Ο αντιπρόσωπος της Πρωσσίας κατά την μετά τον Κριμαϊκόν πόλεμον
ειρήνην εζήτει πτερόν αετού, ίνα υπογράψη το όνομα και τους
τίτλους του εις την συνθήκην· εγώ δε εκ της πτέρυγος του Έρωτος
επεθύμουν να έχω ως κάλαμον πτερόν, ίνα δι' αυτού περιγράψω του
νέου ζεύγους την εφήμερον ευδαιμονίαν. Μοναξία, ησυχία, άφθονος
τροφή, έαρος πνοαί, ουδέν έλειπεν αυτοίς εξ όσων καθιστώσιν
ευδαίμονας τους εραστάς. Η Ιωάννα απαλλαγείσα χάριν της αντιγραφής
από των όρθρων, των αναγνώσεων, προσκυνήσεων και άλλων μοναστικών
αγγαρειών, ηδύνατο από πρωίας μέχρι νυκτός να μένη μετά του
συντρόφου της. Αλλά καίτοι μεσούντος του Ιουνίου, πάλιν σύντομοι
εφαίνοντο αι ημέραι εις τα ακόρεστα των νεανίσκοι χείλη. Πολλάκις
κατά την ώραν του εσπερινού, καθήμενοι πλησίον του ανοικτού
παραθύρου, ενώ οι κώδωνες αντηχούν πενθίμως, ως ει εθρήνουν την
θνήσκουσαν ημέραν, εστέναζον κακείνοι και, ως ο Ιησούς του Ναυή,
έλεγον· «Σ τ ή θ ι» τω ηλίω· αλλ' ούτος μεν επορεύετο να φωτίση
τους αντίποδας, οι δε ερασταί απεχωρίζοντο περιμένοντες την
επιούσαν.
Δέκα ακόμη ημέρας διήλθον εντός του στενού εκείνου κελλίου,
γράφοντες, διαλεγόμενοι, φιλούμενοι και άλλο ελάττωμα μη
ευρίσκοντες εις τον καιρόν, όστις ήτο ωραίος, ειμή μόνον ότι
έφευγε ταχύς. Αλλά τέλος ανέτειλεν η αποφράς του χωρισμού ημέρα. Η
αντιγραφή του αγίου Παύλου είχε τελειώσει προ πολλού, ο δε
ηγούμενος έπεμπεν εις τον Φρουμέντιον ημίονον και ρητήν διαταγήν
να επιστρέψη εις την μάνδραν. Ο δυστυχής νεανίσκος καταρώμενος
τους όρκους του, τον προεστώτα και τους αγίους πάντας υπήγε να
αποχαιρετήση την φίλην του, κρατών εις τας χείρας του την
οδοιπορικήν βακτηρίαν, αλλά τα δάκρυα αυτού δεν ηδύνατο να
κράτηση. Η Ιωάννα δεν έκλαιε, διότι τινές των συντρόφων της ήσαν
παρούσαι, αι δε γυναίκες, όσω ευαίσθητοι και αν είναι, κλαίουσι
μόνον οσάκις και όπου πρέπει. Παράδειγμα τούτου έστωσαν αι
ευπαθείς εκείναι Αγγλίδες, αίτινες πορευόμεναι ν' ακούσωσι την
Ριστόρη σημείουσιν εις το περιθώριον της Μ ύ ρ ρ α ς και Μ η -
δ ε ί α ς, πού πρέπει να δακρύσωσιν.
Αλλ’ άμα έμεινε και πάλιν μόνη η Ιωάννα, ησθάνθη το βάρος εκείνο
εις τον στόμαχον, όπερ καταλαμβάνει ημάς, αφού πολυφαγήσωμεν ή
χάσωμεν μητέρα, ερωμένην, περιουσίαν ή άλλο τι δυσαναπλήρωτον από
μιας εις άλλην ημέραν. Κατά τον γέροντα Πλούταρχον του αληθούς
έρωτος ουδέ την σκιάν γνωρίζουσιν αι γυναίκες. Εγώ δε φρονώ ότι
ούτος είναι παρ' αυταίς συμπτωματική τις νόσος, μόνην αιτίαν
έχουσα την πλήξιν και την μοναξίαν. Αι γυναίκες του κόσμου από
ενός εις άλλου ανδρός την αγκάλην μεταβαίνουσαι καθ΄ εσπέραν (εις
τον χορόν εννοώ) ούτε να στενάζωσιν έχουσι καιρόν ούτε ν'
αγαπήσωσιν άλλο τι πλην του ριπιδίου των. Ομοιάζουσι τον όνον
εκείνον, όστις έμεινε νήστις εν μέσω τεσσάρων σορών τριφυλλίου, μη
γνωρίζων ποίον πρώτον να προτιμήση. Πιθανόν ν' απατώμαι, αλλ' όσας
ερωτολήπτους εγνώρισα, ήσαν ή κατάκλειστοι κορασίδες, φρουρούμεναι
υπό άγρυπνων γονέων ως τα μήλα των Εσπερίδων, ή ώριμοι δέσποιναι,
αριθμούσαι ήδη περισσότερα έτη ή θαυμαστάς. Η αθυμία της πτωχής
Ιωάννας μόνης μεταξύ των τεσσάρων εκείνων τοίχων, όπου χθες ακόμη
αντήχουν τοσούτοι ερωτικοί όρκοι και φιλήματα ηύξανε καθ’ ημέραν.
Ο Άγιος Αυγουστίνος, οσάκις εμελαγχόλει, ε κ υ λ ί ε τ ο ε ι ς
τ ο ν β ό ρ β ο ρ ο ν ως εις εύοσμον λουτρόν, η Αγία Γενοβέφα
εδάκρυε μέχρις ου ηναγκάζετο ν' αλλάξη υποκάμισον, ο άγιος
Φραγκίσκος ενηγκαλίζετο χιονοσκεπή αγάλματα, η αγία Λιμπανία
έσχιζε τας σάρκας της διά σιδηρού κτενίου και η Αγία Λιουτβίργη
κατέπινε βελόνας. Η δε ημετέρα ηρωίς, φρονιμωτέρα πάντων τούτων,
κατέκειτο εις γωνίαν τινά του κελλίου της και δι' ανεμιστηρίου εκ
πτερών περιστεράς (των μόνων θεμιτών εν τοις Μοναστηρίοις)
επειράτο να διώξη τας μυίας και τους οχληρούς λογισμούς. Η
θερμότης του Ιουνίου καθίστα έτι καυστικωτέραν την λύπην της, αι
δε ημέραι εφαίνοντο αύτη μακρότεραι της ζωής γέροντος θείου εις
τους κληρονόμους. Κατά τους παροξυσμούς της απελπισίας της
κατέφευγεν ενίοτε, ίνα απομακρύνη τα περικυκλούντα αυτήν οχληρά
φαντάσματα, εις των Συναξαρίων τας ευσεβείς συνταγάς, οτέ μεν
μαστιγουμένη διά της ζώνης, οτέ δε βρέχουσα τας σινδόνας της διά
παγετώδους ύδατος ή ζητούσα να πνίξη την λύπην αυτής εις τον οίνον
κατά την συμβουλήν του Εκκλησιαστού {16}. Αλλά πάντα τα
θαυματουργά ταύτα αντιφάρμακα, και αυτό ακόμη το αγνόχορτον {17},
του οποίου μόνη η οσμή ήρκει, κατά τους αγιογράφους ίνα αποδιώξη
πάντα πειρασμόν, ουδέν ίσχυον κατά της πικρίας του χωρισμού.
Ο καιρός, λέγουσι, θεραπεύει πάσας τας πληγάς• αλλ' ουχί, νομίζω,
τον έρωτα και την πείναν. Απ' εναντίας όσω περισσότερον μένη τις
σώφρων ή νήστις, τοσούτω η όρεξις αυτού αυξάνει, μέχρις ου
καταντήση να φάγη τα υποδήματά του ως οι στρατιώται του
Ναπολέοντος εν Ρωσσία, ή να αγαπήση τας αίγας του, ως οι ποιμένες
των Πυρηναίων. Εις τοιαύτην περίπου κατάστασιν ευρίσκετο και η
ημετέρα ηρωίς, ότε εσπέραν τινά, ενώ εκάθητο παρά το χείλος του
ιχθυοτροφείου μοιράζουσα μελαγχολικώς το δείπνον της εις τους
κυπρίνους, επλησίασεν αυτήν μυστηριωδώς ο κηπουρός της Μονής, και
στρέψας κύκλω ανήσυχα βλέμματα, ενεχείρισεν αυτή μυστηριωδώς
επιστολήν γεγραμμένην διά πορφυράς μελάνης επί λεπτού δερματος
Θνησιγενούς αρνίου. Η Ιωάννα αναπτύξασα αυτήν, εν μέσω άνθινων
στεφάνων, καρδιών τετρωμένων, ασπαζομένων περιστερών, φλεγουσών
λαμπάδων και άλλων περιπαθών συμβόλων, δι’ ων οι τότε ερασταί
εκόσμουν τας επιστολάς των, ως παρ’ ημίν οι θαλασσινοί τους
βραχίονας και τας κνήμας των, ανέγνωσε τα εξής:
Φρουμέντιος τη αδελφή αυτού Ιωάννα χαίρειν εν Υψίστω.
««Ως η έλαφος επιποθεί τας πηγάς των υδάτων, ούτω και η ψυχή μου
εδίψησε προς σε, αδελφή μου {18}. Θρήνος κατέλαβε με και ύδωρ
ρέουσι τα βλέφαρά μου {19}. Τα δάκρυα είναι η τροφή της ημέρας
και των νυκτών μου ο ύπνος {20}. Ο πεινών ονειρεύεται άρτους,
καγώ σε είδον καθ’ ύπνους, Ιωάννα {21} αλλ' εξύπνησα και δεν σε
εύρον πλησίον μου. Αναβάς τότε τον όνον μου τον μαύρον ήλθον εις
το σκήνωμά σου το άγιον. Παρά τον τάφον της Αγίας Βόμμας σε
περιμένω. Ελθέ, περιστερά μου, εκλεκτή ως ο ήλιος {22}, ελθέ διά
των ακτίνων σου να επισκιάσης την σελήνην.»»
Τοιαύτη ήτο η επιστολή του Φρουμεντίου. Σήμερον γράφοντες προς
γυναίκα κλέπτομεν τον Φόσκολον και την Σάνδην, οι δε τότε ερασταί
αντέγραφον τους Ψαλμούς και τους Προφήτας, ώστε αι επιστολαί αυτών
ήσαν φλογεραί ως τα χείλη της Σουναμίτιδος και η άμμος της ερήμου.
Περί την πέμπτην ώραν της νυκτός, ότε ο κώδων προσεκάλεσε τας
παρθένους εις τον όρθρον, η Ιωάννα κρατούσα διά της δεξιάς χειρός
τα σανδάλια, διά δε της αριστεράς την καρδίαν της, ίνα κατασιγάση
τους παλμούς αυτής κατέβη την κλίμακα του κοινοβίου, ολισθαίνουσα
σιωπηλώς ως όφις επί της χλόης. Η σελήνη, η πιστή αύτη λαμπάς των
λαθρεμπόρων και των μοιχαλίδων, ην οι ποιηταί ωνόμασαν αγνήν κατ'
ευφημισμόν, ως και σεμνάς τας Εριννύας, ανατείλασα οσονούπω
όπισθεν των επάλξεων της Μονής εφώτισε την πορείαν της δραπέτιδος
ηρωίδος, ήτις έσπευδεν εις την συνέντευξιν, ασπλάγχνως καταπατούσα
τα σέλινα και τα πράσα του μοναστικού κήπου. Αφού επί ημίσειαν
περίπου ώραν εβάδισεν ούτω, έφθασε τέλος εις το νεκροταφείον,
σκιαζόμενον υπό κυπαρίσσων και σμιλάκων, τοσούτω πυκνών, ώστε ούτε
του ανέμου η πνοή ούτε του ηλίου αι ακτίνες ηδύναντο να εισδύσωσιν
εις το σκυθρωπόν εκείνο εστιατόριον των σκωλήκων. Ο Φρουμέντιος
είχε δέσει τον όνον του εις κλάδον δένδρου, επισκιάζοντος το μνήμα
της Αγίας Βόμμας, επί του οποίου εκάθητο ανυψών εις την άκραν
βακτηρίας κεράτινον φανάριον, ίνα χρησιμεύση ως φάρος εις την
φιλτάτην του. Άμα δε είδε την Ιωάνναν προβαίνουσαν μετά δειλίας
μεταξύ των τάφων, ώρμησε προς αυτήν ως Καπουκίνος προς χοιρομήριον
κατά το τέλος της Τεσσαρακοστής. Αλλ' ο τόπος δεν ήτο κατάλληλος
διά τοιαύτας φιλοφρονήσεις• διό κρεμάσας το φανάριον εις τον
τράχηλον του όνου και επί των νώτων αυτού αναβάς μετά της Ιωάννας
έσπευσε ν' απομακρυνθή των νεκρωσίμων εκείνων σκιών. Το δυστυχές
ζώον, κύπτον υπό διπλούν φορτίον, αλλά και υπό τεσσάρων
ενθαρρυνόμενον πτερνών, έκλινε τα μακρά του ώτα και ήρξατο να
τρέχη, εκπέμπον εν είδει διαμαρτυρήσεως ογκηθμούς τοσούτω ηχηρούς,
ώστε (κατ’ αξιόπιστον συναξαριστήν) πολλαί των κεκοιμημένων
παρθένων, νομίσασαι ότι ήχησεν η σάλπιγξ της Κρίσεως, εξήγαγον τας
φαλακράς κεφαλάς εκ των μνημείων.
Η Ιωάννα έχουσα ζώνην τους βραχίονας και στήριγμα τα στήθη του
καλού Φρουμεντίου ανέπνεε μετ' απεριγράπτου αγαλλιάσεως τον αέρα
των αγρών. Το νέον ζεύγος, υπερβάν το δάσος έτρεχεν ήδη επί
ανοικτού πεδίου φυτευμένου διά κριθής και κυάμων. Ανατείλαντος δε
μετ' ου πολύ του ηλίου, ο νέος μοναχός, ίνα προφυλάξη την
σύντροφόν του από των θερινών ακτίνων, ηνάγκασε διά θαυματουργού
επικλήσεως μεγάλον τινά αετόν να απλώση τας πτέρυγας υπεράνω της
κεφαλής της, παρακολουθών εν τη πτήσει του το βήμα του όνου.
Τοιαύτα θαύματα κατώρθουν οι τότε χριστιανοί, των οποίων η καρδία
ήτο απλή, η πίστις ακμαία και αι προσευχαί παντοδύναμοι παρά τη
Παναγία· ενώ σήμερον οι πολυμαθείς, αλλ' ολιγόπιστοι σοφοί του
αιώνος, οι κρατούντες διαβήτην και μικροσκόπιον αντί σταυρού και
κομβολογίου, γνωρίζουσι μεν πόσα πτερά έχει η ουρά εκάστου πτηνού
και πόσους σπόρους περικλείει ο κάλυξ των ανθέων, αλλ' ούτε αετούς
δύνανται δι' ενός νεύματος να εξημερώσωσιν ούτε τας ακάνθας να
μεταβάλωσιν εις κρίνους δι’ ενός δακρύου. Πλην δε τούτου
υβρίζονται και υπό του πανοσιωτάτου Αββά Κρελιέρου, όστις ονομάζων
αυτούς ειδωλολάτρας, διότι διατηρούσιν εν τω χριστιανικώ ουρανώ
τον Ερμήν και την Αφροδίτην {23} και αθέους, διότι αλλάσσουσι τα
ονόματα των φυτών, ανακράζει ως άλλος Ιερεμίας « Ανάθεμα! Ανάθεμα!
και πάλιν ανάθεμα εις την πρόοδον και την επιστήμην ».
Μετά τετράωρον δρόμον εσταμάτησαν οι δραπέται, ίνα αναπαυθώσι
πλησίον μικράς τίνος λίμνης, παρά το χείλος της οποίας υψούτο
προτού γιγαντιαίον άγαλμα του Ιρμινσούλ. Το είδωλον τούτο είχε
κρημνίσει ο Άγιος Βονιφάτιος δι' ενός φυσήματος εις το βάθος της
λίμνης• αλλ' οι αρχαίοι αυτού λάτρεις, καίτοι γενόμενοι
χριστιανοί, διετήρουν εν τοις μυχοίς της καρδίας λείψανά τινα
αφοσιώσεως προς τον αποπνιγέντα αυτών προστάτην, εις ον
εξηκολούθουν να προσφέρωσι δώρα, ρίπτοντες κατ' έτος εις το ύδωρ
πλακούντας, λαμπάδας, μελόπητας και τυρία προς μεγίστην χαράν των
ιχθύων, οίτινες διά των προσφορών εκείνων είχον γείνει παχείς ως
ιερείς της Συρίας θεού. Ο Φρουμέντιος καταγόμενος μητρόθεν εκ των
ηρωικών συναγωνιστών του Βιτικίνδου, ήτο κατά την δεισιδαιμονίαν
γνήσιον τέκνον της Σαξωνίας, η δε Ιωάννα, καίτοι δεινή θεολόγος,
εχαρίζετο ως ο Σωκράτης εις τας προλήψεις των συγχρόνων. Οι
πλείστοι χριστιανοί της εποχής εκείνης, αμφιρρέποντες εισέτι
μεταξύ του Χριστού και των ειδώλων ωμοίαζον την εν Χίω ευλαβή
εκείνην γραίαν, ήτις καθ' εκάστην ανήπτε κηρίον προ της εικόνος
του Αγίου Γεωργίου και έτερον προ της του Διαβόλου, λέγουσα ότι
καλόν είναι να έχη τις φίλους πανταχού.
