επί τέλους, ότι, πράγματι, πρέπει να πανδρευθής. Και τι, μα την
αλήθεια· ζη κανείς σ' αυτόν τον κόσμο και επιτέλους αηδιάζει τη
ζωή· άφησα πάλι και πέρασαν η αποκρηαίς. Μολαταύτα όλα είναι
έτοιμα. Τρεις μήνες πάνε τώρα που η προξενήτρα πάει κ' έρχεται. —
Αλήθεια· σαν πως αρχίζω πια να ντρέπομαι κ' εγώ ο ίδιος. Αι,
Στεπάν!
ΣΚΗΝΗ Β'.
Ποτκαλιόσην και Στεπάν.
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ
Ήλθε η προξενήτρα;
ΣΤΕΠΑΝ
Όγεσκαι.
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ
Ήσουνα στο ράπτη;
ΣΤΕΠΑΝ
Ήμουνα.
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ
Αι, το ράπτει το φράκο;
ΣΤΕΠΑΝ
Το ράβει.
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ
Έχει πολύ ραμένο;
ΣΤΕΠΑΝ
Κάμποσο έρραψε. Άρχισε πεια τις κουμπότρυπες.
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ
Τι λες;
ΣΤΕΠΑΝ
Λέγω, πως ράβει τις κουμπότρυπες.
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ
Και δεν σ' ερώτησε, διατί τάχα το θέλει ο αφέντης σου το φράκο;
ΣΤΕΠΑΝ
Όχι, δε μ' ερώτησε.
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ
Μήπως είπε: δεν σκοπεύει τάχα ο αφέντης σου να παντρευθή;
ΣΤΕΠΑΝ
Όχι, τίποτε δεν είπε.
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ
Θα είδες βέβαια εκεί και άλλα φράκα. Θα ράπτει βέβαια και δι'
άλλους.
ΣΤΕΠΑΝ
Ναίσκαι, πολλά φράκα είδα εκεί κρεμασμένα.
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ
Μου φαίνεται όμως, πως εκεινών η τσόχα δεν θα είναι σαν του ιδικού
μου.
ΣΤΕΠΑΝ
Ναίσκαι, το 'δικό σας θα είνε πιο φανταχτερό.
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ
Τι λέγεις;
ΣΤΕΠΑΝ
Λέγω, πως το δικό σας τάχατες είνε πιο φανταχτερό.
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ
Καλά. Μα δεν σ' ερώτησε, γιατί τάχα ο αφέντης κάμνει φράκον από
τέτοια λεπτή τσόχα;
ΣΤΕΠΑΝ
Όγεσκαι
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ
Δεν είπε τίποτε, πως τάχα, μήπως παντρεύεται, 'σάν να 'πούμε, ο
αφέντης σου;
ΣΤΕΠΑΝ
Όχι, δεν μου είπε τέτοιο πράγμα.
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ
Συ όμως δα του είπες τον βαθμόν μου πού υπηρετώ;
ΣΤΕΠΑΝ
Τα είπα.
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ
Καλά, και εκείνος τι σου είπε, απάνω σ' αυτό;
ΣΤΕΠΑΝ
Είπε πως θα βάλη όλα του τα δυνατά.
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ
Καλά, τώρα πήγαινε.
(Ο Στεπάν φεύγει.)
ΣΚΗΝΗ Γ'.
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ (μόνος)
Είμαι της ιδέας, ότι το μαύρο φράκο είνε κάπως σοβαρώτερον. Τα
χρωματιστά αρμόζουν μάλλον εις υπαλλήλους κατωτέρου βαθμού — είνε
κάπως παιδίστικα. Εκείνοι οι οποίοι έχουν ανωτέρους βαθμούς πρέπει
να φυλάττουν περισσότερον την . . . . πώς την λέγουν; την . . .
διάβολε, ελησμόνησα την λέξιν! Πόσον ωραία λέξις και να την
λησμονήσω! Ναι, φίλε μου, αλλά ό,τι και να πης ο τίτλος του
αυλικού συμβούλου αντιστοιχεί με βαθμόν συνταγματάρχου, μόνον που
η στολή δεν έχει επωμίδας. — Αι, Στεπάν!
ΣΚΗΝΗ Δ'.
Ποτκαλιόσην και Στεπάν
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ
Αγόρασες μπογιά των παπουτσιών;
ΣΤΕΠΑΝ
Αγόρασα.
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ
Από πού την αγόρασες; από εκείνο το μαγαζάκι, που σου είπα, που
είνε εις την οδόν Βοζνιεσένσκη;
ΣΤΕΠΑΝ
Ναίσκαι, από το ίδιο.
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ
Και είνε καλή;
ΣΤΕΠΑΝ
Καλή είνε.
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ
Έβαψες με αυτήν τα υποδήματα;
ΣΤΕΠΑΝ
Τα έβαψα.
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ
Αι, γυαλίζει;
ΣΤΕΠΑΝ
Όσο για να γυαλίζει — καλά γυαλίζει.
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ
Και όταν σου έδιδε τη μπογιά δεν σ' ερώτησε, τι την θέλει τάχα ο
αφέντης σου τέτοια μπογιά;
ΣΤΕΠΑΝ
Όγεσκαι.
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ
Μην τύχη και σ' ερώτησε, μήπως τάχα ο αφέντης σου έχει στο νου του
να παντρευτή;
ΣΤΕΠΑΝ
Όγεσκαι, τίποτε δε μου 'πε.
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ
Καλά λοιπόν, πήγαινε στο καλό!
ΣΚΗΝΗ Ε'.
Ποτκαλιόσην, μόνος.
