Unless it were to be a moment merry

Περί δε των κρίσεών μου περί των σημερινών τελετών της ορθοδόξου

Εκκλησίας τούτο μόνον λέγω, ότι οιαιδήποτε και αν ώσιν αι

ενδόμυχοι των ανθρώπων πεποιθήσεις, μία τις εξωτερική λατρεία του

θείου πανταχού και πάντοτε εκρίθη αναγκαία. Ο απλούς χριστιανός

εισέρχεται εις την εκκλησίαν, ίνα παρηγορηθή ελπίζων τους

αδάμαντας και σμαράγδους του Παραδείσου της Αποκαλύψεως, ο δε

φιλόσοφος σκέπτεται εκεί περί του απείρου, του ιδανικού, του

προορισμού του ανθρώπου και των άλλων τοιούτων φιλοσοφικών κόμβων.

Αμφοτέρων όμως η διάνοια ανυψούται εις θεωρίας ανωτέρας των

επιουσίων πειρασμών, αμφότεροι εξέρχονται εκ του ιερού εκείνου

περιβόλου κρείττονες εαυτών και κατανοούντες την αλήθειαν των

λόγων του Ιησού «Ο υ κ ε ν ά ρ τ ω μ ό ν ω ζ ή σ ε τ α ι ά ν -

θ ρ ω π ο ς». Αλλ’ η τοιαύτη λατρεία, ίνα εκπληρώνη τον σκοπόν

αυτής, πρέπει να είναι σύμφωνος προς τας ιδέας, τα ήθη και τα

έθιμα των ανθρώπων, τροποποιούμενα καθ’ εκάστην υπό του

προοδεύοντος ή απλώς μεταβαλλομένου πολιτισμού. «Τ ο θ υ σ ι α -

σ τ ή ρ ι ο ν» λέγει ο χριστιανικώτατος Σατωβριάνδος, «π ρ έ π ε ι

ν α μ έ ν η α κ λ ό ν η τ ο ν, α λ λ ά τ α κ ο σ μ ή μ α τ α

α υ τ ο ύ ν α μ ε τ α β ά λ λ ω ν τ α ι κ α τ ά τ α ς ε -

π ο χ ά ς». Οι Δυτικοί πεισθέντες προ πολλού περί τούτου εφρόντισαν

να εξορίσωσι των εκκλησιών των παν το μη συνάδον προς τας τάσεις

των συγχρόνων. Η διάρκεια της λειτουργείας περιωρίσθη εις έν

τέταρτον της ώρας, αι νηστείαι είναι υποφερταί, οι ιερείς

εξευγενισμένοι, αι εικόνες αυτών ηδύνουσι τους οφθαλμούς και η

μουσική κηλεί την ακοήν ώστε έκαστος δύναται άνευ μεγάλου τινός

κόπου ή αηδίας να είναι καλός χριστιανός. Αλλ’ ημείς εκρίναμεν

καλόν να μείνωμεν προσηλωμένοι εις τους τύπους του μεσαιώνος ως τα

οστρείδια εις τον βράχον. Η ακολουθία μας διαρκεί δύο ώρας ως η

επί του αγίου Βασιλείου, και ουδείς ακροάται αυτής· οι ιερείς

εκλέγονται εκ των «π ε ρ ι κ α θ α ρ μ ά τ ω ν τ η ς γ η ς» ως

κατά τους χρόνους του αποστόλου Παύλου, και ουδείς ακούει τας

συμβουλάς αυτών· αι νηστείαι αρμόζουσιν εις μεγαλοσχήμους

καλογήρους, και ουδείς νηστεύει· αι εικόνες είναι τερατόμορφοι και

ουδείς ασπάζεται αυτάς, περί δε της εκλησιαστικής ημών ρινοφωνίας

κρίνω περιττόν να είπω τι ενταύθα. Εκ τούτων πάντων συμβαίνει ότι

μεταξύ των άλλων χριστιανικών εθνών, μόνοι ημείς, αι ανεπτυγμέναι

τουλάχιστον παρ’ ημίν τάξεις, στερούμεθα, δεν λέγω της πίστεως,

διότι η στέρησις αύτη κατήντησε γενικόν δυστύχημα, αλλά και πάσης

εξωτερικής λατρείας, ήτις, ως ανωτέρω ερρέθη, έχει κακείνη τα καλά

της, ενθυμίζουσα τον άνθρωπον ότι πλην των σαρκικών υπάρχουσι και

άλλαι απολαύσεις. Το κατ’ εμέ οσάκις εγονυπέτησα υπό τους θόλους

γοτθικής εκκλησίας, ησπάσθην εικόνα του Ραφαήλου ή έτεινα το ους

εις ιεράν του Μοζάρτου ή Ροσσίνη μελωδίαν, ησθάνθην αείποτε το

θρησκευτικόν αίσθημα αναγεννώμενον εν τη καρδία μου και, λησμονών

την εκκλησιαστικήν ιστορίαν, «E pur si muove» ανέκραξα ως

Γαλιλαίος, ενώ ο εισερχόμενος είς τινα των ημετέρων εκκλησιών, υφ’

ενός μόνου καταλαμβάνεται αισθήματος, της επιθυμίας να εξέλθη. Την

ορθότητα ή τουλάχιστον την αλήθειαν πάντων τούτων τυφλός μόνον ή

εκουσίως τυφλώττων δύναται ν’ αμφισβητήση. Αν δε υπάρχουσι παρ’

ημίν φρόνιμοι άνθρωποι νομίζοντες ότι πρέπει να έχωμεν εκκλησίας

ερήμους και κλήρον αναλφάβητον και καταφρονημένον, ότι η μύτη

είναι το καταλληλότατον όργανον προς ανύμνησιν του Υψίστου, η Κ α-

λ ο κ α ι ρ ι ν ή ηθικόν διά τας νεανίδας βιβλίον και το Ε ξ ο -

μ ο λ ο γ η τ ά ρ ι ο ν τ ο υ Ν ι κ ο δ ή μ ο υ κατάλληλον

εγκόλπιον ιερέως, περιμένω καγώ να φρονιμεύσω, ίνα συμμερισθώ την

γνώμην των. Άλλοι πάλιν, καίτοι ομολογούντες ότι ταύτα δεν έχουσι

καλώς, διατείνονται ουχ ήττον ότι πρέπει να μένωσιν άθικτα δι’

ευγνωμοσύνην προς την λυτρώσασαν ημάς από του ξένου ζυγού

Εκκλησίαν, δι’ ης ελπίζομεν τάχιον ή βράδιον και την

πραγματοποίησιν των εθνικών ημών πόθων. Παράδοξον όμως τη αληθεία

είναι το είδος τούτο της ευγνωμοσύνης, εξ ης αντί να θεραπεύσωμεν

τας πληγάς και να ενδύσωμεν κοσμίων την σώτειραν Εκκλησίαν,

αφίνομεν αυτήν άστεγον και περιφρονημένην υπό τα κατεσπιλωμένα

ράκη του μεσαιώνος• οι δε βουλόμενοι να μεταχεισθώσιν αυτήν ως

όργανον πολιτικών σκοπών λησμονούσι φαίνεται, ότι ο καιρός των

θαυμάτων παρήλθε προ πολλού, και ούτε ο ήλιος σταματά πλέον ούτε

τα χωρίζοντα ημάς από των δούλων αδελφών τείχη θέλουσι κρημνισθή

διά της ρινοφωνίας των ιερέων μας, ως τα της Ιεριχούς εις τον ήχον

των σαλπίγγων του Ιησού του Ναυή.

Πάντα τα ανωτέρω εξέθεσα προς αποφυγήν παρεξηγήσεων και ουχί

βεβαίως προς δικαιολογίαν του βιβλίου, όπερ παραδίδω εις την

επιείκειαν των αναγνωστών· τοις δε κριτικοίς ενθυμίζω ότι εν αυτώ

πράγματα μόνον περιέχονται και γεγονότα στηριζόμενα εις μαρτυρίας

αναμφισβητήτους• ώστε οι ορεγόμενοι να επικρίνωσι «res et non

verba» πρέπει κακείνοι να μεταχειρισθώσιν• αι δε αόριστοι και

αστήρικτοι διαμαρτυρήσεις εν ονόματι της η θ ι κ ή ς, η θ ι κ ό τ

η τ ο ς, η θ ι κ ο π ο ι ή σ ε ω ς ή όπως άλλως καλούσι το πράγμα

αι ημέτεραι εφημερίδες ού μόνον δεν σημαίνουσι τίποτε, αλλά και

ενθυμίζουσι την φράσιν του Άγγλου ποιητού, καθ’ ον «μ ό ν ο ν ο ι

α ν ή θ ι κ ο ι ο μ ι λ ο ύ σ ι π ε ρ ί η θ ι κ ή ς».

Έγραφον εν Αθήναις τη α' Ιανουαρίου 1867.

Η ΠΑΠΙΣΣΑ ΙΩΑΝΝΑ

ΜΕΡΟΣ Α'.

«Il y a bien de la difference entre

rire de la religion, et rire de ceux

qui la profanent par leurs opinions

extavagantes.»

(Pascal, lettre XI).

Από του μέσου άρχονται πάντοτε οι επικοί ποιηταί. Το αυτό

πράττουσι και οι μυθιστοριογράφοι, όσοι υπέρ των δεκατόμων αυτών

διηγήσεων διεκδικούσι τον τίτλον πεζής εποποιίας. Έπειτα ο ήρως,

όταν εύρη ευκαιρίαν, εντός σπηλαίου ή ανακτόρου, επί ευώδους χλόης

ή μαλακής κλίνης διηγείται τα προηγούμενα τη ερωμένη,

Επεί ευνής και φιλότητος εξ έρον έντο.

Τοιαύτη είναι η κοινή μέθοδος, ην συνιστώσιν οι κριτικοί. Αλλ’

εγώ, φίλος ων της τάξεως προτιμώ την των κυκλικών ποιητών και των

εισαγγελέων, οίτινες τον υπ' αυτών βιογραφούμενον, είτε ήρωα είτε

κακούργον, λαμβάνουσιν από της κοιτίδος παρακολουθούντες κατά

χρονολογικήν σειράν πάντα αυτού τα βήματα προς την αθανασίαν ή την

αγχόνην. Άρχομαι λοιπόν από της αρχής• ο δε αγαπών την κλασικήν

αταξίαν δύναται ν' αναγνώση πρώτον τας τελευταίας και έπειτα τας

πρώτας του βιβλίου μου σελίδας, μετασχηματίζων ούτω εκ του

προχείρου εις επικόν μυθιστόρημα την απέριττον και φιλαλήθη

διήγησίν μου.

Ο μέγας Βύρων έλαβε την υπομονήν ν' ακροασθή τας φλυαρίας των

γραιών της Σεβίλλης, ίνα μάθη αν η μήτηρ του ήρωός του Δον Ζουάν

έλεγε λατινιστί το Π ά τ ε ρ η μ ώ ν , αν ήξευρεν Εβραϊκά και

εφόρει λινούν υποκάμισον και γαλανάς κνημίδας. Επιθυμών καγώ να

είπω τω αναγνώστη, αν όχι πάντα ταύτα, τουλάχιστον, πώς ωνομάζετο

της ηρωίδος μου ο γεννήτωρ, ανεδίφησα τους εις μέγα φύλλον λήρους

των μεσαιωνίων Ηροδότων αλλ' ούτος είναι εκεί πολυώνυμος και

ποικιλώνυμος ως ο Ζευς παρά τοις ποιηταίς και ο Διάβολος παρά τοις

Ινδοίς. Δαπανών έτη τινά εις παραβολάς χειρογράφων, ηδυνάμην ίσως

να εξακριβώσω αν ο γεννήσας την Ιωάνναν ωνομάζετο Βιλλιβάλδος ή

Βαλλαφρείδος· αλλ' αμφιβάλλω αν το κοινόν ήθελε με ανταμείψει

επαρκώς διά τον τοιούτον κόπον μου. Ακολουθών λοιπόν το παράδειγμα

των σημερινών λογίων, οίτινες φοβούνται μήπως, αν έχανον καιρόν

αναγινώσκοντες, ήθελον γράψει ολιγώτερα και ούτω ζημιώσει τους τε

συγχρόνους και τους μετά ταύτα, εξακολουθώ ή μάλλον άρχομαι της

ιστορίας μου.

Ο ανώνυμος λοιπόν πατήρ της ηρωίδος μου ήτο Άγγλος μοναχός• εκ

τίνος δε επαρχίας δεν ηδυνήθην να μάθω, μη ούσης ακόμη διηρημένης

της Βρεταννίας εις κομητάτα προς ευκολίαν των εισπρακτόρων.

Κατήγετο δε εκ των Ελλήνων εκείνων αποστόλων, οίτινες εφύτευσαν

τον πρώτον σταυρόν εις την χλοεράν Ιρλανδίαν, και υπήρξε μαθητής

του Εριγενούς Σκώτου, όστις πρώτος εφεύρε τον τρόπον του

κατασκευάζειν αρχαία χειρόγραφα, δι' ων ηπάτησε τους τότε λογίους,

ως ο Σιμωνίδης τους τότε Βερολινείους.

Ταύτα μόνα διέσωσεν ημίν η ιστορία περί του πατρός της Ιωάννας. Η

δε μήτηρ αυτής εκαλείτο Γιούθα, ήτο ξανθή και έβοσκε τας χήνας

Σάξωνος βαρώνου. Ούτος καταβάς την παραμονήν συμποσίου ίνα εκλέξη

την παχυτέραν, ωρέχθη και της ποιμενίδος, ην από του ορνιθώνος

μετέφερεν εις τον κοιτώνα. Βαρυνθείς αυτήν μετ' ολίγον την έδωκεν

εις τον οινοχόον, ο οινοχόος εις τον μάγειρον και ούτος εις τον

χυτροκόρον, όστις, ευλαβής ων, αντήλλαξε την νεάνιδα προς τον

μοναχόν, λαβών αντ' αυτής οδόντα του αγίου Γουτλάκου, του ζήσαντος

και οσίως τελευτήσαντος εντός λάκκου τινός της Μερκίας. Ούτως

εξέπεσεν η Γιούθα από της κλίνης δεσπότου εις τας αγκάλας

καλογήρου, ως και σήμερον εν Αγγλία οι υψηλοί πίλοι από των

κροτάφων διπλωμάτου εις την κεφαλήν επαίτου· καθότι εις τον

ευνομούμενον εκείνον τόπον πολλοί μεν αποθνήσκουσι της πείνης,

πολλοί δε προσβάλλουσι την αιδώ δι' έλλειψιν υποκαμίσου, αλλά

πάντες, γερουσιασταί και νεκροθάπται, κόμητες και ψωμοζήται

φέρουσι πίλον υψηλόν, όστις θεωρείται εκεί ως το παλλάδιον της

συνταγματικής ισότητος.

Το συνοικέσιον υπήρξεν ευτυχές. Την μεν ημέραν περιήρχετο ο

Μοναχός τους πέριξ πύργους, πωλών ευχάς και κομβολόγια, το δε

εσπέρας επέστρεφεν εις το κελλίον έχων τας χείρας υγράς από τα

φιλήματα των πιστών και την πήραν πλήρη άρτου, κρεάτων πλακούντων

και καρύων, γεώμηλα δε δεν υπήρχον ακόμη εν Αγγλία, αλλ'

εισήχθησαν βραδύτερον μετά του συντάγματος προς χρήσιν του

ελευθέρου λαού, ότε επελθούσης της ισότητος έπαυσαν οι υπηρέται να

τρώγουν καλά κρέατα εις την αυτήν τράπεζαν μετά του αυθέντου.

Η Γιούθα άμα ήκουε μακρόθεν εις την πεδιάδα το άσμα του

επιστρέφοντος συζύγου, έστρωνε την τράπεζαν· έθετε δηλ. επί

απελεκήτων σανίδων ξύλινον πινάκιον κοινόν αμφοτέροις, σιδηράν

περόνην, κέρας βουβάλου ως ποτήριον και ξηρούς κλάδους εις τη

εστίαν, ίνα φωτίζη το δείπνον· tα δε χειρόμακτρα, αι φιάλαι και τα

κηρία ήσαν τότε εις μόνους τους επισκόπους γνωστά. Μετά το δείπνον

ήπλωνον οι νεόνυμφοι προβείας επί σωρού ξηρών φύλλων, επί των

προβείων ηπλούντο εκείνοι και επ' αυτών δασύμαλλον δέρμα λύκου.