Οι δύο λοιπόν ερασταί, γονυπετήσαντες παρά την όχθην της λίμνης
παρέθεσαν εις τον Ιρμινσούλ τα λείψανα του προγεύματος, τρίχας της
κεφαλής και ολίγας τινάς αναμεμιγμένας του αίματος αυτών σταγόνας,
καθιστώντες διά της σπονδής ταύτης την ένωσιν αυτών αιωνίαν και
αδιάρρηκτον ως την του Δουκός της Ενετίας μετά της θαλάσσης. Μετά
δε την τελετήν εξήγαγεν ο Φρουμέντιος εκ του δισακκίου ανδρικήν
στολήν καλογήρου, την οποίαν παρεκάλεσε την φίλην του να ενδυθή,
ίνα γείνη δεκτή ως νεοφώτιστος εις την Μονήν της Φούλδας. Ούτω,
προσέθηκεν ερυθριών ο νεανίσκος, «θέλομεν κατοικεί ανενοχλήτως εις
το αυτό κελλίον, τρώγοντες εις το αυτό πινάκιον και βυθίζοντες τον
κάλαμον εις το αυτό μελανοδοχείον, ενώ, αν σ' εννοήσωσι γυναίκα,
θέλουσι σε κλείσει οι προεστώτες μετά των άλλων κατηχουμένων εις
τον γυναικώνα, όπου μόνον εκείνοι έχουσι την άδειαν να
εισέρχωνται, εγώ δε θέλω αποθάνει εις την φλιάν εκ της
απελπισίας.»
Η Ιωάννα απεποιείτο ως έργον ασεβές την μεταμφίεσιν, αντιτάσσουσα
εις του εραστού τας παρακλήσεις το ρητόν της Γραφής «ο υ κ έ -
σ τ α ι σ κ ε ύ η α ν δ ρ ό ς ε π ί γ υ ν α ι κ ί, ο ύ δ' ε ν -
δ ύ σ σ ε τ α ι α ν ή ρ σ τ ο λ ή ν γ υ ν α ι κ ε ί α ν»• αλλ'
εκείνος επέμενε, και εις το εδάφιον του Δευτερονομίου αντέταττε
την γνώμην του Ωριγένους, καθ' ον αι γυναίκες θέλουσι μεταμορφωθή
εις άνδρας κατά την ημέραν της Κρίσεως. Αποκριθείσης δε της
Ιωάννας ότι ο Ωριγένης ήτο αιρετικός και πλην τούτου ευνούχος,
ενεθύμισεν αύτη ο νεανίσκος το παράδειγμα της Αγ. Θέκλας, αδελφής
του Αποστόλου Παύλου, και πλην ταύτης την Αγ. Μαργαρίταν, την Αγ.
Ευγενίαν, την Αγ. Ματρώναν{24} και τόσας άλλας αγίας, αίτινες
κρύψασαι υπό ανδρικόν ράσον το σώμα αυτών, το λευκόν ως πτέρυγα
αγγέλου, απέκτησαν την αγιότητα, συζήσασαι μετά καλογήρων. Η
νεότης, το κάλλος και η περιπάθεια ήσαν επιχειρήματα καθιστώντα
ακαταμάχητον την ευγλωττίαν του νέου κατηχητού, ώστε η Ιωάννα
καταπατήσασα μετ' ου πολύ υπό τους μικρούς πόδας της τα τε
παραγγέλματα του Μωϋσέως και την γυναικείαν αυτής στολήν, ενεδύθη
το ράσον και υπεδέθη τα σανδάλια εκείνα, άτινα έμελλε μετά τινα
έτη να τείνη προς ασπασμόν εις τους μεγάλους της γης, περί τον
θρόνον της γονυπετούντας. Αφού ετελείωσεν η μεταμόρφωσις, ωδήγησεν
αυτήν ο Φρουμέντιος εις το χείλος της λίμνης, ίνα κατοπτρισθή.
Ουδέποτε είχε σφίγξει σχοινίον την οσφύν ερασμιωτέρου καλογήρου,
το δε πρόσωπον αυτής έλαμπεν υπό το μοναχικόν κουκούλιον ως
μαργαρίτης εντός του οστράκου. Ο Φρουμέντιος δεν ηδύνατο να
κορεσθή θαυμάζων τον αδελφόν του Ιωάννην, προ του οποίου
γονυπετήσας ως εν εκστάσει ήρξατο να ανυμνή την καλλονήν αυτού διά
τινος των μυστικοανατομικών εκείνων ύμνων, δι' ων οι καλόγηροι της
εποχής εκείνης εξεθείαζον ανά έν τα μέλη της Παναγίας, τας τρίχας,
τας παρειάς, τους μαστούς, την γαστέρα, τας κνήμας και τους πόδας,
ως οι ιπποκάπηλοι τα κάλλη των ίππων των και ο κύριος Π. Σούτζος
τα των ηρωίδων του.
Μετά το τέλος της λιτανείας, ιππεύσαν και πάλιν το νέον ζεύγος
διηύθυνε τα βήματα του υποζυγίου προς το Μοναστήριον της Φούλδας,
όπου έμελλεν η Ιωάννα να καταταχθή εν τη ποίμνη του Αγ.
Βενεδίκτου. Δώδεκα όλας ημέρας εδαπάνησαν οι δραπέται, ίνα
διατρέξωσι τας μεταξύ Μοσβάχης και Φούλδας τριάκοντα λεύγας,
αναπαυόμενοι όπου εύρισκον σκιάν, λουόμενοι εις πάντα ρύακα και το
όνομα αυτών εγχαράσσοντες εις τα δένδρα άτινα εσκίαζον τας ηδονάς
των. Η θερμότης του ηλίου, της νεότητος, του έρωτος και προ πάντων
η εκ της ιππασίας, καθίστα αναγκαίους τους συνεχείς εκείνους
σταθμούς. Άλλως ο Φρουμέντιος γνωρίζων ακριβώς την αγιογραφίαν των
τόπων εκείνων, εύρισκε πάντοτε ευσεβή τινα πρόφασιν, οσάκις
επεθύμει να πεζευσωσιν, οτέ μεν ίνα προσευχηθώσι προ του δένδρου,
όπου η Αγία Θέκλα εθεράπευσε τον τυφλόν, ραντίσασα τους
εσβεσμένους οφθαλμούς του διά τινων σταγόνων γάλακτος εκ των
παρθενικών αυτής μαστών, οτέ δε ίνα φιλήσωσι το χώμα όπου έρρευσε
το αίμα του Αγ. Βονιφατίου και εξ εκάστης σταγόνος εβλάστησεν, ως
εκ του Αδώνιδος, μία ανεμώνη. Η Ιωάννα συγκατέβαινε μειδιώσα εις
του εραστού τας αιτήσεις, οι δε ποιμένες και γεωργοί εθαύμαζον το
κάλλος και την ευσέβειαν των δύο κουκουλοφόρων νεανίσκων,
σπεύδοντες οσάκις απήντων αυτούς να αφαιρέσωσι τους τριγώνους
πίλους και αμιλλώμενοι τίς πρώτος να ασπασθή τας χείρας των ή να
προσφέρη αυτοίς άρτον, μυζήθραν, ζύθον και οπώρας. Άλλοτε πάλιν
απήντων ημιγύμνους Σκλαβηνούς, οίτινες διητώντο ως οι κάλαμοι παρά
τας όχθας των ρυάκων, απαιτούντες φόρον διαβάσεως παρά των
οδοιπόρων και ρίπτοντες εις το ύδωρ τους δυστροπούντας. Αλλά
τούτους απεμάκρυνεν ο Φρουμέντιος διά τροπαρίου τινός εις τον Αγ.
Μιχαήλ, όπερ έτρεπεν αμέσως εις φυγήν τους αμφιβίους εκείνους
ληστάς. Πρωίαν δε τινά ενώ υπό την σκιάν γηραιάς δρυός ανεπαύετο
το χαριτωμένον ζεύγος επί των ερωτικών δαφνών του, ή μάλλον επί
τριφυλλίων (διότι αι δάφναι εν Γερμανία δεν βλαστάνουσιν ειμή
μόνον επί της κεφαλής των ηρώων) προσήλθον δύο γυναίκες, δεδεμένον
έχουσαι τον πόδα δι' ελαφράς αλύσου, εψιμμυθιωμένας τας παρειάς
και μόνον ένδυμα την λυτήν κόμην των. Αύται ήσαν αμαρτωλαί,
κανονισθείσαι υπό του πνευματικού να υπάγωσι γυμναί και αλυσόδετοι
εις προσκύνησιν του τάφου του Αγ. Μαρκελλίνου, ίνα εξαγοράσωσι τας
αμαρτίας. Αι ευσεβείς αύται αποδημίαι εγίνοντο συνήθως περί τα
τέλη του έαρος ή τας αρχάς του θέρους, ότε η θερμοκρασία επέτρεπε
την παραδείσιον εκείνην στολήν. Αι πλείσται των μαγδαληνών τούτων,
γνωρίζουσαι ότι η πρόσψαυσις των ιερών λειψάνων έμελλε μετ' ολίγον
ν' αποπλύνη απ' αυτών πάσαν κηλίδα ουδόλως συνεστέλλοντο να
πολλαπλασιάζωσι καθ' οδόν τας αμαρτίας, ζητούσαι φιλοξενίαν παρά
των χωρικών και ελέη παρά των οδοιπόρων και αμφοτέρους
ανταμείβουσαι διά του νομίσματος εκείνου, δι' ου επλήρωσε τον
ναύλον της η Αγία Μαρία η Αιγυπτία, η δε αδάμειος αυτών ενδυμασία
καθίστα συνεχείς και προχείρους τας τοιαύτας συναλλαγάς. Αι δύο
λοιπόν προσκυνήτριαι μη δυνάμεναι να μαντεύσωσι, τι υπό το ράσον
της Ιωάννας υπεκρύπτεπτο, επλησίασαν απαιτούσαι ολίγα δηνάρια,
αντί των οποίων υπέσχοντο ν’ ανοίξωσιν εις τους δύο νεανίσκους τας
πύλας του ουρανού εις τον μέλλοντα και τας αγκάλας των εις τον
παρόντα βίον. Ο Φρουμέντιος, έχων προ εαυτού την Ιωάνναν θώρακα
ασφαλή κατά παντός πειρασμού, απώθησε διά του σχοινίου της ζώνης
του τας αναιδείς προτάσεις των λυσιζώνων εκείνων σειρήνων, αφ' ων
απεμακρύνθη σφίγγων την φίλην του εις τας αγκάλας ως οι ασκηταί
τον Σταυρόν, οσάκις επειράζοντο υπό του δαίμονος της σαρκός. Αλλ'
οι μεν άγιοι εκείνοι ερημίται, ενώ απέστρεφον μετά τρόμου τον ένα
οφθαλμόν από του δαίμονος, προσήλουν τον άλλον εις αυτόν μετ'
επιθυμίας άμα και φρίκης, ως νήστις Ιουδαίος εις χοιρομήριον, ενώ
ο Φρουμέντιος, όστις ως γνήσιον τέκνον της Δύσεως μετεχειρίζετο
την απόλαυση ως αντιφάρμακον κατά της επιθυμίας, απέστρεφεν άνευ
κόπου αμφότερους τους οφθαλμούς. Οι ημέτεροι άγιοι, αγρυπνούντες,
μαστιγούμενοι και νηστεύοντες μέχρις ου το στόμα των επληρούτο
σκωλήκων, μόλις κατώρθουν να καταστείλωσι τους ωρυγμούς της
σαρκός, παλαίοντες νυχθημερόν κατά διαβόλου ενδεδυμένων μορφήν
γυναικείαν και αυτάς τας όρνιθας και τας αίγας απομακρύνοντες των
ασκητηρίων, ως επικινδύνους εις την δυσβάστακτον σωφροσύνην των
ενώ οι Φράγκοι, αφού διά μικρές τίνος θυσίας καθησύχαζον τον
έξαρχον της ασελγείας, ηδύναντο έπειτα εν ησυχία και γαλήνη ψυχής
να φροντίσωσι περί της σωτηρίας των, μη αναγκαζόμενοι να
διακόπτωσι ανά πάσαν στιγμήν τας προσευχάς των, ίνα εκδιώξωσιν ως
ο Άγιος Αντώνιος τον πειρασμόν διά ψυχρολουσίας. Κατά τον σοφόν
Αρχιγένη η εγκράτεια είναι το σφροδρότερον των αφροδισίων
φαρμάκων· καλώς λοιπόν έπραττον οι Φράγκοι εξορίζοντες τα τοιαύτα
φάρμακα εκ των μοναστηρίων.
Ο ήλιος φωτίσας την μικροτέραν του έτους ημέραν είχε δύσει προ
πολλού, ότε οι δύο οδοιπόροι, υπερβάντες τα περιφράσσοντα την
Μονήν της Φούλδας εσβεσμένα ηφαίστεια, επάτησαν τέλος πάντων τας
μοναστηριακάς γαίας. Η νυξ ήτο ασέληνος και γλυκεία, και μόνοι οι
αστέρες εκατοπτρίζοντο εις το ρεύμα της Φούλδας• αλλ' εφ' όσον
επλησίαζον οι νεανίσκοι προς την Μονήν, διέκρινον μεταξύ των
δένδρων ερύθημα ωσεί μεγάλης τινός πυρκαϊάς. Αλώπεκες, έλαφοι και
αγριόχοιροι γιγαντιαίοι έφευγον πέριξ αυτών μετά τρόμου, τα δε
νυκτερινά πτηνά ανεζήτουν το σκότος της φωλεάς ατάκτως υπεράνω της
κεφαλής των πτερυγίζοντα. Η Ιωάννα συνεσφίγγετο τρέμουσα εις τα
στήθη του συντρόφου της, και αυτός δε ο όνος έτεινεν ανησύχως τα
ώτα, προχωρών μετά περισκέψεως και δειλίας ως στρατιώτης του Πάπα
εις το πυρ των μαχών. Στήλαι πυρός, νέφη καπνού, ήχος κωδώνων και
ασμάτων, αναθυμιάσεις λιβάνου και μαγειρείου προσέβαλον μετ' ου
πολύ τους οφθαλμούς, τα ώτα και την ρίνα της ημετέρας ηρωίδος, ης
το θάμβος και ο τρόμος ηύξανον ανά παν βήμα, ουδ' ίσχυε να
καθησυχάση αυτήν η ευθυμία του Φρουμεντίου, όστις εις τας συχνάς
αυτής ερωτήσεις απεκρίνετο διά καγχασμών και φιλημάτων. Ημείς δε
μη δυνάμενοι δυστυχώς να σοι δώσωμεν την αυτήν απάντησιν, καλή
αναγνώστρια, θέλομεν σε πληροφορήσει ότι η ημέρα ή μάλλον η νυξ
εκείνη ήτο η εικοστή τετάρτη Ιουνίου, καθ' ην προ οκτακοσίων ετών
η κεφαλή του Αγίου Ιωάννη προσεφέρετο ως αμοιβή της ορχήσεως εις
την θυγατέρα της Ηρωδιάδος, όπως σήμερον ανθοδέσμη εις την Έσλερ ή
την Ταλιόνην. Τα οστά του Αγίου εκταφέντα υπό του αγίου Αθανασίου
περιήλθον κατά την τότε συνήθειαν την οικουμένην άπασαν
θαυματουργούντα, η δε κεφαλή είχε μετακομισθή υπό τινος Γάλλου
καλογήρου εξ Αλεξανδρείας εις Γαλλίαν καθότι οι Φράγκοι του
μεσαιώνος ήρπαζον από των εκκλησιών της Ανατολής τα λείψανα των
αγίων, ως οι απόγονοι αυτών τα συντρίμματα της αρχαίας τέχνης.
Δάκτυλος του Αγίου Σεργίου η κνήμη της Αγίας Φεβρωνίας επωλούντο
τότε πολύ ακριβότερα ή σήμερον κεφαλή του Ερμού ή βραχίων της
Αφροδίτης· του δε Αγίου Ιωάννου το κρανίον κατατεθέν εν τη Μονή
του Αγίου Αγγελή εχρησίμευε, τοις κατοίκοις προς θεραπείαν του
πυρετού αντί κινίνης. Η φήμη της θαυματουγού εκείνης κεφαλής
εξηπλώθη βαθμηδόν καθ’ άπασαν την Δύσιν, κατ’ έτος δε ανήπτοντο
πανταχού εις τιμήν του Αγίου πολυάριθμοι πυραί, περί τας οποίας
ευωχούντο και εχόρευον οι πιστοί, ως οι πρόγονοι αυτών περί τους
πυρσούς των Παληλίων. Η θεά Πάλης είχε λησμονηθή προ πολλού, αλλ'
οι αρχαίοι αυτής λάτρεις εξηκολούθουν αγαπώντες τον οίνον, τον
χορόν και τας ευθύμους αγρυπνίας, και εν ελλείψει θεών προσέφερον
εις τους μακροπώγωνας και συνωφρυωμένους Αγίους του χριστιανικού
παραδείσου την χαρμόσυνον λατρείαν των φαιδρών και αγενείων
κατοίκων του Ολύμπου.
Η πανήγυρις ευρίσκετο εις την ακμήν, ότε εισήλθον οι δύο οδοιπόροι
εις την αυλήν του μοναστηρίου. Οι μεν των μοναχών προσέθετον
δέσμας αχύρων και κενωθέντα βαρέλια εις την πυράν, οι δε
ανυψούντες τα κράσπεδα των ράσων επήδων υπεράνω της ιεράς φλογός,
καταφεύγοντες εις λάκκον πλήρη ύδατος, οσάκις έδακνε το πυρ τας
γυμνάς κνήμας των. Έτεροι ωρχούντο περί τας πυράς, ή κατακείμενοι
επί της χλόης εβύθιζον τους δακτύλους εις τας χύτρας και τα
ποτήρια εις τους πίθους· άλλοι πάλιν κρατούντες φλέγοντα δαυλόν
έτρεχον περί τον κήπον αναζητούντες ιεράκιον προς φυγάδευσιν των
δαιμόνων ή τετράφυλλον τριφύλλιον, το οποίον καθίστα τα καταχθόνια
πνεύματα υποτελή τω ανευρίσκοντι τοιούτον φυτόν κατά την νύκτα
εκείνην. Οι εύθυμοι μοναχοί υπεδέχθησαν μετά κραυγών χαράς τον
επιστρέφοντα αδελφόν και την Ιωάνναν, ην παρουσίασεν αυτοίς ως
ορφανόν συγγενή του υποτελή του Δουκός Ανσιγίζου, ευρίσκοντα
βαρείαν την άλυσιν του δούλου και επιθυμούντα να ανταλλάξη αυτήν
αντί καλογηρικού σχοινιού. «Dignus, dingus est intrare in nostro
sancto corpori!» απεκρίθησαν ομοφώνως οι Βενεδικτίνοι,
συμπαρασύροντες την νεοφώτιστον εις τας ταχείας περιδινήσεις του
κυκλείου χορού, όστις περιεστρέφετο ως πολύκρικος όφις περί την
υψηλοτέραν των πυρών. Η Ιωάννα άμα εισελθούσα εις το μοναστήριον
εδιδάσκετο να χορεύη. Αλλά κατά τον καιρόν εκείνον ο χορός, ον
απαγορεύουσι σήμερον οι πνευματικοί ως εφεύρεσιν του Σατανά, ουδέν
είχε το ασεβές ή αντίθρησκον, αλλ' ήτο απλώς προσευχή γινομένη διά
των ποδών ως οι ψαλμοί διά των χειλέων, αμφότεροι δε εφευρέθησαν
υπό του προφητάνακτος Δαυίδ, ώστε συγγενεύουσιν ως γνήσια τέκνα
του αυτού πατρός.