Τώρα τι είνε τα υποδήματα — τιποτένιο πράγμα, και μολαταύτα, αν
είνε κακορραμμένα και η μπογιά κοκκινωπή, μέσα εις μίαν καλήν
συναναστροφήν δεν σ' εκτιμά ο άλλος. Όπως και να είνε . . . . .
δεν πηγαίνει. Αμέ να έχης και κάλους — αηδέστατον!. Μπορώ να έχω
δεν ξεύρω τι, μα όχι κάλους — Αι Στεπάν!
ΣΚΗΝΗ ΣΤ'.
Ποτκαλιόσην και Στεπάν
ΣΤΕΠΑΝ
Τι ορίζετε;
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ
Είπες του Τσαγκάρη να μη μου κάμη κάλους;
ΣΤΕΠΑΝ
Το είπα.
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ
Κ' εκείνος τι σου είπε;
ΣΤΕΠΑΝ
Καλά — λέγει.
(Ο Στεπάν φεύγει).
ΣΚΗΝΗ Ζ'.
Ποτκαλιόσην, είτα Στεπάν
Διάβολε, ωστόσο πολλαίς φροντίδες έχει η παντρειά! Και τούτο, κ'
εκείνο, κι' αυτό, και όλα πρέπει να είνε εν τάξει. Το πήρ' ο
διάβολος! δεν είνε τόσο εύκολο πράγμα όπως έχουν να πουν. Αι,
Στεπάν! (Ο Στεπάν εισέρχεται): Ήθελα να σου ειπώ ακόμη κάτι
τι . . . . .
ΣΤΕΠΑΝ
Η γρηά ήλθε.
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ
Α, ήλθε; 'πέ της να έλθη εδώ (Ο Στεπάν φεύγει). Μάλιστα, είνε . . .
δύσκολον . . . δύσκολον . . . πολύ δύσκολον πράγμα.
ΣΚΗΝΗ Η'.
Ποτκαλιόσην και Φέκλα.
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ
Ω, καλημέρα, Φέκλα Ιβάνοβνα! Αι, λοιπόν, τι; πώς; Πάρε κάθισμα,
κάθισε και λέγε. Αι, λοιπόν, πώς; λέγε λοιπόν, τι κάμνει η . . .
πώς την λέγουν; η Μελάνια! . . . .
ΦΕΚΛΑ
Η Αγάφια Τύχωνοβνα;
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ
Ναι, ναι, η Αγάφια Τύχωνοβνα· χωρίς άλλο θα είνε κανένα
σαρανταχρονιάρικο κοριτσάκι, αι;
ΦΕΚΛΑ
Με συγχωρείτε, όχι· δηλαδή, όταν θα τήνε παντρευθήτε θα ιδήτε πως
κάθε μέρα δα μ' εγκωμιάζετε και θα μ' ευγνωμονήτε.
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ
Θαρρώ πως λέγεις ψεύματα, Φέκλα Ιβάνοβνα!
ΦΕΚΛΑ
Είμαι γρηά γυναίκα και ψέματα δεν λέγω· ο εξαπεδώ μονάχα λέγει τα
ψέμματα!
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ
Και η προίκα, η προίκα; Για ξαναπέμου τα.
ΦΕΚΛΑ
Η προίκα της είνε: σπίτι πέτρινο με δύο πατώματα με αρκετά
στρογγυλό εισόδημα: ένας αλευράς της δίνει επτακόσια ρούβλια για
το μαγαζί· η μπυραρία — το υπόγειο, δεν αδειάζει από το πρωί ως το
βράδυ: δύο ξύλινα σπίτια μες την αυλή — το ένα όλο από ξύλο, και
το άλλο με πέτρινα θεμέλια, και το καθένα της δίνει εισόδημα από
τετρακόσια ρούβλια, έχει ακόμη και ένα λαχανόκηπο προς το μέρος
του Βύμπορου· τρία τώρα χρόνια είνε που το νοικιάζει σ' ένα μανάβη
που το φυτεύει λάχανο, ένας μανάβης και τι μανάβης, το κρασί ποτέ
στο στόμα δεν το βάζει· έχει και τρεις γιους — τους δύο τους
επάντρεψε, ο τρίτος, — είνε νέος, λέει, ακόμη, ας καθίση στο
μαγαζί, για να βοηθή τον πατέρα του σ' το εμπόριο· είμαι ποια
γέρος, λέει, και ας καθίση ο γιος μου να με ξελαφρόνη λιγάκι.
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ
Και πώς είνε; εύμορφη είνε;
ΦΕΚΛΑ
Άγγελος! Άσπρη, κόκκινη, σαν το αίμα με το γάλα. . . . Γλυκειά, —
που δεν 'μπορώ να σας πω! θα ευχαριστηθήτε ως εδώ. . . . (δεικνύει
τον λαιμόν της), δηλαδή θα μου 'πής: «Μωρέ μπράβο σου, Φέκλα
Ιβάνοβνα»!
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ
Ναι, αλλά βλέπεις αυτή δεν είνε κόρη ανωτέρου αξιωματικού.
ΦΕΚΛΑ
Είνε κόρη εμπόρου τρίτης τάξεως. Αλλά αυτή ειμπορεί να κάμη τιμή
και σε στρατηγό ακόμη. Πραματευτή δεν θέλει ούτε να τον ακούση·
εγώ, λέγει, θέλω να πάρω άνδρα ευγενή, και ας μην είνε και τόσο
ώμορφος. Είδες λεπτότη που σου την έχει! Και σαν φορέση την
Κυριακή το μεταξωτό της φουστάνι, να, μα το Χριστό, φέξε ήλιε! Μια
πριγκηπέσσα!
