Είνε μια υπόθεσις, Πιοτρ Κωνσταντίνιτς, που ανάβει (παρατηρεί) που
καίει — τέτοια υπόθεσις είνε!
ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ
Ναι, το βλέπω, ο Βλαδήμιρος Δμήτριτς είνε δραστήριος άνθρωπος· και
ο δραστήριος άνθρωπος είνε το ίδιο σαν τον υδράργυρο.
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ
Νακούσετε, Βλαδήμιρ Δμήτριτς, πώς λούζει τους Εγγλέζους ο Ιβάν
Αντώνιτς . . .
ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ
Κακεντρεχές, κακεντρεχές έθνος, καμμία ευγένεια, καμμία . .
ΝΕΛΚΗΝ
Σεις; σεις το νομίζετε;
ΡΑΣΠΛΟΥΓΕΦ (φαιδρώς)
Το νομίζω, το πιστεύω.
ΝΕΛΚΗΝ
Χα, χα, χα!
ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ
Χα, χα, χα, χα! Σας βεβαιώ! . . . χα, χα, χα!
ΝΕΛΚΗΝ
Πώς σας λέγουν;
ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ
Ιβάν Αντώνιτς
ΝΕΛΚΗΝ
Το επίθετόν σας;
ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ
Ρασπλιούγεφ.
ΝΕΛΚΗΝ
(πλησιάζει προς αυτόν και τον λαμβάνει εκ του κομβίου)
Πού δεν υπάρχει το κακόν, κύριε Ρασπλιούγεφ; πού δεν υπάρχει;
ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ
Α, όχι! εγώ δεν είμαι αυτής της γνώμης· το κακόν πρέπει να
εκριζωθή, πρέπει, χωρίς άλλο πρέπει.
ΝΕΛΚΗΝ (μη προσέχων)
Πού και ποίον κακόν ιδού το ζήτημα. Ιδού, παραδείγματος χάριν, η
φαυλότης και η αγυρτεία εις τα κατώτερα στρώματα της κοινωνίας δεν
είνε επικίνδυνοι τόσον όσον είνε φρικώδες όταν η φαυλότης είνε εις
εκείνους που φορούν φράκα . . . άσπρα γάντια . . . που χορταίνουν
με τα ξένα αγαθά . . . που τρέχουν με πολυτελή αμάξια, που έχουν
γνωριμίας εις την κοινωνίαν, που εμβαίνουν εις έντιμον σπίτι, που
καταστρέφουν άνευ αιτίας την τιμήν . . . την ησυχίαν!. . . τα
πάντα . . Αυτό είνε το φοβερόν! . . .
ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ
Αμ' τι νομίζετε, Πιοτρ Κωνσταντίνιτς, πράγματι, αυτά που λέγει ο
κύριος είνε πολύ σωστά, σας βεβαιώ! Μπορώ μάλιστα, κύριέ μου, να
σας πω ένα παράδειγμα . .
ΝΕΛΚΗΝ
Παραδείγματα είνε πολλά! Αυτό είνε το φοβερόν! Το να υπάρχη κάτω
από το σκουτί λερωμένο ποκάμισο, δεν είνε και τίποτε! μα κάτω από
το φράκο (δεικνύων το φράκον του Ρασπλιούγεφ) λερωμένο πουκάμισο . .
λάσπη . .
ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ (κατ' ιδίαν).
Τι θέλει να πη αυτός; όλο με το φράκο τάχει . . . (διορθώνει το
φράκον τον μέ τινα ταραχήν.) . . . Αμ' τέτοιοι κατεργάριδες σαν
κι' αυτούς, μας έχουν κάμει κι' εμάς πολλά . . . Παληάνθρωπος
κύριε, φεύγει από την πατρίδα του και χωρίς να ξεύρωμεν από πού
βαστά η σκούφια του μας παρουσιάζεται, — και μας πουλεί φούμαρα
και κρατεί μια πόζα . . .
ΝΕΛΚΗΝ (τον παρατηρεί εκστατικώς).
Κρατεί πόζα αι;
ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ
Μάλιστα.
ΝΕΛΚΗΝ (δακτυλοδεικτεί αυτόν).
Ο κατεργάρης κρατεί πόζα. Χα, χα, χα! (Ο Μούρομσκης γελά μετά
φαιδρότητος).
ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ (προσπαθεί να γελάση).
Ναι, φαντασθήτε, κατεργάρης και να κρατή πόζα — είνε να γελά
κανείς, (κατ' ιδίαν, σφίγγων τα χείλη). Μούρχεται να τον σχίσω σαν
σαρδέλα . . . (ανατεινάσεται).
ΝΕΛΚΗΝ (ομιλών βραδέως).
Ναι, λέγουν πως συμβαίνει τούτο. Και είνε ακόμη φοβερώτερον, Πιοτρ
Κωνσταντίνιτς, όταν μέσα στον τόπο μας αχρείοι, από τους δικούς
μας κλέπτουν και ληστεύουν αυτούς τους αδελφούς των ως να ήσαν
Τούρκοι . . .
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ
Αυτό είνε το ζήτημα! Μωρέ πώς τους λούζει τους εγγλέζους!
ΝΕΛΚΗΝ (κατ' ιδίαν).
Μα τι έπαθε αυτός ο άνθρωπος; ετυφλώθη όλως διόλου! Τι να γείνη;
(Προς τον Μούρομσκην δι' αποφασιστικού ύφους). Πιοτρ
Κωνσταντίνιτς! Είνε ανάγκη να σας 'πώ δυο λέξεις.
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (εγείρεται).
