ΒΙΒΛΙΟΝ TΕTAPTOΝ

Μ Ε Λ Π Ο Μ Ε Ν Η.

1. Μετά δε την άλωσιν της Βαβυλώνος, εγένετο η κατά των Σκυθών

εκστρατεία του Δαρείου· διότι ανθούσης της Ασίας και εισρεόντων

πολλών χρημάτων, ηθέλησεν ο Δαρείος να τιμωρήση τους Σκύθας επειδή

ούτοι πρώτοι εισβαλόντες εις την Μηδικήν χώραν και νικήσαντες τους

εναντιουμένους, ήρχισαν αδικούντες. Τωόντι, ως είπον προηγουμένως,

οι Σκύθαι ήρξαν της άνω Ασίας έτη εικοσιοκτώ· εισήλθον δε εις την

Ασίαν διώκοντες τους Κιμμερίους και κατέλυσαν την ηγεμονίαν των

Μήδων, οίτινες ήρχον της Ασίας πριν ή έλθωσιν οι Σκύθαι. Οι ίδιοι

λοιπόν ούτοι Σκύθαι, μετά απουσίαν εικοσιοκτώ ετών, επιστρέφοντες

εις τον τόπον των, έμελλον να υποστώσι πόλεμον όχι μικρότερον του

Μηδικού. Εύρον εναντιούμενον εις αυτούς ουκ ολίγον στρατόν· διότι

αι γυναίκες των Σκυθών, ένεκα της πολυχρονίου απουσίας των ανδρών

των, είχον σχέσεις με τους δούλους.

2. Έχουσι δε οι Σκύθαι δούλους τυφλούς ένεκα του γάλακτος το

οποίον πίνουσι και το οποίον συνάζουσι κατά τον εξής τρόπον.

Λαμβάνοντες φυσητήρας οστεΐνους, παρεμφερεστάτους με αυλούς,

εμβάλλουσιν αυτούς εις τα γεννητικά μόρια των φοράδων και φυσώσι

διά του στόματος· ενώ δε αυτοί φυσώσιν, άλλοι αμέλγουσι. Λέγουσι

δε ότι πράττουσι τούτο διά την εξής αιτίαν· αι φλέβες της ίππου

πληρούμεναι ανέμου εξογκούνται και καταβαίνουσιν οι μαστοί. Αφού

δε αμέλξωσι το γάλα, το χύνουσιν εντός ξυλίνων αγγείων κοίλων και

στήσαντες πέριξ τους τυφλούς το κινούσι. Και όσον μεν μένει εις

την επιφάνειαν το αποσύρουσι νομίζοντες αυτό ως καλλίτερον. Διά

την αιτίαν ταύτην οι Σκύθαι τυφλούσιν εκείνους τους οποίους

αιχμαλωτεύουσιν. Είναι δε οι Σκύθαι ούτοι ουχί γεωργοί, αλλά

νομάδες.

3. Εκ των δούλων τούτων και των γυναικών εγεννήθησαν παίδες

οίτινες μαθόντες την γέννησίν των εξήλθον εναντίον των Σκυθών οι

οποίοι επέστρεφον εκ της Μηδίας. Και πρώτον μεν περιεχαράκωσαν την

χώραν ορύξαντες ευρείαν τάφρον την οποίαν εξέτεινον από των

Ταυρικών ορέων μέχρι της Μαιώτιδος λίμνης, ήτις εστί μεγίστη.

Έπειτα, επειδή οι Σκύθαι προσεπάθουν να εισβάλωσι, παρετάχθησαν

εις το απέναντι μέρος της τάφρου και επολέμουν. Γενομένης δε μάχης

πολλάκις και μη κατορθούντων των Σκυθών να υπερτερήσωσιν, είς

αυτών είπε τα εξής· «Τι πράττομεν, ω Σκύθαι, πολεμούντες τους

δούλους μας; Εάν μεν φονευώμεθα ολιγοστεύομεν, εάν δε τους

φονεύωμεν, ελαττούμεν τον αριθμόν εκείνων επί των οποίων ήμεθα

κύριοι. Ακούσατέ με λοιπόν· ας αφήσωμεν τα τόξα και τα ακόντια,

και λαβόντες τας μάστιγας των ίππων ας πλησιάσωμεν αυτούς· διότι

ενόσω βλέπουσιν ημάς με όπλα, νομίζουσιν ότι είναι όμοιοι μας και

από ομοίους γονείς γεννηθέντες· αλλ' εάν μας ίδωσι κρατούντας

μάστιγας αντί όπλων, θα εννοήσωσιν ότι είναι δούλοι ημών, και άμα

το εννοήσωσι, δεν θα αντισταθώσι πλέον.»

4. Ακούσαντες ταύτα οι Σκύθαι τα έθεσαν εις ενέργειαν· οι δε

δούλοι εκπλαγέντες ελησμόνησαν την μάχην και έφυγον. Τοιουτοτρόπως

οι Σκύθαι, αφού εκυρίευσαν την Ασίαν, διωχθέντες από τους Μήδους,

μετεχειρίσθησαν το μέσον τούτο διά να εισέλθωσιν εις την πατρίδα

των. Ο δε Δαρείος, θέλων να τους εκδικηθή διά την εισβολήν των,

συνήθροισε στράτευμα εναντίον των.

5. Ως λέγουσιν οι Σκύθες, το νεώτατον όλων των εθνών είναι το

ιδικόν των και εγένετο ούτω πως· ο πρώτος άνθρωπος της χώρας

ταύτης, ερήμου έως τότε, ωνομάζετο Γαργίταος· γονείς δε του

Γαργιτάου τούτου λέγουσιν ότι είναι ο Ζευς και μία θυγάτηρ του

ποταμού Βορυσθένους, όπερ εις εμέ μεν δεν φαίνεται πιστευτόν, το

λέγουσιν όμως. Και η μεν καταγωγή του Γαργιτάου τοιαύτη ήτο· εξ

αυτού δε εγεννήθησαν τρεις παίδες, ο Λιπόξαϊς, ο Αρπόξαϊς και ο

νεώτατος Κολάξαϊς. Επί της βασιλείας αυτών, εκ του ουρανού

φερόμενα χρυσά έργα, άροτρον, ζυγός, πέλεκυς, ποτήριον, έπεσαν εις

την Σκυθικήν. Πρώτος ο πρεσβύτατος τα είδε και επλησίασε διά να τα

λάβη· αλλ' εις την προσέγγισιν του ο χρυσός εξέβαλε φλόγας.

Μακρυνθέντος αυτού, επλησίασεν ο δεύτερος αλλά συνέβησαν τα αυτά.

Ο δε καίων χρυσός, αφού απώθησε τους δύο τούτους, εσβέσθη όταν

επλησίασεν ο τρίτος ο νεώτατος όστις τον έλαβε και τον έφερε εις

την κατοικίαν του. Οι πρεσβύτεροι λοιπόν αδελφοί, εννοήσαντες τι

εσήμαινε το θαύμα εκείνο, παρέδωκαν όλην την βασιλείαν εις τον

νεώτατον.

6. Από μεν του Λιποξάιος κατάγονται οι Σκύθαι των οποίων το γένος

καλείται Αυχάται· από δε του δευτέρου Αρποξάιος οι λεγόμενοι

Κατίαροι και Κράσπιες, από δε του νεωτάτου αυτών οι βασιλικοί

Σκύθαι οι καλούμενοι Παραλάται. Όλοι δε κοινώς καλούνται Σκόλοτοι,

από του ονόματος του βασιλέως των· Σκύθας δε τους ωνόμασαν οι

Έλληνες.

7. Τοιαύτη, ως λέγουσιν οι Σκύθαι, είναι η καταγωγή των,

προσθέτουσι δε ότι παρήλθον χίλια έτη, όχι περισσότερα, αλλ'

ακριβώς τόσα, από του βασιλέως Γαργιτάου μέχρι της επιδρομής του

Δαρείου. Τον ιερόν δε τούτον χρυσόν φυλάττουσιν οι βασιλικοί

Σκύθαι επιμελώς και κατ' έτος τω αποτείνουσι δεήσεις και ζητούσι

να τον καταστήσωσιν ευμενή διά μεγάλων θυσιών. Όστις δε κρατών τον

χρυσόν διαρκούσης της εορτής αποκοιμηθή εν υπαίθρω, αυτός,

λέγουσιν οι Σκύθαι, δεν ζη εκείνον τον χρόνον, και διά τούτο

δίδεται εις αυτόν τόση γη όσην δύναται να διατρέξη έφιππος εις

μίαν ημέραν. Επειδή δε η χώρα είναι μεγάλη, ο Κολάξαϊς την

διένειμε διά τους υιούς του εις τρία βασίλεια, και εξ αυτών έν

έκαμε μέγιστον, εκείνο όπου φυλάττεται ο χρυσός. Τα απώτερα μέρη

τα προς άρκτον των κατοικουμένων χωρών, λέγουσιν οι Σκύθαι ότι

ούτε να τα ίδη τις δύναται ούτε να τα πλησιάση ένεκα των πτερών τα

οποία είναι κεχυμένα εις τον αέρα και εις το έδαφος· είναι δε τόσα

πολλά, ώστε εμποδίζουσι την όρασιν.

8. Ταύτα λέγουσιν οι Σκύθαι περί εαυτών και περί της χώρας των·

αλλ' οι Έλληνες οι κατοικούντες τας όχθας του Ευξείνου πόντου

άλλως διηγούνται τα πράγματα. Ο Ηρακλής, λέγουσιν, ελαύνων τας

βους του Γηρυόνου, έφθασεν εις την έρημον γην την οποίαν νέμονται

σήμερον οι Σκύθαι. O Γηρυόνης κατώκει μακράν του Πόντου, εις την

νήσον την οποίαν οι Έλληνες καλούσιν Ερύθειαν, κειμένην πλησίον

των Γαδείρων, εν τω Ωκεανώ, πέραν των Ηρακλείων στηλών. Ο δε

Ωκεανός ούτος λέγουσι μεν ότι αρχίζει από το μέρος όπου ανατέλλει

ο ήλιος και τρέχει περί όλην την γην, αλλά δεν φέρουσιν ουδεμίαν

απόδειξιν τούτου. Εντεύθεν ο Ηρακλής έφθασεν εις την σήμερον

καλουμένην Σκυθικήν χώραν, όπου ο χειμών και το ψύχος τον

κατέλαβον· εκαλύφθη λοιπόν με την λεοντήν και εκοιμήθη. Αλλ' οι

ίπποι του οχήματος, βόσκουσαι εις αυτό το διάστημα, εγένοντο

άφαντοι κατά υπερφυσικήν τινα αιτίαν.

9. Ότε ηγέρθη ο Ηρακλής τας εζήτει, και διατρέξας όλην την χώραν

έφθασε τέλος εις την καλουμένην Υλαίαν. Εκεί εύρεν εντός άντρου

μιξοπάρθενόν τινα έχιδναν, της οποίας τα μεν άνω των γλουτών ήσαν

γυναικός, τα δε κάτω όφεως. Ιδών αυτήν και θαυμάσας ο Ηρακλής, την

ηρώτησεν εάν είδε που ίππους πλανωμένας· εκείνη δε είπεν ότι τας

έχει, αλλά δεν τας αποδίδει εις αυτόν πριν ή μιχθή μετ' αυτής. Επί

τω όρω τούτω εμίγη μετ' αυτής ο Ηρακλής, αλλ' η έχιδνα ανέβαλλε

την απόδοσιν των ίππων, επιθυμούσα να ζη μετ' αυτού οίον το

δυνατόν πλειότερον χρόνον. Εκείνος όμως ήθελε να τας λάβη και να

αναχωρήση. Τέλος πάντων τας απέδωκε λέγουσα προς αυτόν. ««Τας μεν

ίππους ταύτας εδώ σοι έσωσα εγώ, συ δε μοι επλήρωσες τα σώστρα,

διότι συνέλαβον εκ σου τρεις παίδας· τούτους αφού γίνωσιν άνδρες,

τι πρέπει να τους κάμω; να τους αποκαταστήσω εις την χώραν ταύτην

της οποίας είμαι κυρία, ή να τους πέμψω προς σε;» Εκείνη μεν ταύτα

ηρώτησεν· ο δε Ηρακλής, ως λέγουσιν οι Έλληνες, απεκρίθη· «Όταν

ίδης τους παίδας να γίνωσιν άνδρες, δεν θα σφάλης πράττουσα αυτό

το οποίον θα σοι είπω. Αποκατάστησον εις την χώραν εκείνον εκ των

τριών τον οποίον θα ίδης τείνοντα τοιουτοτρόπως το τόξον τούτο και

ζωννύμενον κατ' αυτόν τον τρόπον τον ζωστήρα τούτον· εκείνους δε

τους οποίους ιδής ότι δεν είναι ικανοί να πράξωσιν αυτά τα οποία

σοι παραγγέλλω, δίωξον από την χώραν. Εάν πράξης ούτω, και συ θα

ευχαριστηθής καί τας διαταγάς μου θα εκπληρώσης.»

10. Ταύτα ειπών ο Ηρακλής έλαβεν έν των τόξων του (διότι έως τότε

είχε δύο) και λύσας τον ζωστήρα όστις εις το άκρον της συμβολής

είχε φιάλην χρυσήν, παρέδοσε το τόξον και τον ζωστήρα, και

ανεχώρησεν. Όταν δε τα εξ αυτής γεννηθέντα παιδία ηνδρώθησαν, η

Έχιδνα κατ' αρχάς τοις έδωκεν ονόματα, και τον μεν ωνόμασεν

Αγάθυρσον, τον δε δεύτερον Γελωνόν και τον νεώτατον Σκύθην. Έπειτα

ενθυμήθη όσα τη παρήγγειλεν ο Ηρακλής. Δύο των υιών της, ο

Αγάθυρσος και ο Γελωνός, δεν ηδυνήθησαν να εκτελέσωσι τον

προσβληθέντα αγώνα και έφυγον εκ της χώρας διωχθέντες υπό της

μητρός των, ο δε νεώτατος αυτών Σκύθης εκτελέσας τα απαιτούμενα

έμεινεν εν τη χώρα. Εκ του Σκύθου τούτου, υιού του Ηρακλέους

κατάγονται όλοι οι βασιλείς των Σκυθών, ένεκα δε της φιάλης, οι

Σκύθαι φέρουσιν ακόμη φιάλας εις την ζώνην των. Τούτο μόνον

εμηχανεύθη η μήτηρ προς χάριν του Σκύθου. Ταύτα διηγούνται οι

Έλληνες οι κατοικούντες τον Εύξεινον Πόντον.

11. Περί του αυτού πράγματος υπάρχει και άλλη παράδοσις την οποίαν

αφότου ήκουσα προτιμώ. Οι νομάδες Σκύθαι οι κατοικούντες εν τη

Ασία, πιεσθέντες υπό των πολεμούντων αυτούς Μασσαγετών έφυγον και

διαβάντες τον ποταμόν Αράξην ήλθον εις την Κιμμερίαν γην· διότι η

γη την οποίαν κατοικούσι τώρα οι Σκύθαι ανήκεν άλλοτε, ως

λέγουσιν, εις τους Κιμμερίους. Οι δε Κιμμέριοι, επειδή ήρχοντο

εναντίον των οι Σκύθαι, ιδόντες την έφοδον τόσου στρατού,

συνεσκέφθηααν· ήσαν δε αι γνώμαι διηρημέναι, έντονοι μεν

αμφότεραι, καλλιτέρα όμως η των βασιλέων. Ο μεν δήμος έλεγεν ότι

ήτο ανάγκη να κινδυνεύσωσι πολεμούντες προς πολλούς, η δε γνώμη

των βασιλέων ήτο ότι εξ εναντίας έπρεπε να μείνωσι και να

υπερασπίσωσι την χώραν των κατά των επερχουμένων εχθρών. Και οι

μεν βασιλείς ηρνήθησαν να ενδώσωσιν εις τον δήμον, ο δε δήμος

ηρνήθη να υπακούση εις τους βασιλείς· βλέποντες δε ούτοι ότι η

μερίς του δήμου επέμενε να αναχωρήση και παραδώση την χώραν

αμαχητί εις τους επιόντας, απεφάσισαν αποθανόντες να ταφώσιν εκεί

και να μη φύγωσι μετά του δήμου, αναλογιζόμενοι όσα καλά απήλαυσαν

και όσα κακά ήτο ενδεχόμενον να τοις συμβώσιν εάν έφευγον εκ της

πατρίδος των. Ταύτα αποφασίσαντες, διηρέθησαν εις δύο ισάριθμα

σώματα και επέπεσαν κατ' αλλήλων. Και αυτούς μεν αποθανόντας

εκουσίως έθαψεν ο δήμος των Κιμμερίων εις τας όχθας του ποταμού

Τύρου, όπου φαίνεται εισέτι ο τάφος των· ο δε δήμος αφού τους

έθαψεν ανεχώρησε και ελθόντες οι Σκύθαι εύρον την χώραν έρημον.