Όσω δριμύτερος εφύσα έξω ο βορράς, όσω πυκνοτέρα κατέπιπτεν η

χιών, τόσω σφυγκτότερα ενηγκαλίζετο το όλβιον εκείνο ζεύγος,

αποδεικνύον ούτω πόσω ηπατάτο ο Άγιος Αντώνιος, ισχυριζόμενος ότι

το κρύον ψυχραίνει τον έρωτα, και οι αρχαίοι Έλληνες, οι

παριστώντες τον χειμώνα ως γέροντα μισογύνην.

Τοιαύτας διήγον οι γονείς της Ιωάννας χρυσάς ημέρας

χλεροίσιν ιαινόμενοι μελέεσιν {2}

ότε πρωίαν τινά, ενώ ο μοναχός απετίνασσεν εκ των βλεφάρων τον

ύπνον και εκ της μαύρης γενειάδος ξανθάς τινας τρίχας της γυναικός

του, δύο Αγγλοσάξονες τοξόται, γυμνοί τας κνήμας και τους πόδας,

μικράς φέροντες ασπίδας και βελοπληθείς επί των ώμων φαρέτρας,

ενεφανίσθησαν προ της εισόδου της καλύβης, προσκαλούντες τον

οικοδεσπότην εν ονόματι του Ε π τ ά ρ χ ο υ Εκβέρτου ν'

ακολουθήσουν αυτούς, λαμβάνων τα προς μακράν πορείαν αναγκαία

εφόδια. Έντρομος ο καλόγηρος, αναρτήσας το δισάκκιον εις τους

ώμους, λαβών την γυναίκα διά της δεξιάς, την βακτηρίαν διά της

αριστεράς και το ευχολόγιον υπό μάλης, ηκολούθησε τους σκυθρωπούς

οδηγούς. Τρεις ημέρας και δύο νύκτας οδοιπορήσαντες διά φαλακρών

ορέων και ερυκοφύτων κοιλάδων και πολλούς συναντήσαντες καθ’ οδόν

ιερωμένους υπό την επιτήρησιν τοξοτών έφθασαν την τετάρτην εις την

παραθαλάσσιον πολίχνην Γαριάνορον {3}. Μέγα πλήθος λαού ήτο επί

της προκυμαίας συνηθροισμένον, επί θρόνω χλοερού ίστατο ο

επίσκοπος Εβοράκου {4} Βόλσιος ευλογών τους πιστούς και ογκώδες

σαξωνικόν πλοιάριον εσάλευεν εν τω λιμένι ανυπόμονον ν' αναπετάση

το τετράγωνον ιστίον εις την απόγοιον αύραν. Ότε επλησίασαν οι

πανταχόθεν της Αγγλίας στρατολογηθέντες μοναχοί, εξήκοντα τον

αριθμόν, ο ευσεβής Βόλσιος εναγκαλισθείς αυτούς ανά ένα και

εγχειρίσας εκάστω δύο δηνάρια {5}, «Π ο ρ ε ύ ε σ θ ε, είπε, κ α ι

δ ι δ ά σ κ ε τ ε π ά ν τ α τ α έ θ ν η». Από της αγκάλης

του επισκόπου μετέβησαν παραχρήμα οι ιεροκήρυκες εις τας σανίδας

της κοίλης νηός και μετ' ου πολύ έσχισαν τα θολά κύματα του

γερμανικού πελάγους, αγνοούντες προς ποίας έπλεον όχθας εις

αναζήτησιν μαρτυρικού στεφάνου ή λιπαρού μοναστηρίου. Αλλ' ενώ

ποντοπορούσιν ούτοι υπό την σκέπην του Σταυρού, θέλομεν ημείς

πληροφορήσει τον αναγνώστην τι παθών ο επίσκοπος Βόλσιος παρέδιδεν

εις το παλίμβολον των κυμάτων τους φωστήρας της Αγγλικής

Εκκλησίας. Αλλά προς τούτο αποχαιρετώντες την νήσον των Βρεττανών

ας μεταβώμεν εις την χώραν των Φράγκων.

Ο μέγας Κάρολος, αφού περιέδραμε την Ευρώπην θερίζων δάφνας και

κεφαλάς διά της μακράς του σπάθης, αφού έπνιξεν, ετύφλωσεν ή

εστρέβλωσε τα τρία τέταρτα των Σαξώνων, αποκτήσας ούτω την

υποταγήν και το σέβας των επιζώντων, ανεπαύετο τέλος επί των

τροπαίων του εις Ακυίσγρανον, πόλιν περίφημον διά τα άγια λείψανα

και τας βελόνας. Τα πάντα εβάδιζον κατ' ευχήν εν τη απεράντω

αυτοκρατορία• ο σοφός Αλκουίνος έλουεν εις το ύδωρ του βαπτίσματος

τους ρυπαρούς του Καρόλου υπηκόους, έκοπτε τα κόκκινα των γένεια

και τα μικρά ονύχια και ανοίγων αυτοίς της ανεξαντλήτου σοφίας του

τον θησαυρόν έτριβε του ενός τα χείλη διά του μέλιτος του ιερού

λόγου, έτρεφεν άλλον με της γραμματικής τας ρίζας και τρίτον

εδίδασκεν ότι των χηνών τα πτερά, διά των οποίων καθίστα ταχύτερα

τα βέλη, ήσαν και προς γραφήν επιτήδεια. Ο δ' ευτυχής Αυτοκράτωρ

διήνυεν αφρόντιδας ημέρας, μετρών τα ωά των ορνίθων του,

τακτοποιών τα ωρολόγια και τα κράτη του, παίζων μετά των θυγατέρων

του και του ελέφαντος, ον έλαβε δώρον παρά του Καλίφου Αρούν,

καταδικάζων εις μικρόν πρόστιμον τους φονείς και ληστάς και

απαγχονίζων εις τα δένδρα του κήπου του όσοι των υπηκόων έτρωγον

κρέας την Παρασκευήν ή έπτυον μετά την μετάληψιν.

Αλλ' ενώ ο ευσεβής Κάρολος, όστις, καίτοι μη εξέβρων να γράφη,

εγνώριζεν όμως την κλασικήν αρχαιότητα, επανέλεγε καθ' εκάστην:

Haec mihi Deus otia fecit,

οι Σάξωνες ανήγειρον πάλιν την θρασείαν και ακτένιστον κεφαλήν των

και βυθίζοντες την χείρα εις το αίμα ουχί ταυρείων, αλλ'

ανθρωπίνων θυμάτων ώμνυον εις τον Τουίτονα, τον Ιρμινσούλ και

Αρμίνιον, ή ν' αποσείσωσι τον Καρόλειον ζυγόν, ή διά του αίματος

αυτών να φυράρωσι του Άλβιος και Βισούργιδος τας όχθας. Ήλθεν,

είδε και ενίκησε κατά το σύνηθες ο άμαχος Αυτοκράτωρ διά της

λόγχης εκείνης, ην κατά τους Ευαγγελιστάς εβύθισεν ο Ρωμαίος

στρατιώτης εις του Σωτήρος την πλευράν, ο δε αρχάγγελος Μιχαήλ

εμφανισθείς καθ' ύπνους τω Καρόλω εναπέθεσεν επί της κλίνης του,

ίνα κατά τους χρονογράφους ανταμείψη αυτόν, διότι και από εψημένου

και ωμού κρέατος απέχων την Τεσσαρακοστήν εκοιμάτο μόνος. Μετά την

νίκην φοβούμενος ο άγιος Αυτοκράτωρ μη αναγκασθή και πάλιν από των

αγριανθρώπων εκείνων να διακόψη τας ευσεβείς αυτού ασχολίας,

απεφάσισεν ή πάντας τους νικηθέντας να εξολοθρεύση ή εκόντας

άκοντας όλους να βαπτίση. Ουδείς ποτε ιεροκήρυξ κατόρθωσε πλείονας

απίστους εν βραχεί χρόνω να χριστιανίση• αλλ' η ευγλωττία του

Φράγκου κατακτητού ήτο ακαταμάχητος. «Π ί σ τ ε υ σ ο ν ή σ ε

φ ο ν ε ύ ω», έλεγεν εις τον δεσμώτην Σάξωνα, εις ου τα όμματα

ήστραπτεν ως πειστικώτατον επιχείρημα η μάχαιρα του δημίου, και

όλος εκείνος ο όχλος επήδα εις την κολυμβήθραν, ως αι νήσσαι εις

τους λάκκους, αφού βρέξη. Επειδή όμως, όσω παντοδύναμος και αν

υποτεθή η πίστις, απαιτείται ουχ ήττον να γνωρίζη οπωσούν και ο

χριστιανισμός εις τι πιστεύει, συνειθίζετο τότε εν Ευρώπη, ως

σήμερον εν Οταΐτη και Μαλαβάρη, ίνα μανθάνωσιν οι νεοβάπτιστοι

είδος τι κατηχήσεως, ην οι δεκανείς του Καρόλου εδίδασκον τους

Σάξωνας, τάσσοντες αυτούς κατά σειράν ανά δέκα ως νεοσυλλέκτους

και βαπτίζοντες ανηλεώς οσάκις προσέκοπτον εις δυσπρόφερτον τινα

λέξιν του «Π ι σ τ ε ύ ω». Ούτω ελάμβανε δίκην ο Ιησούς παρά των

ειδώλων δι’ όσα έπαθον υπ' εκείνων οι πρώτοι αυτού οπαδοί, ότε

εκαίοντο επί Νέρωνος ή ωπτούντο επί Διοκλητιανού, κ' εντεύθεν των

Γάλλων η παροιμία «Η ε κ δ ί κ η σ η ς ε ί ν α ι η η δ ο ν ή

τ ω ν θ ε ώ ν» {6}.

Ενόσω μεν διήρκει ο πόλεμος, οι στρατιώται εξηκολούθουν

εκπληρούντες έργα ιερέων· αλλ’ αφού ησύχασαν τα πράγματα και

εξηντλήθησαν αι θεολογικαί γνώσεις των θωρακοφόρων εκείνων

ιεροκηρύκων, πάντες και προ πάντων ο Αυτοκράτωρ ησθάνθησαν την

ανάγκην σοβαροτέρων κατηχητών. Αλλά παρά τοις Φράγκοις καλόγηροι

μόνον υπήρχον τότε και δεινότεροι περί την ζυθοποιίαν ή την

δογματικήν, βαπτίζοντες τα βρέφη εις το όνομα της Π α τ ρ ί δ ο ς,

τ η ς θ υ γ α τ ρ ό ς κ α ι τ η ς Α γ ί α ς Π ν ο ή ς,

ισχυριζόμενοι ότι η Θεοτόκος συνέλαβεν εκ του ωτός,

προγευματίζοντες προ της μεταλήψεως και αναγκάζοντες τον διάκονον

να πίη το ύδωρ, δι' ου έπλυνον τας χείρας μετά την λειτουργία. Εις

τοιούτων διδασκάλων τας χείρας ουδ' αυτούς τους Σάξωνας ετόλμησεν

ο Κάρολος να εμπιστευθή, φοβούμενος μη αναγκασθή μετ' ολίγον να

εκστρατεύση και πάλιν, ίνα νέα είδωλα κρημνίση, τα του Βάκχου και

του Μορφέως. Απορών περί του πρακτέου εσυμβουλεύθη τον Αλκουίνον,

εις ου τους χρησμούς κατέφευγον τότε οι Φράγκοι, ως οι Έλληνες εις

την Πυθίαν. Ο Αλκουίνος ήτο Αγγλος, η δε Αγγλία είχε τότε το

μονοπώλιον των θεολόγων ως σήμερον το των ατμομηχανών. Εκεί λοιπόν

εστάλη πλοίον ίνα φορτωθή ιεροκήρυκας προς μύησιν των Σαξώνων εις

της πίστεως τα μυστήρια.

Η σωτήριος εκείνη κιβωτός της χριστιανωσύνης, εφ' ης είδομεν

επιβάντα και της Ιωάννας τον πατέρα μετά της γυναικός, εφέρετο

οκτώ ημέρας επί των υδάτων, την δε ενάτην υπερβάσα το στόμιον του

Ρήνου προσωρμίσθη ενώπιον της πόλεως Νοβιομάγου, όπου κατά πρώτον

επάτησαν το γερμανικόν χώμα οι αγρευτήρες εκείνοι των ψυχών.

Εκείθεν άλλοι επί όνων, άλλοι διά λέμβων και άλλοι αποστολικώς

ανατρέξαντες εις τας πηγάς της Λίππης έφθασαν τέλος κεκμηκότες και

πειναλέοι εις Παδέβορνον, όπου εσκήνου ο Κάρολος εν μέσω σταυρών

και ασπίδων. Η Σαξωνία διενεμήθη παραχρήμα από του νικητού εις

τους νεήλυδας καλογήρους, ων έκαστος έλαβεν εντολήν να κοσμήση διά

του Σταυρού πάσαν καλύβην επαρχίας τινός της κατακτηθείσης χώρας,

της δε Ιωάννας ο πατήρ διετάχθη να διευθυνθή προς νότον, ίνα

κρημνίση το εν τη Ερισβούργη είδωλον του Ιρμινσούλ, περί το οποίον

συνήρχοντο οι τότε επαναστάται, ως οι ημέτεροι εις τα Χ α υ τ ε ί α,

προσφέροντας ανθρωπίνους θυσίας και νέας καθ' εκάστην

χαλκεύοντας συνωμοσίας. Ο ταλαίπωρος μοναχός, φορτώσας επί οναρίου

την γυναίκα του και τέσσαρας μαύρους σαξωνικούς άρτους, ήρξατο της

νέας οδοιπορίας, σύρων το ζώον εκ του χαλινού και μετά δακρύων

ενθυμούμενος τας αναπαύσεις της πατρώας καλύβης.

Οκτώ όλα έτη επλανήθη ο πατήρ της Ιωάννας από τα δένδρα της

Βεσταλίας, βαπτίζων, διδάσκων, εξομολογών και θάπτων.

Πολυπαθέστερος δε γενόμενος και αυτού του αποστόλου Παύλου

πολλάκις ερραβδίσθη, δεκάκις ελιθάσθη, πεντάκις ερρίφθη εις τον

Ρήνον και δις εις τον Άλβιν, τετράκις εκάη, τρις εκρεμάσθη και

μεθ' όλα ταύτα επέζησε τη βοήθεια της Θεοτόκου. Τον δε

υποπτευόμενον ότι απίθανα λέγω, παραπέμπω εις της εποχής εκείνης

τα Συναξάρια, ίνα μάθη τίνι τρόπω η ξ α ν θ ή Π α ν α γ ί α

υπεστήριζε διά των λ ευ κ ώ ν α υ τ ή ς χ ε ι ρ ώ ν τους πόδας

των πιστών της, οσάκις απηγχονίζοντο, έσβυνε τας φλόγας της πυράς

διά ριπιδίου εκ π τ ε ρ ώ ν Αγγέλου, οσάκις εκαίοντο, ή λύουσα

την κυανήν ζώνην έτεινεν αυτήν εις τους καταποντιζομένους ως η Ινώ

τω Οδυσσεί τον πέπλον.

Τα τόσα παθήματα δεν ίσχυσαν να ψυχράνουσι τον ζήλον ή ν'

αλλοιώσωσι το φρόνημα του ακαμάτου αποστόλου· το σώμα όμως αυτού

κατήντησε βαθμηδόν αγνώριστον, αφού οι μεν Φρίσονες τω αφήρεσαν

τον δεξιόν οφθαλμόν, οι δε Λογγοδάρδιοι έκοψαν τα ώτα του, οι

Θουρίγγιοι την ρίνα και οι ανήμεροι κάτοικοι του Ερκυνίου δάσους,

θέλοντες να εξολοθρεύσωσι των ιεροκηρύκων την γενεάν εθυσίασαν προ

του βωμού του Τουίτονος τα δυο τέκνα του και έπειτα διά της αυτής

απανθρώπου μαχαίρας απέκοψαν αυτώ . . . πάσαν πατρότητος ελπίδα.

