ικανοί να αντιπαραταχθώσι προς τον στρατόν του Δαρείου, έπεμψαν
πρέσβεις εις τους πλησίον χώρους. Οι βασιλείς των χωρών τούτων
συνελθόντες εβουλεύοντο, ενώ επροχώρει το μέγα στράτευμα του
εχθρού. Ήσαν δε οι συνελθόντες ούτοι βασιλείς, των Ταύρων, των
Αγαθύρσων, των Νευρών, των Ανδροφάγων, των Μελαγχλαίνων, των
Γελωνών, των Βουδίνων και των Σαυροματών.
103. Εκ τούτων οι μεν Ταύροι έχουσι τας εξής συνηθείας· θυσιάζουσι
κατά τον ακόλουθον τρόπον εις την παρθένον τους ναυαγήσαντες και
όσους των Ελλήνων συλλάβωσι ριφθέντας εις τα παράλιά των. Μετά τας
προτελεστικάς ιεροπραξίας κτυπώσι με ρόπαλον την κεφαλήν του
θύματος· και άλλοι μεν λέγουσιν ότι ωθούσι το σώμα από του κρημνού
κάτω (διότι ο ναός είναι ιδρυμένος επί της κορυφής του κρημνού),
την δε κεφαλήν στήνουσιν επί πασσάλου, άλλοι δε λέγουσιν ότι δεν
ρίπτουσι το σώμα από του κρημνού αλλά το θάπτουσιν. Η θεά δε αύτη
εις την οποίαν θυσιάζουσιν είναι, κατά τους Ταύρους, η θυγάτηρ του
Αγαμέμνονος Ιφιγένεια. Όσους δε εχθρούς συλλάβωσιν αιχμαλώτους,
τους μεταχειρίζονται ως ακολούθως· κόψας έκαστος μίαν κεφαλήν την
φέρει εις την οικίαν των, και την διαπερά εις ξύλον μέγα όπερ
εμπήγει άνωθεν της οικίας του πολύ υψηλά, μάλιστα δε άνωθεν της
καπνοδόχης. Λέγουσι δε ότι την ανυψούσιν ούτω διά να ήναι φύλαξ
όλης της οικίας. Ζώσι δε από της λεηλασίας και του πολέμου.
104. Οι δε Αγάθυρσοι είναι άνθρωποι αβρότατοι και τα μάλιστα
χρυσοφόροι. Έχουσι τας γυναίκας κοινάς διά να ήναι όλοι αδελφοί
μεταξύ των, και όντες συγγενείς να μη αισθάνωνται οι μεν κατά των
δε μήτε μίσος μήτε φθόνον. Κατά τα άλλα όμως έθιμα εμιμήθησαν τους
Θράκας.
105. Οι Νευροί έχουσι τα έθιμα των Σκυθών. Η προ της εισβολής του
Δαρείου γενεά ηναγκάσθη να αφήση την χώραν ένεκα των όφεων, διότι
εις την χώραν των εφάνησαν άπειροι όφεις ερχόμενοι οι πλείστοι από
τας άνωθεν αυτών ερήμους· υπό των όφεων δε τούτων πιεσθέντες
άφησαν την χώραν των και κατώκησαν μετά των Βουδίνων. Κατηγορούσι
τους ανθρώπους τούτους ότι είναι μάγοι· οι Σκύθαι και οι εις την
Σκυθίαν κατοικούντες Έλληνες βεβαιούσιν ότι κατ' έτος έκαστος
Νεύρος γίνεται λύκος δι' ολίγας ημέρας και έπειτα επανέρχεται εις
την προτέραν του κατάστασιν. Και εμέ μεν δεν πείθουσι ταύτα
λέγοντες, ουχ ήττον όμως τα λέγουσι και τα υποστηρίζουσι δι'
όρκων.
106. Οι δε Ανδροφάγοι έχουσιν ήθη αγριώτατα πάντων των ανθρώπων,
μήτε δικαιοσύνην γνωρίζοντες μήτε μεταχειριζόμενοι κανένα νόμον.
Είναι νομάδες και φορούσιν ενδυμασίαν ομοίαν με την Σκυθικήν· η
γλώσσα των είναι ιδιαιτέρα και μόνοι από όλα αυτά τα έθνη είναι
ανθρωποφάγοι.
107. Οι δε Μελάγχλαινοι φορούσι όλοι ενδύματα μέλανα, από τα οποία
έχουσι και την επωνυμίαν, και έχουσιν έθιμα Σκυθικά.
108. Οι δε Βουδίνοι, έθνος μέγα και πολυάριθμον, είναι όλοι
γλαυκώπιδες και πυρρότριχες. Υπάρχει δε εις αυτούς πόλις εκτισμένη
με ξύλα της οποίας το όνομα είναι Γελωνός· τα τείχη αυτής
σχηματίζουσι τετράγωνον του οποίου εκάστη πλευρά είναι τριάκοντα
σταδίων. Τα τείχη ταύτα είναι υψηλά και ξύλινα, αι οικίαι ξύλιναι
και οι ναοί ξύλινοι, καθότι εις την πόλιν ταύτην υπάρχουσιν ιερά
Ελληνικών θεών εστολισμένα κατά τον ελληνικόν τρόπον με αγάλματα,
με βωμούς και ναούς ξυλίνους. Οι Γελωνοί τελούσιν ανά πάσαν
τριετίαν την εορτήν του Διονύσου και βακχεύουσιν· είναι δε
καταγωγής Ελληνικής. Διωχθέντες από τους λιμένας εις τους οποίας
κατώκουν, εγκατεστάθησαν μεταξύ των Βουδίνων και η γλώσσα των
είναι μεμιγμένη Σκυθική και Ελληνική.
109. Οι δε Βουδίνοι δεν μεταχειρίζονται την αυτήν γλώσσαν με τους
Γελωνούς, αλλ' ουδέ την αυτήν δίαιταν έχουσιν οι Βουδίνοι και οι
Γελωνοί, διότι οι Βουδίνοι, καθό αυτόχθονες, είναι νομάδες και
μόνοι από τους εις εκείνα τα μέρη ανθρώπους τρώγουσι βλαστούς
δένδρων. Εξ εναντίας οι Γελωνοί καλλιεργούσι την γην, τρέφονται με
σίτον και έχουσι κήπους· διαφέρουσιν επίσης από τους Βουδίνους και
κατά το χρώμα και κατά την φυσιογνωμίαν. Εν τούτοις οι Έλληνες
καλούσι τους Βουδίνους Γελωνούς, πλην κακώς τους ονομάζουσιν ούτω.
Η χώρα των όλη είναι κατάφυτος από διάφορα δάση· εις το πυκνότερον
δε αυτών είναι μεγάλη και ευρεία λίμνη περικυκλουμένη υπό ελών και
καλάμων. Εις αυτήν αγρεύονται ενύδριες, κάστορες και άλλα ζώα
τετραγωνοπρόσωπα των οποίων τα δέρματα χρησιμεύουσιν ως
περιφράματα των σισυρών, οι δε όρχεις αυτών είναι χρήσιμοι προς
θεραπείαν της υστέρας.
110. Διά τους Σαυρομάσας λέγουσι τα εξής. Ότε οι Έλληνες
επολέμησαν τας Αμαζόνας (καλούσι δε οι Σκύθαι τας Αμαζόνας
Οιόρπατα, όπερ σημαίνει Ελληνιστί ανδροκτόνοι· διότι _οιόρ_
σημαίνει ανήρ και _πάτα_ κτείνειν), τότε λέγεται ότι οι Έλληνες
νικήσαντες εις την μάχην του Θερμώδοντος απέπλευσαν με τρία πλοία
συμπαραλαβόντες όσας Αμαζόνας ηδυνήθησαν να ζωγρήσωσι, και ότι
αυταί εις το πέλαγος, επιπεσούσαι κατά των ανδρών εφόνευσαν
αυτοίς. Πλην ούτε πλοίον ήξευρον, ούτε εγνώριζον την χρήσιν του
πηδαλίου, ούτε των ιστίων, ούτε των κωπών, και αφού εφόνευσαν τους
άνδρας εφέροντο όπου τας ώθουν τα κύματα και ο άνεμος και έφθασαν
ούτω εις τους Κρημνούς της Μαιώτιδος λίμνης. Είναι δε οι Κρημνοί
μέρος της χώρας των ελευθέρων Σκυθών. Εκεί αι Αμαζόνες ωδοιπόρουν
προς τους κατωκημένους τόπους· την πρώτην όμως αγέλην ίππων την
οποίαν απήντησαν την διήρπασαν και αναβάσαι επί των ίππων τούτων
ελεηλάτουν την χώραν των Σκυθών.
111. Οι δε Σκύθαι δεν ηδύναντο να εννοήσωσι το πράγμα, διότι ούτε
την ενδυμασίαν, ούτε το έθνος, ούτε την γλώσσαν των εγνώριζον,
αλλ' εθαύμαζον πόθεν ήλθον και τας ενόμιζον ότι ήσαν άνδρες
έχοντες όλοι την αυτήν ηλικίαν· τέλος τας επολέμησαν. Μετά την
μάχην όμως οι Σκύθαι έλαβόν τινα πτώματα και ανεγνώρισαν ότι ήσαν
γυναίκες. Συνεσκέφθησαν λοιπόν και απεφάσισαν να μη τας φονεύωσι
πλέον, αλλά να πέμψωσιν εις αυτάς αριθμόν τινα νέων ανάλογον με το
πλήθος των Αμαζόνων, παραγγέλλοντες εις τους νέους τούτους να
στρατοπεδεύσωσι πλησίον των και να τας μιμώνται καθ' όλα· εάν τους
καταδιώκωσι, να μη τας πολεμώσιν, αλλά να φεύγωσι· και όταν αύται
παύωσι την καταδίωξιν, να επιστρέφωσι και να στρατοπεδεύσωσι
πλησίον των. Τούτο το σχέδιον παρεδέχθησαν οι Σκύθαι, θέλοντες να
τεκνοποιήσωσιν εξ αυτών.
112. Πεμφθέντες λοιπόν οι νεανίσκοι εξετέλουν τα προσταχθέντα.
Ιδούσαι δε αι Αμαζόνες ότι ούτοι δεν ήλθον διά να τας
κακοποιήσωσι, τους άφινον ησύχους, και τοιουτοτρόπως ημέρα τη
ημέρα επλησίαζον τα στρατόπεδα περισσότερον. Δεν είχον δε οι
νεανίσκοι, καθώς ούτε αι Αμαζόνες, άλλο ειμή τα όπλα και τους
ίππους των, ώστε έζων και αυτοί της ιδίαν ζωήν με τας Αμαζόνας,
θηρεύοντες και λεηλατούντες.
113. Κατά την μεσημβρίαν συνείθιζον αι Αμαζόνες να αποχωρίζονται
αλλήλων και να διασκορπίζωνται ανά μία ή ανά δύο όπως αναπαυθώσιν.
Οι Σκύθαι παρετήρησαν τούτο και έπραττον το αυτό· είς δ' εξ αυτών
πλησιάσας μίαν των μονωθεισών εχαριεντίζετο πλησίον της· και η
Αμαζών δεν τον απώθησεν αλλά τον άφησε να πράξη ό,τι ήθελε. Και να
τω ομιλήση μεν δεν ηδύνατο, διότι δεν ενόουν αλλήλους· με
χειρονομίας όμως τω είπε να έλθη την ακόλουθον ημέραν εις το ίδιον
μέρος φέρων και ένα άλλον ομού ώστε να γίνωσι δύο, και ότι θα φέρη
και αυτή μίαν άλλην. Αναχωρήσας εκείθεν ο νεανίας διηγήθη το
συμβάν εις τους άλλους, και την επομένην ημέραν επέστρεψεν εις την
αυτήν θέσιν συνοδευόμενος παρ' ενός άλλου Σκύθου και εύρε την
Αμαζόνα περιμένουσαν μετά μιας άλλης. Οι λοιποί νεανίσκοι,
μαθόντες τα γενόμενα, ημέρωσαν και αυτοί τας λοιπάς Αμαζόνας.
