45. Τινές λέγουσιν ότι οι αποπεμφθέντες Σάμιοι υπό του Πολυκράτους

δεν έφθασαν εις την Αίγυπτον, αλλ' ότι διασκεφθέντες εν τη νήσω

Καρπάθω απεφάσισαν όλοι εκ συμφώνου να μη προχωρήσωσι περαιτέρω.

Κατ' άλλους, άμα έφθασαν εις την Αίγυπτον, καί τοι επιτηρούμενοι

έφυγον· ενώ δε επλησίαζον εις την Σάμον, ο Πολυκράτης τους

απήντησε με πλοία και τους επολέμησε· νικήσαντες όμως οι

καταβαίνοντες απέβησαν εις την νήσον και πεζομαχήσαντες

ενικήθησαν, και τοιουτοτρόπως έπλευσαν προς την Λακεδαίμονα.

Υπάρχουσι δε καί τινες λέγοντες ότι ο Πολυκράτης ενικήθη υπ' αυτών

των επιστρεφόντων εκ της Αιγύπτου· αλλ' η αξίωσις αυτών δεν μοι

φαίνεται ορθή, διότι τότε δεν είχον ανάγκην να επικαλεσθώσι τοις

Λακεδαιμονίους εάν αυτοί ήσαν αρκετά ισχυροί ώστε να νικήσωσι τον

Πολυκράτη. Πώς άλλως τε να πιστεύσωμεν ότι εκείνος όστις είχεν

επικούρους και μισθωτούς και τοξότας ιδικούς του, ήτο δυνατόν να

νικηθή υπό των επιστρεφόντων Σαμίων οίτινες ήσαν ολίγοι; Εκτός

τούτου ο Πολυκράτης συναθροίσας εις τους νεωσοίκους τας γυναίκας

και τα τέκνα των πολιτών τους οποίους είχεν υπό την εξουσίαν του

ήτο έτοιμος να τα καύση ομού με τους νεωσοίκους εάν τυχόν οι

πολίται ούτοι εφαίνοντο διατεθειμένοι να τον προδώσωσι χάριν των

εκ τις Αιγύπτου επιστρεφόντων.

46. Ότε δε οι διωχθέντες υπό του Πολυκράτους Σάμιοι έφθασαν εις

την Σπάρτην, παρουσιασθέντες εις τους άρχοντας έλεγον πολλά, και

ότι ήσαν εις μεγάλην ανάγκην. Οι δε Λακεδαιμόνιοι εις την πρώτην

ακρόασιν απεκρίθησαν ότι ελησμόνησαν την αρχήν του λόγου και δεν

ενόησαν το τέλος. Όθεν οι Σάμιοι παρουσιάσθησαν και εκ δευτέρου,

την φοράν δε ταύτην ήσαν συντομώτεροι· ηρκέσθησαν να δείξωσι

σάκκον κενόν και να είπωσιν ότι ο σάκκος έχει ανάγκην αλεύρου. Οι

δε Λακεδαιμόνιοι τοις επεκρίθησαν πάλιν ότι η λέξις σάκκος ήτο

περιττή· ενέκριναν όμως να τους βοηθήσωσι.

47. Μετά ταύτα οι Λακεδαιμόνιοι παρασκευασθέντες εξεστράτευσαν

κατά της Σάμου· ως μεν οι Σάμιοι λέγουσιν, ένεκα ευγνωμοσύνης προς

αυτούς οίτινες πρότερον τους είχον βοηθήσει με πλοία εναντίον των

Μεσσηνίων· ως δε λέγουσιν οι Λακεδαιμόνιοι, ουχί τόσον διά να

βοηθήσωσι τους εν ανάγκη Σαμίους, όσον διά να τιμωρήσωσι την

κλοπήν του πεμφθέντος προς τον Κροίσον κρατήρος και του θώρακος

τον οποίον τοις είχε πέμψει δώρον ο βασιλεύς της Αιγύπτου Άμασις·

διότι έν έτος προ του κρατήρος οι Σάμιοι ελήστευσαν θώρακα λινούν,

όστις είχε διαφόρους μορφάς ενυφασμένας καί ήτο πεποικιλμένος με

χρυσόν και μαλλίον εκ δένδρου (45), ούτως ώστε έκαστον των νημάτων

του καθίστα αυτόν αξιοθαύμαστον· έκαστον δε νήμα μολονότι λεπτόν,

περιείχεν άλλα τριακόσια εξήκοντα νήματα διακρινόμενα κάλλιστα.

Απαράλλακτος είναι ο άλλος τον οποίον ο Άμασις αφιέρωσεν εις την

Αθηνάν της Λίνδου.

48. Συνέπραξαν δε και οι Κορίνθιοι μετά προθυμίας εις την

επιχείρησιν της εκστρατείας ταύτης κατά της Σάμου· διότι κατά την

προγενεστέραν γενεάν, συγχρόνως με την αρπαγήν του κρατήρος, είχον

υποστή ύβριν τινά εκ μέρους των Σαμίων. Ο υιός του Κυψέλου

Περίανδρος έπεμψεν εις Σάρδεις προς τον Αλυάττην τριακοσίους

νεανίας, υιούς των πρώτων της Κερκύρας, διά να τους ευνουχίσωσιν.

Επειδή δε οι μεταφέροντες αυτούς Κορίνθιοι προσήγγισαν εις την

Σάμον, μαθόντες οι Σάμιοι πρός τινα σκοπόν ήγοντο οι παίδες εκεί

οι εις τας Σάρδεις, πρώτον μεν τους εσυμβούλευσαν να καταφύγωσιν

εις τον ναόν της Αρτέμιδος, έπειτα δε ανέλαβον την υπεράσπισίν των

και δεν άφινον ν' αποσπάσωσι τους ικέτας από το ιερόν· τέλος,

επειδή οι Κορίνθιοι εμπόδιζον να δώση τις τροφήν εις τους παίδας,

οι Σάμιοι εσύστησαν εορτήν την οποίαν και σήμερον ακόμη τελούσιν

απαραλλάκτως. Άμα επήρχετο η νυξ, εφ' όσον χρόνον οι παίδες ήσαν

ικέται, συνεκρότουν χορούς εκ παρθένων και νέων, και διαρκούντων

των χορών οι πολίται παρηγγέλλοντο να φέρωσιν εις τον ναόν

πλακούντια εκ μέλιτος και σησάμου, από τα οποία αρπάζοντες οι

παίδες των Κερκυραίων ετρέφοντο. Και τούτο εξακολούθησε μέχρις ου

οι Κορίνθιοι φύλακες ανεχώρησαν αφήσαντες τους παίδας, τους

οποίους έπειτα οι Σάμιοι επανέφεραν εις την Κέρκυραν.

49. Εάν μετά τον θάνατον του Περιάνδρου οι Κερκυραίοι εφιλιόνοντο

με τοις Κορινθίους, ηδύναντο οι Κορίνθιοι να μη συμπράξωσιν εις

την κατά της Σάμου εκστρατείαν ταύτην. Τότε όμως, ως πάντοτε

αφότου αποίκισαν την Κέρκυραν, είχον μεταξύ των διαφοράς. Οι

Κορίνθιοι λοιπόν εμνησικάκουν κατά των Σαμίων, θεωρούντες άλλως τε

ότι, εάν ο Περίανδρος έπεμψεν εις τας Σάρδεις διά να ευνουχίση

τους παίδας των πρώτων Κερκυραίων, έπραξε τούτο προς εκδίκησιν,

διότι πρώτοι οι Κερκυραίοι τον ύβρισαν πράξαντες πράξιν κακοήθη.

50. Ότε ο Περίανδρος εφόνευσε την γυναίκα του Μέλισσαν (46), εις

την συμβάσαν δυστυχίαν προσετέθη και άλλη δυστυχία η εξής. Είχεν

εκ της Μελίσσης δύο υιούς, τον μεν δεκαεξαετή, τον δε δεκαοκταετή.

Τούτους ο προς μητρός πάππος των Προκλής, βασιλεύς της Επιδαύρου,

προσεκάλεσε πλησίον του και τους επεριποιείτο όπως έπρεπε, καθότι

ήσαν υιοί της θυγατρός του. Όταν δε τους απέπεμψε, τοις είπεν· «Ω

παίδες, ηξεύρετε άρα γε ποίος εφόνευσε την μητέρα σας;» Ο λόγος

ούτος εις μεν τον πρεσβύτερον ουδεμίαν επροξένησεν εντύπωσιν· αλλ'

ο νεώτερος, όστις εκαλείτο Λυκόφρων, τόσον ελυπήθη ακούσας, ώστε

επιστρέψας εις Κόρινθον ούτε εχαιρέτισε τον φονέα της μητρός του

Περίανδρον, ούτε απεκρίνετο προς αυτόν ομιλούντα, ούτε τω ωμίλει

εξετάζοντι. Τέλος ο Περίανδρος, πλήρης οργής, τον εδίωξεν από την

οικίαν.

51. Αφού δε τον εδίωξεν ηθέλησε να μάθη από τον πρεσβύτερον τι

είχεν ειπεί εις αυτούς ο Προκλής· ο νεανίας τω διηγήθη την

φιλόφρονα υποδοχήν του πάππου του, αλλ' ουδεμίαν μνείαν έκαμε των

λόγων τους οποίους είπε προπέμπων αυτούς, διότι ούτε τους

ενθυμείτο. Αλλ' ο Περίανδρος επέμεινε, λέγων ότι ήτο αδύνατον να

μη τους συνεβούλευσε τίποτε ο Προκλής. Τόσον δε τον εστενοχώρησε

με τας ερωτήσεις του ώστε επί τέλους ο νέος ενθυμήθη τους λόγους

και τους επανέλαβεν. Ο δε Περίανδρος δεν αφήκεν αυτούς τους λόγους

να παρέλθουν απαρατήρητοι· εξ εναντίας απεφάσισε να μη δείξη

ουδεμίαν ηπιότητα, και όπου ο εκδιωχθείς υιός του προσήρχετο να

ζητήση καταφύγιον, έπεμπεν απεσταλμένους και επρόσταζε να μη τον

δέχωνται εις τας οικίας των. Όταν δε ο Λυκόφρων διωκόμενος από

μίαν οικίαν μετέβαινεν εις άλλην, απεδιώκετο πάλιν και εξ αυτής,

διότι ο πατήρ ηπείλει εκείνους οίτινες τον εδέχοντο και τους

διέτασσε να τον διώκωσιν. Ούτω δε διωκόμενος μετέβαινεν από οικίας

εις οικίαν· οι δε φίλοι του, καί τοι φοβούμενοι, τον εδέχοντο ως

υιόν του Περιάνδρου.

52. Τέλος ο βασιλεύς εκήρυξεν ότι όστις ήθελε τον δεχθή ή

συνομιλήση μετ' αυτού να πληρόνη εις τον Απόλλωνα ιερόν πρόστιμον,

του οποίου το ποσόν προσδιώριζε το κήρυγμα. Από της στιγμής δε

ταύτης κανείς πλέον δεν ηθέλησε μήτε να συνομιλήση μετ' αυτού μήτε

να τω δώση άσυλον. Ούτε αυτός δε ο ίδιος δεν έκρινε πλέον δίκαιον

να πειράται την παραβίασιν των αυστηρών εκείνων διαταγών, και

εσύρετο από στοάς εις στοάν. Την τετάρτην δε ημέραν, ιδών ο

Περίανδρος αυτόν εξηντλημένον υπό της πείνης και ειδεχθή υπό της

αλουσίας, τον ελυπήθη και μετριάσας την οργήν του επλησίασε προς

αυτόν και τω είπε· «Τέκνον, τι εκ των δύο είναι προτιμότερον, η

παρούσα κατάστασις εις ην ευρίσκεσαι, ή η εξουσία και τα πλούτη τα

οποία έχω και τα οποία θα διαδεχθής εάν φερθής καλώς προς τον

πατέρα σου; Συ, υιέ μου, βασιλεύς της ευδαίμονος Κορίνθου,

καταδικάζεις σεαυτόν εις βίον πλάνητα διά της αντιστάσεώς σου και

της οργής σου εναντίον εκείνου τον οποίον ώφειλες να σέβεσαι. Εάν

εις τον οίκον μας συνέβη συμφορά διά την οποίαν με βλέπεις

υπόπτως, η συμφορά αύτη ήλθεν εις εμέ· εγώ προ πάντων την

αισθάνομαι, διότι εγώ την έπραξα. Αλλ' έμαθες πλέον ότι καλλίτερον

είναι να φθονώσι τινα ή να τον οικτείρωσι, και ταυτοχρόνως τι

κερδίζει τις οργιζόμενος εναντίον πατρός, εναντίον ισχυροτέρου.

Επίστρεψον λοιπόν εις την οικίαν.» Και ο μεν Περίανδρος με

τοιούτους λόγους προσεπάθει να τον καταπραΰνη· εκείνος δε ουδέν

άλλο απεκρίθη ή ότι ώφειλε να πληρώση τι πρόστιμον εις τον θεόν

διότι τω ωμίλησεν. Ιδών δε ο Περίανδρος ότι το μίσος του υιού του

ήτο αμείλικτον και ακατανίκητον, τον εδίωξεν από τους οφθαλμούς

του και τον έστειλε με πλοίον εις την Κέρκυραν, της οποίας τότε

ήτο κύριος. Αφού δε τον έστειλεν εκεί, εξεστράτευσε κατά του

πενθερού του Προκλέους, ως κυριωτάτου αιτίου της παρούσης αυτού

καταστάσεως· και εκυρίευσε μεν την Επίδαυρον, συνέλαβε δε τον

Προκλέα και τον έφερε μεθ' εαυτού ως αιχμάλωτον.

53. Επειδή δε προβαίνοντας του χρόνου εγήρασεν ο Περίανδρος και

συνησθάνετο ότι δεν ήτο πλέον ικανός να επιτηρή όλας τας υποθέσεις

και να διέπη αυτάς, έπεμψεν εις την Κέρκυραν και προσεκάλει εις

την εξουσίαν τον Λυκόφρονα, καθότι ουδεμίαν έβλεπεν ικανότητα εις

τον πρεσβύτερον υιόν του, όστις τω εφαίνετο νωθρός. Αλλ' ο

Λυκόφρων ουδέ απαντήσεως έκρινεν άξιον τον κομιστήν της αγγελίας·

ο δε Περίανδρος όστις επέμενεν εις την ανάκλησιν του νέου, έπεμψεν

εκ νέου προς αυτόν· την φοράν όμως ταύτην έστειλε την ιδίαν του

θυγατέρα και αδελφήν του Λυκόφρονος, καθότι ήλπιζεν ότι δι' αυτής

ο υιός του ήθελε πεισθή ευκολώτερον. Ελθούσα λοιπόν αύτη τω είπε·

«Παιδίον, προτιμάς να ιδής την εξουσίαν μεταβαίνουσαν εις άλλας

χείρας και την οικίαν μας διασκορπιζομένην, ή να έλθης και την

παραλάβης συ; Επίστρεψε εις την οικίαν και παύσον τιμωρών σεαυτόν·

η επιμονή είναι δυσάρεστον πράγμα· μη ζητής να θεραπεύσης το έν

κακόν διά του άλλου. Πολλοί προτιμώσι την ισότητα αντί του

δικαίου, και πολλοί πολλάκις ζητούντες τα μητρικά έχασαν τα

πατρικά. Η βασιλεία είναι κτήμα επισφαλές, πολλούς έχουσα εραστάς,

ο δε πατήρ μας είναι γέρων και προβεβηκώς· μη δίδης λοιπόν τα

αγαθά σου εις άλλους.» Και η μεν κόρη, διδαχθείσα από τον πατέρα

της, τοιούτους έλεγε λόγους πειστικωτάτους· ο δε Λυκόφρων απεκρίθη

ότι ποτέ δεν θα υπάγη εις την Κόρινθον ζώντος του πατρός του. Ότε

δε αύτη έφερε την απόκρισιν του Λυκόφρονος, ο Περίανδρος έπεμψε

και εκ τρίτου κήρυκα λέγων ότι θα μεταβή να κατοικήση εις την

Κέρκυραν εάν ο υιός του συγκατετίθετο να επανέλθη εις την Κόρινθον

διά να τον αντικαταστήση. Παραδεχθέντος τέλος του νέου την

συμφωνίαν ταύτην, ητοιμάζοντο ο μεν Περίανδρος να μεταβή εις την

Κέρκυραν, ο δε υιός του εις την Κόρινθον. Μαθόντες όμως ταύτα οι

Κερκυραίοι και μη θέλοντες να έλθη ο Περίανδρος εις τον τόπον των,

εφόνευσαν τον νέον. Και ο μεν Περίανδρος διά το έγκλημα τούτο

εξεδικείτο τους Κερκυραίους.

54. Οι δε Λακεδαιμόνιοι, φθάσαντες με μέγαν στόλον, επολιόρκησαν

την Σάμον. Προσέβαλον το τείχος, και είχον υπερβή τον πύργον όστις

υψούται πλησίον της θαλάσσης, εις την είσοδον του προαστείου, όταν

ο Πολυκράτης, ελθών μετά πολλής δυνάμεως, απεδίωξεν αυτούς. Τότε

οι επίκουρος και πολλοί Σάμιοι εξελθόντες εκ του επάνω πύργου,

όστις είναι επί της ράχεως του όρους, αντέστησαν κατά των

Λακεδαιμονίων και σχεδόν αμέσως έφυγον οπίσω· καταδιώκοντες δε οι

Λακεδαιμόνιοι τους εφόνευον.

55. Εάν κατ' εκείνην την ημέραν οι πολιορκούντες ηκολούθουν το

παράδειγμα του Αρχίου και του Λυκώπου, θα εκυρίευον την Σάμον,

διότι μόνον ο Αρχίας και ο Λυκώπης διώκοντες εισήλθον εις το

τείχος μετά των φευγόντων· κλεισθείσης όμως εις αυτούς της εξόδου

εφονεύθησαν εντός της πόλεως των Σαμίων. Σηνηντήθην εις την

Πιτάνην (διότι ήτο από τον δήμον τούτον) μεθ' ενός άλλου Αρχίου,

υιού του Σαμίου και εγγόνου του αρχαίου Αρχίου· ετίμα δε ούτος

τους Σαμίους περισσότερον από όλους τους άλλους Σαμίους, και με

είπεν ότι ο πατήρ του είχεν ονομασθή Σάμιος διότι ο πατήρ του

Αρχίας εφονεύθη εις την Σάμον ανδρείως πολεμήσας. Προσέθηκε δε ότι

ετίμα τους Σαμίους διότι ενταφίασαν τον πάππον του δημοσία δαπάνη.

56. Μετά τεσσαρακονθήμερον πολιορκίαν οι Λακεδαιμόνιοι, επειδή δεν

έκαμναν καμμίαν πρόοδον, επέστρεψαν εις την Πελοπόννησον.

Λέγουσιν, αλλ' οι λόγοι των είναι αβάσιμοι, ότι ο Πολυκράτης κόψας

από μόλυβδον πολύ επιχώριον νόμισμα και καταχρυσώσας το έδωκεν εις

τους Λακεδαιμονίους οίτινες το εδέχθησαν και ανεχώρησαν. Αυτή

είναι η πρώτη εκστρατεία την οποίαν οι Δωριείς της Λακεδαίμονος

έκαμον κατά της Ασίας.

57. Οι δε επαναστατήσαντες κατά του Πολυκράτους Σάμιοι, επειδή οι

Λακεδαιμόνιοι έμελλον να τους εγκαταλείψωσιν, απέπλευσαν και αυτοί

εις την Σίφνον· είχον ανάγκην χρημάτων, τα δε πράγματα των Σιφνίων

ήκμαζον κατ' εκείνον τον χρόνον και ήσαν οι πλουσιώτατοι των

νησιωτών, επειδή εις την νήσον των ευρίσκοντο μεταλλεία χρυσού και

αργύρου τόσον άφθονα ώστε εκ του δεκάτου των εισοδημάτων αυτών

αφιέρωσαν εις τους Δελφούς θησαυρόν τον οποίον ουδείς υπερβαίνει

κατά την πλουσιότητα. Κατ' έτος εμοιράζοντο τα εισοδήματα ταύτα

μεταξύ των και ότε ενησχολούντο να απαρτίσωσι τον θησαυρόν εκείνον

ηρώτησαν το μαντείον εάν η ευδαιμονία των έμελλε να διαρκέση πολύν

χρόνον· η δε Πυθία απεκρίθη τα εξής· Ό τ α ν-τ ο-π ρ υ τ α ν ε ί ο ν-

τ η ς-Σ ί φ ν ο υ-γ ί ν η-λ ε υ κ όν,-ό τ α ν-τ ο-μ έ τ ω π ο ν-

τ η ς-α γ ο ρ ά ς-γ ί ν η-λ ε υ κ όν,-π α ς-φ ρ ό ν ι μ ο ς-

ά ν θ ρ ω π ο ς-ο φ ε ί λ ε ι-ν α-π ρ ο φ υ λ α χ θ ή-α π ό-τ η ν-

ξ υ λ ί ν η ν-ε ν έ δ ρ α ν-κ α ι-α π ό-τ ο ν-ε ρ υ θ ρ ό ν-

κ ή ρ υ κ α. Ήσαν δε ήδη και η αγορά και το πρυτανείον κεκοσμημένα

διά μαρμάρου της Πάρου.

58. Τούτον τον χρησμόν δεν ηδυνήθησαν να εννοήσωσι μήτε τότε ευθύς

μήτε όταν ήλθον οι Σάμιοι. Τωόντι μόλις ούτοι επλησίασαν εις τον

Σίφνον, έπεμψαν εις την πόλιν πλοίον με πρέσβεις. Ήσαν δε το πάλαι

τα πλοία αλειμμένα με μίλτον, και τούτο ενόει η Πυθία όταν τοις

είπε να προφυλάσσωνται από την ξυλίνην ενέδραν και τον ερυθρόν

κήρυκα. Παρουσιάσθησαν λοιπόν οι πρέσβεις και εζήτησαν από τους

Σίφνιους να τοις δανείσωσι δέκα τάλαντα· αλλ' ούτοι ηρνήθησαν, και

οι Σάμιοι ήρχισαν να λεηλατώσι την χώραν των. Μαθόντες τούτο οι

Σίφνιοι έδραμον προς βοήθειαν και πολεμήσαντες ενικήθησαν, οι δε

Σάμιοι απέκλεισαν εις πολλούς την εις την πόλιν υποχώρησιν. Από

αυτούς μετά ταύτα οι νικηταί έλαβον εκατόν τάλαντα.