12. Έτι και σήμερον υπάρχουσιν εις την Σκυθίαν Κιμμέρια πόλις, τα

Κιμμέρια Πορθμεία, χώρα τις καλουμένη Κιμμερία και ο λεγόμενος

Κιμμέριος Βόσπορος. Φαίνεται δε ότι οι Κιμμέριοι φυγόντες εις την

Ασίαν ένεκα των Σκυθών αποκατεστάθησαν εις την χερσόνησον όπου

σήμερον είναι η ελληνική πόλις Σινώπη· είναι βέβαιον επίσης ότι οι

Σκύθαι καταδιώκοντες αυτούς επλανήθησαν της οδού και εισέβαλον εις

την Μηδικήν γην, διότι οι μεν Κιμμέριοι φεύγοντες ηκολούθουν

πάντοτε το παραθαλάσσιον, οι δε Σκύθαι τους εδίωκον έχοντες τον

Καύκασον προς τα δεξιά, και τραπέντες προς τα μεσόγαια έφθασαν εις

την Μηδίαν. Είπα λοιπόν και τον λόγον τούτον τον οποίον κοινώς και

οι Έλληνες και οι βάρβαροι λέγουσι.

13. Αλλ' ο Αριστέας του Καϋστροβίου, Προκοννήσιος εποποιός, λέγει

ότι εμπνευσθείς υπό του Φοίβου μετέβη εις τους Ισσηδόνας· πέραν

του λαού τούτου, προσθέτει, κατοικούσιν οι Αριμασποί, άνθρωποι

μονόφθαλμοι· πέραν των Αριμασπών οι χρυσοφύλακες γρύπες, και πέραν

αυτών οι Υπερβόρειοι, εκτεινόμενοι μέχρι της θαλάσσης. Όλοι οι

λαοί ούτοι, κατά τον ποιητήν, εκτός των Υπερβορείων, αδιακόπως

κάμνουσιν επιδρομάς εναντίον των γειτόνων των, και ότι πρώτοι

ήρχισαν τούτο οι Αριμασποί· ώστε υπό μεν των Αριμασπών διώκονται

εκ της χώρας οι Ισσηδόνες, υπό δε των Ισσηδόνων οι Σκύθαι. Τέλος

δε οι Κιμμέριοι, οι κατοικούντες τα παράλια του Ευξείνου Πόντου,

πιεσθέντες υπό των Σκυθών, εγκατέλιπον τας γαίας των. Ούτω δε μήτε

ο Αριστέας δεν συμφωνεί μετά των Σκυθών περί της χώρας των.

14. Ανέφερα την πόλιν εξ ης κατήγετο ο ποιητής ούτος· θα είπω δε

τώρα εκείνο το οποίον ήκουσα περί αυτού εις την Προκόννησον και

την Κύζικον. Λέγουσιν ότι ο Αριστέας, όστις ουδενός των πολιτών

ήτο κατώτερος κατά το γένος, εισελθών εις τι πλυντήριον εν

Πρoκοννήσω, απέθανεν αιφνιδίως· ο κναφεύς κλείσας το εργαστήριόν

του έδραμε να ειδοποιήση τους συγγενείς του αποθανόντος. Αφού δε

διεδόθη εις την πόλιν η είδησις ότι απέθανεν ο Αριστέας, Κυζηκινός

τις ελθών της πόλεως Αρτάκης εφιλονείκει με τους λέγοντας τούτο,

βεβαιών ότι συνήντησε τον Αριστέαν μεταβαίνοντα εκ της Αρτάκης εις

την Κύζικον και ότι συνωμίλησε μετ' αυτού. Ενώ δε υπεστήριζε τα

λεγόμενά του επιμόνως, οι συγγενείς μετέβησαν εις την κατοικίαν

του κναφέως έχοντες μεθ' εαυτών και εκείνα τα οποία απητούντο διά

να άρωσι το σώμα. Ανοιχθείσης της οικίας δεν ευρέθη ο Αριστέας

ούτε νεκρός ούτε ζων. Επτά έτη μετά ταύτα εφάνη εις την

Προκόννησον και έκαμε τους στίχους τούτους τους οποίους σήμερον οι

Έλληνες καλούσιν Αριμασπείους· αφού δε τους έκαμνεν, έγινεν

άφαντος και εκ δευτέρου. Ταύτα διηγούνται αι δύο αύται πόλεις.

15. Τα δε ακόλουθα έμαθον ότι συνέβησαν εις τους Μεταποντίνους

τους εις την Ιταλίαν, τριακόσια τεσσαράκοντα έτη μετά την

εξαφάνισιν του Αριστέου, ως εύρισκον εγώ αριθμήσας τα έτη ότε ήμην

εις την Προκόννησον και το Μεταπόντιον. Οι Μεταποντίνοι διηγούνται

ότι ο Αριστέας φανείς εις την χώραν των τους διέταξε να ιδρύσωσι

ναόν εις τον Απόλλωνα και να στήσωσι πλησίον αυτού ανδριάντα

έχοντα επωνυμίαν Αριστέου του Προκοννησίου. Εξ όλων των Ιταλιωτών

λαών, έλεγεν, είσθε οι μόνοι τους οποίους επεσκέφθη ο Απόλλων· εγώ

αυτός, όστις σήμερον είμαι Αριστέας, τον συνώδευον, και τότε ήμην

κόραξ.» Και ο μεν Αριστέας ταύτα ειπών εγένετο άφαντος, οι δε

Μεταποντίνοι λέγουσιν ότι πέμψαντες εις τους Δελφούς ηρώτωυ τον

θεόν τι εσήμαινον οι λόγοι εκείνοι του φάσματος, η δε Πυθία τους

διέταξε να υπακούσωσιν εις αυτά, υποσχομένη ότι ήθελε προκύψει

καλόν. Τότε οι Μεταποντίνοι πεισθέντες εξετέλεσαν τα διατασσόμενα,

και σήμερον ίσταται ανδριάς επωνυμίαν έχων Αριστέου πλησίον αυτού

του αγάλματος του Απόλλωνος και περί αυτόν υπάρχουσι δάφναι

πεφυτευμέναι. Ίσταται δε το άγαλμα εν τη αγορά. Και περί μεν του

Αριστέου αρκούσιν όσα είπον.

16. Ουδείς δε γνωρίζει μετά βεβαιότητος τι υπάρχει άνω της χώρας,

περί ης η ρύμη της διηγήσεως με φέρει να ομιλήσω, ούτε ηδυνήθην ν'

ακούσω τινά λέγοντα ότι εγνώριζέ τι ιδίοις όμμασιν, ούτε αυτός δε

ο Αριστέας, περί του οποίου ωμίλησα προ ολίγου ανέφερε ποτέ εις

τους στίχους του ότι επροχώρησε πέραν των Ισσηδόνων, αλλά τα

ανώτερα εκείνων μέρη τα διηγείται εξ ακοής, ομολογών ότι οι

Ισσηδόνες τα είπον εις αυτόν. Ημείς όμως θα διηγηθώμεν όλα όσα

ηδυνήθημεν να εξακριβώσωμεν περί των μεμακρυσμένων τούτων μερών.

17. Από του εμπορικού λιμένος του Βορυσθένους (καθότι τούτο είναι

το κεντρικώτατον σημείον εξ όλων των μερών της Σκυθίας), οι πρώτοι

κάτοικοι είναι οι Καλλιπίδαι, όντες Ελληνοσκύθαι· άνωθεν αυτών

είναι άλλο έθνος, οι καλούμενοι Αλαζώνες, οίτινες τας αυτάς

συνηθείας έχουσι μετά των Σκυθών· σπείρουσι και τρώγουσι σίτον,

κρόμμυα, σκόροδα, φακήν, κέγχρους. Υπεράνω των Αλαζώνων

κατοικούσιν οι γεωργοί Σκύθαι, οίτινες σπείρουσι τον σίτον ουχί

διά να τρώγωσιν, αλλά διά να τον πωλώσι. Τούτων υπεράνω

κατοικούσιν οι Nευροί, προς βοράν δε των Νευρών, καθ' όσον ημείς

γνωρίζομεν, δεν κατοικούσι πλέον άνθρωποι. Ταύτα είναι τα έθνη τα

παρά τον Ύπανιν ποταμόν και προς δυσμάς του Βορυσθένους.

18. Πέραν δε του Βορυσθένους, αρχίζοντες από την θάλασσαν, πρώτον

μεν είναι η Υλαία, μετ' αυτήν δε κατοικούσι Σκύθαι γεωργοί τους

οποίους οι παρά τον Ύπανιν ποταμόν οικούντες Έλληνες καλούσι

Βορυσθενείτας, εαυτούς ονομάζοντες Ολβιοπολίτας. Ούτοι λοιπόν οι

γεωργοί Σκύθαι νέμονται προς ανατολάς μεν τριών ημερών οδόν μέχρι

του ποταμού τον οποίον καλούσι Παντικάπην, προς βοράν δε μέχρις

ένδεκα ημερών πλουν άνω του Βορυσθένους· υπεράνω δε τούτων είναι

έρημος μεγάλης εκτάσεως. Πέραν της ερήμου ευρίσκονται οι

Ανδροφάγοι, έθνος αυτόχθον και ουδόλως Σκυθικόν. Τούτων άνωθεν η

χώρα είναι εντελώς ακατοίκητος, ουδέ υπάρχει έθνος τι ανθρώπων,

καθ' όσον ημείς ηξεύρομεν.

19. Προς ανατολάς των γεωργών τούτων Σκυθών, διαβαίνων τις τον

Παντικάπην ποταμόν εισέρχεται αμέσως εις τους νομάδας Σκύθας

οίτινες ούτε σπείρουσιν ούτε καλλιεργούσιν, είναι δε η χώρα αυτών,

πλην της Υλαίας, γυμνή δένδρων. Οι νομάδες ούτοι νέμονται γην

δεκατεσσάρων ημερών οδού, ήτις εκτείνεται μέχρι του ποταμού

Γέρρου.

20. Πέραν του ποταμού τούτου είναι οι καλούμενοι βασιλικοί Σκύθαι,

οι άριστοι, οι πολυαριθμότατοι, οι νομίζοντες τους άλλους Σκύθας

δούλους των. Εκτείνονται δε ούτοι προς μεσημβρίαν μεν μέχρι της

Ταυρικής, προς ανατολάς δε μέχρι της τάφρου την οποίαν ώρυξαν οι

εκ των τυφλών γεννηθέντες, και μέχρι του εμπορικού λιμένος της

Μαιώτιδος λίμνης όστις καλείται Κρημνοί· τινές δ' εξ αυτών

εκτείνονται μέχρι του ποταμού Τανάιδος. Άνωθεν των βασιλικών

Σκυθών, προς βοράν, κατοικούσιν οι Μελάγχλαινοι, άλλο έθνος και

ουχί Σκυθικόν· άνωθεν δε των Μελαγχλαίνων είναι λίμναι και γη

ακατοίκητος, καθ' όσον ημείς ηξεύρομεν.

21. Αφού διαβή τις τον Τάναϊν, παύει πλέον η Σκυθία, και ο μεν

πρώτος κλήρος είναι των Σαυροματών οίτινες αρχόμενοι εκ του μυχού

της Μαιώτιδος λίμνης κατοικούσι προς βοράν διάστημα δεκαπέντε

ημερών οδόν, όπου ούτε καρποφόρα δένδρα υπάρχουσιν ούτε άγρια.

Ανωτέρω τούτων, έχουσι τον δεύτερον κλήρον οι Βουδίνοι νεμόμενοι

γην κεκαλυμμένην υπό παντός είδους δένδρων.

22. Υπεράνω των Βουδίνων, προς βοράν, πρώτον μεν είναι έρημος επτά

ημερών οδού· μετά την έρημον, κλίνοντες περισσότερον προς

ανατολάς, κατοικούσιν οι Θυσαγέται, έθνος πολυάριθμον και ίδιον,

όπερ ζη εκ της θήρας. Γείτονες τούτων εις τους αυτούς τόπους

κατοικούσιν οι Ιύρκαι οίτινες ωσαύτως ζώσιν εκ της θήρας. Ο

θηρευτής αναβάς εις δένδρον (διότι τα δένδρα είναι πολλά ανά πάσαν

την χώραν) παραμονεύει, εις την ρίζαν δε του δένδρου αφίνει τον

ίππον του όστις είναι δεδιδαγμένος να κήται επί της κοιλίας, να

φαίνεται μικρότατος και να ήναι έτοιμος καθώς και είς κύων. Όταν

δε ιδή το θήρευμα από του δένδρου, τοξεύει αυτό, αναβαίνει επί τον

ίππον, το διώκει, και ο κύων το συλλαμβάνει. Υπεράνω τούτων,

πάντοτε αποκλίνοντες προς ανατολάς, κατοικούσιν άλλοι Σκύθαι,

αποστατήσαντες από των άλλων βασιλικών Σκυθών και ελθόντες εις τον

τόπον τούτον.

23. Μέχρι της χώρας των Σκυθών τούτων, όλα τα μέρη τα οποία

περιέγραψα είναι πεδινά και βαθύγαια, πέραν δε τούτων είναι

πετρώδη και τραχέα. Διερχόμενος τις πολύ μέρος της τραχείας ταύτης

χώρας, φθάνει εις τους πρόποδας υψηλών ορέων όπου κατοικούσιν

άνθρωποι οίτινες ως λέγεται γεννώνται φαλακροί, και οι άνδρες και

αι γυναίκες, έχουσι την ρίνα σιμήν, τα γένεια μεγάλα, γλώσσαν

ιδιαιτέραν, ενδυμασίαν μεταχειρίζονται Σκυθικήν και ζώσιν εκ των

δένδρων. Το δένδρον εξ ου τρέφονται καλείται ποντικός, το μέγεθος

αυτού είναι περίπου το της συκής, παράγει καρπόν ίσον τω κυάμω και

έχει πυρήνα. Αφού ωριμάση, κόπτουσι τον καρπόν, θλίβουσιν αυτόν

εντός ιματίου και εξάγουσι ρευστόν παχύ και μέλαν το οποίον

καλούσιν άσχυ. Το άσχυ τούτο ή λείχουσιν ή μιγνύοντες μετά

γάλακτος πίνουσι, και από της παχύτητος της υποστάθμης

κατασκευάζουσι πλακούντια και τρώγουσιν αυτά. Κτήνη δεν έχουσι

πολλά, διότι δεν υπάρχουσιν εκεί νομαί καλαί. Έκαστος έχει την

κατοικίαν του κάτωθεν δένδρου, τον μεν χειμώνα περικαλυπτόμενος με

λευκόν κάλυμμα εκ μαλλίου δυνατού, το δε θέρος άνευ καλύμματος.

Ουδείς αδικεί αυτούς, καθότι λέγονται ότι είναι ιεροί· ούτε έχουσι

κανέν πολεμικόν όπλον. Αφ' ενός μεν, μεσολαβούσιν όπως περαιώσωσι

τας διαφοράς των γειτόνων των, αφ' ετέρου δε ο φυγάς όστις ζητεί

παρ' αυτοίς άσυλον, δεν αδικείται υπ' ουδενός. Ονομάζονται δε

Οργιεμπαίοι.

24. Μέχρι των φαλακρών τούτων πολύ γνωστός είναι ο τόπος καθώς και

τα έθνη όσα είναι πριν φθάσωμεν εις αυτούς, καθότι και Σκύθαι

τινές φθάνουσιν εις αυτούς, και δεν είναι δύσκολον να λάβη τις

πληροφορίας είτε παρ' αυτών είτε παρά των Ελλήνων του λιμένος του

Βορυσθένους και των άλλων λιμένων του Ευξείνου πόντου. Εκ δε των

Σκυθών όσοι έρχονται εις αυτούς, διαπραγματεύονται δι' επτά

διερμηνέων και επτά γλωσσών.

25. Μέχρι των Αργιππαίων λοιπόν είναι γνωστός ο τόπος· μακρύτερον

όμως, ουδέν δύναται τις να είπη ακριβώς, διότι τέμνουσι την χώραν

όρη υψηλά τα οποία ουδείς υπερβαίνει. Αλλ' οι φαλακροί ούτοι

λέγουσι, και κατ' εμέ δεν είναι πιστευτοί, ότι κατοικούσι τα όρη

ταύτα άνθρωποι με πόδας αιγός, και ότι υπερβαίνων τις αυτούς

φθάνει εις άλλους ανθρώπους, οίτηνες κοιμώνται έξ μήνας. Ουδόλως

παραδέχομαι τούτο, αλλά λέγω ότι τα μεν προς ανατολάς των φαλακρών

μέρη είναι γνωστά ότι κατοικούνται υπό Ισσηδόνων, περί δε των προς

βοράν των φαλακρών και των Ισσηδόνων ουδέν άλλο είναι γνωστόν ειμή

ό,τι λέγουσιν αυτοί οι ίδιοι.