Τι τρέχει, καλέ, τι τρέχει; (αποσύρεται κατά μέρος).
ΝΕΛΚΗΝ
Πού ευρίσκεσθε;
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ
Τι ι-ί; δεν άκουσα καλά.
ΝΕΛΚΗΝ
Σας ερωτώ — πού ευρίσκεσθε;
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ
Πώς — πού ευρίσκομαι; εδώ αι — να, εδώ.
ΝΕΛΚΗΝ
Πού εδώ;
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (θυμωθείς).
Διάβολε — αλήθεια! εδώ! Μα τι έπαθες, βρε αδελφέ, και δεν
ησυχάζεις; Δε ξέρεις τάχα, πως ευρισκόμεθα εις του Κρετσίνσκη, εις
του Μιχάηλο Βασίλειτς, εις το σπίτι του . . . λοιπόν;
ΝΕΛΚΗΝ
Ευρίσκεσθε μέσα σε σπίτι κλεπτών!
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ
Ω, ω! τάχεις χαμένα . . . παρεφρόνησες! . . .
ΝΕΛΚΗΝ
Εγώ δεν παρεφρόνησα, σεις ετυφλώθητε! . . . Σας κλέπτουν την κόρην
σας· δεν το βλέπετε — αι! . . .
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (τον σύρει κατά μέρος).
Άκουσ' εδώ, Βλαδήμιρ Δμήτριτς, αυτά τα λόγια δεν πρέπει να τα
λέγης: περί του μέλλοντος γαμβρού μου τα λέγεις αυτά; Έλα στα
λογικά σου, φίλε μου!
ΝΕΛΚΗΝ
Να έλθετε στα λογικά σας σεις! Ξεύρετε, ότι στέκεσθε εις το χείλος
της αβύσσου; ανοίξετε τα μάτια σας· σας απατούν! σας κλέπτουν την
κόρην σας! . . . εις την οικογένειάν σας, εις την έντιμον
οικογένειάν σας, σαν φείδι, γλυστρά ένας χαρτοπαίκτης, ένας
κατεστραμμένος δόλιος χαρτοπαίκτης και κλέπτης! . .
ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ (ακροασθείς).
Δόλιος χαρτοπαίκτης και κλέπτης! μήπως λέει για μας;
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ
Ακούσατε, εν τούτοις, κύριε! Τι δικαίωμα έχετε σεις;.
ΝΕΛΚΗΝ
Βεβαίως έχω . . . ακούσατέ μου . . .
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ
Τι;
ΝΕΛΚΗΝ
Πού είνε το μονόπετρόν σας;
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ
Ποιο μονόπετρο; Η καρφίτσα της Λύδοτσκας;
ΝΕΛΚΗΝ
Αυτή, μάλιστα.
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ
Εκείνη την έχει.
ΝΕΛΚΗΝ
Το ξεύρετε καλά;
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ
Μάλιστα.
ΝΕΛΚΗΝ
Λοιπόν, η κόρη σας δεν την έχει.
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ
Α! αυτό είνε ψευδέστατον.
ΝΕΛΚΗΝ
Σταθήτε Πιοτρ Κωνσταντίνιτς, σταθήτε! σας λέγω, ότι το μονόπετρό
σας διαμάντι, δεν είνε εις το σπίτι σας, είνε εις άλλα χέρια.
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ
Και πού είνε;
ΝΕΛΚΗΝ
Εδόθη ως ενέχυρον! . . .
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ
Ανοησίαις . . . Τι λέγετε! . . . εγώ χθες ακόμη το είδα . . .
ΝΕΛΚΗΝ
Χθες — όχι σήμερα.
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ
Άκουσε, Βλαδήμιρ Δμήτριτς . . .
ΝΕΛΚΗΝ (διακόπτων).
Κι' εγώ σας λέγω, πως το μονόπετρό σας το έβαλε ενέχυρον ο
Κρετσίνσκης! . . .
ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ (ακροώμενος).
Άσχημα, άσχημα, πράματα! Να πάη να του το πη κανείς στ' αυτί . . .
(φεύγει).
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ
Και πώς έτυχε εις τα χέρια του Κρετσίνσκη;
ΝΕΛΚΗΝ
Μα μήπως δεν ξεύρετε, ότι σήμερα το πρωί το επήρε;
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ
Το 'πήρε; . . . Πώς το 'πήρε; . . .
ΝΕΛΚΗΝ
Να, αυτός (δεικνύων τον Ρασπλιούγεφ) επήγε και το 'πήρε.
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ
Ποιος; ο Ρασπλιούγεφ;
ΝΕΛΚΗΝ
Ναι, ο Ρασπλιούγεφ.
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ
Πώς;
ΝΕΛΚΗΝ
Σήμερα το πρωί που ήλθα στο σπίτι σας τον ευρήκα εκεί, που εκάθητο
με την Άννα Αντώνοβνα. Κυττάζω και βλέπω την Λυδίαν Πετρόβναν που
του το έδινε. Κάτι μυρίσθηκα . . Μπα! είπα, μήπως είν' εδώ καμμιά
κατεργαριά; ποια η ανάγκη να ζητήσουν ένα τέτοιο πράγμα; εμένα μου
φαίνεται πως ούτε στα χέρια μου δεν θα τώπιανα . . . Το πέρνει ο
καλός σου και καθίζει στ' αμάξι . . εγώ απ' οπίσω . . . απ' εδώ,
απ' εκεί . . εγύρισα όλην την πόλιν . . . έως αυτήν την στιγμή . .
.
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ
Αι, αι . . . λοιπόν;
ΝΕΛΚΗΝ
Λοιπόν δεν σας το είπα; την έβαλε ενέχυρον εις του Μπεκ.