59. Έπειτα οι Σάμιοι ηγόρασαν από τους Ερμιονείς την πλησίον της

Πελοποννήσου νήσον Ύδραν και ενεπιστεύθησαν αυτήν εις τους

Τροιζηνίους. Αυτοί δε ήλθον εις την Κρήτην και αποίκισαν την

Κυδωνίαν, μολονότι δεν έπλευσαν εκεί επί τω σκοπώ τούτω αλλά να

διώξωσιν εκ της νήσου τους Ζακυνθίους. Έμειναν λοιπόν εις αυτήν

και επί πέντε έτη ευτύχησαν τόσον ώστε αυτοί έκτισαν τα ιερά τα

οποία σώζονται σήμερον εις την Κυδωνίαν καθώς και τον ναόν της

Δικτύνης Αρτέμιδος. Κατά δε το έκτον έτος οι Αιγινήται, ενωθέντες

με τους Κρήτας, τους ενίκησαν κατά θάλασσαν, τους εξηνδραπόδισαν,

έκοψαν τας πρώρας των πλοίων των, αίτινες παρίστων κάπρους, και

αφιέρωσαν τας εικόνας ταύτας εις τον εν Αιγίνη ναόν της Αθηνάς.

Έπραξαν δε ταύτα οι Αιγινήται διά το πάθος το οποίον είχον κατά

των Σαμίων, διότι οι Σάμιοι επί της βασιλείας του Αμφικράτους εν

Σάμω, είχον εκστρατεύσει κατά της Αιγίνης, μεγάλα κακά ποιήσαντες

εις τους Αιγινήτας και παθόντες παρ' αυτών. Η μεν αιτία λοιπόν

αύτη ήτο.

60. Εμήκυνα δε τον λόγον περί των Σαμίων διότι αυτοί έκαμον τρία

έργα μεγαλείτερα από όλα όσα εξετέλεσαν οι Έλληνες. Είς τι όρος,

εκατόν πεντήκοντα οργυιάς υψηλόν, ήνοιξαν όρυγμα επτά σταδίων

μήκους και οκτώ ύψους και πλάτους, αρχίζοντες από την βάσιν. Καθ'

όλον το μήκος του ορύγματος τούτου έσκαψαν άλλο όρυγμα είκοσι

πηχών το βάθος και τριών ποδών το πλάτος, διά του οποίου το ύδωρ

μεγάλης πηγής φέρεται διά σωλήνων μέχρι της πόλεως. Ο αρχιτέκτων

του ορύγματος τούτου ήτο ο Μεγαρεύς Ευπαλίνος του Ναυστρόφου.

Τοιούτον είναι το πρώτον των τριών τούτων έργον· το δεύτερον είναι

το περί την θάλασσαν πρόχωμα, είκοσι οργυιών το ύψος και δύο

σταδίων το μήκος· το τρίτον είναι ο μέγιστος εξ όσων είδομεν ναών,

του οποίου αρχιτέκτων πρώτος εγένετο ο Σάμιος Ροίκος του Φιλαίου.

Τούτων ένεκα εμήκυνα ολίγον περισσότερον τον λόγον περί των

Σαμίων.

61. Ενώ ο Καμβύσης, ο υιός του Κύρου, κατέτριβε τον χρόνον εις την

Αίγυπτον και παρεφρόνει, δύο αδελφοί, αμφότεροι μάγοι,

επανεστάτησαν κατ' αυτού· τον ένα εξ αυτών είχεν αφήσει επιστάτην

της οικίας του. Αυτός λοιπόν επανέστη κατά του Καμβύσου μαθών ότι

εφονεύθη ο Σμέρδις, ότι ο θάνατος αυτού ετηρείτο κρυπτός, και ότι

ολίγοι Πέρσαι ήξευρον αυτόν, οι δε περισσότεροι ενόμιζον τον

Σμέρδιν ζώντα. Αυτά ηξεύρων εσκέφθη τα ακόλουθα διά να αρπάση την

βασιλείαν. Είχεν αδελφόν μεθ' ου, ως είπα, επανεστάτησε, και όστις

ωμοίαζε με τον υιόν του Κύρου Σμέρδιν τον φονευθέντα κατά διαταγήν

του Καμβύσου. Η ομοιότης ήτο τελεία και εκαλείτο επίσης Σμέρδις.

Αυτόν τον άνθρωπον πείσας ο μάγος Πατιζείθης τον εκάθισεν επί του

βασιλικού θρόνου· μετά τούτο έπεμψε κήρυκας εις όλα τα μέρη και

εις την Αίγυπτον διά να παραγγείλωσιν εις τον στρατόν ότι εις το

εξής ώφειλον να υπακούωσιν εις τον Σμέρδιν, τον υιόν του Κύρου,

και ουχί εις τον Καμβύσην.

62. Και οι άλλοι λοιπόν κήρυκες παρήγγελλον ταύτα, και ο εις την

Αίγυπτον πεμφθείς, ευρών τον Καμβύσην και τον στρατόν εις τα

Εκβάτανα της Συρίας, και σταθείς εις το μέσον έλεγε τα εντεταλμένα

υπό του μάγου. Ο δε Καμβύσης ακούσας ταύτα παρά του κήρυκος και

νομίσας ότι έλεγεν αληθή και ότι τον είχε προδόσει ο Πρηξάσπης

(διότι υπέθεσεν ότι ο Πρηξάσπης τον οποίον έπεμψε διά να φονεύση

τον Σμέρδιν δεν έπραξε τούτο) ητένισε προς τον Πρηξάσπη και τω

είπε· «Πρήξασπες, ούτως εξετέλεσας την εντολήν ην σοι ανέθηκα;»

Εκείνος δε απεκρίθη· «Δέσποτα, ουδόλως είναι αληθές ότι ο αδελφός

σου Σμέρδις επανέστη κατά σου, ούτε είναι δυνατόν να προκύψη πλέον

μεταξύ σας μικρά ή μεγάλη διχόνοια· εγώ ο ίδιος, αφού έπραξα ό,τι

με διέταξες, τον έθαψα με τας χείρας αυτάς τας οποίας βλέπεις. Εάν

τώρα επανέρχονται εις την ζωήν οι αποθανόντες, περίμενε να ιδής

επανερχόμενον και τον Μήδον Αστυάγη· εάν όμως τα πράγματα βαίνωσι

την συνήθη αυτών τάξιν, ουδέν δυσάρεστον θα σοι συμβή εκ μέρους

του αδελφού σου. Όθεν η γνώμη μου είναι ότι πρέπει να συλλάβωμεν

τον κήρυκα, να τον ανακρίνωμεν και να μάθωμεν παρά τίνος εστάλη να

μας παραγγείλη ότι πρέπει να υπακούωμεν εις τον βασιλέα Σμέρδιν».

63. Ταύτα ήπεν ο Πρηξάσπης· επειδή δε ήρεσαν εις τον βασιλέα,

αμέσως συνέλαβον τον κήρυκα και τον προσήγαγον, ο δε Πρηξάσπης τον

ηρώτησεν ως εξής· «Άνθρωπε, λέγεις ότι ήλθες εξ ονόματος του

Σμέρδιος, υιού του Κύρου· τώρα ειπέ μας την αλήθειαν και ύπαγε

χαίρων. Ο ίδιος Σμέρδις εφάνη εις σε και σοι έδωκε τας διαταγάς

ταύτας, ή κανείς των υπηρετών του;» Ο δε κήρυξ απεκρίθη· «Εγώ δεν

είδον τον Σμέρδιν, τον υιόν του Κύρου, αφότου ο βασιλεύς Καμβύσης

ανεχώρησε διά την Αίγυπτον· αλλ' ο μάγος τον οποίον ο Καμβύσης

εξελέξατο ως επίτροπον της οικίας του, αυτός με παρήγγειλε ταύτα,

λέγων ότι ο Σμέρδις, ο υιός του Κύρου, με διατάττει να τα είπω

προς υμάς.» Και ο μεν κήρυξ ταύτα είπεν, ουδόλως ψευδόμενος· ο δε

Καμβύσης είπε· «Πρήξασπες, συ μεν, ως άνθρωπος τίμιος, έπραξες

ό,τι σε διέταξα· πλην ποίος να ήναι άρα γε εκείνος εκ των Περσών

ότι επανίσταται κατ' εμού οικειοποιούμενος το όνομα του Σμέρδιος;

— Νομίζω, απήντησεν ο Πρηξάσπης, ότι ενόησα το πράγμα, ω βασιλεύ·

οι αποστατήσαντες κατά σου είναι οι μάγοι, ο Πατιζείθης τον οποίον

αφήκες επιμελητήν της οικίας σου, και ο αδελφός αυτού Σμέρδις».

64. Ο Καμβύσης ακούσας το όνομα του Σμέρδιος εξεπλάγη εκ των λόγων

και του ενυπνίου το οποίον είχεν ιδεί· καθότι τω εφάνη εις τον

ύπνον του ότι τω ανήγγελλε τις ότι ο Σμέρδις, καθήμενος επί του

βασιλικού θρόνου, έψαυε διά της κεφαλής του τον ουρανόν.

Εννόησας λοιπόν ότι εις μάτην εφόνευσε τον αδελφόν του, ήρχισε να

κλαίη· αφού δε έκλαυσε και εθρήνησε διά την συμφοράν την οποίαν τω

επήνεγκεν ο θάνατος ούτος, επήδησεν επί του ίππου του σκοπεύων να

τρέξη αμέσως εις τα Σούσα και να εκστρατεύση κατά του μάγου. Αλλ'

ενώ επήδα επί του ίππου, έπεσε το κομβίον το κρατούν την θήκην της

σπάθης του, γυμνωθείς δε τοιουτοτρόπως ο σίδηρος εκτύπα τον μηρόν

του και τον επλήγωσεν εις το αυτό μέρος όπου και αυτός πρότερον

είχε πληγώσει τον θεόν των Αιγυπτίων Άπιν. Επειδή δε η πληγή του

εφαίνετο καιρία, ηρώτησε ποιον ήτο το όνομα της πόλεως· οι δε τω

είπον ότι εκαλείτο Εκβάτανα. Εις δε τον Καμβύσην προηγουμένως είχε

δοθή χρησμός από την πόλιν Βουτώ ότι έμελλε να τελευτήση τον βίον

εις τα Εκβάτανα, και είχε νομίσει ότι ήθελεν αποθάνει εις τα

Εκβάταν της Μυδίας όπου είχεν όλους τους θησαυρούς του, ενώ το

χρηστήριον ενόει βεβαίως τα Εκβάτανα της Συρίας. Όθεν επειδή

ερωτών έμαθε το όνομα της πόλεως, τεταραγμένος από την συμφοράν

του μάγου και του τραύματος, εσωφρόνησε, και εννοήσας τον χρησμόν

είπεν· «Εδώ είνε πεπρωμένον να τελευτήση ο Καμβύσης του Κύρου.»

65. Και τότε μεν δεν είπε περισσότερα· βραδύτερον όμως, μετά

είκοσι περίπου ημέρας, καλέσας τους λογιμωτάτους των εις τα

Εκβάτανα ευρισκομένων Περσών, τοις είπε τα εξής· «Ω Πέρσαι,

αναγκάζομαι να σας φανερώσω πράγμα το οποίον υπέρ παν άλλο ετήρουν

μυστικόν. Κοιμώμενός ποτε εις την Αίγυπτον είδον όνειρον το οποίον

είθε να μη έβλεπον· μοι εφάνη ότι απεσταλμένος τις ήλθεν εκ της

οικίας μου διά να μοι αναγγείλη ότι ο Σμέρδις καθήμενος επί του

βασιλικού θρόνου ήγγιζε με την καφαλήν του τον ουρανόν. Εφοβήθην

μήπως με αφαιρέση την βασιλείαν ο αδελφός μου και ενήργησα

ταχύτερον ή φρονιμώτερον, διότι είναι αδύνατον εις τον άνθρωπον να

αποφύγη το πεπρωμένον να γίνη. Έπεμψα λοιπόν ασυλλογίστως τον

Πρηξάσπη εις τα Σούσα διά να φονεύση τον Σμέρδιν. Γενομένου δε του

κακού τούτου, έζων ησύχως, μη σκεπτόμενος πλέον ότι, αφού εφονεύθη

ο Σμέρδις, άλλος άνθρωπος ήθελεν ευρεθή να επαναστατήση κατ' εμού.

Αλλ' ηπατήθην· εγενόμην αδελφοκτόνος άνευ ανάγκης, και ουχ ήττον

εστερήθην την βασιλείαν· διότι τον Σμέρδιν τον μάγον μοι

προεδείκνυεν ο θεός εν τω ονείρω εκείνω ως προωρισμένον να

επαναστατήση κατ' εμού. Ιδέτε λοιπόν τι έπραξα και σκεφθήτε ότι

όχι ο Σμέρδις του Κύρου, αλλά δύο μάγοι αρπάζουσι την βασιλείαν,

εκείνος τον οποίον αφήκα επίτροπον εις τα βασίλεια και ο αδελφός

του Σμέρδις. Ο αδελφός εις τον οποίον ανήκε να με υπερασπίση

ατιμαζόμενον από τους ανθρώπους τούτους εφονεύθη από τον

πλησιέστατον συγγενή του γενόμενος θύμα σκληρού πεπρωμένου· τούτου

δε μη υπάρχοντος, εις υμάς οφείλω να αποτείνω τις θελήσεις μου

τελευτών τον βίον. Επικαλούμενος τους θεούς του βασιλείου τούτου

σας προστάζω όλους και μάλιστα τους παρόντας των Αχαιμενιδών να μη

ανεχθήτε να περιέλθη η βασιλεία αύθις εις τους Μήδους· αλλ' εάν

μεν καταγίνωνται να την καταλάβωσι με δόλον, αφαιρέσατέ την από

αυτούς με δόλον, εάν δε θελήσωσι να το κατορθώσωσι μετά δυνάμεων,

προσπαθήσατε και υμείς να την ανασώσετε μετά πλειοτέρων δυνάμεων.

Εάν πράξετε ό,τι σας ζητώ, είθε η γη να παράγη τους καρπούς της

δι' υμάς, είθε να τίκτωσιν οι γυναίκες και αι ποίμναι υμών, είθε

να ήσθε διά παντός ελεύθεροι! Εάν όμως δεν ανασώσετε την αρχήν,

μήτε επιχειρήσετε να ανασώσητε αυτήν, σας καταρώμαι να συμβώσιν

εις υμάς τα εναντία τούτων, και προσέτι το τέλος εκάστου Πέρσου

να ήναι τοιούτο οίον το ιδικόν μου!» Ταύτα είπεν ο Καμβύσης και

έκλαιε τας δυστυχίας του.

66. Ιδόντες οι Πέρσαι τον βασιλέα των να κλαίη έσχισαν τα ιμάτιά

των και εθρήνουν μεγαλοφώνως. Μετά ταύτα το οστούν του πληγωμένου

εσάπισεν, αι σάρκες του μηρού του εγαγγραινώθησαν και απέθανεν

αφού εβασίλευσεν εν όλοις επτά έτη και πέντε μήνας χωρίς να

απολαύση τέκνον, μήτε άρρεν μήτε θήλυ. Αίσθημά τι αμφιβολίας

περιεχύθη μεταξύ των παρόντων Περσών· δεν ηδύναντο να πιστεύσωσιν

ότι οι μάγοι κατέλαβον τα πράγματα, αλλ' υπώπτευσαν ότι ο Καμβύσης

έπλασε την διήγησιν του θανάτου του Σμέρδιος διά να τους απατήση

και επαναστατήσωσι κατά του αδελφού του.

67. Υπέθεσαν λοιπόν ότι ο αναβάς εις τον θρόνον ήτο ο Σμέρδις, ο

υιός του Κύρου· έτι δε και ο Πρηξάσπης ηρνείτο επιμόνως ότι

εφόνευσε τον Σμέρδιν, διότι δεν ενόμιζεν ασφαλές να φανερώση μετά

τον θάνατον του Καμβύσου ότι εφόνευσεν ιδιοχείρως τον υιόν του

Κύρου. Ο μάγος λοιπόν, αφού ετελεύτησεν ο Καμβύσης, ωφελούμενος εκ

της ομοιότητος των ονομάτων, εβασίλευσε κατ' αρχάς ησύχως τους

επτά μήνας οίτινες υπελείποντο διά να συμπληρώση ο Καμβύσης οκτώ

έτη. Κατά τον ολίγον τούτον χρόνον έπραξε προς όλους τους υπηκόους

του μεγάλας ευεργεσίας, ώστε ότε απέθανεν όλοι οι εν τι Ασία τον

επόθησαν, πλην των Περσών· διότι ο μάγος πέμψας κήρυκας εις όλα τα

υπό την εξουσίαν του έθνη εκήρυξεν ότι ούτε άνδρας ήθελε

στρατολογήσει ούτε φόρους ήθελεν εισπράξει, επί τρία έτη· ταύτα δε

εκήρυξεν άμα επανεστάτησε διά να καταλάβη την αρχήν.

68. Τον όγδοον δε μήνα ανεκαλύφθη κατά τον ακόλουθον τρόπον τις

ήτο· ο Οτάνης, ο υιός του Φαρνάσπους, ήτο κατά το γένος και τα

πλούτη είς των πρώτων Περσών. Ο Οτάνης ούτος πρώτος των άλλων

υπώπτευσεν ότι ο μάγος ήτο όχι ο Σμέρδος ο υιός του Κύρου, αλλ'

εκείνος όστις ήτο πράγματι. Η εικασία του δε εβασίζετο εις τούτο,

ότι ο βασιλεύς δεν εξήρχετο της ακροπόλεως και δεν εκάλει ενώπιον

του κανένα από τους λογίμους Πέρσας. Υποπτεύσας λοιπόν έπραξε τα

ακόλουθα· ο Καμβύσης είχε λάβει γυναίκα την θυγατέρα του

καλουμένην Φαιδύμην· την ιδίαν είχε τότε ο μάγος και συνέζη μετ'

αυτής ως και μετά των άλλων γυναικών του Καμβύσου. Εις ταύτην την

θυγατέρα πέμψας ο Οτάνης, την ηρώτα περί του ανθρώπου μεθ' ου

συνεκοιμάτο, εάν ήτο ο Σμέρδις του Κύρου ή άλλος τις. Εκείνη δε τω

διεβίβασε την απόκρισιν ότι ποτέ δεν είδε τον Σμέρδιν του Κύρου

και ούτε εγνώριζε ποίος ο μετ' αυτής συνευναζόμενος. Έπεμψεν εκ

δευτέρου ο Οτάνης λέγων· «Εάν δεν γνωρίζης τον Σμέρδιν τον υιόν

του Κύρου, ερώτησον την Άτοσσαν μετά τίνος ανθρώπου συγκοιμάται,

ως συ, διότι δεν είναι δυνατόν να μη γνωρίζη τον αδελφόν της.» Εις

την ερώτησιν ταύτην αποκρίνεται η θυγάτηρ λέγουσα· «Ούτε με την

Άτοσσαν ειμπορώ να συνομιλήσω, ούτε να ίδω άλλην τινα των

γυναικών, διότι ο άνθρωπος ούτος, οιοσδήποτε και αν ήναι, άμα

παρέλαβε την βασιλείαν, μας διεσκόρπισε θέσας εκάστην εις

ιδιαίτερον οίκημα.»

69. Ταύτα ακούσας ο Οτάνης ήρχισε να εννοή καλλίτερον το πράγμα·

έπεμψε λοιπόν προς την θυγατέρα τρίτην αγγελίαν λέγουσαν ταύτα· «Ω

θύγατερ· διά την λαμπράν σου γέννησιν πρέπει να αναδεχθής τον

κίνδυνον εις τον οποίον ο πατήρ σου σε διατάττει να εκτεθής. Εάν ο

άνθρωπος ούτος δεν είναι ο υιός του Κύρου, εάν ήναι εκείνος τον

οποίον υποθέτω, δεν πρέπει να ζήση χαίρων ότι συνεκοιμήθη μετά σου

και ήρπασε την βασιλείαν των Περσών, αλλά να τιμωρηθή αυστηρώς.

Κάμε λοιπόν αυτό το οποίον σοι παραγγέλλω. Όταν συγκατακλιθή μετά

σου και κρίνης ότι εβυθίσθη εις τον ύπνον, ψηλάφησον τα ωτία του,

και εάν μεν εύρης ότι έχει τοιαύτα, πείσθητι ότι συγκοιμάσαι με

τον Σμέρδιν τον υιόν του Κύρου, εάν δε δεν έχη, είναι ο μάγος

Σμέρδις.» Προς ταύτα απεκρίθη η Φαιδύμη λέγουσα ότι θα κινδυνεύση

μεγάλως εάν υπακούση· διότι εάν δεν έχη ώτα, εάν την εννοήση ότι

τον ψηλαφεί, βεβαίως θα την φονεύση, όμως θα υπακούση. Η Φαιδύμη

λοιπόν υπεσχέθη εις τον πατέρα της να εκτελέση τας διαταγάς του.

Τούτου δε του μάγου Σμέρδιος τα ώτα είχε κόψει ο υιός του Καμβύσου

Κύρος ότε εβασίλευε δι' αιτίαν ου μικράν. Ούτως η Φαιδύμη αύτη, η

του Οτάνου θυγάτηρ, υποσχεθείσα εις τον πατέρα της να εκτελέση τας

διαταγάς του όταν έλθη η σειρά της να εισαχθή προς τον μάγον

(διότι αι γυναίκες των Περσών εκ περιτροπής συνευρίσκονται με τους

άνδρας των), εισήλθε και κατεκλίθη μετ' αυτού· αφού δε ο μάγος

απεκοιμήθη βαθέως εψηλάφησε τα ώτα του και ευκόλως ενόησεν ότι ο

άνθρωπος δεν είχεν ώτα. Άμα δε εφάνη η ημέρα, πέμψασα εφανέρωσεν

εις τον πατέρα της τα γενόμενα.

70. Ο δε Οτάνης λαβών κατ' ιδίαν τον Ασπαθίνην και τον Γωβρύαν,

πρώτους των Περσών και πιστοτάτους φίλους του, τοις διηγήθη όλην

την υπόθεσιν. Επειδή δε και αυτοί οι ίδιοι υπώπτευον ότι το πράγμα

είχεν ούτως, εδέχθησαν τους λόγους του Οτάνου και συνεφώνηοαν να

προσεταιρισθή έκαστος τον μάλλον πιστόν φίλον του. Ο μεν Οτάνης

λοιπόν εισάγει τον Ινταφέρνην, ο Γωβρύας τον Μεγάβυζον, ο δε

Ασπαθίνης τον Υδάρνη. Ήσαν δε έξ όταν ο υιός του Υστάσπους Δαρείος

έφθασεν εις τα Σούσα ερχόμενος εκ τις Περσίας όπου ο πατήρ του ήτο

διοικητής· μαθόντες την άφιξίν του οι έξ ούτοι Πέρσαι, ενέκριναν

να προσεταιρισθώσι τον Δαρείον.