26. Οι Ισσηδόνες, ως λέγεται, έχουσι τα ακόλουθα έθιμα. Όταν

αποθάνη τινός ο πατήρ, όλοι οι συγγενείς φέρουσι ζώα· έπειτα, αφού

τα θυσιάσωσι και τα διαμελίσωσι, διαμελίζουσιν επίσης τον πατέρα

του φιλοξενούντος· αναμίξαντες δε όλα τα κρέατα τα παραθέτουσι

προς δείπνον. Την δε κεφαλήν αυτού ψιλώσαντες και καθαρίσαντες

καταχρυσούσι, και έπειτα μεταχειρίζονται αυτήν ως είδωλον

προσφέροντες κατ' έτος μεγάλας θυσίας. Το έθιμον τούτο ομοιάζει

προς το των Ελλήνων οίτινες εορτάζουσι την επέτειον ημέραν του

θανάτου των πατέρων των. Άλλως οι Ισσηδόνες φημίζονται ως άνθρωποι

δίκαιοι, και αι γυναίκες έχουσι την αυτήν εξουσίαν με τους άνδρας·

είναι δε και ούτοι γνωστοί.

27. Ανωτέρω αυτών λέγουσιν οι Ισσηδόνες ότι υπάρχουσιν άνθρωποι

μονόφθαλμοι και γρύπες φύλακες του χρυσού. Από τους Ισσηδόνας το

παρέλαβον και το επαναλαμβάνουσιν οι Σκύθαι, παρά δε των Σκυθών το

παρεδέχθημεν ημείς οι άλλοι και ονομάζομεν αυτούς Σκυθιστί

Αριμασπούς, διότι άριμα οι Σκύθαι λέγουσι το έν, σπου δε τον

οφθαλμόν.

28. Τόσον δυσχείμερος είναι όλη η χώρα, την οποίαν περιέγραψα,

ώστε επί οκτώ μήνας το ψύχος είναι αφόρητον. Κατ' αυτούς τους

μήνας εάν χύσης ύδωρ δεν κάμνεις πηλόν, αλλ' εάν ανάψης πυρ

κάμνεις πηλόν. Πήγνυται δε και η θάλασσα επίσης ως ο Κιμμέριος

Βόσπορος, και επί του κρυστάλλου περιπατούσι τα στρατεύματα των

Σκυθών οίτινες κατοικούσιν εντός της τάφρου και ελαύνουσι τας

αμάξας πέραν εις τους Σινδούς. Τοιούτος χειμών διατελεί επί οκτώ

μήνας, τους δ' επίλοιπους τέσσαρας είναι ακόμη ψύχος. Ο χειμών των

κλιμάτων τούτων διαφέρει εκείνου όστις υπάρχει εις όλας τας άλλας

χώρας· καθ' όλην ταύτην την ώραν του έτους δεν γίνονται μεγάλαι

βροχαί, κατά δε το θέρος δεν παύει η βροχή. Όταν γίνωνται βρονταί

εις τα άλλα μέρη, τότε εκεί δεν γίνονται, το δε θέρος είναι

συνεχείς. Εάν συμβή κατά τον χειμώνα βροντή, νομίζεται ως θαύμα·

εάν δε συμβή σεισμός είτε κατά το θέρος είτε κατά τον χειμώνα,

τούτο νομίζεται θαύμα δι' όλην την Σκυθίαν. Οι ίπποι συνειθίζουσιν

εις τον χειμώνα τούτον και τον υποφέρουσιν, οι ημίονοι όμως και οι

όνοι δεν ανέχονται αυτόν. Εξ εναντίας εις κλίματα ηπιώτερα οι μεν

ίπποι οι μένοντες εκτεθειμένοι εις το ψύχος αποθνήσκουσιν, οι δε

όνοι και οι ημίονοι αντέχουσιν,

29. Νομίζω δε ότι το γένος των βοών της χώρας ταύτης δεν έχει

κέρατα ένεκα του ψύχους· βεβαιοί δε την γνώμην μου ο εξής στίχος

του Ομήρου εν τη Οδυσσεία·

Η Λυβία όπου τ' αρνία άμα γεννηθώσιν έχουσιν κέρατα.

Και τω όντι τα κέρατα φύονται ταχέως εις τα θερμά κλίματα· αλλ'

εις εκείνα όπου το ψύχος είναι δριμύ, δεν φύονται ουδόλως ή μόλις

φύονται.

30. Ενταύθα λοιπόν ταύτα γίνονται ένεκα του ψύχους, θαυμάζω δε

(καθότι εξ αρχής η διήγησίς μου ηρέσκετο εις τας προσθήκας) διατί

εις όλην την Ηλείαν δεν δύνανται να γεννηθώσιν ημίονοι· το κλίμα

δεν είναι ψυχρόν, ουδέ υπάρχει άλλο φανερόν αίτιον του γεγονότος

τούτου· λέγουσι δε οι Ηλείοι ότι τούτο προέρχεται έκ τινος

κατάρας. Διά τούτο όταν έλθη ο καιρός να συλλάβωσιν οι ίπποι,

φέρουσιν αυτάς εις τους πλησιοχώρους· εκεί δε τας αφίνουσι να τας

αναβώσιν οι όνοι, και αφού συλλάβωσι, τας φέρουσι πάλιν οπίσω.

31. Περί δε των πτερών με τα οποία λέγουσιν οι Σκύθαι ότι είναι

πλήρης ο αήρ, τόσον ώστε μήτε να ίδη τις δύναται μήτε να προχωρήση

προς το μέρος της ηπείρου, ιδού ποία είναι η γνώμη μου. Εις τα

υψηλότερα μέρη της χώρας ταύτης πάντοτε πίπτει χιών, ολιγωτέρα

κατά φυσικόν λόγον το θέρος ή τον χειμώνα. Όστις δε είδε χιόνα

πίπτουσαν αφθόνως, εκείνος εννοεί τι λέγω· και τωόντι η χιών

ομοιάζει με πτερά. Ένεκα λοιπόν αυτού του δριμέος χειμώνος τα

βόρεια μέρη της ηπείρου ταύτης είναι ακατοίκητα. Νομίζω δε ότι οι

Σκύθαι και οι περίοικοι αυτών, μεταχειριζόμενοι γλώσσαν

συμβολικήν, καλούσι την χιόνα πτερά. Ταύτα λοιπόν είναι όσα

λέγονται περί των απωτάτων τούτων χωρών.

32. Περί δε των υπερβορείων ανθρώπων μήτε οι Σκύθαι μήτε οι άλλοι

οι περί τα μέρη εκείνα οικούντες λέγουσι τι, πλην ίσως των

Ισσηδόνων· ως νομίζω δ' εγώ, ούτε αυτοί δεν λέγουσι τίποτε, διότι

εάν έλεγον τι θα το επανελάμβανον οι Σκύθαι, όπως πράττουσι τούτο

και διά τους μονοφθάλμους. Ο Ησίοδος μόνον ανέφερε περί των

Υπερβορείων, έτι δε και ο Όμηρος εις τους Επιγόνους, εάν τωόντι ο

Όμηρος εποίησε τα έπη ταύτα.

33. Οι Δήλιοι όμως λέγουσι πολύ περισσότερα περί αυτών,

διηγούμενοι ότι ιερά τινα αντικείμενα, περιτετυλιγμένα εις άχυρα

σίτου εκομίζοντο εκ των Υπερβορείων εις τους Σκύθας· ότι εκ των

Σκυθών μετεφέροντο εις τους γείτονάς των, έπειτα, από έθνους εις

έθνος, έφθανον μέχρι των εσχάτων προς δυσμάς ορίων, εις τον

Αδρίαν· εκείθεν δε πεμπόμενα προς μεσημβρίαν, τα εδέχοντο πρώτοι

εκ των Ελλήνων οι Δωδωναίοι· έπειτα εκ της Δωδώνης κατέβαινον εις

τον Μαλέαν κόλπον διά να διαβώσιν εις την Εύβοιαν· ότι αι πόλεις

της νήσου ταύτης διαδοχικώς τα έπεμπον μέχρι της Καρύστου· ότι από

την Κάρυστον, αφίνοντες την Άνδρον προς τα αριστερά, τα μετέφερον

οι Καρύστιοι εις την Τήνον και οι Τήνιοι εις την Δήλον.

Τοιουτοτρόπως λοιπόν λέγουσιν ότι ήρχοντο εις αυτούς τα ιερά ταύτα

αντικείμενα. Ιδού δε πώς συμπληρούσι την διήγησίν των· κατά πρώτην

φοράν οι Υπερβόρειοι έπεμψαν διά να φέρωσι τα αναθήματα ταύτα δύο

κόρας τας οποίας οι Δήλιοι ονομάζουσιν Υπερόχην και Λαοδίκην, μετ'

αυτών δε, ως ασφαλή συνοδείαν, έπεμψαν πέντε εκ των αστών οίτινες

σήμερον καλούνται Περφερείς και οίτινες εις την Δήλον τιμώνται

πολύ. Αλλ' ούτε αι κόραι ούτε οι συνοδοί επέστρεψαν πλέον εις τους

Υπερβορείους· κρίνοντες δε τότε ούτοι ότι θα ήτο άτοπον εάν

εξηκολούθει πάντοτε να μη επιστρέφωσιν οι αποστελλόμενοι άνθρωποι,

απεφάσισαν να φέρωσι τα αναθήματα μέχρι των συνόρων και να τα

παραδίδωσι περιτετυλιγμένα με άχυρα εις τους πλησιεστέρους

γείτονας παραγγέλλοντες εις αυτούς να τα προσέχωσι και να τα

διαβιβάζωσιν εις άλλο έθνος. Και ταύτα μεν τοιουτοτρόπως πεμπόμενα

από έθνους εις έθνος έφθανον, ως λέγεται, εις την Δήλον· ηξεύρω δε

εγώ το ακόλουθον όπερ έχει σχέσιν προς τα αναθήματα ταύτα. Αι

γυναίκες της Θράκης και της Παιονίας, όταν θυσιάζωσιν εις την

βασίλισσαν Αρτέμιδα, ποτέ δεν προσφέρουσι τας θυσίας χωρίς άχυρα

σίτου. Και ταύτα μεν ηξεύρω ότι πράττουσιν αυταί.

34. Προς τιμήν δε των παρθένων εκείνων αίτινες ελθούσαι εκ των

Υπερβορείων ετελεύτησαν εις την Δήλον, αφιερούσιν οι νέοι και αι

νέαι της νήσου ταύτης την κόμην των. Αι μεν νέαι, προ του γάμου

των, αποτέμνουσαι ένα πλόκαμον ελίττουσιν αυτόν περί άτρακτον και

τον αποθέτουσιν επί του τάφου όστις είναι έσω του ναού της

Αρτέμιδος, προς αριστεράν του εισερχομένου και σκιάζεται υπό

ελαίας. Οι δε νέοι ελίττουσιν ολίγας τρίχας περί τινα χλόην και

αποθέτουσιν αυτάς επίσης επί του τάφου. Και αύται μεν αι παρθένοι

τοιαύτην τιμήν λαμβάνουσιν από τους κατοίκους της Δήλου.

35. Λέγουσι δε οι αυτοί Δήλιοι ότι η Άργη και η Ώπις, παρθένοι εκ

των Υπερβορείων, διελθούσαι διά των αυτών χωρών, έφθασαν εις την

Δήλον προ της Υπερόχης και της Λαοδίκης και ότι έφερον εις την

Ειλείθυιαν, χάριν του ευκόλου τοκετού των γυναικών, τον φόρον τον

οποίον έταξαν. Προσθέτουσι δε ότι η Άργη και η Ώπις ήλθον ομού με

αυτούς τους θεούς και ότι εδόθησαν εις αυτάς άλλαι τιμαί παρά των

Δηλίων. Αι γυναίκες επαιτούσιν επικαλούμεναι τα ονόματά των έν

τινι ύμνω τον οποίον εποίησεν εις αυτάς ο Λύκιος Ωλήν· παρ' αυτών

δε μαθόντες οι νησιώται και οι Ίωνες να υμνώσι την Ώπιν και την

Άργην, επικαλούνται επίσης αυτάς επαιτούντες (ο Ωλήν δε ούτος,

ελθών εκ της Λυκίας, εποίησεν όλους τους παλαιούς ύμνους τους

ψαλλομένους εις την Δήλον.) Όταν δε οι μηροί καίωνται επί του

βωμού, λαμβάνουσι την τέφραν και την σκορπίζουσιν επί του τάφου

της Ώπιος και της Άργης. Είναι δε ο τάφος ούτος όπισθεν του ναού

της Αρτέμιδος, προς ανατολάς, πλησιέστατα του εστιατορίου των

Κείων.

36. Και ταύτα μεν αρκούσι διά τους Υπερβορείους, διότι δεν θα

αναφέρω την ιστορίαν του Αβάριος όστις, ως λέγεται, ήτο

Υπερβόρειος και βέλος τον περιέφερεν ανά πάσαν την γην χωρίς να

φάγη τίποτε. Εάν ήναι αληθές ότι υπάρχουσιν υπερβόρειοι άνθρωποι,

αναγκαίως θα υπάρχωσι και άλλοι υπερνότιοι. Γελώ δε βλέπων πολλούς

περιγράφοντας την γην χωρίς να εξηγώσι τίποτε σαφώς. Τινές τούτων

παριστώσι τον Ωκεανόν ρέοντα περί την γην, ως εάν η γη εγένετο

στρογγύλη διά τόρνου· υποθέτουσιν επίσης ότι η Ευρώπη είναι μεγάλη

όσον η Ασία. Με ολίγας όμως λέξεις θα φανερώσω το μέγεθος εκάστης

αυτών και το σχήμα.

37. Οι Πέρσαι οικούσιν εκτεινόμενοι μέχρι της νοτίας θαλάσσης της

καλουμένης Ερυθράς. Ανωτέρω αυτών, προς βοράν, οικούσιν οι Μήδοι·

ανωτέρω των Μήδων οι Σάσπειρες· ανωτέρω δε των Σασπείρων οι Κόλχοι

εκτεινόμενοι μέχρι της βορείας θαλάσσης όπου εισβάλλει ο Φάσις

ποταμός. Ταύτα τα τέσσαρα έθνη κατοικούσιν από της μιας θαλάσσης

μέχρι της άλλης.

38. Εκείθεν, προς δυσμάς, δύο μεγάλαι ξηραί χωρίζονται και

καταβαίνουσι μέχρι της θαλάσσης· ταύτας θέλω περιγράψει. Η μία εξ

αυτών προς βοράν μεν αρχίζουσα από τον Φάσιν ποταμόν, ακολουθεί

την παραλίαν του Ευξείνου Πόντου και του Ελλησπόντου και φθάνει

μέχρι του Τρωικού ακρωτηρίου Σιγείου, προς νότον δε η αυτή αύτη

ξηρά αρχομένη από του Μυριανδρικού κόλπου του κειμένου πλησίον της

Φοινίκης εκτείνεται παρά την θάλασσαν μέχρι του ακρωτηρίου

Τριοπίου. Κατοικούσι δε εις την ξηράν ταύτην έθνη τριάκοντα. Αύτη

είναι η μία ξηρά.

39. Η ετέρα, αρχομένη από των Περσών, εκτείνεται μέχρι της Ερυθράς

θαλάσσης και περιέχει πρώτον την Περσικήν γην, μετά ταύτα την

Ασσυρίαν και τέλος την Αραβίαν· λήγει δε, ουχί φυσικώς αλλά

τεχνητώς, εις τον Αράβιον κόλπον, εις το σημείον όπου ο Δαρείος

ήνωσε διά διώρυχος τα ύδατα του Νείλου. Από της Περσίας μέχρι της

Φοινίκης, η χώρα είναι πλατεία και μεγάλη· από δε της Φοινίκης η

ξηρά αύτη παρακολουθεί τα παραθαλάσσια της Συρίας, της Παλαιστίνης

και της Αιγύπτου όπου και τελευτά. Εις ταύτην τρία μόνα έθνη

κατοικούσι. Τοιούτον είναι το σχήμα της Ασίας, εάν αρχίσωμεν από

την Περσίαν και προχωρήσωμεν προς δυσμάς.

40. Τα δε ανωτέρω των Περσών, των Μήδων, των Σασπείρων και των

Κόλχων προς ανατολάς, αφ ενός μεν περιορίζει η Ερυθρά θάλασσα, αφ'

έτερου δε η Κασπία θάλασσα και ο Αράξης ποταμός όστις ρέει

ακολουθών την πορείαν του ηλίου. Η Ασία κατοικείται μέχρι της

Ινδικής· μετά ταύτα δε προς ανατολάς είναι έρημος και ουδείς

δύναται να είπη τι περί αυτής. Τοιαύτη και τοσαύτη είναι η Ασία.

41. Η δε Λιβύα είναι εις την ετέραν ξηράν, διότι συνέχεται με την

Αίγυπτον προς το μέρος της οποίας η ξηρά αύτη είναι στενή· τωόντι

από της ημετέρας θαλάσσης μέχρι της Ερυθράς είναι δέκα χιλιάδες

οργυιαί όπερ εστί χίλιοι στάδιοι. Από του ισθμού όμως τούτου η

χώρα πλατύνεται και λαμβάνει το όνομα Λιβύα.

