ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (γράφων παρά την τράπεζαν).

Αι, φθάνει! μέτρα! Γιατί εσένα σου αρέσει να κοπανίζης αέρα. Έχει

αυτός ο άνθρωπος μια κάποια υπερευαισθησία: ενώ φαίνεται πως είνε

κούτσουρο, αμέσως μαλακόνει.

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ (εν εκτάσει).

Χριστέ και Παναγία μου! Πώς αναγαλλιάζει η καρδιά μου, τι μυρωδιές

με λούζουν απ' όλα τα μέρη! κάτι γιασεμιά μυρίζουν και πρέπει να

συμπεράνω πως τώρα τέτοιαις ανοησίαις κάθουμαι και κοπανίζω που

ύστερα θα 'ντρέπομαι τον εαυτό μου.

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Χα, χα, χα! Το πιστεύω.

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

Γελάτε, γελάτε! Τι σας μέλει σας; Εσείς ξέρετε και τα μπαλόνετε,

όλους τους τυλίγετε, τους πέρνετε τον αέρα! Αν σας είχα όμως στη

θέσι μου — τότε θα εβλέπαμε: Μάλιστα! Ερωτήσετε το Θόδωρο να σας

πη. Όταν ελείπατε τα είχα χάσει όλως διόλου· ο νους μου

εσκοτίσθηκε· εκαθόμουνα εδώ να . . . (δεικνύει τον μάρσιπον) και

έσκουζα σαν το σκυλί.

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Άκουσ' εδώ, εγώ περιμένω . . . έτσι δεν θα τελειώσωμε ποτέ!

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

Μα τι, Μιχάηλο Βασίλειτς, ούτε να χαρώ πια δεν 'πορώ: (διαλέγει τα

χρήματα). Νά τα, νά τα, τα φίλτατα! Τα πουλάκιά μου, τα

χελιδονάκιά μου! Αυτό εδώ ένα μάτσο παρδαλόψαρα, κι' άλλο, κι'

άλλο . . . να κι' άλλα μελιντζανιά: άλλο μάτσο, κι' άλλο και

τρρρίτο και τέταρρρτο . . . χα, χα, χα! χι-χι-χι! Χριστέ και

Παναγία μου! Και τι δε θα 'μπορούσα να κάμω, τι δε θα 'μπορούσα να

σκαρώσω με αυτά τα αγαθά! . . . (Κάθεται και μετρά. Σιγή).

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

(φορέσας τον πίλον και την γούναν του, πλησιάζει προς τον

Ρασπλιούγεφ).

Λοιπόν, τεκνίον, ετελείωσες;

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ (σπεύδων).

Τώρα . . . τώρα . . . αμέσως . . .

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (λαμβάνει έν δέμα).

Αυτά τα χρήματα θα τα πάγω μόνος μου· κι' αυτά (τω δίδει τα

υπόλοιπα χρήματα) πήγαινέ τα συ και εξαγόρασε το ωρολόγι. Να και

σημείωσιν πού και πόσα πρέπει να δώσης. Κύτταξε να γίνουν όλα

τακτικά.

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

(λαμβάνει τα χρήματα και τα περιτυλίσσει μετά προφυλάξεως εντός

χαρτίου).

Μιχάηλο Βασίλειτς . . . μα πώς . . αυτά τα χρήματα τα πήρες από

τον Μπεκ;

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Ναι, από τον Μπεκ.

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

Αμ' η καρφίτσα . . . Σταθήτε . . . (παρατηρεί την καρφίδα) Α, μα

αυτή είνε η βαφτιστικιά μου! είνε αυτή η ίδια, που πήρα από την

Λυδίαν Πετρόβνα; αι;

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Εννοείται· πρέπει να την επιστρέψωμεν απόψε της Λυδίας Πετρόβνας.

(Λαμβάνει την καρφίδα εκ των χειρών του Ρασπλιούγεφ και την

κλειδόνει εις το γραφείον).

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ (λαμβάνει τον πίλον του)

Πώς; Διάβολο δεν καταλαμβάνω! Μα πώς γίνεται αυτό; αι; και

χρήματα, και καρφίτσα; (ο Θόδωρος τω ρίπτει επί των ώμων του την

γούναν).

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Είσαι κυνηγάρικο σκυλί, καϋμένε Ρασπλιούγεφ, μα μυρωδιά δεν

πέρνεις . . Κρίμα σ' εσένα . . .

(Καταπίπτει η αυλαία).

ΠΡΑΞΙΣ ΤΡΙΤΗ

Κατοικία Κρετσίνσκη. Εσπέρα. Τα πάντα κατάφωτα και ευπρεπισμένα.

ΣΚΗΝΗ Α'.

Ο Θόδωρος φορών μέλαν φράκον, λαιμοδέτην, γελέκον και χειρόκτια

λευκά, αποθέτει τας λυχνίας και ξεσκονίζει τα έπιπλα. Ο

Ρασπλιούγεφ εισέρχεται βοστρυχωμένος και φορών φράκον και λευκά

χειρόκτια.

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

Χα, χα, χα! . . . Δε βαστώ! . . . (Αποθέτει τον πίλον του). Σα

φαντασθώ αυτό το σιχαμένο μούτρο, που εκαθότανε ο αλιτήριος με το

γυαλί· το φυλάγει, το φρουρεί ο Ιούδας με εφτά κλειδαριαίς, ένα

κομμάτι κρύσταλλο εκεί και είκοσι λεπτών μπακίρι . . μα μου

έρχεται . . χα, χα, χα! . . . και με πιάνει . . . φου . . .