Οι αστέρες ωχρίων εις τον ουρανόν και αι πυραί εσβύνοντο επί της
γης, ότε ο κώδων ηνάγκασε τους οινοβαρείς και νυστάζοντας συμπότας
ν' αφήσωσι τον χορόν ή τον πίθον, ίνα δράμωσιν εις τον όρθρον. Την
πρωίαν εκείνην, ως συνέβαινε πάντοτε την επιούσαν εορτής, βαρόηχοι
ρογχαλισμοί αντήχησαν αντί ύμνων υπό τους θόλους της εκκλησίας,
και εκ τούτου, λέγουσι, παρέμεινεν εις τους καλογήρους η συνήθεια
να ψάλλωσι και, έξυπνοι όντες διά των ρωθώνων. Η συνήθεια αύτη,
εξορισθείσα των εκκλησιών της Δύσεως μετά της εορτής του Όνου και
των άλλων γοτθικών λειψάνων του μεσαιώνος, κατέφυγε παρ’ ημίν όπου
διατηρείται ακέραιος και ακμαία, καθιστώσα καθ' ημέραν ερημοτέρους
τους ναούς, ψυχροτέραν την ευλάβειαν και ελαφρότερα τα ελέη των
ορθοδόξων. Αι θρησκείαι ομοιάζουσι τας γυναίκας. Αμφότεραι εν όσω
είναι νέαι ούτε καλλωπισμών χρήζουσιν ούτε ψιμμυθίου, ίνα
περικυκλώνται υπό λατρευτών προσκλινών, ετοίμων ως οι ερασταί και
οι πρώτοι χριστιανοί και την ζωήν υπέρ αυτών να θυσιάσωσιν αλλ’
άμα γηράσωσιν, ανάγκη να καταφύγωσιν εις το φύκος και τα
κοσμήματα, ίνα επ' ολίγον ακόμη διατηρήσωσι τους αραιουμένους
θιασώτας. Η μεν Ρωμαϊκή Εκκλησία εννοήσασα τούτο, ευθύς άμα είδε
ψυχραινόμενον τον ζήλον των πιστών, κατέφυγεν εις τους ζωγράφους
και τους γλύπτας, ως η γραία Ήρα εις τον κεστόν της Αφροδίτης, ίνα
καλύψη τας ρυτίδας και ενδύση την γυμνότητά της, η ανατολική όμως,
καίτοι πρεσβυτέρα της αδελφής της, είτε εκ πενίας είτε εξ
υπερηφανείας επέμεινε θέλουσα να ελκύη τους πιστούς δι’ ερρίνων
ασμάτων και παραβλώπων παρθένων. Η ευλάβεια εξέλιπε προ πολλού εκ
της οικουμένης, αλλ' αι εικόνες του Ραφαήλου και η φωνή των
Λακορδαίρων ή των ευνούχων του Πάπα ελκύουσιν ακόμη προσκυνητάς
υπό τους θόλους του Αγίου Πέτρου και του Πανθέου, ενώ ημείς άπαξ
μόνον του έτους πορευόμεθα φράσσοντες τα ώτα εις την εκκλησίαν.
Άμα ετελείωσεν ο όρθρος, έσπευσεν ο Φρουμέντιος να ξεναγήση την
Ιωάνναν εις το νέον αυτής κλωβίον. Η Μονή της Φούλδας ωμοίαζε
μάλλον φρουρίω ή μάνδρα μοναχών. Υψηλά ηφαίστεια, των οποίων τους
κρατήρας είχε σβύσει ο Άγιος Στούρμης διά σταγόνων τινών
ηγιασμένου ύδατος, περιέφρασσον αυτήν πανταχόθεν, το δε ρεύμα του
ομωνύμου ρύακος εχρησίμευεν ως τάφρος του μοναστικού τούτου
φρουρίου, στεφομένου διά πύργων και επάλξεων οδοντωτών. Οι τότε
οπαδοί του Αγίου Βενεδίκτου πλην του οίνου και του ύπνου ηγάπων ν’
αναμιγνύωνται και εις τας πολιτικάς πάλας του αιώνα. Οσάκις δε
κατεδιώκοντο υπό τινος ισχυρού, ωχυρούντο όπισθεν των τειχών του
κοινοβίου, ως οι εφημεριδογράφοι όπισθεν των άρθρων του
συντάγματος. Ο μέγας Κάρολος είχεν εξημερώσει οπωσούν τα ήθη των
αρειμανίων καλογήρων, αφαιρέσας αυτοίς πάντα τα όπλα πλην των
πνευματικών, αλλ’ αι Μοναί διετήρουν ακόμη την φιλόμαχον αυτών
στολήν. Η Ιωάννα επεσκέφθη κατά σειράν τα κελλία, το σπουδαστήριον
των νεοφύτων, το εστιατόριον κοσμούμενον υπό τερατομόρφων
αγαλμάτων των δώδεκα Αποστόλων, τας υπογείους ειρκτάς, ένθα οι
κακοί καλόγηροι εθάπτοντο ζώντες, και τέλος την βιβλιοθήκην, όπου
εξήκοντα γραφείς ειργάζοντο νυχθημερόν, οι μεν αποξέοντες αρχαία
χειρόγραφα, οι δε καταγράφοντες επί του ούτως ετοιμασθέντος χάρτου
τας αθλήσεις του Αγίου Βαβύλα και της Αγίας Πρίσκας αντί των άθλων
του Ηρακλέους και του Αννίβα. Ο δε κήπος ήτο ημελημένος, διότι οι
καλοί πατέρες ολίγον εφρόντιζον περί ανθέων και απεστρέφοντο τα
λαχανικά, ως καταργούντα πολύτιμον τόπον εν τω στομάχω,
προτιμώντες τα στήθη των χηνών και τους μηρούς των χοίρων, τους
οποίους παρωμοίαζον προς τα ρητά της Γραφής, τα εν ολίγαις λέξεσι
πολλήν περιέχοντα ουσίαν.
Περιγράψαντες την φωλεάν θέλομεν ήδη προσπαθήσει να σκιαγραφήσωμεν
και την εικόνα των εν αυτή ενοικούντων. Τα μοναστικά τάγματα
τοσούτον επολλαπλασιάθησαν και τόσον ποικίλα κατήντησαν τα ονόματα
και τα σχήματα των καλογήρων, των Θεατίνων, Ρεκολλέτων,
Καρμηλιτών, Ιωαννιτών, Φραγκισκάνων, Καππουκίνων, Καμαλδούλων,
ανυποδήτων, σανδαλοφόρων, γενειητών, κεκαρμένων, λευχειμόνων,
μαυροφόρων και άλλων, ώστε ο περιώνυμος ζωολόγος Βόρνος{25}
επειράθη προς αποφυγήν συγχύσεως να κατατάξη αυτούς εκ των
κυριωτέρων γνωρισμάτων κατά γένη και είδη, κατά το σύστημα του
Λινναίου προς τα ζώα και τα φυτά. Ανοίγοντες λοιπόν την Λινναϊκήν
ταύτην Μοναχολογίαν εις την λέξιν Βενεδικτίνος, ευρίσκομεν τον
εξής επιστημονικόν ορισμόν του είδους τούτου των ρασοφόρων «« . .
. πρόσωπον αγένειον, κρανίον κεκαρμένον, πόδες σανδαλοφόροι· φέρει
ένδυμα μακρόν, μέλαν, ποδήρες και μανδύαν καταπίπτοντα μέχρι
πτερνών . . . κρώζει τρις ή τετράκις της ημέρας και μεσούσης της
νυκτός διά φωνής βραγχώδους, βραδείας . . . παμφαγεί· νηστεύει
σπανίως.»»
Τοιαύτα ήσαν τα κυριώτερα χαρακτηριστικά· πλην δε τούτων οι
Βενεδικτίνοι της Γερμανίας εφόρουν ερραμμένην εις το κουκούλιον
μικράν εικόνα της Παναγίας, ίνα προφυλάττη τας κεφαλάς των από
τους πονηρούς λογισμούς και τας φθείρας, τα δε πρόσωπα αυτών πολύ
ωμοίαζον τα παλίμψηστα μοναστηριακά χειρόγραφα, εν οις, υπό τα
ευσεβή τροπάρια του μεσαιώνος, διαφαίνονται εισέτι ερωτικοί στίχοι
του Ανακρέοντος και της Σαπφούς. Τετράκις της ημέρας έτρωγον οι
καλοί πατέρες• αντί βουτύρου μετεχειρίζοντο χοίρινον άλειμμα και
τους δακτύλους των αντί περόνης, οι δε αμαρτήσαντες ετιμωρούντο
στερούμενοι αλείμματος επί τινας εβδομάδας, ως παρ' ημίν της
μεταλήψεως. Δις του μηνός εξυρίζοντο· την μεγάλην Παρασκευήν
έπλυνον όλοι τους πόδας και τρις του έτους οι παχύτεροι αυτών
εφλεβοτομούντο, ίνα καταστείλωσι τας ακαθάρτους ορέξεις, ή, κατ’
άλλους χρονογράφους, όπως προλάβωσι την αποπληξίαν. Οι πλείστοι
ήσαν αγράμματοι, τινές όμως ενόουν το _Πάτερ ημών_ και άλλοι
εγνώριζον να γράφωσιν· εις τούτους δε εχορηγείτο, ως εις τους
ήρωας του Ομήρου, διπλασία μερίς εις την τράπεζαν και οίνος αντί
ζύθου. Πάντες ηγίαζον την ημέραν του Σαββάτου, επειδή όμως δεν
είναι ακριβώς γνωστόν κατά ποίαν ημέραν τελειώσας ο θεός τον
κόσμον ανεπαύθη{26}, φοβούμενοι μη υποπέσωσιν εις τι λάθος, έμενον
αργοί ολόκληρον την εβδομάδα. Η κράσις τέλος των καλογήρων εκείνων
ήτο τοσούτω ρωμαλέα, ώστε οι πλειότεροι αυτών απέθνησκον όρθιοι,
ως οι Ρώσσοι στρατιώται, τους οποίους πρέπει, λέγουσι, να ωθήση
τις μετά θάνατον, ίνα καταπέσωσιν.
Ποιμήν της κουκουλοφόρου ταύτης αγέλης ήτο τότε ο κλεινός Άγιος
Ραβάνος ο Μαύρος, του οποίου η μνήμη παρείχε πλείονα συρτάρια αφ'
όσα εργαστήριον φαρμακοπώλου. Ο σοφός Ηγούμενος διαπλεύσας όλας
τας θαλάσσας, εφ' όσων ήμεσέ ποτε ο περιηγητής, ήτο κάτοχος όλων
των τότε ζωσών και κεκοιμημένων διαλέκτων, πλην δε τούτον εγνώριζε
την Αστρολογίαν, την Μαγείαν, το Κανονικόν δίκαιον και την
Μαιευτικήν, εφευρών μάλιστα μηχανήν τινα, δι' η ς εβαπτίζοντο εν
τη κοιλία της μητρός οι κυοφορούμενοι χριστιανοί, ίνα διαφύγωσιν
ούτω εν περατώσει αποβολής τα σκοτεινά βασίλεια, όπου πλανώνται οι
αβάπτιστοι παίδες μετά των ατάφων ειδωλολατρών, παρά τας όχθας της
Στυγός. 'Ότε δε εισήλθεν η Ιωάννα εις την Μονήν της Φούλδας, ο
Άγιος Ραβάνος, γηράσας ήδη και πάσχων υπό δυσπεψίας, ενησχολήτο
περί της σωτηρίας του τρώγων μόνον χόρτα, ως ο Ναβουχοδονόσορ κατά
τα τελευταία έτη του βίου του, ότε δηλ. μετεμορφώθη εις ταύρον,
και συνθέτων ωδάς εις τιμήν του τιμίου Σταυρού. Εκάστη των ωδών
εκείνων συνέκειτο εκ τριάκοντα στίχων και έκαστος στίχος εξ
ισαρίθμων γραμμάτων, διατεταγμένων εν σχήματι σταυρού, ως τα
βακχικά άσματα των Γάλλων ποιητών εν σχήματι φιάλης ή βαρελίου, Η
αντιγραφή των αριστουργημάτων τούτων απήτει έμπειρον καλλιγράφον,
ουδείς δε ηδύνατο κατά τούτο να διαγωνισθή προς τον Φρουμεντίον
και τον νέον αδελφόν _Ιωάννην_. Εις τούτους λοιπόν ενεπιστεύθη ο
ρασοφόρος υμνωδός τους ποιητικούς σταυρούς του, ίνα πληρωθή η
προφητεία του Φρουμεντίου ειπόντος, «Θέλομεν βυθίζει τον κάλαμον
εις το αυτό μελανοδοχείον».
Οι ευδαίμονες ερασταί ομοιάζουσι τους ευτυχείς λαούς, οίτινες δεν
έχουσιν ιστορίαν· των δε ημετέρων μοναχών ο βίος έρρεεν ακύμαντος
και γαληνιαίος οπό την σκιάν του Μοναστηρίου, ως το ρεύμα της
Φούλδας υπό τας σκιαζούσας γηραλέας αιγείρους. Εσκέφθης ποτέ,
αναγνώστα μου, πόσω γλυκύ και αναπαυτικόν ήθελεν είναι ερωμένη
φέρουσα ανδρικήν ενδυμασίαν και εις σε μόνον αποκαλύπτουσα τα
θέλγητρα της; Ούτε την ζηλείαν ήθελες γνωρίζει ούτε τας μυρίας
εκείνας ακάνθας, αίτινες κατά τον Άγιον Βασίλειον καθιστώσιν
_εργαστήρια οδυνών_ τας γυναίκας. Η αρρενική αυτής στολή ήθελε
φρουρεί αυτήν πολύ ασφαλέστερον ή τα κλείθρα των τουρκικών
γυναικώνων και αι προφυλακτικαί εκείναι ζώναι, δι’ ων ασφαλίζουσιν
οι Ιταλοί τας συζυγικάς κτήσεις των από πάσης επιδρομής. Πλην δε
τούτου ούτε υπό ασέμνων βλεμμάτων ήθελε μολύνεσθαι το πρόσωπον της
φιλτάτης σου ούτε τα ώτα αυτής υπό λόγων ακολάστων ή αι χείρες υπό
προσψαύσεων. Αλλ' αύτη ήθελεν είναι αγνή και άσπιλος ως η πτέρυξ
των αγγέλων και η ιδανική εκείνη παρθένος, την οποίαν ωνειρεύετο ο
Άγιος Βασίλειος ισταμένην ως σεμνόν άγαλμα επί του υποβάθρου της
παρθενίας της και _ακίνητον προς πάσαν φαντασίαν και επαφήν_. Οι
ζηλότυποι στεναγμοί του Τιβούλλου και του Βύρωνος αι βλασφημίαι
κατά των γυναικών ήθελον σοι είναι ακατάληπτοι, ως οι θρήνοι του
Ιερεμίου εις τον ουδέποτε θρηνήσαντα. Τοιαύτη ήτο διά τον
Φρουμέντιον η Ιωάννα, ρόδον άνευ ακάνθων, οψάριον άνευ οστών, γαλή
άνευ ονύχων· νηπιόθεν συζήσασα μετ' ανδρών ούτε ιδιοτροπίας είχεν
ούτε τα εράσμια εκείνα ελαττώματα, τα οποία καθιστώσι τας
θυγατέρας της Εύας φοβερωτέρας και αυτών των Σειρήνων, αίτινες
μόνον από της ζώνης και κάτω ήσαν όφεις.
Επτά έτη είχον παρέλθει από της εισόδου των νεανίσκων εις την
Μονήν της Φούλδας και η Μοίρα εξηκολούθει κλώθουσα εις αυτούς
χρυσοϋφάντους ημέρας, η δε σχέσις των έμενε μυστική και
ανενόχλητος, ως μαργαρίτης εις τους μυχούς της θαλάσσης, ουδ’ ήτο
κίνδυνος ν’ ανακαλυφθή ποτέ ο δόλος• καθότι ουδείς προ των
Σταυροφόρων Φράγκος εφρόντισέ ποτε να ερευνήση, τι υπεκρύπτετο υπό
τας πολύπλοκους πτυχάς της πλατωνικής φρασεολογίας. Μόνος ο
κουρεύς της Μονής ηστειεύετο ενίοτε προς τον αδελφόν Ιωάννην, ότε
ούτος προσέφερε μειδιών εις το ξυράφιον παρειάν αγένειον και λείαν
ως λίμνην εν ώρα νηνεμίας.