42. Θαυμάζω λοιπόν εκείνους οίτινες ώρισαν και διήρεσαν την γην

εις Λιβύαν, Ασίαν και Ευρώπην, καθότι η μεταξύ των χωρών τούτων

διαφορά δεν είναι μικρά. Τωόντι η Ευρώπη κατά μήκος μεν είναι ίση

με τας άλλας δύο, κατά πλάτος όμως δεν με φαίνεται αξία να

παραβληθή με αυτάς. Η Λιβύα προφανώς περικυκλούται υπό υδάτων,

πλην του διαστήματος του αποτελούντος τα προς την Ασίαν σύνορα·

πρώτος δε από όσους ημείς ηξεύρομεν έδειξε τούτο ο Νεκώ, ο

βασιλεύς της Αιγύπτου. Όταν έπαυσε να σκάπτη την μεταξύ του Νείλου

και του Αραβίου κόλπου διώρυχα, εξέπεμψε Φοίνικάς τινας με πλοία

διατάξας αυτούς να επιστρέψωσιν εις την βορείαν θάλασσαν διά των

Ηρακλείων στηλών και ούτω να επανέλθωσιν εις την Αίγυπτον. Οι

Φοίνικες αναχωρήσαντες εκ της Ερυθράς θαλάσοης έπλεον προς νότον·

όταν δε έφθανε το φθηνόπωρον προσαρμοζόμενοι έσπειρον την γην εις

το μέρος της Λιβύας όπου ήθελον ευρεθή και περιέμενον το θέρος·

αφού δε εθέριζον τον σίτον, εξηκολούθουν πάλιν τον πλουν των.

Τοιουτοτρόπως δύο έτη παρήλθον, κατά δε το τρίτον κάμψαντες τας

Ηρακλείους στήλας επέστρεψαν εις την Αίγυπτον και έλεγον ότι

περιπλέοντες την Λιβύαν είχον τον ήλιον εις τα δεξιά, όπερ εγώ μεν

δεν πιστεύω, άλλος τις όμως ενδέχεται να πιστεύη. Τοιουτοτρόπως

λοιπόν η Λιβύα εγένετο γνωστή κατά πρώτον.

43. Μετά δε ταύτα λέγουσιν οι Καρχηδόνιοι ότι την εγνώρισαν,

καθότι ο Αχαιμενίδης Σατάσπης ο υιός του Τεάσπιος, σταλείς επί

τούτω δεν περιέπλευσε την Λιβύαν· αλλά φοβηθείς το μήκος του πλου

και την ερημίαν, επέστρεψεν οπίσω χωρίς να εκτελέση την ποινήν την

οποίαν τω επέβαλεν η μήτηρ του. Ο Σατάσπης ούτος είχε βιάσει την

θυγατέρα του Ζωπύρου υιού του Μεγαβύζου, και καθ' ην στιγμήν προς

τιμωρίαν του εγκλήματος τούτου έμελλε να ανασκολοπισθή κατά

διαταγήν του βασιλέως Ξέρξου, η μήτηρ του, αδελφή ούσα του

Δαρείου, εμεσίτευσε και τω εχαρίσθη η ζωή υποσχεθείσα ότι αυτή θα

τω επιβάλη τιμωρίαν αυστηροτέραν, να περιπλεύση την Λιβύαν, μέχρις

ου φθάση, εις τον Αράβιον κόλπον. Συγκατατεθέντος του Ξέρξου, ο

Σατάσπης μετέβη εις την Αίγυπτον, και λαβών εκείθεν πλοίον και

ναύτας, έπλευσε μετ' αυτών προς τας Ηρακλείους στήλας· διαβάς δε

ταύτας και κάμψας το ακρωτήριον της Λιβύας όπερ καλείται Σολόεις,

έπλευσε προς μεσημβρίαν. Αφού όμως διήνυσε θάλασσαν πολλήν εις

πολλούς μήνας και είδεν ότι υπελείπετο το περισσότερον μέρος του

πλου, επέστρεψεν οπίσω και έπλευσεν εις την Αίγυπτον. Εκ της

Αιγύπτου πορευθείς εις τον βασιλέα Ξέρξην διηγείτο ότι εις τας

απωτάτας χώρας είχεν ιδή ανθρώπους μικρούς φέροντας ενδύματα εκ

φύλλων φοίνικος, οι οποίοι, άμα προσωρμίζετο το πλοίον, έφευγον

εις τα όρη εγκαταλείποντες τας πόλεις των, εις τας οποίας

εισερχόμενοι οι άνθρωποι του ουδεμίαν βλάβην επροξένουν, αλλά

μόνον ελάμβανον ζώα τινα από αυτάς. Αίτιον δε του μη εντελούς

περίπλου της Λιβύας έλεγεν ότι ήτο το ακόλουθον· ότι το πλοίον

εκάθητο και δεν ήτo δυνατόν να προχωρήση περαιτέρω. Ο δε Ξέρξης μη

πιστεύων εις τα λεγόμενα και επειδή δεν εξετέλεσε τον επιβληθέντα

αγώνα, διέταξε να τον ανασκολοπίσωσι, κρίνας αυτόν άξιον της

πρώτης τιμωρίας. Τούτου του Σατάσπους ευνούχος τις, άμα έμαθε τον

θάνατον του δεσπότου του, έφυγεν εις την Σάμον με χρήματα πολλά τα

οποία Σάμιός τις κατεχράσθη· γνωρίζω το όνομα αυτού, αλλά δεν θέλω

να το είπω.

44. Της δε Ασίας τα περισσότερα μέρη ανεκάλυψεν ο Δαρείος. Θέλων

να μάθη εις ποίαν θάλασσαν χύνεται ο Ινδός, ο δεύτερος ποταμός εις

τον οποίον ευρίσκονται κροκόδειλοι, έπεμψε μετά πλοίων τον Σκύλακα

τον Καρυανδέα και άλλους παρά των οποίων επίστευεν ότι ήθελε μάθει

την αλήθειαν. Ούτοι δε αναχωρήσαντες εκ της πόλεως Κασπατύρου και

της Πακτυϊκής γης έπλεον προς ανατολάς ακολουθούντες το ρεύμα του

ποταμού μέχρι της θαλάσσης. Πλεύσαντες δε ακολούθως εις το πέλαγος

προς δυσμάς, έφθασαν κατά τον τριακοστόν μήνα εις τον αυτόν τόπον

εκ του οποίου ο βασιλεύς της Αιγύπτου είχε πέμψει τους ανωτέρω

μνημονευθέντας Φοίνικας διά να περιπλεύσωσι την Λιβύαν. Μετά τον

τελευταίον τούτον περίπλουν ο Δαρείος υπέταξε τους Ινδούς και

μετεχειρίζετο την θάλασσαν ταύτην. Τοιουτοτρόπως δε, πλην των προς

ανατολάς μερών, τα άλλα ευρέθησαν ότι είναι όμοια με τα της

Λιβύας.

45. Ουδείς ηδυνήθη να γνωρίση θετικώς εάν η Ευρώπη, είτε προς

ανατολάς, είτε προς το βόρειον μέρος, περιβρέχεται υπό υδάτων,

γνωστόν δε είναι μόνον ότι το μήκος αυτής είναι σχεδόν ίσον με το

των άλλων δύο. Ούτε δύναμαι να εικάσω πώς, ενώ η γη είναι μία,

εδόθησαν εις αυτήν τρία ονόματα, μήτε διατί τα ονόματα ταύτα είναι

ονόματα γυναικών, μήτε διατί ο Νείλος εις την Αίγυπτον, και ο

Φάσις εις την Κολχίδα ετέθησαν ως όρια (τινές δε λέγουσι τον

Τάναϊν ποταμόν της Μαιώτιδος και τα Κιμμέρια Πορθμεία.) Ούτε

δύναμαι να μάθω τα ονόματα εκείνων οίτινες έθεσαν αυτά τα όρια,

ούτε πόθεν έλαβον αυτάς τας επωνυμίας. Οι πλείστοι των Ελλήνων

λέγουσιν ότι η μεν Λιβύα έλαβε το όνομα γυναικός τινος αυτόχθονος,

η δε Ασία ωνομάσθη ούτω από της γυναικός του Προμηθέως. Οι Λυδοί

όμως οικειοποιούνται αυτό το όνομα και λέγουσιν ότι ωνομάσθη ούτω

η Ασία από τον Ασίαν υιόν του Κότυος του Μάνου και όχι από την

Ασίαν την γυναίκα του Προμηθέως· τούτου ένεκα φυλή τις των Σάρδεων

καλείται Ασίας. Κανείς λοιπόν μεταξύ των ανθρώπων δεν ηξεύρει εάν

η Ευρώπη περιβρέχεται υπό υδάτων, μήτε πόθεν έλαβε το όνομά της·

εκτός εάν παραδεχθώμεν ότι έλαβε το όνομα της Τυρίας Ευρώπης και

ότι πρότερον δεν είχε κανέν όνομα, όπως και αι δύο άλλαι. Αλλ'

είναι φανερόν ότι η γυνή αύτη ήτο εκ της Ασίας και ότι ποτέ δεν

ήλθεν εις την χώραν την οποίαν σήμερον οι Έλληνες καλούσιν

Ευρώπην, αλλά μόνον από την Φοινίκην ήλθεν εις την Κρήτην και εκ

της Κρήτης εις την Λυκίαν. Και ταύτα μεν αρκούσι περί του

αντικειμένου τούτου· ημείς δε θα εξακολουθήσωμεν μεταχειριζόμενοι

τα ονόματα τα οποία εγένοντο δεκτά.

46. Τα δε παράλια του Ευξείνου πόντου όπου ο Δαρείος έφερε τα

στρατεύματά του περιέχουσιν έθνη αμαθέστατα, πλην του Σκυθικού.

Ούτε έν έθνος υπάρχει εκ των κατοικούντων εντός του Πόντου το

οποίον να δυνάμεθα να μνημονεύσωμεν διά την σοφίαν του, μήτε

γνωρίζομεν κανένα λόγιον άνδρα, πλην του Σκυθικού έθνους και του

Αναχάρτιδος. Το δε Σκυθικόν έθνος εκανόνισε σοφώτερον πάντων των

άλλων εθνών τα οποία γνωρίζομεν το σπουδαιότερον από όλα τα

ανθρώπινα πράγματα, καθότι τας άλλας αυτού συνηθείας δεν θαυμάζω.

Το σπουδαιότερον λοιπόν των ανθρωπίνων πραγμάτων ούτως ερρυθμίσθη

παρ' αυτών· ουδείς εξ εκείνων οίτινες εκστρατεύουσι κατ' αυτών

είναι βέβαιος ότι θα τους αποφύγη, και εάν θέλωσι να μη τους

εύρωσι, κανείς δεν ειμπορεί να τους εύρη· διότι μήτε πόλεις έχουσι

μήτε τείχη, αλλ' είναι φερέοικοι. Είναι δε όλοι ιπποτοξόται καί

ζώσιν ουχί εκ της γεωργίας, αλλ' εκ της κτηνοτροφίας· έχουσι δε

τας κατοικίας των επί αμαξίων. Πώς λοιπόν να μην ήναι απρόσβλητοι

και πώς να δυνηθή τις να τους εύρη και να τους πολεμήση;

47. Επενόησαν δε το μέσον τούτο της υπερασπίσεως, διότι και η γη

των είναι αρμοδία και οι ποταμοί βοηθούσιν εις τούτο. Τωόντι η γη

των είναι πεδιάς χλοώδης και καλώς διαβρεχομένη, μεγάλοι δε

ποταμοί ρέουσι δι' αυτής μόλις ολιγώτεροι των εν Αιγύπτω διωρύχων.

θα αναφέρω τους μάλλον ονομαστούς και προσπλωτούς από το μέρος της

θαλάσσης. Πρώτος είναι ο πεντάστομος Ίστρος· μετ' αυτόν είναι ο

Τύρης, ο Ύπανις, ο Βορυσθένης, ο Παντικάπης, ο Γέρρος και ο

Τάναϊς· ρέουσι δε ούτοι κατά την εξής διεύθυνσιν.

48. Ο Ίστρος, ο μέγιστος των ποταμών τους οποίους γνωρίζομεν,

τρέχει πάντοτε ο ίδιος και το θέρος και τον χειμώνα· ων δε ο

πρώτος τον οποίον συναντά τις εις την Σκυθίαν προς τα εσπέρια

μέρη, εγένετο μέγιστος καθότι πίπτουσιν εις αυτόν και άλλοι

ποταμοί. Εκείνοι δε οίτινες καθιστώσιν αυτόν μέγαν είναι οι

ακόλουθοι. Πέντε μεν οι ρέοντες διά της Σκυθικής χώρας, εκείνος

τον οποίον οι Σκύθαι καλούσι Πόρατα, οι δε Έλληνες Πυρετόν, ο

Τιαραντός, ο Αραρός, ο Νάπαρις και ο Ορδησσός. Ο μεν πρώτος των

ποταμών τούτων, μέγας και τρέχων προς ανατολάς, ενόνει τα ύδατά

του, μετά του Ίστρου, ο δε δεύτερος, ο Τιαραντός, είναι μικρότερος

και ρέει μάλλον δυτικώς, ο δε Αραρός, ο Νάπαρις και ο Ορδησσός,

τρέχοντες διά μέσου τούτων, εισβάλλουσιν εις τον Ίστρον. Και ούτοι

μεν οι ποταμοί, όντες Σκυθικοί, συντελούσιν εις την αύξησιν αυτού·

ο δε Μάρις, ων εκ της χώρας των Αγαθύρσων, ενούται και αυτός με

τον Ίστρον.

49. Από δε τας κορυφάς του Αίμου τρεις άλλοι μεγάλοι ποταμοί

ρέοντες προς βοράν εισβάλλουσιν εις αυτόν, ο Άτλας, ο Αύρας και ο

Τίβισις· διά δε της Θράκης και των Κροβύζων Θρακών ρέοντες ο

Άθρυς, ο Νόης και ο Αρτάνης πίπτουσιν εις τον Ίστρον. Εκ των

Παιόνων και του όρους της Ροδόπης ο Σκίος ποταμός σχίζων εις το

μέσον τον Αίμον εισβάλλει εις αυτόν. Εκ των Ιλλυριών ρέων προς

βοράν ο Άγγρος ποταμός εισβάλλει εις την Τριβαλλικήν πεδιάδα και

εις τον Βρόγγον ποταμόν, ο δε Βρόγγος εις τον Ίστρον τοιουτοτρόπως

δε ο Ίστρος δέχεται αμφοτέρους, όντας μεγάλους. Εκ δε της χώρας

της κειμένης υπεράνω των Ομβρίκων ο Κάρπις και ο Άλπις, ρέοντες

και ούτοι προς βοράν, εισβάλλουσιν εις αυτόν, διότι ο Ίστρος ρέει

δι' όλης της Ευρώπης αρχόμενος εκ των Κελτών οίτινες μετά τους

Κύνητας είναι οι τελευταίοι κάτοικοι της Ευρώπης προς δυσμάς· ρέων

δε δι' όλης της Ευρώπης εισβάλλει εις την θάλασσαν πλαγίως της

Σκυθικής.

50. Αυξάνων εκ των υδάτων των καταλεχθέντων ποταμών και άλλων

πολλών, γίνεται ο Ίστρος μέγιστος των ποταμών. Εάν δε παραβάλωμεν

μόνον τα ύδατα του Νείλου προς τα του Ίστρου, ευρίσκομεν ότι ο

πρώτος είναι πολύ μεγαλείτερος, καθότι ο Νείλος μήτε ποταμόν τινα

μήτε κρήνην δέχεται όπως αυξηθή. Ρέει δε ο Ίστρος ίσος και κατά το

θέρος και κατά τον χειμώνα διά την εξής, ως νομίζω, αιτίαν· τον

χειμώνα έχει το φυσικόν αυτού μέγεθος, ίσως ολίγον περισσότερον,

διότι εις την χώραν ταύτην μόλις βρέχει κατά τον χειμώνα, χιών

όμως πίπτει πάντοτε· κατά το θέρος η άφθονος χιών η πεσούσα κατά

τον χειμώνα αναλυομένη εις όλα τα μέρη έρχεται εις τον Ίστρον.

Όθεν και η χιών αύτη η πίπτουσα εις αυτόν συντρέχει εις την

αύξησίν του, εν ταυτώ δε αι πολλαί και ορμητικαί βροχαί, διότι

κατά το θέρος βρέχει. Όσον δε περισσότερον ύδωρ ανέλκει ο ήλιος το

θέρος παρά τον χειμώνα, τόσον τα συνενούμενα με τον Ίστρον ύδατα

είναι περισσότερα το θέρος παρά τον χειμώνα, και τοιουτοτρόπως

γενομένης της αναπληρώσεως των εξατμιζομένων επέρχεται

αντισήκωσις, ώστε ο Ίστρος να φαίνεται πάντοτε ίσος.