Η Γιούθα, ήτις και μετά την τελευταίαν ταύτην συμφοράν έμεινε

πιστή τω ηκρωτηριασμένω συζύγω, επειράτο παντοιοτρόπως ν'

ανακουφίση τας θλίψεις του. Οσάκις εξύπνων την νύκτα προσήλωνεν

εις αυτήν μετά ματαίου πόθου τον ένα απομείναντα οφθαλμόν και

έκλαιε την στέρησιν των τέκνων του και των πρώην ηδονών ησπάζετο

αυτόν λέγουσα, «Καθ' ημέραν ανάπτω λαμπάδα προ της εικόνος του

Αγίου Πατέρνου. Ίσως ο προστάτης ούτος της ευτεκνίας εφεύρη θαύμα

τι, ίνα απολαύσωμεν και πάλιν τέκνα».

Η ευχή αύτη της καλής Γιούθας επληρώθη μετ' ου πολύ· ουχί φευ! διά

θαύματος του Αγίου Πατέρνου, αλλ' υπό δύο τοξοτών του κόμητος της

Ερφούρτης. Οι κακότροποι ούτοι, συναντήσαντες αυτήν παρά την όχθην

της Φούλδας απλώνουσαν εις τον ήλιον τον χιτώνα του ανδρός της,

όστις μη έχων άλλον εκρύπτετο ως ο Οδυσσεύς υπό τον σωρόν ξηρών

φύλλων, περιμένων να ξηρανθή ο πλυθείς, ήπλωσαν κακείνην επί της

χλόης και διά της βίας της υπενθύμισαν τον αληθή επί της γης

προορισμόν της γυναικός. Αφού κουρασθέντες ανεχώρησαν οι

στρατιώται, εξήλθε της κρύπτης ο ατυχής καλόγηρος και ενδυθείς

υγρόν ακόμη το υποκάμισον απεμακρύνθη εκείθεν μετά της πεπονημένης

γυναικός, καταρώμενος τους Σάξωνας, οίτινες πλην του μαρτυρικού

επέθεσαν και άλλον στέφανον επί της φαλακράς κεφαλής του.

Εννέα μετά ταύτα μήνας, εν έτει 818, έτεκεν η Γιούθα εν Ιγγελχείμη

ή κατ' άλλους εν Μογουντία την μέλλουσαν ν' αρπάση τας ουρανίους

κλείδας Ιωάνναν. Ο δε πατήρ αυτής ή μάλλον ο σύζηγος της μητρός,

ίνα συνειθίση άμα γεννηθείσα εις του πλάνητος βίου τας κακουχίας,

εβάπτισεν αυτήν εις το ψυχρόν ρεύμα της Μεΐνης, όπου εβύθιζον και

οι αυτόχθονες τα ξίφη, ίνα σκληρότερα αυτά καταστήσωσι.

Πάντων των ηρώων την κοιτίδα κοσμούσι κατ' έθος αρχαίον οι

βιογράφοι διά τεραστίων σημείων προαγγελλόντων τας μελλούσας

αρετάς. Ούτω νήπιος έτι ων έπνιξε τους δράκοντας ο Ηρακλής, ο δε

Κριεζώτης την άρκτον, αι μέλισσαι επεκάθησαν εις του Πινδάρου το

στόμα, ο Πασχάλης εφεύρε δεκαέτης την γεωμετρίαν, ο ήρως του

Βύρωνος ακούων την λειτουργίαν εις της τροφού τας αγκάλας

απέστρεφε τους οφθαλμούς από των ερρυτιδωμένων αγίων, ίνα

προσηλώση αυτούς μετά κατανύξεως επί της Αγίας Μαγδαληνής, η δε

ημετέρα ηρωίς, η μέλλουσα εις το εκκλησιαστικόν στάδιον να

διαπρέψη, ουδέποτε Τετάρτην ή Παρασκευήν ηθέλησε να βυζάξη, αλλ'

οσάκις προσφέρετο αύτη ο μαστός κατά νηστήσιμον ημέραν, απέστρεφε

τους οφθαλμούς μετά φρίκης. Άγια λείψανα, σταυροί και κομβολόγια

υπήρξαν τα πρώτα αυτής αθύρματα. Πριν φυτρώσουν οι οδόντες,

εγνώριζε το Π ά τ ε ρ η μ ώ ν αγγλιστί, ελληνιστί και λατινιστί,

πριν δε αλλάξη αυτούς, εβοήθει ήδη τον πατέρα εις το αποστολικόν

έργον, κατηχούσα τας ομήλικας Σαξωνίδας. Μόλις οκταέτις ήτο, ότε

απέθανεν η μήτηρ αυτής, η καλή Γιούθα, και επί του τάφου της

μακαρίτιδος απήγγειλεν επικήδειον λόγον, αναβάσα επί των ώμων του

νεκροθάπτου.

Αλλ' ενώ ηύξανεν η Ιωάννα κατά το κάλλος και την σοφίαν, ο πατήρ

αυτής καταβεβλημένος υπό των πόνων και της στερήσεως της συντρόφου

ησθάνετο τας δυνάμεις καθ’ εκάστην ελαττουμένας. Μάτην επεκαλείτο

τον Άγιον Γήνον, ίνα στερεώση το κλονούμενον βήμα του, μάτην

ανήπτε κηρία εις την αγίαν Λουκίαν, ίνα αποδώση εις τον οφθαλμόν

του την δύναμιν να διακρίνη τα γράμματα του ψαλτηρίου και μάτην

παρεκάλει τον άγιον Φόρτιον, ίνα ενισχύση την φωνήν του· αι δε

χείρες αυτού τόσον έτρεμον, ώστε ημέραν τινά προσφέρων το σώμα του

Σωτήρος εις την ηγουμένην του Μοναστηρίου Βιτερφείλδης, την ωραίαν

Γίσλαν, αντί να εισαγάγη αυτό εις το ροδόχρουν στόμα της παρθένου,

αφήκε να καταπέση εις τα λευκά στήθη της, άτινα η δούλη αύτη του

θεού είχε πάντοτε γυμνά δι’ ιδιαιτέρας αδείας του Πάπα Σεργίου. Το

σκάνδαλον υπήρξε μέγα• η μεταλαμβάνουσα ηρυθρίασεν, αι μοναχαί

εκάλυψαν διά των χειρών το πρόσωπον, οι δε αυτόχθονες ιερείς

ανέκραξαν Ιεροσυλία! Ιεροσυλία, επανέλαβον ως πιστή ηχώ αι

μονάζουσαι παρθένοι, και ως Βακχίδες ορμήσασαι κατά του δυστυχούς

γέροντος απέσπασαν τα ιερά κοσμήματα και κακώς έχοντα έρριψαν

αυτόν έξω του Μοναστηρίου.

Επί δεκαπέντε ημέρας επλανάτο ο ατυχής απόστολος μετά της Ιωάννας

εις τα μεταξύ Φραγκφούρτης και Μογουντίας άξενα δάση,

διανυκτερεύων υπό το φύλλωμα των δένδρων και συντρώγων βαλάνους

μετά των χοίρων της Βεσταλίας. Αλλ' η τροφή αύτη, ήτις τοσούτω

παχείς καθιστά τους συντρόφους τούτους του Αγίου Αντωνίου,

κατέστησε μετ’ ου πολύ αυτόν τε και την θυγατέρα του ισχνοτέρους

των επτά σταχύων, ους είδε ο Φαραώ. Μάτην επειράθη ο καλόγηρος ν'

ανανεώση το θαύμα του συμπατριώτου αυτού Αγ. Πατρικίου, όστις δι’

επικλήσεώς τινος μετεμόρφωσε τους τρέχοντας εις τα όρη της

Ιρλανδίας αγριοχοίρους εις λιπαρά χοιρομήρια, και μάτην παρεκάλει

τους ιπταμένους υπεράνω της κεφαλής του αετούς, ίνα φέρωσιν αυτώ

τροφήν ως εις τον άγιον Στέφανον. Η δε Ιωάννα ανύψωνεν ενίοτε υγρά

βλέμματα προς τον πατέρα κράζουσα «Πεινώ! ». Εν αρχή μεν ο

φιλόστοργος γονεύς ανατείνων τους κατίσχνους βραχίονας εις ουρανόν

απεκρίνετο ως η Μήδεια «Τας φλέβας μου θέλω ανοίξει, ίνα διά του

αίματός μου σε χορτάσω». Αλλά βαθμηδόν τοσούτον εξήρανεν η πείνα

τον λάρυγγα και την καρδίαν του, ώστε εις τους θρήνους της

θυγατρός απεκρίνετο λακωνικώς «Πήδα».

Η κίνησις λυχνίας ωδήγησε τον Γαλιλαίον εις την κατασκευήν του

ωρολογίου, ο δε πειναλέος μοναχός ωδηγήθη υπό λευκής άρκτου εις

ανεύρεση νέου πόρου ζωής. Ειδών μίαν των πολυμάλλων τούτων

θυγατέρων του πόλου ορχουμένην εν πανηγύρει και τον αυθέντην αυτής

αργυρολογούντα τους θεατάς, εσκέφθη να μεταχειρισθή την πρόωρον

σοφίαν της Ιωάννας, ως ο θηριοτρόφος την όρχησιν της άρκτου, ίνα

πορίζηται δι' αυτής τον επιούσιον άρτον και ζύθον. Δικαίως άρα

ισχυρίσθη ο σοφός Έρασμος ότι πας φρόνιμος δύναται και παρ'

άρκτου πολλά χρήσιμα να μάθη. Ήρξατο λοιπόν να ετοιμάζη την

θυγατέρα εις το νέον επάγγελμα, στοιβάζων εις την δεκαετή της

κορασίδος κεφαλήν τας φλυαρίας, όσας οι τότε σοφοί ωνόμαζον

Δογματικήν, Δαιμονολογίαν, Σχολαστικήν ή άλλως πως και ενέγραφον

επί μεμβράνης, αφ' ης απέξεον ομηρικούς στίχους ή επιγράμματα του

Ιουβενάλη. Ότε δε ενόμισεν αυτήν ικανώς προηλειμμένην εις τον

καλόν τούτον αγώνα, ήρχισε να περιέρχηται τους πύργους και τα

Μοναστήρια της παχυχλόου Βεσταλίας. Εισερχόμενος προσεκύνει

εδαφιαίως τον άρχοντα, ηυλόγει την οικοδέσποιναν, έτεινε τας

χείρας ή την ζώνην προς ασπασμόν τοις υπηρέταις, είτα δε

ετοποθέτει την Ιωάνναν επί τραπέζης και, ήρχιζεν η παράστασις.

«Θυγάτερ, ηρώτα αυτήν, τι είνε γλώσσα; — Η μάστιξ του αέρος. — Τι

είναι αήρ; — Το στοιχείον της ζωής. — Τι είναι ζωή; — Ηδονή τοις

ευτυχούσι, βάσανον τοις πτωχοίς, θανάτου προσδοκία. — Τι είναι

θάνατος; — Αποδημία εις αγνώστους όχθας. — Τι είναι όχθη;— Το

όριον της θαλάσσης. — Τι είναι θάλασσα;.— Η κατοικία των ιχθύων.—

Τι είναι οι ιχθύες; — Της τραπέζης αρτύματα. — Τι είναι άρτυμα; —

Κατόρθωμα μαγείρου.

Αφού εφ' ικανήν ώραν εξηκολούθει η κατ' ερωταπόκρισιν επίδειξις

γνώσεων παντοδαπών, περί τε την θεολογίαν και την μαγειρικήν,

προσεκάλει ο πατήρ τον πνευματικόν του φρουρίου ν' αποτείνη εις

την παιδίσκην δυσκόλους ερωτήσεις περί οιουδήποτε κλάδου των

ανθρωπίνων γνώσεων, η δε Ιωάννα ρίπτουσα το άγκιστρον εις τον

ωκεανόν της μνήμης της ανείλκε πάντοτε την κατάλληλον απάντησιν,

ην υπεστήριζε δι' εδαφίου της Γραφής ή του Αγίου Βονιφατίου. Μετά

το τέλος της συζητήσεως επήδα ελαφρώς από της τραπέζης και

λαμβάνουσα τας άκρας της ποδέας της μεταξύ των δακτύλων

επαρουσίαζεν αυτήν εν είδει δίσκου εις έκαστον των παρεστώτων,

επικαλουμένη διά γλυκερού μειδιάματος την μεγαλοδωρίαν των. Οι μεν

έρριπτον εντός αυτής χαλκούν νόμισμα, οι δε αργυρούν, άλλοι ωά και

έτεροι μήλα· όσοι δε δεν είχον τι να δώσωσιν απέθετον φίλημα επί

του μετώπου της ξανθής ιεροδιδασκάλου.

Ούτω έζησαν πέντε ακόμη έτη, τρώγοντες καθ' ημέραν και πολλάκις

δις της ημέρας και διανυκτερεύοντες οτέ μεν υπό τα δρύινα

φατνώματα αρχοντικού πύργου, οτέ δε υπό την αχύρινον στέγην

δασοφύλακος ή κυνηγού. Οι χρόνοι και η ανάμνηση των παθημάτων

είχον μετρήσει οπωσούν τον ζήλον του αποστόλου, ώστε ουδέν

επεχείρει πλέον άκοντα να κατηχήση, ουδένα άνευ της συγκαταθέσεως

του εβάπτιζε πλην μόνων των νεκρών, όσους ανεύρισκε την επιούσαν

μάχης παρά τας όχθας του Άλβιος και του Ρήνου· καθότι κατά την

τότε επικρατούσαν γνώμην και εις νεκρούς απονεμόμενον το βάπτισμα

ήνοιγεν αυτοίς τας ουρανίους πύλας.

Μετά τοσαύτας περιπλανήσεις απεδήμησε τέλος πάντων ο πολυπαθής

γέρων εις τας αγνώστους εκείνας όχθας, αφ' ων δεν υπάρχει

επιστροφή. Ο θάνατος κατέλαβεν αυτόν εις το κελλίον του καλού

ερημίτου Αρκούλφου, όστις εμόναζε παρά την όχθην του Μαγάνου {7}

πλέκων εγκώμια εις τους Αγίους και καλάθια εις τους αλιείς. Η

Ιωάννα αφού έκλεισε τον οφθαλμόν του πατρός της, έθαψεν αυτόν

βοηθουμένη υπό του ασκητού παρά το χείλος του ποταμού, υπό ιτέαν,

εις ης το στέλεχος ενεχάραξεν επιγραφήν ενθυμίζουσαν τας αρετάς

του μακαρίτου. Καταπεσούσα έπειτα η δύστηνος κόρη επί του χώματος

εκείνου, του κρύπτοντος τον μόνον αυτής επί της γης προστάτην,

ανέμιξεν ως η σύζυγος του Οθέλου α λ μ υ ρ ά δ ά κ ρ υ α εις το

κύμα, όπερ έβρεχε τούς πόδας της. Αφού δε προσέφερε την ευσεβή

εκείνην σπονδήν επί του πατρώου τάφου απέμαξε τέλος τους

στειρεύσαντας οφθαλμούς. Η λύπη, ην αισθανόμεθα διά την στέρησιν

του φιλτάτου όντος, ομοιάζει την εκρίζωσην οδόντος· σφοδρός ο

πόνος, αλλά στιγμιαίος. Μόνοι οι ζώντες προξενούσιν ημίν διαρκείς

λύπας. Τις ποτέ έχυσε επί του τάφου ερωμένης το ήμισυ, το

εκατοστόν, το χιλιοστόν των δακρύων, αφ' όσα διά την κακίαν της

έχυνε καθ’ ημέραν; Αφού λοιπόν απέκλαυσεν η Ιωάννα, έκυψεν επί του

ύδατος, ίνα δροσίση τους καίοντας οφθαλμούς. Πρώτην τότε φοράν

ενέβλεψε μετά προσοχής εις την εν τω ύδατι εικόνα αυτής, του μόνου

εις τον κόσμον πλάσματος, όπερ τη απέμενε ν’ αγαπά. Κύπτοντες και

ημείς άνωθεν του ώμου της, ίδωμεν τι αντηνάκλα το ρευστόν εκείνο

κάτοπτρον. Πρόσωπον δεκαεξαετές μήλου στρογγυλώτερον, κόμην ξανθήν

ως της Μαγδαληνής και ακτένιστον ως της Μηδείας, χείλη ερυθρά ως

πίλον καρδιναλίου, υποσχόμενα ηδονάς ανεξαντλήτους και στήθη

εύσαρκα, ως πέρδικος, πάλλοντα έτι υπό της συγκινήσεως. Τοιαύτην

έβλεπεν εαυτήν εν τω ύδατι η Ιωάννα, τοιαύτην είδον καγώ εν τω

χειρογράφω της Κολωνίας την εικόνα της. Η οπτασία εκείνη επράυνεν

οπωσούν της ηρωίδος μου τον πόνον, ήτις απλωθείσα επί της χλόης

και στηρίξασα επί της χειρός την κεφαλήν ήρξατο να σκέπτηται πως

ήθελε μεταχειρισθή το κάλλος και την σοφίαν της· αν ήθελεν ενδυθή

ράσον ή αναζητήση άλλον αντί του πατρός της προστάτην. Αφού εφ'

ικανήν ώραν ερέμβασεν έξυπνος νικηθείσα υπό του καύσωνος και

βαυκαλωμένη υπό των τεττίγων απεκοιμήθη υπό την σκιάν των δένδρων,

άτινα προεφύλαττον αυτήν από τας ακτίνας του ηλίου και τα βλέμματα

των περιέργων.