Αλλά πλην της Ιωάννας υπήρχε, δυστυχώς, εις Φούλδαν και άλλος
αγένειος μοναχός, ο πάτερ Κορβίνος, ον πάντες απέφευγον ως το
επώνυμον αυτού δυσοίωνον πτηνόν {27}, ο δυστυχής ούτος
Βενεδικτίνος ηράσθη νέος ων της ανεψιάς του Επισκόπου της
Μουγουντίας, παρά τω οποίω υπηρέτει ως διάκονος, κρατών την ουράν
της πορφύρας του κατά τας τελετάς και πίνων το ύδωρ, δι' ου η
αυτού Αγιότης έπλυνε τας χείρας μετά την μετάληψιν. Η νεάνις
ήνοιξε τα ώτα και μετ' ου πολύ τας αγκάλας εις τον έρωτα του νέου
διακόνου, αλλ' ο μιτροφόρος αυτής κηδεμών συλλαβών νύκτα τινά τους
νεανίσκους κόπτοντας απηγορευμένους καρπούς εις τον κήπον της
Επισκοπής, της μεν ανεψιάς του έκοψε την κόμην, τον δε Κορβίνον,
αφού κατέστησεν . . . ουδέτερον, έστειλεν έπειτα εις την Μονήν της
Φούλδας, ίνα κλαύση την αμαρτίαν. Ο νέος μοναχός εθρήνει κατά τας
πρώτας ημέρας την απώλειάν του, ως η θυγάτηρ του Ιεφθάε την
παρθενίαν της, αλλ' ο καιρός έκλεισε τέλος του σώματος και της
ψυχής του τας πληγάς, βαθμηδόν δε κατήντησε να περιφρονή τας
γυναίκας, προσκαλών τους συντρόφους του ν' αποκτήσωσιν ασφαλώς δι'
ομοίας θυσίας τον Παράδεισον, ως η ακρωτηριασθείσα αλώπηξ του
μύθου συνεβούλευε τας άλλας να κόψωσι κακείναι την ουράν των.
Τοιαύτην διήγε φίλοσοφικήν ζωήν ο καλός Κορβίνος, αναπληρών την
στέρησιν του απηγορευμένου καρπού διά καλών κρεάτων και της
προσδοκίας του Παραδείσου, ότε ημέραν τίνα λαβών διαταγήν να
κυνηγήση τους πολιορκούντας την βιβλιοθήκην του ηγουμένου σκόρους,
εύρεν εκεί μετάφρασιν του περί π α ρ θ ε ν ί α ς λόγου του Αγίου
Βασιλείου. Ανοίξας το βιβλίον τούτο, εν’ ώ ήλπιζε να εύρη νέας
αφορμάς, ίνα δοξάση τον Ύψιστον ότι απεκόπη αυτώ παν μέσον
απωλείας, έπεσε κατά κακήν του τύχην εις το χωρίον εκείνο, όπου ο
Άγιος Επίσκοπος Καισαρείας συμβουλεύει τας σεμνάς παρθένους « ά ρ-
ρ ε ν α σ ώ μ α τ α κ ά ν ε υ ν ο ύ χ ω ν ή φ υ λ ά τ τ ε -
σ θ α ι», διότι καθώς ο βους, του οποίου απεκόπησαν τα κέρατα,
διαμένει ουχ ήττον εκ φύσεως κερατιστής και πλήττει όσους άπαντα
διά του μέρους εκείνου της κεφαλής, όπου τα κέρατα υπήρχον πριν,
ούτω και οι αποτετμημένοι, φλεγόμενοι υπό εκτόπου μανίας δύνανται
ακόμη . . . . . . Αλλ' ενταύθα παραπέμπω τον αναγνώστην εις την
πραγματείαν του Αγίου, ίνα εύρη το τέλος της φράσεως{28}. Κατά
τους κριτικούς επί ασπίδος φαίνεται γραφείσα του Τάσσου η Ι ε -
ρ ο υ σ α λ ή μ, του δε Αγίου Βασιλείου η παρθενική πραγματεία επί
των γονάτων καλής τινος παρθένου φαίνεταί μοι γεγραμμένη.
Το ανάγνωσμα εκείνο κατεθορύβησε τον από τοσούτων ετών ησυχάσαντα
καλόγηρον. Οι όφεις, οι δράκοντες, οι λύκοι, οι πάνθηρες και τ'
άλλα ζώα, δι' ων εικονίζουσιν οι θεολόγοι τα πάθη, εξύπνησαν αθρόα
και ήρξαντο να ωρύωνται και να δάκνωσι την ουράν των εις τους
μυχούς της καρδίας του, ήτις κατέστη και πάλιν ακοίμητον
θηριοτροφείον. Ο Αρχιμήδης βεβακχευμένος υπό της χαράς έκραζεν « Ε
ύ ρ η κ α!» μετά του προβλήματος την λύσιν, ο δε μοναχός
περιέτρεχε τας στοάς του Μοναστηρίου κράζων « Δ ύ ν α μ α ι!»
μεγάλη τη φωνή. Από της ημέρας εκείνης κατελήφθη από παραδόξου
μονομανίας, ην ούτε η μάστιξ ούτε η ξηροφαγία ούτε η ψυχρολουσία
ούτε άλλη τις του καλογηρικού φαρμακείου συνταγή ηδυνήθη να
θεραπεύση. Όλος ένθους υπό της θεοφορήτου ευγλωττίας του θείου
Βασιλείου εκράτει νυχθημερόν την βίβλον εις τας αγκάλας, ως νέα
μήτηρ το πρωτότοκον τέκνον, και οτέ μεν ησπάζετο, οτέ δε
αντέγραφεν ή απεστήθιζε τας ιεράς εκείνας σελίδας· οσάκις δε
έβλεπε γυναίκα, έτρεχεν προς αυτήν ως διψαλέα έλαφος προς την
πηγήν της ερήμου, ίνα λάβη πείραν των λόγων του Αγίου. Αλλ' αι
ξανθαί κόραι της Σαξωνίας απέφευγον αυτόν καίτοι αποτετμημένον,
κατά τας φρονίμους συμβουλάς του επισκόπου Καισαρείας• νομίζω δε
ότι άνευ των συμβουλών τούτων ολίγαι εξ αυτών, γνωρίζουσαι τας
ελλείψεις του, ήθελον τον περιμένει.
Τοιούτος ήτον ο μέλλων να κόψη το χρυσούν νήμα, δι' ου η εύνους
Μοίρα συνέρραπτε των δύο εραστών τας ημέρας, καθιστώσα τον βίον
αυτών κομβολόγιον στιλπνών και άμωμων μαργαριτών. Κατά πάσαν νύκτα
συνήρχοντο ο Φρουμέντιος και η Ιωάννα εις σπήλαιόν τι εγγύς του
Μοναστηρίου, ιερόν το πάλαι τω Πριάπω. Ο θεός εκείνος ελατρεύετο
ακόμη εν Γερμανία υπό το όνομα του Αγίου Βίτου• αι τελεταί όμως
αυτού δεν είχον μεταβληθή μετά του ονόματος. Τα χείλη των
χριστιανών γυναικών εξηκολούθουν ζητούντα παρ' αυτού ό,τι εζήτουν
και αι άσεμνοι ειδωλολάτριδες, ηδονάς ή ευτεκνίαν· ο δε καλός
Άγιος σπανίως εκώφευεν εις τας τοιαύτας δεήσεις. Πρέπει όμως να
είπωμεν ότι τα αγάλματα αυτού ανιδρύοντο συνήθως υπό την σκιάν
ανδρικού μοναστηρίου• και τούτο ως λέγουσι κακόγλωσσοι τίνες
ιστορικοί, καθίστα βεβαίαν των προσκυνητριών την επιτυχίαν.
Εις το βάθος του ιερού τούτου σπηλαίου, όπισθεν του ξυλίνου
αγάλματος του Αγίου, είχε πλέξει το νέον ζεύγος την φωλεάν του δι'
ευόσμων φύλλων κυτίσου, δερμάτων αλώπεκος και απαλών υφασμάτων,
ανατεθέντων υπό των ευσεβών δεσποίνων της Σαξωνίας• υπεράνω δε της
κοιτίδος αυτών εκρέμαντο, ως σταλακτίται, γλώσσαι καπνισταί,
λιπαρά χοιρομήρια, ξηροί ιχθύες, ασκοί γενναίου οίνου της Μοσέλλης
και άλλα εδώδιμα, εις τα οποία κατέφευγον οι νεανίσκοι, οσάκις
απηύδων ψάλλοντες τροπάρια εις τιμήν του Αγίου Βίτου• καθότι η
προς τον Άγιον τούτον ευλάβεια, ως και η της Αφροδίτης,
ψυχραίνεται άνευ των δώρων της Δήμητρος και του Βάκχου. Εκεί
ευρίσκοντο αποφράδα τινά νύκτα απολαύοντες πάντων των αγαθών, ενώ
ο αδελφός αυτών Κορβίνος, μη δυνάμενος προ πολλού να εύρη ύπνον,
εγκαταλείποντα ως οι παράσιτοι τους δυστυχούντας, επλανάτο εις
τους αγρούς διηγούμενος τα βάσανά του εις την σελήνην. Αλλά και
αυτή βαρυνθείσα, φαίνεται, τα μονότονα παράπονα του πτωχού
ρασοφόρου εκρύβη όπισθεν μαύρων νεφελών και μετ' ολίγον πυκναί
σταγόνες βροχής ηνάγκασαν τον θαυμαστήν του μεγάλου Βασιλείου να
ζήτηση άσυλον εις το ιερόν του Αγίου Βίτου.
Η λεπτή άμμος, δι' ης ήτο εστρωμένον το έδαφος του Σπηλαίου, ίνα
μη πληγώνωνται οι απαλοί πόδες των ποοσκυνητριών, αίτινες μόνον
ανυπόδητοι ηδύναντο να εισέλθωσι εκεί, εκάλυψε των βημάτων του τον
ήχον, ώστε προυχώρησεν απαρατήρητος μέχρι του κοιλώματος, όπου οι
δύο ερασταί ανεπαύοντο εις τας αγκάλας αλλήλων και του Μορφέως. Ο
κοιτών εφωτίζετο υπό λυχνίας καιούσης προ της εικόνος του
χρίστιανισθέντος Πριάπου, η δε Ιωάννα ημίγυμνος ως θεά του Ολύμπου
και ωραία ως εκείναι, παρίστα εικόνα τοσούτω θελκτικήν, ώστε προ
αυτής ο Άγ. Αμούν ήθελε λησμονήσει τους όρκους του και ο Ωριγένης
την συμφοράν του και αυτός, νομίζω, ο Θεμιστοκλής το τρόπαιον του
Μιλτιάδου. Ο δε πάτερ Κορβίνος, λησμονήσας κακείνος τον εκεί
παρακείμενον Φρουμέντιον, ώρμησε να υποβάλη εις την βάσανον της
πείρας τα φυσιολογικά θεωρήματα του επισκόπου Καισαρείας. Αλλ' ο
Άγιος Βίτος επροστάτευε τον ύπνον των υπό την σκέπην του
αναπαυομένων εραστών, ουδ' ηδύνατο ν' ανεχθή να μιανθώσι τα
μυστήρια του υπό χαμερπούς ευνούχου. Ότε δε είδεν αυτόν
επιβάλλοντα αυθάδη χείρα επί της κοιμωμένης δούλης του, αι παρειαί
αυτού ηρυθρίασαν εκ της οργής, ως αι της εν Λωρέτω Παναγίας,
οσάκις ασπάζονται αυτήν ασεβή χείλη, η κεφαλή του εσείσθη
απειλητικώς και το έλαιον της λυχνίας ανέβρασε μεθ' ορμής. Σταγών
του ζέοντος τούτου ελαίου αφύπνισε τον Φρουμέντιον, επί της
παρειάς του καταπεσούσα· ευθύς δε εγερθείς είδε την σύντροφόν του
ημικοιμωμένην έτι και παλαίουσαν κατά του επικειμένου αύτη πατρός
Κορβίνου, ως κατά κακού ονείρου. Ο Φρουμέντιος ήτο οξύθυμος ως
γνήσιος απόγονος του Βιτικίνδου και ρωμαλέος ως Γερμανός
καλόγηρος, ειθισμένος να μεταχειρίζεται τους γρόνθους ως
επιχειρήματα κατά πάσαν συζήτησιν, έστω και θεολογικήν. Διό μη
χρονοτριβήσας εις περιττάς εξηγήσεις εδράξατο του σχοινιού της
ζώνης, το οποίον ήρχισε να υψούται και να καταπίπτη ραγδαίως επί
των νώτων του αθλίου Κορβίνου. Εν τούτοις η Ιωάννα εγερθείσα
έσπευδε να κρύψη υπό το ράσον της τα αίτια της έριδος, ενώ οι δύο
καλόγηροι εξηκολούθουν γρονθοκοπούμενοι και το αίμα ήρχιζεν ήδη να
τρέχη, αλλ' ευτυχώς μόνον εκ της μύτης. Μετά δε πεισματώδη πάλην
κατώρθωσε τέλος ο Κορβίνος να διαφύγη κακώς έχων τας χείρας του
παρωργισμένου αντιπάλου, αφινών αυτώ ως λάφυρον τεμάχιον της
κουκούλας του, ως ο Ιωσήφ τον μανδύαν του εις την γυναίκα του
Πετεφρή. Αλλ’ εις τούτο μόνον περιορίζεται, νομίζω, η μεταξύ αυτού
και του υιού του Ιακώβ ομοιότης.
Οι δύο ερασταί, μείναντες μόνοι επί του πεδίου της μάχης, ητένιζον
προς αλλήλους μετ’ αδημονίας, βέβαιοι όντες ότι ο ξυλοκοπηθείς
εκείνος σάτυρος ήθελε σπεύσει να εκδικηθή προδίδων τα απόκρυφα του
σπηλαίου των. Έπρεπε λοιπόν προς αποφυγήν της ειρκτής και της
ξηροφαγίας ν' αποχαιρετήσωσιν ανεπιστρεπτεί την φιλόξενον εκείνην
στέγην, όπου τοσαύτας διήγαγον ευφροσύνους ημέρας εν αγία
αναπαύσει και αργία, απολαύοντες αλλήλων και πάντων των αγαθών. Τα
έτη και η τρυφή είχον μετριάσει το φιλοκίνδυνον των δύο μοναχών,
οίτινες μετά φρίκης ανελογίζοντο τους κόπους και τας στερήσεις του
πλάνητος βίου, συμμεριζόμενοι την γνώμην του Αγίου Αντωνίου, καθ'
ον τα μοναστήρια είναι διά τους καλογήρους ως η θάλασσα διά τους
ιχθύας, και ως εκείνοι απόλλυνται εξερχόμενοι του ύδατος, ούτω
μαραίνονται και οι μοναχοί αφίνοντες τα κοινόβια. Εις τοιαύτας
παρεδίδοντο μελαγχολικάς σκέψεις, ότε ο κώδων του όρθρου
ενεθύμισεν αυτοίς τον επικείμενον κίνδυνον. Η νυξ ήτο σκοτεινή και
οι σταύλοι εγγύς, εν αυτοίς δ’ έζη ακόμη ο καλός εκείνος όνος,
όστις προ επτά ετών είχε μετακομίσει εις Φούλδαν την Ιωάνναν. Ο
πατριάρχης ούτος της καλογηρικής φάτνης, κατάλευκος ήδη υπό του
γήρατος, ανεπαύετο περικυκλούμενος υπό των απογόνων του και
δεμάτων τριφυλλιού. Τούτον λύσαντες οι δραπέται και περιτυλίξαντες
προς αποφυγήν θορύβου τα πέταλά του διά στυπίου, ως οι πειραταί
τας κώπας των ακατίων, εξήλθον των τειχών της μακάριας εκείνης
Μονής, τρέμοντες μη ο σύντροφος αυτών εξυπνίση διά της φωνής του
τους ζώντας, ως εξήγειρε προ επταετίας τους νεκρούς εκ των
μνημείων.
Η ΠΑΠΙΣΣΑ ΙΩΑΝΝΑ
ΜΕΡΟΣ Γ'.
But the fact is that I haνe nothing plan’d
Unless it were to be a moment merry.
(Byron, Don Juan, Canto IV).
Αγαπάς, αναγνώστα μου, τον καλόν οίνον; Αν τω όντι τον αγαπάς,
μισείς βεβαίως τους ασυνείδητους εκείνους καπήλους, οίτινες εξ
αισχροκερδείας νοθεύουσι το καλόν τούτο ποτόν, αναμιγνύοντας ύδωρ,
βαφάς ή δηλητήρια και αντί θείου νέκταρος ανούσιον ή ναυτιώδες
ποτόν προσφέροντες εις τα διψώντα σου χείλη. Τοιούτοι κάπηλοι
υπήρξαν επ' αιώνων οι μετερχόμενοι την φρούρησιν και διανομήν του
γ ε ν ν α ί ο υ ο ί ν ο υ τ η ς π ί σ τ ε ω ς, ως ωνόμαζε την
θρησκείαν ο σοφός Αλβίνος, η δε μεταξύ καπήλων και ιερέων,
χριστιανισμού και βαρελιού παρομοίωσις ανήκει εις Σύνοδόν τινα του
ενάτου αιώνος• ώστε αι εκφράσεις μου, αν όχι ευγενείς, είναι
τουλάχιστον κ α ν ο ν ι κ α ί. Έλεγον λοιπόν, ότι καθώς ο γνήσιος
οινοπότης βδελύττεται τους νοθεύοντας τον οίνον, ούτω και ο καλός
χριστιανός αποστρέφεται τους αναμιγνύοντας εις την θρησκείαν, ίνα
καταστή επικερδεστέρα, τας παντοίας της εξυρισμένης ή πολυμάλλου
κεφαλής των εφευρέσεις, τα θαύματα των εικόνων, τους θεούς της
ειδωλολατρείας μετημφιεσμένους εις αγίους, τας προσκυνήσεις, τα
εισιτήρια του Παραδείσου, τα άγια λείψανα, τα κομβολόγια και άλλα
ιερατικά εμπορεύματα, δι' ων το επάγγελμα των Αποστόλων κατέστη
και αυτής της ιατρικής και ονειροκρισίας αγυρτικώτερον. Παιδιόθεν
ηγάπων την χημείαν· το δε βιβλίον μου τούτο είναι χημική τις μόνον
ανάλυσις του θρησκευτικού οίνου, δι' ου οι λαοί της Δύσεως
εποτίζοντο κατά τον μεσαιώνα υπό Ρασοφόρων καπήλων. Πάντα τα
κακοποιά ζώα, οι όφεις, οι σφήκες, οι κώνωπες και οι σκορπιοί,
γίνονται τοσούτω μάλλον φαρμακερά και κακοήθη, όσω ζώσι
πλησιέστερον του ηλίου. Μόνοι οι ιερείς εξαιρούνται, οίτινες εις
μεν τας ανήλιους χώρας της Δύσεως απέκτησαν οξείς όνυχας και
ιοβόλους οδόντας, εν δε τη Ανατολή κατήντησαν βαθμηδόν αβλαβείς
και χειροήθεις ως οι εγχέλεις της Κωπαΐδος• ώστε αφού ούτε
τρώγονται, ως εκείναι, ούτε δάκνουσιν, ως οι Φράγκοι, αλλ' ησύχως
και τιμίως μετέρχονται το επάγγελμά των, σταυροκοπούντες,
θυμιάζοντες, βαπτίζοντες και εξομολογούντες, αμαρτία ήθελεν είναι
να πειράξη τις τους ακάκους τούτους κληρονόμους της βασιλείας των
Ουρανών. Ταύτα σοι είπον, αναγνώστα, ίνα σε πείσω περί της
ορθοδοξίας μου· ήδη επανέρχομαι εις τους ήρωας μου.