51. Είναι λοιπόν ο Ίστρος είς των ποταμών της Σκυθίας, μετά τούτον

δε έρχεται ο Τύρος, όστις ορμάται μεν από τα βόρεια μέρη, άρχεται

δε ρέων εκ λίμνης μεγάλης ήτις χωρίζει την Σκυθίαν από την Νευρίδα

γην. Προ του στόματος αυτού κατοικούσιν Έλληνες οίτινες καλούνται

Τυρίται.

52. Τρίτος ποταμός είναι ο Ύπανις όστις ορμάται μεν εκ της

Σκυθικής, ρέει δε εκ λίμνης μεγάλης πέριξ της οποίας βόσκουσιν

άγριοι ίπποι λευκοί. Ορθώς δε καλείται η λίμνη αυτή μήτηρ του

Υπάνεως. Εκ ταύτης λοιπόν εκβαίνων ο Ύπανις ποταμός ρέει μικρός

και γλυκύς μέχρι πέντε ημερών πλουν, έπειτα δε εις τεσσάρων ημερών

πλουν από της θαλάσσης είναι πολύ πικρός, διότι ρίπτεται εις αυτόν

κρήνη τόσον πικρά, ώστε καίτοι μικρά μεταδίδει την πικρότητά της

εις όλον τον Ύπανιν όστις μεταξύ των μικρών ποταμών είναι μέγας.

Είναι δε η κρήνη αύτη εις τα σύνορα των γεωργών Σκυθών και των

Αλαζώνων. Όνομα της κρήνης ταύτης και του μέρους εκ του οποίου

ρέει είναι Σκυθιστί μεν Εξαμπαίος, κατά δε την γλώσσαν των Ελλήνων

Ιεραί οδοί. Ο Τύρης και ο Ύπανις πλησιάζουσι κατά το μέρος των

Αλαζώνων, έπειτα όμως τρεπόμενοι αμφότεροι διάφορον διεύθυνσιν,

αφίνουσι μεταξύ των μέγα διάστημα.

53. Τέταρτος είναι ο Βορυσθένης ποταμός όστις, κατά την εμήν

γνώμην, είναι μετά τον Ίστρον ο μέγιστος και διά τους ανθρώπους

ωφελιμώτατος ου μόνον των Σκυθικών ποταμών, αλλ' όλων των ποταμών,

πλην του Νείλου, προς τον οποίον ουδείς άλλος δύναται να συγκριθή.

Εκ των λοιπών όμως ο Βορυσθένης προσφέρει μεγίστας ωφελείας εις

τους ανθρώπους, διότι και εις τα κτήνη παρέχει νομάς καλλίστας και

αφθονωτάτας, και ιχθύς δίδει αρίστους και πολλούς, και το ύδωρ

αυτού είναι γλυκύτατον. Ρέει δε καθαρός πλησίον άλλων ποταμών

θολερών, τα σιτηρά εις τας όχθας αυτού γίνονται αξιολογώτατα, και

η χλόη, εις τα μέρη όπου δεν σπείρεται η χώρα, φθάνει εις ύψος

πολύ. Εις το στόμιον αυτού άπειρον άλας πήγνυται αυτόματον,

παρέχον προς ταρίχευσιν μεγάλα κήτη άνευ ακάνθης, τα οποία

καλούσιν αντακαίους, και πολλά άλλα θαυμασμού άξια. Μέχρι του

Γέρρου, εις τον οποίον φθάνει τις μετά τεσσαράκοντα ημερών πλουν,

ο Βορυσθένης είναι γνωστόν ότε ρέει καταβαίνων από βορά, πέραν

όμως ουδείς γινώσκει διά τίνων ανθρώπων ρέει· είναι δε φανερόν ότι

διέρχεται έρημον πριν φθάση εις την χώραν των γεωργών Σκυθών

οίτινες εισι παρόχθιοι αυτού κάτοικοι επί δέκα ημερών πλουν. Μόνου

τούτου του ποταμού και του Νείλου δεν δύναμαι να σημειώσω τας

πηγάς, νομίζω δε ότι ούτε άλλος τις των Ελλήνων. Ρέων δε ο

Βορυσθένης φθάνει πλησίον της θαλάσσης και εκεί ενούται μετ' αυτού

ο Ύπανις χυνόμενος εις το αυτό έλος. Το μεταξύ των ποταμών τούτων

διάστημα, σχηματίζον προεξοχήν της χώρας, καλείται ακρωτήριον του

Ιππολάου. Εν αυτώ δε είναι εκτισμένος ναός της Δήμητρας, και

απέναντι αυτού του ναού, επί του Υπάνεως, κατοικούσιν οι

Βορυσθενείται. Και ταύτα μεν περί των ποταμών τούτων.

54. Πέμπτος δε ποταμός μετ' αυτούς είναι ο Παντικάπης. Ρέει και

ούτος από το βόρειον μέρος και από λίμνην, τα δε μεταξύ τούτου και

του Βορυσθένους νέμονται οι γεωργοί Σκύθαι. Αφού διασχίση την

Υλαίαν, ενούται κατόπιν με τον Βορυσθένη.

55. Έκτος είναι ο Υπάκυρις, όστις πηγάζει μεν εκ λίμνης, ρέων δε

διά μέσου των νομάδων Σκυθών, χύνεται πλησίον της πόλεως

Καρκινίτιδος, χωρίζων προς τα δεξιά την Υλαίαν και τον Αχίλλειον

καλούμενον δεσμόν.

56. Έβδομος ποταμός είναι ο Γέρρος όστις μακρύνεται του

Βορυσθένους εις το μέρος όπου είναι γνωστός ο Βορυσθένης·

χωρίζεται δε επίσης και εκ του τόπου εις ον δίδει το όνομά του·

ρέων δε μέχρι θαλάσσης χωρίζει τους νομάδας Σκύθας από τους

βασιλικούς Σκύθας και ενούται με τον Υπάκυριν.

57. Όγδοος ποταμός είναι ο Τάναϊς όστις πηγάζει μακρόθεν έκ τινος

μεγάλης λίμνης και χύνεται εις άλλην έτι μεγαλειτέραν, καλουμένην

Μαιώτιδα, ήτις χωρίζει τους βασιλικούς Σκύθας από τους Σαυρομάτας.

Εις τούτον δε τον Τάναϊν εισβάλλει άλλος ποταμός όστις καλείται

Ύργις.

58. Με τούτους λοιπόν τους ονομαστούς ποταμούς εστολίσθησαν οι

Σκύθαι. Η δε χλόη η φυομένη εις την Σκυθικήν χώραν προς τροφήν των

κτηνών είναι, καθ' όσον ημείς γνωρίζομεν, χολωδεστάτη πασών.

Δύναται δέ τις να βεβαιωθή τούτο ανοίγων τα θυσιαζόμενα κτήνη.

59. Τοιουτοτρόπως λοιπόν τα μεν αξιολογώτερα πράγματα ευκολώτατα

δύναταί τις να προμηθευθή εις τους Σκύθας, τα δε έθιμα αυτών είναι

τα εξής. Εκ των θεών τους μόνους τους οποίους λατρεύουσιν είναι

πρώτον η Εστία, έπειτα δε ο Ζευς και η Γη την οποίαν νομίζουσι

γυναίκα του Διός· μετ' αυτούς λατρεύουσι τον Απόλλωνα, την

Ουρανίαν Αφροδίτην, τον Ηρακλέα και τον Άρην. Και αυτούς μεν τους

θεούς λατρεύουσιν όλοι οι Σκύθαι, οι δε βασιλικοί Σκύθαι

θυσιάζουσι και εις τον Ποσειδώνα. Ονομάζονται δε Σκυθιστί η μεν

Εστία Ταβιτί, ο δε Ζευς, ορθότατα κατ' εμέ, Παπαίος (51), η Γη

Απία, ο Απόλλων Οιτόσουρος, η ουρανία Αφροδίτη Αρτίμπασα, και ο

Ποσειδών Θαμιμασάδας. Δεν κατασκευάζουσι μήτε αγάλματα, μήτε

βωμούς, μήτε ναούς, ειμή εις τον Άρην, εις ον και μόνον

εγείρουσιν.

60. Εις όλους τους ιερούς τόπους αι θυσίαι γίνονται κατά τον αυτόν

τρόπον. Ιδού δε πώς γίνονται· το θύμα ίσταται όρθιον με δεδεμένους

τους εμπροσθίους πόδας· ο δε θύων, ιστάμενος όπισθεν του κτήνους,

σύρει το σχοινίον και το ρίπτει χαμαί. Ενώ δε πίπτει το ιερείον,

αυτός επικαλείται τον θεόν προς τον οποίον θυσιάζει. Έπειτα θέτει

βρόχον περί τον τράχηλον του ζώου και εμβαλών ράβδον στρέφει

αυτήν, μέχρις ου το αποπνίξη, ούτε πυρ ανάπτων, ούτε απαρχάς

προσφέρων ούτε σπονδάς. Αφού δε το πνίξη και το εκδάρη, τρέπεται

προς έψησιν.

61. Επειδή δε η γη των Σκυθών στερείται ξύλων εντελώς, ιδού τι

επενόησαν προς έψησιν των κρεάτων· γυμνούντες τα οστά των

εκδειρομένων θυμάτων, ρίπτουσι τα κρέατα εις λέβητας επιχωρίους,

εάν τύχωσι να έχωσιν, οίτινες πολύ ομοιάζουσι με τους κρατήρας της

Λέσβου, εκτός μόνον ότι είναι πολύ μεγαλείτεροι· συγχρόνως θέτουσι

τα οστά υπό τους λέβητας, και καίοντες αυτά ψήνουσι τα κρέατα. Εάν

δεν έχωσι λέβητας, περικλείουσιν όλα τα κρέατα εις τας γαστέρας

των ιερείων ομού με ύδωρ και ανάπτουσι κάτωθεν τα οστά, τα οποία

καίουσι θαυμάσια. Χωρούσι δε αι γαστέρες ευκολώτατα τα κρέατα τα

γυμνωθέντα των οστών. Τοιουτοτρόπως και ο βους ψήνεται αφ' εαυτού

και τα άλλα ιερεία ομοίως. Αφού δε εψηθώσι τα κρέατα, ο θύσας

ρίπτει μακράν, ως απαρχάς, μέρος των κρεάτων και των σπλάγχνων,

θύουσι δε παντός είδους ζώα, και προ πάντων ίππους.

62. Εις μεν τους άλλους θεούς τοιουτοτρόπως θυσιάζουσι και ταύτα

τα κτήνη προσφέρουσιν, εις δε τον Άρην ως εξής. Εις την κωμόπολιν

εκάστου νομού ιδρύουσι ναόν κατά τον ακόλουθον τρόπον· φάκελοι

φρυγάνων εισί συσσωρευμένοι εις τριών σταδίων μήκος και πλάτος, το

ύψος δε αυτών είναι μικρότερον· επί του σωρού τούτου γίνεται

τετράγωνον επίπεδον, και αι μεν τρεις πλευραί αυτού εισίν

απότομοι, εκ δε της μιας δύναται τις ν' αναβή. Κατ' έτος

επιθέτουσιν εκατόν πεντήκοντα αμαξών φρύγανα, καθότι ο σωρός

ελαττούται αδιακόπως υπό των ανέμων. Επί εκάστου των ναών τούτων

είναι ιδρυμένος αρχαίος ακινάκης σιδηρούς, όστις είναι το άγαλμα

του Άρεως. Εις αυτόν δε τον ακινάκην προσφέρουσι θυσίας κτηνών και

ίππων, και θυσιάζουσι πλειότερον ή εις τους άλλους θεούς· προς

τούτοις από όσους ζωγρήσωσιν εις τον πόλεμον, θυσιάζουσιν ένα εις

τους εκατόν, ουχί όμως καθώς θυσιάζουσι τα κτήνη αλλά κατά

διάφορον τρόπον. Αφού χύσωσιν οίνον επί της κεφαλής των, σφάζουσι

τους ανθρώπους εις αγγείον, το οποίον αναβιβάζοντες έτι του σωρού

των φρυγάνων καταβρέχουσι τον ακινάκην με το αίμα· ενώ δε οι μεν

αναβιβάζουσιν αυτό, οι άλλοι μένοντες εις τους πρόποδας του σωρού,

κόπτουσιν ολοκλήρους τους δεξιούς ώμους των σφαγέντων ανδρών ομού

με τας χείρας, και ρίπτουσιν αυτούς εις τον αέρα· έπειτα δε, αφού

τελειώσωσι την θυσίαν και των άλλων θυμάτων, αναχωρούσι. Μένουσι

δε αι μεν χείρες όπου πέσωσι, τα δε σώματα κεχωρισμένα.

63. Τοιαύται λοιπόν είναι αι θυσίαι των Σκυθών· χοίρους όμως δεν

συνειθίζουσι να θυσιάζωσιν, ούτε δέχονται να τρέφωσι τοιούτους εις

την χώραν των.

64. Οι δε πολεμικοί των νόμοι είναι οι ακόλουθοι. Τον πρώτον

εχθρόν τον οποίον καταβάλη ο Σκύθης, πίνει εκ του αίματός του,

φέρει δε εις τον βασιλέα τας κεφαλάς όλων εκείνων τους οποίους

φονεύση εν τη μάχη· διότι, εάν μεν φέρη κεφαλήν, μετέχει των

λαφύρων, εάν δε δεν φέρη, όχι. Διά να εκδάρη κεφαλήν, την

περιτέμνει κύκλω περί τα ώτα, την λαμβάνει εκ των τριχών, την

σείει, και αφού το δέρμα αποσπασθή από το κρανίον, αποξέει το

κρέας με πλευράν βοός, μαλάσσει έπειτα αυτό μεταξύ των χειρών του·

αφού δε το καταστήση τοιουτοτρόπως μαλακόν ως χειρόμακτρον, το

κρεμά του χαλινού του ίππου επί του οποίου ιππεύει, και γαυριά.

Εκείνος όστις έχει πολλά τοιαύτα δέρματα φημίζεται ως

ανδρειότατος. Πολλοί κατασκευάζουσιν εκ των δερμάτων φορέματα και

τα ράπτουσιν ως τα ποιμενικά ενδύματα. Πολλοί δε άλλοι, αφού

εκδείρωσι τας δεξιάς χείρας των φονευθέντων εχθρών ομού με τους

όνυχας, περικαλύπτουσι δι' αυτών τας φαρέτρας των. Είναι δε το

δέρμα του ανθρώπου και παχύ και λαμπρόν, και σχεδόν εξ όλων των

δερμάτων το μάλλον λευκόν. Άλλοι πάλιν, αφού εκδείρωσιν ολοκλήρους

τους ανθρώπους και προσκολλήσωσι το δέρμα των επί ξύλων,

περιφέρουσιν αυτό οσάκις ιππεύουσιν. Ταύτα λοιπόν είναι τα

πολεμικά των έθιμα.

65. Ιδού δε πώς μεταχειρίζονται τας κεφαλάς, όχι όλων, αλλά των

εχθίστων. Πριονίζουσι το κρανίον κάτωθεν των οφρύων και το

καθαρίζουσι. Και ο μεν πτωχός το μεταχειρίζεται, αφού το

περικαλύψη με δέρμα βοός ακατέργαστον, ο δε πλούσιος το καλύπτει

ομοίως με δέρμα βοός κεχρυσωμένον έξωθεν και το μεταχειρίζεται ως

ποτήριον. Κατασκευάζουσι δε τοιαύτα ποτήρια και από τας κεφαλάς

των συγγενών των, εάν τύχη να έχωσι διαφοράν τινα μεταξύ των και

νικήση ο είς τον άλλον, παρόντος του βασιλέως· όταν δε τον

επισκέπτονται ξένοι τους οποίους υπολήπτεται, δεικνύει αυτάς τας

κεφαλάς και λέγει ότι όντες συγγενείς εγένοντο εχθροί και τους

ενίκησεν αυτός. Διηγούνται δε τούτο ως ανδραγάθημα.

66. Άπαξ του έτους έκαστος νομάρχης εις τον νομόν του γεμίζει ένα

κρατήρα με οίνον και πίνουσιν εξ αυτού εκείνοι των Σκυθών όσοι

εφόνευσαν εχθρούς· όσοι δεν κατώρθωσαν τοιούτο τι, δεν πίνουσιν εξ

αυτού του οίνου, αλλ' ως άτιμοι κάθηνται μακράν· και τούτο είναι

παρ' αυτοίς μέγιστον όνειδος. Όσοι εφόνευσαν παμπόλλους ανθρώπους,

αυτοί έχουσι δύο ποτήρια και πίνουσι με τα δύο.