(διορθώνεται). Και θα τρίβει τα χέρια από τη χαρά του· έξη

χιλιάδες ρούβλια έδωσε· δεν είνε και λίγα! Αυτός θα σκέπτεται: ο

Κρετσίνσκης τάχα θα ψοφήσει και το μονόπετρο θα μου μείνη . . . Αι

Θόδωρε! Δεν είνε Ναπολέων ο Μιχάηλο-Βασίλειτς; Δόσε μου ένα

μολυβοκόνδυλο . . (Ο Θόδωρος τω δίδει μολυβδοκόνδυλον). Στάσου, θα

το σημειώσω! λοιπόν εύρηκα ή έδρηκα — πώς τώπε;

ΘΟΔΩΡΟΣ

Εύρηκα, θαρρώ.

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

Ας είνε λοιπόν εύρηκα. Το πρώτο ζαγάρι που θα μου τύχη θα το βγάλω

εύρηκα. Ωιού! αι, συ, εύρηκα! καλά, δεν πειράζει. Θυμάσαι, Θόδωρε

που 'φώναζε πως βρήκε; αι, λοιπόν, πράγματι ευρήκε.

ΘΟΔΩΡΟΣ

Τα είδατε λοιπόν, Ιβάν Αντώνιτς! και σεις πια είσθε έτοιμος να

τόνε πάρετε και να τον πάτε στη φυλακή.

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

Ύστερ' απ' αυτό, τι να σου 'πώ, αδελφέ, πάω πάσσο. Έμαθες όμως πώς

τα κατάφερε;

ΘΟΔΩΡΟΣ

Πού να το 'ξέρω εγώ; Κανένας κουτός, να σου πω, δεν είμαι, μα σ'

αυτό εδώ, πα να χάσω το νου μου· το σκέπτομαι κι' έτσι, το

σκέπτομαι κι' αλλοιώς — τίποτε: δεν το χωρεί ο νους μου κι'

ετελείωσε.

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

Νά, όμως εγώ που το μαντεύω, αδελφέ, το μαα-ντεύ ω . . . κύτταξε

όμως . . . είνε μυστικό.

ΘΟΔΩΡΟΣ

Μπα! Θεός φυλάξει!

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

Άκουσε λοιπόν . . . (Διορθώνει το φράκον του και κάμνει

χειρονομίαν δια των δακτύλων). Άμα συνέλαβε στο νου του αυτό το

σχέδιο, άμα το συνέλαβε, τώφερε απ' εδώ, τώφερε απ' εκεί . . . Αι,

Ρασπλιούγεφ, μου λέγει, βοήθησέ με. Εγώ, του λέγω, είμαι πρόθυμος,

Μιχάηλο Βασίλειτς, και εις πυρ και εις θάνατον. Ιδού, λέγει, περί

τίνος πρόκειται: σφίξε, λέγει, Ρασπλιούγεφ, τη συνήδεισί σου και

πήγαινε να μου φέρης από του Μούρομσκη το μονόπετρό του δακτυλίδι,

που το περασμένο φθινόπωρο τους το είχα μετασχηματίσει εις

καρφίτσα· θυμάσαι, λέγει, κατά το σχέδιο εκείνης της καρφίτσας που

είνε πεταμένη μέσα εις το συρτάρι μου. Εγώ άρχησα νά το σκέπτωμαι

καλά.

ΘΟΔΩΡΟΣ

Ποιος — σεις;

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

Εγώ, αμέ; Σα δύσκολο μου φαίνεται, του λέγω, σα δύσκολο. Και όμως

φεύγω και πετώ σαν πουλί και μετά ένα τέταρτο σου το φέρνω: νά το,

του λέγω! Αυτός, που λες, το πέρνει, και πέρνει και το υπόδειγμα . .

τ' ακούς; το υπόδειγμα, εις το οποίον απάνω την έκαμαν . . και

ταις χώνει και ταις δυο μέσα στο πορτοφόλι του.

ΘΟΔΩΡΟΣ

Στο πορτοφόλι του! . . .

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

Στο πορτοφόλι του! Κατεργάρης, βλέπεις, και τη ψεύτικη δεν την

επέταξε . . αι; πως σου φαίνεται; αυτή λοιπόν τάκαμε όλα. Τις

πέρνει λοιπόν και μια και δυο κατ' ευθείαν εις του Μπεκ! Χρήματα,

του λέγει, τσιφούτη, χρήματα δος μου. Χρήματα; Τι χρήματα; χρήματα

δεν έχει. Αμ' με ενέχυρο έχει; Με ενέχυρο, λέει, έχει. Και πόσα,

παραδείγματος χάριν, μου δίνεις, τσιφούτη, απάνω σ' αυτό το

διαμαντένιο βουνό; . . Εκείνος άμα την είδε — τάχασε κι' άνοιξε το

στόμα του, άστραψαν τα μάτια του και τον έπιασαν κρυάδες. Από 'δώ,

απ' εκεί, την εξετάζει με τη λούπα, τήνε ζυγίζει, τήνε γυρίζει στα

χέρια του, τήνε δοκιμάζει . . είδε πως είνε πράγμα πρώτης . .