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ
Αδύνατον κάτι άλλο θα συμβαίνει.
ΝΕΛΚΗΝ
Μα εγώ τώρα μόλις ήμουν εκεί.
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ
Εις του ενεχυροδανειστού;
ΝΕΛΚΗΝ
Μάλιστα. Θέλετε να πάμε; θα μας τα ειπή όλα.
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (τεταραγμένος)
Μα τι είνε αυτό; . . . Θεέ μου! . . Τι είν' αυτό; Λύδα! Λύδα!
Λύδοτσκα!
ΛΥΔΟΤΣΚΑ
(προστρέχει εκ του παρακειμένου δωματίου κρατούσα στέκαν
μπιλιάρδου).
Α, μπαμπά, τι θέλετε;
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ
Έλα 'δώ! (ταπεινοφρώνως) Ειπέ μου, Λύδα, το μονόπετρό σου το
έχεις; αι;
ΛΥΔΟΤΣΚΑ
Το έχω, μπαμπά, το έχω. Α, μπαμπά, μα γίνεται αυτό; γιατί με
διεκόψατε από την παρτίδα. Εγώ παίζω με τον Μισσέλ και όλο τον
κερδίζω . . . Τι ωραία που είνε, τι ευχάριστα.
ΝΕΛΚΗΝ
Λανθάνεσθε, Λύδια Πετρόβνα· είνε χαμένο! . . .
ΛΥΔΟΤΣΚΑ
Πώς χαμένο;
ΝΕΛΚΗΝ
Δεν του το εδώσατε; . .
ΛΥΔΟΤΣΚΑ
Και τι με τούτο; (τον παρατηρεί έκπληκτος) Το πρωί, μπαμπά, το
έστειλα του Μισσέλ. Είχε βάλει στοίχημα.
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ
Τι; Τι;
ΛΥΔΟΤΣΚΑ
Είχε βάλει στοίχημα με τον πρίγκηπα Βέλσκην, περί του πόσων
καρατιών είνε — δε ξεύρω τι.
ΝΕΛΚΗΝ (τω Μούρομσκη).
Ψέματα!
ΛΥΔΟΤΣΚΑ
Θεέ μου! μα το έχει ο ίδιος· τώρα μου έλεγε, ότι το έχει ο
ίδιος . . .
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (μετ' ανησυχίας).
Λοιπόν;
ΛΥΔΟΤΣΚΑ
Λοιπόν τι, μπαμπά; θα μου το δώση.
ΝΕΛΚΗΝ
Χμ . . . δεν το πιστεύω . . .
ΛΥΔΟΤΣΚΑ (εν εξάψει).
Τι είν' αυτά που λέγετε; Πώς σεις, κύριε, ειμπορείτε . . .
ΝΕΛΚΗΝ
Λυδία Πετρόβνα! Προς Θεού, μη οργίζεσθε εναντίον μου. Τι έπρεπε να
κάμω; πταίω εγώ; εγώ είμαι πρόθυμος ναποθάνω προς χάριν σας . . .
να υποστώ βασανιστήρια . . . οφείλω όμως, σας ορκίζομαι εις την
τιμήν μου, οφείλω! . . .
ΛΥΔΟΤΣΚΑ (έντρομος).
Θεέ μου! Τι συμβαίνει; Μπαμπάκα μου! εγώ τρομάζω! (Συσπειρούται
παρά τω Μούρομσκη). Μπαμπά, μπαμπάκα μου!
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ
Έννοιά σου, παιδί μου, έννοιά σου! Κι' εγώ δε ξεύρω τι συμβαίνει.
ΣΚΗΝΗ ΣΤ'.
Οι άνω, Ατούγεφ, κατόπιν Κρετσίνσκης και Ρασπλιούγεφ.
ΑΤΟΥΓΕΦ
Τι έχεις, παιδάκι μου; τι έχεις; τι τρέχει; (τω Νέλκην). Σεις
είσθε κύριε; Τι μπερδέματα έχετε πάλι; Τι εκαταφέρατε; Πάλι
μηχανορραφίαις και κακογλωσσιαίς;
(Σιγή. Όλοι ταράσσονται αμηχανούντες. Ο Κρετσίνσκης παρατηρεί
όλους μετά προσοχής).
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (διστακτικώς).
Παρακαλώ, Μιχάηλο Βασίλειτς — δηλαδή . . . θέλομεν να ομιλήσωμεν
οικογενειακώς, μίαν στιγμήν.
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ
Οικογενειακώς; Τι τάχα; ορίστε: εγώ δεν είμαι ξένος.
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ
Αυτό, βέβαια· αλλά εγώ θα σας παρακαλούσα . . .
ΝΕΛΚΗΝ
Μα τι είν' αυτά, Πιοτρ Κωνσταντίνιτς! 'πήτε το καθαρά και ξάστερα:
αξιότιμε κύριε! ομιλούμεν διά το μονόπετρον διαμάντι.
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ
Διά ποίον μονόπετρον, Πιοτρ Κωνσταντίνιτς;
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ
Καλέ διά το μονόπετρο εκείνο, που μας μετεσχηματίσατε εις
καρφίτσαν . . . το επήρατε σήμερα από την κόρην μου;
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ
Το επήρα. Μα δεν σας το είπε, ότι το επήρα;
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ
Λοιπόν το έχετε αυτό τώρα ή όχι;
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ
Α! . . . αυτό λοιπόν; . . . (προσβλέπει πάντας και παρατηρεί
διαρκώς τον Νέλκην, ακολούθως στρέφεται προς τον Μούρομσκην). Αυτό
είνε λοιπόν! Ειπήτε μου, με ποίους είμαι και πού είμαι; . . Ειπήτε
μου, ποίος βλαξ, ποιος ψεύστης . . ή ποίος αχρείος . . . (θόρυβος)
είχε την τόλμην . . .