Αγνοώ αν είχεν αναγνώσει και τον Λουκιανόν η Ιωάννα, αλλά άμα

έκλεισε τους οφθαλμούς, είδε κακείνη όνειρον ως του Σαμοσατέως.

Δύο γυναίκες εφάνησαν αύτη εξερχόμεναι του ύδατος. Η μεν τούτων

είχε γυμνά τα στήθη, άνθη επί της κεφαλής και μειδίαμα επί των

χειλέων, η δε μαύρον ράσον, σταυρόν επί του στήθους και κατάνυξιν

επί του προσώπου. Αμφότεραι ήσαν ωραίαι, αλλά της μεν το κάλλος

ενεθύμιζεν ευθύμους εορτάς, ποτηριών συγκρούσεις και χορευτών

ποδοκρουσίαν, της δε το υγρόν βλέμμα τας μυστηριώδεις των

κοινοβίων απολαύσεις, αθόρυβα συμπόσια και σιγαλά φιλήματα.

Εκείνης μεν ήθελε τις επιθυμήσει να εναγκαλισθή την οσφύν εις

θορυβώδη αίθουσαν χορού, υπό τα βλέμματα πλήθους θεατών και την

λάμψιν μυρίων λαμπάδων, προ ταύτης δε να γονυπετήση εντός σιωπηλού

κελλίου εις το αμφίβολον φως λυχνίας κρεμάμενης προ της εικόνος

Αγίου.

Ότε επλησίασαν, προτρέξασα η πρώτη, «Ιωάννα», είπε, συμπλέκουσα

θωπευτικώς τους δακτύλους εις τους ξανθούς της ηρωίδος μας

πλοκάμους, ««σε είδον διστάζουσαν αν ήθελες προτιμήσει του κόσμου

τας απολαύσεις ή του μοναστηρίου την ησυχίαν και ευθύς έδραμον,

ίνα οδηγήσω το άπειρον βήμα σου εις της αληθούς ευδαιμονίας την

οδόν. Είμαι η αγία Ίδα· ουδενός έμεινα άγευστος του κόσμου των

αγαθών· απήλαυσα δύο συζύγους, τρεις εραστάς και επτά τέκνα,

πολλάς εκέννωσα φιάλας καλού παραρρηνίου οίνου, πολλάς διήλθον

φαιδράς αΰπνους νύκτας· τους ώμους μου επέδειξα εις όλον τον

κόσμον, την χείρα μου έτεινα εις όλα τα χείλη, την μέσην μου

έσφιξαν όσοι ήξευρον χορόν και εν τούτοις συνδοξάζομαι και

συμπροσκυνούμαι μετά των Αγίων. Απήλαυσα δε και τούτο φαγούσα

καλούς ιχθύας την τεσσαρακοστήν, ρίψασα τα ψιχία της τραπέζης μου

εις τα αδηφάγα στόματά των ιερέων και τας παλαιάς μου εσθήτας

δωρήσασα εις τα αγάλματα της Παναγίας. Τοιούτον και εις σε, αν

ακούσης τας συμβουλάς μου, υπόσχομαι μέλλον. Είσαι πτωχή, άστεγος

και ρακενδύτις· αλλά καγώ πριν γείνω σύζυγος του κόμητος Εκβέρτου,

εφύσων τον χειμώνα εις τα δάκτυλά μου, καγώ μόνην περιουσίαν είχον

τα κόκκινά μου χείλη δι' ων απέκτησα πλούτον· τιμάς και αγιότητα.

Θάρσει, λοιπόν, ξανθή μου Ιωάννα. Είσαι ωραία ως άνθος λειμώνος,

σοφή ως βίβλος του Ινκμάρου, πανούργος ως αλώπηξ του Μαύρου

δάσους. Διά τούτων δύνασαι ν’ αποκτήσης παν ό,τι ευφρόσυνον έχει ο

βίος. Αλλά βάδισον την πεπατημένην οδόν και άφες εις τους μωρούς

τας ακρωρείας. Ευρέ σύζυγον, ίνα σοι δώση το όνομά του και

ισπανικά σανδάλια, έχε εραστάς ίνα ασπάζωνται τα σανδάλια ταύτα,

έχε τέκνα ίνα παρηγορώσι το γήρας σου, έχε αν θέλης, και σταυρόν,

ίνα υπ’ αυτόν καταφεύγης οσάκις βαρυνθής τους ζώντας ή σε

βαρυνθώσιν εκείνοι. Μόνη η οδός αύτη άγει εις την ευτυχίαν· αυτήν

ηκολούθησα επί τριάκοντα έτη εν μέσω ανθέων, συμποσίων, ίππων και

ασμάτων, περικυκλουμένη υπό συζύγου, όστις μ' ηγάπα, υπό εραστών

ανυμνούντων το κάλλος μου και υπηκόων ευλογούντων το όνομά μου·

ότε δε ήλθε το πεπρωμένον τέλος, εξέπνευσα επί κλίνης πορφυράς,

μεταλαβούσα διά χειρός Αρχιεπισκόπου και υπό των τέκνων μου

υποστηριζομένη. Νυν δε αφόβως περιμένω την ημέραν της κρίσεως υπό

καλλιμάρμαρον πλάκα όπου αι αρεταί μου είναι με χρυσά γράμματα

κεχαραγμέναι»».

Ούτω ωμίλησεν η αγία Ίδα· τοιαύτας φρονίμους συμβουλάς ψιθυρίζουσι

και σήμερον εις το ους των θυγατέρων αι πολύπειροι μητέρες,

εμπνέουσαι αυτώ σωτήριον προς τας αηδίας των μυθογράφων

αποστροφήν. Αφού δε εξετύλιξεν εκείνη εις τα όμματα της κορασίδας

το απαστράπτον κομβολόγιον των κοσμικών ηδονών, προσήλθεν η

ρασοφόρος αυτής σύντροφος και διά φωνής ρεούσης η σ υ χ ή, ως η

πηγή του Σιλωάμ, ήρξατο να λέγη.

««Εγώ δε, Ιωάννα, ειμί η αγία Λιόββα, τέκνον ως και συ της

Βρεττανίας, εξαδέλφη του προστάτου της χώρας ταύτης Αγίου

Βονιφατίου και φίλη του υπό το χώμα τούτο αναπαυθέντος πατρός σου.

Τίνα είναι του κόσμου τ' αγαθά ήκουσας παρά ταύτης. Αναμίξασα

γάμους, μητρότητας, έρωτας και ίππους κατεσκεύασε δι' αυτών

επίχρυσον καταπότιον όπερ σοι επέρριψεν, ως οι αλιείς το δόλωμα

εις τους ιχθύας. Αλλ’ ούτε την τιμήν ούτε τα ελαττώματα του

εμπορεύματος σοι είπεν η ευσυνείδητος αύτη μεσίτρια. Ερώτησον

αυτήν πόσα διά τας ύβρεις του συζύγου έχυσε δάκρυα, πόσα διά την

απιστίαν εραστού, πόσα επί της κοιτίδος ασθενούντος τέκνου, πόσα

προ του κατόπτρου, ότε αντί κρίνων και ρόδων ωχρότης και ρυτίδες

αντανακλώντο. Ούτε φανατικοί ούτε ανόητοι ήσαν αι πρώται εκείναι

παρθένοι, αίτινες απολακτίσασαι τον κόσμον εζήτησαν ησυχίαν υπό

την στέγην Μοναστηρίου• αλλ’ εγνώριζον ότι οι γάμοι πλήθουσιν

ανίας, ήκουσαν τας κραυγάς των γυναικών, ότε έτικτον ή

εξυλοκοπούντο υπό του συζύγου, είδον τας γαστέρας αυτών

εξοιδημένας και τα στήθη των γάλακτος αποστάζοντα, εμέτρησαν δε

και τας ρυτίδας όσας αι αγρυπνίαι και οι πόνοι έσκαψαν επί του

μετώπου των. Το αηδές θέαμα αζώστου, εγκυμονούσης ή θηλαζούσης

γυναικός ώθησεν ημάς εις τα μοναστήρια, και ουχί Αγγέλων οπτασίαι

ή όρεξις ξηρού άρτου, ως διηγούνται οι κρονόληροι αγιογράφοι. Εκεί

εύρομεν ανεξαρτησίαν και ανάπαυσιν υπό σκιερά κελλία, όπου ούτε

τέκνων κραυγαί ούτε αυθέντου απαιτήσεις ούτε μέριμνα οιαδήποτε

διακόπτει την ησυχίαν μας. Αλλ' ίνα μη έρημος ο κόσμος καταντήση,

ίνα μη αι γυναίκες τρέξωσι αθρόαι εις τα κοινόβια διεσπείραμεν

αλλοκότους περί του βίου ημών φήμας, ότι διανυκτερεύομεν

γονυπετείς, επί ψυχρών μαρμάρων, ποτίζομεν ράβδους μέχρις ου

ανθίσωσι, κοιμώμεθα επί στάκτης και μαστιγούμεν το σώμα ανηλεώς.

Ούτω και οι κιβδηλοποιοί, ίνα απομακρύνωσι τους περιέργους,

διαδίδουσιν ότι φαντάσματα φρικαλέα και βρυκόλακες κακοποιοί

συχνάζουσι τα σπήλαια, όπου χαλκεύεται ο νόθος χρυσός. Μη φοβηθής

ούτε το επώνυμον του αγίου Παχωμίου π α ξ ι μ ά δ ι ο ν, το οποίον

μόνον οι ανόητοι τρώγουσι, ούτε τον νυκτερινόν κώδωνα, όστις τας

ευήθεις μόνον εξύπνα, ούτε του ενδύματος ημών την πενιχρότητα· ιδέ

τι υπό το τραχύ τούτο ύφασμα υποκρύπτεται.»»

Ταύτα, λέγουσα απετίναξεν η Αγία Λιόββα από των ώμων το ράσον και

εφάνη ενδεδυμένη αράχνινον χιτώνα της Κέω, α έ ρ α ε ξ υ φ α -

σ μ έ ν ο ν, ως ωνόμαζον τους τοιούτους οι ποιηταί, υπό τον οποίον

το σώμα αυτής έλαμπεν ως γενναίος οίνος υπό κρύσταλλον της Βοημίας.

Κύψασα είτα εις το ους της κοιμωμένης «Ιωάννα» εξηκολούθησεν,

απαλύνουσα έτι μάλλον την φωνήν «σοι υπεσχέθη και ηδονάς η

αντίζηλός μου αύτη· αλλ' ερώτησον αυτήν αν, περικυκλουμένη υπό

κακοβούλων βλεμμάτων, αμιγή ησθάνετο ηδυπάθειαν, ότε παρεδίδετο

εις τον εραστήν, τείνουσα το ους ουχί εις τους γλυκείς λόγους του,

αλλ' εις πάντα περί αυτήν θόρυβον, και κάτωχρος αυτόν απωθούσα,

οσάκις έτριζε θύρα ή εκινείτο φύλλον. Είδες ποτέ γαλήν αναβάσαν

επί τραπέζης και πίνουσαν του αυθέντου το γάλα; λοξά τα βλέμματα

αυτής, ανήσυχα τα ώτα, ορθαί αι τρίχες υπό του φόβου και έτοιμοι

οι πόδες εις φυγήν. Ούτω γεύονται και αι κοσμικαί αύται δέσποιναι

του απηγορευμένου καρπού. Ημείς δε ούτε υπό φροντίδων ούτε υπό

κατασκόπων περικυκλούμεναι αλλ' υπό τοίχων υψηλών και δασών

πολυδένδρων, την μεν ημέραν δαπανώμεν διαλεγόμεναι ως οι αρχαίοι

φιλόσοφοι περί ηδονής, οπόταν δε σημάνη η ώρα αυτής, αποσυρόμεθα

εις τα ήσυχα ημών κελλία, όπου εν σιωπή και κατανύξει

προετοιμαζόμεθα εις την απόλαυσιν ως οι ιππόται εις την

μονομαχίαν. Βυθίζουσαι εις χλιαρά αρώματα τον τριχόσακκον

τούτον{8}, ον οι ανόητοι νομίζουσιν όργανον κακοπαθείας, τρίβομεν

δι’ αυτού το σώμα μέχρις ου καταστή υπέρυθρον ως ρόδον ευαίσθητον

εις πάσαν πρόσψαυσιν, ως ίππος εις τον πτερνιστήρα, λύομεν την

κόμην, καλύπτομεν τας αγίας εικόνας και κατακλινόμεναι τον μεν

χειμώνα παρά την λάμψιν ευθύμου πυράς, το δε θέρος πλησίον

ανοικτού παραθύρου, ακροώμεναι το άσμα της αηδόνος ή ψιθυρίζουσαι

το Ά σ μ α α σ μ ά τ ω ν, παραδιδόμεθα εις μειλίχια όνειρα,

μέχρις ου ηχήσωσιν εις τον διάδρομον τα σανδάλια του ερχομένου,

ίνα τα ονείρατα ταύτα ενσαρκώση. Οι ανατολίται εφεύρον τα διπλά

μοναστήρια, όπου οι θεράποντες του Υψίστου και αι νύμφαι του

Χριστού οικούσιν υπό την αυτήν στέγην, υφ' ενός χωριζόμενοι

τοίχου, αλλ' ημείς ετελειοποιήσαμεν των Ελλήνων την εφεύρεσιν,

ανοίξασαι εις τους τοίχους τούτους οπάς, δι’ ων αθορύβως και

ακινδύνως δεχόμεθα τους εν αγίω Βενεδίκτω αδελφούς. Πρώται ημείς

εκαλλιεργήσαμεν εις τους κήπους των κοινοβίων το ηδύπνουν πήγανον,

το οποίον απαλλάττει από των κόπων της μητρότητος, την βαρύοσμον

ερείκην, ήτις καθιστά ακόρεστα τα χείλη, και την οξείαν κνίδα, εξ

ης οι ημέτεροι ερασταί αρύονται νέας αείποτε δυνάμεις, ως, ο

Ανταίος εκ της γης.

Αλλά μη νομίσης, Ιωάννα, ότι πάντοτε εντός τεσσάρων τοίχων

περιορίζομεν τον βίον και εις τοιαύτας απολαύσεις την ευδαιμονίαν.

Ενίοτε η πλήξις επέρχεται εν μέσω της τρυφής• ο δρόμος του ηλίου

φαίνεται ημίν βραδύς διά των κιγκλίδων του κελλίου, οι δε

θωρακοφόροι ιππόται προτιμώτεροι των καλογήρων. Προφασιζόμεναι

τότε ευσεβή αποδημίαν εις τάφον αγίου, περιερχόμεθα τον κόσμον,

εμβαίνουσαι εις τα ανάκτορα και τας καλύβας, τα θέατρα και τα

λουτρά και πανταχού ευρίσκουσαι φιλόφρονα υποδοχήν, αγκάλας

ανοικτάς και μέτωπα προσκλινή. Ότε μετέβην εις την αυλήν του

αυτοκράτορος Καρόλου εωρτάζοντο κατ' αυτήν εκείνην την εσπέραν οι

γάμοι αυτού μετά της Ιλδεγάρδης. Κόμητες, δέσποιναι, ιππόται και

ιεράρχαι συνωθούντο εν τη αιθούση του εν Ακυισγράνω ανακτόρου. Οι

ραψωδοί έψαλλον τους άθλους του τροπαιούχου νυμφίου, οι μίμοι και

αι ορχηστρίδες εκίνουν εις γέλωτα δι' αλλοκότων μορφασμών, οι

κύβοι κατεκυλίοντο και ο οίνος εκυκλοφόρει εντός αργυροχείλων

ποτηρίων. Αλλ' άμα το μαύρον μου ράσον εφάνη παρά την φλιάν της

θύρας, άμα το όνομά μου, «Λιόββα η ηγουμένη! Λιόββα η αγία!»