Τέσσερις! . . . Τέσσερις! . . . Παληάνθρωπε, του λέγει, και

κοστίζει δέκα . . . αι; Μωρέ τον κουτό μου κάνεις; Δόσε μου τηνε

'πίσω· δε θέλω! . . . Εκεινού ανάψανε τα αίματά του, δε 'μπορεί να

του την αφήση· τήνε πέρνει και τήνε βάζει πάλι στο πορτοφόλι του.

Δίνεις επτά; (Με κλαυθμηράν φωνήν:) Όχι δε 'μπορώ, δε 'μπορώ

πέντε! — θέλω επτά! — άκα! — αι, ας είνε έξη! — άκα! — αι, αντίο,

μα θα το μετανοιώσης· ο Συρέγγελ θα μου δώση οκτώ. Τρέμει ο

τσιφούτης, σπαρταρίζει και ουρλιάζει σα λύκος . . . Κλέ-έ-έφτης!

Ουφ! . . . πάρε τις, λέει. Σύμφωνος λοιπόν; Σύμφωνος! . . . Δόσε,

του λέγει ένα κουτάκι και το βουλοκέρι. Τι κουτάκι; Τι κουτάκι —

νά, ένα κουτάκι. Θα το βάλω εκεί μέσα ιδιοχείρως, θα βάλω τη βούλα

μου κέτσι θα είνε ασφαλισμένο το πουλάκι μου. Εγώ τέτοιο θησαυρό

στα χέρια σου δεν τον αφίνω, ακούς; . . . ω . . χ . . ώ! . . .

ΘΟΔΩΡΟΣ

Έτσι μπράβο! (νεύει την κεφαλήν).

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ (εξακολουθεί).

Τρέχει στα τέσσαρα για να φέρη το κουτάκι· φέρε, λέγει, και τον

παρά . . φέρνει και τον παρά. Νά, του λέει, κύτταξε! Τι κάνει; —

βγάζει από το πορτοφόλι του όχι την καλή αλλά την άλλη, το

υπόδειγμα . . . Πώς σου φαίνεται; του την στρέφει μέσα στα μάτια

του . . . ολάκερη Βραζιλία . . . αι; . . Χολκόνδα . . . αι;

ΘΟΔΩΡΟΣ

Ω, Θεέ μου!

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ (με ορμήν).

Εκεινού τα μάτια είχαν σκοτισθή από το αίμα! Μία . . . δυο . . .

το χώνουν μες στο κουτί, το βουλόνουν . . . εκείνος του δίνει τον

παρά . . αυτός το κουτί . . Γυρίζει πίσω . . . κι' άμα μου ρίχνει

απάνω στο τραπέζι ένα τέτοιο πάκο! . . . Νά, μου λέει, πάρε, και

θυμού το Μιχάηλο Βασίλειτς! . . .

ΘΟΔΩΡΟΣ (σταυρώνων τας χείρας του).

Αχ, θεέ μου!

(ίστανται αμφότεροι εν κατανύξει. Σιγή).

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ (εν εκτάκτω φαιδρότητι).

Ναπολέων, σου λέγω, Ναπολέων! Μέγας ήρως, μάγος και γόης. Μωρέ,

πώς τα κατάφερε! Ακούς να βάλη τα γυαλιά τ' ανθρώπου! . . Τι λέγω

ανθρώπου; έβαλε τα γυαλιά ενός τοκογλύφου, που θα το ενθυμούνται

για χρόνια.

ΘΟΔΩΡΟΣ (θαυμάζων)

Και τω όντις, πώς τα κατάφερε. Έλα Θεέ μου! Έτσι τα καταφέρνουν!

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

Αμ' πώς θαρρείς! Φρίκη! Κ' έχομε και τον παρά, έχομε και το

μονόπετρο. Κι' απόψε εμείς το γυρίζομε πίσω και λέμε κ' ένα

ευχαριστώ . . . (αυταρέσκως). Κάτω από επτά βούλες και με επτά

κλειδαριαίς κοίτεται το γιαλί, κι' ο εβραίος κάθεται απάνω του με

το αλάδωτο κορμί του και το φυλάγει. Και ούτε ίχνος! ούτε ίχνος!

Και μορφοπληρόνει το χρέος του στη λέσχη, μορφοκάνει το γάμο του,

πέρνει το εκατομμύριο και σου σηκόνει, δηλαδή θα σηκόση ένα βουνό

από χρυσάφι και θα γίνη μέγας και πολύς και μας δε θα μας

λησμονήση, Θόδωρε, αι; . . . δε θα μας λησμονήση . . τι λες;.

ΘΟΔΩΡΟΣ

Καλά θα είνε να μη μας λησμονήση.

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

Εμένα μου υπεσχέθη διακόσες χιλιάδες.

ΘΟΔΩΡΟΣ

Καλά, αφού σου υποσχέθηκε. Οι χαχόλοι λένε: πως όταν ο αφέντης σου

υποσχεθή γούνα, ο λόγος του σε ζεσταίνει.

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

Τι λέει; Πού την ευρήκες αυτή την παροιμία; Υπεσχέθη, εννοείται,

υπεσχέθη (κωδωνισμός). Νά! μην είνε . . μην εκόπιασε ο Μιχάηλο

Βασίλειτς; . . . εκείνος είνε (ανυψοί μετά κατανύξεως τας χείρας).

Μεγάλε ήρωα, μάγε και γόη!

(Βαίνει μετά σεβασμού εις προϋπάντησίν του).