71. Συνελθόντες λοιπόν οι επτά, ωρκίσθησαν μεταξύ των και ήρχισαν

να συσκέπτωνται. Ότε δε ήλθεν η σειρά του Δαρείου να εκφέρη την

γνώμην του, είπε τα ακόλουθα· «Εγώ ενόμιζον ότι ήμην ο μόνος όστις

ήξευρα ότι ο μάγος μας κυβερνά και ότι ο υιός του Κύρου Σμέρδις

ετελεύτησε, και τούτου ένεκα έδραμον όπως διοργανόσω τον θάνατον

του μάγου. Επειδή δε συμβαίνει να το ηξεύρετε και υμείς ως εγώ,

νομίζω ότι πρέπει να ενεργήσωμεν αμέσως και να μη βραδύνωμεν,

διότι δεν συμφέρει η αναβολή.» Ο Οτάνης απεκρίθη εις ταύτα· «Ω υιέ

του Υστάσπους, είσαι υιός πατρός γενναίου και δεν φαίνεσαι

κατώτερος του πατρός σου· μη σπεύδης όμως απερισκέπτως τοιαύτην

επιχείρησιν, αλλά διεύθυνον αυτήν μετά πλειοτέρας φρονήσεως· είναι

ανάγκη να γίνωμεν περισσότεροι, και τότε ενεργούμεν.» Απεκρίθη ο

Δαρείος εις ταύτα· «Ω άνδρες όσοι είσθε παρόντες, εάν ακολουθήσετε

την γνώμην του Οτάνου, μάθετε ότι θα απολεσθήτε κάκιστα, διότι θα

ευρεθή τις όστις παρασυρόμενος υπό του ιδίου συμφέροντος θα

φανερώση ταύτα εις τον μάγον. Έπρεπε, μετά τας πρώτας σας ομιλίας,

να εκτελέσετε υμείς μόνοι το σχέδιόν σας· επειδή όμως ηθελήσατε

συνεταίρους, επειδή το ενεπιστεύθητε και εις εμέ, ή θα το θέσωμεν

εις ενέργειαν σήμερον, ή, εάν αφήσωμεν να παρέλθη η σήμερον, δεν

σας κρύπτω ότι δεν θα δώσω καιρόν εις άλλον να με καταγγείλη προς

τον μάγον, αλλ' εγώ θα φανερώσω τα πάντα εις αυτόν.»

72. Τότε ο Οτάνης βλέπων τον Δαρείον τόσον σπεύδοντα είπεν· «Αφού

μας αναγκάζεις να επιταχύνωμεν και δεν μας επιτρέπεις να

αναβάλωμεν, ειπέ μας συ πώς να εισέλθωμεν εις τον βασιλικόν οίκον

και με ποίον τρόπον να επιτεθώμεν κατ' αυτών· διότι ηξεύρεις, ή,

εάν δεν είδες, θα ήκουσες ότι φύλακες είναι τοποθετημένοι

πανταχού· πώς λοιπόν να διέλθωμεν δι' αυτών;» Απεκρίθη ο Δαρείος

τα ακόλουθα· «Πολλά πράγματα, Οτάνη, δεν δύνανται να σαφηνισθώσι

διά λόγων αλλά δι' έργου· υπάρχουσιν επίσης άλλα τα οποία με τον

λόγον μεν είναι ευκατόρθωτα, άμα όμως τα επιχειρήση τις ουδέν

λαμπρόν αποτέλεσμα έχουσιν. Ηξεύρετε ότι δεν είναι αδύνατον να

διέλθωμεν διά των φυλάκων· αφ' ενός μεν, είτε εκ φόβου, είτε εκ

σεβασμού, κανείς δεν θα τολμήση να εμποδίση ανθρώπους του βαθμού

μας· αφ' ετέρου δε έχω εγώ πρόφασίν τινα λίαν εύλογον διά να

εισέλθωμεν εις το ανάκτορον· θα είπω ότι ταύτην την στιγμήν έφθασα

εκ της Περσίας και ότι επιθυμώ να αναφέρω τι εις τον βασιλέα εκ

μέρους του πατρός μου. Όπου είναι ανάγκη να είπη τις ψεύδος, ας το

είπη· διότι ημείς οι άνθρωποι την αυτήν πάντοτε έχομεν επιθυμίαν,

είτε ψευδόμενοι είτε λέγοντες την αλήθειαν. Οι μεν ψεύδονται τότε,

όταν θέλωσι διά του ψεύδους να πείσωσι και κατορθώσωσί τι· οι

άλλοι δε εξ εναντίας λέγουσι την αλήθειαν διά να ωφεληθώσι τι εκ

της αληθείας και διά να τους εμπιστεύονται περισσότερον. Ώστε διά

διαφόρων οδών τείνομεν πάντες προς τον αυτόν σκοπόν. Εάν δεν είχον

τι να ωφεληθώσιν, αδιαφόρως και ο φιλαλήθης θα εψεύδετο, και ο

ψεύστης θα έλεγεν αληθή. Ο φύλαξ όστις προθύμως ήθελε μας αφήσει

να διέλθωμεν, αυτός μετά ταύτα θα ωφεληθή· εκείνον δε όστις θελήση

να μας εναντιωθή, ας τον μεταχειρισθώμεν αμέσως ως εχθρόν, και

εισερχόμενοι έπειτα διά της βίας ας πράξωμεν το έργον μας.»

73. Λέγει ο Γωβρύας μετά ταύτα· «Φίλοι, πότε άλλοτε θα εύρωμεν

καλλιτέραν ευκαιρίαν να ανακτήσωμεν την βασιλείαν μας, ή, εάν δεν

το κατορθώσωμεν, να αποθάνωμεν, ημείς οίτινες όντες Πέρσαι,

κυβερνώμεθα από ένα μάγον, και μάλιστα μάγον όστις δεν έχει ώτα;

Όσοι εξ υμών παρευρέθητε πλησίον του ασθενούς Καμβύσου, δεν

ελησμονήσατε τι κατηράσθη αποθνήσκων να πάθωσιν οι Πέρσαι εάν δεν

προσπαθήσωσι να ανακτήσωσι την βασιλείαν. Τότε δεν εδέχθημεν τους

λόγους του, νομίζοντες ότι ο Καμβύσης εσκόπευε να μας απατήση·

τώρα όμως ψηφίζω να υπακούσωμεν εις τον Δαρείον και να μη

χωρισθώμεν εξερχόμενοι του συνεδρίου τούτου, αλλά να υπάγωμεν κατ'

ευθείαν προς τον μάγον.». Ταύτα είπεν ο Γωβρύας, και όλοι ταύτα

ενέκρινον.

74. Ενώ δε ούτοι ταύτα εβουλεύοντο, εγένοντο κατά συντυχίαν τα

ακόλουθα. Οι μάγοι, αφού συνεσκέφθησαν, έκριναν εύλογον να

ελκύσωσι την φιλίαν του Πρηξάσπους διότι αυτός έπαθεν υπό του

Καμβύσου σκληρώς, όταν ο βασιλεύς τοξεύσας εφόνευσε τον υιόν του·

διότι αυτός μόνος ήξευρε τον θάνατον του Σμέρδιος υιού του Κύρου,

ως φονεύσας αυτόν με τας ιδίας του χείρας, και τέλος διότι

απελάμβανε παρά τοις Πέρσαις μεγάλην υπόληψιν. Διά ταύτα λοιπόν

τον προσκάλεσαν, εζήτησαν την φιλίαν του, τον υπεχρέωσαν με πιστά

και με όρκους να τηρήση μυστικήν και να μη φανερώση εις κανένα την

προς τους Πέρσας απάτην των, και τω υπεσχέθησαν άπειρα δώρα.

Επειδή δε ο Πρηξάσπης υπεσχέθη ό,τι επεθύμουν, και οι μάγοι

ενόμισαν ότι τον έπεισαν, τω είπον κατόπιν ότι αυτοί μεν θα

συγκαλέσωσιν όλους τους Πέρσας προ του ανακτόρου, εκείνον δε

διώρισαν να αναβή επί ενός πύργου και να κηρύξη ότι βασιλεύς των

είναι ο Σμέρδις, και ουχί άλλος τις. Εζήτησαν δε παρ' αυτού να

πράξη τούτο ένεκα της μεγάλης εμπιστοσύνης την οποίαν ενέπνεεν εις

τον λαόν, και διότι πολλάκις είπε παρρησία ότι ο Σμέρδος του Κύρου

έζη και ηρνήθη επιμόνως τον φόνον αυτού.

75. Υποσχεθέντος λοιπόν του Πρηξάσπους να πράξη τούτο, οι μάγοι

συνεκάλεσαν τους Πέρσας και ανεβίβασαν αυτόν εις τον πύργον

κελεύσαντες αυτόν να αγορεύση. Αλλά λησμονήσας εκουσίως τι

περιέμενον παρ' αυτού, ήρχισεν από του Αχαιμένους την πατρικήν

γενεαλογίαν του Κύρου, φθάσας δε εις τούτον, απηρίθμησε πόσα καλά

έπραξεν ο Κύρος εις τους Πέρσας. Αφού δε διηγήθη ταύτα, εφανέρωσε

την αλήθειαν ειπών ότι πρότερον μεν έκρυπτεν αυτήν διότι δεν θα

είχεν ασφάλειαν εάν απεκάλυπτε το πράγμα· τώρα όμως καθήκον του

είναι να το φανερώση, και είπεν ότι τον υιόν του Κύρου Σμέρδιν

αυτός ο ίδιος εφόνευσεν αναγκασθείς υπό του Καμβύσου και ότι

βασιλεύουσιν οι μάγοι. Αφού δε επρόφερε πολλάς κατάρας κατά των

Περσών εάν δεν προσπαθήσουν ν' ανακτήσωσι την ελευθερίαν και εάν

δεν τιμωρήσωσι τους μάγους, ερρίφθη εκ του ύψους του πύργου επί

κεφαλήν. Και ο μεν Πρηξάσπης, όστις πάντοτε διετέλεσεν άνθρωπος

ευϋπόληπτος, ούτως ετελεύτησεν.

76. Οι δε επτά Πέρσαι, αποφασίσαντες να κτυπήσωσι τους μάγους άνευ

αναβολής, ευχήθησαν εις τους θεούς και εκίνησαν, μη γνωρίζοντες

τίποτε εκ των περί τον Πρηξάσπη πραχθέντων. Πορευόμενοι δε και

φθάσαντες εις το μέσον της οδού έμαθον τα γεγονότα και

παραμερίσαντες της οδού ήρχισαν πάλιν να συσκέπτωνται· και οι μεν

περί τον Οτάνην επέμενον να αναβάλωσι την υπόθεσιν και να μη

επιχειρήσωσι τίποτε, ευρισκομένων των πραγμάτων εις τοιούτον

αναβρασμόν, οι δε περί τον Δαρείον επέμενον εξ εναντίας να

προχωρήσωσιν εμπρός, να πράξωσιν, ό,τι είχον αποφασίσει και να μη

φέρωσι καμμίαν αναβολήν. Ενώ δε εφιλονήκουν, εφάνησαν επτά ζεύγη

ιεράκων καταδιώκοντα δύο ζεύγη γυπών τα οποία έτιλλον και

εσπάραττον. Εις την θέαν ταύτην οι επτά συνετάχθησαν όλοι με την

γνώμην του Δαρείου και εχώρησαν προς τα βασίλεια ενθαρρυνθέντες

από τον οιωνόν.

77 Όταν έφθασαν εις τας πύλας συνέβη ό,τι είχε προΐδει ο Δαρείος·

οι φρουροί εφάνησαν πλήρης σεβασμού προς τους πρώτους των Περσών,

και μη υποπτεύοντες κανένα κίνδυνον εκ μέρους των, τους άφησαν να

εισέλθωσιν ως εάν τους συνώδευε θεία δύναμις και κανείς ούτε τους

ηρώτησεν. Εις την αυλήν όμως συνήντησαν τους αγγελιαφόρους

ευνούχους και ούτοι τους ηρώτησαν τι ήθελον, συγχρόνως δε ηπείλουν

τους πυλωρούς διατί να τους αφήσωσιν ελευθέρους και εμπόδιζον τους

επτά θέλοντας να προχωρήσωσι περισσότερον. Τότε οι συνωμόται

ενθαρρύναντες αλλήλους και σύραντες τα εγχειρίδια επέπεσαν κατά

των εμποδιζόντων αυτούς και ώρμησαν εις τον ανδρώνα.

78. Συνέπεσε δε κατ' εκείνην την στιγμήν να ευρίσκωνται αμφότεροι

οι μάγοι εντός και να συσκέπτωνται περί εκείνου το οποίον έπραξεν

ο Πρηξάσπης. Εις τον θόρυβον και τας φωνάς των τεταραγμένων

ευνούχων, προσέδραμον αμφότεροι, και εννοήσαντες τα γινόμενα,

επεκαλέσθησαν την ιδίαν των ανδρείαν. Και ο μεν εξ αυτών προφθάνει

και δράττει το τόξον, ο δε άλλος το ακόντιον· τότε σενεπλάκησαν.

Εκείνος όστις εκράτει το τόξον, στενοχωρούμενος εκ του σύνεγγυς

υπό των αντιπάλων του, δεν ηδυνήθη να το μεταχειρισθή· ο δε

δεύτερος υπερασπίζετο διά του ακοντίου· εκτύπησεν εις τον μηρόν

τον Ασπαθίνην και εις τον οφθαλμόν τον Ινταφέρνην, όστις έχασε μεν

τον οφθαλμόν ένεκα του κτυπήματος τούτου, αλλά δεν απέθανεν. Ο είς

λοιπόν από τους δύο μάγους επλήγωσε τους Πέρσας τούτους, ο δε

αδελφός του βλέπων ότι το τόξον είναι όπλον ανωφελές, καταφεύγει

εις θάλαμον συγκοινωνούντα με τον ανδρώνα με την πρόθεσιν να

κλείση τας θύρας αυτού. Δύο όμως εκ των επτά, ο Δαρείος και ο

Γωβρύας, εισπίπτουσιν ομού. Και ο μεν Γωβρύας συνεπλάκη μετ' αυτού

σώμα προς σώμα, ο δε Δαρείος φοβούμενος μήπως διατρυπήση τον

Γωβρύαν εν τω σκότει, ίσταται διστάζων. Ιδών δε ο Γωβρύας αυτόν

ιστάμενον αργόν, τον ερωτά διατί δεν μεταχειρίζεται τας χείρας

του. Ο δε Δαρείος αποκρίνεται· «Διότι φοβούμαι μήπως κτυπήσω σε.»

Τότε πάλιν ο Γωβρύας είπεν, «Έμπηξον το ξίφος σου δι' αμφοτέρων.»

Ο δε Δαρείος πειθόμενος ώθησε το εγχειρίδιον και κατά τύχην

εφόνευσε τον μάγον.

79. Αποκτείναντες δε τους μάγους και κόψαντες αυτών τας κεφαλάς,

τους μεν δύο τραυματίας των αφήκαν εκεί και διά την αδυναμίαν των

και διά να φυλάττωσι την ακρόπολιν· έπειτα οι πέντε με μεγάλας

κραυγάς και θόρυβον, κρατούντες τας κεφαλάς των μάγων, ώρμησαν

εκτός, εκάλουν τους Πέρσας, τοις διηγούντο τα γενόμενα και τοις

εδείκνυον τας κεφαλάς, συγχρόνως δε εφόνευον πάντα μάγον τον

οποίον εύρισκον εμπρός των. Οι δε Πέρσαι, μαθόντες το έργον των

επτά και την απάτην των μάγων, έκριναν δίκαιον να μιμηθώσι τους

πρώτους. Όθεν ανασπάσαντες τα εγχειρίδια εφόνευον οιονδήποτε μάγον

απήντων. Και εάν δεν επήρχετο η νυξ, δεν θα άφινον ζώντα ούτε ένα.

Οι Πέρσαι τιμώσι δημοσίως την ημέραν ταύτην πλειότερον πάσης άλλης

ημέρας, και κατ' αυτήν τελούσι εορτήν την οποίαν καλούσι

μαγοφόνια. Ενώ τελούσιν αυτήν εις κανένα μάγον δεν επιτρέπεται να

φανή εις το φως, αλλ' όλοι μένουσι δι' όλης της ημέρας

κεκλεισμένοι εις τους οίκους των.

80. Αφού δε κατέπαυσεν ο θόρυβος και ήλθεν η έκτη ημέρα, οι

επαναστατήσαντες εναντίον των μάγων συνεσκέφθησαν περί των

δημοσίων πραγμάτων και είπον λόγους οίτινες εφάνησαν απίστευτοι

είς τινας Έλληνας, μολονότι ελέχθησαν πράγματι. Ο μεν Οτάνης

προέτεινε να αναθέσωσι την κυβέρνησιν εις την κοινότητα των

Περσών. «Η γνώμη μου, είπεν, είναι να μη γίνη πλέον είς μόνος εξ

ημών βασιλεύς· ούτε ευάρεστον ούτε καλόν είναι το τοιούτο, διότι

ηξεύρετε μέχρι ποίου βαθμού σας ύβρισεν ο Καμβύσης και πόσα

επάθετε εκ της αυθαδείας του μάγου. Και τωόντι πώς η μοναρχία

δύναται να ήναι διοίκησις καλώς ωργανισμένη όταν επιτρέπη εις ένα

άνθρωπον να πράττη ό,τι θέλει χωρίς να δίδη λόγον εις κανένα; Και

ο μάλλον ενάρετος άνθρωπος εάν περιβληθή με τοιαύτην εξουσίαν,

ήθελε παρεκτραπή των συνήθων του ορθών φρονημάτων. Παρά τω

ανθρώπων η υπερηφάνεια γεννάται εκ των αγαθών τα οποία έχει, ο δε

φθόνος αρχήθεν συγγεννάται με τον άνθρωπον. Ταύτα τα δύο έχων,

έχει πάσαν κακίαν και πράττει πλήθος εγκλημάτων, άλλα μεν εν τη

υπερβολή της υπερηφανείας του, άλλα δε υπό φθόνου. Ο τύραννος εν

τούτοις δεν έπρεπε να ήναι φθονερός αφού έχει εις την εξουσίαν του

όλα τα αγαθά, αλλ' εκ φύσεως εμφορείται υπό όλως εναντίων

αισθημάτων προς τους πολίτας. Φθονεί την ζωήν και την ύπαρξιν των

καλών και αγαπά τους κακούς πολίτας· είναι πολύ ταχύς εις το να

πιστεύη τας διαβολάς και ο μάλλον διεφθαρμένος. Εάν τον θαυμάζης

μετρίως, δυσαρεστείται λέγων ότι δεν τον τιμάς πολύ· εάν δε τον

τιμάς πολύ, δυσαρεστείται υποπτεύων ότι τον κολακεύεις. Το

χειρότερον όμως, το οποίον και θα σας είπω, είναι ότι μεταβάλλει

νόμους πατροπαραδότους, βιάζει γυναίκας, φονεύει ανθρώπους χωρίς

να τους δικάζη. Όταν άρχη ο λαός, πρώτον μεν η αρχή αυτού φέρει το

κάλλιστον των ονομάτων, καλείται ισονομία· δεύτερον δεν πράττονται

εκείνα τα εγκλήματα τα οποία ανέφερα ότι πράττει ο μονάρχης· διότι

τα μεν αξιώματα δίδονται διά ψήφου εις υπευθύνους άρχοντας, τα δε

βουλεύματα ανακοινούνται εις το κοινόν. Προτείνω λοιπόν να

καταλύσωμεν την μοναρχίαν και να δώσωχεν δύναμιν εις τον λαόν,

διότι εις τους πολλούς περιλαμβάνονται όλοι.» Ο μεν Οτάνης ταύτην

την γνώμην έδωκεν.

81. Ο δε Μεγάβυζος συνεβούλευσε να εγκαταστήσωσιν ολιγαρχίαν λέγων

τα εξής· «Όσα μεν είπεν ο Οτάνης διά να καταλύσωμεν την τυραννίαν,

θεωρήσατε ως να τα είπον εγώ, όσα όμως είπε συμβουλεύων να

μεταφέρωμεν την εξουσίαν εις τον λαόν, κατά ταύτα έσφαλε της ορθής

γνώμης, διότι ουδέν ανοητότερον και αυθαδέστερον του ασημάντου

όχλου, και ουδέν μάλλον ανυπόφορον ή να υποκύψωσιν εις την

αυθάδειαν ακρατήτου πλήθους άνδρες θέλοντες να αποφύγωσι την

αυθάδειαν μονάρχου. Ο τύραννος, εάν πράξη τι, ηξεύρει τι πράττει,

ο λαός όμως δεν δύναται να το ηξεύρη. Και πώς είναι δυνατόν να το

ηξεύρη, αφού μήτε εδιδάχθη μήτε έμαθε ποτε τι εστι καλόν και

αρμόζον; Ορμά ασυλλογίστως επί των δημοσίων υποθέσεων και τας

ωθεί, όμοιος με χείμαρρον χειμερινόν. Δημοκρατίαν λοιπόν ας

μεταχειρισθώσιν όσοι βουλεύονται κακά διά τους Πέρσας· ημείς δε

εκλέξαντες συνέλευσιν εκ των αρίστων ανδρών, ας αναθέσωμεν εις

αυτούς την κυριαρχίαν, καθότι εις αυτούς θα περιεχώμεθα και ημείς.

Είναι δε επόμενον ότι των αρίστων τούτων ανδρών και τα βουλεύματα

θα ώσιν άριστα.» Τοιαύτη ήτο η γνώμη του Μεγαβύζου.

82. Τρίτος ο Δαρείος εγνωμοδότησε λέγων «Κατ' εμέ, ο Μεγάβυζος

ωμίλησεν ορθώς μεν περί του πλήθους, ουχί όμως και περί της

ολιγαρχίας· καθότι εκ των τριών τούτων ειδών των υποτιθεμένων ως

αρίστων, ήτοι αρίστης δημοκρατίας, ή ολιγαρχίας, ή μοναρχίας, λέγω

ότι η τελευταία αύτη υπερτερεί τας άλλας δύο κατά πολύ. Ουδέν

καλλίτερον ή η εξουσία ήτις είναι εις χείρας ενός ανδρός, του

αρίστου, διότι η φρόνησις αυτού ήθελε τον οδηγή να κυβερνά το

πλήθος αμέμπτως και προ πάντων να φυλάττη μυστικάς τας εναντίον

των εξωτερικών εχθρών αποφάσεις. Εν δε τη ολιγαρχία, όταν πολλοί

ασκώσι την αρετήν προς το κοινόν συμφέρον, γεννώνται μίση

ιδιαίτερα, συνήθως βίαια· έκαστος θέλει να εκφέρη την γνώμην του

και να βλέπη αυτήν υπερισχύουσαν· εκ τούτου προκύπτουσιν εμφύλιαι

διχόνοιαι, και εκ των διχονοιών γεννώνται αιματοχυσίαι. Εκ των

αιματοχυσιών δε καταντώσιν εις την μοναρχίαν, όπερ αποδεικνύει ότι

η μοναρχία είναι η αρίστη διοίκησις. Εάν πάλιν άρχη ο δήμος, είναι

αδύνατον να μη εισχωρήση η διαφθορά· εισαγομένης δε της διαφθοράς

εις τα κοινά, μίση μεν δεν γεννώνται μεταξύ των κακών, αλλά φιλίαι

σταθεραί· διότι οι βλάπτοντες τα κοινά, πράττουσι τούτο εκ

συμφώνου. Παρατείνεται δε η κατάστασις αύτη μέχρις ου ευρεθή τις

να αναλάβη την υπεράσπισιν του λαού και χαλιναγωγήση τους

τοιούτους· τότε ο λαός θαυμάζει τον άνθρωπον τούτον, όστις

θαυμαζόμενος δεν βραδύνει να γίνη βασιλεύς. Ώστε φαίνεται και εκ

τούτου ότι η μοναρχία είναι η καλλιτέρα διοίκησις. Συλλήβδην δε

ειπείν, πόθεν επήγασεν η ελευθερία ημών και τις μας έδωκεν αυτήν;

Ο δήμος, η ολιγαρχία, ή η μοναρχία; Η γνώμη μου λοιπόν είναι ότι,

αφού είς μόνος άνθρωπος κατέστησεν ημάς ελευθέρους, το καθήκον

ημών είναι να διατηρήσωμεν την τοιαύτην διοίκησιν. Μη καταργούμεν

πατρίους νόμους καλώς έχοντας, διότι τούτο δεν συμφέρει.»