114. Έπειτα τα δύο στρατόπεδα _ηνώθησαν_· όλοι έμενον ομού και
έκαστος είχεν ως γυναίκα εκείνην με την οποίαν είχε μιχθή εξ
αρχής. Και οι μεν άνδρες δεν ηδύναντο να μάθωσι την γλώσσαν των
γυναικών, αι γυναίκες όμως έμαθον την των ανδρών. Αφού δε ήρχισαν
να εννοώσιν αλλήλους, οι άνδρες είπον προς τας Αμαζόνας τα
ακόλουθα. «Έχομεν γονείς, έχομεν κτήματα· λοιπόν ας παύσωμεν πλέον
διάγοντες τοιαύτην ζωήν· ας αναχωρήσωμεν, ας ζήσωμεν με τους
άλλους σεις μόναι θα ήσθε γυναίκες ημών και ουχί άλλαι.» Εκείναι
δε απεκρίθησαν· «Ημείς ποτέ δεν θα δυνηθώμεν να κατοικήσωμεν μετά
των υμετέρων γυναικών, διότι δεν έχομεν τα ίδια με αυτάς έθιμα·
ημείς τοξεύομεν, ιππεύομεν, γυναικεία δε έργα δεν εμάθομεν. Αι
υμέτεραι γυναίκες δεν κάμνουσι τίποτε από όσα ανεφέραμεν, αλλ'
ενασχολούνται εις έργα γυναικεία με τας αμάξας των, μήτε προς
θήραν εξερχόμεναι μήτε πράττουσαι άλλο τι παρόμοιον. Τούτου ένεκα
ποτέ δεν θα συμφωνήσωμεν. Αλλ' εάν επιθυμήτε να μας έχετε γυναίκας
και να φανήτε ότι είσθε άνθρωποι δίκαιοι, υπάγετε εις τους γονείς
σας, λάβετε το ανάλογόν σας εκ των κτημάτων σας, και όταν
επιστρέψετε συγκατοικούμεν εις ιδικόν μας τόπον.»
115. Οι νεανίσκοι επείσθησαν και έπραξαν ταύτα. Αφού δε λαβόντες
το ανάλογον των κτημάτων επέστρεψαν προς τας Αμαζόνας, αύται τοις
είπον· «Ημείς φοβούμεθα και δεν τολμώμεν να κατοικώμεν εις ταύτην
την χώραν, όπου αφ' ενός μεν σας εστερήσαμεν των πατέρων σας, αφ'
ετέρου δε επροξενήσαμεν πολλάς ζημίας. Επειδή όμως μας κρίνετε
αξίας να μας έχετε γυναίκας σας, πράξατε τα ακόλουθα ομού με ημάς.
Ας αναχωρήσωμεν, ας αφήσωμεν την γην ταύτην και ας υπάγωμεν να
κατοικήσωμεν εις το απέναντι μέρος του ποταμού Τανάιδος.
116. Οι νεανίσκοι επείσθησαν και εις τούτο, και διαβάντες τον
Τάναϊ ωδοιπόρησαν τριών μεν ημερών οδόν προς ανατολάς από του
Τανάιδος, τριών δε προς βοράν από της Μαιώτιδος λίμνης. Φθάσαντες
εις τούτο το μέρος, εις το οποίον κατοικούσι σήμερον,
εγκατεστάθησαν εις αυτό. Έκτοτε δε αι γυναίκες των Σαυροματών
διετήρησαν τα παλαιά έθιμα, θηρεύουσαι έφιπποι μετά των ανδρών των
και άνευ αυτών, συχνάζουσαι εις τον πόλεμον και ενδυόμεναι ως οι
άνδρες των.
117. Οι Σαυρομάται ομιλούσι την Σκυθικήν γλώσσαν αναμιγνύοντες
ανέκαθεν εις αυτήν σολοικισμούς, επειδή αι Αμαζόνες ποτέ δεν την
έμαθον καλώς. Ο δε νόμος των γάμων είναι τοιούτος· ουδεμία
παρθένος νυμφεύεται πριν φονεύση άνδρα πολέμιον. Τινές δε
γηράσκουσι χωρίς να νυμφευθώσι, μη δυνηθείσαι να εκπληρώσωσι τον
νόμον.
118. Έφθασαν λοιπόν οι απεσταλμένοι των Σκυθών καθ' ην στιγμήν οι
βασιλείς των εθνών τούτων ήσαν συναθροισμένοι και τοις είπον ότι
οι Πέρσαι, αφού υπέταξαν όλην την άλλην ήπειρον, εγεφύρωσαν τον
Βόσπορον, ότι διέβησαν εις την ήπειρον ταύτην, ότι υπέταξαν τους
Θράκας και εγεφύρωσαν τον Ίστρον ποταμόν, και ότι ο βασιλεύς των
θέλει να καθυποτάξη και όλα αυτά τα μέρη. «Εμείς λοιπόν,
προσέθηκαν, μη θελήσετε κατ' ουδένα τρόπον να μείνετε αδιάφοροι
και να μας αφήσετε να καταστραφώμεν, αλλ' ενούμενοι ας
αντιταχθώμεν από κοινού κατά του επερχομένου πολεμίου. Δεν θα
πράξετε τούτο; τότε ημείς πιεζόμενοι ή θα εγκαταλείψωμεν την
χώραν, ή μένοντες θα παραδοθώμεν διά συνθήκης, διότι τι δυνάμεθα
να πράξωμεν εάν δεν θελήσετε να μας βοηθήσετε; Αλλά τότε δεν θα
πάθετε και υμείς ολιγώτερα, επειδή ο Πέρσης ήλθεν ου μόνον δι'
ημάς αλλά και διά σας, ουδέ αφού καταστρέψη ημάς θα σας αφήση
ησύχους. Μέγα δε μαρτύριον των λόγων τούτων είναι το εξής· εάν ο
Πέρσης εξεστράτευε καθ' ημών μόνων θέλων να μας εκδικηθή διά την
προλαβούσαν δούλωσιν, έπρεπε να στρατεύση μόνον καθ' ημών και να
αφήση όλους τους άλλους· τότε τωόντι ήθελε δείξει σαφώς ότι μόνον
κατά των Σκυθών ελαύνει και ουχί κατά των άλλων· αλλ' άμα διέβη
εις την ήπειρον ταύτην, υπέταξεν όλους τους λαούς όσους εύρεν
εμπρός του. Υπέταξε δε και τους άλλους Θράκας, και τους
πλησιεστάτους γείτονας μας Γέτας»
119. Ταύτα ειπόντων των Σκυθών, συνεσκέπτοντο οι εκ διαφόρων εθνών
ελθόντες βασιλείς και αι γνώμαι αυτών διηρέθησαν. Ο μεν Γελωνός, ο
Βουδίνος και ο Σαυρομάτης, ενωθέντες υπεσχέθησαν να βοηθήσωσι τους
Σκύθας· ο δε Αγάθυρσος, ο Νευρός, ο Ανδροφάγος και οι βασιλείς των
Μελαγχλαίνων και των Ταύρων απεκρίθησαν εις τους απεσταλμένους τα
εξής «Εάν δεν ηδικείτε πρότερον τους Πέρσας και δεν ηρχίζατε
πρώτοι τον πόλεμον, θα εφαίνεσθε ότι ομιλείτε ορθώς ζητούντες αυτά
τα οποία ζητείτε, και ημείς ακούοντες όσα είπατε ηθέλομεν σας
βοηθήσει· αλλ' υμείς εισεβάλετε εις την γην των άνευ ημών και
εβασιλεύσατε επί των Περσών εφ' όσον χρόνον σας επέτρεψε τούτο ο
θεός, σήμερον δε εκείνοι, παρακινούμενοι υπό του αυτού θεού, σας
αποδίδουσι τα ίσα. Ημείς δε και τότε δεν τους ηδικήσαμεν, και τώρα
θα προσπαθήσωμεν να μη τους αδικήσωμεν πρώτοι. Εάν όμως ο βασιλεύς
των έλθη και κατά της ιδικής μας γης και αρχίση να μας αδική, τότε
και ημείς δεν θα μείνωμεν αργοί, καθότι φρονούμεν ότι οι Πέρσαι
δεν ήλθον καθ' ημών αλλά κατά των αιτίων της εις αυτούς γενομένης
αδικίας.»
120. Μαθόντες την απόκρισιν ταύτην οι Σκύθαι, παρητήθησαν μεν
πάσης μάχης φανεράς, επειδή δεν συνεμάχησαν μετ' αυτών όλοι,
απεφάσισαν δε να αναχωρήσωσι λαμβάνοντες τα ποίμνιά των, να
συγχώνωσι κατά την πορείαν των τα φρέατα και τας κρήνας, να
καταπατώσι την χλόην της γης και να διαιρεθώσιν εις δύο σώματα.
Και το μεν έν, του οποίου αρχηγός ήτο ο Σκώπασις, διετάχθη να
πλησιάση τους Σαυρομάτας, να προσκαλέση αυτούς εν περιπτώσει καθ'
ην ο Πέρσης ήθελε λάβει αυτήν την διεύθυνσιν, και να φύγη κατ'
ευθείαν προς τον Τάναϊν παραπορευόμενος την Μαιώτιδα λίμνην· να
επιπίπτη δε εξ εναντίας κατ' αυτού οσάκις υποχωρή και να τον
καταδιώκη. Αύτη ήτο η πρώτη μοίρα των βασιλικών Σκυθών ήτις
διετάχθη να ακολουθήση την οδόν την οποίαν περιέγραψα. Το δεύτερον
σώμα (ήτοι αι δύο άλλαι μοίραι των βασιλικών Σκυθών, η μεγάλη της
οποίας άρχων ήτο ο Ιδάνθυρσος και η τρίτη της οποίας άρχων ήτο ο
Τάξακις, ηνωμέναι μετά των Γελωνών και των Βουδίνων) διετάχθη να
μένη πάντοτε μακράν από τους Πέρσας μιας ημέρας οδόν και να τους
αποπλανά υποχωρόν και πράττον τα συμφωνηθέντα. Και πρώτον μεν να
τους φέρη κατ' ευθείαν εις τας χώρας εκείνων οίτινες απεποιήθησαν
την συμμαχίαν των διά να περιπλέξη και τούτους εις τον πόλεμον·
και εάν εκουσίως δεν εδέχθησαν να πολεμήσωσι τους Πέρσας, να
αναγκασθώσι τουλάχιστον διά του μέσου τούτου να επιχειρήσωσι τον
πόλεμον. Κατόπιν διετάχθη το σώμα τούτο να εισέλθη πάλιν εις την
χώραν και να πολεμήση τους Πέρσας εάν κρίνη την περίστασιν
αρμοδίαν.
121. Ταύτα αποφασίσαντες οι Πέρσαι [-»Σκύθες] εξήλθον εις απάντησιν
των στρατευμάτων του Δαρείου, αποστείλαντες ως προδρόμους τους
αρίστους των ιππέων. Τας δε αμάξας, εις τας οποίας διαιτώντο τα
τέκνα και αι γυναίκες όλαι, όλα τα ζώα πλην εκείνων τα οποία ήσαν
αναγκαία διά τροφήν, τόσα αφήσαντες, έπεμψαν τα άλλα ομού με τας
αμάξας παραγγείλαντες να διευθυνθώσι προς βοράν.
122. Ταύτα λοιπόν επέμφθησαν εμπρός, οι πρόδρομοι δε των Σκυθών
συνήντησαν τους Πέρσας απέχοντας τριών ημερών οδόν από του Ίστρου.
Και ούτοι μεν ευρόντες τούτους εστρατοπεδεύσαντο εις απόστασιν
οδού μιας ημέρας και κατέστρεψαν τα φυτά της γης, οι δε Πέρσαι άμα
είδον ότι ενεφανίσθη το ιππικόν των Σκυθών, εκίνησαν εναντίον των
και ηκολούθουν τα ίχνη αυτών υποχωρούντων· έπειτα δε (επειδή οι
Σκύθαι διευθύνθησαν προς την πρώτην μοίραν) τους εδίωκον φεύγοντας
προς ανατολάς και προς τον Τάναϊν. Οι Σκύθαι έφθασαν τον ποταμόν
τούτον και τον διέβησαν· οι Πέρσαι τον διέβησαν και αυτοί και τους
κατεδίωκον εις την άλλην όχθην. Αμφότεροι δε, διεξελθόντες την
χώραν των Σαυροματών, έφθασαν εις την των Βουδίνων.