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ
Μα για τούτο εγώ σ' ερώτησα — γιατί εγώ είμαι, ξέρεις, αυλικός
σύμβουλος, λοιπόν . . . καταλαμβάνεις;
ΦΕΚΛΑ
Αμ' και βέβαια, καταλαβαίνω. Μας την εζήτησε και ένας αυλικός
σύμβουλος αλλά δεν εδεχθήκαμε· δεν της άρεσε· είχε κι' αυτός, ο
ευλογημένος ένα παράξενο φυσικό, που δεν έλεγε ποτέ αλήθεια· και
ήτανε τι παρουσιαστικός άνθρωπος. Τι να σου κάμη κι' αυτός, έτσι
τον έκαμε η φύσις· κι' αυτός δεν το ήθελε, αλλά δεν ημπορούσε να
πη αλήθεια· ήτον από Θεού.
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ
Και καμμία άλλη εκτός αυτής δεν υπάρχει;
ΦΕΚΛΑ
Και τι να την κάμετε την άλλην; αυτή είνε η ποιο καλλίτερη.
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ
Να είνε τάχα, λες, καλλίτερη;
ΦΕΚΛΑ
Στη γη στην οικουμένη 'σάν αυτήν δεν βρίσκεται.
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ
Θα σκεφθούμεν, θα σκεφθούμεν, κυρά μου. Έλα μεθαύριον και πάλιν τα
ξαναλέμε, εγώ έτσι δα πλαγιαστός και συ θα μου τα διηγήσαι . .
ΦΕΚΛΑ
Καλέ τι κάθεσαι και λες; πάνε τώρα τρεις μήνες που πάγω κι'
έρχομαι, κι' ακόμη τίποτε βέβαιο δεν άκουσα από το στόμα σου!
Κάθετ' εκεί τυλιγμένος μες τη ρόμπα του και δος του και καπνίζει
με την πίπα του!
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ
Αμ' πως, ενόμισες, ότι ο γάμος είνε το ίδιο, σαν να φωνάξης «Αι
Στεπάν, δόσε μου τα παπούτσια», να τα περάσης εις τα πόδια σου και
να πάρης δρόμο; Αυτό, κυρά μου, πρέπει να το καλοσκεφθής, πρέπει
να το καλομελετήσης . . . να το παρατηρήσης . .
ΦΕΚΛΑ
Και τι τάχα; αφού θες να παρατηρήσης γιατί δεν πηγαίνης να την
ιδής; Το πράμα που θα πάρη κανείς, βέβαια, πρέπει και να το ιδή.
Πρόσταξε να σου δώσουν το ρούχο σου και πήγαινε τώρα. Η καλή
δουλειά γίνεται το πρωί.
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ
Τώρα; Δεν βλέπεις που συννέφιασε; Πάω, κ' έξαφνα με πειάνει η
βροχή . . . . .
ΦΕΚΛΑ
Τόσο το χειρότερο για σένα. Νά, άρχισαν πια ν' ασπρίζουν τα μαλλιά
σου, και γλήγορα δεν θ' αξίζεις πια για παντρειά! Μεγάλο πράμα
τάχατες αυλικός σύμβουλος! Μπορούμε 'μείς να διαλέξωμε τέτοιους
γαμβρούς, που εσένα ούτε γυρίζουμε να σε ιδούμε.
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ
Τι κουταμάρες κάθεσαι και λες; Πού τα είδες τα άσπρα μαλλιά;
(ψηλαφεί την κόμην του).
ΦΕΚΛΑ
Ένας άνθρωπος που ζη σ' τον κόσμο δε μπορεί παρά ν' ασπρίσουν και
τα μαλλιά του. Άκουσε που σου λέγω· αν αυτή δεν σου αρέση, καμμία
δεν θα σ' αρέση. Έχω εγώ στο μάτι ένα κάποιο πλοίαρχο, που συ ούτε
σ' τον ώμο του δεν τόνε φθάνεις· κ' έχει μια φωνή σαν μιλή, που
νομίζεις πως είνε σάλπιγγα· έχει θέσι σ' το ναυαρχείο.
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ
Ψεύτρα! θα κυττάξω σ' τον καθρέπτη, — που σ' το διάβολο τα ηύρε τα
άσπρα μαλλιά! Αι, Στεπάν, φέρε τον καθρέπτη! Ή όχι, στάσου,
πηγαίνω ο ίδιος. Ακούς εκεί! Ο Θεός να φυλάξη! τούτο είνε
χειρότερο από 'βλογιά (απέρχεται εις το παρακείμενον δωμάτιον).
ΣΚΗΝΗ Θ'.
Φέκλα και Κοτσκαριώφ.
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ
Αι, Ποτκαλιόσην! . . . (βλέπων την Φέκλαν). Συ, εδώ; Μπα, που να
σε . . . Γιατί διάβολο μ' επάντρεψες; αι;
ΦΕΚΛΑ
Και τι κακό βρίσκεις σ' αυτό; Νόμιμο πράμα!
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ
Νόμιμο, πράγμα! τάχα, πήρα γυναίκα! Μήπως και χωρίς αυτήν δεν
ημπορούσα να κάμω!
ΦΕΚΛΑ
Και καλά, συ ο ίδιος δεν μ' εφορτονόσουσα: πάντρεψέ με, κυρά,
πάντρεψέ με κυρά!
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ
Α, γρηά ποντίκα! . . . Καλά, αμ' εδώ τι θέλεις; Μήπως ο
Ποτκαλιόσην σκοπεύει να . . .