83. Τοιαύται υπήρξαν αι τρείς γνώμαι, και οι τέσσαρες άλλοι

συνωμόται συνετάχθησαν με την τελευταίαν. Ο δε Οτάνης όστις ήθελε

να εγκαταστήση την ισονομίαν παρά τοις Πέρσαις, ιδών ότι η γνώμη

αυτού ηττήθη, είπεν εν τω μέσω αυτών· «Ω άνδρες συστασιώται, είναι

φανερόν ότι είς εξ ημών πρέπει να γίνη βασιλεύς, είτε διά κλήρου

επιτυχών τούτο, είτε δι' εκλογής του πλήθους των Περσών, εάν

αναθέσωμεν εις αυτόν την φροντίδα ταύτην, είτε δι' άλλου τινός

τρόπου. Εγώ όμως δεν θα συναγωνισθώ μεθ' υμών, διότι ούτε να άρχω

θέλω, ούτε να άρχωμαι. Παραιτούμαι λοιπόν της αρχής επί τω όρω να

μη εξουσιασθώ ποτέ παρ' ουδενός, ούτε εγώ, ούτε οι απόγονοι εμού.»

Αφού είπε ταύτα ο Οτάνης, επειδή οι άλλοι έξ εδέχθησαν την

πρότασίν του, δεν ανεμίχθη πλέον εις τίποτε, αλλ' απεχώρησε. Και

μέχρι σήμερον αυτή η οικία μόνη εκ των Περσών είναι ελευθέρα

υπακούουσα μόνον εις όσα θέλει, μη παραβαίνουσα όμως τους νόμους

του τόπου.

84. Οι έξ οίτινες έμειναν εσκέφθησαν με ποίον δικαιότατον τρόπον

να ονομάσωσι βασιλέα· εκ προοιμίων δε έκρινον εύλογον να

αποφασίσωσιν, εάν καταλάβη την βασιλείαν είς των επτά, να δίδη

κατ' έτος εις τον Οτάνην και εις τους απογόνους του μίαν εσθήτα

μηδικήν, ως τιμήν όλω ιδιαιτέραν, και συγχρόνως όλα τα αλλά δώρα

όσα παρά τοις Πέρσαις θεωρούνται τιμιώτατα. Ενέκρινον δε να

δίδωνται ιδιαιτέρως τα δώρα ταύτα εις τον Οτάνην, διότι πρώτος

ούτος διενοήθη την επιχείρησιν και διότι τους προσεκάλεσε να

λάβωσι μέρος εις αυτήν. Μόνος λοιπόν ο Οτάνης ηξιώθη των τιμών

τούτων, και μεταξύ των συνεφώνησαν να έχη έκαστος το δικαίωμα να

εισέρχεται εις το ανάκτορον όταν θέλη χωρίς να τον αναγγείλωσιν,

εκτός εάν ο βασιλεύς τύχη να καθεύδη μετά γυναικός. Συνεφώνησαν

επίσης να μη επιτρέπεται εις τον βασιλέα να λαμβάνη γυναίκα από

άλλην οικογένειαν ειμή από τας των συνωμοτών. Όσον δ' αφορά την

βασιλείαν απεφάσισαν τα εξής· εκείνος του οποίου ο ίππος, κατά την

ανατολήν του ηλίου και καθ' ην στιγμήν αυτοί αναβάσαντες τους

ίππους των εξέλθωσιν εις το προάστειον, ήθελε χρεμετίσει πρώτος,

εκείνος να λάβη την βασιλείαν.

85. Είχε δε ο Δαρείος ένα ιπποκόμον, άνθρωπον πολύ νοήμονα, του

οποίου το όνομα ήτο Οιβάρης· εις αυτόν τον άνθρωπον, αφού

εχωρίσθησαν οι επτά· είπεν ο Δαρείος τα εξής· «Οίβαρες, ημείς

απεφασίσαμεν να πράξωμεν περί της βασιλείας το εξής· εκείνος του

οποίου ο ίππος ήθελε χρεμετίσει πρώτος, καθ' ην στιγμήν ανατείλη ο

ήλιος και ημείς αναβώμεν τους ίππους μας, εκείνος να λάβη την

βασιλείαν. Τώρα λοιπόν, εάν ηξεύρης καμμίαν τέχνην, προσπάθησον να

λάβωμεν αυτό το γέρας και να μη μας νικήσει άλλος.» Προς ταύτα ο

Οιβάρης απεκρίθη· «Δέσποτα, εάν τούτο μόνον απαιτείται διά να

γίνης ή να μη γίνης βασιλεύς, μη φοβείσαι και έχε θάρρος, διότι

κανείς άλλος πλην σου δεν θα γίνη βασιλεύς· τόσον βέβαια είναι τα

ιατρικά τα οποία έχω.» Ο δε Δαρείος επανέλαβεν· «Εάν γνωρίζης

τωόντι σόφισμά τι, ήλθεν η ώρα να το μεταχειρισθής άνευ αναβολής,

διότι ο αγών θα γίνη αύριον.» Ακούσας ταύτα ο Οιβάρης, έπραξε τα

ακόλουθα. Άμα ενύκτωσεν, έφερε και έδεσεν εις τα προάστειον μίαν

φοράδα την οποίαν ο ίππος του Δαρείου ηγάπα πολύ· έπειτα έφερε και

τον ίππον εκείνον, και αφού πρώτον τον περιήγαγε πολλάκις περί την

φοράδα, πλησιάζων αυτόν μέχρι προστριβής, τον αφήκε τέλος να την

οχεύση.

86. Εις τας πρώτας φαύσεις της ημέρας, οι έξ, όπως είχον

συμφωνήσει, ευρέθησαν έφιπποι εις το μέρος της συνεντεύξεως· ενώ

δε διεξελαύνοντες κατά το προάστειον έφθασαν εις το μέρος όπου

κατά την παρελθούσαν νύκτα ήτο δεδεμένη η θήλεια ίππος, ενταύθα ο

ίππος του Δαρείου προσδραμών εχρεμέτισε. Συγχρόνως δε ενώ έκαμνεν

ο ίππος τούτο, αστραπή έσχισε τον αίθριον ουρανόν και ηκούσθη

βροντή. Όλαι αύται αι περιστάσεις, ωσεί συνδυασθείσαι υπό συνθέτου

τινός, επεκύρωσαν την βασιλείαν εις τον Δαρείον· οι δε άλλοι

συνωμόται πηδήσαντες από τους ίππους, προσεκύνησαν αυτόν ως

βασιλέα.

87. Άλλοι μεν λέγουσιν ότι ταύτα εμηχανεύθη ο Οιβάρης, άλλοι δε

(διότι οι Πέρσαι λέγουσιν ότι κατ' αμφοτέρους τους τρόπους

συνέβησαν) ότι επιψαύσας διά τις χειρός τα μόρια της ίππου ταύτης,

εκράτει την χείρα κεκρυμμένην υπό την αναξυρίδα του· ότε δε

ανέτειλεν ο ήλιος και έμελλον να κινήσωσιν έφιπποι, ο Οιβάρης

εξέβαλε την χείρα και την έφερεν εις τους μυκτήρας του ίππου του

Δαρείου· οσφρανθείς δε αυτήν ο ίππος άρχισε να φρυάττη και να

χρεμετίζη.

88. Ανεδείχθη λοιπόν βασιλεύς ο Δαρείος του Υστάσπους (47), και

πλην των Αραβίων, όλοι οι λαοί της Ασίας ήσαν υπήκοοί του, καθότι

τους είχεν υποτάξει ο Κύρος και έπειτα ο Καμβύσης. Οι Αράβιοι όμως

ουδέποτε εδουλώθησαν υπό των Περσών, αλλ' έμεναν σύμμαχοί των και

εβοήθησαν τον Καμβύσην όταν εισέβαλεν εις την Αίγυπτον, διότι ποτέ

οι Πέρσαι δεν θα εισήρχοντο εις της χώραν ταύτην εάν δεν ήθελον οι

Αράβιοι. Τας πρώτας επιγαμίας έκαμεν ο Δαρείος με τους Πέρσας,

λαβών γυναίκας δύο θυγατέρας του Κύρου, την Άτοσσαν και την

Αρτυστώνην, εκ των οποίων η μεν Άτοσσα υπήρξε γυνή πρώτον μεν του

αδελφού της Καμβύσου έπειτα δε του μάγου, η δε Αρτυστώνη ήτο

παρθένος. Έλαβε προσέτι γυναίκα την θυγατέρα του Σμέρδιος, υιού

του Κύρου, ης το όνομα ήτο Πάρμυς· έλαβε δε και την θυγατέρα του

Οτάνου, εκείνην ήτις εφανέρωσε τον μάγον. Ήτο δε καθ' όλα δυνατός

ο Δαρείος. Μετά ταύτα πρώτον μεν ήγειρε μνημείον λίθινον, το

οποίον παρίστα άνθρωπον έφιππον, και εχάραξεν επ' αυτού χαρακτήρας

λέγοτας τα εξής· «Δαρείος, ο υιός του Υστάσπους, διά της αρετής

του ίππου του (και ανέφερε το όνομα αυτού) και του ιπποκόμου του

Οιβάρους, εκτήσατο την βασιλείαν των Περσών.»

89. Έπειτα δε κατέστησεν εις την Περσίαν είκοσι ηγεμονίας, τις

οποίας οι Πέρσαι καλούσι σατραπείας. Καταστήσας δε τας ηγεμονίας

και διορίσας τους άρχοντας, εκανόνισε τους φόρους τους οποίους

ώφειλον να πέμπωσι τα έθνη· ήνονε δε εις τα έθνη τους

πλησιοχώρους· ενίοτε όμως αφίνων τα πλησίον ήνονεν έθνη

μεμακρυσμένα απ' αλλήλων. Διενεμήθησαν δε αι ηγεμονίαι και οι

ετήσιοι φόροι ως εξής. Όσοι μεν επλήρωνον εις αργύριον, τους

διέταξε να πληρώνωσι κατά το βάρος του Βαβυλωνίου ταλάντου, όσοι

δε εις χρυσίον, κατά το βάρος του Ευβοϊκού. Ισοδυναμεί δε το

Βαβυλώνιον τάλαντον με εβδομήκοντα Ευβοϊκάς μνας. Επί της

βασιλείας του Κύρου και της του Καμβύσου, δεν υπήρχε τίποτε

ωρισμένον ως προς τους φόρους, αλλ' ο λαός προσέφερε δώρα. Ένεκα

δε της επιτάξεως ταύτης του φόρου και διαφόρων άλλων αναλόγων

μέτρων, οι Πέρσαι λέγουσιν ότι ο Δαρείος ήτο έμπορος, ο Καμβύσης

δεσπότης και ο Κύρος πατήρ· ο πρώτος διότι εκαπήλευεν όλα τα

πράγματα, ο δεύτερος διότι ήτο αυστηρός και υπεροπτικός, ο τρίτος

διότι ήτο ήπιος και εσκέπτετο πάντοτε πώς να τους ωφελήση.

90. Από μεν τους Ίωνας, τους εν τη Ασία Μάγνητας, τους Αιολείς,

τους Κάρας, του Λυκίους, τους Μιλυείς και τους Παμφίλους (διότι

όλοι αυτοί ομού έδιδον ένα φόρον) εισέπραττεν ο Δαρείος τετρακόσια

αργυρά τάλαντα. Αυτοί συνεκρότουν τον πρώτον νομόν. Οι δε Μυσοί,

οι Λυδοί, οι Λασόνιοι, οι Καβάλιοι και οι Υγεννείς, δεύτερος

νομός, επλήρωνον πεντακόσια τάλαντα. Οι δε τις δεξιάς όχθης

Ελλησπόντιοι, οι Φρύγες, οι εν τη Ασία Θράκες, οι Παφλαγόνες, οι

Μαριανδυνοί και οι Σύριοι, τρίτος νομός, επλήρωνον τριακόσια

εξήκοντα τάλαντα. Οι δε Κίλικες, τέταρτος νομός, παρείχον

τριακόσιους εξήκοντα ίππους λευκούς, ένα καθ' ημέραν, και

πεντακόσια τάλαντα αργυρίου, εκ των οποίων τα μεν εκατόν

τεσσαράκοντα κατηναλίσκοντο εις την συντήρησιν του ιππικού όπερ

εφύλαττε την χώραν της Κιλικίας, τα δε άλλα τριακόσια εξήκοντα

ήρχοντο εις τον Δαρείον.

91. Από την πόλιν Ποσείδειον, την οποίαν ίδρυσεν επί των ορέων της

Κιλικίας και τις Συρίας ο υιός του Αμφιαράου Αμφίλοχος, μέχρι της

Αιγύπτου, πλην των Αραβίων (διότι αυτοί ήσαν απαλλαγμένοι φόρου) ο

φόρος ανέβαινεν εις τριακόσια πεντήκοντα τάλαντα· ο νομός ούτος,

όστις είναι πέμπτος, περιλαμβάνει όλην την Φοινίκην, την Συρίαν

την καλουμένην Παλαιστίνην, και την Κύπρον. Η Αίγυπτος, οι

συνορεύοντες με αυτήν Λίβυες, η Κυρήνη και η Βάρκη (διότι εις τον

έκτον νομόν τον της Αιγύπτου συμπεριελαμβάνοντο και αι πόλεις

αύται), έπεμπον επτακόσια τάλαντα πλην του αργυρίου το οποίον

έδιδεν η Μοίριος λίμνη εκ των ιχθύων. Ανεξαρτήτως του αργυρίου

τούτου και του χορηγουμένου σίτου, ο νομός ούτος επλήρωνον

επτακόσια τάλαντα· η προμήθεια δε εκείνη του σίτου συνίστατο εις

εκατόν είκοσι χιλιάδας μέτρα διά τους Πέρσας και τους επικούρους

οίτινες εφύλαττον την Λευκήν ακρόπολιν της Μέμφιδος. Οι δε

Σατταγύδαι, οι Γανδάριοι, ο Δαδίκαι και οι Απαρίται, έβδομος

νομός, ηνωμένοι όλοι, επλήρωνον εκατόν εβδομήκοντα τάλαντα· τα δε

Σούσα και η άλλη χώρα των Κισσίων, όγδοος νομός, επλήρωνον

τριακόσια.

92. Η Βαβυλών και όλη η Ασσυρία, έννατος νομός, έπεμπον χίλια

τάλαντα αργυρίου και πεντακοσίους ευνούχους παίδας. Τα Εκβάτανα

και όλη η Μηδία, οι Παρικάνιοι και οι Ορθοκορυβάντιοι, δέκατος

νομός, τετρακόσια πεντήκοντα τάλαντα. Οι Κάσπιοι (48), οι Παυσοί,

οι Παντίμαθοι και οι Δαρείται, ενδέκατος νομός, διακόσια τάλαντα.

Οι δε Βακτριανοί μέχρι των Αιγλών, δωδέκατος νομός, ετέλουν φόρον

τριακοσίων ταλάντων.

93. Οι Πάκτυες, οι Αρμένιοι και τα πλησίον μέρη μέχρι του Ευξείνου

πόντου, νομός δέκατος τρίτος, επλήρωνον τετρακόσια τάλαντα. Οι

Σαγάρτιοι, οι Σαράγγαι, οι Θαμαναίοι, οι Ούτιοι, οι Μύκοι και οι

κατοικούντες τας νήσους της Ερυθράς θαλάσσης, όπου ο βασιλεύς

πέμπει τους εξοριζομένους, νομός δέκατος τέταρτος, όλοι ούτοι

επλήρωνον εξακόσια τάλαντα. Οι Σάκαι και οι Κάσπιοι (49), δέκατος

πέμπτος νομός, διακόσια πεντήκοντα τάλαντα. Οι Πάρθοι, οι

Χοράσμιοι, οι Σόγδιοι και οι Άριοι νομός δέκατος έκτος, τριακόσια

τάλαντα.

94. Οι Παρικάνιοι και οι εκ της Ασίας Αιθίοπες, δέκατος έβδομος

νομός, έπεμπον τετρακόσια τάλαντα. Οι Ματιανοί, οι Σάσπειρες και

οι Αλαρόδιοι, νομός δέκατος όγδοος, ετάχθησαν να πληρώνωσι

διακόσια τάλαντα. Οι Μόσχοι, οι Τιβαρηνοί, οι Μάκρωνες, οι

Μοσύνοικοι και οι Μάρε, δέκατος έννατος νομός, τριακόσια τάλαντα.

Οι Ινδοί, νομός εικοστός, οίτινες είναι το πολυανθρωπότερον έθνος

από όσα γνωρίζομεν ετάχθησαν να δίδωσι φόρον περισσότερον από

όλους τους άλλους· έφερον τριακοσίων εξήκοντα ταλάντων ψήγματα

χρυσού.

95. Ο Βαβυλώνιος άργυρος μετατρεπόμενος εις Ευβοϊκά τάλαντα φέρει

εννέα χιλιάδας πεντακόσια τεσσαράκοντα τάλαντα αργύρου·

εκτιμωμένου δε του χρυσού τρισκεδεκάκις πλειότερον του αργύρου, τα

ψήγματα μας δίδουσι τετρακισχίλια και εξακόσια ογδοήκοντα τάλαντα

Ευβοϊκά. Προσθέτοντες τας δύο ταύτας ποσότητας ευρίσκομεν ότι το

όλον του εις τον Δαρείον ετησίως πληρωνομένου φόρου, εις ευβοϊκόν

μέτρον, ήτο δεκατέσσαρες χιλιάδες και πεντακόσια εξήκοντα τάλαντα,

χωρίς να υπολογίσωμεν άλλας μικροτέρας ποσότητας τας οποίας

παραλείπω.

96. Ούτος ήτο ο φόρος ο πληρωνόμενος εις τον Δαρείον υπό της Ασίας

και μικρού μέρους της Λιβύας· βραδύτερον όμως άλλοι φόροι ήρχοντο

εκ των νήσων και των λαών των κατοικούντων την Ευρώπην προς βορράν

της Θεσσαλίας. Τούτους δε τους φόρους θησαυρίζει ο βασιλεύς κατά

τον ακόλουθον τρόπον· τήκων τα μέταλλα, τα χύνει εις πηλίνους

πίθους, αφού δε πληρωθή το αγγείον, θραύει το περικάλυμμα, και

όταν λάβη ανάγκην χρημάτων κόπτει τόσον νόμισμα όσον χρειάζεται

εκάστοτε.

97. Αύται λοιπόν ήσαν αι ηγεμονίαι και αι επιτάξεις των φόρων·

μόνον διά την Περσικήν χώραν δεν ανέφερα ότι επλήρωνε φόρον,

καθότι οι Πέρσαι νέμονται χώραν αφορολόγητον. Επίσης απηλλαγμένοι

φόρου είναι οι συνορεύοντες με την Αίγυπτον Αιθίοπες τους οποίους

ο Καμβύσης, εκστρατεύσας κατά των μακροβίων Αιθιόπων, είχεν

υποτάξει· δίδουσιν όμως δώρα. Οι λαοί ούτοι κατοικούσι περί την

ιεράν Νύσαν και τελούσι τας εορτάς του Διονύσου· σπείρουσι δε, ως

και οι γείτονές των, τους αυτούς καρπούς ους σπείρουσιν οι

Καλατίαι Ινδοί, και έχουσι κατοικίας υπογείους. Αυτά τα δύο έθνη

ομού φέρουσι κατά παν τρίτον έτος το αυτό δώρον· δίδουσιν ακόμη

και εις τας ημέρας μου δύο φοίνικας χρυσού καθαρού, διακοσίους

κορμούς εβένου, πέντε παίδας Αιθίοπας και είκοσι μεγάλους οδόντας

ελέφαντος. Οι δε Κόλχοι διετάχθησαν να δίδωσι δώρα, καθώς και οι

μέχρι του Καυκάσου όρους γείτονές των, διότι μέχρι του όρους

τούτου εξουσιάζουσιν οι Πέρσαι, προς βορράν όμως του Καυκάσου

κανείς δεν φροντίζει δι' αυτούς. Ακόμη και επί των ημερών μου οι

υποτελείς ούτοι έφερον κατά παν πέμπτον έτος εκατόν παίδας και

εκατόν παρθένους. Οι δε Αράβιοι έπεμπον κατ' έτος χίλια τάλαντα

λιβανωτού. Ταύτα ήσαν τα δώρα τα οποία ελάμβανεν ο βασιλεύς, πλην

του φόρου.

98. Προμηθεύονται δε οι Ινδοί τον πολύν τούτον χρυσόν, εξ ου

πέμπουσιν εις τον βασιλέα τα ειρημένα ψήγματα, κατά τον ακόλουθον

τρόπον. Προς ανατολάς της Ινδικής χώρας υπάρχει αμμώδης έρημος·

διότι από όλους τους λαούς της Ασίας τους οποίους εμείς γνωρίζομεν

και περί των οποίων δυνάμεθα να είπωμέν τι ακριβές, οι Ινδοί είναι

οι πρώτοι προς ανατολάς του ηλίου κατοικούντες, τα δε

ανατολικώτερα μέρη των Ινδών είναι έρημα ένεκα της άμμου. Πολλά

έθνη υπάρχουσιν εν αυτή τη χώρα, δεν ομιλούσι δε όλα την αυτήν

γλώσσαν· άλλα μεν είναι νομαδικά, άλλα δε όχι· τινά κατοικούσι τα

έλη του ποταμού και τρέφονται δι' ιχθύων ωμών τους οποίους

αλιεύουσι με πλοιάρια καλάμινα, εκάστου πλοιαρίου κατασκευαζομένου

εξ ενός γόνατος καλάμου. Αυτοί δε οι Ινδοί φορούσιν εσθήτα εκ

φλοιού τον οποίον αφαιρούσιν από τους καλάμους, όταν τους κόψωσιν

εις τον ποταμόν και τους κοπανίσωσι· πλέκουσι δε τον φλοιόν τούτον

ως την ψάθαν και τον φορούσιν εν είδει θώρακος.