(Ο Νέλκην θέλει να ορμήση κατά του Κρετσίνσκη. Η Ατούγεφ τον
αναχαιτίζει).
Μακράν, σας λέγω, — θα σας βγάλω το λαρύγγι . . .
ΝΕΛΚΗΝ (κραυγάζων).
Όχι, εγώ θα σου το βγάλω . . .
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ
(κάμνει ταχείαν κίνησιν προς τον Νέλκην και αίφνης αναχαιτίζεται·
τρέμει η φωνή του).
Πιοτρ Κωνσταντίνιτς . . . το μονόπετρον της Λυδίας το έχω εγώ . . .
καταλαμβάνετε; το έχω έ-ε-γώ! . . .
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ
Μα εγώ ποτέ δεν αμφέβαλλα. Ήλθε όμως αυτός και μου λέγει, ότι
πνίγω την κόρη μου, ότι σεις μας απατάτε, ότι το διαμάντι το
επήρατε σεις και το εβάλατε ενέχυρον . . . λοιπόν κρίνατε και σεις
ο ίδιος . . .
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ
Α! . . . τώρα καταλαμβάνω . . . Και αν λέγη ψεύματα . . τότε; και
αν αυτός σαν αχρ . . . συγγνώμην . . . εψεύσθη αναιδώς;! . .
τότε; . . (Ο Μούρομσκης κινεί τας χείρας του, τεταραγμένος) . . .
τότε: θέλω . . . ακούετε; θέλω! . . . να τον διώξητε με ταις
κλωτσαίς από το σπίτι . . . μου δίδετε τον λόγον σας δι' αυτό; . .
αι; . . . Λάβετέ την λοιπόν, (λαμβάνει εκ του γραφείου την καρφίδα)
λάβετέ την! (δίδει την καρφίδα εις την Λύδοτσκα και τείνει την
άλλην χείρα προς τον Μούρομσκην) Πιοτρ Κωνσταντίνιτς, τώρα τον
λόγον σας.
ΛΥΔΟΤΣΚΑ (απωθεί την καρφίδα).
Όχι, . . . όχι εις εμέ . . .
(Την καρφίδα την λαμβάνει η Ατούγεφ. Όλοι πλησιάζουν διά να
παρατηρήσουν. Γενικός ψίθυρος, θόρυβος. Πάντες ομιλούν σχεδόν
ταυτοχρόνως).
ΝΕΛΚΗΝ
Τι σημαίνει τούτο; είνε αδύνατον! σας λέγω, είν' αδύνατον!
ΑΤΟΥΓΕΦ
(δεικνύουσα την καρφίδα εις τον Νέλκην).
Νά τηνε! Βλέπετε, κύριε; νά την! . . .
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ
Πιοτρ Κωνσταντίνιτς! τον λόγον σας είπα· το απαιτώ, το θέλω! . . .
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ
(συγκεχυμένως, ανοίγει τας χείρας του).
Σας τον δίδω! (τω Νέλκην) Να, κύριε, τι κάμουν τα ψεύματα!
(παρατηρεί την καρφίδα) δεν υπάρχει αμφιβολία: αυτή είνε!
ΝΕΛΚΗΝ (ως να συνήλθε).
Θεέ μου! πού ευρίσκομαι; Τι μου παίζουν; (πλησιάζει προς την
Λύδοτσκαν και την λαμβάνει εκ της περιχειρίδος). Λυδία Πετρόβνα!
ακούσατε!
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ
Μη! (τινάζει την εσθήτα της Λύδοτσκας) την λερώνεις! . . .
ΝΕΛΚΗΝ (αρπάζει την κεφαλήν του).
Θεέ μου! τι είνε τούτο; Θεέ μου! . . .
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (τω Νέλκην).
Μα ποιος σας είπε αυτάς τας ανοησίας; πού τας ακούσατε . . .
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (τον διακόπτει).
Παρακαλώ, παρακαλώ! Τώρα πλέον αι ερωτήσεις δεν έχουν τον τόπον
των. Κάθε ομιλία ετελείωσε. Εδώ, κύριέ μου, δεν πρόκειται περί
λόγων αλλά περί έργων . . . είνε ιδικόν σας το κόσμημα αυτό;
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (γοργώς)
Δικό μου.
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (δεικνύει την θύραν εις τον Νέλκην)
Έξω! . . .
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (τω Νέλκην)
Τι δουλειά έχετε πλέον εδώ; Φύγετ' απ' εδώ.
ΝΕΛΚΗΝ
(λαμβάνει τον πίλον του και πλησιάζει τον Κρετσίνσκην).
Είμαι εις τας διαταγάς σας . . .
(ο Κρετσίνσκης δεικνύει την θύραν. Ο Νέλκην πλησιάζει αυτόν
εγγύτερον και κραυγάζει)·
«Αμέσως . . . και μέχρι θανάτου! . . .»
(Θόρυβος. Ο Μούρομσκης, η Λύδοτσκα, η Ατούγεφ, ο Ρασπλιούγεφ
περιστοιχίζουσι τον Κρετσίνσκην. Ο Νέλκην ίσταται μόνος. Ομιλούσι
σχεδόν μαζύ).
ΛΥΔΟΤΣΚΑ
Όχι, όχι, ποτέ! δεν το θέλω. (τω Νέλκη) Πηγαίνετε, πηγαίνετε!