67. Οι Σκύθαι έχουσι πολλούς μάντεις οίτινες μαντεύονται με πολλάς

ράβδους εξ ιτέας κατά τον εξής τρόπον· φέροντες μεγάλα δέματα εκ

τοιούτων ράβδων, τα λύουσι, τακτοποιούσι τας ράβδους μίαν προς

μίαν και προφητεύουσιν· ενώ δε λέγουσι τας προφητείας των,

τινάζουσι πάλιν τας ράβδους και τας σχηματίζουσι δέματα. Τοιούτος

είναι ο τρόπος της μαντικής τον οποίον παρέλαβον από τους πατέρας

των. Οι δε Εναρείς οι ανδρόγυνοι (52) λέγουσιν ότι η Αφροδίτη τους

έδωκε την μαντικήν επιστήμην· προλέγουσι δε με φλοιόν φιλύρας.

Αφού σχίση ο μάντις την φιλύραν εις τρία, περιτυλίσσει τον φλοιόν

εις τους δακτύλους του, έπειτα τον εκτυλίσσει και χρησμοδοτεί.

68. Όταν ο βασιλεύς των Σκυθών ασθενήση, προσκαλεί τρεις μάντεις,

τους ονομαστοτάτους, οίτινες μαντεύονται κατά τα ανωτέρω ρηθέντα

τρόπον, και σχεδόν πάντοτε λέγουσιν ότι το κακόν προήλθε, διότι ο

δείνα ή ο δείνα ώμοσε ψευδώς εις την βασιλικήν εστίαν· είναι δε

συνήθεια εις τους Σκύθας, όταν θέλωσι να δώσωσιν επίσημον όρκον,

να ομνύωσιν εις την βασιλικήν εστίαν. Άμα είπωσι τούτο, προσάγεται

εκείνος τον οποίον κατήγγειλαν ως ένοχον ψευδορκίας· αφού δε έλθη,

οι μάντεις τον κατηγορούσι λέγοντες ότι διά της μαντικής απεδείχθη

καταφανώς ότι επιώρκησεν ορκισθείς εις την βασιλικήν εστίαν και

ότι η ασθένεια του βασιλέως δεν έχει άλλην αιτίαν. Τότε ο

κατηγορούμενος αρνείται, λέγει ότι δεν επιώρκησε και θρηνολογεί.

Επειδή λοιπόν αρνείται τούτο, ο βασιλεύς προσκαλεί άλλους

διπλασίους μάντεις, και εάν διά της μαντικής αποδείξωσιν ούτοι ότι

τωόντι επιώρκησεν ο άνθρωπος, τότε αμέσως τον αποκεφαλίζουσι, και

οι πρώτοι μάντεις μοιράζονται την περιουσίαν του. Εάν δε οι

δεύτεροι μάντεις τον αθωώσωσι, προσκαλούνται άλλοι, και έπειτα

άλλοι. Επί τέλους, όταν οι πλειότεροι αθωώσωσι τον άνθρωπον,

αποφασίζεται να θανατωθώσιν οι πρώτοι μάντεις.

69. Διά να τους θανατώσωσι δε πληρούσιν άμαξαν με φρύγανα,

ζευγνύουσιν εις αυτήν ίππους, αναγκάζουσι τους καταδικασθέντας να

αναβώσιν εις το μέσον των φρυγάνων με τας χείρας δεδεμένας

όπισθεν, τους πόδας περικεκλεισμένους εις πέδας και το στόμα

πεφραγμένον· τιθεμένου δε πυρός εις τα φρύγανα, οι βόες

εξαγριούνται και παρασύρουσι την άμαξαν. Και πολλοί μεν βόες

συγκατακαίονται με τους μάντεις, πολλοί δε σώζονται περικεκαυμένοι

αφού κατακαυθή ο ρυμός αυτών. Κατακαίουσι δε τους μάντεις ουχί

μόνον διά την αιτίαν την οποίαν ανέφερα, αλλά και δι' άλλας

αιτίας, ονομάζοντες αυτούς ψευδομάντεις. Όσους δε φονεύση ο

βασιλεύς, τούτων ουδέ τα τέκνα αφίνει, αλλά φονεύει τα άρρενα και

παραιτεί τα θήλεα.

70. Με όσους δε ορκίζονται οι Σκύθαι, ορκίζονται ως εξής· Χύνουσιν

οίνον εις μέγα ποτήριον πήλινον, και μιγνύουσιν εν αυτώ αίμα

εκείνων οίτινες θα ορκισθώσι κάμνοντες μικράν αμυχήν είτε δι'

οπητίου είτε διά της αιχμής μαχαιρίου. Έπειτα βυθίζουσιν εις το

αγγείον ακινάκην, βέλη, πέλεκυν και ακόντιον· τούτου γενομένου,

λέγουσι κατάρας πολλάς, και έπειτα οι ορκιζομένοι και οι

σημαντικότεροι των ακολουθούντων αυτούς πίνουσιν εκ τούτου του

κράματος.

71. Ενταφιάζονται δε οι βασιλείς εις τα Γέρρα μέχρι των οποίων ο

Βορυσθένης είναι προσπλωτός. Ενταύθα, όταν αποθάνη ο βασιλεύς των,

ορύσσουσιν εις την γην μέγα όρυγμα τετράγωνον· άμα δε τούτο

ετοιμασθή, λαμβάνουσι τον νεκρόν, του οποίου το μεν σώμα είναι

κατακηρωμένον, η δε κοιλία ανοιγείσα και καθαρισθείσα είναι

γεμισμένη με κύπερον τετριμμένον, με θυμίαμα, με σπόρον σελίνου

και με άνηθον, έπειτα δε πάλιν ερραμμένη· τοιουτοτρόπως δε

κομίζουσα αυτόν εν αμάξη εις άλλο έθνος. Εκείνοι οίτινες δεχθώσι

το σώμα πράττουσιν όσα και οι βασιλικοί Σκύθαι οίτινες έφεραν

αυτό· κόπουσιν ολίγον το ωτίον των, περικείρουσι τας τρίχας της

κεφαλής, περιτέμνουσι τους βραχίονας, κάμνουσιν αμυχάς εις το

μέτωπον και την ρίνα, και διαπερώσι με βέλη την αριστεράν χείρα.

Εκείθεν φέρουσιν εν αμάξη τον νεκρόν του βασιλέως εις άλλο έθνος

εξ εκείνων εφ' ων άρχουσιν, οι δε προηγούμενοι εις τους οποίους

τον έφεραν ακολουθούσιν. Αφού δε τοιουτοτρόπως περιέλθωσιν όλα τα

έθνη κομίζοντες τον νεκρόν, φθάνουσιν επί τέλους εις το έσχατον

των εθνών, τα Γέρρα, και εις τους τάφους. Τότε αποθέτουσι τον

νεκρόν εις τον τάφον επί στιβάδος, πηγνύοντες ένθεν και ένθεν του

νεκρού αιχμάς και επάνω αυτών απλούντες ξύλα τα οποία στεγάζουσι

με ψιάθους. Εις το κενόν δε διάστημα του τάφου θάπτουσι μίαν των

παλλακίδων την οποίαν πνίγουσιν, ένα οινοχόον, ένα μάγειρον, ένα

ιπποκόμον, ένα ιδιαίτερον θεράποντα, ένα αγγελιαφόρον, ίππους,

απαρχάς όλων των πραγμάτων του και φιάλας χρυσάς, καθότι δεν

μεταχειρίζονται μήτε άργυρον μήτε χαλκόν. Ταύτα ποιήσαντες,

ρίπτουσι χώμα και ανυψούσι τον τάφον, αμιλλώμενοι και

προθυμούμενοι να τον υψώσωσιν όσον το δυνατόν περισσότερον.

72. Αφού παρέλθη έν έτος, πράττουσι πάλιν τα ακόλουθα· λαμβάνουσι

τους προθυμοτάτους εκ των υπολειπομένων θεραπόντων (είναι δε ούτοι

Σκύθαι εγχώριοι, διότι τοιούτοι Σκύθαι υπηρετούσι τον βασιλέα εις

ό,τι διατάξη, και δεν έχει αργυρωνήτους υπηρέτας)· εξ αυτών λοιπόν

των θεραπόντων αφού πνίξωσι πεντήκοντα, και ίππους καλλίστους

πεντήκοντα, εκβάλλουσι την κοιλίαν των, την καθαρίζουσι, την

γεμίζουσι με άχυρα και την ράπτουσι πάλιν. Έπειτα διά δύο ξύλων

στηρίζουσι το ήμισυ τροχού του οποίου η περιφέρεια εγγίζει την

γην· διά του αυτού δε τρόπου στηρίζουσι και το άλλο ήμισυ.

Στηρίζουσι δε πολλά τοιαύτα. Ακολούθως περώσι διά ξύλων μακρών και

χονδρών τα σώματα όλων των ίππων μέχρι των τραχήλων και θέτουσιν

αυτά επί των ημιτροχίων, άτινα βαστάζουσιν εμπρός τους ώμους,

οπίσω την κοιλίαν, και αφίνουσι κρεμάμενα τα σκέλη εκατέρωθεν εις

τους ίππους τούτους, τοιουτοτρόπως κρατουμένους ευθείς, θέτουσι

χαλινούς και στόμια, τείνουσα αυτά έμπροσθεν και τα δένουσιν εις

πασσάλους. Τέλος, επί εκάστου ίππου, ανεβιβάζουσιν ένα νέον

πεπνιγμένον, αφού προηγουμένως περάσωσι κατά μήκος του οστού της

ράχεως ξύλον όρθιον το οποίον επάνω μεν φθάνει μέχρι του τραχήλου,

κάτω δε είναι μακρόν τόσον ώστε να εισέρχεται εις οπήν

κατεσκευασμένην εις το άλλο ξύλον το διά του ίππου διερχόμενον.

Αφού λοιπόν στήσωσι τοιούτους ιππείς περί τον τάφον, αναχωρούσιν.

73. Ούτω θάπτουσι τους βασιλείς, όταν δε αποθάνωσιν οι άλλοι

Σκύθαι, οι πλησιέστατοι συγγενείς των τους θέτουσιν εις αμάξας και

τους περιφέρουσιιν εις τους φίλους των· έκαστος δε αυτών

υποδεχόμενος φιλοξενεί τους συνοδεύοντας δίδων και εις τον νεκρόν

από όλα όσα δίδει εις τους άλλους. Περιφέρονται κατ' αυτόν τον

τρόπον επί ημέρας τεσσαράκοντα, μετά ταύτα δε τον θάπτουσι και

καθαρίζονται κατά τον ακόλουθον τρόπον. Πλύναντες προηγουμένως τας

κεφαλάς των και σπογγίσαντες αυτάς, εμπήγουσιν εις την γην ξύλα τα

οποία κλίνουσιν όπως τα προσεγγίσωσι προς άλληλα εκ των άνω, επί

των ξύλων δε τούτων εκτείνουσιν υφάσματα μάλλινα. Μεταξύ των ξύλων

τούτων τα οποία φέρουσι τα υφάσματα θέτουσι σκάφην εντός της

οποίας υπάρχουσι λίθοι πεπυρακτωμένοι μέχρι διαφανείας.

74. Παράγεται δε εις την χώραν ταύτην είδος τι κανννάβεως πολύ

ομοίας με το λίνον πλην της παχύτητος και του μεγέθους, διότι κατά

τα δύο ταύτα η κάναβις είναι πολύ υπερτέρα του λίνου. Φύεται δε

και αυτομάτως και σπειρομένη, οι δε Βράκες κατασκευάζουσιν εξ

αυτής ενδύματα πολύ ομοιάζοντα με τα λινά, τοσούτον ώστε όστις δεν

τα μετεχειρίσθη, δεν δύναται να διακρίνη το έν πανίον από το άλλο,

εκείνος δε όστις δεν είδε ποτέ κάνναβιν δύναται να εκλάβη το

ύφασμα ως λινούν.

75. Λαμβάνοντες λοιπόν οι Σκύθαι εκ του σπόρου τούτου εισέρχονται

υπό τα ξύλα τα οποία καλύπτονται από τα υφάσματα και ρίπτουσιν

αυτόν επί των διαφανών υπό του πυρός λίθων· καιόμενος δε ούτος

καπνίζει και επιχέει καπνόν περισσότερον παρά παν άλλο ελληνικόν

λουτρόν. Οι Σκύθαι παραφερόμενοι εκ του καπνού τούτου ωρύονται

τούτο δε μεταχειρίζονται αντί λουτρού, επειδή, ποτέ δεν βυθίζουν

το σώμα των ολόκληρον εις το ύδωρ. Αι γυναίκες των βρέχουσι λίθον

τραχύν και επ' αυτού τρίβουσι ξύλον κυπαρίσσου, κέδρου και

λιβάνου· με το μίγμα· δε τούτο αλείφουσι το σώμα και το πρόσωπον

και αφ' ενός μεν ευωδιάζουσιν, αφ' ετέρου δε, όταν τα εκβάλωσι την

ακόλουθον ημέραν, είναι καθαραί και δροσεραί.

76. Αποφεύγουσι δε με πάντα τρόπον από του να παραλαμβάνωσι τα

έθιμα των άλλων εθνών και μάλιστα των Ελλήνων, ως το απέδειξαν εις

τον Ανάχαρσιν και μετ' αυτόν εις τον Σκύλην. Ο Ανάχαρσις, αφού

περιηγήθη, πολύ μέρος της γης και εκτήσατο κατά την περιήγησιν

ταύτην πολλήν σοφίαν, επέστρεφεν εις την Σκυθίαν· πλέων δε διά του

Ελλησπόντου προσωρμίσθη, εις την Κύζικον και ιδών τους Κυζικηνούς

ασχολουμένους να εορτάζωσι μεγαλοπρεπώς την εορτήν της μητρός των

θεών, ευχήθη εις την θεάν εάν φθάση αισίως εις την πατρίδα του να

προσφέρη εις αυτήν ομοίως θυσίας και να συστήση πανυχίδα. Όταν

λοιπόν έφθασεν εις την Σκυθικήν και εισέδυσεν εις την λεγομένην

Υλαίαν, ήτις κείται πλησίον του Αχιλλείου δρόμου και καλύπτεται

όλη υπό δένδρων παντοίων, ήρχισεν ο Ανάχαρσις να τελή την εορτήν

της Κυβέλης με όλα τα καθέκαστα, κρατών τύμπανον και έχων εις το

στήθος αγάλματα κρεμάμενα. Είς όμως των Σκυθών ιδών αυτόν

εφανέρωσεν εις τον βασιλέα τι έπραττεν. Ούτος δε ελθών και ιδών

τον Ανάχαρσιν ταύτα πράττοντα, τον ετόξευσε και τον εφόνευσε (53).

Και σήμερον, εάν τις ερωτήση περί του Αναχάρσιδος, οι Σκύθαι

προσποιούνται ότι δεν τον γνωρίζουσιν, επειδή απεδήμησεν εις την

Ελλάδα και παρεδέχθη έθιμα ξενικά· ως δε ήκουσα εγώ από τον Τίμνον

τον επίτροπον του Αριπείθους, ο Ανάχαρσις ήτο προς πατρός θείος

του Ιδανθύρσου βασιλέως των Σκυθών και υιός του Γνούρου του υιού

του Λύκου και εγγονού του Σπαργαπείθους. Εάν λοιπόν ο Ανάχαρσις

ήτο εκ της οικίας ταύτης, ας μάθη ότι εφονεύθη υπό του αδελφού

του, διότι ο Ιδάνθυρσος ήτο υιός του Σαυλίου, ο Σαύλιος δε ήτο ο

φονεύσας τον Ανάχαρσιν.

77. Ήκουσα επίσης τους Πελοποννησίους διηγουμένους άλλην ιστορίαν

την ακόλουθον· ότι ο Ανάχαρσις απεδήμησε κατά διαταγήν του

βασιλέως των Σκυθών και εγένετο μαθητής της Ελλάδος και ότι

επιστρέψας είπεν εις τον πέμψαντα ότι όλοι οι Έλληνες ασχολούνται

εις παν είδος μαθήσεως πλην των Λακεδαιμονίων, και όμως μόνον εις

αυτούς δύναται τις να δώση και να λάβη καλήν συμβουλήν. Αλλ' η

διήγησις αύτη επλάσθη υπ' αυτών των Ελλήνων, το δε βέβαιον είναι

ότι ο άνθρωπος εθανατώθη ως είπον ανωτέρω. Ο Ανάχαρσις λοιπόν

ταύτα έπαθε χάριν των ξενικών εθίμων και των στενών σχέσεων τας

οποίας είχε με τους Έλληνας.