99. Άλλοι Ινδοί, προς ανατολάς τούτων οικούντες, είναι νομάδες και

τρώγουσι κρέατα ωμά, καλούνται δε Παδαίοι. Ούτοι έχουσιν, ως

λέγεται, τας ακολούθους συνηθείας· όταν πολίτης τις ασθενήση, εάν

μεν ήναι ανήρ, οι πλησιέστατοι φίλοι του τον φονεύουσι, λέγοντες

ότι εάν τον άφινον να τακή υπό της νόσου θα διεφθείροντο αι σάρκες

του· και αν ακόμη θελήση να αρνηθή ότι είναι ασθενής, οι φίλοι του

δεν τον πιστεύουσιν, αλλά τον φονεύουσι, και ευωχούνται· εάν δε

ασθενήση γυνή, ομοίως αι γυναίκες όσαι την συναναστρέφονται

πράττουσι τα αυτά ως οι άνδρες. Επίσης θυσιάζουσι και τρώγουσιν εν

συμποσίω εκείνον όστις φθάση εις γήρας. Ολίγιστοι όμως αυτών

γηράσκουσι, διότι πριν τούτου φονεύονται όσοι ήθελον ασθενήσει.

100. Άλλοι πάλιν Ινδοί ζώσι κατ' άλλον τρόπον ούτε φονεύουσιν

έμψυχον ον, ούτε σπείρουσί τι, ούτε έχουσι την συνήθειαν να

κτίζωσιν οικίας, αλλά τρώγουσι φυτά τινα, και έχουσι καρπόν τινα

εντός κάλυκος, έχοντα μέγεθος κέγχρου, τον οποίον η γη παράγει

αυτομάτως· τούτον τον καρπόν συλλέγουσι, τον βράζουσι μετά του

κάλυκος και τον τρώγουσιν. Όστις δε ασθενήση, έρχεται και πίπτει

εις την έρημον· κανείς δε δεν φροντίζει περί αυτού μήτε εάν

απέθανε μήτε εάν πάσχη.

101. Όλοι αυτοί οι Ινδοί τους οποίους ανέφερα συνουσιάζονται

αναφανδόν ως τα κτήνη, το δε χρώμα των ομοιάζει με το των

Αιθιόπων. Το δε σπέρμα το οποίον εκβάλλουσι με τας γυναίκας δεν

είναι λευκόν ως το των άλλων ανθρώπων, αλλά μέλαν ως το δέρμα των·

τοιούτον ωσαύτως είναι και το σπέρμα των Αιθιόπων. Οι Ινδοί ούτοι

κατοικούσι μακράν των Περσών προς νότον άνεμον και ουδαμώς

υπετάγησαν εις τον βασιλέα Δαρείον.

102. Άλλοι δε εκ των Ινδών συνορεύουσι με την πόλιν Κασπάτυρο και

την Πακτυικήν χώραν, κατοικούντες προς άρκτον των άλλων Ινδών και

έχοντες σχεδόν την αυτήν δίαιταν με τους Βακτρίους. Αυτοί και

πολεμικώτεροι είναι των άλλων Ινδών, και προς ζήτησιν χρυσού αυτοί

απέρχονται, διότι πλησίον των υπάρχει το έδαφος το οποίον είναι

έρημον ένεκα της άμμου. Εις την έρημον και εις την άμμον ζώσι

μύρμηκες των οποίων το μέγεθος είναι έλασσον μεν των κυνών, μείζον

δε των αλωπεκών Ο βασιλεύς των Περσών έχει τινάς των μυρμήκων

τούτων, ενταύθα θηρευθέντας. Οι μύρμηκες ούτοι λοιπόν,

κατασκευάζοντες τας κατοικίας των υπό την γην, σωρεύουσι την

άμμον, απαραλλάκτως ως κάμνουσιν οι μύρμηκες εις την Ελλάδα, με

τους οποίους άλλως τε ομοιάζουσι πολύ. Αλλ' η άμμος η εκείθεν

εξερχομένη είναι χρυσίτις, προς ζήτησιν δε της άμμου ταύτης

μεταβαίνουσα εις την έρημον οι Ινδοί, ζευγνύων ο καθείς τρεις

καμήλους, εκατέρωθεν μεν ανά μίαν άρρενα φέρουσαν άλυσον διά να

σύρη, εν τω μέσω δε μίαν θήλειαν επί της οποίας αναβαίνει αυτός,

την οποίαν εξέλεξεν επιμελώς μεταξύ εκείνων αίτινες προ ολίγου

εγέννησαν και την οποίαν ζευγνύει αφού την αποχωρίση από τα τέκνα

της· διότι αι κάμηλοι δεν είναι κατώτεραι των ίππων κατά την

ταχύτητα και είναι δυνατώτεραι να φέρωσι πολύ βάρος.

103. Ποίον σχήμα έχει η κάμηλος δεν το περιγράφω, διότι είναι

γνωστόν εις τους Έλληνας· θα αναφέρω δε μόνον εκείνην την ιδιότητα

αυτής την οποίαν δεν γνωρίζουσιν. Η κάμηλος εις τα οπίσθια σκέλη

έχει τέσσαρας μηρούς και τέσσαρα γόνατα, τα δε αιδοία διά των

οπισθίων σκελών προς την ουράν τετραμμένα.

104. Μεταχειρίζονται λοιπόν οι Ινδοί αυτόν τον τρόπον και αυτήν

την ζεύξιν όταν απέρχωνται προς αναζήτησιν χρυσού,

καιροφυλακτούντες να αρπάσωσιν αυτόν εν ώρα θερμοτάτων καυμάτων,

διότι τότε οι μύρμηκες κρύπτονται υπό την γην. Εις τας χώρας

ταύτας ο ήλιος είναι καυστικώτατος μετά την ανατολήν, και όχι ως

αλλαχού κατά την μεσημβρίαν· η θερμοτάτη δύναμίς του διαρκεί μέχρι

της στιγμής καθ' ην παρ' ημίν διαλύεται η αγορά. Καθ' όλον τούτο

το διάστημα καίει πολύ περισσότερον παρ' όσον καίει εις την Ελλάδα

εν μέση ημέρα, τόσον ώστε λέγουσιν ότι οι άνθρωποι αναγκάζονται να

δροσίζωνται με ύδωρ. Μεσούσα η ημέρα καίει τους Ινδούς σχεδόν όσον

και τους άλλους· Όταν δε αρχίση να κλίνη, γίνεται ο ήλιος εις

αυτούς όπως είναι εις τους άλλους ανθρώπους κατά την πρωίαν· και

όσον προχωρεί, τόσον ψυχρούται, μέχρι της στιγμής καθ' ην

πλησιάζων να δύση γίνεται ψυχρότατος.

105. Φθάνοντες εις τον τόπον οι Ινδοί με σάκκους πληρούσιν αυτούς

άμμου και επιστρέφουσιν οπίσω όσον τάχιστα, διότι, ως λέγουσιν οι

Πέρσαι, ευρίσκουσιν οι μύρμηκες τα ίχνη των εκ της οσμής και τους

διώκουσι. Τόσον δε ταχύτατα είναι τα ζώα ταύτα, ώστε εάν οι Ινδοί

δεν επρόφθανον να μακρύνωνται πολύ όταν συνάζωνται οι μύρμηκες,

κανείς εξ αυτών δεν θα εσώζετο. Και οι μεν άρρενες των καμήλων,

κατώτεροι εις το τρέξιμον από τας θηλείας και ταχύτερον

κουραζόμενοι, δεν θα εβάδιζον με ίσον βήμα· αλλ' αι θήλειαι,

ενθυμούμεναι τα τέκνα τα οποία αφήκαν, δεν βραδύνουσι την πορείαν

των ουδ' επί μίαν στιγμήν. Τοιουτοτρόπως λοιπόν οι Ινδοί

προμηθεύονται τον πλειότερον χρυσόν, ως λέγουσιν οι Πέρσαι·

υπάρχει δε και άλλος χρυσός τον οποίον ευρίσκουσιν εις την χώραν

σκάπτοντες.

106. Αι εσχατιαί της οικουμένης έχουσι την ιδιότητα να παράγωσι τα

κάλλιστα πράγματα, καθώς η Ελλάς έλαχε να έχη το μάλλον ευκραές

κλίμα. Τωόντι η Ινδική είναι προς ανατολάς ο τελευταίος

κατοικούμενος τόπος, ως είπον ανωτέρω, τα δε τετράποδα αυτής και

τα πτηνά είναι πολύ μεγαλείτερα ή εις τα άλλα μέρη, πλην των ίππων

οίτινες είναι μικρότεροι των Μηδικών ίππων των καλουμένων Νισαίων.

Προς τούτοις έχει χρυσόν άφθονον, είτε ορυσσόμενον, είτε

καταβιβαζόμενον υπό ποταμών, είτε αρπαζόμενον ως περιέγραψα. Τα δε

άγρια δένδρα εκεί παράγουσιν ως καρπόν μαλλίον ωραιότερον και

καλλιτέρας ποιότητος της των προβάτων· εκ του καρπού των δένδρων

τούτων κατασκευάζουσιν οι Ινδοί φορέματα.

107. Προς μεσημβρίαν δε η Αραβία είναι το έσχατον κατοικούμενον

μέρος, εις αυτήν δε μόνην παράγεται λιβανωτός, σμύρνα, κασία,

κιννάμωμον και λήδανον· όλα ταύτα όμως, πλην της σμύρνης, δυσκόλως

προμηθεύονται οι Άραβες. Και τον μεν λιβανωτόν συνάζουσιν εκ του

καπνού της στύρακος την οποίαν κομίζουσιν εις αυτούς οι Έλληνες

και οι Φοίνικες. Καίουσι την στύρακα και λαμβάνουσι το θυμίαμα,

διότι τα λιβανωτοφόρα ταύτα δένδρα φυλάττουσι πτερωτοί όφεις

μικροί και πολυποίκιλοι· φυλάττουσι δε πολλοί εις έκαστον δένδρον.

Ούτοι είναι οι όφεις οι εισβάλλοντες εις την Αίγυπτον. με κανέν δε

άλλο μέσον δεν αποδιώκονται από τα δένδρα ειμή με τον καπνόν της

στύρακος.

108. Οι Άραβες λέγουσιν ότι όλη η γη θα επληρούτο τοιούτων όφεων

εάν δεν συνέβαινε και εις αυτούς εκείνο το οποίον ως ηξεύρομεν

συμβαίνει εις τας εχίδνας. Ούτως η θεία πρόνοια, ως είναι

επόμενον, ούσα σοφή, όσα μεν ζώα είναι δειλά και εδώδιμα, ταύτα

πάντα εποίησε πολύγονα διά να μη εκλείψωσι τρωγόμενα, όσα δε είναι

άγρια και βλαβερά, ταύτα εποίησεν ολιγόγονα. Ο μεν λαγωός, επειδή

κυνηγείται από όλους, από τα θηρία, από τα όρνεα και από τους

ανθρώπους, είναι ζώον γονιμώτατον και το μόνον το οκροποίον ενώ

είναι έγκυον συλλαμβάνει πάλιν· έχει συγχρόνως εις την μήτραν του

έν έμβρυον τριχωτόν, έν άτριχον, έν μόλις σχηματισθέν και άλλο

συλλαμβάνει. Τοιούτος ήναι ο λαγωός. Η δε λέαινα, επειδή είναι

ζώον ισχυρότατον και τολμηρότατον, έν μόνον τέκνον γεννά καθ' όλην

της την ζωήν διότι όταν γεννά εξέρχεται μετά του τέκνου και η

μήτρα το αίτιον δε τούτου είναι το εξής. Όταν ο σκύμνος αρχίζη να

κινήται εντός της μήτρας, έχων όνυχας πολύ οξυτάτους από όλα τα

άλλα θηρία, αμύσσει αυτήν, και όσον αυξάνουν αι δυνάμεις του,

τόσον περισσότερον πληγόνει και σχίζει αυτόν και όταν έλθη ο

καιρός του τοκετού ουδέν μέρος της μήτρας μένει υγιές.

109. Ομοίως και έχιδναι και οι πτερωτοί όφεις της Αραβίας, εάν

επολλαπλασιάζοντο, όπως η φύσις των είναι θηριώδης, το ανθρώπινον

γένος δεν θα ηδύνατο να ζήση· αλλ' όταν συνέρχωνται τα ζώα ταύτα

κατά ζεύγη, ενώ το άρρεν καταγίνεται να εκπέμψη την γονήν τον, το

θήλυ προσκολλάται εις τον λαιμόν του και δεν το αφίνει πριν το

καταφάγη. Αποθνήσκει λοιπόν το άρρεν κατ' αυτόν τον τρόπον και το

θήλυ τιμωρείται διά τον φόνον τούτον ως εξής. Τα τέκνα, προς

εκδίκησιν του πατρός των, όντα έτι εις την κοιλίαν τρώγουσι την

μήτραν, αφού δε φάγωσι και την γαστέρα εξέρχονται τοιουτοτρόπως.

Οι άλλοι δε όφεις οι αβλαβείς εις τους ανθρώπους τίκτουσιν ωά και

εκλεπίζουσι πολλά τέκνα. Και αι μεν έχιδναι ευρίσκονται πανταχού·

οι δε πτερωτοί όφεις είναι όλοι συνηγμένοι εις την Αραβίαν και

ουδαμού αλλαχού· τούτου δε ένεκα φαίνονται ότι είναι πολλοί.

110. Τον μεν λιβανωτόν τούτον ούτω κτώνται οι Αράβιοι, την δε

κασίαν ως εξής. Αφού περιτυλίξωσι καλώς το σώμα των και το

πρόσωπον, πλην των οφθαλμών με δέρματα βοών και άλλα, υπάγουν να

συνάξωσι την κασίαν. Φύεται δε αύτη εις λίμνην όχι βαθείαν περί

την οποίαν και εν τη οποία διατρίβουσι ζώα πτερωτά. Τα ζώα ταύτα

ομοιάζουσι πολύ με τας νυχτερίδας, έχουσι κραυγήν απαισίαν και

είναι πολύ δυνατά· προφυλάττοντες λοιπόν οι άνθρωποι τους

οφθαλμούς των τοιουτοτρόπως, δρέπουσι την κασίαν.

111. Το δε κυννάμωμον συνάγουσι με τρόπον θαυμαστότερον των

προρρηθέντων. Πώς γίνεται και ποία γη παράγει αυτό, δεν ηξεύρουσι

να είπωσιν, εκτός μόνον εξ εικασίας λέγουσί τινες ότι παράγεται

εις τα μέρη όπου ετράφη ο Διόνυσος· λέγουσι δε ότι μεγάλα όρνεα

φέρουσι τα κάρφη, τα οποία ημείς μαθόντες από τους Φοίνικας

καλούμεν κιννάμωμον· τα φέρουσι δε τα όρνεα ταύτα διά να

κατασκευάσωσι τας φωλεάς των, αίτινες είναι εκ πηλού

προσκεκολλημέναι εις όρη απόκρημνα όπου ουδεμία υπάρχει ανάβασης

διά τον άνθρωπον. Εν τούτοις οι Αράβιοι μεταχειρίζονται το εξής

μέσον διά να αναβώσι· κόπτοντες εις μέγιστα τεμάχια τα μέλη βοών,

αποθνησκόντων όνων και άλλων υποζυγίων, τα φέρουσιν εις εκείνα τα

μέρη, τα αποθέτουσι πλησίον των φωλεών και απομακρύνονται. Τα

πτηνά καταβαίνουσι και αρπάζουσι τα μέλη ταύτα των υποζυγίων·

επειδή όμως αι φωλεαί δεν δύνανται να βαστάσωσι τοσούτον βάρος,

συντρίβονται και κρημνίζονται εις την γην· τότε προστρέχοντες οι

άνθρωποι συνάζουσι το κιννάμωμον, το οποίον συλλεγόμενον υπ'

αυτών, κομίζετε εις άλλας χώρας.

112. Το δε ήδανον, το οποίον οι Αράβιοι καλούσι λάδανον, τούτο

είναι θαυμασιώτερον πάντων· διότι, παραγόμενον εις μέρος

δυσωδέστατον, είναι ευωδέστατον· ευρίσκεται δε ως γλοιός εις τους

πώγωνας των αιγών και των τράγων, όπου προσκολλάται όταν βόσκωσιν

εις τους θάμνους. Είναι χρήσιμον εις την κατασκευήν πολλών μύρων,

και αυτό προ πάντων μεταχειρίζονται οι Αράβιοι όταν θυμιώσιν.

113. Και ταύτα μεν αρκούσι περί των θυμιαμάτων, όλη δε η Αραβία

επιχέει οσμήν θαυμασίαν και ηδυτάτην. Οι Αράβιοι έχουσι δύο είδη

προβάτων θαυμασμού άξια, τα οποία ουδαμού αλλαχού ευρίσκονται. Το

μεν έχει τας ουράς μακράς μόλις ολιγώτερον των τριών πήχεων, αι

οποίαι εάν τας άφινον να σύρωνται, θα επληγώνοντο προστριβόμεναι

εις την γην. Αλλ' όλοι οι ποιμένες, διά την αιτίαν ταύτην,

ηξεύρουσιν ολίγον να ξυλουργώσι· κατασκευάζοντες λοιπόν αμαξίδια,

τα δένουσιν υπό τας ουράς, και τοιουτοτρόπως έκαστον ζώον έχει την

ουράν του επί ενός αμαξιδίου. Το άλλο είδος των προβάτων έχει τας

ουράς πλατείας και μέχρι πήχεως το πλάτος.

114. Προς το μέρος δε όπου η μεσημβρινή ζώνη του ουρανού κλίνει

προς τον δύοντα ήλιον, η Αιθιοπία είναι η τελευταία των

κατοικουμένων χωρών. Αύτη και χρυσόν έχει πολύ και ελέφαντας

μεγάλους, και άγρια δένδρα παντοειδή, και έβενον, και ανθρώπους

μεγίστους, ωραιοτάτους και μακροβιωτάτους.

115. Αυτοί μεν είναι αι εσχατιαί της Ασίας και της Λιβύας, περί δε

των εσχατιών της δυτικής Ευρώπης δεν δύναμαι να ομιλήσω μετά

βεβαιότητος, διότι δεν παραδέχομαι ότι υπάρχει ποταμός καλούμενος

υπό των βαρβάρων Ηριδανός, όστις εκβάλλει εις την βόρειον θάλασσαν

και από τον οποίον ως λέγουσι μας έρχεται το ήλεκτρον, ούτε νήσοι

Κασσιτερίδες γνωρίζω να υπάρχωσιν από τας οποίας μας έρχεται ο

κασσίτερος. Πρώτον μεν διότι το όνομα Ηριδανός μαρτυρεί αφ' εαυτού

ότι είναι ελληνικόν και ουχί βάρβαρον, υπό ποιητού τίνος πλασθέν·

δεύτερον δε, διότι με όλας τας αναζητήσεις μου, δεν ηδυνήθην να

εύρω άνθρωπον ιδίοις οφθαλμοίς βεβαιωθέντα ότι εκείθεν της Ευρώπης

υπάρχει θάλασσα. Τούτο μόνον είναι βέβαιον ότι ο κασσίτερος και το

ήλεκτρον μας έρχονται εκ μεμακρυσμένων χωρών.

116. Εις δε τα αρκτικά της Ευρώπης φαίνεται ότι ο χρυσός είναι

άφθονος· πώς όμως τον λαμβάνουσι, δεν δύναμαι να είπω μετά

θετικότητος. Λέγουσιν ότι άνθρωποι μονόφθαλμοι, καλούμενοι

Αριμασποί, αρπάζουσιν αυτόν από γούπα. Πλην δεν πιστεύω ούτε

τούτο, ότι γεννώνται μονόφθαλμοι άνθρωποι, την άλλη φύσιν έχοντες

ομοίαν με τους λοιπούς ανθρώπους. Όπως και αν έχη το πράγμα, αι

εσχατιαί του κόσμου, αι περικλείουσαι την άλλην γην και

περιορίζουσαι αυτήν, έχουσιν όσα εις ημάς φαίνονται κάλλιστα και

σπανιώτατα.

117. Υπάρχει δε εις την Ασίαν πεδιάς περικεκλεισμένη πανταχόθεν

υπό ορέων τα οποία έχουσι πέντε στενωπούς. Η πεδιάς αύτη ανήκε

ποτε εις τους Χορασμίους και κείται εις τα σύνορα αυτών των

Χορασμίων, των Υρκανίων, των Πάρθων, των Σαραγγών και των

Θαμαναίων· αφότου δε οι Πέρσαι έχουσι το κράτος, ανήκει εις τον

βασιλέα. Εκ τούτων λοιπόν των ορέων των περικλειόντων αυτήν ρέει

μέγας ποταμός του οποίου το όνομα είναι Άκης· ο ποταμό ούτος

διαμοιραζόμενος πρότερον εις πέντε διώρυχας έφερε το ύδωρ του διά

των πέντε διασφάγων των ορέων εις έκαστον των εθνών τα οποία

ανέφερα και επότιζεν αυτά· αφότου όμως τα έθνη ταύτα υπετάγησαν

εις τους Πέρσας, πάσχουσι το εξής. Κλείσας ο βασιλεύς τους τοίχους

των διασφάγων, έθεσεν εις εκάστην μίαν πόλην, ώστε αποκλειομένου

του ύδατος εντός και μη υπαρχούσης διεξόδου, η εντός των ορέων

πεδιάς γίνεται πέλαγος, καθότι ο ποταμός χύνεται μεν εντός αυτής,

δεν έχει όμως καμμίαν έξοδον. Εκείνοι λοιπόν οίτινες πρότερον ήσαν

συνετισμένοι να μεταχειρίζωνται το ύδωρ τούτο, μη δυνάμενοι πλέον

να το χρησιμοποιώσι πάσχουσι μεγάλην συμφοράν· διότι βρέχει μεν

εις αυτούς ο θεός κατά τον χειμώνα καθώς και εις τους άλλους

ανθρώπους, αλλά κατά το θέρος, όταν σπείρωσι τον κέγχρον και το

σήσαμον, λαμβάνουσιν ανάγκην αυτού του ύδατος· επειδή δε δεν τοις

παραχωρείται, πορευόμενοι εις την Περσίαν, αυτοί και αι γυναίκες

των, ίστανται προ των πυλών του βασιλέως βοώντες και ωρυόμενοι.