ΑΤΟΥΓΕΦ
Πηγαίνετε, κύριε, πηγαίνετε, ο Θεός μαζύ σας.
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ
Αφήσατε, κύριοι, σας παρακαλώ!
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ
(εξέρχεται του ομίλου) Τι-ι-ί; (σταυρόνων τας χείρας του). Έτσι
λοιπόν! . . Ικανοποίησιν . . . Τι ικανοποίησιν; Διά τι; σας
ερωτώ . . . θέλετε να κτυπηθήτε μαζύ μου . . . χα-χα-χα-χα . . .
Σεις με προσεβάλατε και θέλετε και να με φονεύσετε; . . . αλλ' ας
είνε, με μίαν όμως συμφωνίαν εις κάθε σας πυροβολισμόν εγώ θα σας
πτύω εις το πρόσωπον. Ιδού οι όροι μου. Αν θέλετε αύριον — έστω·
σήμερον όμως . . . έι! ποίος είνε εκεί;
ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ
Έι! ποίος είν' εκεί; αυτό είνε το καλείτερο.
(εισέρχεται ο Θόδωρος και είτα δύο υπηρέται)
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ
Πάρετέ τον από τις πλάταις και γρεμήσετέ τον έξω!
ΝΕΛΚΗΝ
Θεέ μου! ονειρεύομαι; είμαι ζωντανός; (ψαύει το σώμα του, μετά
πικρίας). Αλήθεια, αλήθεια! πού είνε η δύναμίς σου; (έξαλλος
εξέρχεται).
ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ
(κλείων όπισθεν του Νέλκην την θύραν).
Αντιέ!! χι-χι-χι! είδες τον τι εγύρεψε (αποσύρεται κατά μέρος).
Ακούς εκεί! Αμ' έτσι δα, φίλε μου, ψοφάς της πείνας! Αμέ ναύρης
τώρα την αλήθεια· νέος είσαι ακόμη, φίλε μου, ψάξε να την εύρης!
(Σιγή. Ο Μούρομσκης είνε τεθορυβημένος· η Λύδοτσκα ίσταται
ακίνητος· η Ατούγεφ παρατηρεί τον Μούρομσκην οργίλως).
ΣΚΗΝΗ Ζ'.
Οι άνω εκτός του Νέλκην
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (κατόπιν μικράς σιωπής.)
Αι, είσθε ευχαριστημένος, Πιοτρ Κωνσταντίνιτς;
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ
Καθ' όλα, καθ' όλα ευχαριστημένος. Ακούτ' εκεί, καλέ! 'πήγα να
χάσω τον νου μου.
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ
Λοιπόν κι' εγώ είμ' ευχαριστημένος, Αι, τι λέγετε — δεν
τελειόνομεν τώρα και 'μείς;
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (διαπορών).
Πώς να τελειόσωμεν;
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ
Όπως τελειόνουν. Μεταξύ μας συνέβησαν αρκετά σκανδαλώδη πράγματα.
Εγώ θεωρώ τον εαυτόν μου εκ μέρους σας προσβεβλημμένον. Με αυτήν
την κηλίδα τι σύζυγος είμ' εγώ της κόρης σας; Πιοτρ Κωνσταντίνιτς!
εγώ οφείλω να σας δώσ' οπίσω τον λόγον σας, εις σας δε, Λυδία
Πετρόβνα — την καρδίαν σας. Λάβετέ την, εστέ ευτυχείς και. . .
λησμονήσατέ με.
ΛΥΔΟΤΣΚΑ
Τι θέλετε να ειπήτε; . . . Μισσέλ! τι λέγετε; Δεν σας εννοώ. Η
καρδία οπίσω δεν δίδεται· η καρδία μου είνε ιδική σας . . .
Μπαμπάκα! γιατί σιωπάτε; προς Θεού! γιατί σιωπάτε; πταίομεν ημείς!
(εν απελπισία). Μπαμπάκα, ημείς πταίομεν! . . .
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (γοργώς).
Ναι, εγώ . . Μιχάηλο Βασίλειτς, μα τι είν' αυτά; Εγώ ουδέποτε . .
αυτός είνε ένας ανόητος· αξίζει να δίνη κανείς προσοχήν εις τα
λόγιά του;
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ
Σεις όμως πώς φέρεσθε; αι; Αφού αυτός ο κακόγλωσσος ειμπόρεσε να
με προσβάλη, ξεύρετε πόσον και σεις ο ίδιος με προσεβάλατε; Αύριον
ειμπορεί να έλθουν να σας 'πούν, πως εγώ είμαι ένας χαρτοπαίκτης,
πως είμαι ένας απατεών, και σεις θα τον πιστεύσετε και θ' αρχίσετε
να ζητήτε πληροφορίας!
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ
Μιχάηλο Βασίλειτς! Μα τι λέγετε τώρα!
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ
Τις ξεύρω εγώ αυταίς τις χωριάτικες συνήθειαις. Αλλά μάθετε, ότι η
υπερηφάνειά μου αυτά δεν τα επιτρέπει. Εγώ ή έχω πεποίθησιν εις
ένα άνθρωπον ή δεν έχω· μέσος όρος δεν χωρεί. Εγώ ούτε το
μονόπετρόν σας, ούτε τα χρήματά σας έχω ανάγκην. Τα χρήματά σας
εγώ ειμπορώ να τα πετάξω εις τα μούτρα του καθενός.
ΛΥΔΟΤΣΚΑ (τον λαμβάνει της χειρός).