78. Μετά πολλά δε έτη ύστερον ο Σκύλης του Αριαπείθους έπαθε

σχεδόν τα ίδια. Ο Σκύλης ούτος ήτο υιός του Αριαπείθους βασιλέως

των Σκυθών και γυναικός τινος ουχί εγχωρίας αλλ' εκ της πόλεως

Ιστρίας, η δε μήτηρ του τω εδίδαξε την γλώσσαν και τα ελληνικά

γράμματα. Βραδύτερον ο μεν Αριαπείθης εδολοφονήθη υπό του

Σπαργαπείθους, βασιλέως των Αγαθύρεων, ο δε Σκύλης παρέλαβε την

βασιλείαν και την γυναίκα του πατρός του ήτις ωνομάζετο Οποίη. Ήτο

δε η Οποίη αύτη εγχωρία και είχεν υιόν εκ του Αριαπείθους

καλούμενον Όρικον. Ο Σκύλης, μολονότι ήτο βασιλεύς των Σκυθών,

ποσώς δεν ηρέσκετο εις την Σκυθικήν δίαιταν, καθότι η ανατροφή την

οποίαν είχε λάβει τον έκαμνε να κλίνη μάλλον προς τα ελληνικά

έθιμα. Επομένως, οσάκις μετέβαινε με τον στρατόν εις την πόλιν των

Βορυσθενειτών (οι Βορυσθενείται δε ούτοι λέγονται ότι είναι

Μιλήσιοι), τον μεν στρατόν άφινεν εις το προάστειον, αυτός δε

εισήρχετο εις την πόλιν και κλείων τας θύρας εξεδύετο την Σκυθικήν

και εφόρει την ελληνικήν ενδυμασίαν· ταύτην δε φορών περιεφέρετο

εις την αγοράν, ούτε υπό φύλακός τινος συνοδευόμενος ούτε υπό

άλλου τινός, καθότι οι άνθρωποι του εφύλαττον τας θύρας μήπως

εισέλθη τις των Σκυθών και τον ίδη με τα ενδύματα ταύτα. Προσέτι

δε και καθ' όλα τα άλλα ηκολούθει την ελληνικήν δίαιταν και

εθυσίαζεν εις τους θεούς κατά τα έθιμα των Ελλήνων. Αφού δε

διέτριβεν εκεί ένα μήνα ή και περισσότερον, ανεχώρει επαναλαμβάνων

την Σκυθικήν ενδυμασίαν. Έπραττε δε τούτο πολλάκις, και έκτισεν

οικίαν εις την πόλιν των Βορυσθενειτών όπου είχε νυμφευθή γυναίκα

εγχωρίαν.

79. Επειδή όμως ήτο πεπρωμένον να πάθη κακόν, ιδού εκ ποίας αιτίας

προήλθε το κακόν. Επεθύμησε να μυηθή τα μυστήρια του Διονύσου, και

ενώ έμελλε να αρχίση την τελετήν εγένετο μέγα θαύμα. Είχεν, ως

είπον ανωτέρω, εις την πόλιν των Βορυσθενειτών μεγάλην οικίαν και

πολυτελή, περί την οποίαν είχον στηθή σφίγγες και γρύπες εκ λευκού

λίθου. Εις ταύτην ο θεός έρριψε κεραυνόν. Και η μεν οικία κατεκάη

όλη, ο δε Σκύθης ουχ ήττον εξηκολούθησε και ετελείωσε την τελετήν.

Ονειδίζουσι δε τους Έλληνας οι Σκύθαι διά την εορτήν ταύτην του

Βάκχου, διότι λέγουσιν ότι δεν ήρμοζε να εφεύρωσι τοιούτον θεόν

όστις ωθεί τους ανθρώπους εις μανίαν. Ότε λοιπόν ο Σκύλης εμυείτο

τα μυστήρια του Βάκχου, Βορυσθενείτης τις, μεταβάς εις τους

Σκύθας, τοις είπε· «Μας ονειδίζετε, ω Σκύθαι, ότι βακχεύομεν και

ότι καταλαμβάνει ημάς ο θεός· την στιγμήν ταύτην όμως ο θεός

κατέλαβε και τον υμέτερον βασιλέα και βακχεύει και μαίνεται υπό

του θεού. Εάν δεν με πιστεύετε, ακολουθήσατέ με, και θέλω σας

δείξει αυτόν.» Τον ηκολούθησαν οι προεστώτες των Σκυθών, και ο

Βορυσθενείτης αναβιβάσας κρυφίως τους ετοποθέτησεν εις ένα πύργον·

μετ' ολίγον διέβη ο Σκύλης με τον θίασον των μαινομένων, και οι

Σκύθαι τον είδον ότι εβάκχευε. Τότε εθεώρησαν εαυτούς πληγέντας

υπό μεγάλης συμφοράς, και εξελθόντες ανεκοίνωσαν εις όλον τον

στρατόν όσα είδον.

80. Μετά ταύτα δε, ότε ο Σκύλης επέστρεφεν εις την Σκυθίαν, οι

Σκύθαι, ονομάσαντες βασιλέα τον αδελφόν αυτού Οκταμασάδην,

γεννηθέντα εκ της θυγατρός του Tήρου, επανεστάτησαν κατά του

Σκύλη. Ούτος δε, μαθών τα γινόμενα εναντίον του και την αιτίαν δι'

ην εγίνοντο, έφυγεν εις την Θράκην. Ακούσας τούτο ο Οκταμασάδης,

εξεστράτευσε κατά των Θρακών και τους απήντησεν εις τον Ίστρον.

Ενώ δε έμελλον να πολεμήσωσιν, έπεμψεν ο Σιτάλκης προς τον

Οκταμασάδην και τω είπε· «Τι ανάγκη να μετρηθώμεν προς αλλήλους;

Είσαι υιός της αδελφής μου και έχεις μετά σου τον αδελφόν μου· δος

μοι αυτόν και σοι παραδίδω τον Σκύλην, και τοιουτοτρόπως μήτε ο

στρατός σου να κινδυνεύση μήτε ο στρατός μου.» Αυτά έλεγεν ο

Σιτάλκης πέμψας κήρυκα, διότι ευρίσκετο παρά τω Οκταμασάδη αδελφός

τις του Σιτάλκου φυγάς. Ο δε Οκταμασάδης, δεχθείς την πρότασιν,

παρέδωκεν εις τον Σιτάλκην τον εκ μητρός θείον του και έλαβε τον

αδελφόν Σκύλην. Και ο μεν Σιτάλκης άμα λαβών τον αδελφόν του

ανεχώρησεν, ο δε Οκταμασάδης απεκεφάλισεν εκεί τον Σκύλην.

Τοιουτοτρόπως οι Σκύθαι φυλάττουσι τα έθιμά των, και ούτω

τιμωρούσιν εκείνους οίτινες παραδέχονται ξένα ήθη.

81. Ποτέ δεν ηδυνήθην να μάθω ακριβώς τον αριθμόν των Σκυθών, αλλά

διαφόρους λόγους ήκουον περί αυτών· άλλοι μεν έλεγον ότι είναι

πάμπολλοι, άλλοι δε ότι καθαυτό Σκύθαι είναι ολίγοι. Τόσον μόνον

μοι εδείκνυον, και το είδον οφθαλμοφανώς. Μεταξύ του Βορυσθένους

ποταμού και του Υπάνεως υπάρχει χώρος καλούμενος Εξαμπαίος, τον

οποίον εμνημόνευσα ανωτέρω ειπών ότι εν αυτώ υπάρχει κρήνη πικρά

της οποίας το ύδωρ χυνόμενον εις τον Ύπανιν καθιστά αυτόν άποτον.

Εις αυτόν τον χώρον ευρίσκεται χαλκείον εξάκις μεγαλείτερον του εν

τω στομίω του Ευξείνου Πόντου κρατήρος τον οποίον ανέβηκεν ο

Παυσανίας του Κλεομβρύτου. Δι' εκείνον όμως όστις δεν το είδεν

εισέτι, το περιγράφω με ολίγας λέξεις. Το εις την Σκυθίαν χαλκείον

χωρεί ευκόλως εξακοσίους αμφορείς και έχει έξ δακτύλων πάχος. Οι

εγχώριοι λέγουσιν ότι κατεσκευάσθη από αιχμάς βελών, και ιδού πώς·

βασιλεύς τις των Σκυθών, ονομαζόμενος Αριαντάν, θέλων να μάθη τον

αριθμόν των Σκυθών, τους διέταξε να φέρη έκαστος μιαν αιχμήν

βέλους, απειλών διά θανάτου εκείνον όστις δεν ήθελεν υπακούσει.

Λέγουσι λοιπόν ότι εκομίσθησαν άπειροι τοιαύται αιχμαί και ότι ο

βασιλεύς έκρινε καλόν να αφήση εξ αυτών ενθύμιον. Κατεσκεύασε δε

το χαλκείον τούτο και το ανέθηκεν εις τον Εξαμπαίον τούτον. Αυτά

ήκουσα περί του αριθμού των Σκυθών.

82. Η χώρα αύτη ουδέν έχει θαυμάσιον πλην των πολλών και μεγίστων

ποταμών της. Το μόνον δε όπερ, πλην των ποταμών και της απείρου

εκτάσεως της πεδιάδος, είναι άξιον θαυμασμού, τούτο θα είπω·

δεικνύουσιν επί βράχου πλησίον του Τύρου ποταμού ίχνος του

Ηρακλέους, το οποίον φαίνεται μεν ως βήμα ανδρός, έχει όμως

μέγεθος δύο πήχεων. Και το μεν ίχνος τοιούτον είναι, εγώ δε

επανέρχομαι εις την ιστορίαν την οποίαν εξ αρχής ηθέλησα να

διηγηθώ.

83. Ενώ ο Δαρείος παρεσκευάζετο να εκστρατεύση κατά των Σκυθών και

έστελλεν ανθρώπους να παραγγείλωσιν εις άλλους μεν να δώσωσι πεζόν

στρατόν, εις άλλους δε πλοία, και εις άλλους να ζεύξωσι τον

Θρακικόν Βόσπορον, ο αδελφός του Δαρείου Αρτάβανος ο του Υστάσπους

παρεκάλεσεν αυτόν να μη επιχειρήση την εκστρατείαν ταύτην,

προβάλων την πτωχείαν των Σκυθών· δεν ηδυνήθη όμως να τον πείση,

μολονότι αι συμβουλαί του ήσαν καλαί. Τούτου ένεκα αυτός μεν

έπαυσεν επιμένων, ο δε Δαρείος, αφού τα πάντα παρεσκευάσθησαν,

εξέβαλε τον στρατόν από τα Σούσα.

84. Τότε ο Οιόβαζος, είς των Περσών, όστις είχεν εις τον στρατόν

τους τρεις υιούς του, παρεκάλεσε τον Δαρείον να τω αφήση τον ένα.

Ο Δαρείος τω απεκρίθη ότι επειδή ήτο φίλος και εζήτει πράγμα

μέτριον, θα τω αφήση όλους τους υιούς του. Ο Οιόβαζος ήτο λοιπόν

περιχαρής νομίζων ότι οι υιοί του απηλλάγησαν της στρατείας· αλλ'

ο Δαρείος διέταξε τους περί αυτόν να θανατώσωσιν όλους τους παίδας

του Οιοβάζου. Και ούτοι μεν σφαγέντες έμειναν εκεί.

85. Ο δε Δαρείος αναχωρήσας εκ των Σούσων έφθασεν εις τον Βόσπορον

της Καλχηδονίας όπου ήτο εζευγμένη η γέφυρα, και εκείθεν εμβάς εις

πλοίον έπλεε προς τας νήσους τας λεγομένας Κυανάς, αι οποίαι, ως

λέγουσιν οι Έλληνες, ήσαν άλλοτε πλαγκταί. Καθήμενος δε εις τον

ναόν, εθεώρει τον Εύξεινον Πόντον όστις είναι άξιος θαυμασμού,

διότι από όλα τα πελάγη αυτός είναι ο θαυμασιώτατος· το μεν μήκος

αυτού είναι ένδεκα χιλιάδων και εκατόν σταδίων, το δε μέγιστον

πλάτος τριών χιλιάδων και τριακοσίων σταδίων. Το στόμιον του

πελάγους τούτου έχει τεσσάρων σταδίων πλάτος, το μήκος δε αυτού, ο

αυχήν, όστις καλείται Βόσπορος, και όπου εζεύχθη η γέφυρα, είναι

περίπου εκατόν είκοσι σταδίων. Εκτείνεται δε ο Βόσπορος μέχρι της

Προποντίδος ήτις έχει πεντακοσίων σταδίων πλάτος και χιλίων

τετρακοσίων μήκος και ήτις καταβαίνει μέχρι του Ελλησπόντου όστις

έχει πλάτος επτά μεν σταδίων κατά το στενώτερον αυτού μέρος,

τετρακοσίων δε σταδίων μήκος. Εκχύνεται δε ο Ελλήσποντος εις χάσμα

πελάγους, το οποίον καλείται Αιγαίον πέλαγος.

86. Εμετρήθησαν δε τα στάδια ταύτα ως εξής. Εν γένει το πλοίον

διανύει κατά τας μακροτέρας ημέρας εβδομήκοντα χιλιάδας οργυιάς,

κατά δε την νύκτα εξήκοντα χιλιάδας. Όθεν από του στομίου του

Ευξείνου Πόντου μέχρι του Φάσιδος (διότι τούτο είναι το μακρότατον

διάστημα του Πόντου) ο πλους είναι εννέα ημερών και οκτώ νυκτών,

όπερ εστί έν εκατομμύριον εκατόν δέκα χιλιάδες οργυιαί, ή ένδεκα

χιλιάδες εκατόν στάδια. Από δε την Σινδικήν μέχρι της Θεμισκύρας

ήτις είναι επί του Θερμώδοντος ποταμού (διότι τούτο είναι το

πλατύτατον μέρος του Πόντου) ο πλους είναι τριών ημερών και δύο

νυκτών, αίτινες αποτελούσι τριακοσίας τριάκοντα χιλιάδας οργυιάς ή

τρισχίλια τριακόσια στάδια. Τοιούτοι είναι εκ φύσεως ο Πόντος, ο

Βόσπορος και ο Ελλήσποντος και τοιουτοτρόπως κατεμετρήθησαν παρ'

εμού. Ωφελείται δε ο Πόντος ούτος και έκ τινος λίμνης ήτις χύνεται

εις αυτόν και είναι μόλις μικροτέρα αυτού. Καλείται δε η λίμνη

αύτη Μαιώτις και μήτηρ του Πόντου.

87. Ο δε Δαρείος, αφού εθεώρητε τον Εύξεινον, έπλευσε πάλιν οπίσω

εις την γέφυραν, της οποίας αρχιτέκτων ήτο ο Σάμιος Μανδροκλής.

Αφού δε εθεώρησε και τον Βόσπορον, διέταξε να στήσωσιν εκεί δύο

στήλας εκ λίθου λευκού και να χαράξωσιν εις μεν την μίαν με

γράμματα Ασσυριακά εις δε την άλλην με Ελληνικά τα ονόματα όλων

των εθνών όσα είχεν εις την εκστρατείαν του· είχε δε στρατεύματα

εξ όλων των εθνών εφ' ων ήρχεν. Αριθμηθείς ο στρατός του ευρέθη

ότι συνέκειτο, πλην του ναυτικού, εξ επτακοσίων χιλιάδων ανδρών

συμπεριλαμβανομένων και των ιππέων· πλοία δε ηριθμήθησαν εξακόσια.

Αυτάς τας στήλας, μετακομίσαντες ύστερον οι Βυζάντιοι εις την

πόλιν των, μετεχειρίσθησαν διά να κτίσωσι τον βωμόν της Οθρωσίας

Αρτέμιδος, πλην ενός λίθου όστις αφέθη πλησίον του ναού του

Διονύσου εις το Βυζάντιον πλήρης γραμμάτων Ασσυριακών. Το μέρος δε

του Βοσπόρου το οποίον εγεφύρωσεν ο Δαρείος είναι, ως ηδυνήθην να

κρίνω ερευνήσας, μεταξύ του Βυζαντίου και του πλησίον του στομίου

υπάρχοντος ναού.

88. Ο Δαρείος δε μετά ταύτα, ευχαριστηθείς διά την γέφυραν

εκείνην, εβράβευσε τον αρχιτέκτονα αυτής Μανδροκλή τον Σάμιον με

δέκα από όλα εκείνα όσα ο Ανδροκλής ζωγραφήσας την γέφυραν του

Βοσπόρου και τον βασιλέα Δαρείον καθήμενον επί θρόνου και τον

στρατόν του διαβαίνοντα προσέφερεν ως απαρχήν εις τον ναόν της

Ήρας με την ακόλουθον επιγραφήν.

«_Γεφυρώσας ο Μανδροκλής τον ιχθυόεντα Βόσπορον, αφιέρωσεν εις την

Ήραν το μνημόσυνον τούτο της σχεδίας. Εκτελέσας δε το έργον κατά

την επιθυμίαν του βασιλέως, εις εαυτόν μεν περιέθετο στέφανον, εις

τους Σαμίους δε δόξαν._»

Τοιούτο μνημείον αφήκεν ο ζεύξας την γέφυραν.

89. Αφού δε εβράβευσε τον Μανδροκλή ο Δαρείος διέβη εις την

Ευρώπην (54) και παρήγγειλεν εις τους Ίωνας να πλεύσωσιν εις τον

Εύξεινον μέχρι του Ίστρου ποταμού, να τον περιμείνωσιν όταν

φθάσωσιν εκεί και να γεφυρώσωσι τον ποταμόν, διότι το ναυτικόν

εκυβερνάτο από τους Ίωνας, τους Αιολείς και τους Ελλησποντίους.