123. Ενόσω οι Πέρσαι επορεύοντο διά μέσου της Σκυθικής και της
Σαυρομάτιδος χώρας δεν είχον τίποτε να καταστρέψωσι, της χώρας
ούσης χέρσου, εισελθόντες όμως εις την των Βουδίνων, εύρον την
ξυλίνην πόλιν την οποίαν κενώσαντες οι κάτοικοι από όλα τα
πράγματα είχον εγκαταλίπει, ενέπρησαν αύτην. Τούτο δε πράξαντες,
επανέλαβον την καταδίωξιν μέχρις ου διήλθον την χωράν των Βουδίνων
και έφθασαν εις την έρημον όπου ουδεμία φυλή ανθρωπίνη κατοικεί
και ήτις εκτείνεται επί επτά ημερών οδόν. Ανωτέρω της ερήμου
ταύτης οικούσιν οι Θυσσαγέται, και εκ του τύπου τούτου ρέουσι
τέσσαρες μεγάλοι ποταμοί οίτινες, διερχόμενοι διά των Μαιωτών,
χύνονται εις την λίμνην την καλουμένων Μαιώτιδα, και των οποίων τα
ονόματα είναι Λύκος, Όαρος, Τάναϊς και Σύργις.
124. Όταν ο Δαρείος ήλθεν εις την έρημον διέκοψε την πορείαν του
και παρέταξε τον στρατόν του εις τας όχθας του ποταμού Οάρου.
Τούτο πράξας έκτισεν οκτώ τείχη μεγάλα απέχοντα απ' αλλήλων
εξίσου, ήτοι εξήκοντα ακριβώς στάδια, των οποίων τα ερείπια
εσώζοντο έτι εις την εποχήν μου. Ενώ δε ησχολείτο εις τας εργασίας
ταύτας, οι Σκύθαι τους οποίους είχε καταδιώξει καταβάντες εκ των
άνω εισήλθον διά περιστροφής εις την χώραν των. Εγένοντο λοιπόν
εντελώς άφαντοι, και επειδή δεν παρουσιάζοντο πλέον ενώπιόν του, ο
Δαρείος τα μεν τείχη εκείνα αφήκεν ημιτελή, αυτός δε υποστρέψας
διευθύνθη προς δυσμάς, νομίζων ότι όλοι αυτοί ήσαν Σκύθαι και ότι
έφευγον προς το μέρος εκείνο.
125. Ταχύνων την πορείαν επανεύρε τας δύο μοίρας των Σκυθών εις
την Σκυθικήν. Ήρχισε λοιπόν πάλιν να τους καταδιώκη, αλλ' αυτοί,
απέχοντες πάντοτε απ' αυτού μιας ημέρας οδόν, υπεχώρουν. Και
επειδή ο Δαρείος δεν παρητείτο της καταδιώξεως, οι Σκύθαι κατά το
σχέδιόν των έφευγον προς την γην των αρνηθέντων την συνδρομήν των
και πρώτον ήλθον εις την γην των Μελαγχλαίνων. Αφού δε εισελθόντες
εις αυτήν, τους ετάραξαν και οι Σκύθαι και οι Πέρσαι, οι Σκύθαι
έφερον τους Πέρσας εις τους τόπους των Ανδροφάγων. Ταραχθέντων δε
και τούτων, εισήλθον εις τους Νευρούς. Ταρασσομένων δε και τούτων,
υποχωρούντες οι Σκύθαι έφθασαν εις τους Αγαθύρσους. Οι δε
Αγάθυρσοι βλέποντες τους ομόρους των φεύγοντας ένεκα των Σκυθών
και ταραττομένους, έπεμψαν κήρυκα προς τους Σκύθας και τοις
απηγόρευσαν να διέλθωσι τα σύνορα, απειλούντες ότι εάν
αποπειραθώσι τούτο, θα έχωσι πρώτον να πολεμήσωσι με αυτούς. Ταύτα
μηνύσαντες οι Αγάθυρσοι έδραμον ένοπλοι εις τα μεθόρια, απόφασιν
έχοντες να αποκρούσωσι την εισβολήν, ενώ οι Μελάγχλαινοι, οι
Ανδροφάγοι και οι Νευροί, άμα οι Πέρσαι καταδιώκοντες τους Σκύθας
εισήλθον εις τα μέρη των, λησμονήσαντες τας προηγουμένας απειλάς,
έφυγον τεταραγμένοι εις την έρημον προς βοράν. Οι δε Σκύθαι εις
μεν τους Αγαθύρσους απαγορεύσαντας δεν εισήλθον, αλλ' εξελθόντες
εκ της χώρας των Νευρών έσυραν τους Πέρσας εις την ιδικήν των
χώραν.
126. Επειδή δε τούτο εξηκολούθει επί πολύν χρόνον, ο Δαρείος
έπεμψεν ιππέα προς τον βασιλέα των Σκυθών Ιδάνθυρσον και είπε τα
εξής· «Ω κάκιστε άνθρωπε, διατί φεύγεις πάντοτε, ενώ από σου
εξαρτάται να πράξης έν εκ των δύο; Νομίζεις ότι είσαι ικανός να
εναντιωθής εις την δύναμίν μου; στήθι, παύσον να πλανάσαι και
πολέμησον. Αναγνωρίζεις ότι είσαι ασθενέστερος; παύσον πάλιν αυτήν
την περιπλάνησιν και φέρε εις τον δεσπότην σου χώμα και ύδωρ·
έπειτα διαπραγματευόμεθα;»
127. Εις ταύτα ο βασιλεύς των Σκυθών Ιδάνθυρσυς απεκρίθη· «Ούτως
έχουσι τα κατ' εμέ, ω Πέρσα· εγώ ακόμη δεν έφυγα φοβηθείς κανένα
άνθρωπον, ούτε πρότερον ούτε τώρα φεύγω σε· ούτε πράττω σήμερον
άλλο παρ' ό,τι πράττω συνήθως και εν ειρήνη. Διατί δε δεν σε
πολεμώ αμέσως, θα σοι το είπω. Ημείς ούτε πόλεις έχομεν ούτε γαίας
καλλιεργημένας ώστε φοβηθέντες μήπως τας κυριεύσης ή τας διαρπάσης
να σπεύσωμεν να σε πολεμήσωμεν. Εάν εν τούτοις θέλης αφεύκτως
πόλεμον, έχομεν τους τάφους των πατέρων μας· υπάγετε, εύρετε
αυτούς, δοκιμάσατε να τους πειράξετε, και τότε θα ιδήτε εάν θα
πολεμήσωμεν διά τους τάφους τούτους ή εάν δεν θα πολεμήσωμεν. Προ
τούτου, άνευ αιτίας δεν θα συμπλακώμεν μετά σου. Και περί μεν της
μάχης αρκούσι ταύτα, δεσπότας μου δε εγώ νομίζω μόνον τον Δια τον
προπάτορά μου και την Εστίαν την βασίλισσαν των Σκυθών. Αντί δε να
σοι δώσω χώμα και ύδωρ, θα σοι πέμψω δώρα αρμόδια να σοι
προσφερθώσι, και αντί του λόγου τον οποίον με είπες ότι είσαι
δεσπότης μου, σοι λέγω να κλαύσης.» Με ταύτα αναλογούσιν όσα είπον
οι Σκύθαι.
128. Ο μεν κήρυξ λοιπόν ανεχώρησε διά να αναγγείλη ταύτα εις τον
Δαρείον, οι δε βασιλείς των Σκυθών αφού ήκουσαν το όνομα της
δουλείας επλήσθησαν οργής. Και την μεν υπό τον Σκώπασιν μοίραν
μετά των Σαυροματών πέμπουσι προς τους Ίωνας τους φυλάσσοντας την
γέφυραν του Ίστρου διά να έλθη εις ομιλίαν με αυτούς, οι δε
υπολειπόμενοι του στρατού απεφάσισαν να μη πλανώσι πλέον τους
Πέρσας, αλλά να επιπίπτωσι κατ' αυτών οσάκις εκάθηντο διά να
φάγωσιν. Όταν λοιπόν έβλεπον τους στρατιώτας του Δαρείου
καθημένους διά να φάγωσιν, έπραττον τα αποφασισθέντα. Και το μεν
ιππικόν των Σκυθών πάντοτε έτρεπεν εις φυγήν το ιππικόν των
Περσών, οι δε ιππείς των Περσών φεύγοντες κατέφευγαν εις το πεζόν·
οι δε Σκύθαι αφού έτρεπον το ιππικόν υπέστρεφον φοβούμενοι τον
πεζόν στρατόν. Τοιαύτας προσβολάς έκαμνον οι Σκύθαι και κατά τας
νύκτας.
129. Θα αναφέρω ενταύθα παράδοξόν τι το οποίον εβοήθει τους Πέρσας
και έβλαπτε τους Σκύθας ότε επέπιπτον κατά του στρατοπέδου του
Δαρείου· τούτο ήτο η φωνή των όνων και η θέα των ημιόνων, διότι
εις την Σκυθίαν δεν γεννώνται μήτε ημίονοι μήτε όνοι, ως εφανέρωσα
προηγουμένως, ουδέ ευρίσκεται παντελώς εις την χώραν όλην ή όνος ή
ημίονος ένεκα του ψύχους. Οι όνοι λοιπόν αγχωμένοι ετάραττον το
ιππικόν των Σκυθών, και πολλάκις, ότε οι Σκύθαι ώρμων κατά των
Περσών, οι ίπποι ακούοντες την φωνήν των όνων, εταράσσοντο και
έστρεφον οπίσω εκπληττόμενοι και ορθούντες τα ώτα των, ως ίπποι μη
ακούσαντες άλλοτε τοιαύτην φωνήν μήτε ιδόντες τοιαύτας μορφάς.
Αλλά τούτο ήκιστα εμπόδιζε τον πόλεμον.
130. Εν τούτοις οι Σκύθαι βλέποντες τους Πέρσας θορυβουμένους
εμηχανεύθησαν τα εξής διά να τους κρατήσωσι περισσότερον εις την
Σκυθίαν, όπως βλάπτωνται παραμένοντες και στερούμενοι των πάντων.
Αφίνοντες ζώα τινα μετά των βοσκών, έφευγον εις άλλο μέρος· οι δε
Πέρσαι επερχόμενοι ελάμβανον τα ζώα και εμεγαλοφρόνουν διά το
κατόρθωμα τούτο.
131. Επειδή δε πολλάκις εγένετο το στρατήγημα τούτο, τέλος ο
Δαρείος περιήλθεν εις μεγάλην απορίαν. Οι βασιλείς των Σκυθών
μαθόντες τούτο έπεμψαν κήρυκα φέροντα δώρα εις τον Δαρείον έν
πτηνόν, ένα μυν, ένα βάτραχον και πέντε βέλη. Οι Πέρσαι ηρώτησαν
τον φέροντα τα δώρα ποίαν έννοιαν είχον τα διδόμενα, εκείνος δε
απεκρίνετο ότι ουδέν άλλο εγίνωσκεν ή να τα δώση και να αναχωρήση
τάχιστα· προσέθετε δε ότι εάν ήσαν σοφοί άνθρωποι οι Πέρσαι, αυτοί
έπρεπε να εννοήσωσι τι εσήμαινον τα δώρα. Ταύτα ακούσαντες οι
Πέρσαι συνεσκέπτοντο.