ΣΚΗΝΗ Β'.

Οι άνω και Κρετσίνσκης.

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (εισέρχεται και αποθέτει τον πίλον του).

Τι ημέρα! . . . αι; . . . Φέρε μου μια καρέγλα. Θόδωρε:

εκουράσθηκα! . . . Πρώτη φορά στη ζωή μου που 'κουράσθηκα:

γεράματα . . . Αι, τα έχετε εδώ όλα εν τάξει;

(Κάθηται. Ο Ρασπλιούγεφ και ο Θόδωρος στέκονται εμπρός του).

ΘΟΔΩΡΟΣ

Όλα είνε εν τάξει, Μιχάηλο Βασίλειτς, όπως επροστάξατε, όλα είνε

εν τάξει.

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (εξετάζων την αίθουσαν). Τα βλέπω. Καλά. Βάλε εδώ

ακόμη ένα λύχνο. Τι λαμπρό απαρτμάν· αξίζει για κάθε γαμβρό. (Προς

τον Ρασπλιούγεφ αυστηρώς). Συ τα εξετέλεσες όλα, όσα σου είπα;

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

Όλα, Μιχάηλο Βασίλειτς, όλα, όπως μ' επροστάξατε, έως το

τελευταίο. Θέλετε να σας δώσω την απόδειξιν;

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Εννοείται· άμε πώς; επί καλή τη πίστει; (λαμβάνει παρ' αυτού την

απόδειξιν και αναγινώσκει). Χμ! . . καλά . . Θόδωρε! . . . Νά,

κλείσε την στο γραφείο . .

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

Νά και τ' ωρολόγι σας, Μιχάηλο Βασίλειτς, και η αλυσσίδα. Όλα είν'

εδώ (τω τα εγχειρίζει). Ορίστε, ιδήτε.

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (λαμβάνει το ωρολόγιον)

Καλά! Φου, εκουράσθηκα! . . . (περνά επάνω του τ' ωρολόγιον). Στη

λέσχη εγευμάτισα εξαίρετα. Προ πολλού δεν είχα τέτοιαν όρεξι. Ήταν

εκεί κι' ο βλάκας αυτός ο Νέλκην. Είχε στυλώσει επάνω μου τα μάτια

του σαν κουκουβάγια. Δεν πας να κυττάζης· έφαγες τη χυλόπητα, τώρα

μη μου γουρλώνης τα μάτια σου· από 'μένα, φίλε μου δεν έχεις να

πάρης να δίνης· είμαι θεριό; . . .

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

Κι' εγώ, Μιχάηλο Βασίλειτς, καθώς επροστάξατε, επέρασα από το

ρεστοράν . . .

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Α-α, δεν το ελησμόνησες;

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

Πώς είνε δυνατόν; . . Μπαίνω, που λέτε, έτσι, έκατσα στη μέση του

καναπέ, ακούμπησα, έτσι δα! . . . Χμ! λέω: δόσε μου ψαρόσουπα, δυο

κομμάτια κρεατόπητα, λέω· γουρουνόπουλο με υπόληψι. Δεν πιστεύω

τον ίδιο τον εαυτόν μου: εγώ είμαι — ή δεν είμ' εγώ;. . . Μου

έφεραν μια σούπα αριστούργημα. Τα κομματάκια μέσα θαρρείς πως ήταν

κεχριμπάρι. Δεν είχα βάλει στο στόμα την πρώτη κουταλιά, που

θυμήθηκα το Μπεκ· μου καθίζει στο λαρύγγι και γού-ού! . . όλ'

απάνω μου . . . καταλερώθηκα, ελέρωσα και το γιλέκο μου . . . να

πάρ' ο διάβολος . . .

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Αι, καλά, καλά! . . Άκουσε· όταν έλθουν οι προσκεκλημένοι, εσύ

κύτταξε να πιάσης κουβέντα με το γέρο· λέγε του ό,τι σου κατέβη,

κι' εγώ θα μείνω με τις γυναίκες, και θα καταφέρω να γίνη ο γάμος

σε δυο 'μέρες. Κύτταξε καλά να μη σου ξεφύγη καμμιά ανοησία γιατί

εσύ το συνηθίζεις.

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ (μετά παραπόνου).

Πώς το συνηθίζω; γιατί το συνηθίζω; Εγώ πάντοτε κάνω το καθήκον

μου και όμως ποτέ δε μου 'πετε ένα ευχαριστώ.

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Α τώρα. Θέλεις να σου πουν κι' ευχαριστώ! Άλλο τώρα βγήκε στη

μέση! (συλλογίζεται) Για στάσου . . είσαι ντυμένος καθώς πρέπει;

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

Εγώ Μιχάηλο Βασίλειτς από το ρεστοράν εγύρισα στο γαλλικό κουρείο

κ' εκτενίστηκα αλλά μουζίκ . . . ιδέτε, ιδέτε χειρόκτια, ενάμισυ

καρμπόβονο έδωσα, άσπρα, κάτασπρα είνε . . .

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Ήτον όλως διόλου περιττά.

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

Καλέ τι λέτε; Πώς περιττά! χωρίς άσπρα γάντια δε γίνεται· και

τώρα, νά, εφόρεσα το φράκο σας . . . κυττάξετε.

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Χα, χα, χα! καλός είσαι, πολύ καλός. Για ιδέτον! έγεινε μεγάλο

υποκείμενο (τον συστρέφει).

