεως, το εξεγείρον

ολόκληρον την χριστιανικήν οικουμένην, θέλει πνεύσει τάχιον ή

βράδιον και εφ' ημάς. Ο καιρός ίσως δεν είναι μακράν ότε θα είπωσι

και οι Έλληνες «Δ ε ν θ έ λ ο μ ε ν π λ έ ο ν ν α ή μ ε θ α

Β υ ζ α ν τ ι ν ο ί, α λ λ ά Χ ρ ι σ τ ι α ν ο ί!» Και τότε,

Άγιοί μου Πατέρες, όταν η ηώς αύτη και εφ’ ημάς ανατείλη, αν

επιμένετε ακόμη θεωρούντες ως καταχθόνιον δαίμονα τον συγγραφέα

της «Ί ω ά ν ν α ς» θέλετε αναγκασθή τουλάχιστον αντί, Σ α τ α ν ά

να ονομάσετε αυτόν Ε ω σ φ ό ρ ο ν.

Η ΠΑΠΙΣΣΑ ΙΩΑΝΝΑ ΚΑΙ Η ΗΘΙΚΗ

Η Πάπισσα Ιωάννα · 第 7 / 9 题