132. Και η μεν γνώμη του Δαρείου ήτο ότι οι Σκύθαι παραδίδονται
εις αυτόν και τω προσφέρουσι χώμα και ύδωρ, εικάζων τούτο εκ του
ότι ο μεν μυς γεννάται εντός της γης και τρώγει τους αυτούς
καρπούς με τον άνθρωπον, ο δε βάτραχος γεννάται εις το ύδωρ, το δε
πτηνόν ομοιάζει τα μάλιστα με τον ίππον, τα δε βέλη ότι
παραδίδουσι την δύναμίν των. Αύτη ήτο η γνώμη του Δαρείου, εναντία
όμως ήτο η του Γωβρύου ενός των επτά ανδρών των φονευσάντων τον
μάγον, όστις έλεγεν ότι τα δώρα εσήμαινον· «Ω Πέρσαι, εάν δεν
γίνετε πτηνά και να πετάξετε εις τον ουρανόν, ή μύες διά να
κρυβήτε υπό την γην, ή βάτραχοι διά να πηδήσετε εις τας λίμνας,
δεν θα επιστρέψετε οπίσω αλλά θα πέσετε υπό τα βέλη ταύτα.»
133. Οι μεν Πέρσαι ούτως εξήγουν τα δώρα, η δε μοίρα των Σκυθών
εκείνη ήτις εξ αρχής είχε την εντολήν να φυλάττη την Μαιώτιδα
λίμνην και ήτις κατ' εκείνην την στιγμήν είχεν αναχωρήσει διά να
έλθη εις λόγους με τους επί του Ίστρου Ίωνας, έφθασεν εις την
γέφυραν. Άμα δε έφθασεν, είπε ταύτα· «Άνδρες Ίωνες, ερχόμεθα να
σας φέρωμεν την ελευθερίαν, εάν θέλετε να μας ακούσετε. Ηξεύρομεν
ότι ο Δαρείος σας διέταξε να φυλάττετε την γέφυραν ταύτην εξήκοντα
μόνον ημέρας, επιτρέπων υμίν να αναχωρήσετε εις την χώραν σας εάν
εν τούτω τω μεταξύ δεν επιστρέψη. Τώρα λοιπόν εάν πράξετε ως σας
λέγομεν, ούτε εκείνος θα δυνηθή να σας μεμφθή ούτε ημείς· επειδή
παρεμείνατε τας διωρισμένας ημέρας, αναχωρήσατε πλέον.» Και οι μεν
Σκύθαι, επειδή οι Ίωνες υπεσχέθησαν να πράξωσι τούτο, έσπευσαν να
αναχωρήσωσιν όσον τάχιστα.
134. Μετά δε τα δώρα τα σταλέντα εις τον Δαρείον οι μείναντες
Σκύθαι, πεζόν και ιππικόν, αντετάχθησαν διά να πολεμήσωσι τους
Πέρσας. Ενώ δε ήσαν παρατεταγμένοι οι Σκύθαι, διέσχισε τας τάξεις
αυτών λαγός. Τούτου φανέντος όλοι έσπευσαν προς καταδίωξιν του.
Επειδή δε εγίνετο ταραχή και βοή μεγάλη, ηρώτησεν ο Δαρείος την
αιτίαν δι' ην εθορύβουν οι αντιπαρατεταγμένοι πολέμιοι. Μαθών δε
ότι εδίωκον τον λαγόν, είπε προς εκείνους με τους οποίους
συνείθιζε να ομιλή· «Οι άνθρωποι ούτοι πολύ μας καταφρονούσι και
νομίζω ότι ο Γωβρύας πολύ καλώς εξήγησε τα δώρα των. Επειδή λοιπόν
και εγώ κρίνω ότι ούτως έχουσι τα πράγματα, είναι ανάγκη να
σκεφθώμεν καλώς περί της ασφαλούς επιστροφής μας.» Προς ταύτα ο
Γωβρύας είπεν· «Ω βασιλεύ, εγώ και εξ ακοής μεν ήξευρον την
πτωχείαν των ανθρώπων τούτων, αφότου όμως ήλθον έμαθον
περισσότερα, βλέπων αυτούς να μας εμπαίζωσι. Φρονώ λοιπόν, άμα
επέλθη η νυξ, να ανάψωμεν τα πυρά μας όπως εσυνειθίζαμεν να
πράττωμεν, να απατήσωμεν τους στρατιώτας όσοι είναι ασθενέστατοι
εις τας ταλαιπωρίας, να δέσωμεν όλους τους όνους και να
αναχωρήσωμεν πριν οι Σκύθαι προχωρήσωσιν εις τον Ίστρον και κόψωσι
την γέφυραν, ή οι Ίωνες πράξωσί τι το οποίον ειμπορεί να μας
αφανίση.» Ο μεν Γωβρύας ταύτα συνεβούλευσεν.
135. Αφού δε εγένετο νυξ, ο Δαρείος ηκολούθησε την συμβουλήν
ταύτην· αφήκεν εις το στρατόπεδον τους ασθενείς στρατιώτας και
εκείνους των οποίων η απώλεια δεν θα ήτο επαισθητή· αφήκεν επίσης
και τους όνους δεδεμένους. Αφήκε δε τους όνους και τους ασθενείς
διά την εξής αιτίαν· τους όνους διά να κάμνωσι βοήν, τους δε
ανθρώπους διά την ασθένειάν των, μεταχειρισθείς όμως την πρόφασιν
ότι αυτός μεν μετά του υγιούς στρατού έμελλον να επιτεθώσι κατά
των Σκυθών, αυτοί δε να φυλάττωσι το στρατόπεδον κατ' αυτό το
διάστημα. Ταύτα παραγγείλας ο Δαρείος εις τους υπολειπομένους και
ανάψας πυρά, διευθύνθη ταχέως προς τον Ίστρον. Μείναντες δε μόνοι
οι όνοι, τόσον μάλλον εφώναζον ένεκα τούτου, και οι Σκύθαι
ακούοντες τας φωνάς αυτών πληρούσας, όλην την χώραν, ενόμιζον ότι
οι Πέρσαι ήσαν εκεί ακόμη.
136. Ημέρας γενομένης, εννοήσαντες οι υπολειφθέντες ότι τους
επρόδοσεν ο Δαρείος, έτεινον τας χείρας εις τους Σκύθας και τοις
διηγήθηκαν τα συμβαίνοντα. Άμα ήκουσαν ταύτα οι Σκύθαι ήνωσαν
αμέσως τας δύο μοίρας, παρέλαβον μεθ' εαυτών τους Σαυρομάτας, τους
Βουδίνους και τους Γελωνούς και κατεδίωκον τους Πέρσας κατ'
ευθείαν προς τον Ίστρον. Επειδή όμως το Περσικόν στράτευμα
συνέκειτο κατά το πλείστον εκ πεζικού και δεν εγνώριζε τας οδούς
καθότι αύται δεν ήσαν τετμημέναι, οι δε Σκύθαι ήσαν όλοι ιππείς
και εγνώριζον τας συντομωτέρας οδούς, δεν απηντήθησαν, αλλ' οι
Σκύθαι επρόλαβον και έφθασαν εις την γέφυραν πολύ προ των Περσών.
Ιδόντες δε ότι οι Πέρσαι δεν είχον φθάσει ακόμη, είπον προς τους
Ίωνας όντας εις τα πλοία των· «Άνδρες Ίωνες, και ο αριθμός των
ημερών σας παρήλθε και άδικον κάμνετε μένοντες εδώ ακόμη. Επειδή
όμως μέχρι τούδε εμείνατε υπό φόβου, τώρα λύσατε την γέφυραν,
αναχωρήσατε τάχιστα χαρήτε διά την ελευθερίαν σας και
ευχαριστήσατε τους θεούς και τους Σκύθας. Όσον αφορά εκείνον όστις
πρότερον ήτο δεσπότης σας, ημείς θα τον διορθώσωμεν ούτως ώστε να
μη δύναται πλέον να εκστρατεύση κατ' ουδενός έθνους.»
137. Ταύτα ακούσαντες οι Ίωνες συνεσκέπτοντο. Και του μεν
Μιλτιάδου του Αθηναίου, στρατηγού και τυράννου των εν τω
Ελλησπόντω χερσονησιτών, η γνώμη ήτο να πεισθώσιν εις τους λόγους
των Σκυθών και να ελευθερώσωσι την Ιωνίαν, του δε Ιστιαίου του
Μιλησίου η γνώμη ήτο εναντία· ούτος έλεγεν ότι τώρα μεν ένεκα του
Δαρείου έκαστος αυτών ήτο τύραννος μιας πόλεως· καταστρεφομένης
όμως της δυνάμεως του Δαρείου, ούτε αυτός θα ηδύνατο πλέον να
κυβερνά τους Μιλησίους ούτε άλλος τις άλλην τινά πόλιν, καθότι
εκάστη πόλις θα ζητήση να δημοκρατήται μάλλον ή να τυραννεύεται.
Αίφνης όλοι εκείνοι όσοι πρότερον είχον παραδεχδή την γνώμην του
Μιλτιάδου, συνετάχθησαν με την γνώμην του Ιστιαίου.
138. Οι δε δόντες την ψήφον των, οίτινες και μεγάλην υπόληψιν
έχαιρον παρά τω βασιλεί, ήσαν οι τύραννοι των Ελλησποντίων Δάφνις
ο Αβυδηνός, Ίπποκλος ο Λαμψακηνός, Ηρόφαντος ο Παριηνός,
Μητρόδωρος ο Προκοννήσιος, Αρισταγόρας ο Κυζικηνός και Αρίστων ο
Βυζάντιος. Και ούτοι μεν ήσαν εκ του Ελλησπόντου, εκ δε της Ιωνίας
ήσαν Στράττις ο Χίος, Αιάκης ο Σάμιος, Λαοδάμας ο Φωκαιεύς και
Ιστιαίος ο Μιλήσιος ούτινος η ψηφοφορηθείσα γνώμη ήτο εναντία της
του Μιλτιάδου. Εκ δε των Αιολέων ο μόνος σημαίνων ήτο ο Κυμαίος
Αρισταγόρας.
139. Ούτοι λοιπόν, αφού παρεδέχθησαν την γνώμην του Ιστιαίου,
απεφάσισαν να πράξωσι και να είπωσι τα εξής· να λύσωσι το μέρος
της γεφύρας το προς τους Σκύθας, να το λύσωσι δε εις όσον διάστημα
δύναται να φθάση βέλος, ίνα, φαινόμενοι ότι πράττουσί τι χωρίς να
πράττωσι τίποτε, εμποδίσωσι τους Σκύθας να μεταχειρισθώσι βίαν και
διαβώσι τον Ίστρον διά της γεφύρας. Λύοντες δε το με την Σκυθικήν
συνεχόμενον μέρος της γεφύρας να είπωσιν ότι θα πράξωσι παν ό,τι
δύνανται διά να ευχαριστήσωσι τους Σκύθας. Ταύτα μεν προσέθησαν
εις την γνώμην του Ιστιαίου, έπειτα δε ο Ιστιαίος απεκρίθη εξ
ονόματος όλων τα εξής· «Ω Σκύθαι, ήλθετε φέροντες εις ημάς αγαθάς
συμβουλάς, και εσπεύσατε εγκαίρως. Καθώς δε ό,τι επράξατε
αποβλέπει εις όφελος ημών, ούτω και ημείς σας υπηρετούμεν κατά την
επιθυμίαν σας· διότι, ως βλέπετε, και την γέφυραν αποσπώμεν, και
πάσαν προθυμίαν θέλομεν καταβάλει, θέλοντες να ήμεθα ελεύθεροι.
Ενώ όμως ημείς λύομεν την γέφυραν, καιρός είναι να ζητήσετε τους
Πέρσας και να τους τιμωρήσετε καθώς πρέπει δι' όσας ύβρεις έκαμον
εις ημάς και εις υμάς.»
140. Οι δε Σκύθαι πιστεύσαντες και δευτέραν φορά τους Ίωνας ότι
ωμίλουν ειλικρινώς υπέστρεψαν προς αναζήτησιν των Περσών, αλλ'
επλανήθησαν όλως διόλου από την οδόν την οποίαν εκείνοι είχον
λάβει. Αίτιοι δε τούτου εγένοντο αυτοί οι ίδιοι καταστρέψαντες τας
βοσκάς των ίππων και συγχώσαντες τας πηγάς των υδάτων. Τωόντι εάν
δεν έκαμναν τας ζημίας ταύτας, θα τοις ήτο εύκολον να εύρωσι τους
Πέρσας όταν ήθελον· τώρα όμως το μέτρον εκείνο το οποίον
προηγουμένως ενόμισαν ως συμφερώτατον, απέβη εις αυτούς βλαβερόν.