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

Μα γιατί, Μιχάηλο Βασίλειτς, γιατί να μην είμαι μεγάλο υποκείμενο;

όλα τα χρήματα τα κάνουν με το να μην έχω παράδες κάμνω το δούλο

και τρέχω· αν είχα όμως χρήματα θάστελνα εγώ άλλους και θα τους

εξέφραζα και τη δυσαρέσκειά μου.

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Αι, καλά, καλά! Τώρα σηκωθήτε γλήγορα! Θόδωρε! (Ο Θόδωρος

προσπεύδει). Κύτταξε να γίνουν όλα καλά, καθώς πρέπει, να μην

κάμνουν οι υπηρέται θόρυβον και να μην κάνετε καραμπόλαις με τη

μύτη σας· δυο υπηρέται με στολήν εις την είσοδον· εδώ ακόμη ένα

λύχνον το πράσινο τραπέζι εδώ νά. (Παρατηρεί τα ωρολόγιον). Τώρα

θα έλθουν οι προσκεκλημένοι! Το τέλος ας στεφανώση το έργον!

Στάσου, στάσου! Αι, Θόδωρε! Εκεί εις το κοριδόρ είνε το πορτρέτο

ενός στρατηγού της Μεγάλης Αικατερίνης . . . Μια μούρη τέτοια

(κάμνει μορφασμόν). Σκούπισέ το αμέσως, φέρετο εδώ και κρέμασέ το

από πάνω από το γραφείο μου. Είνε διά την γενεαλογίαν. (Κομίζουσι

τον λύχνον, την τράπεζαν, την εικόνα· τα τοποθετούσι και κρεμώσι

την εικόνα. Κρότος κώδωνος). Νά τους. Πηγαίνω να τους υποδεχθώ·

συ, Ρασπλιούγεφ, κάθησε εδώ νά, στον καναπέ, έτσι ολίγο ξαπλωμένος

πάρε μια εφημερίδα . . εφημερίδα πάρε, βλάκα . . . ξάπλωσε! . .

κούτσουρο! . . (Φεύγει).

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

Λοιπόν, νά, βλέπετε; πάλι άρχησε να με μαλώνη· και έπειτα σου

λέει, καλός. Μου υποσχέθης πως θα μου δώσης διακόσες χιλιάδες,

φίλε μου. Μάλιστα!

ΣΚΗΝΗ Γ'.

Μούρομσκης, Ατούγεφ, Λύδοτσκα, Κρετσίνσκης και Ρασπλιούγεφ.

(υποκλίνονται και σφίγγουν αλλήλων τας χείρας).

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (παρατηρών).

Τι ωραίο είνε το σπίτι σας.

ΑΤΟΥΓΕΦ

Ναι, ωραίο, ωραίο σπίτι! Τι γούστο που σου το έχει! . . εις όλα,

εις όλα . . .

ΛΥΔΟΤΣΚΑ

Ναι, πολύ ωραίο.

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Το κατ' εμέ, Mesdames, μόνον απ' αυτής της στιγμής παρατηρώ ό,τι

έγινε ωραίον. (φιλεί την χείρα της Λύδοτσκας).

ΑΤΟΥΓΕΦ

Τι χαριτωμένα που απαντά πάντοτε! Τι αξιαγάπητος άνθρωπος

αλήθεια . . . Ξεύρετε τι, Μιχάηλο Βασίλειτς; εγώ δι' ένα

πράγμα μόνον λυπούμαι.

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (ευγενώς).

Περί τίνος, Άννα Αντώνοβνα;

ΑΤΟΥΓΕΦ

Που δεν είμαι νέα· αλήθεια, 'μπορούσα να ερωτευθώ μαζύ σας.

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Όχι, δα! ώστε εγώ πρέπει να λυπούμαι, διότι δεν είμαι γέρων.

ΛΥΔΟΤΣΚΑ

Αλλά τούτο δεν κολακεύει εμέ.

ΑΤΟΥΓΕΦ

Λύδοτσκα! τι, ζηλεύεις;

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

(λαμβάνει την χείρα της Λύδοτσκας και την φιλεί).

Διά να είσθε ζηλιάρα, σας φιλώ το χεράκι σας· είνε κακόν όμως να

είσθε άδικος.

ΛΥΔΟΤΣΚΑ

Διατί είμαι άδικος;

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Εγώ είπα, ότι πρέπει να λυπούμαι· εντοσούτω από το τι πρέπει και

τι είναι υπάρχει μεγάλη διαφορά.

ΛΥΔΟΤΣΚΑ

(αποσύρεται κατά μέρος και νεύει προς τον Κρετσίνσκην).

Μιχάηλο Βασίλειτς! ηκούσατε;

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Τι είνε;

ΛΥΔΟΤΣΚΑ

Ένα μυστικόν, (τον σύρει κατά μέρος). Με αγαπάτε;

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Σας αγαπώ.

ΛΥΔΟΤΣΚΑ

Πολύ;

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Πολύ.

ΛΥΔΟΣΤΚΑ

Ακούσατε, Μισσέλ: εγώ θέλω να μ' αγαπάτε παραπολύ . . .

απεριορίστως, τρελλά (ημιφώνως), όπως σας αγαπώ εγώ.

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (λαμβάνει αμφοτέρας τας χείρας της).

Εξ όλης ψυχής και καρδίας.

ΛΥΔΟΤΣΚΑ

Όχι, εγώ θέλω με την καρδιά σας.