Τότε ο βασιλεύς διατάττει να ανοιγώσιν αι πύλαι αι προς το μέρος

των εχόντων μεγάλην ανάγκην. Αφού δε η γη των χορτασθή πίνουσα

ύδωρ, αύται μεν αι πύλαι κλείονται, διατάττει δε να ανοίξωσιν

άλλας εις άλλους οίτινες ήθελον είπει ότι έχουσι μεγίστην ανάγκην.

Καθώς δε ηξεύρω εξ ακοής, τας ανοίγει αφού λάβη μεγάλας ποσότητας

χρημάτων, πλην του φόρου. Και ταύτα μεν ούτως έχουσιν.

118. Εκ των επτά δε ανδρών των κατά του μάγου επαναστάντων, είς ο

Ινταφέρνης εθανατώθη αμέσως μετά την επανάστασιν δι' την εξής

αυθάδειάν του. Ηθέλησε να εισέλθη εις την βασιλικήν οικίαν και να

συνομιλήση μετά του βασιλέως, καθότι ήτο συμπεφωνημένον μεταξύ των

κατά του μάγου συνωμοσάντων να έχωσιν ελευθέραν την είσοδον παρά

τω βασιλεί άνευ προηγουμένης ειδοποιήσεως, εκτός εάν ο βασιλεύς

τύχη να κοιμάται μετά τινος των γυναικών του. Ο Ινταφέρνης λοιπόν

ενόμισεν ότι ηδύνατο να εισέλθη χωρίς να τον αναγγείλη κανείς, και

ηθέλησε να εισχωρήση, καθότι ήτο είς των επτά· αλλ' ο πυλωρός και

ο αγγελιαφόρος δεν επέτρεπον τούτο, λέγοντες ότι ο βασιλεύς ήτο

μετά γυναικός. Νομίσας δε ο Ινταφέρνης ότι έλεγον ψεύματα έπραξε

τα εξής· έσυρε τον ακινάκην και έκοψε τα ώτα αυτών και τας ρίνας·

έπειτα δέσας τας χείρας των και περάσας περί τον λαιμόν των τον

χαλινόν του ίππου του τους άφησε συνδεδεμένους.

119. Εκείνοι δε δεικνύοντες εαυτούς εις τον βασιλέα, είπον την

αιτίαν δι' ην έπαθον τα παθήματα εκείνα. Φοβηθείς δε ο Δαρείος

μήπως η πράξις εγένετο εκ συνεννοήσεως των έξ, έστειλε και έφερε

τον ένα μετά τον άλλον, και εδοκίμασε την γνώμην των εάν

επεδοκίμαζον τα γενόμενα. Αφού όμως εβεβαιώθη ότι εγένοντο άνευ

της συνδρομής των, συνέλαβε τον Ινταφέρνη, τους παίδας αυτού και

όλους τους οικείους του, επειδή πολλάς είχεν υποψίας ότι με τους

συγγενείς του εσκόπευε να επαναστατήση εναντίον του. Συλλαβών

λοιπόν αυτούς, διέταξε να τους δέσωσι και να τους θανατώσωσιν. Η

γυνή όμως του Ινταφέρνους, ελθούσα εις την θύραν του βασιλέως,

έκλαιε και ωδύρετο· επειδή δε δεν έπαυε, συνεκίνησεν επί τέλους

τον Δαρείον, όστις, ευσπλαγχνισθείς αυτήν, έπεμψεν απεσταλμένον

όστις τη είπεν· «Ω γύναι, ο βασιλεύς Δαρείος σε συγχωρεί να σώσης

από όλους τους συγγενείς εκείνον τον οποίον θέλεις.» Η γυνή,

σκεφθείσα επ' ολίγον, απεκρίθη· «Αφού ο βασιλεύς μοι χαρίζει την

ζωήν ενός εξ αυτών, εκλέγω μεταξύ όλων τον αδελφόν μου.» Μαθών δε

ο Δαρείος ταύτα και εκπλαγείς έπεμψε πάλιν και τη είπεν· «Ω γύναι,

ο βασιλεύς σε ερωτά ποίαν σκέψιν έχουσα αφίνεις τον άνδρα και τα

τέκνα σου και προτιμάς να σωθή ο αδελφός σου, όστις σε είναι

μάλλον αλλότριος ή τα τέκνα σου, και ολιγώτερον αγαπητός του

ανδρός σου.» — Ω βασιλεύ, απεκρίθη κείνη, άνδρα μεν ειμπορώ να

εύρω άλλον, εάν θέλη ο θεός, καθώς και τέκνα άλλα, εάν χάσω αυτά·

αλλ' επειδή ο πατήρ και η μήτηρ μου δεν ζώσι πλέον, αδελφόν άλλον

με είναι αδύνατον να εύρω κατ' ουδένα τρόπον. Αυτή ήτο η σκέψις

μου όταν έδωκα την απόκρισίν μου.» Εις δε τον Δαρείον εφάνη ορθός

ο συλλογισμός της γυναικός, και επειδή ευχαριστήθη εκ της

αποκρίσεώς της τη παρήτησε τον ζητούμενον και τον πρεσβύτατον υιόν

της, τους δε άλλους όλους εφόνευσε. Τοιουτοτρόπως λοιπόν είς εκ

των επτά εφονεύθη αμέσως μετά την συνωμοσίαν.

120. Περί την εποχήν καθ' ην ήτο ασθενής ο Καμβύσης ιδού τι

συνέβη. Πέρσης τις, ονόματι Οροίτης, διωρισμένος υπό του Κύρου

διοικητής τον Σαρδίων, επεθύμησε πράγμα ανόσιον. Χωρίς να πάθη

τίποτε από τον Σάμιον Πολυκράτη, χωρίς να ακούση παρ' αυτού

προσβλητικόν τινα λόγον, χωρίς να τον ίδη πρότερον, διενοήθη να

τον συλλάβη και να τον θανατώση. Πολλοί εν τούτοις διατείνονται

ότι ωρμήθη εις τούτο εκ της εξής αιτίας· ο Οροίτης και έτερος τις

Πέρσης, ο Μιτροβάτης, διοικητής του νομού Δασκυλείου, έτυχεν

ημέραν τινά να κάθηνται προ της θύρας του βασιλέως· από τας

ομιλίας ήλθον εις φιλονεικίας, και επειδή ήριζον περί ανδρίας, ο

Μιτροβάτης ονειδίζων τον Οροίτην τω είπε· «Δύνασαι να

συγκαταριθμείσαι μεταξύ των ανδρών συ όστις δεν κατέκτησες ακόμη

διά τον βασιλέα την πλησιεστάτην του νομού σου νήσον Σάμον, ήτις

εν τούτοις είναι ευάλωτος, αφού είς των κατοίκων της άνευ άλλης

δυνάμεως ή δεκαπέντε στρατιωτών βαρέως ωπλισμένων την εκυρίευσεν

επαναστατήσας και τώρα την εξουσιάζει;» Κατά την διήγησιν ταύτην ο

Οροίτης, λυπηθείς καιρίως διά τους λόγους τούτους, απεφάσισεν όχι

να εκδικηθή τον Μιτροβάτη αλλά να καταστρέψη τον Πολυκράτη χάριν

του οποίου ήκουσε τας προσβολάς εκείνας.

121. Οι δε ολιγώτεροι λέγουσιν ότι ο Οροίτης έπεμψεν εις την Σάμον

κήρυκα διά να ζητήση πράγμα τι (δεν αναφέρουσιν όμως τι πράγμα)

και ότι ο Πολυκράτης τυχών κατ' εκείνην την στιγμήν εξηπλωμένος

εις τον ανδρώνα όπου ευρίσκετο και ο Ανακρέων ο Τήιος, είτε εκ

τύχης, είτε επίτηδες διά να καταφρονίση την αίτησιν του Οροίτου

ηκροάσθη τον κήρυκα με πρόσωπον εστριμμένον προς τον τοίχον, και

ούτε εστράφη όταν ωμίλει ούτε απεκρίθη.

122. Αύται είναι αι δύο αιτίαι εις τας οποίας αποδίδουσι τον

θάνατον του Πολυκράτους, δύναται δε έκαστος να προτιμήση οποίαν

θέλει εκ των δύο. Διαμένων λοιπόν ο Οροίτης ούτος εις την

Μαγνησίαν, πόλιν κειμένην υπεράνω του Μαιάνδρου, και μαθών την

φιλοδοξίαν του Πολυκράτους, έστειλεν εις την Σάμον κομιστήν

αγγελίας τον Μύρσον του Γύγου, άνδρα Λυδόν. Ο δε Πολυκράτης είναι

ο πρώτος από όσους γνωρίζομεν Έλληνας όστις έβαλε κατά νουν, μετά

τον Κνώσσιον Μίνωα, να θαλασσοκρατήση. Ίσως προ του Μίνωος επέτυχε

τις τούτο· αλλ' από της εποχής την οποίαν καλούσι γενεάν

ανθρωπίνην, πρώτος ο Πολυκράτης ήλπισε να κυριεύση την Ιωνίαν και

τας νήσους. Γνωρίζων λοιπόν ο Οροίτης τα διανοήματά του ταύτα,

έπεμψεν αγγελίαν λέγουσαν ταύτα· «Ο Οροίτης προς τον Πολυκράτη

λέγει ούτω· έμαθον ότι διανοείσαι μεγάλα πράγματα και ηξεύρω ότι

τα χρήματά σου δεν εξαρκούσι προς εκπλήρωσιν των σκοπών σου. Εάν

όμως πράξης ό,τι θα σοι είπω, και συ θα υψωθής και εμέ θα σώσης,

διότι ο βασιλεύς Καμβύσης απεφάσισε να με θανατώση και το σχέδιόν

του με ανηγγέλθη σαφέστατα. Συ λοιπόν ελθών εδώ φυγάδευσόν με, και

εκ των χρημάτων άλλα μεν λάβε συ, άλλα δε άφες να έχω εγώ· διά των

χρημάτων δε τούτων δύνασαι να άρξης απάσης της Ελλάδος. Εάν δεν με

πιστεύης διά τα χρήματα, πέμψον τινά εκ των πιστοτάτων σου, εις

τον οποίον να τα δείξω.»

123. Ακούσας ταύτα ο Πολυκράτης εχάρη και εδέχθη την προσφοράν

επειδή δε μεγάλως επεθύμει τα χρήματα, έπεμψε πρώτον διά να

παρατηρήση τον πολίτην Μαιάνδριον τον υιόν του Μαιανδρίου όστις

ήτο γραμματεύς του, και όστις ολίγον μετά τα συμβεβηκότα ταύτα

αφιέρωσεν εις τον ναόν της Ήρας όλα τα αξιοθαύμαστα κοσμήματα του

ανδρώνος του Πολυκράτους. Ο δε Οροίτης, μαθών ότι επρόκειτο να

έλθη ο παρατηρητής, έπραξε τα ακόλουθα. Γεμίσας οκτώ κιβώτια με

λίθους, εκτός ολίγου διαστήματος περί τα χείλη, έθεσεν επί των

λίθων χρυσόν, έδεσε καλώς τα κιβώτια και τα είχεν έτοιμα. Ελθών δε

ο Μαιάνδριος και ιδών ανέφερεν εις τον Πολυκράτη.

124. Ούτος δε μολονότι πολλοί μάντεις και πολλοί φίλοι τον

εμπόδιζον, ητοιμάζετο να αναχωρήση· προσέτι και η θυγάτηρ του είδε

το εξής όνειρον. Τη εφάνη ότι ο πατήρ της, μετεωριζόμενος εις τον

αέρα, ελούετο μεν υπό του Διός, ηλείφετο δε με έλαιον υπό του

Hλίου. Τούτο το όνειρον ιδούσα, πάντα τρόπον μετεχειρίσθη διά να

μη αποδημήση ο Πολυκράτης προς τον Οροίτην, τόσον ώστε και όταν

ακόμη μετέβαινεν εις την πεντηκόντορον του, εκείνη τον ηκολούθει

και εφώναζεν. Ο δε Πολυκράτης την ηπείλησεν ότι εάν επανέλθη σώος

και αβλαβής, θα την αφήση παρθένον επί πολύν χρόνον· τότε εκείνη

ηυχήθη να εκτελεσθή η απειλή του, λέγουσα ότι προτιμά να μείνη διά

παντός παρθένος ή να στερηθή τον πατέρα της.

125. Περιφρονήσας λοιπόν ο Πολυκράτης πάσαν συμβουλήν έπλευσε προς

τον Οροίτην συνοδευόμενος υπό πολλών φίλων του εν οις ήτο και ο

υιός του Καλλιφώντος Δημοκήδης ο Κροτωνιάτης, όστις ήτο ιατρός και

άριστος εις την τέχνην του μεταξύ των συγχρόνων του. Φθάσας όμως

εις την Μαγνησίαν ο Πολυκράτης υπέστη σκληρόν θάνατον, ανάξιον

εαυτού και των μεγάλων φρονημάτων του· διότι, πλην των Συρακοσίων

τυράννων ουδέ είς των Ελληνικών τυράννων είναι άξιος να παραβληθή

με τον Πολυκράτη κατά την μεγαλοπρέπειαν. Αφού λοιπόν ο Οροίτης

τον εφόνευσε με τρόπον τον οποίον και να διηγηθή τις είναι

ανάρμοστον (50), τον ανεσταύρωσεν. Εξ εκείνων δε οίτινες τον

συνώδευον, όσοι μεν ήσαν Σάμιοι, τους απέλυσε λέγων να τω

γνωρίζωσι χάριν διότι τους άφηνεν ελευθέρους· όσοι δε των

ακολουθούντων ήσαν ξένοι και δούλοι, τους εκράτησεν ως ανδράποδα.

Κρεμάμενος ο Πολυκράτης εξεπλήρωσεν όλον το όνειρον της θυγατρός

του, διότι ελούετο μεν υπό του Διός οσάκις έβρεχε εχρίετο δε υπό

του ηλίου αναδίδων ικμάδα εκ του σώματός του. Ούτως ετελείωσαν αι

ευτυχίαι του Πολυκράτους, ως είχε προμαντεύσει ο βασιλεύς της

Αιγύπτου Άμασις.

126. Μετ' ου πολύ όμως απέτισεν ο Οροίτης τον θάνατον του

Πολυκράτους, διότι αφού απέθανεν ο Καμβύσης και διαρκούσης τις

βασιλείας των μάγων, ο Οροίτης εις τας Σάρδεις ουδόλως ωφέλησε

τους Πέρσας από τους οποίους οι Μήδοι είχον αφαιρέσει την αρχήν·

εύρε μάλιστα καιρόν κατά τας ταραχάς εκείνας να φονεύση τον

ύπαρχον του Δασκυλείου Μιτροβάτην όστις τον είχεν ονειδίσει διά

τον Πολυκράτη, έπειτα δε εφόνευσε τον υιόν του Μιτροβάτου

Κρανάσπην, αμφοτέρους πρωτεύοντας μεταξύ των Περσών. Ου μόνον δε

ταύτα αλλά και άλλα πολλά υβριστικά έπραξε· προσέτι δε και

ταχυδρόμον τινά του Δαρείου όστις ήλθε προς αυτόν, επειδή τα

αγγελλόμενα δεν τω ήρεσαν, ετοποθέτησεν ανθρώπους να τον

ενεδρεύσωσι καθ' οδόν και τον εφόνευσεν επιστρέφοντα. Αφού δε τον

εφόνευσεν, εξηφάνισε και αυτόν και τον ίππον του.

127. Λαβών την βασιλείαν ο Δαρείος επεθύμησε να τιμωρήση τον

Οροίτην και διά τα άλλα του αδικήματα, ιδίως όμως διά τον θάνατον

του Μιτροβάτου και του υιού του. Και ευθύς μεν εξ αρχής δεν

ενέκρινε να στείλη στρατόν εναντίον του, διότι και αι ίδιαί του

υποθέσεις ήσαν ατακτοποίητοι, και η βασιλεία του όλως πρόσφατος,

και αφ' ετέρου εμάνθανεν ότι ο Οροίτης ύπαρχος ων του νομού της

Φρυγίας, της Λυδίας και της Ιωνίας, είχε μεγάλην ισχύν, και μεταξύ

άλλων χίλιους Πέρσας δορυφόρους. Ταύτα λοιπόν σκεπτόμενος ο

Δαρείος επενόησε το εξής τέχνασμα. Συγκαλέσας τους σημαντικωτάτους

των Περσών, τοις είπε τα εξής· «Ω Πέρσαι, τις εξ υμών θα αναλάβη

επιχείρησιν ήτις απαιτεί φρόνησιν μάλλον ή αριθμόν και βίαν; διότι

όπου είναι αναγκαία η φρόνησις, περιττή αποβαίνει η βία. Τις εξ

υμών θα μου φέρη ζώντα τον Οροίτην ή θα φονεύση αυτόν; Ο άνθρωπος

ούτος κατ' ουδέν εβοήθησε τους Πέρσας και έπραξε μεγάλα εγκλήματα·

αφ' ενός μεν εφόνευσε δύο ιδικούς μας, τον Μιτροβάτην και τον υιόν

του, αφ' ετέρου δε εφόνευσεν εκείνους τους οποίους έπεμψα διά να

τον καλέσωσιν ενώπιόν μου, και δεικνύει αυθάδειαν ανυπόφορον. Όθεν

πριν κάμη μεγαλείτερον κακόν εις τους Πέρσας, πρέπει να προλάβωμεν

και να τον θανατώσωμεν.»

128. Και ο μεν Δαρείος ταύτα ηρώτησε· τριάκοντα δε άνδρες

επρότεινον εαυτούς, θέλων έκαστος να εκτελέση την διαταγήν του.

Επειδή δε εφιλονείκουν, ο Δαρείος τους καθησύχασε λέγων να ρίψωσι

κλήρον. Έρριψαν λοιπόν τους κλήρους και έλαχεν ο Βαγαίος του

Αρτόντου. Κληρωθείς δε ο Βαγαίος, έπραξε τα εξής. Γράψας πολλάς

επιστολάς περί πολλών υποθέσεων διαλαμβανούσας, έθεσεν επ' αυτών

την σφραγίδα του Δαρείου· έπειτα έχων ταύτας μετέβη εις τας

Σάρδεις. Φθάσας και παρουσιασθείς εις τον Οροίτην, εξήγεν ανά μίαν

των επιστολών και έδιδεν αυτάς εις τον βασιλικόν γραμματέα προς

ανάγνωσιν, διότι όλοι οι ύπαρχοι έχουσι μεθ' εαυτών βασιλικούς

γραμματείς. Δίδων δε τας επιστολάς ο Βαγαίος παρετήρει τους

δορυφόρους θέλων να εννοήση εάν θα εδέχοντο να αποστατήσωσι κατά

του Οροίτου. Όταν δε είδεν ότι εδείκνυον μέγαν σεβασμόν προς τα

γράμματα και έτι μεγαλείτερον προς το περιεχόμενον αυτών, τότε

έδωκεν έν άλλο εις το οποίον ο γραμματεύς ανέγνωσε τους ακολούθους

λόγους· «Πέρσαι, ο βασιλεύς Δαρείος σας προστάζει να μη δορυφορήτε

τον Οροίτην.» Ακούσαντες ταύτα οι δορυφόροι, αφήκαν τας λόγχας των

να πέσωσι χαμαί. Ο δε Βαγαίος ευχαριστηθείς διά την ταχείαν

εκείνην υπακοήν, έλαβε θάρρος και έδωκεν εις τον γραμματέα το

τελευταίον γράμμα εις το οποίον ήτο γεγραμμένον· «Ο βασιλεύς

Δαρείος προστάζει τους εις τας Σάρδεις Πέρσας να φονεύσωσι τον

Οροίτην.» Άμα δε ήκουσαν ταύτα οι δορυφόροι, ελκύσαντες τους

ακινάκας, εφόνευσαν αυτόν· και ιδού πώς ο Πέρσης Οροίτης απέτισε

τον θάνατον του Πολυκράτους.

129. Μετ' ου πολύν χρόνον, αφού μετέφερον τους θησαυρούς του

Οροίτου εις τα Σούσα, συνέβη εις το κυνήγιον θηρίων, ενώ

κατέβαινεν από του ίππου, να στραγγαλίση ο Δαρείος τον πόδα του

δεινώς, διότι ο αστράγαλος εξήλθεν από την άρθρωσιν. Πεπεισμένος

δε προ πολλού ότι είχε πλησίον του τους πρώτους των Αιγυπτίων περί

την ιατρικήν, προσέφυγεν εις αυτούς. Ούτοι όμως, μεταχειρισμένοι

την βίαν διά να επαναφέρωσι τον πόδα εις την θέσιν του, τον

εστρέβλωσαν χειρότερον, ο δε Δαρείος τοσούτους πόνους υπέφερεν

ώστε επί επτά ημέρας και επτά νύκτας, δεν εκοιμήδη διόλου. Την

ογδόην ημέραν ήτο εις πολύ χειροτέραν κατάστασιν όταν τις, όστις

είχεν ακούσει εις τας Σάρδεις επαινουμένην την τέχνην του

Δημοδόκους, τω ωμίλησε περί αυτού. Ο Δαρείος αμέσως διέταξε να τον

φέρωσιν ενώπιόν του. Ευρόντες δε αυτόν παρερριμμένον και

λησμονημένον μεταξύ των ανδραπόδων του Οροίτου, τον έφερον εις τον

βασιλέα, σύροντα τας πέδας και ρακενδύτην.

130. Άμα τον έφερον ενώπιόν του, ο Δαρείος τον ηρώτησεν εάν ήξευρε

να θεραπεύη. Εκείνος όμως ηρνείτο φοβούμενος μήπως, εάν φανερώση

εαυτόν, τον εμποδίσωσι να επιστρέψη εις την Ελλάδα. Ο Δαρείος

ενόησε και την επιστήμην του και τον δισταγμόν του· διέταξε λοιπόν

τους αγαγόντας αυτόν να φέρωσιν εις το δωμάτιον μάστιγας και

κέντρα. Τότε εφανέρωσεν εαυτόν και είπεν ότι καλώς μεν δεν

εγνώριζεν αλλ' ότι διαμείνας πλησίον ιατρού είχεν ασκηθή ολίγον

εις την τέχνην. Μετά ταύτα όμως, όταν ο Δαρείος ενεπιστεύθη εαυτόν

εις τας φροντίδας του, αντικατέστησε την δραστικήν θεραπείαν δι'

άλλης ηπίας, κατά την ελληνικήν μέθοδον. Τοιουτοτρόπως ο βασιλεύς

ευθύς μεν επανεύρε τον ύπνον, μετ' ολίγας δε ημέρας ιάθη εντελώς

ενώ δεν ήλπιζε πλέον ότι θα τω έμενον σώοι αμφότεροι οι πόδες. Τω

εδώρησε λοιπόν ο Δαρείος δύο ζεύγη χρυσών πεδών, και ο Δημοκήδης

τον ηρώτησεν εάν έπραξε τούτο σκοπεύων να διπλασιάση την δουλείαν

του, διότι τον ιάτρευσεν. Ευχαριστηθείς ο βασιλεύς διά τους λόγους

εκείνους έπεμψεν αυτόν εις τας γυναίκας του. Περιάγοντες δε αυτόν

οι ευνούχοι, έλεγον ότι αυτός ήτο ο αποδώσας την ζωήν εις τον

Δαρείον. Εκάστη τότε αυτών, βυθίζουσα ποτήριον εντός κιβωτίου

πλήρους χρυσίου, το έδιδε δώρον εις τον Δημοκήδη ομού με το

αγγείον· τόσον δε πλουσιοπάροχος ήτο η δωρεά, ώστε ο ακολουθών

αυτόν υπηρέτης, ονόματι Σκίτων, συνάζων τους εκ των αγγείων

πίπτοντας χαμαί στατήρας, απεθησαύρισε μεγάλην ποσότητα.