Και αφ' ενός μεν οι Σκύθαι εζήτουν τους πολεμίους εις τα μέρη της
χώρας όπου υπήρχον ακόμη βοσκαί και ύδωρ, εικάζοντες ότι ο Δαρείος
διά τούτων των μερών θα έφευγεν· αφ' ετέρου δε οι Πέρσαι,
παρατηρούντες τα ίχνη της προτέρας των οδοιπορίας, επέστρεφον διά
της αυτής οδού ην είχον χαράξει προηγουμένως, και πάλιν μόλις
κατώρθωσαν να φθάσωσιν εις την γέφυραν. Επειδή δε ότε έφθασαν ήτο
νυξ και εύρον την γέφυραν λελυμένην, εφοβήθησαν υπερβολικά μήπως
τους εγκατέλιπον οι Ίωνες.
141. Πλησίον του Δαρείου ήτο Αιγύπτιος τις έχων φωνήν δυνατωτάτην
από όλους τους ανθρώπους. Αυτόν τον άνθρωπον διέταξεν ο Δαρείος να
σταθή εις την όχθην του Ίστρου και να καλέση τον Μιλήσιον
Ιστιαίον. Και ούτος μεν έπραξε ταύτα, ο δε Ιστιαίος ακούσας εις το
πρώτον κέλευμα έφερεν όλα τα πλοία διά να διαπορθμεύσωσι τον
στρατόν, και έζευξε την γέφυραν.
142. Τοιουτοτρόπως οι Πέρσαι διέφυγον, οι δε Σκύθαι ζητούντες
αυτούς απέτυχον και εκ δευτέρου και είπον περί των Ιώνων ότι εάν
μεν τους θεωρήση τις ως ελευθέρους, είναι οι μάλλον άνανδροι και
οι μάλλον ουτιδανοί από όλους τους ανθρώπους, εάν δε τους θεωρήση
ως δούλους, είναι ανδράποδα φιλοδέσποτα ουδεμίαν διάθεσιν έχοντα
να ελευθερωθώσι. Τοιαύτας μομφάς επιρρίπτουσιν οι Σκύθαι κατά των
Ιώνων.
143. Ο δε Δαρείος, πορευόμενος διά της Θράκης, έφθασεν εις την
Σηστόν της Χερσονήσου· εντεύθεν αυτός μεν διέβη μετά των πλοίων
εις την Ασίαν, εν τη Ευρώπη δε κατέλιπε στρατηγόν τον Πέρσην
Μεγάβαζον τον οποίον ποτε ετίμησε μεγάλως ειπών ενώπιον των Περσών
τον εξής λόγον. Ενώ ο Δαρείος ελάμβανε ρόδια και ήνοιγεν έν διά να
το φάγη, ο αδελφός του Αρτάβανος τον ηρώτησε τι επεθύμει να είχε
τόσον πλήθος όσοι ήσαν οι κόκκοι του ροδίου· τότε ο βασιλεύς
απεκρίθη· «Προτιμώ να έχω τόσους Μεγαβάζους παρά την Ελλάδα
υπήκοον.» Και ενώπιον μεν των Περσών με τοιούτους λόγους τον
ετίμα· τότε δε τον άφησε στρατηγόν με ογδοήκοντα χιλιάδας άνδρας
εκ του στρατού.
144. Ο Μεγάβαζος ούτος ένεκα των εξής λόγων τους οποίους είπε
κατέλιπεν αθάνατον μνήμην εις τους Ελλησποντίους. Ευρίσκετο εις το
Βυζάντιον όταν είπον ενώπιόν του ότι οι Καλχηδόνιοι ίδρυσαν
αποικίαν εν τη χώρα δεκαεπτά έτη προ των Βυζαντίων. «Ήσαν λοιπόν
τυφλοί, ανέκραξε· διότι αν δεν ήσαν τυφλοί, πώς εξέλεξαν τον
ασχημότερον τόπον, ενώ ηδύναντο να κατοικίσωσι τον ωραιότερον;» Ο
Μεγάβαζος λοιπόν αφεθείς στρατηγός εις την χώραν των Ελλησποντίων,
υπέταξεν όλους τους μη μηδίζοντας.
145. Και ούτος μεν ταύτα έπραττε· κατά τον αυτόν δε χρόνον εγένετο
μεγάλη αποστολή άλλου στρατού κατά της Λιβύας υπό την πρόφασιν την
οποίαν θα είπω αφού διηγηθώ προηγουμένως τα εξής. Οι απόγονοι των
Αργοναυτών, διωχθέντες εκ της Λήμνου υπό των Πελασγών, οίτινες
είχον αρπάσει τας γυναίκας των Αθηναίων (55), έφθασαν διά θαλάσσης
εις την Λακεδαίμονα, εστρατοπέδευσαν επί του όρους Ταϋγέτου και
ήναψαν εκεί πυρά. Οι Λακεδαιμόνιοι τους είδον και έπεμψαν διά να
τους ερωτήσωσι τινες και πόθεν ήσαν· εκείνοι δε απεκρίθησαν εις
τον άγγελον όστις τους ηρώτα ότι ήσαν μεν Μινύαι, απόγονοι δε των
μετά της Αργούς πλευσάντων ηρώων· καθότι οι ήρωες εκείνοι,
προσορμισθέντες εις την Λήμνον, εγένννησαν αυτούς. Μαθόντες οι
Λακεδαιμόνιοι ότι ήσαν εκ του γένους των Μινυών, έπεμψαν πάλιν διά
να τους ερωτήσωσι την αιτίαν δι' ην ήλθον εις τον τόπον και ήναψαν
πυρά. Εκείνοι δε απεκρίθησαν ότι διωχθέντες υπό των Πελασγών ήλθον
εις τους προγόνους των, ως είναι δίκαιον, και ότι ζητούσι να
συγκατοικήσωσι μετ' αυτών, μετέχοντες των τιμών και λαμβάνοντες
μερίδιά τινα γης. Οι Λακεδαιμόνιοι συγκατένευσαν να δεχθώσι τους
Μινύας υπό τους όρους τούτους· εκείνο δε το οποίον τους παρεκίνησε
να πράξωσιν ούτω, ήτο κυρίως ότι μετά των άλλων είχον συνεκπλεύσει
διά της Αργούς και οι Τυνδαρίδαι. Τους εδέχθησαν λοιπόν, διένειμον
εις αυτούς γαίας και τους διεμοίρασαν μεταξύ των φυλών. Αμέσως δε
οι Μινύαι έλαβον γυναίκας Λακεδαιμονίας, δώσαντες εις άλλους
εκείνας τας οποίας είχον φέρει εκ της Λήμνου.
146. Δεν παρήλθεν όμως πολύς χρόνος και εφάνησαν αυθάδεις
αξιούντες να μετάσχωσι της βασιλείας και πράττοντες και άλλα
ανόσια. Τούτου ένεκα οι Λακεδαιμόνιοι απεφάσισαν να τους
φονεύσωσιν· όθεν τους συνέλαβαν και τους εφυλάκισαν. Οι δε
Λακεδαιμόνιοι όσους έχουσι να φονεύσωσι τους φονεύουσι την νύκτα
και ουδέποτε την ημέραν. Επειδή λοιπόν είχεν αποφασισθή να τους
θανατώσωσιν, οι γυναίκες των Μινυών, ούσαι ασταί και θυγατέρες των
πρώτων Σπαρτιατών, εζήτησαν την άδειαν να εισέλθωσιν εις την
φυλακήν και να ομιλήση εκάστη μετά του ανδρός της. Οι δε
Λακεδαιμόνιοι τας άφησαν να εισέλθωσι, μη υποπτεύσαντες παρ' αυτών
δόλον τινά. Αύται όμως, άμα εισήλθον, έπραξαν τα εξής· δώσασαι εις
τους άνδρας των όλα τα ενδύματα όσα εφόρουν, έλαβον τα των ανδρών.
Οι Μινύαι, ενδεδυμένοι ως γυναίκες, εξήλθον και διαφυγόντες
τοιουτοτρόπως εστρατοπέδευσαν πάλιν επί του Ταϋγέτου.
147. Κατά τον αυτόν χρόνον ο Θήρας του Αυτεσίωνος, του Τισαεμνού,
του Θερσάνδρου, του Πολυνείκους, ανεχώρησεν εκ Λακεδαίμονος με
αποικίαν. Ήτο δε ο Θήρας ούτος Καδμείος την καταγωγήν και μητρικός
θείος του Ευρυσθένους και του Προκλέους, υιών του Αριστοδήμου.
Όντων δε των παίδων τούτων εισέτι ανηλίκων, ο Θήρας επετρόπευε την
βασιλείαν της Σπάρτης. Ότε δε ηύξησαν οι ανεψιοί του και παρέλαβον
την εξουσίαν, ο Θήρας δεινόν νομίζων να άρχεται υπό άλλων αφού
εγεύσατο άπαξ της αρχής, είπεν ότι δεν μένει πλέον εις την
Λακεδαίμονα, αλλά θ' αποπλεύση προς τους συγγενείς του. Ήσαν δε
εις την νήσον την σήμερον καλουμένην Θήραν, ήτις άλλοτε εκαλείτο
Καλλίστη, απόγονοι του Φοίνικος Μεμβλιάρου υιού του Ποικίλου·
διότι ο Κάδμος του Αγήνορος, ζητών την Ευρώπην, είχε προσορμισθή
εις την νήσον ταύτην την σήμερον καλουμένην Θήραν. Προσορμισθείς
δε εκεί, είτε διότι τω ήρεσεν ο τόπος, είτε δι άλλην τινά αιτίαν,
άφησεν εις την νήσον ταύτην Φοίνικάς τινας μεταξύ των οποίων και
τον Μεμβλίαρον, ένα των συγγενών του. Ούτοι οι άνθρωποι, πριν έλθη
ο Θήρας εκ της Λακεδαίμονος, κατώκουν εις την Καλλίστην επί οκτώ
γενεάς ανθρώπων.
148. Προς αυτούς λοιπόν ητοιμάζετο ν' απέλθη ο Θήρας παραλαβών
λαόν εξ όλων των φυλών ουχί διά να τους εκπατρίση αλλά διά να
συγκατοικήση και να σχετισθή μετ' αυτών. Επειδή δε και οι Μινύαι
τους οποίους οι Λακεδαιμόνιοι ήθελον να φονεύσωσιν, αποδράντες εκ
της φυλακής εκάθηντο εις τον Ταΰγετον, ο Θήρας παρεκάλεσε να τους
συγχωρήσωσι διά να μη γίνη φόνος και ανεδέχετο να τους εξαγάγη της
χώρας. Συγκατατεθέντων δε των Λακεδαιμονίων, έπλευσε μετά τριών
τριακοντόρων προς τους απογόνους του Μεμβλιάρου, έχων μεθ' εαυτού
ουχί όλους τους Μινύας, αλλ' ολίγους τινάς, καθότι οι περισσότεροι
ετράπησαν προς τους Παρωρεάτας και τους Καύκωνας. Διώξαντες δε
αυτούς από τας χώρας των, διήρεσαν εαυτούς εις έξ μοίρας και
έπειτα έκτισαν τας πόλεις Λέπρεον, Μάκιστον, Φριξάς, Πύργον,
Έπιον, Νούδιον. Τούτων τας περισσοτέρας κατέστρεψαν οι Ηλείοι επί
της εποχής μου. Η δε νήσος επωνομάσθη Θήρα από τον οικιστήν.
149. Ο υιός του δεν ηθέλησε να αναχωρήση μετ' αυτού, και ο πατήρ
του είπεν ότι άφινε πρόβατον μεταξύ λύκων· εκ τούτου του λόγου ο
νεανίσκος ωνομάσθη Οιόλυκος, και του χρόνου προϊόντος το όνομα
τούτο επεκράτησεν. Εκ του Οιολύκου τούτου εγεννήθη ο Αιγεύς, από
του οποίου έλαβον το όνομα οι Αιγείδαι, φυλή μεγάλη εν Σπάρτη.