Μισσέλ! Δι όνομα Θεού! σας παρακαλώ, συγχωρήσατέ μου, συγχωρήσατέ
μου, σας παρακαλώ . . .
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (διαλογίζεται, κατ' ιδίαν).
Αυτός θα έτρεξε τώρα εις του Μπεκ.
ΛΥΔΟΤΣΚΑ
Δεν ομιλείτε; προσεβλήθητε; Εγώ ξεύρω, μέσα εις την καρδιά σας δεν
υπάρχει ούτε συγγνώμη, ούτε οίκτος . . Τι θέλετε λοιπόν; είμεθα
εις όλα πρόθυμοι . . .
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (λαμβάνει ζωηρώς την χείρα της).
Τι καρδίαν που την έχετε, Λυδία! τι χρυσή καρδιά! . . . Και είμαι
εγώ άξιος αυτής; . . .
ΛΥΔΟΤΣΚΑ
Μισσέλ! Πόσον αμαρτάνετε! . . .
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ
Έστω, Πιοτρ Κωνσταντίνιτς! δόσετε την χείρα σας.
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ
Έτσι δα βέβαια! (τω θλίβει την χείρα). Έτσι δα λοιπόν.
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ
Ακούσατε: να γίνη αύριον ο γάμος διά να λείψουν όλα αυτά τα
σκάνδαλα.
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ
Ας είνε κι' αύριον.
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ
Και αμέσως φεύγομεν εις το κτήμα.
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ
Ναι, τωόντι, εις το κτήμα.
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ
Τον Νέλκην με κανένα λόγον δεν πρέπει να τον δεχθήτε πλέον.
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ
Ας πάη στην ευχήν του Θεού! τι να τον κάμω τώρα;
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ
Τον λόγον σας, μου το ορκίζεσθε;
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ
Είμαι σύμφωνος εις ό,τι θέλετε. Έγεινε τέτοιο το κεφάλι μου
(διαγράφει περί την κεφαλήν του κύκλον). Ένα μονάχα . . . εκείνη . .
(με ηλλοιωμένην φωνήν), ήθελα μονάχα . . .
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (παρατηρήσας το ωρολόγιον)
Εν τούτοις είνε δέκα η ώρα: καιρός να επιστρέψετε εις το σπίτι σας
(προς την Λύδοτσκαν). Λυδία, είσθε ταραγμένη!
ΛΥΔΟΤΣΚΑ
Δεν πειράζει (λαμβάνει την χείρα του). Τα ελησμονήσατε όλα . . .
αι; 'πήτε μου — ναι;
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (κρατών της χείρα της)
Ναι, εκατό φοράς ναι. Όλα τα ελησμόνησα . . . ένα μόνον ενθυμούμαι
— ότι μου ανήκετε· αύριον θα είσθε ιδική μου . . . κτήμα μου! . . .
ΛΥΔΟΤΣΚΑ
Ναι, ιδική σας. Μισσέλ ιδική σας! Πήτε μου ακόμη μια φορά ότι με
αγαπάτε!
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (παρατηρών αυτήν)
Δεν πιστεύετε;
ΛΥΔΟΤΣΚΑ
Δεν πρόκειται περί τούτου· θέλω ν' ακούσω ακόμη μίαν φοράν αυτήν
την λέξιν εις την λέξιν αυτήν υπάρχει κάτι τι ιδιαίτερον! . . .
δεν ηξεύρω . . . κάποιος πόνος, κάποιος φόβος.
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (μετ' ανησυχίας)
Πόνος! . . . Και διατί;
ΛΥΔΟΤΣΚΑ
Μη φοβείσθε . . . αυτόν τον πόνον δεν τον αλλάζω εγώ με όλας τας
χαράς του κόσμου. Λοιπόν δεν μου λέτε: μ' αγαπάτε; . . .
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (χαμηλοφώνως)
Σας αγαπώ . . .
ΛΥΔΟΤΣΚΑ
(τον λαμβάνει της χειρός και διά της ετέρας καλύπτει τους
οφθαλμούς της).
Ξεύρετε, Μισσέλ έχει παγώσει ολότελα η καρδιά μου . . . δεν κτυπά.
Πήτε μου: είνε έρως αυτό;
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ
Όχι, άγγελε μου, είνε το ήμισυ αυτού.
ΛΥΔΟΤΣΚΑ (μειδιώσα)
Το ήμισυ; . . . Τι απατεών που είσθε . . ενώ εγώ τώρα είμαι
έτοιμος να δώσω προς χάριν του τα πάντα . . (ο Κρετσίνσκης φιλεί
την χείρα της). Ναι, το παν, το παν . . . (χαμηλοφώνως) όλον τον
κόσμον.
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ
(αφού φιλήση την χείρα της Λύδοτσκας, τω Μούρομσκη).
Αι, Πιοτρ Κωνσταντίνιτς! καιρός για το σπίτι.
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ
Ναι, και τώρα μάλιστα.
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ
Πηγαίνετε, πηγαίνετε, και σας παρακαλώ να βάλετε την Λύδοτσκα να
πλαγιάση έχει ανάγκην αναπαύσεως. Λυδία, αύριον θα είσθε δροσερά,
κόκκινη, ωραία, σαν νύμφη . . (σκεφθείς) Ή, όχι· καλείτερα να σας
συνοδεύσω ο ίδιος διά να επιστατήσω να γίνουν όλα.
(Ο Μούρομσκης η Ατούγεφ και η Λύδοτσκα ετοιμάζονται).
ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ (τω Κρετσίνσκη)
Αλήθεια, Μιχάηλο Βασίλειτς, καλείτερα να πάτε ο ίδιος.