ΦΕΚΛΑ
Και τι τάχα; η ώρα η καλή.
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ
Όχι δα! Βρε τον παληάνθρωπο, και να μη μου ειπή τίποτε. Τι
άνθρωπος! είδες τον, μυστικά τάχει!
ΣΚΗΝΗ Ι'.
Οι αυτοί και ο Ποτκαλιόσην, κρατών καθρέπτην εν ώ κατοπτρίζεται
μετά πολλής προσοχής.
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ
(Κρύπτεται όπισθεν αυτού και τον τρομάζει)
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ
(Αναφωνεί και ρίπτει τον καθρέπτην) Δαιμονισμένε! τι είνε αυτά.
γιατί . . . τι ανοησίαι είν' αυταί! Μ' ετρόμαξες αλήθεια, έσπασε η
χολή μου!
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ
Δεν πειράζει, εχωράτεψα.
ΠΟΤΑΚΛΙΟΣΗΝ
Τι αστεία είνε αυτά! ακόμη δεν ειμπορώ να συνέλθω από τον τρόμον.
Νά, έσπασα και τον καθρέπτη! εγώ χάρισμα δεν τον επήρα: τον
αγόρασα από το Αγγλικό μαγαζί.
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ.
Έλα τώρα, μεγάλη δουλειά! εγώ σου πέρνω άλλον καθρέπτη.
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ
Ναι, θα μου πάρης· τέτοιον καθρέπτην δεν τον βρίσκεις. Ξεύρω εγώ
αυτούς τους άλλους καθρέπτας, που σε κάνουν δέκα ολόκληρα χρόνια
πιο γέρο και με μια μούρη τόση δα, σαν καλαπόδι.
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ
Άκουσ' εδώ, εγώ πρέπει να είμαι περισσότερο θυμωμένος εναντίον
σου: συ, από εμένα, τον φίλον σου κρύπτεις τα πάντα. Σκοπεύεις να
παντρευθής.
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ
Κουταμάραις! ούτε το εσκέφθηκα!
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ
Νά και η απόδειξις (Δεικνύει την Φέκλαν) Νά την, που στέκετ' εκεί,
γνωστή — σαν κάλπικος παράς. Ας είνε, δεν πειράζει: εδώ ας πούμε
δεν είνε και τίποτε κακό — πράξις χριστιανική και μάλιστα αναγκαία
διά την πατρίδα. Ορίστε λοιπόν, ορίστε, εγώ τα πέρνω επάνω μου
όλα. (τη Φέκλα) Λοιπόν, λέγε, συ, πως και τι και τα λοιπά — είνε
κόρη ευγενούς, υπαλλήλου, ή ανήκει εις την τάξιν των εμπόρων και
πώς είνε τώνομά της;
ΦΕΚΛΑ
Αγάφια Τύχωνοβνα.
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ
Αγάφια Τύχωνοβνα Βρανδαχλίστοφ;
ΦΕΚΛΑ
Όχι, όχι — Κουπεργγιάγην.
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ
Πού κατοικεί — στα προάστεια;
ΦΕΚΛΑ
Με συγχωρείς, κάθεται εδώ κοντά, στα σαπουνάδικα.
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ
Ναι, στα σαπουνάδικα, δίπλα στο μαγαζάκι, ένα ξύλινο σπίτι;
ΦΕΚΛΑ
Με συγχωρείς, δεν είνε δίπλα στο μαγαζάκι, αλλά στην μπυραρία.
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ
Πώς δίπλα σ' τη μπυραρία, αυτό δεν το ξεύρω.
ΦΕΚΛΑ
Ναι, άμα γυρίσης το δρόμο, θα ιδής αντίκρυ μια παράγκα και άμα
περάσης την παράγκα γυρίζεις ζερβά, και θα ιδής 'μπρός στα μάτια
σου, δηλαδή νά, έτσι, μπρος στα 'μμάτια σου ένα ξύλινο σπίτι που
κάθεται μια ράφτρα, αμέσως όμως θα ιδής δεύτερο σπίτι πέτρινο και
αυτό το σπίτι είνε το δικό της, δηλαδή εις αυτό το οποίον κάθεται
η Αγάφια Τύχωνοβνα, η νύφη.
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ
Καλά, καλά, τώρα εγώ όλα αυτά τα διορθώνω· συ τώρα πήγαινε,
περισσότερο δε σ' έχομε ανάγκη.
ΦΕΚΛΑ
Πώς; Μήπως μόνος σου θέλεις να κάμης το γάμο;
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ
Μόνος μου, μόνος μου, συ μοναχά μην ανακατεύεσαι.
ΦΕΚΛΑ
Αχ, αδιάντροπε! Και είνε δουλειά των αντρών αυτή; Μην ανακατευθής,
αφέντη, αλήθεια.
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ
Πήγαινε, πήγαινε! σε δουλειά που δεν καταλαβαίνεις, μη
ανακατεύεσαι. Κάθε κατεργάρης στο μπάγκο του. Μαρς!
ΦΕΚΛΑ
Μόνο για να κόβετε το ψωμί των ανθρώπωνε, αθεόφοβε! εγώ φταίω που
ανακατεύθηκα με τέτοιαις βρώμαις. Αν ηύξευρα, δεν θα έλεγα τίποτε!
(Φεύγει αγανακτισμένη).
ΣΚΗΝΗ ΙΑ'.
Ποτκαλιόσην και Κοτσκαριώφ.
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ
Αι, φίλε μου, αυτή η δουλειά δεν επιδέχεται αναβολήν, πηγαίνομεν.
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ
Μα εγώ τίποτε ακόμη δεν απεφάσισα· εσκέφθηκα μοναχά πως . .