Επειδή δε δεν έζων τα τέκνα της φυλής ταύτης, κατά χρησμόν τινα
έκτισαν ναόν εις τας Ερινύας του Λαΐου και του Οιδίποδος, και
έκτοτε έζων τα τέκνα. Το αυτό συνέβαινε και εις την Θήραν εις τους
από των ανδρών τούτων γενομένους παίδας.
150. Μέχρι του σημείου τούτου της διηγήσεως οι Λακεδαιμόνιοι και
οι Θηραίοι συμφωνούσι· τα ακόλουθα όμως μόνον οι Θηραίαι λέγουσιν
ότι συνέβησαν. Ο Γρίνος, υιός του Αισανίου, απόγονος ων του Θήρα
τούτου και βασιλεύων εις την νήσον Θήραν, μετέβη εις τους Δελφούς
διά να προσφέρη εξ ονόματος της πόλεως εκατόμβην. Πολλοί πολίται
τον ηκολούθουν, μεταξύ δε άλλων και ο Βάττος ο υιός του
Πολυμνήστου καταγόμενος από τον Εύφημον, ένα των Μινυών. Ενώ δε ο
Γρίνος ο βασιλεύς των Θηραίων ηρώτα το μαντείον περί διαφόρων
πραγμάτων, η Πυθία τω είπε να κτίση πόλιν εις την Λιβύαν. Τότε
εκείνος απεκρίθη· «Εγώ μεν, ω άναξ, είμαι γέρων και ήδη βαρύς διά
τοιαύτην επιχείρησιν, συ δε πρόσταξον τινά από τους νέους τούτους
να πράξη τούτο.» Ταύτα λέγων εδείκνυε τον Βάττον. Και τότε μεν
τούτο εγένετο· μετά την αναχώρησίν των δε δεν εσκέφθησαν πλέον
περί του χρησμού, διότι ούτε την Λιβύαν εγνώριζον εις ποίον μέρος
της γης ήτο, ούτε ετόλμων να πέμψωσιν αποικίαν εις μέρος άγνωστον.
151. Επί επτά δε έτη μετά ταύτα δεν έβρεξεν εις την Θήραν, και
κατ' αυτό το διάστημα όλα τα δένδρα εξηράνθησαν, πλην ενός. Τότε
οι Θηβαίοι προσέδραμον εις το μαντείον, και η Πυθία τοις ενθύμισε
την αποικίαν εις την Λιβύαν. Επειδή λοιπόν δεν υπήρχεν άλλο μέσον
όπως αποφύγωσι το κακόν, πέμπουσιν εις Κρήτην αγγέλους διά να
ερωτήσωσιν εάν τις των Κρητών ή των μετοίκων υπήγε ποτε εις την
Λιβύαν. Περιερχόμενοι δε την Κρήτην οι άνθρωποι ούτοι έφθασαν εις
την πόλιν Ίτανον όπου εγνωρίσθησαν με ένα πορφυροβαφέα ονόματι
Κορώβιον, όστις τοις είπεν ότι παρασυρθείς υπό των ανέμων υπήγεν
εις την Λιβύαν και εις την νήσον της Λιβύας Πλατέαν. Πείσαντες
λοιπόν αυτόν με μισθόν τον έφερον εις την Θήραν· εκείθεν δε
εξέπλευσαν κατά πρώτον ολίγοι πρόσκοποι, οίτινες αφού ωδηγήθησαν
εις την νήσον ταύτην την Πλατέαν τον μεν Κορώβιον κατέλιπον εκεί
με τροφάς πολλών μηνών, αυτοί δε επέστρεψαν τάχιστα διά να
αναγγείλωσιν εις τους Θηραίους περί της νήσου.
152. Επειδή δε αυτοί έμειναν εις την Θήραν πλειότερον του
συμφωνηθέντος χρόνου, εις τον Κορώβιον ετελείωσαν τα πάντα. Μετά
ταύτα πλοίον της Σάμου, του οποίου ναύκληρος ήτο ο Κωλαίος (56),
πλέον προς την Αίγυπτον, ερρίφθη εις την νήσον ταύτην Πλατέαν·
μαθόντες δε οι Σάμιοι παρά του Κορωβίου διατί ευρίσκετο εκεί, τω
άφησαν ενός έτους τροφάς, έπειτα δε εξήλθον εις το πέλαγος και
προσεπάθουν να υπάγωσιν εις την Αίγυπτον έχοντες άνεμον
ανατολικόν· και επειδή δεν έπαυεν ο άνεμος, διαπεράσαντες τας
Ηρακλείους στήλας φθάνουσιν εις την Ταρτησσόν, οδηγούμενοι από
θείαν τινά δύναμιν. Ο λιμήν ούτος ήτο τότε άγνωστος· ώστε
επιστρέψαντες οπίσω εκέρδισαν από τα φορτία των πολύ περισσότερα
από όλους τους Έλληνας όσους ημείς γνωρίζομεν ακριβώς, μετά τον
Αιγινήτην Σώστρατον τον Λαοδάμαντος, διότι μετ' αυτού ουδείς
δύναται να παραβληθή. Οι Σάμιοι λοιπόν λαβόντες το δέκατον εκ των
κερδών των, συμποσούμενον εις έξ τάλαντα, κατεσκεύασαν χάλκινον
αγγείον, όμοιον με κρατήρα αργολικόν, πέριξ του οποίου οι
πρόκροσσοι ήσαν κεφαλαί γρυπών, και το αφιέρωσαν εις τον ναόν της
Ήρας στήσαντες αυτό επί τριών χαλκίνων κολοσσών επταπήχων,
εστηριγμένων εις τα γόνατα. Οι δε Κυρηναίοι και οι Θηραίοι
ηνώθησαν διά στενής φιλίας μετά των Σαμίων, ευγνωμονούντες δι' όσα
ούτοι είχον πράξει υπέρ του Κορωβίου.
153. Οι δε Θηραίοι, καταλιπόντες εις την νήσον τον Κορώβιον, άμα
έφθασαν εις την Θήραν ανήγγειλον ότι εύρον νήσον εις την Λιβύαν.
Τότε οι πολίται ενέκρινον να λάβωσι διά κλήρου από τας επτά κώμας
των ένα μεταξύ των αδελφών και να τους πέμψωσιν εκεί με βασιλέα
και αρχηγόν της αποικίας τον Βάττον. Εξέπεμψαν λοιπόν εις την
Πλατέαν δύο πεντηκοντόρους.
154. Ταύτα μεν λέγουσι μόνοι οι Θηραίοι· εις δε τα επίλοιπα του
λόγου συμφωνούσι μετά των Κυρηναίων, πλην των περί του Βάττου εις
τα οποία ουδόλως συμφωνούσιν οι Κυρηναίοι, αλλά τα διηγούνται ως
εξής. Υπάρχει εις την Κρήτην η πόλις Αξός όπου εβασίλευσεν ο
Ετέαρχος όστις έχων θυγατέρα άνευ μητρός καλουμένην Φρονίμην,
έλαβεν άλλην γυναίκα. Η γυνή αύτη, άμα εισελθούσα εις την οικίαν,
ηθέλησε να δείξη εις την Φρονίμην και δι' έργων ότι ήτο μητρυιά,
φερομένη κακώς προς αυτήν και τα πάντα τεχναζομένη, εναντίον της.
Τέλος την διέβαλεν ως ασελγή και έπεισε τον άνδρα της ότι ταύτα
ούτως έχουσιν. Αυτός δε πιστεύσας την γυναίκα, εμηχανεύθη κατά της
θυγατρός του ανόσιον έργον. Ευρίσκετο εις την Αξόν Θηραίος τις
έμπορος ονόματι Θεμίσων· τούτον προσκαλέσας ο Ετέαρχος διά να τον
φιλοξενήση τον ώρκισε να εκτελέση ό,τι ήθελε ζητήσει παρ' αυτού.
Αφού δε τον ώρκισε, τω παρέδωκε την Φρονίμην και τον επρόσταξε να
την λάβη και να την ρίψη εις την θάλασσαν. Αλλ' ο Θεμίσων,
αγανακτήσας διά την απάτην του όρκου και διαλύσας την ξενίαν
έπραξε τα εξής· παραλαβών την κόρην απέπλευσε και όταν έφθασεν εις
το πέλαγος, διά να εκπληρώση τον όρκον του προς τον Ετέαρχον, την
έδεσε με σχοινία, την έρριψεν εις την θάλασσαν, την ανέσυρεν
έπειτα και ήλθεν εις την Θήραν.
155. Μετά ταύτα, παραλαβών την Φρονίμην σημαντικός τις Θηραίος ο
Πολύμνηστος, είχεν αυτήν ως παλλακήν· μετά καιρόν δε εγέννησεν
αυτή υιόν ισχνόφωνον και τραυλόν, όστις ωνομάσθη Βάττος, ως
λέγουσιν οι Θηραίοι και οι Κυρηναίοι, ως νομίζω όμως εγώ θα
ωνομάσθη άλλως. Βάττος είναι όνομα το οποίον έλαβε βεβαίως όταν το
μαντείον τον έστειλεν εις την Λιβύαν και εκ της αξίας εις ην
εφηρμόζετο το όνομα τούτο· διότι οι Λίβυες ονομάζουσι βάττον τον
βασιλέα, και διά τούτο φρονώ ότι η Πυθία χρησμοδοτούσα τω απέτεινε
τον λόγον Λυβιστί, ηξεύρουσα ότι έμελλε να γίνη βασιλεύς εις την
Λιβύαν. Αφού λοιπόν ηνδρώθη ούτος ήλθεν εις τους Δελφούς διά να
ερωτήση περί της φωνής του. Εις τας ερωτήσεις του δε απεκρίθη η
Πυθία τα εξής· «Ω Βάττε, ήλθες διά την φωνήν σου, αλλ' ο άναξ
Φοίβος Απόλλων σε πέμπει οικιστήν εις την πολλά πρόβατα τρέφουσαν
Λιβύαν·» ως να έλεγεν Ελληνιστί· «Ω βασιλεύ, ήλθες διά την φωνήν
σου.» Εκείνος δε είπε τα εξής· «Ω άναξ, εγώ μεν ήλθον διά να σε
ερωτήσω περί της φωνής μου, συ δε με διατάττεις πράγματα αδύνατα·
με λέγεις να αποικίσω την Λιβύαν, αλλά με ποίαν δύναμιν, με ποία
μέσα;» Με όλους όμως τούτους τους λόγους δεν έπειθε τον θεόν να
δώση εις αυτόν άλλην απόκρισιν· και επειδή εξηκολούθει να ακούη
τον αυτόν χρησμόν ως πρότερον, αφήσας όλα ο Βάττος επέστρεψεν εις
την Θήραν.
156. Μετά ταύτα συνέβησαν και εις αυτόν και εις τους άλλους
Θηραίους πολλαί συμφοραί κατά θείαν εκδίκησιν. Αγνοούντες δε οι
Θηραίοι πόθεν προήρχοντο αύται, έπεμψαν να ερωτήσωσι το μαντείον
των Δελφών περί των παρόντων κακών· η δε Πυθία εχρησμοδότησεν εις
αυτούς ότι θα βελτιωθή η κατάστασίς των εάν αποικίσωσι μετά του
Βάττου την Κυρήνην της Λιβύας. Απέστειλαν λοιπόν οι Θηραίοι τον
Βάττον με δύο πεντηκοντόρους. Πλεύσαντες δε ούτοι εις την Λιβύαν,
διότι δεν ηδύναντο να πράξωσιν άλλως, επέστρεψαν πάλιν εις την
Θήραν· αλλ' ενώ προσωρμίζοντο τους ελιθοβόλουν οι Θηραίοι και δεν
τους άφινον να αποβιβασθώσιν εις την ξηράν, αλλά τοις έλεγον να
πλεύσωσιν οπίσω εις την Λιβύαν. Ενδίδοντες λοιπόν ούτοι εις την
ανάγκην απέπλευσαν και αποικίσθησαν εις την νήσον της Λίβυας ήτις
καλείται, ως είπον ανωτέρω, Πλατέα. Λέγεται δε ότι η νήσος αύτη
έχει την αυτήν έκτασιν με την σημερινήν πόλιν των Κυρηναίων.