Μετά τον θάνατον του Μεγάλου Καρόλου ούτε ταχυδρομικοί σταθμοί
ούτε χωροφύλακες ή αστυνομία υπήρχε πλέον εν Γερμανία• οι δε
σαξωνικοί ίπποι ήσαν ως και σήμερον τοσούτω παχείς και
βραδυκίνητοι, ώστε ολίγον εφοβούντο οι ημέτεροι δραπέται την
καταδίωξιν. Άλλως δε το υποζύγιον αυτών ήτο εκ των παρασημοφόρων
εκείνων ζώων, των καταγομένων από του μακαρίου όνου, ον ανέβη ο
Ιησούς, ότε εισήλθεν εις Ιεροσόλυμα, και επί της ράχεως του οποίου
έμεινεν εγκεχαραγμένον κατά τον μεγάλον Αλβέρτον το σημείον του
Σταυρού, όπως και η εικών του θείου προσώπου επί του πέπλου της
Βερονίκης. Οι τοιούτοι όνοι, διακρινόμενοι διά μαύρης σειράς
διατεμνομένης σταυροειδούς κατά το μέσον της ράχεως, εκαλούντο σ τ
α υ ρ ο φ ό ρ ο ι και ηδύναντο, χρείας τυχούσης, και προς αυτούς
τους ίππους και τους θηρευτικούς κύνας να διαγωνισθώσι περί
ταχύτητος· εχρησίμευον δε κατά τον μεσαιώνα εις μόνους τους
ηγουμένους και ιεράρχας. Η γενεά αύτη εξέλιπε βαθμηδόν εν Ευρώπη,
αλλά διατηρείται ακόμη αμιγής και ακμαία εν Αιγύπτω και
Παλαιστίνη, όπου βλέπει τις αυτούς φέροντας χρυσοκέντητα σάγματα
και τρώγοντας βραστούς κυάμους εντός πορφυρών αγγείων.
Επί τοιούτου υποζυγίου έτρεχον ασφαλώς οι δραπέται, στρέφοντες εις
τον νουν μυρία περί του μελλοντος βίου σχέδια. Ο ήλιος ανατείλας
μετ' ολίγον θερμός και ανέφελος όπισθεν των κορυφών του
Βιβραστείνου ωρίμασε τας εν τη κεφαλή αυτών φυομένας ιδέας.
Απεφάσισαν λοιπόν να περιέλθωσιν επί του όνου των την οικουμένην,
ζητούντες φιλοξενιών παρά τοις ισχυροίς, τείνοντες τας χείρας των
εις τα χείλη των πιστών και αφίνοντες εις άλλους την φροντίδα να
χριστιανίσωσι τους απίστους. Είρξαντο δε των περιπλανήσεων
διευθυνόμενοι εις Μογουντίαν, ίνα παρευρεθώσιν εις την τελετήν της
συμφιλιώσεως του αυτοκράτορας Λουδοβίκου μετά των υιών του. Αλλ'
ότε μετά τριήμερον πορείαν έφθασαν εις την πόλιν ταύτην, πένθιμοι
ψαλμωδία και κώδωνες οχληροί αντήχουν πανταχόθεν αντί ευθύμων
ασμάτων· αντί δε της κνίσσης οπτών κρεάτων νεκρώσιμοι λιβάνου
αναθυμιάσεις εμόλυνον την ατμοσφαίραν. Ο δυστυχής Λουδοβίκος ο Ε υ
σ ε β ή ς ή Ε υ ή θ η ς (τα δύο ταύτα επίθετα απεδίδοντο αυτώ
αδιαφόρως ως συνώνυμα {29} είχε παραδώσει την προτεραίαν εις τον
Πλάστην την άψογον ψυχήν του, « Συγχωρώ, λέγων, τους υιούς μου, ως
συγχωρεί και ο κατάδικος τους δημίους του»· το δε σώμα αυτού
εσύρετο εις την τελευταίαν κατοικίαν υπό τεσσάρων μαύρων ίππων,
οίτινες αφεθέντες νήστεις από τριημέρου εβάδιζον μελαγχολικώς, ως
του Ιππολύτου, μεταξύ διπλής σειράς λαμπαδηφόρων ιερέων,
ανυμνούντων τας αρετάς του μακαρίτου· καθότι ο Λουδοβίκος είχε
κληροδοτήσει τη Εκκλησία, την Σαρδηνίαν, την Κύρνον και Σικελίαν.
Αληθές είναι ότι αι νήσοι αυταί, κατεχόμεναι υπό των Σαρακηνών και
Ελλήνων ανήκον αυτώ, όσω σήμερον η Κύπρος και τα Ιεροσόλυμα εις
τον βασιλέα της Ιταλίας {30}. Αλλ’ οπωσδήποτε η καλή αυτού
προαίρεση ήτο αξία επαίνων, θυμιάματος και λιτανειών. Οι ημέτεροι
μοναχοί, καταβιβάσαντες το κουκούλιον επί του προσώπου,
συνεβάδισαν μετά του μακαρίτου την οδόν εκείνην, ήτις κατά Βίωνα,
είναι πασών η ομαλωτέρα, (διότι και διά κλειστών οφθαλμών
ευρίσκομεν αυτήν), είτα δε απεμακρύνθησαν εν σιωπή από των τειχών
της πενθηφορούσης Μογουντίας.
Εκλείψαντος του ευσεβούς Λουδοβίκου, ο αήρ της Γερμανίας δεν ήτο
πλέον ως πρότερον υγιεινός διά τους πνεύμονας των καλογήρων, ων
πολλοί ήρχισαν να μεταναστεύωσιν, ως καταλείπουν και οι ποδαλγοί
Άγγλοι την Νίκαιαν μετά την προσάρτησιν αυτής εις την Γαλλίαν,
λέγοντες ότι ιταλικόν και ουχί γαλατικόν αέρα διετάχθησαν ν'
αναπνέωσιν υπό του ιατρού. Οι υιοί του Καρόλου διεφιλονείκουν διά
των όπλων την πατρικήν κληρονομίαν, ο δε πρεσβύτερος αυτών
Λοθάριος, θέλων να προσελκύση τους Σάξωνας, μετεχειρίσθη, ως οι
παρ’ ημίν Υπουργοί, μ έ σ α δ ι α φ θ ο ρ ά ς, επιτρέπων εις
αυτούς ν' ανεγείρωσι και πάλιν τα προγονικά είδωλα και να
προσφέρωσιν ενίοτε, ως ελαστικήν θυσίαν προ των πατρώων βωμών,
φανατικόν τινα ιεροκήρυκα ή παχύν Βενεδικτίνον. Κακόγλωσσοι δέ
τινες χρονογράφοι προσθέτουσι μάλιστα, ότι ο αθεόφοβος Λοθάριος
κατεσκεύαζεν εντός των ανακτόρων είδωλα του Ιρμινσούλ και
Τουίτονος, ότινα έπεμπεν ως διαλλακτικά δώρα εις τους Σάξωνας και
Θουριγγίους, ως στέλλουσι και σήμερον οι βιομήχανοι Άγγλοι εις τας
αποικίας των αγάλματα ινδικών η αυστραλιακών ειδώλων, γλυφέντα εν
τοις εργοστασίοις του Λονδίνου από ευσεβών Πουριτανών και
Κουακέρων, φορτώνοντες όμως επί του αυτού πλοίου ως αντιφάρμακον
και δέματά τινα ιερών Γραφών της Βιβλικής εταιρείας· ώστε τα τε
είδωλα και τα Ευαγγέλια ευπλοούσιν εν ειρήνη υπό την σκέπην της
αγγλικής σημαίας.
Αι διενέξεις των κληρονόμων του Λουδοβίκου κατέστησαν μετ’ ου πολύ
τόπον δυσοίκητον την Γερμανίαν. Ο δυστυχής των εραστών όνος
προσέκοπτεν ανά παν βήμα κατά πτωμάτων ή ωλίσθαινεν εις αιματώδη
έλη· σπανίως δε ευρίσκων κριθήν, χλόην ή φύλλα κατήντησε ν’ αλέθη
ακάνθας και βάτους υπό τους νηστικούς του οδόντας. Εν τούτοις ο
χειμών επήρχετο, χειμών σαξονικός, τοσούτω απότομος και δριμύς,
ώστε και αυτοί οι κόρακες απέθνησκον της πείνης, μη δυνάμενοι να
σχίσωσι τας σάρκας των πτωμάτων,
απολιθωθέντων υπό του ψύχους. Οι δυστυχείς δραπέται επλανώντο ως
άστεγα στρουθία επί της χιόνος, καταρώμενοι τον ηκρωτηριασμένον
εκείνον σάτυρον, όστις ηνάγκασεν αυτούς να εγκαταλείψωσι την
θερμήν αυτών και εύοσμον φωλεάν. Ο φόβος των εχθρών και η δριμύτης
του χειμώνος είχον ψυχράνει την φιλοξενίαν των Σαξώνων, ώστε μάτην
ως επί το πολύ έκρουον οι δύο μοναχοί τας θύρας των καλυβών και
κοινοβίων. Άλλοτε μεν ουδ' απάντησις εδίδετο αυτοίς, άλλοτε δε
προέκυπταν εκ μικράς θυρίδας σαξονική τις κεφαλή ερυθρά υπό του
ψύχους ή κάτωχρος υπό του τρόμου, παρακινούσα τους ικέτας εις
εξακολούθησιν του δρόμου των· σπανίως δε χειρ τις ευσπλαγχνικωτέρα
της κεφαλής έρριπτεν αυτοίς ως εφόδιον τεμάχιον μέλανος άρτου ή
ξηρού ιχθύος. Ούτω επλανώντο επί δύο ολοκλήρους μήνας,
παρακολουθούντες ως οι κόρακες τα ίχνη των στρατευμάτων, ίνα
θερμανθώσιν εις την φλόγα ημισβέστου πυράς ή γλείψωσι τα κόκκαλα
εγκαταλειφθείσης τραπέζης. Ήλθε δε ημέρα, καθ’ ην ατενίζοντες μετά
φθόνου τους θώας σπαράσσοντας τα πτώματα στρατιωτών τινων του
Λοθαρίου, ενώ η πείνα εσπάρασσε κακείνων τα σπλάγχνα, εδικαίωσαν
σχεδόν την γνώμην του σοφού Χρυσίππου, διδάσκοντος μεταξύ των
άλλων τους μαθητάς ότι εν ελλείψει άλλης τροφής είναι θεμιτή και η
νεκροφαγία.
Η Ιωάννα υπετάσσετο αγογγύστως εις τας τοσαύτας ταλαιπωρίας,
υπομένουσα την πείναν και το ψύχος, ως και η κάμηλος της ερήμου
την θερμότητα και την δίψαν. Ούτε στεναγμός ούτε παράπονον
εξήρχετό ποτε των ωχρών χειλέων της, δι' ων εσπόγγιζεν ενίοτε τα
δάκρυα του συντρόφου, λαβόντος πολλάκις αφορμήν να ευλογήση την
στιγμήν, καθ' ην ηλίευσεν εις το ρεύμα της ζωής του τον ξανθόν
εκείνον μαργαρίτην. Ο χαρακτήρ των γυναικών προς μόνον τον χαλκόν
εκείνον της Κορίνθου δύναται να παραβληθή, όστις συνέκειτο εκ
μυρίων ετερογενών μετάλλων, εν οις όμως υπήρχε και άδολος χρυσός.
Ούτω νηστεύοντες, δακρύοντες, παρηγορούμενοι, φυσώντες εις τα
δάκτυλά των και διευθυνόμενοι πάντοτε προς νότον, ως αι χελιδόνες
και αι φθισικαί Αγγλίδες, υπερέβησαν τας χιονοσκεπείς ερήμους των
Βαυαρών, διέπλευσαν την λίμνην της Κωνσταντίας και εύρον τέλος
φιλοξενίαν εις την Μονήν του Αγίου Γάλλου, ης οι καλοί μοναχοί
προσέφεραν αυτούς άσυλον κατά των λύκων και των στρατιωτών του
Λοθαρίου. Οι δύο ερασταί ητοιμάζοντο ήδη να στήσωσι τους εφεστίους
των υπό την ιεράν εκείνην και απόρθητον στέγην, ότε περίεργος τις
καλόγηρος, θεωρών μετά προσοχής την Ιωάνναν, παρετήρησεν ότι τα
ώτα αυτής ήσαν υπότρητα, εκ δε της παρατηρήσεως ταύτης ταραχτείς
συνέλαβεν αμέσως παραδόξους υπόνοιας και επιθυμίας. Ήρκει η άκρα
ω τ ί ο υ γ υ ν α ι κ ό ς να ταράξη την ησυχίαν των τότε μοναχών,
ως και σήμερον μόνη η οσμή γυναικείας επιστολής αρκεί να
αναστατώση όλους τους κατοίκους του Αγίου Όρους {31}, η δε Ιωάννα
φοβουμένη τας περαιτέρω ανακαλύψεις και απαιτήσεις του Οσίου
Πατρός κατέπεισε τον Φρουμέντιον ν' αφήσωσιν αυθημερόν την μάνδραν
των περιέργων εκείνων Ελβετών.
Από του Αγίου Γάλλου μετέβησαν εις Τίγυρον, την αρχαιοτάτην εν
Ελβετία πόλιν, ονομαστήν διά την δύναμιν των κατοίκων και του
ρακίου της, εκείθεν δε εις Λυκέρνην, όπου εισήλθον διά νυκτός, ίνα
θαυμάσωσι το τεράστιον φανάριον, το οποίον κατά τους χρονογράφους
τοσαύτην επέχεε λάμψιν, ώστε καθίστα αοράτους τους αστέρας και
ορατούς τους λάκκους, εις ους έπιπτον πρότερον οι πλείστοι των
Οδοιπόρων. Από Λυκέρνης διηυθύνθησαν εις Αυεντικόν, την
πρωτεύουσαν των πάλαι Ελουητίων, ένθα είδον τα ίχνη των υποδημάτων
του Αττίλα εγκεχαραγμένα επί σκληρού βράχου, ως τα του Ιησού εν τω
όρει των Ελαιών, και εκείθεν εις Σέδουνον, όπου εύρον ακάτιον,
δι'ου κατέπλευσαν τον Ροδανόν μέχρι Λουγδούνου.
Το πλοιάριον εκείνο ανήκεν εις Εβραίους εμπόρους μεταβαίνοντας εις
Μασσαλίαν, ίνα πωλήσωσι χριστιανούς δούλους εις τους Σαρακηνούς
της Ισπανίας. Κατά τους χρόνους εκείνους οι απόγονοι του Ισραήλ
αντί να καταπιέζωνται ήσαν παντοδύναμοι κατά την μεσημβρινήν
Γαλλίαν. Ο Αυτοκράτωρ δανειζόμενος καθ’ εκάστην παρά τούτων μεγάλα
ποσά, επλήρωνε τους τόκους του χρέους του επιτρέπων αυτοίς να
προσηλυτίζωσι τους υπηκόους του, ως ανεχόμεθα και ημείς τας
αδελφάς του Ελέους, τας Γραφάς της Βιβλικής εταιρίας, τας Οπτασίας
του Αγαθαγγέλου, των αγαθαγγελιστών τας χρυσάς προσδοκίας και
άλλας των τριών Ε γ γ υ η τ ρ ι ώ ν μας εφευρέσεις. Οι δε Εβραίοι
του Λουγδούνου μετεχειρίζοντο τα παρά του Αυτοκράτορος αγορασθέντα
διατάγματα ως οδόντας, ίνα κατατρώγωσι δι' αυτών τους χριστιανούς,
φονεύοντες τους χοίρους των, κλέπτοντες τα παιδία, αναγκάζοντες
τους δούλους αυτών να αγιάζωσι το Σάββατον και να εργάζωνται την
Κυριακήν, πωλούντες ως κτήνη τους απειθούντας ή βαπτίζοντας τα
τέκνα των, και αυτάς ακόμη των αρχιερέων τας παλλακίδας
επιχειρούντες ενίοτε να εβραΐσωσιν. Οι δυστυχείς Επίσκοποι έστελνον
προς τον Αυτοκράτορα αναφοράς επί αναφοραίς, οι δε Εβραίοι σάκκους
επί σάκκοις. Αλλ’ εις μεν τους πρώτους ουδ' απεκρίνετο ο μονάρχης,
εις δε τους Ιουδαίους έπεμπε στρατιώτας ίνα φρουρώσι τους οίκους
των και αναγκάζωσι τους χρεώστας εις απότιση της οφειλής, καθώς
φυλακίζουσι και σήμερον χριστιανοί κλητήρες των Εβραίων τους
οφειλέτας. Αδίκως λοιπόν κατηγορούμεν τον παρόντα αιώνα ως
φιλοχρηματώτερον των παρελθόντων. Ο χρυσός υπήρξεν ανέκαθεν ο
σεβαστότερος επί της γης θεός, προφήται δε αυτού οι Εβραίοι· κατ’
εκείνην δε μάλιστα την εποχήν και αυτό το Ευαγγέλιον εγράφετο διά
χρυσών γραμμάτων, όπως εμπνέη σέβας εις τους πιστούς.