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (κατ' ιδίαν)

Τι αξιέραστος πεταλούδα θα γείνη!

ΑΤΟΥΓΕΦ (πλησιάζουσα λάθρα προς αυτούς).

Τι ομιλίας έχετε σεις εδώ;

ΛΥΔΟΤΣΚΑ

Κάτι λέμε.

ΑΤΟΥΓΕΦ

Στοιχηματίζω, πως μιλείτε για φορέματα.

ΛΥΔΟΤΣΚΑ

Θα χάσετε, το στοίχημα, θείτσα!

ΑΤΟΥΓΕΦ

Ώστε, περί τίνος πρόκειται λοιπόν;

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (δεικνύων την καρδίαν).

Περί εκείνου, που είνε κάτω από το φόρεμα, Άννα Αντώνοβνα!

ΑΤΟΥΓΕΦ

Πώς, από κάτω από το φόρεμα; (Απομακρυνομένη μετά της Λύδοτσκας).

Καλέ τι είν' αυτά, παιδί μου, γι' ασπρόρρουχα του μιλείς;

ΛΥΔΟΤΣΚΑ (γελώσα).

Όχι, θείτσα, όχι δι' ασπρόρρουχα (τη ομιλή εις το αυτί).

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (προστρέχει προς τον Μούρομσκην).

Πιοτρ-Κωνσταντίνιτς! μα διατί δεν κάθεσθε; σας παρακαλώ! Τι

καρέκλα σας αρέσει; με υψηλήν ή με χαμηλήν ράχιν; Την πολυθρόνα,

Ιβάν Αντώνιτς, την πολυθρόνα! (ο Ρασπλιούγεφ σύρει την

πολυθρόναν).

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Όχι, θα καθίσω εδώ στο διβάνι· εδώ είνε καλά. (Κάθηται).

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Επιτρέψατε να σας παρουσιάσω τον καλόν φίλον και γείτονά μου, Ιβάν

Αντώνιτς Ρασπλιούγεφ.

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ (αφίνει την πολυθρόναν και υποκλίνεται, μετά

συστολής).

Έχω . . έχω . . . την τιμήν . . .

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (εγερθείς).

Α, έχω ευχαρίστησιν.

(Θλίβει την χείρα του Ρασπλιούγεφ και κάθηται επί του διβανίου. Ο

Ρασπλιούγεφ λαμβάνει κάθισμα και κάθηται εις το άκρον αυτού

πλησίον του Μούρομσκη, ο Κρετσίνσκης ίσταται εις το άλλο μέρος της

σκηνής μετά των κυριών. Κομίζουσι το τέιον. Σιγή)·

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (λαμβάνει κυάθιον).

Υπηρετείτε εις τον στρατόν ή εις δημοσίαν υπηρεσίαν;

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ (λαμβάνων κυάθιον)

Εις δημοσ . . . εις δημ . . . . εις τον στρ . . . . εις δημοσίαν . .

μάλιστα, εις δημοσίαν . . .

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (λίαν ευγενώς).

Και κατοικείται εις Μόσχαν ή εις το χωρίον;

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

Εις την Μόσχαν, μάλιστα, εις την Μόσχαν, δηλαδή κάποτε . . .

περισσότερον όμως εις το χωριό.

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Και εις ποιον κυβερνείον είνε τα κτήματά σας;

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

Εις το Σιμπίρσκ, εις το Σιμπίρσκ.

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Και εις ποίαν επαρχίαν;

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

Εις ποίαν επαρχίαν!

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (κατανεύων την κεφαλήν).

Μάλιστα.

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

Πώς την λέγουν; (Κύπτει και σκέπτεται), αυτό . . . δηλαδή . . .

ωχ . . . πώς την λέγουν; . . . (Κατ' ιδίαν). Μέσα σ' αυτό εδώ

το παράμερο μέρος εγώ καμμιά επαρχία δε ξέρω. (Φανερά, κροτεί

τον δάκτυλον). Απάνω στη γλώσσα μου γυρίζει . . . Αχ, Θεέ

μου . . Μιχάηλο Βασίλειτς! Ποία είνε η επαρχία;

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Τι επαρχία;

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

Καλέ η ιδική μας επαρχία.

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Α! Αρδάτοφ.

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

(κάμνει χειρονομίαν εις τον Μούρομσκην).

Ναι αυτή! . . .

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Αρδάτοφ;

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

(ροφά τα τέιον και νεύει την κεφαλήν επιβεβαιωτικώς).

Κυβερνείον Σιμπίρσκ, επαρχία Αρδάτοφ.

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Μα η επαρχία Αρδάτοφ είνε εις το κυβερνείον Νιζεγορόδ.

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ (φυσών εις το κυάθιον).

Εις το Νιζεγορόδ; Πώς εις το Νιζεγορόδ; χα-χα-χα-χα! . . . Μιχάηλο

Βασίλειτς! Μα τι είν' αυτό; Ο κύριος Μούρομσκης λέγει, ότι η

επαρχία Αρδάτοφ είνε εις το κυβερνείον Νιζεγορόδ . . . μα το ναι!

χα-χα-χα-χα! . . .

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (ανυπομόνως).

Μα όχι! είνε δύο· η μία Αρδάτοφ εις το κυβερνείον Νιζεγορόδ, η

άλλη εις το Σιμπίρσκ.

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

(κάμνει χειρονομίαν τω Μούρομσκη)

Είδατε λοιπόν! . . .