ήχησεν εν τη αιθούση, πάντες αφήκαν κύβους, ποτήρια και γυναίκας,

ίνα ενατενίσωσιν εις εμέ. Οι μεν ησπάζοντο τα άκρα της ζώνης, οι

δε των ποδών μου τα ίχνη, μόνος δε ο αυτοκράτωρ τας χείρας. Η

τριχίνη μου εσθής επεσκίασε και της μετάξης και των αδαμάντων και

των εψιμμυθιωμένων παρειών και των γυμνών ώμων την λάμψιν· μεταξύ

δε του γονυπετούς εκείνου πλήθους διέκρινα τον δεκαοκταετή

Ροβέρτον, όστις ανύψου προς εμέ κάθυγρα βλέμματα και ηνωμένας

χείρας, απλήστως αναζητών το πρόσωπόν μου υπό την καλύπτραν. Αφού

ετελείωσεν η εορτή, ωδηγήθην υπ’ αυτού του Αυτοκράτορος εις τον

λαμπρότερον των ανακτόρων κοιτώνα, κοινωνούντα μετά του κήπου διά

υελοφράκτου θύρας. Εξυπνήσασα περί μέσην νύκτα ήνοιξα την θύραν

εκείνην, ίνα μετριάσω την οσμήν της αλόης και της σμύρνας, δι' ων

αι αδελφαί του Καρόλου είχον αρωματίσει τον θάλαμον προς τιμήν

μου, και αντικρύ μου είδον καθήμενον υπό μηλέαν τον Ροβέρτον,

στηρίζοντα επί των γονάτων τους βραχίονας και επ' αυτών την έφηβον

κεφαλήν του, τους δε οφθαλμούς απλήστως εις το παράθυρόν μου

προσηλούντα. Ότε με είδεν, ηγέρθη, έντρομος, ίνα φύγη, αλλά δι'

ελαφρού νεύματος προσεκάλεσα εαυτόν να εισέλθη. Ανασκιρτήσας τότε

δι' ενός πηδήματος ευρέθη προ εμού γονυπετής, αλλ' ούτε να με

εγγίση ούτε λέξιν να προφέρη, ούτε τους οφθαλμούς να σηκώση ετόλμα

ο δυστυχής νεανίας. Ότε δε παραμερίσασα την μακράν κόμην του

επέψαυσα διά των χειλέων το μέτωπόν του, φοβούμενος μη ηπατάτο υπό

φάσματος νυκτερινού εψηλάφει την εσθήτα, τας χείρας και την λυτήν

κόμην μου ίνα πεισθή ότι ήμην εγώ, ότι την αγίαν Λιόββαν είχεν

ημίγυμνον και μειδιώσαν ενώπιον αυτού. Τις των του κόσμου

δεσποινών ηξιώθη ποτέ τοιαύτης λατρείας και τίνος τα χείλη εις

την τοιαύτην ευγνώμονα έκστασιν εβύθισαν τον εραστήν;

Δύο ολοκλήρους μήνας έμεινα εις του Καρόλου την αυλήν ότε δε

κορεσθείσα συμποσίων, χειρασπασμών και θορύβου απεχαιρέτησα τα

φιλόξενα εκείνα ανάκτορα, αυτός ο Αυτοκράτωρ εκράτησε της όνου μου

τον χαλινόν, η αυτοκράτειρα και αι ηγεμονίδες με καθικέτευον μετά

δακρύων να μείνω, ο δε Ροβέρτος απέσπα τας τρίχας υπό της

απελπισίας. Τοιούτον και εις σε υπόσχομαι βίον, Ιωάννα• αμιγείς

πόνου ηδονάς αντί των αμφιβόλων του κόσμου απολαύσεων,

ανεξαρτησίαν αντί δουλείας, ράβδον ηγουμένης αντί ηλακάτης και τον

Ιησούν αντί θνητού συζύγου. Ήκουσας την Ίδαν συνηγορούσαν υπέρ του

γάμου, ήκουσας και εμέ υπέρ του μοναστηρίου, μεταξύ αυτής και εμού

έκλεξον ήδη Ιωάννα.»»

Η εκλογή δεν ήτο δύσκολος, αλλά και διά κλειστών οφθαλμών ηδύνατο

να γείνη. Διό ουδόλως διστάσασα η κοψωμένη ηρωίς έτεινεν αμφοτέρας

τας χείρας εις την εύγλωττον ρασοφόρον, ενώ η σύντροφος αυτής

κατησχυμμένη και ουδέν έχουσα αντειπείν διελύετο εις καπνόν, ως οι

γυναικόμορφοι εκείνοι δαίμονες οίτινες διέκοπτον τας ευσεβείς

μελέτας του αγίου Παχωμίου, παρενθέτοντες λευκά στήθη ή κόκκινα

χείλη μεταξύ των οφθαλμών του και του ευχολογίου. Η δε αγία

Λιόββα, ασπασθείσα την νέαν προσήλυτον επί της παρειάς, προσέθηκε

περιχαρής. ««Ίνα πεισθώ ότι η προς τον μοναστικόν βίον προαίρεσίς

σου είναι ειλικρινής, δεν σοι είπον οποίον σοι επεφύλαττον

τρισένδοξον μέλλον, οποίαν ατίμητον αμοιβήν, η Σεμίραμις εγένετο

βασίλισσα των Ασσυρίων, η Μοργάνη των Βρεττανών και η Βαθίλδη της

Γαλλίας. Αλλά συ ίδε τι θέλεις γίνει, Ιωάννα! »»

Παράδοξος τότε οπτασία, όνειρον εν ονείρω, εθάμβωσε την ημετέραν

ηρωίδα. Εφάνη ότι εκάθητο επί θρόνου τόσω υψηλού, ώστε η κεφαλή

αυτής, υπό τριπλού κοσμουμένη διαδήματος, ήγγιζε τα νέφη, λευκή

περιστερά ίπτατο περί αυτήν δροσίζουσα διά των πτερύγων, πολύς δε

λαός συνωθείτο περί τους πόδας του θρόνου γονυπετών^ τινές τούτων

έπαλλον άργυρα θυμιατήρια, ων οι ατμοί συνεπυκνούντο περί αυτήν

εις εύοσμα νέφη, και άλλοι αναβαίνοντες εφ' υψηλών κλιμάκων

ησπάζοντο ευσεβώς τους πόδας της.

Έτυχε ποτέ, καλέ μου αναγνώστα, να ονειρευθής ότι σε

απαγχονίζουσιν ή ότι από μέρους υψηλού πίπτεις εις βάραθρον

ακαταμέτρητον; Καθ' ην στιγμήν σφίγγει τον τράχηλον το σχοινίον ή

μέλλει το σώμα σου να συντριβή, εξυπνάς και ευρίσκεσαι εντός

θερμής κλίνης, έχων τον νυκτικόν πίλον επί της κεφαλής και τον

κύνα σου παρά τους πόδας. Ουδέν γλυκύτερον της εγέρσεως εκείνης·

ψηλαφείς τα μέλη σου και αγάλλεσαι ευρίσκων αυτά σώα, ανοίγεις

έπειτα τους οφθαλμούς και το παράθυρον, ίνα μη σ' επισκεφθή πάλιν

ο κακός όνειρος. Αλλ' αν έτυχε να ιδής όνειρον καλόν, ότι ανεύρες

την φιλοσοφικήν λίθον ή γυναίκα φρόνιμον, και εξυπνήσης καθ' ην

στιγμήν ήπλωνες την χείρα εις τα χιμαιρικά ταύτα κειμήλια, τότε

όλα σοι φαίνονται δυσάρεστα και αηδή. Απωθών την οχληράν

πραγματικότητα βυθίζεις την κεφαλήν υπό το εφάπλωμα, ζητών παντί

τρόπω να συλλάβης και πάλιν τα φεύγοντα εκείνα φαντάσματα.

Τοιούτον τι ησθάνθη και η Ιωάννα ότε, εξυπνήσασα με την

γοητευτικήν εκείνην οπτασίαν ευρέθη άπορος, απροστάτευτος και μόνη

πλησίον του νεοσκάπτου τάφου του πατρός της. Ο φιλόξενος Αρκούλφος

προσήλθε μετ' ολίγον, ίνα προσφέρη τη ορφανή παραμυθίαν και τροφήν

αλλ' αύτη και τας παρηγορίας και τα ανάλατα χόρτα απωθήσασα του

καλού ασκητού. — «Ποίον είναι, ηρώτησε, το πλησιέστερον

μοναστήριον;» -«Το της Αγ. Βλιθρούδης εν Μοσχάβη», απεκρίθη

έκπληκτος ο γέρων, τείνων τον τρέμοντα δάχτυλον προς ανατολάς.—

«Ευχαριστώ», απήντησεν η Ιωάννα, και σφίγξασα της εσθήτος τον

ζωστήρα ηκολούθησε την υποδειχθείσαν διεύθυνσιν, σπεύδουσα εις

κατάκτησιν των αγαθών, άτινα υπεσχέθη αυτή η αγία Λιόββα. Ο δε

ευσεβής ερημίτης, βλέπων αυτήν μεγάλοις βήμασιν απομακρυνομένην,

κατέγραψεν εις το ημερολόγιον ότι διά των παρακλήσεων αυτού τα

επισκιάζοντα το ερημητήριόν του δένδρα απέκτησαν την ιδιότητά του

να εμπνέωσιν ακράτητον προς τον μοναστικόν βίον ορμήν εις πάντα

από την σκιάν αυτών αναπαυόμενον.

Η Ιωάννα, ήτις εν τη ανυπομονησία αύτης ουδέ περί της οδού

εφρόντισεν ακριβώς να ερωτήση, εν όσω μεν ο δρόμος ηνοίγετο ευθύς

ενώπιον της έτρεχεν ως διωκόμενη έλαφος· αλλά περιπλεχθείσα μετ'

ου πολύ εις στενάς ατραπούς και αδιέξοδα μονοπάτια κατέπεσε τέλος

ως η Δήμητρα παρά το χείλος φρέατος, ίνα πίη και σκεφθή υπέρ του

πρακτέου. Εν τούτοις η νυξ εξηπλούτο ασέληνος και ζοφερά επί του

δάσους, εις δε το σκότος εκείνο εσπινθήριζον απαισίως μεταξύ των

φύλλων τα όμματα των γλαυκών και των λύκων. Η δύστηνος νεάνις μόνη

εν τη φοβερά εκείνη ερήμω, ότε μεν συνεστέλλετο ακινητούσα παρά

την ρίζαν γηραιάς δρυός, οτέ δε νέας δυνάμεις αντλούσα εκ φόβου

έτρεχεν ως φάσμα νυκτερινόν μεταξύ των δένδρων. Ούτω πλανωμένη

διέκρινε τέλος εις το πυκνότερον μέρος του δάσους αμυδρόν τι φως,

προς ό κατηύθυνε τον κλονούμενον πόδα της, ελπίζουσα να εύρη εκεί

φιλόξενον ασκητήριον ερημίτου. Αλλ’ αντί τούτου εύρε μόνον ξύλινον

αγαλμάτιον της Θεοτόκου, εναποτεθειμένον εις κοίλωμα δένδρου, από

το οποίον έκαιε μία των θαυμασίων εκείνων λυχνιών, ων το έλαιον

ουδέποτε εξηντλείτο κατά τους τότε αγιογράφους ή κατ' άλλους

ανενεούτο καθ’ εκάστην από των αγγέλων. Προ του, αγάλματος τούτου

καταπεσούσα η Ιωάννα ηυχήθη εις την Παρθένον, ζητούσα προστασίαν

και οδηγόν, ίνα εξέλθη του λαβυρίνθου. Αι ευχαί εισηκούσθησαν·

τριπλοί όνων ογκηθμοί απεκρίθησαν εις της νεανίδος τας δεήσεις και

μετ' ου πολύ εφάνησαν και τα ζώα, κύπτοντα από το βάρος τριών

πολυσάρκων καλογήρων· είπετο δε και τέταρτος όνος σύρων μονότροχον

άμαξαν, εφ' ης εφαίνοντο δύο επιμήκη κιβώτια, ευσεβώς δι'

αργυροκεντήτου υφάσματος κεκαλυμμένα. Οι τρεις ονοβάται ήσαν πατρώοι

της Ιωάννας φίλοι, οι πανοσιώτατοι Ραλήγος, Ληγούνος και Ρεγιβάλδος,

μετακομίζοντες εις Μουλιγχείμην{9} τα σώματα των αγίων Μαρτύρων

Πέτρου και Μαρκελλίνου, μεταξύ των οποίων έλαβε την άδειαν να

καθήση η ημετέρα ηρωίς επί της αγιοφόρου αμάξης. Οι καλοί ούτοι

πατέρες, αφού έμαθον τα περί της Ιωάννας, διηγήθησαν έπειτα αυτή

ότι κατά διαταγήν του ηγουμένου αυτών Εγινάρδου μετέβησαν εις

Ρώμην, ίνα αγοράσωσιν άγια λείψανα, αλλά μη δυνηθέντες να

συμφωνήσωσι περί της τιμής εισήλθον την νύκτα, οδηγούμενοι υπό

αγγέλου κρατούντος φανάριον, εις την υπόγειον εκκλησίαν του αγίου

Τιβουρκίου και ανοίξαντες τους τάφους των εκεί αναπαυομένων αγίων

Πέτρου και Μαρκελλίνου έκλεψαν τα οστά αυτών, άτινα διά μυρίων

κινδύνων και κόπων κατώρθωσαν να μετακομίσουν εις Γερμανίαν. Οι

εκταφέντες ούτοι Άγιοι εφαίνοντο εν αρχή δυσανασχετούντες ότι

εταράχθη η ησυχία των· γοεροί στεναγμοί εξήρχοντο εκ των φερέτρων

και άφθονον αίμα απέσταζεν εξ αυτών καθ εκάστην, βαθμηδόν όμως

υπετάγησαν εις την νέαν τύχην των, και αναλαβόντες τας παλαιάς

αυτών έξεις εθαυματούργουν, θεραπεύοντες χωλούς, τυφλούς και

παραλυτικούς, διώκοντες τους πονηρούς δαίμονας και μεταβάλλοντες

τον ζύθον εις οίνον, τους κόρακας εις περιστεράς και τους

ειδωλολάτρας εις χριστιανούς. Τοιαύτα και άλλα πολλά διηγούντο οι

πανοσιώτατοι τη Ιωάννα επαινούντες τα θαύματα των αγίων των ως οι

κίναιδοι τα της Συρίας θεάς· αλλ’ αύτη εναύλους έτι έχουσα εις τα

ώτα τας χρυσάς υποσχέσεις της αγίας Λιόββας ολίγον προσείχεν εις

των συνοιδοιπόρων τα συναξάρια, δις δε και τρις χασμηθείσα

απεκοιμήθη τέλος μεταξύ των αγίων Πέτρου και Μαρκελλίνου. Το ίδιον

φοβούμενοι μη έπαθες και συ, αναγνώστρια, παραπέμπομεν εις το

επόμενον κεφάλαιον την εξακολούθησιν της φιλαλήθους ημών ιστορίας.

ΜΕΡΟΣ Β'.

«Regrettez vous le temps oừ nos vieilles romances

Ouvraient leurs ailes d’or vers un monde enchanté,

Oừ tous nos monuments et toutes nos croyances

Portaient le manteau blanc de leur virginité?>

(Musset, R o l l a).