Μεταξύ των επιβατών του πλοιαρίου υπήρχε και γέρων τις Ραβίνος,
ονόματι Ισαχάρ, όστις, ίνα διασκεδάση κατά τον διάπλουν,
επεχείρησε να προσηλύτιση τους νέους εκείνους καλογήρους, ζητών να
λάβη παρ’ αυτών ο ασυνείδητος τοκογλύφος την ψυχήν των αντί
ναύλου. Ήρξατο λοιπόν διηγούμενος εις τους νεανίσκους τους
ταλμουδικούς μύθους, καθ' ους ο Ιησούς ήτο επιτήδειος γόης, όστις
δίδαχθείς την θαυματουργίαν υπό μάγου τινός, καλουμένου Ιωάννου
Βαπτιστού, είχεν υποσχεθή εις την θυγατέρα του Αυτοκράτορας
Τιβερίου να καταστήση αυτήν μητέρα άνευ ανδρικής μεσολαβήσεως, η
δε νεάνις ακολουθήσασα τας συνταγάς αυτού έτεκε λίθον αντί
παιδιού· διό θυμωθείς ο Αυτοκράτωρ παρήγγειλε τω Πιλάτω να
σταυρώση τον θαυματοποιόν, του οποίου το σώμα ταφέν πλησίον του
υδραγωγείου παρεσύρθη την νύκτα υπό του πλημμυρήσαντος ύδατος, και
εκ τούτου προήλθεν η εις την ανάσταση πεποίθησις των Ναζωραίων.
Αφού τοιαύτας και άλλας βλασφήμους φλυαρίας εξήμεσεν εκ του μιαρού
αυτού στόματος ο βρωμολόγος εκείνος Εβραίος, ήρξατο έπειτα να
πλέκη εις τον θεόν του Ισραήλ στέφανον ν ε φ ε λ ώ ν και α σ τ έ -
ρ ω ν. Παρέστησεν αυτόν καθήμενον επί άρματος συρομένου υπό τεσσάρων
πανθήρων ως το του Βάκχου• κρατούντα εις την δεξιάν χιλιόπηχυν
σύριγγα, δι' ης ενεφύσα τας εντολάς του εις το ους των Προφητών·
τίκτοντα εκ της κεφαλής οπλοφόρους δαίμονας, ως ο Ζευς την
πάνοπλον Αθηνάν· φιλικώς συναναστρεφόμενον μετά των γραμμάτων του
αλφαβήτου, άτινα ήσαν άγγελοι πτερωτοί, και αλέθοντα διά τεραστίας
μυλοπέτρας το μάννα, δι' ου κατεσκευάζετο ο διαφανής άρτος των
κατοίκων του παραδείσου. Οι δύο νεανίσκοι οτέ μεν εγέλων
ακροώμενοι τας Ταβινικάς εκείνας τερατολογίας, οτέ δε φοβούμενοι,
μη αι βλασφημίαι εκείναι βυθίσωσι το πλοίον εις τους μυχούς των
κυμάτων, εψιθύριζον ως αντιφάρμακον τροπάριόν τι εις τον Άγιον
Μεδάρδον, όστις ως ο Ποσειδών παρά τοις προγόνοις ημών και ο Άγιος
Νικόλαος παρ' ημίν εξήγειρε τότε και κατηύναζε τα κύματα των
υδάτων.
Χάρις εις το τροπάριον εκείνο και την νηνεμίαν, το πλοιάριον
προσωρμίσθη ευτυχώς την επιούσαν εις Λούγδουνον, όπου ήδρευε τότε
ο Άγιος Αγοβάρδος, ο μόνος των τότε αγίων, του οποίου καγώ ήθελον
ασπασθή μετά σεβασμού το κράσπεδον της εσθήτος. Ούτος εδόξαζεν
ότι, αφού ο Ιησούς είναι αιώνιος και πανταχού παρών, πάντες οι τα
παραγγέλματα αυτού ακολουθήσαντες, είτε προ της ενανθρωπήσεως
αυτού εγεννήθησαν είτε μετ' αυτήν, είτε εγνώρισαν αυτόν είτε όχι,
ήσαν χριστιανοί και νόμιμοι κληρονόμοι της βασιλείας των ουρανών
απεστρέφετο την εις τας αγίας εικόνας αποδιδομένην λατρείαν
νομίζων ασέβειαν την υπό ανθρωπίνην μορφήν παράστασιν αΰλου
θεότητος και διδάσκων, ότι οι πρώτοι χριστιανοί διετήρουν τας
εικόνας του Ιησού, των Αποστόλων και των Μαρτύρων ως τα ομοιώματα
ανθρώπων, τους οποίους εγνώρισαν και ηγάπων, όπως ημείς σήμερον
τας φωτογραφίας των απόντων φίλων, και ουχί ως αντικείμενα
δεισιδαίμονος λατρείας. Πλην δε τούτων γελοίον ενόμιζεν ο καλός
Επίσκοπος το να πιστεύωμεν ότι ο Ύψιστος υπηγόρευσεν εις τους
προφήτας κατά λέξιν τας Γραφάς, ως ο Άγγελος τα αποφθέγματα εις
την όνον του Βαλαάμ· απέτρεπε τους πιστούς από των προσκυνήσεων,
τα δε ελέη αυτών διέταττε να δίδωνται εις τους πτωχούς, και ουχί
εις τας εκκλησίας, αμαρτίαν νομίζων, ενώ τοσούτοι πένητες
στερούνται οβολού προς αγοράν άρτου, να δίδεται χρυσός εις τους
ιερείς, ίνα ανάπτωσι κηρία εν πλήρει μεσημβρία ή κοσμώσι δι' αυτού
τα είδωλα των ναών{32} και των παλλακίδων των τα στήθη. Τοιαύτας
χριστιανικάς ή μάλλον αιωνίους αληθείας εδίδασκεν ο καλός εκείνος
ιερεύς του Υψίστου, τας οποίας αν είχε κηρύξει βραδύτερον, ήθελε
καή ως ο Ούσιος ή ριφθή άκλαυστος και άταφος επί βράχου ως ο
Καΐρης. Αλλά κατά την εποχήν εκείνην οι ιερείς της Δύσεως,
ασχολούμενοι αποκλειστικώς εις την κραιπάλην και αργυρολογίαν, δεν
είχον ακόμη καταληφθή υπό της μανίας του να δικάζωσι και καίωσιν
ανθρώπους. Αν δε εν μέσω της γενικής εκείνης αμαθείας και
διαφθοράς επήρχετο είς τινα εξ αυτών η ιδιότροπος όρεξις να ζήση
εναρέτως ή να ομιλήση λογικώς, έτρωγον εκείνοι την μερίδα του
καλού τούτου ανθρώπου, γελώντες διά την ανοησίαν του και αφίνοντες
μάλιστα εις αυτόν τον τίτλον του αγίου, όστις απενέμετο τότε
αφειδώς εις τους ιερείς, ως σήμερον το ε ξ ο χ ώ τ α τ ο ς εις
τους ιατρούς. Τοιούτος ήτο ο Αγοβάρδος, αδάμας εν μέσω χαλίκων,
κύκνος εν μέσω κοράκων, στίλβων εν τω σκότει του ενάτου αιώνος ως
μαργαρίτης εις την ρίνα χοίρου {33}. Απαντήσας αυτόν, ενώ μετά
κόπου και αηδίας ανεκίνουν τον βόρβορον του ενάτου αιώνος, ηθέλησα
ν' αναπαυθώ επί τινας στιγμάς πλησίον του, ως ο κεκμηκώς Άραψ παρά
την πηγήν της ερήμου.
Ο Φρουμέντιος επορεύθη μετά της Ιωάννας ν' ασπασθή τας χείρας του
καλού Επισκόπου. Οι τότε περιηγηταί, άμα έφθανον εις ξένην πόλιν,
εζήτουν την κατοικίαν του Αρχιερέως, ως σήμερον το Προξενείον.
Εκεί παρέδιδον τας συστατικάς επιστολάς των και εξητούντο Οδηγίας
ή βοηθήματα προς εξακολούθησιν της οδοιπορίας, αντί των οποίων
προσέφεραν συνήθως τω Επισκόπω ιερά τινα λείψανα Αγίων του τόπου
των· καθότι ήκμαζε παρά τοις τότε χριστιανοίς η συνήθεια της
συλλογής αγίων λειψάνων πάσης χώρας και εποχής, ως προ τίνων ετών
εν Αθήναις η των γραμματοσήμων. Οι ημέτεροι οδοιπόροι, πολλά
έχοντες να ζητήσωσι και ουδέν να προσφέρωσιν εις την αυτού
Αγιότητα, επαρουσιάσθησαν προ αυτού, ερυθριώντες και
συνεσταλμένοι, αλλ' ο Άγιος Αγοβάρδος, ειθισμένος ως οι
πνευματικοί και ιατροί να ε τ ά ζ η ν ε φ ρ ο ύ ς και κ α ρ δ ί-
α ς εγνώριζε και να διακρίνη την υπό τα ράκη κεκρυμμένην αξίαν.
Προσκαλέσας εις την λιτήν του τράπεζαν το πολυπαθές εκείνο ζεύγος
εθαύμασε των νέων συνδαιτυμόνων το κάλλος, την σοφίαν και την
αδελφικήν στοργήν, παρέβαλεν αυτούς προς τον Κάστορα και
Πολυδεύκην και, ότε ανεχώρησαν, έδωκεν αυτοίς καλάς συμβουλάς, νέα
υποδήματα, την ευχήν του και χρήματα προς εξακολούθησιν της
οδοιπορίας.
Καταπλεύσαντες και πάλιν τον Ροδανόν έφθασαν οι οδοιπόροι μετά
εξαήμερον πλουν εις Αρελατίαν, την κλεινήν ποτε καθέδραν του
Μεγάλου Κωνσταντίνου, νυν δε περιώνυμον διά τους αλλάντας και τας
γυναίκας της, αίτινες οφείλουσιν ως και οι αγγλικοί ίπποι την
καλλονήν των εις την μετά των Αράβων επιμιξίαν. Οι δύο περιηγηταί,
αφού εθαύμασαν τα ερείπια του αυτοκρατορικού οίκου, την
Μητρόπολιν, το αμφιθέατρον και τον οβελίσκον, ησθάνθησαν την
ανάγκην να φροντίσωσι και περί του στομάχου των, όστις ήτο προ
πολλού κενός ως ο ναός της Αθηνάς, προ του οποίου ευρίσκοντο κατ’
εκείνην την στιγμήν. Διηυθύνθησαν λοιπόν προς το εκεί γυναικείον
μοναστήριον, το αρχαιότατον των εν Γαλλία, όπερ εσύστησεν ο Άγιος
Καισάριος κατά τον έκτον αιώνα, γράψας ως λέγουσι, διά του αίματος
αυτού τον όντως δρακόντιον κανονισμόν. Εις ουδέν ξένον είτε άνδρα
είτε γυναίκα ήτο συγχωρητή η είσοδος του κοινοβίου, εις δε τας
μοναχάς ουδέ την κεφαλήν να προβάλλωσιν επετρέπετο εις τας
θυρίδας• όσαι δε εξ αυτών έλουον το σώμα, εκτένιζον τας τρίχας και
εδείκνυον γελώσαι τους οδόντας ή βαδίζουσαι τους πόδας
εμαστιγούντο διά βουνεύρων ή ερρίπτοντο αλυσόδετοι εις υπογείους
φυλακάς. Αλλ’ εις τοιούτους νόμους αδύνατον ήτο να υποταχθώσιν επί
πολύ αι φιλήδονοι κόραι της θερμής Προβιγγίας. Αι δύστηνοι
παρθένοι εμαραίνοντο εν τω κοινοβίω ως φυτά εν τη θήκη βοτανικού,
μέχρις ου καταπατήσασαι υπό τα σανδάλια των την γραίαν αυτών
Ηγουμένην και τους θηριώδεις κανόνας του Αγίου Καισαρείου
ανέκτησαν μετά της ελευθερίας το χρώμα και την ζωηρότητά των.
Έκτοτε εκυβερνώντο συνταγματικώς, ανεγείρασαι θέατρον εν τη Μονή,
εξερχόμεναι αυτής δις της εβδομάδος και νηστεύουσαι, οσάκις
επόνουν τους οδόντας. Ότε δε επεχείρησεν ο ευσεβής Λουδοβίκος να
επαναγάγη τας αποπλανηθείσας ταυτάς αμνάδας υπό τον ζυγόν του
Αγίου Βενεδίκτου, εκείναι απεκρίθησαν εν πληθούση Συνόδω, ότι εις
μόνην την Ηγουμένην των εχρεώστουν υπακοήν, τας δε νηστείας και
την αγνότητα έμελλον μεν να φυλάττωσι κατά το δυνατόν, αλλ' ούτε
δι' όρκου ούτε δι' υποσχέσεως οιασδήποτε έστεργον να υποχρεωθώσι,
φοβούμεναι, ως έλεγον, μη εις το α μ ά ρ τ η μ α τ η ς σ α ρ κ ό ς
π ρ ο σ θ έ σ ω σ ι κ α ι τ η ν ε π ι ο ρ κ ί α ν. Τοιαύτη
ήτο η τότε κατάστασις των πλείστων εν Ευρώπη π α ρ θ ε ν ο τ ρ ο -
φ ε ί ω ν, άτινα παρθενοφθορεία ωνόμαζεν ο Άγιος Πέτρος Δαμιανός.
Ο ήλιος λησμονήσας, ως συμβαίνει πολλάκις εν Προβιγγία, ότι ήτο
ακόμη χειμών, εθέρμαινε μεσουρανών τας πλάκας της αυλής του
Μοναστηρίου, ότε επαρουσιάσθησαν προ της εισόδου αυτού οι δύο
οδοιπόροι. Η θυρωρός έρρεγχε πλησίον της ανοικτής πύλης, ην
υπερβάντες οι τυχοδιώκται και επί τινας στιγμάς πλανηθέντες υπό
ερήμους στοάς και σιωπηλούς διαδρόμους, έφθασαν τέλος εις το
υπνωτήριον, όπου κατά την συνήθειαν των θερμών τόπων,
εμεσημβρίαζον αι μοναχαί παρθένοι. Ψιάθινα παραπετάσματα
προεφύλαττον από του μεσημβρινού ηλίου τα βλέφαρα των κοιμωμένων,
το δε ημίφως καθίστα έτι χαριεστέρας τας ρασοφόρους εκείνας
Αφροδίτας. Μεταξύ των νυμφών τούτων του Ιησού υπήρχον, ως και εις
τον γυναικώνα του Σουλτάνου, παντός έθνους και πάσης χροιάς
παρθένοι· ερυθρόμαλλοι κόραι της Ελβετίας, λευκαί ως το γάλα των
αιγών των και γαλήνιοι ως της πατρίδος των αι λίμναι, και
νεοφώτιστοι Σαρακηναί, μελανότριχες ως ο άνθραξ και θερμαί ως
εκείνος· φιλομειδείς Γαλάτιδες και ορεσίτροφοι ποιμενίδες των
Πυρηναίων. Ο κοιτών του κοινοβίου ωμοίαζε τους βοτανικούς εκείνους
κήπους, όπου άνθη παντοία, διαφέροντα κατά το χρώμα, την οσμήν και
την πατρίδα, αλλ' αδελφά κατά το κάλλος, θάλλουσιν αιχμάλωτα εντός
υαλίνης φυλακής. Η μεν των κοιμωμένων, κατεχομένη, υπό ηδυπαθούς
ονείρου, εμειδία στηρίζουσα επί του βραχίονος την φλέγουσαν
παρειάν, ενώ τα τεταραγμένα στήθη της διεφαίνοντο υπό τον λευκόν
χιτώνα, ως η σελήνη όπισθεν νέφους, η δε, ωχρά και συνωφρυωμένη,
ωμοίαζεν άγαλμα της κορωμένης Λύπης, βλέπουσα ίσως καθ’ ύπνους τας
όχθας της πατρίδος ή της μητρός της τα χείλη. Ετέρα εφαίνετο
τείνουσα τας χείρας εις ράβδον Ηγουμένης και άλλη ανοίγουσα τας
αγκάλας εις τον ουράνιον αυτής μνηστήρα. Αι πλείσται όμως
εκοιμώντο ησύχως και κοσμίως ως οι Φαραώ εντός της μεγάλης
πυραμίδος, τινές δε μάλιστα και έρρενχον, αλλ’ αύται ήσαν γραίαι
ονειρευόμεναι την μακαριότητα του παραδείσου.
Οι δύο οδοιπόροι ελησμόνουν την πείναν των, θαυμάζοντες τας
ποικίλας εκείνας προσωποποιήσεις του Μορφέως, ότε ήχησεν αίφνης η
φωνή του αργυρού αλέκτορος, δι' ου εκοσμείτο το ωρολόγιον του
κοιτώνος, αριστούργημα αραβικής τέχνης, δωρηθέν υπό Σαρακηνού
ηγεμόνος φιλοξενηθέντος εν τη Μονή, όπου εύρε, κατά τας κακάς
γλώσσας, πάσας των ανακτόρων του τας απολαύσεις. Εις τον ήχον
εκείνον πλήθος οφθαλμών μαύρων, κυανών, φαιών ή καστανοχρόων
αποτινάξαντες τον ύπνον, ήστραψαν ως αστέρες εις το ημίφως του
θαλάμου, προσηλούμενοι μετά περιεργείας επί των δύο απροσδοκήτων
ξένων. Αι μοναχαί των χρόνων εκείνων ούτε σεμνότυφοι ήσαν ούτε
δειλαί, άλλως δε των ημετέρων ηρώων η όψις ουδέν είχε το φοβερόν
απ' εναντίας ο μεν αδελφός Φρουμέντιος ήτον εύχρους και ακμαίος ως
λείριον της Ολλανδίας, ο δε Ιωάννης ως ίον λειμώνος εύχαρις και
τρυφερός. Αι μονάζουσαι παρθένοι, περιβεβλημέναι τους νυκτικούς
αυτών πέπλους, συνωθούντο λευκαί και θορυβώδεις, ως τα κύματα της
θαλάσσης, περί τους νέους μοναχούς, ερωτώσαι τίνες ήσαν και πως
εφύτρωσαν εις τον κοιτώνα των. Αφού δε ηυχαρίστησαν την
περιέργειάν των, εφρόντισαν να κορέσωσι και των ξένων την πείναν,
προσκαλούσαι αυτούς να συγκαθίσωσιν εις την τράπεζαν του δειλινού,
όπου κατά πρώτον εγεύθησαν τα τέκνα εκείνα της Άρκτου τους γλυκείς
της μεσημβρίας καρπούς, τα σύκα και τας σταφίδας εκείνας, περί ων
ηρώτα η σοφή Ιωάννα, λείχουσα τα χείλη και τους δακτύλους, αν
ταύτα ήσαν ο γλυκύς του λωτού καρπός.