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (κάμνει χειρονομίαν).

Ναι, πράγματι: μία Αρδάτοφ εις το Νιζεγορόδ και άλλη εις το

Σιμπίρσκ.

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ (χειρονομεί επίσης).

Μία Αρδάτοφ εις το Νεζεγορόδ και άλλη εις το Σιμπίρσκ.

(Συνέρχεται).

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Συγγνώμην, συγγνώμην, έχετε δίκαιον. (Σιγή). Και ποίον έχετε

πρόεδρον εκεί;

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

Αι; (κατ' ιδίαν) Το βλάκα, με παραφορτώθηκε. Πού θα πάη αυτή η

δουλειά; (δυσφορεί) ωχ, αδελφέ! . . . (φανερά) Κούτσουροφ.

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Πώς είπατε;

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

Κούτσουροφ!

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Δεν τόνε ξεύρω . . . δεν έχω την τιμήν να τον γνωρίζω . . .

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ (κατ' ιδίαν).

Κι' εγώ νομίζω, πως δεν τον γνωρίζει.

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Και είνε καλός άνθρωπος;

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

Αξιόλογος άνθρωπος! ούτε της μύγας δε θέλει κακό.

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Αυτό εις τας ημέρας μας είναι σπάνιον πράγμα.

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

Χμ! Σπάνιον λέγει! Όχι, Πιοτρ Κωνσταντίνιτς, τέτοιοι άνθρωποι δεν

υπάρχουν πουθενά!

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Και μολαταύτα . . .

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ (μετά θέρμης)

Σας βεβαιώ δεν υπάρχουν. Ψάξετε! . . .

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (μετά ενδιαφέροντος)

Καθώς φαίνεται, θα εδοκιμάσατε πολλάς πικρίας εις τον βίον σας από

τους ανθρώπους.

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

Μάλιστα! (διορθόνων το φράκον του) Έχω δοκιμάσει στη ζωή μου

τόσαις πίκραις, που αν ήτον κανένας άλλος . . . δεν θα ημπορούσε

να ανθέξη και όμως εγώ, δόξασ' ο Θεός . . .

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (στενάζων)

Πολλά συμβαίνουν εις την ζωήν του ανθρώπου . . . Και τι είδους

είναι αι γαίαι σας;

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

Τι γαίαι;! καλούτσικαις.

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Σεις εκεί πρέπει να έχετε μαυρόχωμα βέβαια, άλλως τε το κυβερνείον

του Σιμπίρσκ είνε όλο μαυρόχωμα.

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

Ναι, ναι, ναι, βέβαια, μαυρόχωμα, — περίφημο μαυρόχωμα, δηλαδή

μαύρο, μαύρο . . να, τέτοιο δα! (δεικνύει το φόρεμά του).

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Και αι εσοδείαι βέβαια θα είν' εκεί εξαίρετοι.

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

Εσοδείαι; μα σαυτό εδώ το παράμερο μέρος σιτάρι να συνάξω

(γελά) . . . μα το Θεό δε μπορώ.

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Όχι δα!

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

Αλήθεια δε μπορώ. Τι να' το κάμω; ούτε με μέλει γι' αυτό . . .

(γελά)

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (γελών ωσαύτως)

Και οι γαιοκτήμονές σας τι λογής είνε; δεν μου λέτε, αλήθεια: το

άλεσμα πώς γίνεται σε σας;

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ (κατ' ιδίαν).

Μα αυτός το κάνει επίτηδες . . . (εγείρων τους οφθαλμούς). Χριστέ

μου, αυτό που θα καταντήση; . . (απομάσσει τον ιδρώτα του). Για το

άλεσμα δεν είμαι εις θέσιν να σας 'πώ τίποτε, γιατί . . .

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (στρεφόμενος)

Μα, Πιοτρ Κωνσταντίνιτς! τι τον ερωτάτε; Αυτός εις τον κάμπο μόνο

με τα σκυλιά επήγαινε· αυτός από νυκοκυριό δεν νοιόθει τίποτε . . .

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Δεν μου λέτε, Μιχάηλο Βασίλειτς, το κτήμα σας είνε εις το

κυβερνείον του Σιμπίρσκ, και οι συγγενείς σας μένουν εις το

κυβερνείον του Μογιλιόφ.

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗ

Εις το Σιμπίρσκ είνε τα κτήματα της μητέρας μου.

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Α! καταλαμβάνω. Και ποίας οικογενείας είνε η μητέρα σας;

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (παρατεταμένος)

Κολχόβσκη.

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Α, αρχαία οικογένεια.

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Ιδού η εικών του πάππου μου, δηλαδή του πατέρα της μητρός μου.

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (παρατηρεί την εικόνα).

Α, ναι.

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Νά, ο Ιβάν Αντώνιτς τον εγνώριζε, διότι ήσαν γείτονες. (Κάμνει

νεύμα τω Ρασπλιούγεφ και εξέρχεται μετά των κυριών εκ της πλαγίας

θύρας).

ΣΚΗΝΗ Δ'.

Ρασπλιούγεφ και Μούροσκης.

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

Α . . . ναι, ναι, βέβαια, πώς; ήμουνα μικρός . . . σαν να τον

βλέπω: ήτον αγαθός γέρων, σεβάσμιος, — και ήτον τέτοιος δα,

ξεύρετε — παχύς και απαράλλακτος όπως στο πορτρέτο του. (μετά

στεναγμού). Αχ, αχ, αχ . . .