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ
(σύρει κατά μέρος τον Ρασπλιούγεφ).
Κύτταξε συ, μείν' εδώ. Κι' αν τύχη και σου κουβαληθή εδώ αυτός ο
Νέλκην, δέξου τον και σπάσε του το κεφάλι . . . εννοείς; . . . Και
ως να επιστρέψω μην τον αφήσης να φύγη . . . κύτταξε! . . .
ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ
Μείνατε ήσυχος, μείνατε ήσυχος, εγώ τόνε διορθόνω.
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ
Τ' άλλα όλα είνε εις το χέρι μου. Εις του Μούρομσκη δεν τον
δέχονται. Αυτά θα τα τακτοποιήσω πλέον ο ίδιος· εκεί δεν εισχωρεί.
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ
Αι, Μιχάηλο Βασίλειτς, πάμε· έτοιμοι.
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ
Πηγαίνομεν, πηγαίνομεν. (λαμβάνει ταχέως τον πίλον του. Βίαιος
κτύπος του κώδωνος· όλοι σταματούν κατάπληκτοι). Αι; τι είνε; αι;
(κραυγάζει) Αι, σεις!
Ποιος είνε; Να μη δεχθήτε κανένα . . . ακούτε;
(Θόρυβος, έτερος κτύπος του κώδωνος. Φωναί).
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ
Αι; . . . (εισέρχεται υπηρέτης) Τι τρέχει; ποίος είνε;
ΘΟΔΩΡΟΣ
Ο κύριος Νέλκην!!! είνε και κάποιος άλλος μαζύ του. Φωνάζει να του
ανοίξωμε την πόρτα. (Φωναί «Ανοίξετε την θύραν! ανοίξετε την
θύραν! . .» κτύποι τινες ακόμη του κώδωνος).
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (με ορμήν)
Θέλει λοιπόν να τον αφήσω στον τόπο; (θραύει μίαν καθέκλαν και
λαμβάνει έν τεμάχιον. Ο Μούρομσκης και η Λύδοτσκα του κρατούν τας
χείρας).
ΛΥΔΟΣΤΚΑ
Μισσέλ! Μισσέλ!
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ
Μιχάηλο Βασίλειτς, δι' όνομα Θεού, ησυχάσατε! Τι είν' αυτά!
(Περιστοιχίζουν τον Κρετσίνσκην).
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (τω Ρασπλιούγεφ)
Πήγαινε, διώξε τον με τις κλωτσιαίς!
ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ (τρέχων προς την θύραν).
Αμέσως! (επιστρέφει εκ της θύρας προς τον Κρετσίνσκην). Μιχάηλο
Βασίλειτς! αυτός ίσως έχει κι' άλλους τέσσερις μαζύ του! θα είνε
ίσως πέντε νομάτοι.
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (ορμά κατ' αυτού)
Γκρεμήσου! 'πόθανε, αφού σε προστάζουν.
ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ
'Πόθανε . . 'πόθανε! Μιχάηλο Βασίλειτς! Κύριε ελέησον! εύκολο
πράγμα είνε ν' αποθάνη κανείς; (Ο θόρυβος εξακολουθεί. Ακούονται
φωναί:) «Ανοίξατε την θύραν! σπάσετέ την!.»
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ
(αποσπώμενος του Μούρομσκη και της Λύδοτσκας, τρέχει προς την
θύραν).
Αφήσατέ με: βλέπω πως χωρίς εμένα αυτό δεν θα τελειώση (σφίγγων
τους οδόντας) θα τον σκοτώσω σαν σκύλο!
ΘΟΔΩΡΟΣ
Μιχάηλο Βασίλειτς! ο αστυνόμος μας διατάσσει ν' ανοίξωμε την
πόρτα.
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (αφηρημένος)
Στάσου, μην ανοίξετε!! Ο πρώτος που θα κινηθή, θα του ανοίξω το
κεφάλι! (Κρατεί εις χείρας το ξύλον, σταματά) Η αστυνομία! (δι'
υποκώφου φωνής). Α! (Ρίπτει εις την γωνίαν τον πόδα της καθέκλας).
Ετελείωσε!!! (αποσύρεται κατά μέρος). Ανοίξατε . . . (Θόρυβος.
Ανοίγουσι την θύραν).
ΣΚΗΝΗ Η'.
Οι άνω και Νέλκην εισορμά και ρίπτεται προς την Λύδοτσκαν· ο Μπεκ
εισορμά κατόπιν του φορών γούναν, αναζητεί διά των οφθαλμών τον
Κρετσίνσκην, τρέχει προς αυτόν, και σταματά απέναντί του με
προτεταμένους τους βραχίονας. Εις την θύραν εμφανίζεται
αστυνομικός υπάλληλος.
ΜΠΕΚ
Νά τος ο κακούργος! ο κακούργος! α, κακούργε! Γιαλί μου έδωκες δι'
ενέχυρον! διά το γιαλί μου πήρες τα χρήματα, ληστή! (Τρέχει. Ο
Κρετσίνσκης ίσταται μ' εσταυρωμένας χείρας). Συλλάβετέ τον, αυτός
είνε! συλλάβετέ τον, συλλάβετέ τον λοιπόν.
ΛΥΔΟΤΣΚΑ (βάλλουσα διάτορον κραυγήν).
Α!!! (Ο Νέλκην, ο Μούρομσκης και η Ατούγεφ ορμώσι προς αυτήν. Ο
Κρετσίνσκης πειράται να πλησιάση ωσαύτως).
ΜΠΕΚ
Στάσου στάσου! Πού πας, ληστή; α, κακούργε!