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ
Δεν πειράζει, δεν πειράζει! Μόνο να μη σου κακοφανή! εγώ θα σε
παντρέψω έτσι, που ούτε είδησι θα το πάρης. Θα πάμε τώρα αμέσως
εις της νύμφης, και θα ιδής τι έξαφνα . . Το γοργό και χάριν έχει!
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ
Αυτό μας έλειπε . . . να πάμε και αμέσως.
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ
Και γιατί τάχα, όχι αμέσως. Δεν βλέπω τι σ' εμποδίζει . . Κύτταξε
και συ ο ίδιος· τι κερδίζεις που δεν είσαι παντρευμένος; Κύτταξε
την κάμαρά σου: Κατάστασις είνε αυτή; Νά, εκεί στέκει ένα
ακαθάριστο υπόδημα, νά η λεκάνη του νυπτήρος, νά ένας ολόκληρος
σωρός καπνού επάνω στο τραπέζι. Και συ πλαγιασμένος εκεί 'σάν
φασκιωμένο μωρό, όλη μέρα δίπλα.
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ
Αυτό είν' αλήθεια . . . το ξέρω κ' εγώ πως δεν έχω καμμία τάξι.
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ
Λοιπόν, όταν πάρης γυναίκα θα ιδής, πως ούτε τον εαυτό σου ούτε
τίποτε θα αναγνωρίζης· εδώ θα τεθή ένας καναπές, θα έχετε ένα
σκυλάκι, κανένα καναράκι σ' το κλωβί, εργόχειρα . . Και φαντάσου,
να κάθεσαι σ' τον καναπέ και έξαφνα να έρχεται να καθίζει κοντά
σου η γυναικούλα σου, μία ομορφούλα . . . και με το χεράκι
της . . .
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ
Διάβολε, αλήθεια να φαντασθή κανείς, πως υπάρχουν πράγματι, κάτι
χεράκια, μα βρε αδελφέ, σαν το γάλα!
ΚΟΤΣΚΑΡΩΦ
Και που να ιδής ακόμη! Μήπως μονάχα τα χεράκια τους είνε; . έχουν
φίλε μου, αυταίς . . . και πού να σου τα λέγω; . . έχουν . . . και
τι δεν έχουν! . . .
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ
Να σου 'πώ την αλήθεια, πολύ, μ' αρέσει όταν έχω σιμά μου έμορφη
γυναίκα.
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ
Το βλέπεις λοιπόν, πως επιάσθηκες μοναχός; Τώρα δεν μένει άλλο
παρά να τα καταφέρωμεν . . Εσένα μη σε μέλει διά τίποτε. Το γεύμα
του γάμου και τα λοιπά άφησε τα επάνω μου . . Σαμπάνια, βέβαια,
όχι ολιγώτερον από μία ντουζίνα, φίλε μου, σ' αρέσει δεν σ'
αρέσει! Μαδέρα — μισή ντουζίνα χωρίς άλλο. Η νύμφη θα έχει βέβαια
ένα σωρό θειαίς και κουμπάραις, και ξεύρεις αυταίς δεν χορατεύουν!
Αμέ άσπρο του Ρήνου; σ' το διάβολο, δεν χρειάζεται, αι, τι λες;
Όσο δε διά το γεύμα, έχω εγώ, φίλε μου. ένα εργολάβο, που είνε
ικανός, — το σκυλί να σε κάμη να μη 'μπορής να σηκωθής από το
τραπέζι.
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ
Μα, βρε αδελφέ, εσύ το πέρνης τόσο ζεστά το πράγμα, που θαρρείς
πως ευθύς πια κι' ο γάμος.
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ
Και γιατί όχι; Γιατί ν' αναβάλωμεν; μήπως δεν είσαι σύμφωνος;
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ
Ποιος εγώ; όχι δα, εγώ καλά-καλά ακόμη δεν είμαι σύμφωνος.
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ
Νά τα μας! Και καλά, τώρα ακόμη δε εδήλωσες πως θέλεις;
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ
Εγώ είπα μοναχά πως δεν θα ήτον άσχημα!
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ
Τι λες, βρε αδελφέ; Μα εμείς δεν τα είχαμε τώρα τελειωμένα όλως
διόλου; . . . Μα τι — μήπως δεν σ' αρέσει τάχα η συζυγική ζωή;
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ
Όχι, μου αρέσει.
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ
Αι, λοιπόν, γιατί έμεινεν η δουλειά;
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ
Η δουλειά, ας πούμε, δεν έμεινε, αλλά νά, ξεύρω κ' εγώ, μου
φαίνεται σαν παράξενο . . .
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ
Και τι σου φαίνεται παράξενο;
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ
Πώς να μην μου φανή, αδελφέ, παράξενον, ίσα με τώρα να είμαι
ανύπανδρος και να βρεθώ έξαφνα παντρεμένος.