Έτυχέ ποτέ, αναγνώστα μου, αφού διήλθες την ημέραν αναγινώσκων

μυθιστόρημά τι του μεσαιώνος, τα Κ α τ ο ρ θ ώ μ α τ α τ ο υ

β α σ ι λ έ ω ς Α ρ θ ο ύ ρ ο υ ή τ ο υ ς Έ ρ ω τ α ς

τ ο υ Λ α γ κ ε λ ό τ ο υ κ α ι της Γ ι ν έ β ρ α ς, ν’ αφήσης

το βιβλίον να καταπέση και συγκρίνων την τότε εποχήν προς την

παρούσαν να ποθήσης τους χρυσούς εκείνους χρόνους, ότε η ευσέβεια,

ο πατριωτισμός και ο αγνός έρως επεκράτουν επί της οικουμένης; Ότε

καρδίαι πισταί έπαλλον υπό θώρακας σιδηρούς και χείλη ευσεβή

ησπάζοντο τους πόδας του Εσταυρωμένου; ότε αι βασίλισσαι, ύφαινον

τους χιτώνας των συζύγων, αι δε παρθένοι έμενον έτη ολόκληρα εις

τα δώματα των φρουρίων περιμένουσαι την επιστροφήν του μνηστήρος;

ότε ο κλεινός Ρολάνδος απεσύρετο εις σπήλαιον αντικρύ του

περικλείοντος την ερωμένην του Μοναστηρίου και εδαπάνα τριάκοντα

έτη θεωρών το φως του παραθύρου της; Πολλάκις εκ τοιούτων

αναμνήσεων εκυκλοφόρησε θερμότερον το αίμα και υγράνθησαν οι

οφθαλμοί μου. Αλλ' ότε αφήσας τους ραψωδούς εζήτησα την αλήθειαν

υπό την κόνιν των αιώνων, εις τα Χρονικά των συγχρόνων τους νόμους

των βασιλέων, τα Π ρ α κ τ ι κ ά των συνόδων και τα διατάγματα των

Παπών, ότε αντί του Ερσάρτου ανείλιξα τον Βαρόνιον και Μουρατόρην

και είδον γυμνόν ενώπιον μου τον μεσαίωνα, εθρήνησα τότε ουχί ότι

παρήλθον, αλλ' ότι ουδέποτε ανέτειλαν επί της οικουμένης της

πίστεως και του ηρωισμού αι χρυσαί εκείναι ημέραι.

Αφήκαμεν την Ιωάνναν συνοδοιπορούσαν μετά δύο Αγίων, τριών μοναχών

και τεσσάρων όνων. Ο δρόμος ήτο σκοτεινός και ανώμαλος ως το ύφος

της Νέας Σχολής, ώστε άνθρωποι και ζώα απέκαμον μετά δίωρον

πορείαν διά των δυσβάτων εκείνων ατραπών, ότε δε διέκριναν

μακρόθεν επί της κορυφής λόφου το ερυθρόν φανάριον ξενοδοχείου,

ετράπησαν προς το σωτήριον εκείνο φως, ως οι μάγοι προς τον

υποδεικνύοντα την φάτνην του Σωτήρος αστέρα.

Από των χρόνων του Τακίτου μέχρι των καθ' ημάς η πολυφαγία και η

πολυποσία είναι το θανάσιμον αμάρτημα των Γερμανών· αλλ' οι μεν

φιλόξενοι κάτοικοι της πάλαι Γερμανίας εμέθυον εν ταις καλύβας

των, προσφαίροντες δείπνον και στέγην εις τον κεκμηκότα οδοιπόρον,

οι δε καλόγηροι του μεσαιώνος, αφού ο Άγ. Βενέδικτος αντικατέστησε

τον οίνον διά του ζύθου επί της τραπέζης των κοινοβίων, έζων εν

τοις καπηλείοις ως οι αρχαίοι Έλληνες εις την αγοράν. Μάτην αι

Σύνοδοι και ο Πάπας Λέων ανεθεμάτιζον τους πωλούντας και πίνοντας

τον οίνον και μάτην οι φιλόξενοι ερημίται εθεμελίουν ασκητήρια εις

τας λεωφόρους και τα δάση, προσφέροντες τω οδοιπόρω άμισθον

φιλοξενίαν, πράσινα χόρτα, ίνα φάγη και χόρτα ξηρά ίνα κοιμηθή. Οι

περιηγούμενοι ιερείς εισήρχοντο μεν ενίοτε εις τα κελλία των

ασκητών, όταν ο καιρός ήτο κακός, αλλ' άμα έπαυεν η βροχή, έτρεχον

εις το πλησιέστερον καπηλείον. Σήμερον τα ξενοδοχεία είναι

συστημένα χάριν των περιηγητών, κατά δε τον μεσαιώνα πολλοί

μοναχοί εγίνοντο περιηγηταί χάριν των ξενοδοχείων.

Οι τρεις π α ν ο σ ι ώ τ α τ ο ι, αφού ετοποθέτησαν τους όνους

εις τον σταύλον, τα λείψανα των αγίων επί της κλίνης του ξενοδόχου

και εαυτούς προ της εστίας, διότι νύκτες θεριναί δεν υπάρχουσιν

εις τον τόπον εκείνον, ήνοιξαν τους ρώθωνας, ίνα οσφρανθώσι την

κνίσσαν του μαγειρείου. Παχεία χην εστρέφετο υπεράνω

σπινθηριζούσης ανθρακιάς και ετέρα έβραζεν εντός καλού οίνου της

Ιγκελχείμης. Η θέα του οβελού και το άσμα της χύτρας ηύφραναν την

καρδίαν των καλών πατέρων, οίτινες καθήσαντες μετ' ου πολύ περί

μαρμαρίνην τράπεζαν ηκόνιζον ήδη τας μαχαίρας και τους οδόντας ίνα

σπαράξωσι την λείαν, ότε αίφνης οχληρά ανάμνησις ήπλωσε μέλαν

νέφος επί της φαιδράς όψεως των δαιτυμόνων. «Παρασκευή!» είπεν ο

Ραλήγος, απωθών το πινάκιον «Παρασκευή!» απεκρίθη ο Ληγούνος

καταθέτων την περόνην· «Παρασκευή!» ανέκραξεν ο Ρεγιβάλδος, κλείων

το πλατύ του στόμα, και πάντες εθεώρουν τας χήνας ως ο Αδάμ τον

απολωλότα παράδεισον, τρώγοντες αντ' αυτών τους όνυχας εκ της

απελπισίας. Οι τότε άνθρωποι ήσαν μεν διεφθαρμένοι, μέθυσοι,

ασελγείς και απατεώνες, αλλά δεν είχον ακόμη καταντήσει ως οι

σημερινοί να τρώγωσι κρέας κατά τας νηστησίμους ημέρας, εις τον

τότε παράδεισον υπήρχον, ως εις τον Όλυμπον των αρχαίων, Άγιοι

προστάται της μέθης, επί δε της γης επίσκοποι επιτρέποντες αυτήν

κατά το παράδειγμα του Εκκλησιαστού και του ιερού Αυγουστίνου·

αλλ' όστις δεν ετήρει τας νηστείας ή εκεραυνούτο από του θείου

πυρός, ή ευθύς απηγχονίζετο υπό των δορυφόρων του Αυτοκράτορος εις

δένδρον υψηλόν.

Η Ιωάννα γνωρίζουσα εκ πείρας τι έστι πείνα ελυπείτο τους

πεινώντας συντρόφους, δεινή δε ούσα περί την κ α ζ ο υ ϊ σ τ ι κ ή

ν επιστήμην άγνωστον εις τους ανατολίτας, αντικείμενον δ’ έχουσαν

ν' αποδεικνύη το μέλαν λευκόν, την σελήνην τετράγωνον και την

κακίαν αρετήν, επειράθη ν' ανεύρη δι' αυτής τίνι τρόπω ηδύναντο να

δειπνήσωσιν αναμαρτήτως. Αφού δε επί ικανήν ώραν έξυσε την

κεφαλήν, «Βαπτίσατε», είπε, «την χήνα ταύτην εις ιχθύν και φάγετε

αυτήν αφόβως. Ούτω έπραξεν ο καλός πατήρ μου ότε συλληφθείς υπό

των ειδωλολατρών ηναγκάσθη επί απειλή θανάτου να φάγη ολόκληρον

αρνίον την παραμονήν του Πάσχα. Άλλως δε τα τε οψάρια και τα πτηνά

επλάσθησαν κατά την αυτήν ημέραν ώστε η σαρξ αυτών συγγενεύει».

Το επιχείρημα αν ουχί καλόν, ήτο τουλάχιστον καλώς εξευρημένον·

έπειτα δε η πείνα, ήτις καθιστά νόστιμον και τον ξηρόν άρτον,

έχει, φαίνεται, την ιδιότητα να ενισχύη και τα αμφίβολα των

επιχειρημάτων, παρά τοις ενόρκοις τουλάχιστον, οίτινες αθωούσι

πολλάκις τους ληστάς, διότι ότε έπραξαν το έγκλημα ήσαν νήστεις

προ πολλού. Διά τον αυτόν λόγον έπρεπεν ίσως ν' αθωώνται και οι

ένοχοι βιασμού, οσάκις αποδείξουν ότι, κατά τον Θεόκριτον, « Ε ί -

χ ο ν α ν ά γ κ α ν».

Ο πάτερ Ραλήγος ευχαριστήσας την Ιωάνναν δι’ ηχηρού φιλήματος επί

της παρειάς, έλαβεν ανά χείρας ποτήριον ύδατος και τρις ραντίσας

τας χήνας, είπε μετά κατανύξεως «In nomine Patris, Filii et Spiritu

Sancti, haec erit hodie no bis piscis». «Αμήν», απεκρίθησαν οι

σύντροφοι αυτού, και μετ’ ου πολύ τα οστά μόνον απέμειναν των

νεοβαπτίστων ιχθύων. Αφού δε εκόρεσαν την πείναν εσκέφθησαν οι καλοί

πατέρες να σβέσωσι και την δίψαν, καθότι οι τότε μοναχοί, πρώτον

έτρωγον μέχρι χορτασμού και έπειτα εζήτουν αλμυρά αρτύματα και οίνον,

ίνα δροσίζωσι κατ ξηραίνωσι τον λάρυγγα εναλλάξ, αμιλλώμενοι τις πρό

τινος περισσότερον να πίη. Η μέθη ήτο τότε η ευθυνοτέρα των

απολαύσεων· επτά μόλις δηνάρια ετιμάτο το μέτρον του οίνου, όστις

ου μόνον εις τα καπηλεία αλλά και εις τας εκκλησίας και τας οδούς

και εις αυτούς τους γυναικώνας έρρεε ποταμηδόν, ουδόλως

αναχαιτιζόμενος υπό των διαταγμάτων των Παπών και των Συνόδων,

άτινα συμπαρέσυρεν εις τον ορμητικόν αυτού ρουν, ως οι χείμαρροι

τα δένδρα. Οι ημέτεροι Πανοσιώτατοι πριν αρχίσωσι την πόσιν,

έλαβον έκαστος, ως συνειθίζετο τότε, το όνομα αγγέλου τίνος, ο μεν

Γαβριήλ, ο δε Μιχαήλ και ο τρίτος Ραγουήλ, είτα ήρξαντο κενούντες

τα κεράτια ποτήρια εις υγείαν ουχί αλλήλων ή της πατρίδος ή των

απόντων φίλων κατά την συνήθειαν των κοσμικών, αλλά της Παναγίας,

του Αγ. Πέτρου και πάντων των κατοίκων του Παραδείσου. Τοιαύτα

επέταττεν η ευσέβεια των χρόνων εκείνων, ήτις και αυτήν την μέθην

καθίστα θεάρεστον έργον. Εντούτοις η νυξ επροχώρει, ο σ τ ρ α -

β ο υ λ ά ρ ι ο ς {10} είχεν αποκοιμηθή, το έλαιον της λυχνίας και

ο οίνος της λαγήνου εξηντλούντο και μόνη η έξαψις των ρασοφόρων

προέβαινεν αυξάνουσα ανά παν ποτήριον. Οι οφθαλμοί αυτών

εσπινθηροβόλουν ως οι του Χάρωνος, εκ δε του στόματος εξήρχοντο

άναρθροι μόνον ήχοι, βλασφημίαι και επικλήσεις εις την Παρθένον,

τροπάρια και άσματα βακχικά. Η Ιωάννα, γνωρίζουσα ότι α κ ό λ α -

σ τ ο ς ο ί ν ο ς κ α ι υ β ρ ι σ τ ι κ ό ν μ έ θ η, ως

έγραφεν ο Σολομών καταφερόμενος κατά της ακολασίας εν μέσω

τριακοσίων γυναικών και επτακοσίων παλλακίδων, απεσύρθη ησύχως εις

την σκοτεινοτέραν του θαλάμου γωνίαν αλλ' ουδ' εκεί εύρεν επί πολύ

ησυχίαν καθότι οι καλοί πατέρες, αφού εκόρεσαν την πείναν και την

δίψαν, ησθάνθησαν την ανάγκην να ευχαριστήσωσι και την έκτην

εκείνην αίσθησιν, δι' ην δεν εύρον ακόμη όνομα οι φυσιολόγοι, οι

δε αιδήμονες χρονογράφοι ωνόμαζον αυτήν ό ρ ε ξ ι ν ω μ ο ύ

κ ρ έ α τ ο ς. Διό λαβόντες, κατά την καλογηρικήν συνήθειαν, το άκρον

του ράσου μεταξύ των οδόντων ώρμησαν κατά της πολυπαθούς ημών

ηρωίδος.

Μη βιασθής να ερυθριάσης, σεμνή μου αναγνώστρια• ο σιδηρούς

κάλαμος, διά του οποίου γράφω την αληθή ταύτην ιστορίαν, είναι

αγγλικής κατασκευής, εκ των εργοστασίων του Σμιθ, και ως εκ τούτου

σεμνός ως αι ξανθαί εκείναι Αγγλίδες, αίτινες, ίνα μη ριπάνωσι την

παρθενικήν αυτών εσθήτα υψούσιν αυτήν μέχρι μέσης κνήμης,

δεικνύουσαι εις τους διαβάτας πλατείς πόδας εντός διπάτων

σανδαλιών ώστε ουδείς κίνδυνος ν' ακούσης παρ' εμού όσα

παρθένω λέγειν ου καλόν {11}

Η Ιωάννα διωκομένη υπό των τριών μοναχών έτρεχε περί τον θάλαμον,

υπερπηδώσα τραπέζας και καθίσματα, και οτέ μεν πινάκιον, οτέ δε

ρητόν της Γραφής εκσφενδονίζουσα κατ' αυτών. Αλλ' η ιερά αυτής

ευγλωττία και τα σκεύη της τραπέζης συνετρίβοντο ματαίως κατά των

μεθύσων εκείνων, ως τα κύματα κατά των βράχων. Ήδη δε ήπλωνον επ'

αυτής τας χείρας, ότε διακρίνασα επί της κλίνης τα περιέχοντα τα

λείψανα των αγίων κιβώτια κατέφυγεν έντρομος όπισθεν αυτών. Οι

πανοσιώτατοι ωπισθοδρόμησαν εν αρχή έμπροσθεν του ιερού εκείνου

προπυργίου, ως οι λύκοι προ των πυρών, δι' ων προφυλάσσουσιν οι

ποιμένες τας μάνδρας• αλλά μετ' ου πολύ λησμονήσαντες τον προς τα

άγια εκείνα λείψανα σεβασμόν εχύθησαν κατά της κλίνης, εφ' ης η

δύστηνος νεανίς έτρεμεν ως κορυδαλός υπό το δίκτυον του κυνηγού. Η

σύγκρουσις ενταύθα υπήρξε τοσούτω σφοδρά, ώστε κατέπεσεν η κλίνη

και μετ' αυτής αι θήκαι των Αγίων, ων τα μαρτυρικά οστά

κατεκυλίσθησαν επί του εδάφους. Ενθυμηθείσα τότε η Ιωάννα ότι διά

σιαγόνος όνου επάταξεν ο Σαμψών χίλιους Φιλισταίους εδεήθη του

Υψίστου, ίνα κραταιώση την δεξιάν της, είτα δε δραξαμένη κακείνη

μιας κνήμης του Αγ. Μαρκελλίνου ήρξατο δι' αυτής να κτυπά τους

ασελγείς αυτής διώκτας. Αλλά τα κόκκαλα αυτών ήσαν φαίνεται

σκληρότερα των του Αγίου, ώστε μετ' ου πολύ εθραύσθη το όπλον και

εξηντλήθησαν αι δυνάμεις της σεμνής ημών ηρωίδος, ήτις μετά

πεισματώδη αντίστασιν κατέπεσε τέλος επί του πεδίου της μάχης και

κλείσασα τους οφθαλμούς υπετάγη εις το πεπρωμένον. Αλλ' εν ουρανώ

υπήρχον τότε Άγιοι και Αγίαι υπέρ των εν κινδύνω παρθένων

θαυματουργούντες. Καθ' ην στιγμήν ο πανοσιώτατος Ραλήγος, όστις ως

προσβύτερος απήλαυσε των πρωτείων, έκυπτεν επί την Ιωάνναν, ενώ η

δυσώδης και οινωμένη αυτού πνοή εμόλυνεν ήδη το ωχρόν πρόσωπον της

κορασίδος, τεραστία αίφνης μεταμόρφωσις! ανήκουστον θαύμα έκαμεν

αυτόν να οπισθοδρομήση μετά τρόμου. Ούτε εις δένδρον, ως η Δάφνη,

είχε μεταμορφωθή η Ιωάννα, ούτε εις περιστεράν, ως η Αγ.