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Είνε ποθαμένος;

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

Καλέ τι λέτε! αυτός . . . (δεικνύων το πορτρέτον) ναι, αυτός προ

πολλού απέθανε.

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (μετά τινα σιγήν).

Α, όχι φίλε μου, δοκιμάσατε να κάμετε γεωργικάς εργασίας εις το

δικό μας το κυβερνείον, του Γιαρσολάβ, και θα ιδήτε ότι θα

ελαμβάνατε άλλην ιδέαν: έχομεν ανάγκην αγρονομίας, χωρίς

αγρονομίαν τίποτε δεν γίνεται.

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

Έτσι αι; λοιπόν χωρίς αγρονομίαν τίποτε δεν γίνεται;

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Μα κρίνετε και σεις ο ίδιος: αι γαίαι μας, φίλε μου είνε άσπραι,

λεπταί, χωρίς κόπρισμα σιτάρι δεν παράγουν.

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ (μετ' ευχαριστήσεως).

Έτσι αι; ώστε λοιπόν σιτάρι δεν παράγουν; Μα γιατί;

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Μα νά, δεν δίνουν. Είσαι λοιπόν αναγκασμένος θέλεις δεν θέλεις να

μεταχειρισθής όλα τα μέσα διά να τας καλειτερεύσης· και έπειτα

βλέπεις εις τας εφημερίδας που γράφουν, πως οι άγγλοι έκαμαν

τέτοια εσοδεία.

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

Οι άγγλοι! χε, χε, χε! Καλέ τι λέτε; Ποιος σας το είπε αυτό; Τι

αγρονομίαν έχουν αυτοί; Όλοι ψοφούν της πείνας με όλη την

αγρονομία τους. Το μισώ, κύριέ μου, αυτό το έθνος . .

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Όχι δα!

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

Όταν ενθυμηθώ κάτι τι χαλά η καρδιά μου . . Κρίνετε ο ίδιος: κάθε

ένας απ' αυτούς είνε μαθημένος εις το μποξ. Και ξεύρετε κύριέ μου

τι εστί μποξ;

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Όχι δεν ηξεύρω.

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

Εγώ όμως το ξεύρω . . Μάλιστα! αυτοί οι άνθρωποι δεν έχουν καμμιά

ηθική! καμμιά αγάπην προς τον πλησίον . . . χμ, χμ, δεν έχουν,

αφού από μικρά παιδιά μαθαίνουν αυτό (κάμνει χειρονομίαν), τέτοιον

πλησίον δε 'μπορείς ποτέ να τον αγαπήσης (διορθώνει το φράκον

του). Όχι, εδώ αγάπη δεν εισχωρεί· είνε όμως συχωρεμένοι· αυτοί

έγειναν τέτοιοι, βλέπεις, γιατί η χώρα των είνε στενή, δεν

'μπορούν αδελφέ, ν' αναπνεύσουν, γην δεν έχουν, ούτε μια πήχυ στον

καθένα δεν πέφτει, ώστε θέλοντας και μη ξυλοφορτώνονται μεταξύ

τους.

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Και όμως όλαι αι εφευρέσεις . . . τώρα έγειναν εργοστάσια,

μηχαναί, ατμόπλοια . . .

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

Τι λέτε, καλέ! αυτό είναι πείνα, αυτό, κύριέ μου, είνε πείνα: η

πείνα τι δεν κάνει; . . Δεν κοπιάζετε να κλείσετε τον ανοητότερο

άνθρωπο μέσα σε άδειο κελάρι και να τον αφίσητε νηστικό — να ιδήτε

τι εφευρέσεις μπορεί να κάμη. Πιοτρ-Κωνσταντίνιτς! κυττάξετε και

σεις ο ίδιος, μα χωρίς πάθος, κύριέ μου, χωρίς πάθος. Αυτό που

τρώγουν η δικές μας αγελάδες, η βρώμη δηλαδή, αυτοί το κάνουν

σούπα . . . Μα το θεό! Τώρα αυτό . . .

ΣΚΗΝΗ Ε'.

Οι άνω και ο Νέλκην (λίαν τεταραγμένος, εισέρχεται ταχέως και

παρατηρεί).

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Α! Βλαδήμιρ Δμήτριτς, φίλε μου αγαπητέ. Επί τέλους! (Τω

Ρασπλιούγεφ) Λαμβάνω την τιμήν να σας παρουσιάσω: Βλαδήμιρος

Δμήτριτς Νέλκην, καλός γείτων και φίλος του σπιτιού μας.

(Στρεφόμενος προς τον Νέλκην) Ιβάν Αντώνιτς Ρασπλιούγεφ.

(Υποκλήσεις).

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

Εγώ είχα πλέον την τιμήν . . .

ΝΕΛΚΗΝ

Είχα κ' εγώ αυτήν την τιμήν . .

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Διατί, Βλαδήμιρ Δμήτριτς, ήλθατε τόσον αργά;

ΝΕΛΚΗΝ

Κάποια υπόθεσις μ' εμπόδισε.

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Μα τώρα! Στας οκτώ της νυκτός τι υπόθεσις ημπορεί να είνε;!.

Ο Γάμος του Κρεντσίνσκη, Κωμωδία εις τρεις πράξεις - Πανδρολογήματα, Κωμωδία εις δύο πράξεις · 第 4 / 10 段