131. Ιδού δε πώς ήλθεν ο Δημοκήδης ούτος εκ Κρότωνος και εγνωρίσθη

με τον Πολυκράτη· κρατούμενος εις την Κρότωνα υπό πατρός δυσκόλου

εις τον θυμόν, και μη δυνάμενος να υποφέρη το είδος τούτο της

ζωής, τον εγκατέλιπεν επί τέλους και μετέβη εις την Αίγιναν.

Εγκατασταθείς δε εκεί υπερέβη αμέσως από του πρώτου έτους τους

άλλους ιατρούς, μολονότι δεν είχε μήτε εργαλεία μήτε άλλο τι εκ

των προς εξάσκησιν της τέχνης απαιτουμένων. Κατά το δεύτερον έτος

το κοινόν των Αιγινητών τον εμίσθωσεν αντί ενός ταλάντου, κατά το

τρίτον έτος οι Αθηναίοι τω έδωκαν εκατόν μνας, και κατά το

τέταρτον, ο Πολυκράτης, δύο τάλαντα. Ιδού πώς ήλθεν εις την Σάμον,

και μετ' αυτόν οι Κροτωνιάται ιατροί ευδοκίμησαν ουχί ολιγώτερον,

διότι υπήρξεν εποχή καθ' ην οι Κροτωνιάται ιατροί εθεωρούντο ότι

ήσαν οι πρώτοι ιατροί της Ελλάδος, δεύτεροι δε οι Κυρηναίοι. Κατά

την αυτήν εποχήν οι Αργείοι εφημίζοντο ότι ήσαν οι πρώτοι μουσικοί

της Ελλάδος.

132. Θεραπεύσας λοιπόν εις τα Σούσα ο Δημοκήδης τον Δαρείον,

έλαβεν οίκον μέγιστον και εγένετο ομοτράπεζος του βασιλέως. Πλην

ενός αγαθού, να επιστρέψη εις την Ελλάδα, είχεν όλα τα άλλα αγαθά.

Αφ' ενός μεν εζήτησε παρά του βασιλέως και επέτυχε την χάριν των

Αιγυπτίων ιατρών οίτινες πρότερον εθεράπευον τον βασιλέα και τους

οποίους έμελλον να ανασκολοπίσωσι διότι εφάνησαν κατώτεροι ενός

Έλληνος ιατρού· αφ' ετέρου δε έσωσεν ένα μάντιν Ηλείον όστις είχεν

ακολουθήσει τον Πολυκράτη και όστις είχε λησμονηθή μεταξύ των

ανδραπόδων. Ήτο λοιπόν ο Δημοκήδης σημαντικόν πρόσωπον πλησίον του

βασιλέως.

133. Ολίγον έπειτα συνέβησαν τα ακόλουθα άλλα γεγονότα. Εις τον

μαστόν της Ατόσσης, θυγατρός του Κύρου και γυναικός του Δαρείου,

εγένετο εξοίδημα το οποίον μετά ταύτα ήνοιξε και εξηπλώθη. Και

ενόσω μεν ήτο μικρόν, η Άτοσσα αισχυνομένη το έκρυπτε και δεν

έλεγε τίποτε περί αυτού εις κανένα· αλλ' επί τέλους, βλέπουσα τον

κίνδυνον, προσεκάλεσε τον Δημοκήδη και το έδειξεν. Αυτός δε

υποσχεθείς να την θεραπεύση την ώρκισε να τω παραχωρήση προς

αμοιβήν ό,τι ήθελε τη ζητήσει, λέγων ότι δεν θα ζητήση τίποτε

προσβάλλον την τιμήν της.

134. Αφού λοιπόν περιποιηθείς την εθεράπευσε, τότε η Άτοσσα

διδαχθείσα από τον Δημοκήδη είπεν εσπέραν τινά εις τον Δαρείον

ευρισκομένη εις την κλίνην μετ' αυτού· «Ω βασιλεύ, ενώ έχεις τόσην

δύναμιν αναπαύεσαι και δεν προσπαθείς να προσθέσης άλλο Έθνος εις

την κυριαρχίαν των Περσών. Εις νεαρόν βασιλέα, κάτοχο απείρου

πλούτου, αρμόζουν αι μεγάλαι πράξεις διά να βεβαιωθώσι και οι

Πέρσαι ότι άρχονται υπό ανδρός. Δύο αίτια σε αναγκάζουσι να πράξης

ούτω· πρώτον διά να γνωρίζωσιν οι Πέρσαι ότι ο ηγεμών των είναι

γενναίος και δεύτερον διά να τρίβωνται εις τον πόλεμον και να μη

σ' επιβουλεύωνται σχολάζοντες. Τώρα, ενόσω ακόμη είσαι νέος,

δύνασαι να κατορθώσης έργα λαμπρά· διότι αυξανομένου του σώματος,

συναυξάνει και ο νους, γηράσκοντος δε του σώματος συγγηράσκει και

ο νους και αμβλύνεται εις όλα τα πράγματα.» Η Άτοσσα λοιπόν ταύτα

έλεγε διδαχθείσα, ο δε Δαρείος απεκρίθη ως εξής· «Ω γύναι, με

είπες όσα και εγώ εσκεπτόμην να πράξω· εσκόπευα να κατασκευάσω

γέφυραν από την ήπειρον ταύτην μέχρι της απέναντι ηπείρου και να

στρατεύσω κατά των Σκυθών· τούτο δε θα γίνη εντός ολίγου.» Είπε δε

η Άτοσσα· «Σκέφθητι, ω βασιλεύ· παραίτησον προς το παρόν το

σχέδιον να εκστρατεύσης πρώτον κατά των Σκυθών, διότι οι λαοί

ούτοι γίνονται υπήκοοί σου άμα θελήσης, και στράτευσον πρώτον κατά

της Ελλάδος· καθότι επιθυμώ να έχω θεραπαίνας Λακαίνας και Αργείας

και Αττικάς και Κορινθίας διά τας οποίας ακούω να γίνεται λόγος.

Έχεις δε και άνθρωπον επιτηδειότατον να σοι εκθέση την κατάστασιν

της Ελλάδος και να σε καθοδηγήση. Ο άνθρωπος ούτος είναι ο

θεραπεύσας τον πόδα σου.» Ο δε Δαρείος απεκρίθη·

«Ω γύναι, επειδή νομίζεις ότι πρέπει πρώτον να εκστρατεύσω κατά

της Ελλάδος νομίζω καλόν να πέμψω προηγουμένως Πέρσας κατασκόπους

ομού με εκείνον τον οποίον λέγεις, οίτινες μαθόντες και ιδόντες

όλα, θα μας αναφέρωσι περί αυτών· έπειτα δε, αφού πληροφορηθώ

καλώς, θα στραφώ κατά των Ελλήνων.»

135. Ταύτα είπε, και άμα έπος άμα έργον. Όταν εξημέρωσε,

προσκαλέσας δεκαπέντε επισήμους Πέρσας, τους διέταξε να

συνοδεύσωσι τον Δημοκήδη και να περιέλθωσι μετ' αυτού τα

παραθαλάσσια της Ελλάδος, προσέχοντες να μη τους φύγη ο Δημοκήδης·

αλλ' αφεύκτως να τον φέρωσιν οπίσω. Αφού δε τοις έδωκε τας

διαταγάς ταύτας, προσεκάλεσεν έπειτα τον Δημοκήδη και τον

παρεκάλεσεν, αφού οδηγήση και δείξη όλην την Ελλάδα εις τους

Πέρσας, να επιστρέψη οπίσω. «Λάβε, τω είπεν, όλα τα έπιπλά σοι διά

να τα δώσης δώρα εις τον πατέρα και εις τους αδελφούς σου, εγώ δε

σοι υπόσχομαι άλλα πλουσιώτερα. Διά την μεταβίβασιν δε αυτών σοι

χαρίζω ολκάδα πλήρη παντοίων πολυτίμων πραγμάτων ήτις θα σε

παρακολουθή.» Και ο μεν Δαρείος, ως εγώ νομίζω, τω ωμίλει άνευ

δολιότητος· ο Δημοκήδης όμως, φοβηθείς μήπως ήθελε να τον δοκιμάση

ο Δαρείος, δεν εδέχθη με προθυμίαν όλα όσα τω προσέφερεν· είπε

μάλιστα ότι θα αφήση τα έπιπλά του εις την θέσιν των διά να τα έχη

όταν επιστρέψη οπίσω, και ότι δέχεται μόνον την ολκάδα με τα δώρα

τα προωρισμένα διά τον πατέρα και τους αδελφούς του. Ο δε Δαρείος,

αφού παρήγγειλε και εις αυτόν όσα παρήγγειλεν εις τους Πέρσας,

τους απέστειλεν εις τον λιμένα.

136. Καταβάντες δε ούτοι εις την Σιδώνα της Φοινίκης, αμέσως

επλήρωσαν δύο τριήρεις, και ομού με αυτάς μίαν ολκάδα από διάφορα

πολύτιμα αντικείμενα. Ετοιμάσαντες δε τα πάντα, έπλεον εις την

Ελλάδα, και πλησιάζοντες εις τα παραθαλάσσια παρετήρουν και

εσημείωνον αυτά, μέχρις ου ιδόντες τα περισσότερα και

ονομαστότερα, έφθασαν εις τον Τάραντα της Ιταλίας. Εκεί, διά

πονηρίας του Δημοκήδους, ο βασιλεύς των Ταραντίνων Αριστοφιλίδης

αφήρεσε τα πηδάλια των Μηδικών πλοίων και εφυλάκισε τους Πέρσας ως

κατασκόπους δήθεν. Ενώ δε ούτοι έπασχον ταύτα, ο Δημοκήδης έφθασεν

εις την Κρότωνα. Φθάσαντος δε αυτού εις τη πατρίδα του, ο

Αριστοφιλίδης απέλυσε του Πέρσας και τοις απέδωκεν ό,τι έλαβεν εκ

των πλοίων των.

137. Εκπλεύσαντες εκείθεν οι Πέρσαι και διώκοντες τον Δημοκήδην

έφθασαν εις την Κρότωνα· ευρόντες δε αυτόν περιφερόμενον εις την

αγοράν, τον συνέλαβον. Εκ των Κροτωνιατών δε όσοι μεν εφοβούντο

την δύναμιν των Περσών, ήσαν έτοιμοι να τον παραδώσωσιν· οι άλλοι

όμως αντέταξαν βίαν εις την βίαν και εκτύπησαν τους Πέρσας με

ράβδους. Διά να τους εκφοβίσωσι δε οι Πέρσαι έλεγον τα εξής·

«Άνδρες Κροτωνιάται, συλλογισθήτε τι πράττετε· μας αρπάζετε

άνθρωπον όστις εδραπέτευσεν από τον βασιλέα. Πώς ο βασιλεύς θα

υποφέρη την τοιαύτην ύβριν; περιμένετε καλήν έκβασιν διά την βίαν

σας εάν μας διώξετε; κατά ποίας άλλης πόλεως πρότερον θα

εκστρατεύσωμεν ή κατ' αυτής; Ποίαν άλλην πρώτην θα πειραθώμεν να

ανδραποδίσωμεν;» Αλλ' αι απειλαί αύται δεν έπειθον τους

Κροτωνιάτας, οίτινες επέμειναν, ηλευθέρωσαν τον Δημοκήδη και

έλαβον την ολκάδα την οποίαν οι Πέρσαι είχον φέρει μεθ' εαυτών.

Τότε ούτοι επέστρεψαν εις την Ασίαν χωρίς να συλλέξωσιν άλλας

πληροφορίας περί Ελλάδος, επειδή εστερήθησαν τον οδηγόν των. Ενώ

δε απεχώρουν, ο Δημοκήδης τους παρεκάλεσε να είπωσιν εις τον

Δαρείον ότι εμνηστεύθη την θυγατέρα του Μίλωνος και έμελλε να την

λάβη γυναίκα. Είχε δε το όνομα του παλαιστού Μίλωνος μεγάλην

βαρύτητα εις τα Σούσα, και τούτου ένεκα νομίζω επέσπευσε τον γάμον

τούτον ο Δημοκήδης δους πολλά χρήματα, διά να φανή ότι και εις την

πατρίδα του ήτο σημαντικός.

138. Εκπλεύσαντες από την Κρότωνα οι Πέρσαι έπεσαν με τα πλοία των

εις την Ιαπυγίαν. Εκεί δε όντας δούλους τους ελύτρωσεν ο

Ταραντίνος φυγάς Γίλλος και τους έφερεν εις τον βασιλέα Δαρείον,

όστις προς αμοιβήν της χάριτος ταύτης τω υπεσχέθη να εκτελέση ό,τι

ήθελε ζητήσει. Ο δε Γίλλος, διηγηθείς τας συμφοράς του, εζήτησε να

τον επαναφέρη εις την πατρίδα του. Φοβούμενος όμως μήπως ταραχθή η

Ελλάς εάν χάριν αυτού εκπλεύση διά την Ιταλίαν μέγας στόλος,

εβεβαίωσεν ότι μόνοι οι Κνίδιοι ήρκουν διά να τον καταβιβάσωσιν

εις τον Τάραντα, νομίζων ότι οι Κνίδιοι, όντες φίλοι των

Ταραντίνων, ευκόλως ήθελον τους πείσει να τον δεχθώσιν. Ο Δαρείος

λοιπόν, δεχθείς την αίτησίν του, έπεμψεν απεσταλμένον εις τους

Κνιδίους παραγγέλλων να επαναφέρωσι τον Γίλλον εις τον Τάραντα. Οι

δε Κνίδιοι υπήκουσαν μεν εις τον Δαρείον, δεν εδυνήθησαν όμως να

πείσωσι τους Ταραντίνους, και δεν ήσαν τόσον δυνατοί ώστε να τους

βιάσωσιν εις τούτο. Και ταύτα μεν ούτως εγένοντο, ούτοι δε οι

Πέρσαι ήσαν οι πρώτοι οίτινες ήλθον εκ της Ασίας εις την Ελλάδα,

και διά την αιτίαν ταύτην εστάλησαν ως κατάσκοποι.

139. Μετά ταύτα ο Δαρείος εκυρίευσε την Σάμον· ήτο δε η πρώτη όλων

των Ελληνίδων και βαρβάρων πόλεων την οποίαν υπέταξε διά την εξής

αιτίαν. Όταν ο υιός του Κύρου Καμβύσης κατέκτησε την Αίγυπτον,

πολλοί Έλληνες τον συνώδευον· οι μεν, ως είναι πιθανόν, χάριν

εμπορίου, οι δε διά να λάβωσι μέρος εις τον πόλεμον, τινές δε

απλώς διά να ίδωσι τον τόπον, μεταξύ των οποίων ήτο και ο υιός του

Αιάκους Συλοσών, αδελφός του Πολυκράτους και εξόριστος της Σάμου.

Εις τούτον τον Συλοσώντα συνέβη το εξής ευτύχημα· περιεφέρετο ες

την αγοράν της Μέμφιδος περιτετυλιγμένος εις μανδύαν ερυθρόν, όταν

τον είδεν ο Δαρείος όστις τότε ήτο απλούς δορυφόρος του Καμβύσου

και ελαχίστης σημασίας. Ο Δαρείος επεθύμησε τον μανδύαν και

πλησιάσας εζήτησε να τον αγοράση· ο δε Συλοσών, βλέπων την ζωηράν

εκείνην επιθυμίαν και ωσεί παρακινούμενος υπό θείας εμπνεύσεως, τω

λέγει «Εγώ μεν δεν πωλώ αυτόν αντί ουδεμιάς αξίας· εάν δε επιθυμής

να τον έχης, σε τον δίδω άνευ αποζημιώσεως.» Ο Δαρείος τον

ευχαρίστησε και έλαβε το φόρεμα.

140. Ο Συλοσών ήτο βέβαιος ότι απώλεσε τον μανδύαν εξ ευηθείας·

αλλά παρήλθον έτη, ο Καμβύσης απέθανεν, οι επτά επανέστησαν κατά

του μάγου και εκ των επτά ο Δαρείος έλαβε την βασιλείαν. Τότε ο

Συλοσών μαθών ότι εκείνος εις τον οποίον άλλοτε έδωκεν εν Αιγύπτω

το ένδυμα εγένετο βασιλεύς, ανέβη εις τα Σούσα, εκάθισεν εις τα

πρόθυρα του βασιλικού οίκου, και είπεν ότι ήτο ευεργέτης του

Δαρείου. Ακούσας τούτο ο πυλωρός, εισήλθεν εις τον βασιλέα διά να

δώση είδησιν· ο δε βασιλεύς εκπλαγείς, είπε· «Και τις λοιπόν είναι

αυτός ο Έλλην ευεργέτης μου εις τον οποίον οφείλω ευγνωμοσύνην,

εγώ όστις νεωστί έλαβον την αρχήν; Εδώ εις ημάς δεν ηξεύρω αν

κανείς ακόμη ανέβη από αυτούς και δεν ενθυμούμαι να οφείλω τι εις

Έλληνα. Μολοντούτο είσαξέ τον διά να μάθω τι θέλει να είπη με τους

λόγους τούτους.» Εισήγαγεν ο πυλωρός τον Συλοσώντα· άμα δε ούτος

εισήλθεν εις τον βασιλικόν θάλαμον, οι διερμηνείς τον ηρώτησαν τις

ήτο και τι έπραξε διά να λέγη εαυτόν ευεργέτην του βασιλέως. Ο δε

Συλοσών διηγήθη όλην την υπόθεσιν του μανδύου, προσθείς ότι αυτός

ήτο όστις τον έδωκε. Τότε ο Δαρείος απεκρίθη· «Ω γενναιότατε

ανδρών, συ ήσο όστις με εδώρησας τον μανδύαν ότε δεν είχον ακόμη

καμμίαν δύναμιν; Το δώρον ήτο μικρόν, αλλ' η ευγνωμοσύνη μου είναι

η αυτή ως εάν σήμερον ελάμβανόν τι μέγα. Προς αμοιβήν θα σοι δώσω

χρυσόν και άργυρον άπειρον διά να μη μετανοήσης ποτέ ότι

ευηργέτησας τον Δαρείον, τον υιόν του Υστάσπους.» Απεκρίθη δε εις

ταύτα ο Συλοσών· «Μη με δίδης, ω βασιλεύ, μήτε χρυσόν μήτε

άργυρον, αλλά σώσας της πατρίδα μου Σάμον την οποίαν αφότου ο

αδελφός μου Πολυκράτης εφονεύθη υπό του Οροίτου κατέχει είς των

δούλων μας, δος μοι αυτήν άνευ σφαγών και δουλείας.»

141. Ταύτα ακούσας ο Δαρείος έπεμψε στρατόν και στρατηγόν τον

Οτάνην όστις ήτο είς εκ των επτά, διατάξας αυτόν να εκπληρώση όσα

εζήτησεν ο Συλοσών. Καταβάς δε εις το παράλιον ο Οτάνης, ητοίμαζε

την εκστρατείαν.

142. Κατείχε δε την εξουσίαν εις την Σάμον ο Μαιάνδριος, υιός του

Μαιανδρίου, κρατήσας αυτήν αφότου ο Πολυκράτης τον αφήκεν

επίτροπόν του. Ούτος μολονότι επεθύμει να φανή δικαιότατος

άνθρωπος, δεν το κατώρθωσεν. Άμα μαθών τον θάνατον του

Πολυκράτους, έπραξε ταύτα· πρώτον μεν ίδρυσε βωμόν του Ελευθερίου

Διός, πέριξ του οποίου έστησε το τέμενος τα οποίον υπάρχει ακόμη

εις το προάστειον. Αφού δε ετελείωσε τας εργασίας ταύτας,

συνήθροισεν εκκλησίαν όλων των πολιτών και είπε τα εξής· «Ως

γνωρίζετε, το σκήπτρον και πάσα η δύναμις του Πολυκράτους

περιήλθον εις εμέ, και δύναμαι τώρα, εάν θέλω να άρχω υμών· εγώ

όμως δεν θα πράξω, εφ' όσον το δυνατόν, ό,τι μέμφομαι εις τους

άλλους, διότι ούτε ο Πολυκράτης δεν με ήρεσκε δεσπόζων ανδρών

ομοίων του, ούτε άλλος όστις πράττει τα αυτά. Ο Πολυκράτης λοιπόν

τώρα εξεπλήρωσε το πεπρωμένον του, εγώ δε καταθέτων ενταύθα την

αρχήν κηρύττω ισονομίαν. Κρίνω όμως δίκαιον να με δοθή η εξής

αμοιβή· πρώτον να λάβω τάλαντα εκ της περιουσίας του Πολυκράτους·

δεύτερον να παραχωρηθή εις εμέ και εις τους απογόνους μου ισοβίως

η ιερωσύνη του Ελευθερίου Διός, εις τον οποίον έκτισα ιερόν και

χάριν του οποίου σας αποδίδω την ελευθερίαν.» Αυτός μεν ταύτα είπε

προς τους Σαμίους· είς δ' εξ αυτών εγερθείς είπεν· «Αλλ' ούτε

είσαι άξιος να άρχης ημών· συ όστις είσαι ταπεινής καταγωγής και

υπήρξες όλεθρος ημών· σκέφθητι δε μάλλον πώς θα δώσης λόγον των

χρηστών τα οποία διεχειρίσθης.»

143. Εκείνος όστις ωμίλησε τοιουτοτρόπως ήτο σημαντικός μεταξύ των

Σαμίων και ωνομάζετο Τελέσαρχος. Τότε ο Μαίανδρος ενόησεν ότι εάν

απέθετε την αρχήν, άλλος τύραννος θα ελάμβανε την θέσιν του· δεν

εσκέφθη λοιπόν πλέον να την αφήση. Όθεν, άμα απήλθεν εις την

ακρόπολιν, προσκαλέσας τους πρώτους του λαού ένα έκαστον, επί τη

προφάσει να τοις δώση λόγον της διαχειρίσεως των χρημάτων, τους

συνέλαβε και τους έρριψεν εις τα δεσμά. Και ούτοι μεν ήσαν

δεσμώται· εν τω μεταξύ δε ο Μαιάνδριος ησθένησεν, ο δε αδελφός του

Λυκάρητος, νομίζων ότι έμελλε να αποθάνη, απέκτεινεν όλους τους

δεσμώτας διά να καταλάβη ευκολώτερον την εξουσίαν της Σάμου, διότι

οι πολίται εφαίνοντο ότι δεν ήθελον να ήναι ελεύθεροι.