157. Δύο έτη διέμεινον εν αυτή, αλλ' ουδέν όφελος είδον· αφήσαντες
λοιπόν εκεί ένα, μετέβησαν όλοι οι λοιποί εις τους Δελφούς·
ελθόντες δε εις το μαντείον εζήτουν χρησμόν λέγοντες ότι επί δύο
έτη κατώκουν εις την Λιβύαν και ουδεμίαν βελτίωσιν είδον. Η Πυθία
απεκρίθη εις ταύτα· «Εάν συ, όστις δεν μετέβης εις την πολλά πρόβατα
τρέφουσαν Λιβύαν, γνωρίζης αυτήν καλλίτερον από εμέ όστις μετέβην,
πολύ θαυμάζω την σοφίαν σου. Ταύτα δε ακούσαντες οι περί τον Βάττον
απέπλευσαν οπίσω, επειδή ο θεός δεν τους απήλλασσεν από την
υποχρέωσιν της αποικίας πριν φθάσωσιν εις αυτήν ταύτην την Λιβύαν.
Όθεν ελθόντες εις την νήσον και λαβόντες εκείνον τον οποίον είχον
αφήσει εκεί, κατώκησαν απέναντι της Πλατέας μέρος τι της Λιβύας το
οποίον ωνομάζετο Άζιρις και το οποίον εκατέρωθεν περιορίζουσι
κάλλιστοι λόφοι, εις τους πρόποδας των οποίων ρέει ποταμός διά της
κοιλάδος.
158. Τούτον τον τόπον κατώκουν έξ έτη, το δε έβδομον οι Λίβυες
τους έπεισαν να τον αφήσωσιν, υποσχεθέντες να τους φέρωσιν εις
τόπον καλλίτερον. Όθεν αναστήσαντες αυτούς εκείθεν οι Λίβυες, τους
ωδήγησαν προς δυσμάς, και διά να μη ίδωσιν οι Έλληνες τον
καλλίτερον τόπον τον οποίον διήρχοντο, εμέτρησαν τας ώρας της
ημέρας και τους ωδήγουν διά νυκτός· καλείται δε ο τόπος ούτος
Ίσαρα. Τέλος, αφού τους έφερον εις κρήνην τινά λεγομένην ότι είναι
του Απόλλωνος, τοις είπον· «Ω Έλληνες, εδώ σας συμφέρει να
κατοικήσετε, διότι εδώ ο ουρανός είναι τρυπημένος (57).»
159. Επί των ημερών του οικιστού Βάττου (58), βασιλεύσαντος
τεσσαράκοντα έτη, και επί των ημερών του υιού αυτού Αρκεσιλάου,
βασιλεύσαντος δεκαέξ έτη, οι Κυρηναίοι ήσαν τόσοι όσοι ήσαν εξ
αρχής ότε εστάλησαν εις την αποικίαν. Επί της εποχής δε του τρίτου
βασιλέως Βάττου, του επονομαζομένου Ευδαίμονος, η Πυθία
παρεκίνησεν όλους τους Έλληνας διά χρησμού να αποπλεύσωσι και να
συγκατοικήσωσι με τους Κυρηναίους την Λιβύαν, καθότι οι Κυρηναίοι
τους προσεκάλουν όπως μοιρασθώσι την χώραν. Ήτο δε ο χρησμός της
Πυθίας τοιούτος· «Όστις μεταβή εις την πολυπόθητον Λιβύαν αφού
γίνη η διανομή της γης, αυτός λέγω ότι θα μεταμεληθή μετά ταύτα.»
Επειδή λοιπόν συνεσωρεύθησαν πολλοί εις την Κυρήνην, οι περίοικοι
Λίβυες και ο βασιλεύς αυτών όστις ωνομάζετο Αδικράν, στερούμενοι
της χώρας των και περιυβριζόμενοι υπό των Κυρηναίων, έπεμψαν εις
την Αίγυπτον και παρέδοσαν εαυτούς εις τον βασιλέα της Αιγύπτου
Απρίην. Ούτος δε συλλέξας πολύν στρατόν Αιγυπτίων, τον έστειλε
κατά της Κυρήνης. Οι Κυρηναίοι παραταχθέντες εις τον τόπον Ίσαρα
παρά την κρήνην Θέστιν συνεπλάκησαν με τους Αιγυπτίους και τους
ενίκησαν. Οι Αιγύπτιοι οίτινες δεν τους είχον δοκιμάσει πρότερον,
τους περιεφρόνουν· αλλά εις τοιούτον βαθμόν ηττήθησαν, ώστε
ολίγιστοι μόνον εξ αυτών επέστρεψαν εις την Αίγυπτον. Τούτου ένεκα
οι Αιγύπτιοι μεμφόμενοι τον Απρίην απεστάτησαν απ' αυτού.
160. Εκ τούτου δε του Βάττου εγεννήθη υιός ο Αρκεσίλαος όστις
βασιλεύσας πρώτος, τοσούτον ήρισε μετά των αδελφών του ώστε ούτοι
τον εγκατέλιπον και απήλθον εις άλλο μέρος της Λιβύας· φυγόντες δε
εκ της πόλεώς των, έκτισαν άλλην ήτις τότε και σήμερον καλείται
Βάρκη (59)· ενώ δε την έκτιζον, συγχρόνως ηρέθιζον τους Λίβυας
εναντίον των Κυρηναίων. Μετά ταύτα δε ο Αρκεσίλαος εξεστράτευσε
κατά των αποστατησάντων και των δεχθέντων αυτούς Λιβύων. Ούτοι δε
οι Λίβυες φοβηθέντες ανεχώρησαν φεύγοντες προς τους ανατολικούς
Λίβυας, και ο Αρκεσίλαος τους κατεδίωξε μέχρι της Λεύκωνος της
Λιβύας όπου οι Λίβυες απεφάσισαν να μεταστραφώσι και να επιτεθώσι.
Συμπλακέντες δε ενίκησαν τους Κυρηναίους τόσον ώστε έπεσαν εκεί
επτακισχίλιοι οπλίται Κυρηναίοι. Μετά την καταστροφήν ταύτην ο
Αρκεσίλαος ησθένησε και έπιεν ιατρικόν, ο δε αδελφός του Λέαρχος
τον έπνιξεν· αλλ' η γυνή του Αρκεσιλάου, της οποίας το όνομα ήτο
Ερυξώ, εφόνευσε δολίως τον Λέαρχον.
161. Διεδέχθη δε την βασιλείαν ο υιός του Αρκεσιλάαυ Βάττος, όστις
ήτο χωλός και όχι αρτίπους. Οι Κυρηναίοι, κατόπιν της συμβάσης
συμφοράς, έπεμψαν εις τους Δελφούς διά να ερωτήσωσι ποίαν
διοίκησιν παραδεχόμενοι ήθελον ευτυχήσει. Η Πυθία τους διέταξε να
φέρωσιν από την Μαντίνειαν της Αρκαδίας ένα συμβιβαστήν. Έπεμψαν
λοιπόν και εζήτησαν οι Κυρηναίοι· οι δε Μαντινείς τοις έδωκαν
σημαντικώτατόν τινα άνθρωπον της πόλεώς των, όστις εκαλείτο
Δημώναξ. Ελθών ούτος εις την Κυρήνην και εξετάσας τα πάντα, πρώτον
μεν διήρεσε τους κατοίκους εις τρεις φυλάς κατά την ακόλουθον
διάταξιν· τους μεν Θηραίους και τους περιοίκους κατέταξεν εις την
πρώτην φυλήv, τους Πελοποννησίους και τους Κρήτας εις την
δευτέραν, όλους δε τους νησιώτας εις την τρίτην. Έπειτα απεχώρισε
διά τον βασιλέα Βάττον μέρος γης και την ιερωσύνην, δώσας εις τον
λαόν όλην την εξουσίαν την οποίαν πρότερον είχον οι βασιλείς.
162. Και ενόσω μεν έζη ο Βάττος τοιαύτη τάξις επεκράτησεν· επί του
υιού του όμως Αρκεσιλάου πολλαί ταραχαί συνέβησαν διά τα αξιώματα,
διότι ο Αρκεσίλαος ο υιός του Βάττου του χωλού και της Φερετίμης,
δεν ηθέλησε να δεχθή την τάξιν την οποίαν είχε καταστήσει ο
Δημώναξ, αλλ' εζήτησε να λάβη πάλιν τας τιμάς τας οποίας είχον οι
πρόγονοί του. Τούτου ένεκα ηγέρθη εμφύλια στάσις καθ' ην νικηθείς
έφυγεν εις την Σάμον, η δε μήτηρ του κατέφυγεν εις την Σαλαμίνα
της Κύπρου. Εις την Σαλαμίνα κατ' εκείνον τον χρόνον εβασίλευεν ο
Ευέλθων, όστις αφιέρωσεν εις τους Δελφούς το αξιοθέατον εκείνο
θυμιατήριον το οποίον σήμερον κείται εις τον θησαυρόν των
Κορινθίων. Ελθούσα λοιπόν εις αυτόν η Φερετίμη εζήτει στρατόν διά
να επαναφέρη τον υιόν της εις την Κυρήνην, ο δε Ευέλθων παν άλλο
τη έδιδε πλην στρατού· εκείνη δε, εις έκαστον δώρον το οποίον
ελάμβανε· «Καλόν είναι και τούτο, έλεγε, καλλίτερον όμως θα ήτο
εάν μοι έδιδες το ζητούμενον στράτευμα.» Τέλος ο Ευέλθων τη
έπεμψεν άτρακτον χρυσούν και ηλακάτην, εις την ηλακάτην δε υπήρχε
μαλλίον. Επειδή δε η Φερετίμη επανέλαβε τας ιδίας λέξεις, ο
Ευέλθων απήντησεν ότι τοιαύτα δώρα προσφέρει εις τας γυναίκας και
όχι στρατόν.
163. Ο δε Αρκεσίλαος, ευρισκόμενος τότε εις την Σάμον,
εστρατολόγει τον τυχόντα υποσχόμενος διανομήν γης. Συναθροίσας δε
τοιουτοτρόπως πολύν στρατόν ήλθε πρώτον εις τους Δελφούς διά να
ερωτήση το μαντείον περί της καθόδου του. Και η Πυθία
εχρησμοδότησε τα εξής· «Ο Απόλλων σας συγχωρεί να βασιλεύσετε εις
την Κυρήνην επί οκτώ γενεάς ανθρώπων, ήτοι επί τέσσαρας Βάττους
και τέσσαρας Αρκεσιλάους, περισσότερον όμως τούτου σας συμβουλεύει
μήτε να πειραθήτε. Επίστρεψον λοιπόν και μένε ήσυχος εις την
κατοικίαν σου. Εάν εύρης κάμινον πλήρη αμφορέων, μη ψήσης τα
αγγεία ταύτα, αλλ' έκβαλον αυτά εις τον αέρα· εάν δε ανάψης την
κάμινον, μη εισέλθης εις μέρος περίρρυτον, διότι θα αποθάνης και
συ και ο ωραιότατος ταύρος.»