(Ο Ρασπλιούγεφ κρύπτεται όπισθεν του Κρετσίνσκη).
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ
Κύριε Μπεκ! ησυχάσατε, κάμετε μου την χάριν, ησυχάσατε! (τω
Κρετσίνσκη). Επιτρέψατε να μάθω το όνομα και τον επίθετόν σας.
ΚΡΕΤΙΝΣΚΗΣ
Μιχάηλο Βασίλειτς Κρετσίνσκης.
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ (τω Ρασπλιούγεφ).
Το όνομα και το επίθετόν σας;
ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ (εντελώς σαστισμένος). Μ . . . ι . . . χάηλο Βα . . .
τσ . . . αι; Μιχάηλο Βασίλειτς . . . αι; (Ο Κρετσίνσκης τον
παρατηρεί εις τους οφθαλμούς). Εγώ . . εγώ . . . εγώ δεν έχω . . .
δεν έχω επίθετον . . έτσι . . είμαι . . . χωρίς επίθετον . . .
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ
Σας ερωτώ: το όνομα και το επίθετόν σας . .
ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ
Μα . . . αφού δεν έχω . . .
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (ησύχως)
Ονομάζεται Ιβάν Αντώνιτς Ρασπλιούγεφ.
(Ο αστυνομικός υπάλληλος αποσύρεται προς τον έτερον όμιλον και
ομιλεί ταπεινοφώνως μετά του Μούρομσκη σχεδόν μέχρι τέλους της
πράξεως. Ο Κρετσίνσκης κάμνει κίνησιν).
ΜΠΕΚ (κραυγάζει).
Στάσου, στάσου! Πιάσ' τον, πιάσ' τον Άι! Άι! πιάσ' τον!
(ίσταται προ αυτού με ανοικτούς βραχίονας).
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ
Κύριε Μπεκ! σας παρακαλώ να ησυχάσετε!
ΜΠΕΚ (κραυγάζει).
Μα ξεύρετε τι θηρίον είνε! είνε θηρίον! θα φύγη! Σύλλαβέ τον! Έξη
χιλιάδες μου 'πήρε για ένα γυαλί, για μια ψεύτικη καρφίτσα! . . .
Αυτό είνε απάτη! . . . Στη φυλακή βάλτε τον, στη φυλακή! . . .
ΛΥΔΟΤΣΚΑ
(αποχωρίζεται του ομίλου, διέρχεται όλην την σκηνήν και πλησιάζει
προς τον Μπεκ).
Αξιότιμε κύριε! αφήσατέ τον! . . . ιδού η καρφίτσα, η οποία έπρεπε
να ενεχειριασθή! πάρετέ την . . . είχε (ένδακρυς) είχε γείνει
λάθος!
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ και ΑΤΟΥΓΕΦ
Λύδοτσκα, τι κάμνεις; Λύδοτσκα!
ΜΠΕΚ
Πώς; τι, κυρία; (παρατηρεί την καρφίδα). Αυτή, αυτή είνε! αι; Θεέ
μου! Τι κόρη! ουρανία αγαθότης! αγγελική πραότης . .
(Η Λύδοτσκα καλύπτει διά των χειρών το πρόσωπον και θρηνεί).
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ
(κατ' ιδίαν προς το κοινόν).
Αυτό είνε καλόν! (θέτει την χείρα εις το μέτωπόν του). Πάλιν η
γυναίκα!
ΑΤΟΥΓΕΦ
Και τι θα κάμωμε 'μείς τώρα, Πιοτρ Κωνσταντίνιτς;
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ
Δρόμο, κυρά μου, δρόμο! Σε τέτοιαις 'ντροπαίς ο κόσμος πέρνει
δρόμο!
(Η Λύδοτσκα εξέρχεται με ορμήν, κατόπιν δ' αυτής ο Νέλκην, ο
Μούρομσκης και η Ατούγεφ).
Καταπίπτει η αυλαία.
ΠΑΝΤΡΟΛΟΓΗΜΑΤΑ
(ΟΛΩΣ ΑΠIΘΑΝΟΝ ΣΥΜΒΑΝ)
ΚΩΜΩΔΙΑ ΕΙΣ ΔΥΟ ΠΡΑΞΕΙΣ
Π Ρ Ο Σ Ω Π Α
ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ.
ΑΡΗΝΑ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΒΝΑ, θεία της.
ΦΕΚΛΑ ΙΒΑΝΟΒΝΑ, προξενήτρια.
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ, αυλικός σύμβουλος, υπάλληλος.
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ, φίλος του.
ΓΙΑΪΤΣΝΙΤΣΑ (ΣΦΟΓΓΑΤΟΣ).
ΑΝΟΥΤΣΚΗΝ, απόστρατος αξιωματικός του πεζικού.
ΖΕΒΑΚΗΝ, απόστρατος αξιωματικός του ναυτικού.
ΔΟΥΝΙΑΣΚΑ, παιδίσκη.
ΣΤΑΡΗΚΩΦ, έμπορος υφασμάτων.
ΣΤΕΠΑΝ, υπηρέτης του Ποτκαλιόσην.
ΠΑΝΤΡΟΛΟΓΗΜΑΤΑ
(ΟΛΩΣ ΑΠΙΘΑΝΟΝ ΣΥΜΒΑΝ)
ΠΡΑΞΙΣ ΠΡΩΤΗ
ΣΚΗΝΗ Α'.
Θάλαμος αγάμου. Ο Ποτκαλιόσην μόνος, κεκλιμένος επί ανακλιντήρος
και κρατών πίπαν.