Τρεις μήνας ανεπαύθησαν οι δύο ερασταί μεταξύ των φιλοξένων
παρθένων, εις τας οποίας συνεχώρουν οι κανόνες να έχωσι παρ'
αυταίς κηπουρούς και πνευματικούς, ίνα κ υ β ε ρ ν ώ σ ι τ α ς
ψ υ χ ά ς τ ω ν κ α ι π ο τ ί ζ ω σ ι τ ο υ ς μ ο ν α σ τ ι-
κ ο ύ ς κ ή π ο υ ς τ ω ν, ως έλεγον οι καλοί χρονογράφοι,
οίτινες βεβαίως δεν εμάντευαν πόσων παρεξηγήσεων και ρυπαρών
λογοπαιγνίων αφορμήν έμελλε να δώση εις τους εχθρούς της θρησκείας
η φράσις αύτη, ήτις χ ι α σ τ ο ύ μόνον σχήματος ύλην παρέχει εις
τον άκακον κάλαμόν μου. Τα πάντα εβάδιζον εν αρχή κατ' ευχήν·
αμφότεροι επάχυνον και ελησμόνουν την πατρίδα των υπό τον γλυκύν
ουρανόν της Προβιγγίας, υφ' ον λησμονούσι σήμερον και οι Χίοι την
μοσχοβόλον νήσον των. Όπου καλόν, εκεί πατρίς, έλεγεν ο Ευριπίδης
{34}. Πανταχού φύεται του λωτού ο μελιηδής καρπός, υπό παντοίας
προσφερόμενος μορφάς εις των θνητών τα ακόρεστα χείλη, ως θρόνος
εις τους βασιλείς και ως καλή παρθένος εις τους εραστάς, ως χρυσός
εις τους εμπόρους και ως επευφημήσεις εις τους τεχνίτας. Και εις
αυτάς ακόμη των βουνών τας χιονοσκεπείς κορυφάς και τας άμμους της
ερήμου εβλάστανε πρότερον ο λωτός, ότε οι ερημίται εζήτουν εκεί
αγιότητα και οι αρματολοί ελευθερίαν αλλά σήμερον κατήντησε φυτόν
κηπαίον ως το πράσον, και διά τούτο ίσως εξώρισαν αυτόν του
Ελικώνος οι ποιηταί.
Ελέγομεν λοιπόν, ότι οι δύο μοναχοί, ευρόντες και πάλιν τας
αναπαύσεις των, επάχυνον και έζων ευχαριστημένοι εν τη γυναικεία
μάνδρα. Αλλά μετ' ου πολύ κατελήφθη η Ιωάννα υπό αγνώστου τινός
και φοβεράς ασθενείας. Αι παρειαί αυτής καθίσταντο κοίλαι, οι δε
οφθαλμοί θολοί και αλαμπείς, ως οι αστέρες την πρωίαν· αντί τροφής
έτρωγε τους όνυχας της και αντί να κοιμάται εστέναζεν όλην την
νύκτα. Ο σύντροφός της δεν έπαυεν ερωτών αυτήν τι έχει, αλλ' αύτη
διά δακρύων μόνον και γογγυσμών απεκρίνετο, οσάκις δε επλησίαζε να
την ασπασθή, αντί της παρειάς, έστρεφεν εις αυτόν την ράχιν, και
οτέ μεν την αδελφήν Μάρθαν, οτέ δε την oσίαν Βαθίλδην η άλλην τινά
παρθένον τον έστελλεν οργίλως να φιλήση. Ο καλός Φρουμέντιος
ειθισμένος να υπακούη εις πάσας της φίλης του τας προσταγάς,
έτρεχε να εκτελέση την παραγγελίαν αλλ' ότε επέστρεφε να ζητήση
την αμοιβήν της προθύμου υπακοής, ύβρεις αντί ευχαριστιών και
όνυχας αντί χειλέων εύρισκε παρ' αυτή ο δυστυχής νεανίας.
Περιγράψας τα συμπτώματα περιττόν νομίζω να ονομάσω την νόσον. Η
θέσις της πτωχής ηρωίδος μου ήτο τοσούτον μάλλον οικτρά, καθ' όσον
τηκομένη υπό ακοιμήτου ζηλείας δεν ηδύνατο καν ν' αποδώση τα ίσα
εις τον εραστήν αλλ' άφινεν τας Μοναχάς να συσσωρεύωσιν εικασίας
επί εικασιών ζητούσας να μαντεύσωσιν υπό τίνος αλλοκότου μανίας
κατείχετο ο ξανθός και ωραίος εκείνος καλόγηρος όστις ου μόνον
απέφευγε τας θωπείας των, αλλά και κατά του συντρόφου του
ωργίζετο, οσάκις τον έβλεπε μετ' αυτών συνομιλούντα.
Κατά τας αρχάς του παρόντος αιώνος πάσαι αι νόσοι απεδίδοντο εις
ερεθισμόν του στομάχου και υπό το όνομα γ α σ τ ρ ί τ ι δ ο ς
εθεραπεύοντο ανεξαιρέτως διά βδελλών υπό του αιμοβόρου Βρουσσαίου,
κατά δε τον ένατον αιώνα πάντα τα τε ψυχικά και σωματικά πάθη
απεδίδοντο εις την επιφοίτησιν των δαιμόνων, καθ' ων μόνον
φάρμακον υπήρχον oι εξορκισμοί και τα λείψανα των αγίων. Η
θεολογία και ιατρική, εκ των οποίων περιμένομεν της ψυχής και του
σώματος ημών την σωτηρίαν, είναι αι μόναι επιστήμαι αι υποκείμεναι
ως τα ενδύματα εις τον συρμόν. Όσα οι πρόγονοι ημών επίστευον
ονομάζομεν σήμερον μυθολογίαν, και αυτοί δε οι ιατροκουρείς
εμπαίζουσι του Γαλινού και του Παρακέλσου τας συνταγάς. Κύριος
οίδε τι και οι απόγονοι ημών θέλουσι λέγει, αναγινώσκοντες τα
περί Χ ρ ω μ ι δ ρ ώ σ ε ω ς {35} υπομνήματα της ιατρικής
ακαδημίας των Παρισίων ή το περί ασπίλου συλλήψεως της Αγίας Άννης
δίπλωμα του Πάπα Πίου, τι δε και περί των θαυμάτων της Π ε ψ ί ν η
ς και της εν Τήνω θαυματουργού εικόνος.
Μοναχικού συμβουλίου γενομένου, απεφασίσθη να σταλή προς ίασιν
ο αδελφός Ιωάννης εις το εν Αγία Βώμη σπήλαιον της Αγίας
Μαγδαληνής, όπου είχε βλαστήσει δένδρον του οποίου η οσμή εδίωκε
τότε τους δαίμονας και εθεράπευε τους τυφλούς τους τε ανθρώπους
και τας γυναίκας, ως η κνίσσα των ιχθύων κατά τους χρόνους του
Τωβίτ {36}. Ο καλός Φρουμέντιος, αναβιβάσας επί του πιστού
υποζυγίου του την δαιμονιζομένην φίλην του, διηυθύνθη μετά
βαρυθυμίας προς το άγιον σπήλαιον, στρέφων πολλάκις την κεφαλήν
προς τα οπίσω και καταρώμενος τους ευνούχους και τους δαίμονας,
οίτινες εξωθούν αυτόν εις νέας καθ' εκάστην παραλίας, ως η αρά του
Ιησού τον Ιουδαίον σανδαλοποιόν.
Η ζηλεία, όταν δεν είναι νόσος ιδιοπαθής ή σ υ ν τ α γ μ α τ ι -
κ ή {37} ως η θεσιθηρία εν Ελλάδι, είναι μεν πάντοτε κακή και οχληρά
ασθένεια, αλλ' έχει και τούτο το καλόν, ότι ευθύς παύει, άμα
εκλείψωσι τα υποθάλποντα αυτήν αίτια, ως η ναυτία των επιβατών,
άμα σταματήση το πλοίον. Ούτως ησύχασε και ο βασανίζων την
ημετέραν ηρωίδα κακότροπος δαίμων, άμα η παρουσία των αντιζήλων
της έπαυσεν ν' ακονίζη τους όνυχας και τους οδόντες του. Πριν
φθάσωσιν εις το ήμισυ του δρόμου, είχεν ήδη αναλάβει η Ιωάννα την
όρεξιν και την ευθυμίαν της, ώστε ολίγον έμενε να πράξη προς
εντελή αυτής ίασιν η Αγία.
Πεζεύσαντες μετά τριήμερον πορείαν εις τους προπόδας του όρους,
επί της κορυφής του οποίου ηνοίγετο το σπήλαιον, ήρξαντο οι
Μοναχοί ν' αναβαίνωσιν επιπόνως την απότομον ανωφέρειαν
ακολουθούμενοι υπό του όνου των, όστις νηστεύων και τρέχων από της
προτεραίας έσειε μελαγχολικώς την κεφαλήν του, ως ει εβαρύνετο την
αθλίαν του ζωήν. Οι πρώτοι γονείς του δυστυχούς τούτου ζώου•
έφαγον ίσως κακείνοι στάχεις τινας απηγορευμένης κριθής εις τινα
γωνίαν του παραδείσου, οι δε απόγονοι αυτών αποτίουσιν ίσως, ως
και ημείς του προγονικού αμαρτήματος τον φόρον. Μετά δίωρον
ανάβασιν επάτησαν τέλος πάντων οι τρεις προσκυνηταί επί
δένδροφύτου Οροπεδίου, εις ου το κέντρον ηνοίγετο το σκιερόν
σπήλαιον, όπου η ξανθή θυγάτηρ της Γεννησαρέθ έκλαυσεν επί
τριάκοντα έτη τας αμαρτίας της. Εν μέσω του σπηλαίου τούτου
εφαίνετο λάκκος σκαφείς εις τον βράχον υπό των δακρύων της Αγίας,
ευθύς μεταμορφουμένων εις μαργαρίτας, ους διένεμεν η ερημίτις εις
τους πτωχούς. Εγγύς δε αυτού ανεπαύετο το σώμα, εναποτεθέν εκεί
υπό των αγίων Λαζάρου, Τροφίμου και Μαξιμίνου, ελθόντων κακείνων
εις Γαλλίαν, όπου κατέφευγον τότε οι προγεγραμμένοι μαθηταί του
Ιησού, ως σήμερον οι οπαδοί του Μαζίνη εις την μεγάλην Βρετανίαν.
Εύοσμον και αειθαλές δενδρύλλιον εσκίαζε τον τάφον, σημαίνον εις
τους προσκυνητάς πού έπρεπε να γονατίσωσι. Προ αυτού κλίναντες το
γόνυ οι ερασταί ήρξαντο ταπεινή τη φωνή και τη καρδία να ψάλλωσι
το τροπάριόν της αγνισθείσης εκείνης εταίρας, της οποίας τα
αμαρτήματα κατέστησαν πλείονας γυναίκας αμαρτωλάς παρ' όσας η
μετάνοια της αγίας. Πάντες φιλοτιμούμεθα να ομοιάσωμεν κατά τι
τους μεγάλους άνδρας, μιμούμενοι τα ελαττώματα αυτών, οσάκις
αδυνατούμεν να μιμηθώμεν τας αρετάς. Πολλοί έγειναν μέθυσοι, ίνα
έχωσί τι κοινόν μετά του Αλεξάνδρου, οι δε αυλικοί του μεγάλου
Λουδοβίκου αφήρουν τους οδόντας των, ίνα έχωσί τι όμοιον τω
μονάρχη. Αλλά της ωραίας Μαγδαληνής τα παραπτώματα και η αγιότης
μυριάκις πλείονας είλκυσαν μιμητάς. Αι ολίγαι απομείνασαι καλαί
χριστιαναί ταύτην κατέστησαν είδωλον και πρότυπον της ζωής των,
δάκνουσαι τον απηγορευμένον καρπόν, ενόσω έχουσιν αληθείς οδόντας,
και έπειτα, προσφέρουσαι τω Θεώ τας οδοντοστοιχίας και τας φενάκας
των, ως αντίτιμον του Παραδείσου.
Ενώ επεκαλούντο οι δύο προσκυνηταί τας χάριτας της Αγίας, ο όνος,
όστις είχεν ακολουθήσει αυτούς εις το σπήλαιον, ζητών άσυλον κατά
του ηλίου, ωσφραίνετο το επί του αγίου τάφου δένδρύλιον μετ'
αυξούσης επιθυμίας. Το δυστυχές ζώον προ πολλού δεν είχε γευθή
χλωράς τροφής· αλλά λαβόν μοναστηριακήν ανατροφήν εγνώριζε να
σέβεται τα άγια, δεινή δε συνεκροτείτο εν τη καρδία του πάλη
μεταξύ πείνης και ευσεβείας. Οι οφθαλμοί αυτού υγραίνοντο, οι
ρώθωνες διεστέλλοντο, ήνοιγε και πάλιν έκλειε το στόμα, λείχων
ελαφρώς τα εύοσμα εκείνα φύλλα διά του άκρου της γλώσσης, ως
εραστής τας χείρας της κοιμωμένης φίλης του, φοβούμενος μη την
εξυπνίση. Αλλά τελευταίον παντός άλλου αισθήματος υπερίσχυσεν η
πείνα· κλίνας τα μακρά αυτού ώτα κατά την συνήθειαν των ομοίων
του, οσάκις ετοιμάζονται να πράξωσιν ανοησίαν, τόσω σφοδρώς έσεισε
διά των οδόντων το θαυματουργών εκείνο δενδρύλλιον, ώστε εκριζωθέν
έμεινεν εις το βέβηλον αυτού στόμα ανηρτημένον. Οι ερασταί
βλέποντες αναρπαζόμενον τον βωμόν, προ του οποίου προσηύχοντο,
ηγέρθησαν μετά φρίκης, προσηλούντες έντρομα βλέμματα επί του
ιεροσύλου υποζυγίου και έτι εντρομώτερα εις το άφθονον αίμα, το
αποίον απέσταζεν εκ της ρίζης του φυτού, ενώ εκ της ανοιχθείσης
οπής ηκούοντο στεναγμοί γοεροί και μέσω αυτών πένθιμος γυναικεία
φωνή, τοιαύτα εις το λαίμαργον ζώον καταρωμένη. «Εκ της καρδίας
μου και ουχί εξ αναισθήτου κορμού ρέει το αίμα τούτο.
Επικατάρατος συ ο σπαράξας αυτήν θέλεις κύπτει υπό βαρύ φορτίον
και τρώγει ξύλον πάσας τας ημέρας της ζωής σου». Από της ημέρας
εκείνης υπόκεινται οι όνοι εις διπλήν ως οι Ιουδαίοι αράν.
Αμφότεροι διεσπαρμένοι ανά πάσαν την γην, υβριζόμενοι, ραπιζόμενοι
και περιφρονούμενοι πληρόνουσι, πλην του επιβαρύνοντος πάντας ημάς
προγονικού και δευτέρου αμαρτήματος την δίκην, οι μεν της
θεοκτονίας, οι δε της ιεροσύλου λαιμαργίας. Ο δε παραίτιος της
δευτέρας ταύτης πτώσεως όνος, δυστυχέστερος γενόμενος και αυτού
του Αδάμ ουδέ να χωνεύση επρόφθασε τον απηγορευμένον καρπόν, αλλά
καταληφθείς υπό φοβερών σπασμών απέδωκεν ευθύς το πονηρόν του
πνεύμα. Έκτοτε οι τυφλοί, χωλοί, δαιμονιζόμενοι και παραλυτικοί
της Προβιγγίας, όσοι εθεραπεύοντο πρότερον υπό του δένδρου της
Μαγδαληνής, προσέρχονται κατ' έτος εις το μέρος, ο που κείνται τα
άταφα οστά του αφανίσαντος το θαυματουργόν αυτών φάρμακον, και
εκεί μυρίας σωρεύουσι κατά της μνήμης του κατάρας και μυρίας επί
της ράχεως των απογόνων του πληγάς.
Οι δύο προσκυνηταί, των οποίων αι τρίχες ήσαν ορθαί υπό φρίκης, οι
δε οδόντες συνεκρούοντο ως κροταλία Ισπανής χορευτρίας,
κατεκυλίσθησαν τρέχοντες εκ του όρους, ουδ' εσταμάτησαν μέχρις ου
διέκριναν μακρόθεν τα γλαυκά ύδατα της Μεσογείου. Αναπαυθέντες
τότε επί τινας ώρας υπό την σκιάν πεύκης εβάδισαν και πάλιν δι’
όλης της νυκτός, το δε πρωί απήλθον εις Τουλώνα, εναύλους έτι
έχοντες εις τα ώτα της Μαγδαληνής την ονοκτόνον αράν και του
δυστυχούς υποζυγίου των τους επιθανατίους ογκηθμούς.