Γερτρούδη, ή εις σκωληκόβρωτον σκελετόν, ως η Βασίνη εις τας

αγκάλας του Δομ Ρουπέρτου, αλλ' εκ της παρθενικής αυτής

επιδερμίδος εφύτρωσεν αιφνηδίως γενειάς μακρά, πυκνή και δασεία,

οία η επισκιάζουσα τα πρόσωπα των Βυζαντινών αγίων. Ούτω έσωζε

τότε η Παναγία τας παρθένους, οσάκις εστενοχωρούντο υπό βαναύσων

καλογήρων, επαγρυπνούσα, κατά τον Αγ. Ιερώνυμον, ως ζηλότυπος π ε

ν θ ε ρ ά επί της τιμής των συζύγων του υιού της.

Η Ιωάννα, ευχαριστήσασα από καρδίας την Παρθένον διά την σωτήριον

επέμβασιν, ηγέρθη και επισείουσα την μακράν της γενειάδα ως

κεφαλήν Μεδούσης κατά των πεφοβισμένων αυτής καταδρομέων εξήλθε

του θαλάμου. Διαβαίνουσα δε προ των σταύλων έλυσεν ένα των όνων,

εφ' ου αναβάσα απεμακρύνθη του μυσαρού εκείνου καταγωγίου, όπου

εκινδύνευσε να χάση την μόνην προίκα, ην είχε να προσφέρη εις τον

ουράνιον αυτής νυμφίον. Περιττόν δε να προσθέσω ότι, παρελθόντος

του κινδύνου και η γενειάς αυτής συνηφανίσθη.

Αι σκιαί της νυκτός και τα δένδρα του δάσους ήρχισαν βαθμηδόν ν'

αραιώνται. Μετ' ολίγον δε η πλανωμένη ημών ηρωίς ευρέθη εν μέσω

ερεικοφύτου πεδιάδος έχουσα κατάλευκον ουρανόν υπεράνω της κεφαλής

και μαύρον όνον μεταξύ των σκελών της. Η Ιωάννα μη γνωρίζουσα την

οδόν έτρεχεν όπου οι τέσσαρες του υποζυγίου πόδες έφερον αυτήν

αλλ' ανευρούσα μετ' ου πολύ το ρεύμα της Μεΰνης ηκολούθησε τους

ελιγμούς του ρύακος, ως ο Θησεύς τον μίτον της Αριάδνης, μέχρις ου

έφθασε δύοντος του ηλίου εις το τέρμα της οδοιπορίας.

Η μονή της Μοσβάχης υψούτο παρά τους πρόποδας αποτόμου όρους, υπό

το οποίον ετοποθέτησεν αυτήν η αγία Βλιθρούδη, ίνα μη ψυχραίνηται

ο ζήλος των καλογραιών από της πνοής του βορρά. Η εσπερινή

προσευχή έληγε κατ' εκείνην την στιγμήν, αι δε μονάζουσαι παρθένοι

εξήρχοντο της εκκλησίας κρατούμεναι εκ της χειρός και ομοιάζουσαι

κομβολόγιον εκ μαύρων μαργαριτών. Ιδούσαι την Ιωάνναν

περιεκύκλωσαν αμέσως αυτήν, ερωτώσαι τις ήτο, πόθεν ήλθε και τι

εζήτει· αφού δε έμαθον ότι επεθύμει ράσον, σανδάλια και κελλίον,

ωδήγησαν αυτήν προς την Ηγουμένην, ήτις εμνήστευσε την ημετέραν

ηρωίδα μετά του Σωτήρος, απαλλάξασα αυτήν της δεκαμήνου δοκιμασίας

χάριν των προς την θρησκείαν εκδουλεύσεων του μακαρίτου πατρός

της.

Η αγία Βλιθρούδη αγαπήσασα παραχρήμα την νέαν μοναχήν διά την

παιδείαν και το πνεύμα της, κατέστησεν αυτήν φύλακα της

βιβλιοθήκης του κοινοβίου, περιεχούσης εξήκοντα επτά τόμους,

πλούτον μυθώδη κατ' εκείνην την εποχήν. Η Ιωάννα, μόνη από πρωίας

μέχρις εσπέρας εν τω κελλίω της, υπέπεσε κατά τας πρώτας ημέρας

εις την μοναστηριακήν εκείνην χαύνωσιν, ήτις καταλαμβάνει τας

νεήλυδας εις τα κοινόβια, ως η ναυτίασις τους κατά πρώτον

πατούντας επί πλοίου. Εισήρχετο και εξήρχετο του κελλίου,

εκαθάριζε τα βιβλία, τους ονύχας και την κόμην της, ηρίθμει τους

κόκκους του κομβολογίου και εμέμφετο τον ήλιον ως βραδέως

προχωρούντα προς την Δύσιν. Αι σύντροφοι αύτης ζηλεύουσαι την

εύνοιαν, ην απήλαυε παρά τη Ηγουμένη, και φοβούμεναι μη

κατεσκόπευε τους λόγους, και τα έργα των απεμακρύνοντο απ' αυτής

μετά δυσπιστίας. Πολλάκις κατά την ώραν της διασκεδάσεως, ενώ αι

λοιπαί παρθένοι διεσκορπίζοντο καθ' ομίλους εις τον κήπον, φαιδρώς

διαλεγόμεναι, εμπαίζουσαι τας γραίας, διηγούμεναι τα όνειρα της

νυκτός, δεικνύουσαι τα γραμμάτια των εραστών, παραβάλλουσαι το

μήκος των ποδών και το χρώμα των χειλέων ή της κόμης των, η Ιωάννα

έμενε μόνη ως οβελίσκος εν μέσω πλατείας μετρούσα το ύψος των

δένδρων και αιτιωμένη την Αγ. Λιόββαν, ότι αντί ηδονών πλήξιν

μόνον και χασμήματα εύρεν εν τω μοναστηρίω, ως καταρώνται και οι

τυχοδιώκται τας εφημερίδας, οσάκις αντί χρυσού, πέτρας μόνον και

πυρετούς ευρίσκουσιν εις την Καλλιφορνίαν.

Η πλήξις και αργία είναι, νομίζω, τα κυριώτερα ελατήρια της

ευσεβείας. Εις ουρανόν ατενίζομεν τότε μόνον όταν δεν έχωμεν τι να

κάμωμεν ή να ελπίσωμεν επί της γης, τας δε αγίας εικόνας

ασπαζόμεθα, οσάκις δεν έχωμεν άλλο τι ν' ασπασθώμεν. Οπωσδήποτε η

Ιωάννα, ήτις πρότερον μετεχειρίζετο τας θεολογικάς αυτής γνώσεις

ως απλούν πόρον ζωής, αποστηθίζουσα την Γραφήν και τους πατέρας,

ως η κυρία Ριστόρη τους στίχους του Αλφιέρη, ότε ευρέθη μόνη εντός

των τεσσάρων τοίχων πνιγηρού κελλίου, ανούσιον ευρίσκουσα την

παρούσαν ήρξατο να σκέπτηται περί της μελλούσης ζωής. Παράδοξος

ενασχόληση διά νεανίδα δεκαεπταέτιν. Αλλά τα μοναστήρια είναι απ'

αιώνων τα βασίλεια των ιδιοτρόπων ορέξεων. Οι Αιγύπτιοι καλόγηροι

επότιζον ράβδους μέχρις ου καρποφορήσωσιν· αι αγίαι της Ουγγαρίας

έτρωγον φθείρας οι Ησυχασταί έμενον έτη ολόκληρα, προσηλούντες το

βλέμμα επί την κοιλίαν των, εκ της οποίας επερίμενον να ίδωσιν

εκπορευόμενον το φως της αληθείας. Η δε Ιωάννα, παραδιδομένη εις

μεταφυσικάς μελέτας, ότε μεν διημέρευε κύπτουσα επί των

συγγραμμάτων του Αγ. Αυγουστίνου, όστις περιέγραψεν ως αυτόπτης

τας απολαύσεις των μακάρων και τας φλόγας της Κολάσεως, ότε δε

χώνουσα τους δάκτυλους εις την ξανθήν κόμην της απέτεινεν εις

εαυτήν τας ερωτήσεις εκείνας περί της παρούσης ημών και μελλούσης

υπάρξεως, τας οποίας πάντες οι κάτοχοι της κ ο ι λ ά δ ο ς τ ο υ

κ λ α υ θ μ ώ ν ο ς αποτείνουσιν εις εαυτούς μετ' απελπισίας, οι

δε πνευματικοί και θεολόγοι αποκρίνονται εις αυτάς δι' υπεκφυγών

και κ ο ι ν ώ ν τ ό π ω ν, ως οι υπουργοί εις τους οχληρούς

θεσιθήρας. Παράδοξα όνειρα ετάραττον της πτωχικής κορασίδος τον

ύπνον, ουχί πλέον η καλή Λιόββα ηδονάς ανεξάντλητους υποσχομένη,

αλλά δαίμονες επισείοντες κέρατα φοβερά ή άγγελοι κρατούντες

διστόμους ρομφαίας. Οτέ μεν ήλπιζε τας αγαλλιάσεις του Παραδείσου,

οτέ δε εφοβείτο τους όνυχας του Διαβόλου· επί μίαν ημέραν

επίστευεν εις τας αληθείας του χριστιανισμού από του Ευαγγελίου

μέχρι των θαυμάτων του Αγ. Μαρτίνου και επί τρεις εδίσταζε περί

πάντων· άλλοτε έκυπτε την κεφαλήν εις την επιβαρύνουσαν ημάς θείαν

καταδίκην και άλλοτε, αν είχε πέτρας, ήθελε ρίψει αυτάς κατά του

ουρανού, ίνα τον σπάση. {12} Εν ενί λόγω είχε καταληφθή υπό της

μονομανίας εκείνης, εις ην υποπίπτουσι πάντες όσοι μετ'

ειλικρινείας ζητώσι την λύσιν του μυστηριώδους της υπάρξεως ημών

προβλήματος. Τι είμεθα, πόθεν ερχόμεθα, ποία έσται η μέλλουσα ημών

τύχη; Τοιαύτα ζητήματα, αδιάλυτα εν τω ανθρωπίνω εγκεφάλω, ως ο

κηρός εν τω ύδατι, επειράτο να λύση. Εν τούτοις η κόμη της πτωχής

Ιωάννας έμενεν ακτένιστος και οι οδόντες αργοί· οι οφθαλμοί ήσαν

ερυθροί υπό της αϋπνίας, το πρόσωπον ωχρόν και οι όνυχες μαύροι.

Κατά τον κλεινόν Πασχάλην τοιαύτη πρέπει να είναι επί της γης η

φυσική κατάστασις του αληθούς χριστιανού, ζώντος διηνεκώς μεταξύ

του φόβου της κολάσεως και της ελπίδος της σωτηρίας και μετά

στεναγμών αναζητούντος εν τω σκότει την οδόν του Παραδείσου. Αλλά

την κατάστασιν ταύτην, όσω αριστοκρατική και αν είναι, όσω και αν

ιδιάζη εις τα έξοχα πνεύματα, δεν σοι την εύχομαι, καλέ μου

αναγνώστα. Προτιμητέα πάλιν είναι η ιλαρά και αμέριμνος ευσέβεια

των καλών εκείνων χριστιανών, οίτινες ψάλλοντες τροπάρια εις τους

Αγίους και τρώγοντες οκταπόδια την Παρασκευήν περιμένουσιν

αμερίμνως τας απολαύσεις του Παραδείσου. Πολλοί θέλοντες να

επιδείξουσι πνεύματος υπεροχήν ταλανίζουσι τους μακαρίους τούτους

θνητούς, αλλ’ εγώ ζηλεύω την γαλήνην της ψυχής των και το εύχρουν

της παρειάς αυτών. Αν Τούρκος τις ή πυρολάτρης επρόκειτο να

χριστιανισθή, ήθελον συμβουλεύσει αυτόν να προτιμήση προ πάσης

άλλης την καθολικήν Εκκλησίαν, ης αι τελεταί είναι τόσον

μεγαλοπρεπείς, η λειτουργία τόσω σύντομος και αι νηστείαι τόσω

πολύοψοι, ης η μουσική ηδύνει την ακοήν και αι εικόνες ευφραίνουσι

τους οφθαλμούς• πνευματικόν δε να εκλέξη ουχί άγριόν τινα

Βοσσουέτον ή Λακορδαίρον, γυμνόν τον άδην και τους κατοίκους αυτού

προ των οφθαλμών του παριστώντα, αλλ’ ηδυεπή τινα μαθητήν του

Εσκοβάρου, ίνα επί α τ λ α ζ ί ν ο υ τ ά π η τ ο ς, τον οδηγήση

εις τας μακάριους μονάς. Αφού ο Ύψιστος, κατά τον ιερόν

Αυγουστίνον και Λακτάντιον, δ ε ν α π ο σ τ ρ έ φ ε τ α ι τ α ς

α ν θ η ρ ά ς α τ ρ α π ο ύ ς ο σ ά κ ι ς α ύ τ α ι ο δ η-

γ ώ σ ι ν η μ ά ς π ρ ο ς α υ τ ό ν, διατί ν' αναζητώμεν τον

Παράδεισον δι' ακανθών, τριβόλων και νεροβράστων χόρτων,

ακροώμενοι έρρινα άσματα και ασπαζόμενοι δυσμόρφους εικόνας; Αλλ’

επανέλθωμεν εις το προκείμενον και έστω το σφάλμα των παρεκβάσεών

μου εις τας πεντήκοντα επτά των Αθηνών εφημερίδας και τους

τέσσαρας κώδωνας της Ρωσσικής εκκλησίας, διακόπτοντας ανά πάσαν

στιγμήν το νήμα της διηγήσεώς μου.