Όθεν το μεν ναυτικόν στράτευμα έκαμψε τας Κυανάς νήσους και

έπλευσε κατ' ευθείαν προς τον Ίστρον· εισελθόν δε εις τον ποταμόν

και προχωρήσαν δύο ημέρας εις τα άνω προς την θάλασσαν εγεφύρωσε

τον αυχένα του ποταμού εις το μέρος εκ του οποίου σχίζονται τα

στόματα του Ίστρου. Ο δε Δαρείος αφού διέβη τον Βόσπορον διά της

γεφύρας εξηκολούθησε την πορείαν του διά της Θράκης, έφθασεν εις

τας πηγάς του Τεάρου ποταμού και εστρατοπέδευσεν ημέρας τρεις.

90. Λέγουσι δε οι περί τον Τέαρον κατοικούντες ότι ο ποταμός είναι

άριστος εις το να θεραπεύη όλας τας ασθενείας και ιδίως την ψώραν

των ανθρώπων και των ίππων. Έχει τριάκοντα οκτώ πηγάς αίτινες

ρέουσιν εξ' ενός και του αυτού βράχου, και αι μεν αυτών είναι

ψυχραί, αι δε θερμαί. Διά να υπάγη τις εις αυτάς είτε αναχωρών εκ

της παρά την Πέρινθον Ηραιουπόλεως είτε εκ της Απολλωνίας του

Ευξείνου Πόντου χρειάζεται να δαπανήση δύο ημέρας διά των δύο

τούτων οδών. Χύνεται δε ο Τέαρος ούτος εις τον Κοντάδεστον

ποταμόν, ο δε Κοντάδεστος εις τον Αγριάνην, ο δε Αγριάνης, εις τον

Έβρον, ο δε Έβρος εις την θάλασσαν, πλησίον της πόλεως Αίνου.

91. Φθάσας λοιπόν εις τον ποταμόν τούτον ο Δαρείος και

στρατοπεδεύσας, ευχαριστήθη πολύ και έστησε και ενταύθα στήλην

έχουσαν κεχαραγμένα τα εξής γράμματα· «Αι πηγαί του Τεάρου

δίδουσιν ύδωρ άριστον και κάλλιστον από όλους τους ποταμούς και

εις αυτάς ήλθεν, οδηγών στρατόν κατά των Σκυθών, ο άριστος και ο

κάλλιστος πάντων των ανδρών, ο υιός του Υστάσπους Δαρείος,

βασιλεύς των Περσών και όλης της ηπείρου.» Ταύτα τα γράμματα

εχάραξεν εκεί.

92. Αναχωρήσας δε εκείθεν έφθασεν εις άλλον ποταμόν του οποίου το

όνομα είναι Αρτισκός και όστις ρέει διά των Οδρυσών. Εις τούτον

τον ποταμόν φθάσας, έπραξε το εξής· εσημείωσε θέσιν τινά και

διέταξε πάντα άνδρα διερχόμενον να θέτη ένα λίθον εις το

υποδειχθέν τούτο μέρος. Αφού δε όλοι εξεπλήρωσαν την διαταγήν

ταύτην, αφήσας εκεί μεγάλους σωρούς λίθων, ήγειρε τον στρατόν και

ανεχώρησεν.

93. Πριν φθάση δε εις τον Ίστρον υπέταξε πρώτους τους Γέτας

οίτινες νομίζουσιν εαυτούς αθανάτους· καθότι οι μεν Θράκες οι

έχοντες τον Σαλμυδησόν και κατοικούντες προς τα άνω των πόλεων

Απολλωνίας και Μεσημβρίας, ονομαζόμενοι δε Σκυρμιάδαι και Νιψαίοι,

παρεδόθησαν αμαχητί εις τον Δαρείον· αλλ' οι Γέται εν τη ανοία των

θελήσαντες να αντισταθώσιν εδουλώθησαν αμέσως, μολονότι είναι οι

ανδρειότατοι και οι δικαιότατοι των Θρακών.

94. Ιδού δε πώς νομίζουσιν εαυτούς αθανάτους οι Γέται. Αυτοί

νομίζουσιν ότι δεν αποθνήσκουσιν αλλ' ότι ο τελευτών τον βίον

μεταβαίνει εις τον θεόν Ζάμολξιν, τον οποίον τινές φρονούσιν ότι

είναι αυτός ούτος ο υπό το όνομα Γεβελέιζις τιμώμενος. Κατά

πενταετίαν δε πέμπουσι διά κλήρου ένα εκ των ιδικών των προς τον

Ζάμολξιν διά να παραστήση εις αυτόν τας ανάγκας των. Τον πέμπουσι

δε κατά τον ακόλουθον τρόπον· οι μεν ίστανται κρατούντες τρία

ακόντια, οι δε κρατούσι τας χείρας και τους πόδας του μέλλοντος να

σταλή προς τον Ζάμολξιν, και έπειτα τον ρίπτουσιν εις τον αέρα εις

τρόπον ώστε να πέση επί των ακοντίων· και εάν μεν πίπτων εις αυτά

διαπερασθή και εκπνεύση, κρίνουσιν εκ τούτου ότι είναι ευάρεστος

εις τον θεόν, εάν δε δεν αποθάνη, τότε αιτιώνται αυτόν τον

άγγελον, λέγοντες ότι είναι κακός άνθρωπος. Αφού δε αιτιαθώσιν

αυτόν, πέμπουσιν άλλον προς τον οποίον δίδουσι τας παραγγελίας των

ενόσω ακόμη ζη. Αυτοί οι ίδιοι Θράκες, όταν βροντά και αστράπτη,

τοξεύουσι προς τον ουρανόν και απειλούσιν ούτω τον θεόν· διότι

νομίζουσιν ότι δεν υπάρχει άλλος θεός ειμή ο ιδικός των.

95. Ως δε εγώ μανθάνω παρά των κατοικούντων τον Ελλήσποντον και

τον Εύξεινον πόντον Ελλήνων, αυτός ο Ζάμολξις, ων άνθρωπος,

εγένετο δούλος εις την Σάμον πλησίον του Πυθαγόρου του Μνησάρχου.

Μετά ταύτα γενόμενος ελεύθερος εκτήσατο πολλά χρήματα και

επέστρεψεν εις την πατρίδα του. Επειδή δε οι Θράκες έζων τότε

αθλίως ως κτήνη, ο Ζάμολξις, γνωρίζων την Ιωνικήν δίαιταν και ήθη

μάλλον εξευγενισμένα ή τα των Θρακών, καθότι συνέζησε με Έλληνας

και με τον Πυθαγόραν, άνδρα εκ των σοφωτάτων της Ελλάδος,

κατεσκεύασεν ανδρώνα όπου εδέχετο και ευώχει τους πρώτους των

αστών, διδάσκων ότι ούτε αυτός, ούτε οι συμπόται του, ούτε οι

απόγονοί των δεν θα αποθάνωσιν, αλλά θα μεταβώσιν εις τόπον όπου

ζώντες αιωνίως θα έχωσιν όλα τα αγαθά. Ενώ δε έπραττε και έλεγε τα

ανωτέρω, συγχρόνως κατεσκεύαζεν οίκημα υπόγειον· όταν δε τούτο

ετελείωσεν, εγένετο άφαντος εκ του μέσου των Θρακών, και καταβάς

κάτω εις το υπόγειον οίκημα έμεινεν εκεί τρία έτη. Εν τούτοις οι

Θράκες τον επόθουν και τον επένθουν ως θανόντα· αλλά κατά τα

τέταρτον έτος εφάνη πάλιν εις αυτούς και κατέστησεν ούτω πιστευτά

όσα είχεν ειπεί. Ούτοι μεν ταύτα λέγουσι διά τον Ζάμολξιν.

96. Εγώ δε περί τούτου μεν και περί του υπογείου οικήματος ούτε

απιστώ ούτε πιστεύω πολύ, αλλά φρονώ ότι ο Ζάμολξις υπήρξε κατά

πολλά έτη προγενέστερος του Πυθαγόρου. Είτε όμως ο Ζάμολξις ήτο

άνθρωπος, είτε είναι θεός τις των Γετών επιχώριος, ας χαίρη. Ούτοι

λοιπόν οι Γέται οι τοιαύτα πράττοντες, επειδή εχειρώθησαν υπό των

Περσών, ηκολούθησαν το άλλο στράτευμα.

97. Ότε δε ο Δαρείος και ο μετ' αυτού πεζός στρατός έφθασαν εις

τον Ίστρον και διέβησαν αυτόν, τότε ο βασιλεύς διέταξε τους Ίωνας

να κόψωσι την γέφυραν και να τον ακολουθήσωσι διά ξηράς καθώς και

ο ναυτικός στρατός. Ενώ δε έμελλον και οι Ίωνες να κόψωσι την

γέφυραν και να εκτελέσωσι τα διαταχθέντα, ο Κώης ο Ερξάνδρου

στρατηγός των Μιτυληναίων είπεν εις τον Δαρείον τα εξής, αφού

πρώτον τον ηρώτησεν εάν δέχεται να ακούση γνώμην παρά τινος

επιθυμούντος να δώση τοιαύτην· «Ω βασιλεύ, μέλλεις να στρατεύσης

κατά χώρας εις την οποίαν μήτε αγρούς καλλιεργημένους θέλεις ιδεί

μήτε πόλεις κατοικουμένας υπό ανθρώπων· άφες λοιπόν την γέφυραν

ταύτην να ίσταται εις την θέσιν της και διάταξον να την φυλάττωσιν

εκείνοι οίτινες την κατεσκεύασαν· και είτε κατά την επιθυμίαν μας

επιτύχωμεν να εύρωμεν τους Σκύθας, η γέφυρα θα χρησιμεύση διά την

επιστροφήν μας, είτε δεν δυνηθώμεν να τους φθάσωμεν, πάλιν θα

έχωμεν την επιστροφήν ασφαλή. Δεν φοβούμαι ποσώς ότι είναι δυνατόν

να νικηθώμεν από τους Σκύθας, αλλά πολύ μάλλον φοβούμαι μήπως μη

δυνηθέντες να τους εύρωμεν πάθωμεν τι πλανώμενοι. Ίσως τις νομίση

ότι λέγω ταύτα χάριν εμού και διά να μείνω εδώ· αλλά, ω βασιλεύ,

σοι εκθέτω μεν την γνώμην ταύτην την οποίαν προς το συμφέρον σου

ευρίσκω αρίστην, θα σε ακολουθήσω όμως μετά ταύτα και κατ' ουδένα

τρόπον δεν θέλω μείνει.» Η γνώμη αύτη ήρεσε πολύ εις τον Δαρείον

και απεκρίθη ως εξής· «Ξένε Λεσβίε, όταν επιστρέψω εις τον οίκον

μου σώος και αβλαβής, παρουσιάσθητι αφεύκτως ενώπιόν μου και θα

ανταμείψω γενναίως την καλήν συμβουλήν σου.»

98. Ταύτα είπεν ο Δαρείος· έπειτα δέσας εξήκοντα κόμβους εις

λωρίον, προσεκάλεσε τους βασιλείς των Ιώνων όπως συνδιασκεφθώσι

μετ' αυτού και τοις είπε τα εξής· «Άνδρες Ίωνες, μάθετε πρώτον ότι

μετέβαλον γνώμην ως προς την γέφυραν· λάβετε λοιπόν αυτό το

λωρίον, και μη λησμονήσετε όσα θα σας ειπώ. Άμα με ιδήτε

πορευόμενον κατά των Σκυθών, λύετε απ' εκείνης της στιγμής ένα

κόμβον καθ' ημέραν. Εάν παρέλθωσι τόσαι ημέραι όσον είναι οι

κόμβοι και δεν επανέλθω, αποπλεύσατε εις τας πατρίδας σας. Μέχρις

όμως εκείνης της ημέρας, επειδή ήλλαξα γνώμην, φυλάττετε την

γέφυραν πάσαν προθυμίαν καταβάλλοντες προς υπεράσπισιν και

διατήρησιν αυτής. Ταύτα πράξαντες θα μ' ευχαριστήσετε πολύ·» Αφού

δε είπεν ο Δαρείος τους λόγους τούτους, έσπευσε να προχωρήση.

99. Πριν εισέλθη τις εις την Σκυθικήν είναι η Θράκη, ήτις προς το

μέρος της θαλάσσης σχηματίζει κόλπον· έπειτα διαδέχεται αυτήν η

Σκυθική, και εκεί χύνεται ο Ίστρος εις την θάλασσαν έχων το

στόμιόν του εστραμμένον προς ανατολάς. Από τον Ίστρον δε τούτον

αρχίζων θα περιγράψω την έκτασιν της προς το μέρoς της θαλάσσης

Σκυθίας. Αύτη είναι η αρχαία Σκυθία, κειμένη προς μεσημβρίαν και

νότον άνεμον, και εκτεινομένη από του Ίστρου μέχρι πόλεως τινός

ονομαζομένης Καρκινίτιδος· πέραν της πόλεως ταύτης το Ταυρικόν

έθνος κατοικεί την ορεινήν χώραν ήτις εκτείνεται μέχρι της

θαλάσσης και προέχει εις τον Εύξεινον πόντον μέχρι της καλουμένης

τραχείας Χερσονήσου· καταβαίνει δε και αύτη προς την θάλασσαν την

προς ανατολάς· διότι αι άκραι των δύο πλευρών της Σκυθίας

απολήγουσιν εις θάλασσαν, η μεν προς μεσημβρίαν, η δε προς

ανατολάς, καθώς αι άκραι των δύο πλευρών της Αττικής, και

κατοικούσιν εις αυτάς οι Ταύροι. Είναι το αυτό ως εάν ξένον έθνος

και όχι Αθηναίοι κατώκουν εις την Αττικήν την μάλλον προέχουσαν

προς την θάλασσαν άκραν του Σουνίου ακρωτηρίου, από του Θερικού

μέχρι του Αναφλύστου δήμου, καθ' όσον δύναταί τις να παραβάλη τα

μικρά προς τα μεγάλα. Τοιαύτη είναι η Ταυρική. Αλλ' επειδή πιθανόν

να μη περιέπλευσέ τις τα παράλια ταύτα της Αττικής, εγώ θα δείξω

άλλην τοποθεσίαν. Υποθέσατε ότι άλλο έθνος, και όχι Ιάπυγες,

κατοικεί εις την Ιαπυγίαν την άκραν από του λιμένος Βρεντεσίου

μέχρι του Τάραντος. Υποδεικνύων τας δύο ταύτας χώρας είναι ως να

υποδεικνύω συγχρόνως πολλάς άλλας προς τας οποίας ομοιάζει επίσης

η Ταυρική.

100. Από δε της Ταυρικής, ήτοι τα ανωτέρω των Ταύρων και της

ανατολικής θαλάσσης, όντα δυτικώς του Κιμμερίου Βοσπόρου, και της

Μαιώτιδος λίμνης, και του Τανάιδος ποταμού όστις χύνεται εις τον

μυχόν της λίμνης ταύτης, κατοικούσιν οι Σκύθαι. Άνωθεν δε του

Ίστρου εισερχόμενον εις το εσωτερικόν της χώρας, η Σκυθία

περιορίζεται πρώτον μεν υπό των Αγαθύρσων, μετά ταύτα υπό των

Νευρών, έπειτα υπό των Ανδροφάγων και τελευταίον υπό των

Μελαγχλαίνων.

101. Της Σκυθικής λοιπόν, θεωρουμένης ως τετραγώνου, αι δύο

πλευραί αίτινες εκτείνονται μέχρι της θαλάσσης, δηλαδή η πλευρά

ήτις άρχεται από του Ίστρου και προβαίνει προς την μεσόγειον και η

πλευρά ήτις άρχεται από του αυτού ποταμού και παρακολουθεί την

ακτήν, αυταί αι δύο πλευραί είναι ίσαι· διότι από του Ίστρου μέχρι

του Βυρυσθένους είναι οδός δέκα ημερών, και από του Βορυσθένους

μέχρι της Μαιώτιδος λίμνης άλλων δέκα· από της θαλάσσης πάλιν προς

την μεσόγειον μέχρι των Μελαγχλαίνων, κατοικούντων υπεράνω των

Σκυθών, είναι είκοσιν ημερών οδός· υπολογίζω δε την ημερησίαν οδόν

εις διακόσια στάδια. Ούτω λοιπόν διά να διέλθη τις την χώραν των

Σκυθών εξ αριστερών προς τα δεξιά πρέπει να διανύση τέσσαρας

χιλιάδας σταδίων, διά να προχωρήση δε κατ' ευθείαν μέχρι των

μεσογείων τις χώρας, άλλα τόσα στάδια. Τοιαύτη είναι η έκτασις

αυτής.

Ιστορίαι Ηροδότου, Τόμος 1 · 第 8 / 14 题