Ο λιμήν της Τουλώνος ήτο έρημος, πλην μόνης ενετικής τινος
τριήρεως, ήτις, μετακομίσασα εξ Αλεξανδρείας εις Ενετίαν το σώμα
και το ιδιόχειρον Ευαγγέλιον του Αγίου Μάρκου, έπλευσεν έπειτα εις
τας ακτάς της Προβιγγίας προς αγοράν ανδραπόδων, μελλόντων ν'
ανταλλαγώσιν εις τους λιμένας της Ανατολής αντί λιβάνου, βάμβακος
και αγίων λειψάνων. Οι χρόνοι εκείνοι ήσαν ο χρυσούς της
σωματεμπορίας αιών. Ενετοί, Αμαλφίται, Πισανοί και Γενουήνσιοι
περιέτρεχον ως καρχαρίαι την Μεσόγειον, αμιλλώμενοι τις πρό τίνος
περισσοτέρους ν' αγοράση ανθρώπους παρά των οπλαρχηγών και ληστών,
οίτινες μετά τον θάνατον του Καρόλου ελυμαίνοντο την Γαλατίαν και
Ιταλίαν, μετερχόμενοι το επάγγελμα των ελευθέρως και ανενοχλήτως,
ως πρό τινων ετών εν Αττική. Αλλ' εκείνοι τουλάχιστον, αντί να
ληστεύωσι και τους συγγενείς ακόμη ζητούντες λύτρα, ήναπτον πυράν
παρά την όχθην της θαλάσσης, ίνα ειδοποιήσωσι τους παραπλέοντας
αγοραστάς, εις ους επώλουν αυθημερόν τον αιχμάλωτον, ωφελούντες
ούτω αντί να βλάπτωσι τους κληρονόμους. Οι ιερείς ανεθεμάτιζον μεν
ενίοτε τους μετερχομένους το τοιούτον εμπόριον, αλλά και εδέχοντο
παρ’ αυτών χρυσοκεντήτους στολάς, πολύτιμα αρώματα, λιθοστολίστους
σταυρούς και άλλα της βιομηχανίας των προϊόντα• κακαί δε τίνες
γλώσσαι διεθρύλουν μάλιστα, ότι πολλοί των αξιωματικών της παπικής
αυλής, εν οις και ο μέγας κ η ρ ι μ ο ν ά ρ ι ο ς, ήτοι Αυλάρχης,
συνέδεον μυστικάς μετά των αρχιληστών σχέσεις, συντεινούσας εις
πλουτισμόν και διακόσμησιν της Εκκλησίας.
Το πλοίον ήτο έτοιμον προς απόπλουν, εις δε την παραλίαν ευρίσκετο
προσδεδεμένον ακάτιον, αναμένον την επιστροφήν του πλοιάρχου,
πορευθέντος εις αντάμωσιν του ανταποκριτού αυτού Ιουδαίου, ίνα
συμπληρώση το φορτίον. Μετ' ου πολύ εφάνη ο τίμιος ούτος
θαλασσινός ακολουθούμενος υπό οκτώ ναυτών, κρατούντων μάστιγα εν
τη δεξιοί, διά δε της αριστεράς σχοινίον, εις του οποίου την άκραν
ήσαν δεδεμένοι ανά ζεύγος ως τρυγόνες οι νεωστί αγορασθέντες
δούλοι δεκαέξ τον αριθμόν, εννέα άνθρωποι και επτά γυναίκες. Είπον
δε άνθρωποι και ουχί άνδρες, διότι κατ’ εκείνην την εποχήν
ημφισβητείτο ακόμη αν ανήκουσιν εις το ανθρώπινον γένος αι
γυναίκες, οι δε αρνούμενοι αυταίς την ανθρωπότητα επρότεινον τους
τ ρ α γ ι κ ο ύ ς αυτών έρωτας εν Αιγύπτω και τους ι π π ι κ ο ύ ς
εν Θεσσαλία, την γνώμην του Αριστοτέλους, την κακίαν των, την
θυγατέρα του Αριστοξένου, ήτις είχε πόδας όνου, και το εδάφιον του
Τωβίτ.{38} Ο πλοίαρχος ήτο Ραγουζαίος αλιεύς και ειδωλολάτρης κατά
την νεότητά του, όστις μυηθείς της πίστεως τα μυστήρια ηθέλησε να
μιμηθή τον Απόστολον, γενόμενος ως εκείνος α λ ι ε ύ ς α ν θ ρ ώ -
π ω ν, ους ηγκίστρωνε και επώλει ως πρότερον τους ιχθύας. Παρατηρήσας
τους δύο εραστάς, οίτινες περιεσφιγμένοι εις τα ράσα
των εκάθηντο μελαγχολικώς επί των βαθμίδων της αποβάθρας, εσκέφθη
ότι καλόν ήθελεν είναι να παραλάβη επί του πλοίου τους δύο
εκείνους οπαδούς του Αγίου Βενεδίκτου, ίνα βοηθώσι τον δήμιον εις
διατήρησιν της ευταξίας μεταξύ των δεσμίων, επισείοντες εις τους
μεμψιμοιρούντας τας φλόγας της Κολάσεως, ως εκείνος την αγχόνην. Ο
πολύπειρος εκείνος ναύτης ήτο συγχρόνως και βαθύς πολιτικός,
εννοήσας, ότι διά μόνον των ιερέων και δημίων καθίστανται οι
άνθρωποι ευάγωγος αγέλη, προσφέρουσα ευπειθή ράχιν εις την ψαλίδα
του κουρέως. Οι δυστυχείς νεανίσκοι, γευθέντες πασών των πικριών,
όσαι επί της ξηράς βλαστάνουσιν, εδέχθησαν προθύμως του
ανδροκαπήλου τας προτάσεις, ελπίζοντες να εύρωσι τέλος ανάπαυσιν
μεταξύ των κυμάτων, ως ο Νώε εν τη Κιβωτώ, εις ην ουδέν πονηρόν
επετράπη να εισέλθη πλην μόνων των τίγρεων, όφεων, σκορπιών και
των φθειρών, όσοι ευρέθησαν εις του Πατριάρχου την γενειάδα. Εν
τούτοις αι κώπαι έσχιζον το κύμα και μετ' ου πολύ ναύται,
ανδράποδα, πλοίαρχος και επιβάται επάτουν τας σανίδας του Αγίου
Πορκαρίου, διότι τοιούτον έφερεν όνομα το ευσεβές εκείνο σκάφος.
Οι ερασταί εκάθισαν επί σωρού σχολίων παρά την πρώραν, θεωρούντες
τα φεύγοντα παράλια της χλοεράς Προβιγγίας. Η ζηλεία είχεν
αναζωπυρήσει τον έρωτα της Ιωάννας, αι δε ιδιοτροπίαι αυτής τον
του Φρουμεντίου· ώστε συνεσφίγγοντο προς αλλήλους, απολαύοντες των
ηδονών της συμφιλιώσεως και μυρία πλάττοντες σχέδια περί του
μέλλοντος βίου. Το πλοίον έμελλε να πλεύση εις Αλεξάνδρειαν, αλλ’
εκείνοι εσκόπουν ν’ αποβώσιν εις Αθήνας και εκεί, μεταξύ των
στηλών του Παρθενώνος και των δαφνών του Ιλισσού, να πλέξωσι την
νέαν φωλεάν των. Ο θετός πατήρ της Ιωάννας, καταγόμενος, ως
είπομεν, εξ Ελλήνων είχε διδάξει της συζύγου του την θυγατέρα των
προγόνων αυτού την γλώσσαν και ιστορίαν, ώστε οι μικροί πόδες της
ημετέρας ηρωίδος ανεσκίρτων υπό της χαράς, μέλλοντες μετ' ολίγον
να πατήσωσι το χώμα, όπερ εκάλυπτε του Περικλέους και της Ασπασίας
την κόνιν.
Εν τούτοις το πλοίον παρέπλεεν ήδη τας μοσχοβόλους ακτάς της Αγ.
Μαργαρίτας. Η ημέρα ήτο οπόθερμος, η θάλασσα ακύμων, ο ήλιος
έλαμπεν όπισθεν νεφών γαλακτοχρόων, ως το πρόσωπον νέας Τουρκίσσης
υπό τας πτυχάς του γ ι α σ μ α κ ί ο υ, και λευκοί γερανοί
εταξείδευον κακείνοι εις τον ουρανόν. Ουδέν γλυκύτερον, όταν ο
καιρός είναι τοιούτος, ή να ευρίσκεται τις επί του καταστρώματος ω
κ υ π ό ρ ο υ ν η ό ς, π ε ρ ι μ έ ν ω ν μετά το πρόγευμα του
γεύματος την ώραν, στηρίζων την κεφαλήν επί των γονάτων της
ερωμένης του και μετ’ εκείνης θαυμάζων του ουρανού, της γης και
των υδάτων το κάλλος. Ο στόμαχος και η καρδία πρέπει να είναι
ευχαριστημένα, ίνα ηδυνώμεθα θαυμάζοντες την φύσιν· άλλως ο ήλιος
φαίνεται ημίν, εμοί τουλάχιστον, μηχανή προς ωρίμανσιν των
πεπόνων, η σελήνη φανάριον των κλεπτών, τα δένδρα καύσιμος ύλη, η
θάλασσα αλμυρόν ρευστόν και η ζωή ανούσιος, ως νερόβραστος
κολοκύνθη.
Μετά τριήμερον πλουν προσωρμίσθη το πλοίον εις τον λιμένα της
Αλερίας, πρωτευούσης της νήσου Κόρνου, όπου απέβη το πλήρωμα, ίνα
υδρεύση, συναπέβησαν δε και οι μοναχοί, ίνα πορευθώσιν εις
προσκύνημα των εν τη νήσω πανσέπτων και καθ' όλην την οικουμένην
ονομαστών λειψάνων. Εκεί τωόντι φυλάττεται η ράβδος του Μωϋσέως,
βώλοι τίνες της γης, δι' ης επλάσθη ο Αδάμ, η πλευρά του αποστόλου
Βαρνάβα, φιάλη περιέχουσα σταγόνας τινάς γάλακτος της Θεοτόκου,
τεμάχιον πανιού υπό των αγίων αυτής χειρών εξυφασμένον και άλλαι
τινές ουχ ήττον ιεραί και γνησίοι αρχαιότητες, τας οποίας έτι και
σήμερον δύναται να προσκυνήση ο ευσεβής περιηγητής. Την επιούσαν,
πνεύσαντος σφοδροτέρου του ανέμου, υπερέβησαν την νήσον Σαρδώ, την
κατά τους ποιητάς περίφημον διά τους τυρούς και την απιστίαν των
κατοίκων, την δε τρίτην ημέραν καταπεσόντος αυτού . . ... Αλλ’
εγώ, μέτριος ων κολυμβητής, δεν δύναμαι να παρακολουθήσω τα ίχνη
του φέροντος την ηρωίδα μου πλοίου, ως το βήμα του μακαρίτου όνου
της. Άλλως δε αι ναυτικαί περιγραφαί, τα κύματα, τα σχοινία, η
πίσσα και τα ναυάγια κατήντησαν ούτω τετριμμένα, ώστε προξενούσι
ναυτίαν εις τον αναγνώστην, ως η κίνησις του πλοίου εις τον
θαλασσοπόρον, εκτός μόνον αν παρεισαχθώσι χαρίεντά τινα επεισόδια
πείνης ή ανθρωποφαγίας. Διό παραπέμποντες τους ορεγομένους
τοιούτων προς τιμωρίαν των εις τας γαλακτώδεις περιγραφάς του Κου
Π. Σούτσου, εν αις ουδ' η ελαχίστη ποιητική πνοή ταράσσει τον
σιγαλόν αιγιαλόν, γελώντα γάλα όλον,
θέλομεν πληροφορήσει τους λοιπούς αναγνώστας, ότι οι ημέτεροι
ήρωες χασμηθέντες, εμέσαντες, βαυκαληθέντες υπό των κυμάτων και
όσα άλλα εις τους ταξειδεύοντας συμβαίνουσι παθόντες, έφθασαν
ευτυχώς μετά δίμηνον πλουν εις Κόρινθον, κακεί αποβάντες
διευθύνθησαν διά Μεγάρων εις Αθήνας υπό την οδηγίαν νέου τινός
Έλληνος δούλου, ονόματι Θεωνά, φιλοδωρηθέντος αυτοίς υπό του
πλοιάρχου.
Ο ήλιος ανέτελλεν οπόθεν του Υμηττού στιλπνός και ανέφελος ως ο
ωριμάσας τα μήλα της Εδέμ, ότε οι τρεις οδοιπόροι παραλείψαντες το
Ποικίλον εισήλθον εις την πόλιν του Αδριανού. Πλήθος Αθηναίων
συνέρρεον πανταχόθεν εις τας εκκλησίας, ίνα πανηγυρίσωσι την Κ υ-
ρι α κ η ν τ η ς Ο ρ θ ο δ ο ξ ί α ς, ήτοι της αναστηλώσεως
των αγίων εικόνων. Υπό τούτων φερόμενοι εισήλθον οι τρεις
οδοιπόροι εις το Θησείον, όπερ ήτο τότε χριστιανική εκκλησία,
αφιερωμένη τω Αγίω Γεωργίω. Ο χριστιανισμός κατέπνιξε την
ειδωλολατρείαν, και εν τούτοις το άκακον τούτο θύμα κατέστησε τον
φονέα του γενικόν κληρονόμον, κληροδοτήσαν αυτώ τους ναούς, τας
τελετάς, τας θυσίας, τους μάντεις, τους ιερείς και τους
ονειροκρίτας. Ταύτα πάντα παραλαβόντες οι χριστιανοί
μετεσχημάτισαν οπωσούν προς χρήσιν των, ως οι λογοκλόποι τας ξένας
ιδέας, ονομάσαντες εκκλησίας τους ναούς, τους βωμούς θυσιαστήρια,
τας πομπάς λιτανείας και τους θεούς Αγίους• Άγιον Νικόλαον τον
Ποσειδώνα, τον Πάνα Άγιον Δημήτριον και τον Απόλλωνα Άγιον Ηλίαν
αλλ' εις τούτους προσήρτησαν οι ιερείς, ίνα τους καταστήσωσι
σεβαστοτέρους, και μακράν γενειάδα, ως αι προαγωγοί της Ρώμης
ξανθήν φενάκην εις τας υποτρόφους των, ίνα ελκύωσι πλείονας
πελάτας. Αλλ’ επανέλθωμεν εις Αθήνας.
Μετά τον θάνατον του μιαρού Θεοφίλου, όστις έκοπτε τας χείρας των
ζωγράφων και ήλειφε δι’ ασβέστου τας αγίας εικόνας, ως αι τροφοί
τους μαστούς των δι'αλόης, ίνα αηδιάζωσιν αυτούς τα θηλάζοντα
βρέφη, οι δυστυχείς ανατολίται, στερούμενοι από ένδεκα ήδη ετών
εικονισμάτων, ησθάνοντο εκ της μακράς εκείνης στερήσεως τον προς
αυτά πόθον διπλασιασθέντα. Πανταχόθεν κατέβαινον εκ των ορέων οι
προγραφέντες υπό του τυράννου ορθόδοξοι μοναχοί και ζωγράφοι κατά
τινας μάλιστα αγιογράφους ου μόνον οι ζώντες συνέρρεον αθρόοι εις
τας εκκλησίας, αλλά και πολλοί των νεκρών Μαρτύρων ηγέρθησαν εκ
τών μνημείων, ίνα παρευρεθώσιν είς τήν χαρμόσυνον εκείνην τελετήν,
καθ ην ωμίλουν αι εικόνες και εσκίρτων οι άνθρακες εκ της χαράς εν
τοις θυμιατηρίοις. Αλλά και αυτοί οι αγριώτατοι των εικονοκλαστών
μετετράπησαν αίφνης εις θερμούς εικονολάτρας, άμα τον θ ε ο μ ί -
σ η τ ο ν Θ ε ό φ ι λ ο ν διεδέχθη η θ ε ο δ ώ ρ η τ ο ς Θ ε -
ο δ ώ ρ α {39}. Οι γονείς εκόλλων τας τρίχας των τέκνων των εις τα
ομοιώματα της Παναγίας, οι μοναχοί προσέφεραν αυτοίς την κόμην των
θυσίαν, αι δε γυναίκες αποξέουσαι τα χρώματα των εικόνων
ανεμίγνυον αυτάς εις το ύδωρ και έπινον και αυτοί δε οι ιερείς
ετόλμησαν πολλάκις διά τοιούτων βαφών να νοθεύσωσι τον ιερόν οίνον
της μετουσιώσεως. Εις δε τας Αθήνας, την κλασσικήν ταύτην καθέδραν
των ειδώλων, τοιούτος κατήντησεν ο ζήλος των πιστών, ώστε ο
Επίσκοπος ηναγκάσθη να σκεπάση δι' υέλων τας εικόνας, ίνα μη
εξαλείφωνται εκ των πολλών φιλημάτων, καταντώσαι μετ' ολίγας
ημέρας ωχραί και αφανείς, ως επί του ρινομάκτρου της Προυνίκης
εικών του Σωτήρος. Κατά τους νομικούς εκάστη κατάχρησις γεννά νέον
τινά νόμον, εν δε τη Εκκλησία του Χριστού γεννάται πάντοτε
ορθόδοξον δόγμα εξ εκάστης αιρέσεως. Η παραφορά των Εικονομάχων
εγέννησε την Ε ι κ ο ν ο λ α τ ρ ε ί α ν, ο Γιός κατέστη Ο μ ο -
ο ύ σ ι ο ς τ ω Π α τ ρ ί εις πείσμα των Αρειανών, η Παναγία
ωνομάσθη Θ ε ο τ ό κ ο ς προς αναίρεσιν των βλασφημιών του
Νεστορίου, ο δε Πάπας Πίος ο Θ', ίνα τιμωρήση τους περί της
αχράντου συλλήψεως της Θεοτόκου ασεβείς δισταγμούς των ολιγοπίστων
υπηκόων του, επέβαλεν αυτοίς ως άρθρον πίστεως και της μητρός
αυτής, της θεοπρομήτορος Άννης, την αμόλυντον εγκυμοσύνην. Τις
οίδε ποία νέα καλά θέλουσι βλαστήσει και εκ της βλασφήμου βίβλου
του Τενάν, ήτις κατά τον πανοσιώτατον αββάν Κρελιέρον π ο λ ύ
ή δ η ω φ έ λ η σ ε τ η ν θ ρ η σ κ ε ί α ν, δ ο ύ σ α
α φ ο ρ μ ή ν εις αυτόν και τους συντρόφους του ν' αποδείξωσι
φ α ε ι ν ή ν α λ ή θ ε ι α ν ως το φως του η λ ί ο υ.