144. Όταν οι Πέρσαι έφθασαν εις την Σάμον φέροντες τον Συλοσώντα,

κανείς δεν επέφερε την παραμικράν αντίστασιν· αλλά και αυτοί οι

οπαδοί του Μαιανδρίου και αυτός ο Μαιάνδριος είπον ότι ήσαν

έτοιμοι να αναχωρήσωσιν από την νήσον με συνθήκην. Δεχθέντος δε

του Οτάνους τας συμφωνίας ταύτας, και ποιήσαντος σπονδάς, οι

σημαντικώτατοι των Περσών έστησαν θρόνους και εκάθισαν αντικρύ της

ακροπόλεως.

145. Είχε δε ο τύραννος Μαιάνδριος αδελφόν ολίγον παράφορον, όστις

εκαλείτο Χαρίλαος· ο αδελφός ούτος ήτο δέσμιος εις την ειρκτήν διά

σφάλμα τι. Ακούσας κατ' εκείνην την στιγμήν τα γινόμενα και κύψας

διά της οπής της ειρκτής, είδε τους Πέρσας ησύχως καθημένους και

εφώναξε ζητών να ομιλήση με τον Μαιάνδριον. Ακούσας τούτο ο

Μαιάνδριος, διέταξε να τον λύσωσι και να τον φέρωσιν ενώπιόν του.

Άμα δε τον έφεραν, επέπληξε τον αδελφόν του, τον ύβρισε και τον

παρεκίνησε να φονεύση τους Πέρσας, λέγων· «Εμέ μεν, ω κάκιστε

άνθρωπε, όντα αδελφόν σου και μη πράξαντα τίποτε άξιον δεσμών, με

έδεσες και με έρριψες εις την ειρκτήν, βλέπων δε τους Πέρσας

οίτινες σε διώκουσι και σε καθιστώσιν άνοικον, δεν τολμάς να τους

τιμωρήσης, ενώ είναι τόσον εύκολον να τους νικήσης. Αλλ' εάν συ

τους φοβήσαι, δος εις εμέ τους επικούρους και εγώ τους τιμωρώ

διότι ήλθον εδώ. Σε δε είμαι έτοιμος να εκπέμψω εκ της νήσου.»

146. Ταύτα είπεν ο Χαρίλαος· ο δε Μαιάνδριος εδέχθη την αίτησίν

του, ουχί ως φρονώ διότι έφθασεν εις τόσην ανοησίαν ώστε να νομίζη

ότι διά των δυνάμεών του ήθελε νικήσει τον βασιλέα, αλλά μάλλον εκ

φθόνου προς τον Συλοσώντα, ότι έμελλε χωρίς κόπον να επαναλάβη την

πόλιν ακέραιον. Ο σκοπός του λοιπόν ήτο να ερεθίση τους Πέρσας, να

εξασθενίση την Σάμον και να την παραδώση εις αυτήν την κατάστασιν,

ηξεύρων ότι αν εβλάπτοντο οι Πέρσαι ήθελον φερθή σκληρώς προς τους

Σαμίους, και βέβαιος ων επίσης ότι ηδύνατο να εξέλθη της πόλεως

ασφαλέστατα όταν ήθελε· διότι είχε κατασκευάσει μυστικήν διώρυχα

φέρουσαν από της ακροπόλεως εις την θάλασσαν. Απέπλευσε λοιπόν ο

Μαιάνδριος εκ της νήσου ακριβώς κατά την στιγμήν καθ' ην ο

Χαρίλαος οπλίσας πάντας τους επικούρους και ανοίξας τας πύλας

εξήλθε διά να κτυπήση τους Πέρσας οίτινες δεν περιέμενον τοιούτο

τι και ενόμιζον ότι τα πάντα είχον συμβιβασθή. Επιπεσόντες λοιπόν

οι επίκουροι κατ' αυτών εφόνευσαν τους μάλλον σημαντικούς,

εκείνους οίτινες εδιφροφορούτο. Αλλ' ενώ εφόνευον αυτούς, ήλθε

προς βοήθειαν ο άλλος Περσικός στρατός και επιπεσών κατά των

επικούρων ηνάγκασεν αυτούς να κλεισθώσιν εις την ακρόπολιν.

147. Ο Οτάνης, μάρτυς της καταστροφής ταύτης, ενθυμήθη τας

διαταγάς τας οποίας τω έδωκεν ο Δαρείος αποστέλλων αυτόν, να μη

φονεύση κανένα, να μη δουλώση κανένα και να αποδώση την νήσον εις

τον Συλοσώντα αβλαβή· τας ενθυμήθη και συγχρόνως τας ελησμόνησε·

διέταξε λοιπόν τον στρατόν να φονεύση πάντα ον ήθελε συλλάβει,

άνδρα ή παιδίον. Τότε οι μεν εκ του στρατού επολιόρκησαν την

ακρόπολιν, οι δε εφόνευον πάντα ον εύρισκον ενώπιόν των, είτε εις

τας οδούς, είτε εις τους ναούς.

148. Ο δε Μαιάνδριος, φυγών από την Σάμον, έπλευσε προς την

Λακεδαίμονα. Φθάσας εκεί με όλα τα πράγματα όσα έλαβε μεθ' εαυτού

αναχωρών, έπραξε τα εξής. Εξέβαλε ποτήρια χρυσά και αργυρά, και οι

μεν υπηρέται τα εκαθάριζον, αυτός δε κατ' εκείνην την στιγμήν

εξήλθε διά να συνομιλήση μετά του Κλεομένους του Αναξανδρίδου,

βασιλέως της Σπάρτης, τον οποίον έπειτα έφερεν εις την κατοικίαν

του. Όταν ο Κλεομένης είδε τα ποτήρια, εθαύμασε και εξεπλάγη.

Αμέσως ο Μαιάνδριος τον προσκαλεί να λάβη όσα θέλη, αλλ' εις μάτην

επαναλαμβάνει την παράκλησίν του δις και τρις, ο Κλεομένης

δεικνύεται δικαιότατος άνθρωπος και δεν κρίνει πρέπον να δεχθή τα

προσφερόμενα. Εννοών δε ότι άλλοι πολίται ηδύναντο να δελεασθώσιν

από τα δώρα και να εύρη ίσως ο Μαίανδρος υπεράσπισιν, μετέβη προς

τους εφόρους και τοις είπεν ότι συμφέρει εις την Σπάρτην να

αναχωρήση ο Σάμιος ξένος εκ της Πελοποννήσου διά να μη αναπείση ή

αυτόν ή άλλον τινά Σπαρτιάτην να γίνη κακός. Υπακούσαντες δε οι

έφοροι διέταξαν διά του κήρυκος τον Μαιάνδριον να αναχωρήση.

149. Οι δε Πέρσαι, περικυκλώσαντες την Σάμον ως εντός δικτύου, την

παρέδοσαν εις τον Συλοσώντα έρημον κατοίκων. Μετά τινα χρόνον όμως

ο Οτάνης ανενέωσε τον πληθυσμόν της συνεπεία ονείρου τινός το

οποίον είδε και ασθενείας τινός ήτις τον ηκολούθησεν εις τα

αιδοία.

150. Καθ' ην στιγμήν ο στόλος ανεχώρει διά την Σάμον απεστάτησαν

οι Βαβυλώνιοι καλώς προητοιμασμένοι καθ' όλα· διότι από της εποχής

του μάγου, της συνωμοσίας των επτά και των ταραχών αίτινες

επηκολούθησαν, παρεσκευάζοντο διά την πολιορκίαν χωρίς να τους

εννοήση κανείς. Αφού δε επανέστησαν αναφανδόν, έλαβον και τα εξής

μέτρα· έκαστος εξελέξατο την γυναίκα την οποίαν επροτίμα

περισσότερον από τας άλλας της οικίας, πλην των μητέρων τας οποίας

έθεσαν κατά μέρος, έπειτα συνήθροισαν τας λοιπάς και τας έπνιξαν.

Είχε λοιπόν έκαστος μίαν γυναίκα διά να κατασκευάζη τα φαγητά του,

τας δε λοιπάς έπνιξαν διά να οικονομώσι τας τροφάς.

151. Μαθών τούτο ο Δαρείος, συνήθροισεν όλας τας δυνάμεις του,

εστράτευσε κατ' αυτών, έφθασεν εις την Βαβυλώνα και επολιόρκησε

τους κατοίκους μηδόλως μεριμνώντας περί τούτου. Τωόντι οι

Βαβυλώνιοι, αναβαίνοντες εις τους προμαχώνας, εχόρευον και

έσκωπτον τον Δαρείον και τον στρατόν του· είς δ' εξ αυτών είπε

τους λόγους τούτους· «Διατί μένετε εδώ, ω Πέρσαι, και δεν

αναχωρείτε. Θα μας κυριεύσετε τότε όταν ημίονοι γεννήσωσι.» Ταύτα

είπεν είς των Βαβυλωνίων νομίζων ότι ποτέ ημίονος δεν ειμπορεί να

γεννήση.

152. Έν έτος και επτά μήνες είχον ήδη παρέλθει, ο δε Δαρείος και

όλος ο στρατός ηγανάκτουν διότι δεν ηδύναντο να κυριεύσωσι την

πόλιν, μολονότι ετέθησαν εις ενέργειαν όλα τα στρατηγήματα και

όλαι αι μηχαναί. Μεταξύ δε των άλλων στρατηγημάτων, απεπειράθησαν

και εκείνο με το οποίον επέτυχεν άλλοτε ο Κύρος. Αλλ' οι

Βαβυλώνιοι είχον λάβει μεγάλας προφυλάξεις και δεν ηδύνατο να τους

κυριεύση.

153. Ενώ εγίνοντο ταύτα, κατά τον εικοστόν μήνα, συνέβη το εξής

θαύμα εις τον Ζώπυρον τον υιόν του Μεγαβύζου, εκείνου όστις

υπήρξεν είς των επτά κατά του μάγου συνωμοσάντων. Μία από τας

σιτοφόρους ημιόνους του εγέννησεν. Όταν δε τω ανήγγειλον τούτο δεν

επίστευσε και μετέβη ο ίδιος διά να ίδη τον πώλον. Παραγγείλας δε

εις τους υπηρέτας του να μη φανερώσωσιν εις κανένα το γεγονός,

εσκέπτετο πολλά καθ' εαυτόν. Τότε ενθυμήθη τους λόγους του

Βαβυλωνίου όστις κατά την έναρξιν της πολιορκίας είχεν ειπεί ότι

θα κυριευθή το τείχος όταν γεννήσωσιν ημίονοι, και έκρινεν ότι

ηδύνατο τέλος να κυριευθή η Βαβυλών, καθότι επίστευεν ότι κατά

θείαν βούλησιν ο Βαβυλώνιος είπε τον λόγον εκείνον και εγέννησεν η

ημίονός του.

154. Επειδή λοιπόν τω εφαίνετο ότι απεφασίσθη υπό της μοίρας να

κυριευθή η Βαβυλών, μετέβη προς τον Δαρείον και τον ηρώτησεν εάν

είχε μεγάλην επιθυμίαν να κυριεύση την πόλιν ταύτην, Ότε δε έμαθεν

ότι επεθύμει πολύ, ήρχισε να σκέπτεται πώς να την κυριεύση ο ίδιος

και πώς το έργον να αποδοθή εις αυτόν, διότι εις τους Πέρσας τα

κατορθώματα ανταμείβονται διά μεγίστων τιμών. Δι' άλλου τρόπου

λοιπόν δεν έβλεπεν ότι ηδύνατο να κυριεύση την Βαβυλώνα ειμή

πρώτον να πληγώση εαυτόν και έπειτα να αυτομολήση εις τους

Βαβυλωνίους. Ούτω δε αψηφήσας τους πόνους επλήγωσεν εαυτόν με

πληγάς ανιάτους· καθότι κόψας την ρίνα και τα ώτα και περικείρας

ακανονίστως την κόμην και μαστιγώσας εαυτόν παρουσιάσθη ενώπιον

του Δαρείου.

155. Ο δε Δαρείος ελυπήθη πολύ ιδών λελωβημένον ένα των

σημαντικωτάτων του στρατού· όθεν αναπηδήσας από τον θρόνον

ανεβόησε και τον ηρώτησε ποίος ο πληγώσας αυτόν και διά ποίαν

αιτίαν. Ο δε Ζώπυρος απεκρίθη· «Δεν υπάρχει άνθρωπος, εκτός σου,

όστις να έχη τόσην δύναμιν ώστε να με φέρη εις αυτήν την

κατάστασιν· ούτε άλλος τις ξένος, ω βασιλεύ, έπραξε τούτο, αλλ'

εγώ ο ίδιος, μη ανεχόμενος να σκώπτωσι τους Πέρσας οι Ασσύριοι.»

Απεκρίθη ο Δαρείος· «Ω σκληρότατε άνθρωπε, εις αισχίστην πράξιν

έδωσες κάλλιστον όνομα, λέγων ότι ένεκα των πολιορκουμένων

επληγώθης ανιάτως. Νομίζεις λοιπόν, ω ανόητε άνθρωπε, ότι σού

καταπληγωθέντος οι εχθροί θα παραδοθώσι ταχύτερον; τόσον λοιπόν

έχασες τας φρένας σου ώστε να έλθης εις αυτήν την κατάστασιν;» Ο

δε Ζώπυρος απήντησεν· «Εάν σοι εκοινοποίουν τι έμελλον να πράξω,

βεβαίως θα με εμπόδιζες· τώρα όμως το έπραξα χωρίς να ερωτήσω

κανένα και ήλθεν η στιγμή καθ' ην, εκτός εάν δείξης καμμίαν

έλλειψιν, θα κυριεύσωμεν την Βαβυλώνα, διότι όπως είμαι θα

αυτομολήσω εις την πόλιν, θα είπω εις τους πολιορκουμένους ότι από

σε έπαθον ταύτα και νομίζω, αφού τους πείσω περί τούτου, να μοι

αναθέσωσι την στρατηγίαν. Συ εν τούτοις, την δεκάτην ημέραν μετά

την είσοδόν μου εις τα τείχη των, παράταξον προς την πύλην της

Σεμιράμιδος χιλίους στρατιώτες εξ εκείνων τους οποίους δεν

φροντίζεις πολύ εάν χαθώσι· μετά τούτο, περίμενον ακόμη επτά

ημέρας, έπειτα παράταξον άλλους δισχιλίους προς την πύλην των

Νινίων· μετά την εβδόμην δε ταύτην ημέραν, άφες ακόμη να

παρέλθωσιν είκοσιν ημέραι, και παράταξον τρισχιλίους στρατιώτας

προς την πύλην των Χαλδαίων. Τόσον ούτοι όσον και οι προηγούμενοι

να μη έχωσιν άλλο αμυντήριον όπλον πλην εγχειριδίων· αυτά μόνον

άφες τους να έχωσι. Μετά την εικοστήν ημέραν διάταξον αμέσως το

άλλο στράτευμα να κάμη έφοδον περί την πόλιν, θέσον δε δι' εμέ

τους Πέρσας παρά τας Βηλίδας και Κισσίας λεγομένας πύλας, διότι

δεν αμφιβάλλω ότι οι Βαβυλώνιοι, αφού με ίδωσι να εκτελέσω τόσα

κατορθώματα, θα εμπιστευθώσιν εις εμέ και τα άλλα πράγματα και

προς τούτοις τας κλείδας των πυλών. Περί των λοιπών δε θα

φροντίσωμεν εγώ και οι Πέρσαι.»

156. Ταύτα παραγγείλας επορεύετο προς τας πύλας επιστρεφόμενος

πολλάκις ως αν ήτο αληθώς αυτόμολος. Ιδόντες αυτόν οι επί των

επάλξεων τοποθετημένοι σκοποί, κατέβησαν μετά σπουδής, ήνοιξον

ολίγον μίαν πύλην και τον ηρώτησαν τις ήτο και τι ήθελε. Τοις

είπεν ότι ήτο ο Ζώπυρος και ότι κατέφευγεν εις αυτούς. Ακούσαντες

ταύτα οι πυλωροί τον έφεραν εις το κοινόν των Βαβυλωνίων, όπου

παρουσιασθείς ελεεινολόγει εαυτόν λέγων ότι έπαθεν υπό του Δαρείου

όσα έπαθεν αφ' εαυτού· προσέθηκε δε ότι τα έπαθεν επειδή

συνεβούλευσε τον Δαρείον να λύση την πολιορκίαν, αφού δεν εφαίνετο

ότι υπήρχε μέσον να κυριευθή η πόλις. «Τώρα, εξηκολούθησεν, ω

Βαβυλώνιοι, έρχομαι προς σας διά μεγίστην ωφέλειαν υμών και

μεγίστην βλάβην του Δαρείου και του στρατού και των Περσών· διότι

αφού με έφερεν εις τοιαύτην κατάστασιν δεν θα απέλθη ατιμώρητος

και ηξεύρω λεπτομερώς όλα του τα σχέδια.» Ταύτα είπεν ο Ζώπυρος.

157. Οι δε Βαβυλώνιοι, βλέποντες άνδρα εκ των πρώτων Περσών

στερηθέντα ρινός και ώτων, πλήρη αίματος και μαστιγώσεων,

επίστευσαν άνευ της παραμικράς αμφιβολίας ότι έλεγε την αλήθειαν

και ότι ήλθε να πολεμήση δι αυτούς· προθύμως λοιπόν τω έδοσαν ό,τι

εζήτει· τοις εζήτησε δε στρατόν. Αφού δε επέτυχεν ό,τι επεθύμει,

εξετέλεσεν όσα συνεφώνησε μετά του Δαρείου. Την δεκάτην ημέραν

εξέβαλε τον στρατόν των πολιορκουμένων, και περικυκλώσας τους

χιλίους τους οποίους παρήγγειλεν εις τον Δαρείον να πέμψη πρώτους,

κατέκοψεν αυτούς. Πεισθέντες δε οι Βαβυλώνιοι ότι τα έργα του ήσαν

σύμφωνα με τους λόγους του, πάνυ περιχαρείς ήσαν έτοιμοι να τον

υπηρετώσιν εις ό,τι διέταττεν. Ο δε αφήσας να παρέλθωσιν αι

συμπεφωνημέναι ημέραι, εκλέξας πάλιν τινάς Βαβυλωνίους εξήλθε και

κατέκαψε τους δισχιλίους του Δαρείου. Ιδόντες δε και τούτο το

έργον οι Βαβυλώνιοι, όλοι είχον εις το στόμα το όνομα του Ζωπύρου

και υπερεπήνουν αυτόν. Ούτος δε πάλιν αφήσας να παρέλθωσι και αι

άλλαι συμπεφωνημένα ημέραι, έκαμε τρίτην έξοδον εις το

προειρημένον μέρος, περιεκύκλωσε τους τετρακισχιλίους και

εφόνευσεν αυτούς. Μετά το τελευταίον δε τούτο κατόρθωμα ο Ζώπυρος

ήτο το παν εις τους πολιορκουμένους, οίτινες τον κατέστησαν

στρατάρχην και τειχοφύλακα.

158. Όταν όμως ο Δαρείος έκαμε κατά τα συμπεφωνημένα γενικήν

έφοδον κατά του τείχους εξ όλων των μερών, όλος ο δόλος του

Ζωπύρου απεκαλύφθη· διότι, ενώ οι Βαβυλώνιοι από των τειχών

ημύνοντο και απέκρουον τον στρατόν, ο Ζώπυρος, ανοίξας τας Κισσίας

και τας Βηλίδας καλουμένας πύλας, εισήγαγε τους Πέρσας εις το

κέντρον της πόλεως. Εκ δε των Βαβυλωνίων όσοι μεν είδον τα

πραττόμενα κατέφυγον εις τον ναόν του Διός του Βήλου, όσοι δε δεν

τα είδον έμειναν εις την θέσιν των μέχρις ου έμαθον και αυτοί ότι

επροδώθησαν. Τοιουτοτρόπως η Βαβυλών εκυριεύθη εκ δευτέρου.

159. Ο δε Δαρείος, αφού υπέταξε τους Βαβυλωνίους, εκρήμνισε τα

τείχη και απέσπασεν όλας τας πύλας· ο Κύρος, ο πρώτος κατακτητής

της Βαβυλώνος, δεν έπραξεν ούτε το έν ούτε το άλλο. Επί πάσιν ο

βασιλεύς ανεσκολόπισε τρισχιλίους εκ των κορυφαίων πολιτών,

επιτρέψας εις τους λοιπούς να κατοικώσι την πόλιν. Διά να έχωσι δε

γυναίκας οι Βαβυλώνιοι (διότι είχον πνίξει τας ιδικάς των, ως

εφανέρωσα εις τας αρχάς, διά να οικονομήσωσι τας τροφάς) διέταξε

τα γείτονα έθνη να στείλωσι γυναίκας εις την Βαβυλώνα, κανονίσας

εκάστου την αναλογίαν, ώστε το όλον των συναθροισθεισών γυναικών

ήτο πεντήκοντα χιλιάδες. Εκ τούτων δε των γυναικών κατάγονται οι

σήμερον Βαβυλώνιοι.

160. Κατά την κρίσιν του Δαρείου, ουδείς υπερέβη τον Ζώπυρον κατά

την ανδραγαθίαν, ούτε εκ των προγενεστέρων ούτε εκ των συγχρόνων,

πλην του Κύρου, διότι ποτέ Πέρσης δεν ενόμισεν ότι δύναται να

παραβληθή με τον τελευταίον τούτον. Λέγουσι δε ότι πολλάκις ο

Δαρείος επανέλαβε τους λόγους τούτους· ότι επροτίμα μάλλον να μη

υποστή την βλάβην εκείνην ο Ζώπυρος, παρά να κατακτήση αυτός άλλας

είκοσι Βαβυλώνας εκτός εκείνης την οποίαν κατέκτησε. Τον ετίμησε

δε υπερβαλλόντως, καθότι κατ' έτος τω έδιδε δώρα όσα οι Πέρσαι

νομίζουσι πολυτιμότατα· τω έδωκε προς τούτοις να κυβερνά ισοβίως

την Βαβυλώνα αφορολόγητον, και άλλα πολλά προνόμια τω εχάρισεν. Εκ

του Ζωπύρου δε τούτου εγεννήθη ο Μεγάβυζος όστις εις την Αίγυπτον

επολέμησε κατά των Αθηναίων και των συμμάχων· και εκ του Μεγαβύζου

τούτου εγεννήθη ο Ζώπυρος όστις μετηνάστευσεν εκ της Περσίας διά

να κατοικήση εις τας Αθήνας.

Ιστορίαι Ηροδότου, Τόμος 1 · 第 7 / 14 题