Αι κακαί νόσοι, η πανώλης, η ευφλογία, ο έρως και τα εξ αυτού

πηγάζοντα επώνυμα της ξανθής μητρός του πάθη, έχουσι τούτο

τουλάχιστον το καλόν, ότι άπαξ μόνον υποκείμεθα εις αυτά. Τοιαύτη

ήτο και η μεταφυσική ασθένεια της Ιωάννας. Αφού επί τρεις μήνας

έξυσε την κεφαλήν, ζητούσα του αλύτου αινίγματος την λύσιν,

έκλεισε τέλος πάντων τα βιβλία της και ανοίξασα το παράθυρον του

κελλίου ωσφράνθη τα αρώματα της ανοίξεως. Ο Απρίλιος ήγγιζεν εις

το τέλος και η φύσις πάσα, καταπράσινος, μειδιώσα και μυροβόλος

ωμοίαζε νεανίδα στολισθείσαν υπό εμπείρου θαλαμηπόλου. Αι

αναθυμιάσεις του έαρος εμέθυον τας αισθήσεις της νέας μοναχής,

ήτις από τριών ήδη μηνών βυθισμένη εις τα σκότη του κελλίου και

της μεταφυσικής ητένιζε και ωσφραίνετο μετ' αυξούσης απληστίας την

χλόην των λειμώνων και των ίων την ευωδίαν. Μεταξύ της ανοίξεως

και της καρδίας ημών, όταν είμεθα εικοσαετείς, υπάρχει κατά τους

ποιητάς και τους ιατρούς σχέσις τις μυστηριώδης και δυσεξήγητος,

οία η του Σωκράτους προς τον Αλκιβιάδην. Οσάκις βλέπομεν πράσινα

δένδρα, μαλακήν χλόην ή σπήλαια σκιερά αισθανόμεθα ευθύς την

ανάγκην συντρόφου εν τω παραδείσω τούτω. Η δε Ιωάννα ανεμνήσθη του

ονείρου της και των ελπίδων, υφ' ων κατείχετο, ότε εισήλθεν εις το

κοινόβιον εκείνο, όπου εύρε μόνον ανίαν, βιβλία παλαιά και σκέψεις

οχληράς. «Λιόββα! Λιόββα! πότε θέλεις εκτέλεσει τας υποσχέσεις

σου;» ανέκραξε τέλος, σείουσα τας κιγκλίδας της φυλακής της μετ'

απελπισίας. Μη έχουσα έπειτα εν τω κελλίω ούτε σκύλλον να δείρη,

ούτε σινικά αγγεία να σπάση έκρυψε μεταξύ των χειρών το πρόσωπον

και ήρξατο να κλαίη. Ουδέν γλυκύτερον των δακρύων, οπόταν υπάρχη

χειρ έτοιμη να τα σπογγίση ή χείλη πρόθυμα να ροφήσωσι την β ρ ο -

χ ή ν τ α ύ τ η ν τ η ς κ α ρ δ ί α ς, ως ονομάζουσι αυτά οι

Ινδοί. Αλλ’ όταν κλαίη τις μόνος, τα δάκρυα τότε είναι αληθή και

πικρά, ως πάσα εν τω κόσμω αλήθεια.

Κρότος βημάτων εις τον διάδρομον απέσπασε μετ’ ολίγον την Ιωάνναν

των θλιβερών αυτής λογισμών, και ανοιχθείσης της θύρας, εισήλθεν η

Ηγουμένη, κρατούσα εκ της χειρός αγένειον νεανίσκον, φέροντα το

ένδυμα του Αγ. Βενεδίκτου, τους δε οφθαλμούς μετά σεμνότητος επί

των σανδαλίων του προσηλούντα: «Ιωάννα», είπεν η προεστώσα,

παρουσιάζουσα τον νέον μοναχόν εις την έκθαμβον ημών ηρωίδα, ««ο

ηγούμενος της Φούλδας άγιος Ραβάνος ο Μαύρος, μέλλων ν' αποστείλη

ιεροκήρυκας εις Θουρίγγην, ζητεί παρ’ εμού τας επιστολάς του Αγ.

Παύλου, γεγραμμένας διά χρυσών γραμμάτων επί πολυτίμου μεμβράνης,

ίνα διά της λάμψεως του χρυσού θαμβώση τα όμματα των απίστων,

εμπνέων ούτω εις αυτούς περισσότερον σέβας προς τας αληθείας του

Ευαγγελίου, ο νέος ούτος Βενεδικτίνος είναι ο πάτερ Φρουμέντιος,

διαπρεπών ως και συ επί ευσεβεία και καλλιγραφία. Συνεργάσθητι

μετ' αυτού, μέχρις ου εκτελεσθή η παραγγελία του αδελφού ημών

Ραβάνου. Λάβε χρυσήν μελάνην· γραφίδας έχεις, τροφήν θέλω στέλλει

υμίν εκ της ιδίας μου τραπέζης. Χαίρετε, τέκνα μου»». Ταύτα

ειπούσα εξήλθεν η Αγ. Βλιθρούδη, κλείουσα όπισθεν αυτής την

θύραν, ως οι χωρικοί εν Μολδαβία, οσάκις ο άρχων επισκέπτεται την

καλύβην των. Αλλ' η Αγ. Βλιθρούδη ήτο εκ των εναρέτων εκείνων

γυναικών, των οποίων ο νους αδυνατεί να υποθέση το κακόν. Αν

έβλεπε διάκονον ασπαζόμενόν τινα των παρθένων του Μοναστηρίου,

ήθελε πιστεύσει ότι πράττει τούτο, ίνα ευλογήση αυτήν{13}.

Παιδιόθεν κατακοπείσα από της ευφλογίας αθώα μόνον φιλήματα είχε

γνωρίσει, ουδ' ηδύνατο να πιστεύση ότι υπήρχον και άλλα εις τον

κόσμον. Άλλως κατά τον αιώνα εκείνον οι οπαδοί του Αγ. Βενεδίκτου,

άνδρες τε και γυναίκες, έζων εκκλησιαστική αδεία φύρδην μίγδην εν

τοις μοναστηρίοις. Κατά τινας χρονογράφους αι σχέσεις αύται ήσαν

αθώαι και άσπιλοι ως αι του ημετέρου Αγ. Αμούν, συγκατοικήσαντος

δεκαοκτώ όλα έτη μετά της συζύγου του, ήτις απέθανε παρθένος• κατά

τον Μουρατόρη όμως εκ της τοιαύτης επιμιξίας εγεννώντο πολλάκις

σκάνδαλα και παιδία. Αλλά ταύτα ερρίπτοντο συνήθως εις το ρεύμα

της Φούλδας. Ούτω εσώζετο η τιμή των Μοναστηρίων και επαχύνοντο οι

ιχθύες.

Το νέον ζεύγος, άμα έμεινε μόνον, γνωρίζων πόσον πολύτιμος είναι ο

χρόνος, ανύψωσε τας χειρίδας των ράσων και ήρξατο αμέσως της

εργασίας, της αντιγραφής δηλ. των επιστολών του Αγίου Παύλου. Επί

δεκαπέντε ημέρας ήρχετο ανά πάσαν πρωίαν ο νέος μοναχός εις το

κελλίον της Ιωάννας, όπου συνεργάζετο μετ' αυτής μέχρι της

εσπέρας. Αλλ' ο δεκαοκταέτης εκείνος νεανίας, ο ούτε την Γραφήν

αναγνώσας ούτε του Αυγουστίνου τας εξομολογήσεις ούτε τον περί

παρθενίας λόγον του Αγίου Βασιλείου ή άλλο ιερόν βιβλίον, ήτο ως

εκ τούτου αγνός και άσπιλος ως η χιών, εφ' ης εκυλίετο ο Άγιος

Φραγκίσκος, ίνα κατασιγάση τους πειρασμούς της σαρκός• ώστε η μεν

αντιγραφή των επιστολών του Αγίου Παύλου προώδευε ταχέως, αι δε

μετά της Ιωάννας σχέσεις αυτού έμενον στάσιμοι. Οσάκις η χειρ της

ημετέρας ηρωίδος ήγγιζε την χείρα του ή αι κόμαι αυτών

συνεπλέκοντο, ενώ έκυπτον επί της μεμβράνης, ησθάνετο την καρδίαν

του πάλλουσαν ως κώδωνα φρουρίου εν ώρα κινδύνου, αλλ' ουδ' αυτός

ηδύνατο να είπη, αν προς δεξιάν έπαλλεν ή προς αριστεράν. Η δε

Ιωάννα, αναγνώσασα πολλάκις τον Ωριγένη, τον Χρυσόστομον και τους

κανόνας του Νηστευτού, εγνώριζε τα πάντα θεωρητικώς· ηδύνατο

μάλιστα και να συζητήση περί των τοιούτων, μεταχειριζομένη τας

τεχνικάς εκείνας λέξεις, αίτινες εις μόνους τους ιατρούς, τας

εταίρας και τους θεολόγους είναι γνωσταί. Αλλά μόνη μετ' ανδρός

τότε πρώτην φοράν ευρίσκετο, η δε αμηχανία αυτής περί του πρακτέου

ηύξανε καθ' εκάστην, ως η των Άγγλων περιηγητών, εν μέσω των

νεκροπόλεων της Αιγύπτου, τας οποίας τόσον ακριβώς εσπούδασαν επί

του χάρτου.

Η θέσις των δύο νεανίσκων κατήντα καθ' ημέραν μάλλον αφόρητος.

Ούτε ο Φρουμέντιος εγνώριζε τι να ζητήση, ούτε η Ιωάννα τι πρώτον

να προσφέρη.

Εν τούτοις η αντιγραφή επλησίαζεν εις το τέλος• μόνη υπελείπετο η

προς Εβραίους επιστολή και έπειτα πικρός και αναπόφευκτος επήρχετο

ο χωρισμός. Πολλάκις η Ιωάννα, ως άλλη Πηνελόπη, απέξεε την νύκτα

όσα την προτεραίαν είχον γράψει. Ο σύντροφος αυτής ενόει το

τέχνασμα, εμάντευε τον σκοπόν αυτού και ηρυθρία ή εξέπεμπε

στεναγμούς, ικανούς να κινήσωσι τας πτέρυγας ανεμομύλου, αλλ' εις

ταύτα μόνα περιωρίζετο, η δε ημέρα παρήρχετο, ως αι άλλαι, πλήρης

πόθων ματαίων και ελπίδων διαψευδομένων. Αλλ' ούτε συ, αναγνώστα,

ούτ' εγώ έχομεν τόσας ημέρας να χάσωμεν. Άλλως δε γράφων αληθή

ιστορίαν δεν δύναμαι να μιμηθώ τους ποιητάς ή συγγραφείς εκείνους,

οίτινες σωρεύοντες παλμούς, δάκρυα, ερυθήματα και άλλα πλατωνικά

εφόδια ζευγνύουσιν ανά δύο τους μελίρρυτους στίχους των, ως οι

γεωργοί εις το άροτρον τους βόας, ή τορνεύουσι περιόδους

στρογγυλοτέρας των μαστών της Αφροδίτης. Ο μέγας Δάντης, ωνόμαζε

τους τοιούτους μ α σ τ ρ ω π ο ύ ς, αλλ' εις εμέ ούτε το όνομα

ούτε το επάγγελμα αρέσκει. Αφίνων λοιπόν αμφότερα ταύτα εις τον

Πλάτωνα, τον Οβίδιον, τον Πετράρχην και τους γλυκαναλάτους οπαδούς

των θέλω παριστά αείποτε την αλήθειαν γυμνήν και ακτένιστον, οία

εκ του φρέατος εξήλθεν.

Οι δύο ερασταί είχον τελειώσει την αντιγραφήν της τελευταίας

επιστολής του Αποστόλου, ο δε ήλιος, ον ο Γαλιλαίος δεν είχεν

ακόμη καταδικάσει εις ακινησίαν, επέραινε την καθημερινήν αυτού

περιστροφήν. Ήτον η ώρα καθ' ην οι βόες επιστρέφουσιν εις τον

σταύλον, οι δε χριστιανοί ασπάζονται την Παρθένον διά του «Χ α ί -

ρ ε Μ α ρ ί α». Ο κώδων είχε προσκαλέσει τας καλογραίας εις την

εσπερινήν προσευχήν και ουδείς ήχος ηκούετο πλέον εις τους

διαδρόμους του Μοναστηρίου. Η Ιωάννα εκάθητο πλησίον του παραθύρου

φυλλολογούσα τόμον της Γραφής, ο δε Φρουμέντιος ητένιζεν εν

εκστάσει προς την σύντροφον αυτού, ην ο δύων ήλιος, διερχόμενος,

διά των ερυθρών υαλίων του κελλίου, περιέστεφε διά κύκλου

ακτινοβόλου, ως οι Ρώσσοι ζωγράφοι τας κεφαλάς των Αγίων. Η

ημετέρα ηρωίς δεκαεπταέτις τότε ούσα δεν ωμοίαζε τας λευκάς και

αγγελομόρφους εκείνας παρθένους, τας οποίας δεν τολμά τις να

εγγίση, φοβούμενος μη ανοίξωσι τα πτερά των, ουδ' ηδύνατο προς

κάλυκα ρόδου να παραβληθή αλλά μάλλον προς το φυτόν εκείνο της

θερμής Παλαιστίνης, το οποίον προσφέρει επί του αυτού κλάδου ού

μόνον εύοσμα άνθη, αλλά και ορεκτικούς καρπούς εις τον πεινώντα

οδοιπόρον. Η σκιά του κελλίου και η καλή τράπεζα της Μονής είχον

στερεώσει τας σάρκας και απαλύνει το δέρμα της καλής Ιωάννας, η δε

κόμη αυτής άπαξ μόνον ψαλιδισθείσα εκυμαίνετο πυκνότερα ή πρότερον

επί των στρογγυλών ώμων, πάντα ταύτα ήσαν τη αληθεία οπωσούν

ακτένιστα, απεριποίητα και ημελημένα, αλλά, κατά τον ποιητήν {14},

ο ύ τ ε ο κ α θ α ρ ό ς χ ρ υ σ ό ς έ χ ε ι α ν ά γ κ η ν

χ ρ υ σ ώ σ ε ω ς, ο ύ τ ε τ ο ρ ό δ ο ν π ρ ο σ θ έ τ ο υ ε υ -

ω δ ί α ς, ο ύ τ ε ο κ ρ ί ν ο ς ψ ι μ μ υ θ ί ο υ, ούτε

δεκαεπταέτις, νομίζω, νεάνις μύρων και βοστρυχισμάτων.

Ο Φρουμέντιος εξηκολούθει να σιωπά, η δε Ιωάννα να στρέφη φύλλα

της Γραφής, οτέ μεν ψιθυριρίζουσα μεταξύ των οδόντων, οτέ δε

εδάφιον τι αναγινώσκουσα μεγαλοφώνως. Αλλά μετ' ου πολύ έπαυσε να

φυλλομετρή και διά φωνής μειλιχίου ως νέας Ινδής επαδούσης όφιν

φαρμακερόν, ήρξατο ν' αναγινώσκη

_««Άσμα ασμάτων, ο έστι Σολομών. Φιλησάτω με από φιλημάτων

στόματος αυτού. Αγαθοί οι μαστοί σον υπέρ οίνον και οσμή μύρων σου

υπέρ πάντα τα αρώματα· μύρον εκκενωθέν όνομά σου· διά ταύτα αι

νεανίδες ηγάπησάν σε. Ιδού ει καλός αδελφιδός μου και ωραίος προς

κλίνη ημών· σύσκιος ανάμεσον των μαστών μου αυλισθήσεται, Ελθέ,

αδελφιδέ μου, εξέλθωμεν εις αγρόν· ευρούσα σε έξω φιλήσω σε· εκεί

δώσω τους μαστούς μου σοι. Στηρίξατέ με εν μύροις, στιβάσατέ με εν

μήλοις, ότι τετρωμένη αγάπης εγώ. Θες με ως σφραγίδα επί την

καρδίαν σου, ως σφραγίδα επί τον βραχίονά σου. Κρατερά ως θάνατος

αγάπη· ύδωρ πολύ ου δυνήσεται σβέσαι και ποταμοί ου συγκλύσουσιν

αυτήν»»._

Ταύτα ήκουεν ο Φρουμέντιος και μη γνωρίζων ότι τα μήλα, οι μαστοί

και τα φιλήματα, εκείνα ήσαν προφητικαί αλληγορίαι εικονίζουσαι

την μέλλουσαν του Σωτήρος προς την Εκκλησίαν αυτού αγάπην,

ησθάνετο ως άλλος Ιώβ τας σάρκας και τας τρίχας του φρισσούσας υπό

της επιθυμίας. Ανά έκαστον στίχον της ουρανίας εκείνης επωδής

επλησίαζεν έν βήμα προς την αναγνώστριαν, κατά δε το τελευταίον

εδάφιον ευρίσκετο προ αυτής γονυπετής. Η Ιωάννα ανήγειρε τότε την

κεφαλήν από του βιβλίου και τα βλέμματα αντικρύσθησαν των δυο

εραστών. Όποτε ευρίσκεται τις εις το χείλος κρημνού (και τοιαύτη,

νομίζω, ήτο η θέσις της ημετέρας ηρωίδος) πρέπει, λέγουσι, να

κλείη τους οφθαλμούς, ει δε μή, ζαλίζεται και πίπτει, αλλ’ εκείνη

δεν έκλεισε τους οφθαλμούς, ώστε έπεσε . . .. το βιβλίον εκ της

χειρός της και

Η Πάπισσα Ιωάννα · 第 4 / 9 题