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ
Έλα, έλα, σαν δεν εντρέπεσαι να τα λέγης! Όχι, εγώ βλέπω ότι
πρέπει να σου μιλήσω σοβαρά. Θα σου ομιλήσω λοιπόν ειλικρινώς ως
πατέρας προς το παιδί του. Παρατήρησε, παρατήρησε τον εαυτό σου με
προσοχήν. Νά, παραδείγματος χάριν, έτσι, όπως κυττάζεις εμένα
τώρα. Τι νομίζεις πως είσαι; ένα κούτσουρο εκεί, χωρίς καμμία
σημασία. Και δε μου λες, γιατί, γιατί ζης σ' τον κόσμο. Κύτταξε σ'
τον καθρέπτη να ιδής τα μούτρα σου — τι βλέπεις εκεί μέσα; ένα
βλάκικο μούτρο και τίποτε περισσότερο. Φαντάσου τώρα να κάμης
παιδάκια και όχι δύο και τρία αλλά πέντε και έξη και να είνε
απαράλλακτα με σένα όλα· είσαι τώρα μόνος και είσαι αυλικός
σύμβουλος διεκπεραιωτής ή τμηματάρχης ποιος ξεύρει τελοσπάντων τι
διάβολο είσαι; Τότε όμως φαντάσου, θα έχης τόσα διεκπεραιωτάκια,
τόσα, μικρά τμηματαρχάκια και κανένας μάλιστα απ' αυτά
μπερμπαντάκος θ' απλώνη τα χεράκια του και θα σου τραβά τις
φαβορίταις σου και συ θα κάμνης μονάχα σαν το σκυλί: γαβ, γαβ,
γαβ! Αι, υπάρχει άλλο ωραιότερο απ' αυτό; Πε και συ ο ίδιος.
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ
Τι άτακτα όμως, τα βρώμικα που θα είνε: όλα τα πράγματα θα μου τα
χαλούν, θα μου σκορπίζουν τα χαρτιά . . .
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ
Ας ατακτούν όσο θέλουν, αλλά έλα δα πάλιν που θα σου 'μοιάζουν
όλα! αυτό να ιδής.
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ
Πράγματι, είνε αστείο να πάρη ο διάβολος, μια πομπή εκεί, ένα
κουταβάκι — και να σου 'μοιάζη!
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ
Πώς δεν είν' αστείο, βέβαια είνε αστείο· πάμε λοιπόν!
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ
Ας πάμε.
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ
Αι, Στεπάν! βοήθησε γλήγορα τον αφέντη σου να φορέση τα ρούχα του.
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ
(Ενδυόμενος προ του καθρέπτου). Εγώ νομίζω, ότι δεν δα ήτον άσχημα
να φορέσω το άσπρο μου γελέκο.
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ
Δεν βαρύνεσαι . . . το ίδιον είνε!
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ
(Φορών την τραχηλιάν). Η αναθεματισμένη η πλύστρα άσχημα μου
εσιδέρωσε το κολάρο και δεν στέκει καλά. Να της ειπής, Στεπάν, της
ανόητης, πως άλλοτε αν μου τα σιδερώση έτσι άσχημα, θα την αλλάξω.
Φαίνεται πως της επήραν τα μυαλά οι αγαπητικοί και δεν έχει τον
νουν της εις το σιδέρωμα.
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ
Αι, κάμε δα, αδελφέ, πειο γρήγορα. Πώς αγαπάς να πασπατεύης!
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ
Τώρα αμέσως! (φορεί το φράκο και κάθηται) Άκουσε, Κοτσκαριώφ,
ξεύρεις τι; δεν πηγαίνεις καλλίτερα μοναχός σου;
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ
Άλλο τούτο πάλιν! Μήπως ετρελλάθης; εγώ να πάγω; Και ποιος θα
παντρευθή συ ή εγώ;
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ
Να σου πω την αλήθεια, σαν να μην έχω διάθεσιν. Δεν αφίνομε
καλλίτερα αύριον;
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ
Κ' έχεις ένα σπυρί μυαλό σ' το κεφάλι σου; Τι χωριάτης άνθρωπος
είσαι συ! ετοιμάσθη καλά, — καλά κ' έξαφνα, λέει, δεν έχω
διάθεσιν! Πε μου σ' το Θεό σου, ύστερ' απ' αυτά δεν είσαι ένας
χοίρος, ένας μασκαράς;
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ
Μα τι με 'βρίζεις βρε αδελφέ; Γιατί; Τι σου έκαμα;
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ
Ηλίθιε, κουτέντιε, ανόητε, ανοητότατε, ας είσαι και διεκπεραιωτής.
Και για ποιόν εγώ φροντίζω; Για σένα! Για το συμφέρον σου! Από το
στόμα σου θα σου το πάρουν το καμμάτι. Όλο και ξάπλα,
κακοχρονονάχη! Μα 'πέ μου σε παρακαλώ σαν τι 'μοιάζεις; Ου να μου
χαθής, τιποτένιε, γομάρι· θα σου λεγα εγώ ακόμη ένα λόγο, αλλά
είνε ντροπή να τον ειπώ. Μια μπαμπόγρηα εκεί, χειρότερος κι' από
γρηά!
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ (χαμηλοφώνως).
Έννοια σου και συ δεν είσαι καλλίτερος! (δυνατά). Δεν είσαι με τα
καλά σου! Κάθεται κ' 'βρίζει εμπρός εις τον υπηρέτην και ακόμη με
συχαμένα λόγια. Δεν ηύρες άλλο μέρος; . . .
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ
Πώς θέλεις να μη σε 'βρίσω: Πε μου, σ' τον Θεό σου — ποιος αντέχει
να μη σε βρίση; Απεφάσισε να παντρευτή σαν καθώς πρέπει άνθρωπος,
ηκολούθησε την φωνήν της φρονήσεως, κ' έξαφνα, το κούτσουρο,
θαρρείς πως τον εκαβαλλίκεψε ο διάβολος . . .
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ
Αι, καλά, βρε αδελφέ, πηγαίνω, που μ' εξεκούφανες με τις φωναίς
σου!
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ
Πηγαίνω! Και βέβαια, τι άλλο 'μπορείς να κάμης παρά να πας! (τω
Σεπτάν) Δος του το καπέλλο και το επανοφόρι του.
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ (παρά την θύραν).
Τι περίεργος άνθρωπος. Δύσκολα ξεμπερδεύεις μαζύ του· σε 'βρίζει
εκεί διά το τίποτε και κανένα καλό τρόπο δεν ηξεύρει.
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ
Τώρα ετελείωσε: δε 'βρίζω πια (αμφότεροι εξέρχονται).
ΣΚΗΝΗ ΙΒ'.
Θάλαμος εν τη οικία της Αγάφιας Τύχωνοβνας.
Η Αγάφια Τύχωνοβνα απλώνει παιγνιόχαρτα επί της τραπέζης· όπισθεν
αυτής βλέπει η θεία Αρήνα Παντελεημόνοβνα.
ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ
Και πάλιν δρόμος θεία! Ενδιαφέρεται κάποιος ρήγας καρρό, δάκρυα,
ερωτική επιστολή. Αριστερά ο ρήγας σπαθί ενδιαφέρεται πολύ, αλλά
κάποια κακούργα τον εμποδίζει.
ΑΡΗΝΑ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΒΝΑ
Και σαν ποιος να ήνε, λέει, ο ρήγας σπαθί;
ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ
Ποιος ξεύρει.
ΑΡΗΝΑ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΒΝΑ
Εγώ όμως τόνε ξεύρω.
ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ
Ποίος είνε;
ΑΡΗΝΑ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΒΝΑ
Εκείνος ο καλός πραματευτής, που είνε στα τσοχαντζίδικα, ο Αλεξέι
Δμήτριεβιτζ Σταρηκώφ.
ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ
Είμαι βεβαία, πως δεν είν' αυτός. Στοιχηματίζω, πως δεν είν'
αυτός!
ΑΡΗΝΑ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΒΝΑ
Μη φιλονικείς, Αγάφια Τύχωνοβνα, είν' εκείνος με τα ξανθά μαλλιά,
άλλος από τον ρήγα σπαθί δεν είνε.
ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ
Και μολαταύτα δεν είνε· ο ρήγας σπαθί εδώ, εννοεί ευγενή. Του
εμπόρου δεν του τεριάζει ο ρήγας σπαθί.
ΑΡΗΝΑ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΒΝΑ
Αι, Αγάφια Τύχωνοβνα, αν εζούσεν ο μακαρίτης ο πατέρας σου, ο
Τύχων Παντελεημόνοβιτζ δεν θα τάλεγες αυτά. Καμμιά φορά σαν
εκτυπούσε με το γρόθο του το τραπέζι κ' έκοβε την φωνή: «να φτύσω»
λέει «εκείνον που 'ντρέπεται να είνε πραματευτής, και δεν θα δώσω»
λέει «την κόρη μου και σε συνταγματάρχη. Ας τους κάμουν γαμπρούς
οι άλλοι! Και τον γυό μου, λέει, δεν θέλω να τον κάμω στρατιωτικό.
Τι; λέει, μήπως ο πραματευτής δεν δουλεύει τον βασιλέα όπως κάθε
ένας;» Και δος του, να κτυπά με το γρόθο του το τραπέζι. Κ' είχε κ'
ένα γρόθο ο μακαρίτης σαν ένα κουβά μεγάλο — φόβος και τρόμος! Να
πούμε όμως και τη μαύρη αλήθεια, εκείνος έστειλε και τη μητέρα σου
σ' τον άλλο κόσμο· διαφορετικά θα εζούσε περισσότερο!
ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ
Νά η ώρα να πάρω κ' εγώ ένα τέτοιον άνδρα! Να ξεύρω και τι, δεν
πέρνω έμπορον!
ΑΡΗΝΑ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΒΝΑ
Ο Αλεξέι Δμήτριεβιτζ όμως δεν είνε τέτοιος.
ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ
Δεν τόνε θέλω, δεν τόνε θέλω! έχει γένεια ό,τι τρώγει θα πέφτει
απάνω, όχι, όχι, δεν τόνε θέλω!
ΑΡΗΝΑ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΒΝΑ
Και πού θα εύρης ευγενή καλό; Μες στο δρόμο δε θα τον εύρης.
ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ
Η Φέκλα Ιβάνοβνα θα τον εύρη. Αυτή μου υπεσχέθη πως θ' αύρη τον
καλλίτερο.
ΑΡΗΝΑ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΒΝΑ
Μη την πιστεύεις μμάτια μου, αυτή είνε ψεύτρα.
ΣΚΗΝΗ ΙΓ'.
Αι άνω και Φέκλα Ιβάνοβνα.
ΦΕΚΛΑ ΙΒΑΝΟΒΝΑ
Όχι, Αρήνα Παντελεημόνοβνα, κρίμα είνε να με συκοφαντής άδικα.
ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ
Α! Η Φέκλα Ιβάνοβνα! Αι, για λέγε: αι, βρήκες;
ΦΕΚΛΑ ΙΒΑΝΟΒΝΑ
Βρήκα, βρήκα· στάσου πρώτα να πάρω την αναπνοή μου — έκαμα τόσον
κόπο! Κατά την παραγγελία που μου 'δωσες, δεν άφησα ούτε γραφείο,
ούτε υπουργείο, ούτε φυλακείο . . . Ξεύρεις, παιδί μου, κόντεψα να
φάγω και ξύλο, μα τον Θεό! Με ηύρε εκείνη η γρηά, που έκαμε τον
γάμο του Αφέρωφ και τόσο με φορτώθηκε που και τι δεν μου 'ψαλλε:
Πείσα-δείξα, μου λέγει, μόνο για να μου κόβης το ψωμί είσαι. Να
πας στη γειτονιά σου λέει. Μα εγώ της είπα ορθά κοφτά πως εγώ για
την κυρία μου, και μη προς βάρος σου, είμαι έτοιμη να θυσιασθώ.
Για τούτο δα και σου επρομήθεψα τους πειο διαλεκτούς γαμπρούς.
Δηλαδή στη γη στην οικουμένη ούτε βρεθήκανε ποτέ τέτοιοι ούτε θα
γείνουν. Σήμερα θα έλθουν μερικοί. Επέρασα απ' εδώ επίτηδες να σε
προειδοποιήσω.
ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ
Πώς, σήμερα; Φέκλα Ιβάνοβνα, ψυχή μου, εγώ φοβούμαι.
ΦΕΚΛΑ ΙΒΑΝΟΒΝΑ
Μην τρομάζεις μάνα μου; πράματα του κόσμου! θα έρθουν, θα ιδούν,
και τίποτε άλλο, θα τους ιδής και συ· αν δεν σου αρέσουν, —
φεύγουν.
ΑΡΗΝΑ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΒΝΑ
Και θα ηύρες καλούς, βέβαια!
ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ
Και πόσοι είνε, — πολλοί;
ΦΕΚΛΑ ΙΒΑΝΟΒΝΑ
Έξ τους έχω πια!
ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ (αναφωνεί).
Α!
ΦΕΚΛΑ ΙΒΑΝΟΒΝΑ
Γιατί παιδί μου ξαφνίστηκες έτσι; Καλλίτερα να διαλέξης· αν δεν σ'
αρέση ο ένας θα σ' αρέση ο άλλος.
ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ
Και τι είνε — ευγενείς;
ΦΕΚΛΑ ΙΒΑΝΟΒΝΑ
Όλοι διαλεκτοί — ένας κ' ένας· τέτοιοι ευγενείς, δεν εμεταγίνηκαν.
ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ
Πώς είνε λοιπόν, πώς;
ΦΕΚΛΑ ΙΒΑΝΟΒΝΑ
Καλοί, ώμορφοι, όλοι καθώς πρέπει. Ο πρώτος, ο Βαλταζάρ
Βαλταζάροβιτζ Ζεβάκην: είνε τόσο καλός, . . . υπηρετεί στο ναυτικό
— σου τεροιάζει μια χαρά! λέγει πως θέλει τη νύφη να είνε
σαρκωμένη, η ξηρακινές, λέει, δεν του αρέσουν. Ο Ιβάν Παύλοβιτς
πάλι είνε πρωτοκολλητής και τόσο σοβαρός άνθρωπος που δεν ημπορείς
να τον πλησιάσης. Παρουσιαστικός, παχύς, και σαν μου βάλη τη φωνή
«Μη μου λέγεις άρες-μάρες, πως η νύφη είνε τέτοια και τέτοια· να
μου πης καθαρά και ξάστερα, πόσα είνε τα κινητά και τα ακίνητά
της;» — τόσα και τόσα αφέντη μου! «Ψέμματα λες, διαβόλου κόρη!»
Κι' ακόμη, μάνα μου, μου ξεφούρνησε μια τέτοια λογάρα, που είνε
'ντροπή και να σου την ξεστομίσω· εγώ αμέσως εκατάλαβα πως αυτός
πρέπει νάνε σπουδαίος άνθρωπος!
ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ
Άλλος ποιος είν' ακόμη;
ΦΕΚΛΑ ΙΒΑΝΟΒΝΑ
Είνε ο Νικανώρ Ιβάνοβιτς Ανούτσκην, ένας ευγενέστατος άνθρωπος, να
ιδής τα χείλη του, μάτια μου, βύσινο, καθ' εαυτό βύσινο — λαμπρός
άνθρωπος! «εγώ», λέει, «θέλω τη νύφη να ήνε ωραία, να ήνε μορφωμένη
και να ξεύρη να μιλή και γαλλικά». Ναι, λεπτής ανατροφής άνθρωπος,
γερμανομαθημένος, κ' έχει κάτι ποδαράκια λεπτά — λεπτά!
ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ
Α! όχι, να σου ειπώ, αυτοί οι λεπτοκαμωμένοι κάπως δεν μου
έρχονται δεν ηξεύρω, αλλά δεν τους βρίσκω τίποτε.
ΦΕΚΛΑ ΙΒΑΝΟΒΝΑ
Αν θέλης δυνατώτερο, τότε πάρε τον Ιβάν Παύλοβιτς. Καλλίτερο από
αυτόν δεν θα βρης· εκείνος, δεν μπορείς να πης τίποτε, είνε καθ'
εαυτό αφεντάνθρωπος: χωρεί δεν χωρεί απ' αυτήν εδώ την πόρτα!
λαμπρός άνθρωπος.
ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ
Και ποίας ηλικίας είνε;
ΦΕΚΛΑ ΙΒΑΝΟΒΝΑ
Νέος είν' ακόμη: τα πενήντα τάχει δεν τάχει.
ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ
Και πώς είνε το επίθετόν του;
ΦΕΚΛΑ ΙΒΑΝΟΒΝΑ
Το παράνομά του; Ιβάν Παύλοβιτς Σφογγάτος.
ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ
Αυτό είνε το επίθετόν του;
ΦΕΚΛΑ ΙΒΑΝΟΒΝΑ
Το επίθετό του!
ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ
Ω, Θεέ μου, τι επίθετον! άκουσε, Φέκλα μου, δε μου λες, σε
παρακαλώ, αν τύχη και πάρω άνδρα αυτόν θα με λέγουν: Κυρίαν
Σφογγάτου; Τι πράγμα είνε αυτό! . . .