164. Ταύτα εχρησμοδότησεν η Πυθία εις τον Αρκεσίλαον. Ούτος δε
παραλαβών τους εκ της Σάμου κατήλθεν εις την Κυρήνην και γενόμενος
κύριος των πραγμάτων ελησμόνησε τον χρησμόν και εζήτησε να
εκδικηθή κατά των αντιπάλων διά την φυγήν του. Εξ αυτών δε άλλοι
μεν έφυγον όλως διόλου από την χώραν, άλλοι δε συλληφθέντες παρ'
αυτού εστάλησαν εις την Κύπρον διά να θανατωθώσι· και τούτους μεν
ελθόντας εις την νήσον των ελύτρωσαν οι Κνίδιοι και τους
απέστειλαν εις την Θήραν, άλλους δε τινας εκ των Κυρηναίων
καταφυγόντας εις μέγαν ιδιωτικόν πύργον του Αγλωμάχου,
περισωρεύσας φρύγανα ο Αρκεσίλαος τους έκαυσε. Γενομένου όμως
τούτου, ενόησεν ο Αρκεσίλαος ότι αυτή ήτο η έννοια του χρησμού
όταν η Πυθία τω είπε να μη ψήση τους αμφορείς τους οποίους ήθελεν
εύρει εις την κάμινον. Απεμακρύνθη λοιπόν αυτοθελήτως, φοβούμενος
τον θάνατον τον οποίον είχε προείπει ο χρησμός και νομίζων ότι
περύρρυτον τόπον ενόει την Κυρήνην. Είχε δε ο Αρκεσίλαος γυναίκα
μίαν συγγενή του, θυγατέρα του βασιλέως των Βαρκαίων του οποίου το
όνομα ήτο Αλαζίρ· εις τούτον καταφεύγει. Αλλά Βαρκαίοι τινες και
φυγάδες της Κυρήνης ιδόντες αυτόν περιφερόμενον εις την αγοράν,
τον φονεύουσι, προς δε και τον πενθερόν αυτού Αλαζίρα (60). Ο
Αρκεσίλαος λοιπόν είτε εκών είτε άκων πταίσας εις τον χρησμόν
εξεπλήρωσε το πεπρωμένον του.
165. Η δε μήτηρ του Φερετίμη, ενόσω ο Αρκεσίλαος, αίτιος της ιδίας
του φθοράς, διέτριβεν εις την Βάρκην, αυτή είχεν εις την Κυρήνην
τα προνόμια του υιού της, απολαύουσα τας άλλας τιμάς και
προεδρεύουσα του συμβουλίου. Μαθούσα όμως ότι ο υιός της εφονεύθη
εις την Βάρκην, έφυγε και μετέβη εις την Αίγυπτον, ελπίζουσα εις
εκδουλεύσεις τινάς τας οποίας είχε προσφέρει ο Αρκεσίλαος εις τον
Καμβύσην του Κύρου· καθότι αυτός ήτο ο Αρκεσίλαος όστις παρέδωκε
την Κυρήνην εις τους Πέρσας και εγένετο εκουσίως φόρου υποτελής.
Ελθούσα λοιπόν η Φερετίμη εις την Αίγυπτον, εκάθισεν ικέτις εις
την οικίαν του Αρυάδνου, παρακαλούσα αυτόν να την βοηθήση και
προφασιζομένη ότι ο υιός της εφονεύθη διά την προς τους Μήδους
αφοσίωσίν του.
166. Ο δε Αρυάνδης ούτος ήτο διοικητής της Αιγύπτου, διορισθείς
υπό του Καμβύσου· μετά ταύτα όμως ο Δαρείος τον εθανάτωσε διότι
ηθέλησε να εξισωθή με αυτόν. Τωόντι μαθών και ιδών ότι ο Δαρείος
επεθύμει να αφήση μνημόσυνον τοιούτον οίον ουδείς άλλος των
προκατόχων του κατέλιπε, τον εμιμήθη μέχρις ου έλαβε τον μισθόν
των πράξεών του. Ιδού δε με ποίον τρόπον. Ο Δαρείος έκοψε νόμισμα
με τον καθαρότερον χρυσόν τον οποίον ηδυνήθη να εύρη· αμέσως ο
Αρυάνδης τον εμιμήθη κόψας νόμισμα εξ αργύρου, και σήμερον το
καθαρώτατον αργύριον είναι το Αρυανδικόν. Αλλ' ο Δαρείος μαθών ότι
έπραττε ταύτα, εύρε πρόφασιν ότι ενήργει επανάστασιν και τον
εθανάτωσε.
167. Τότε δε ο Αρυάνδης οικτείρας την Φερετίμην έδωκεν εις αυτήν
όλον τον στρατόν της Αιγύπτου, και τον πεζόν και τον ναυτικόν·
στρατηγόν δε του μεν πεζού διώρισε τον Άμασιν, Μαράφιον την φυλήν,
του δε ναυτικού τον Βάρδην όστις ήτο εκ του γένους των Πασαργαδών.
Πριν όμως αποστείλη τον στρατόν ο Αρυάνδης, πέμψας κήρυκα εις την
Βάρκην ηρώτα τις ήτο ο φονεύσας τον Αρκεσίλαον. Επειδή δε οι
Βαρκαίοι όλοι ανεδέχοντο τον φόνον προσθέτοντες ότι πολλά και κακά
έπασχον υπ' αυτού, ο Αρυάνδης ακούσας ταύτα εξέπεμψε τον στρατόν
μετά τις Φερετίμης. Και αυτή μεν η αιτία ελέγετο ως πρόσχημα·
επέμπετο δε κυρίως ο στρατός, ως εγώ νομίζω, διά να καθυποτάξη
τους Λίβυας. Είναι δε οι Λίβυες πολλά και διάφορα έθνη, εκ των
οποίων ολίγα ήσαν υπήκοα του βασιλέως, τα δε περισσότερα ουδόλως
εφρόντιζον περί του Δαρείου.
168. Είναι δε κατοικημένοι οι Λίβυες ως εξής, αρχίζοντες από την
Αίγυπτον· πρώτοι κατοικούσιν οι Αδυρμαχίδαι οίτινες τηρούσιν όλα
σχεδόν τα Αιγυπτιακά έθιμα και ενδύονται ως και οι άλλοι Λίβυες.
Αι γυναίκες των έχουσιν εις εκατέραν κνήμην ψέλλιον χάλκινον·
αφίνουσι την κόμην μακράν, και όταν συλλάβωσι φθείραν εις την
κεφαλήν, την φονεύουσι διά των οδόντων των και έπειτα την
ρίπτουσιν. Οι Λίβυες είναι οι μόνοι οίτινες πράττουσι τούτο· οι
μόνοι είναι επίσης οίτινες παρουσιάζουσιν εις τον βασιλέα τας
μελλούσας να υπανδρευθώσι παρθένους, και εάν τις εκ τούτων τω
αρέση, διαπαρθενεύεται υπ' αυτού. Εκτείνονται δε οι Αδυρμαχίδαι
ούτοι από τις Αιγύπτου μέχρι του λιμένος όστις καλείται Πλυνός.
169. Έπειτα έρχονται οι Γιλιγάμμαι οίτινες εκτείνονται από δυσμών
μέχρι τις νήσου Αφροδισιάδος· εις το μεταξύ της χώρας αυτών
αντικρύζει η νήσος Πλατέα την οποίαν αποίκισαν οι Κυρηναίοι, και
εις την ήπειρον είναι ο λιμήν του Μενελάου και η Άζιρις την οποίαν
επί τινα καιρόν κατώκησαν οι Έλληνες. Από τούτου του μέρους
αρχίζει το σίλφιον το οποίον φύεται από της νήσου Πλατέας μέχρι
τις εισόδου της Σύρτιος. Μεταχειρίζεται δε το έθνος τούτο έθιμα
σχεδόν όμοια με τα γείτονα έθνη.
170. Μετά τους Γιλιγάμμας προς δυσμάς είναι οι Ασβύσται·
κατοικούσι δε ούτοι το μέρος το ανωτέρω της Κυρήνης και δεν
εκτείνονται μέχρι της θαλάσσης, διότι τα παραθαλάσσια νέμονται οι
Κυρηναίοι. Είναι πλειόσερον των άλλων Λιβύων επιτήδειοι εις το να
οδηγώσι τέθριππα, και τα πλείστα αυτών έθιμα είναι απομίμησις των
Κυρηναϊκών.
171. Προς δυσμάς των Ασβυστών είναι οι Αυσχίσαι, οίτινες
κατοικούσιν υπεράνω της Βάρκης και φθάνουσι μέχρι της θαλάσσης
προς το μέρος των Ευεσπεριδών. Εις το μέσον δε της χώρας των
Αυσχισών κατοικούσιν οι Βάκαλες, έθνος μικρόν, εκτεινόμενοι μέχρι
της θαλάσσης προς την Τεύχειραν, πόλιν των Βαρκαίων. Έθιμα δε
έχουσι τα αυτά οία και οι κατοικούντες ανωτέρω της Κυρήνης.
172. Προς δυσμάς των Αυσχισών τούτων είναι οι Νασαμώνες, έθνος
πολυάριθμον, οίτινες αφίνοντες κατά το θέρος τα ποίμνιά των εις τα
παραθαλάσσια, αναβαίνουσιν εις τόπον τινά καλούμενον Αύγιλα διά να
συλλέξωσι τους καρπούς των φοινίκων. Τα δένδρα ταύτα είναι πολλά
και πυκνόφυλλα και όλα καρποφόρα. Συνάζουσιν επίσης ακρίδας, τας
οποίας αφού ξηράνωσιν εις τον ήλιον, τας αλέθουσι και επιπάσσοντες
αυτάς εις γάλα, το πίνουσιν. Έκαστος αυτών έχει συνήθως πολλάς
γυναίκας, αλλά μεταχειρίζονται όλας κοινώς, σχεδόν κατά τον τρόπον
των Μασσαγετών· στήνοντες ενώπιόν των ράβδον, μιγνύονται μετ'
αυτών. Κατά πρώτον, όταν νυμφεύεται Νασαμών τις, ο νόμος απαιτεί
κατά την πρώτην νύκτα η νύμφη να μεταβή από του ενός εις τον άλλον
δαιτυμόνα και να μιγή με όλους· έκαστος δε αφού μιγή μετ' αυτής τη
δίδει δώρον ό,τι έφερεν εκ της οικίας του. Ορκίζονται δε και
μαντεύονται ως ακολούθως· θέτοντες την χείρα επί των τάφων των
ανδρών όσοι ως λέγεται υπήρξαν δικαιότατοι και ανδρειότατοι εις το
έθνος των, ομνύουσιν εις αυτούς· μαντεύονται δε πορευόμενοι εις τα
μνήματα των προγόνων των, επί των οποίων αφού προσευχηθώσιν
αποκοιμώνται, και παν ό,τι όνειρον ίδωσιν εις τον ύπνον των, αυτό
δέχονται. Προς ασφάλειαν των ανταλλασσομένων όρκων πράττουσι τα
εξής· δίδει να πίη εκ της χειρός του, και αυτός πίνει εκ της
χειρός του άλλου· εάν όμως δεν έχωσι κανέν υγρόν, λαμβάνοντες
κόνιν εκ της γης, λείχουσιν αυτήν.
173. Όμοροι δε των Νασαμώνων είναι οι Ψύλλοι, οίτινες
εξωλοθρεύθησαν κατά τον ακόλουθον τρόπον· πνεύσας ο νότος εξήρανε
παν ό,τι περιείχεν ύδωρ, και όλη η χώρα την οποίαν περικλείει η
Σύρτις εγένετο αυχμηρά. Συσκεφθέντες οι Ψύλλοι απεφάσισαν από
κοινού να εκστρατεύσωσι κατά του νότου (ενταύθα διηγούμαι όσα
λέγουσιν οι Λίβυες·) ότε δε έφθασαν εις τα αμμώδη μέρη, έπνευσεν ο
νότος και κατέχωσεν αυτούς. Εξολοθρευθέντων δε αυτών, κατέλαβαν
την χώραν οι Νασαμώνες.
174. Ανωτέρω δε αυτών, νοτιοανατολικώς, εις την χώραν των αγρίων
θηρίων, κατοικούσιν οι Γαράμαντες, οίτινες αποφεύγουσιν όλους τους
ανθρώπους και πάσαν συγκοινωνίαν· δεν έχουσιν ούτοι κανέν όπλον
πολεμικόν, και ούτε να υπερασπισθώσιν ηξεύρουσιν.
175. Και ούτοι μεν κατοικούσιν ανωτέρω των Νασαμώνων, προς δυσμάς
δε παρά την θάλασσαν είναι οι Μάκαι οίτινες κείρονται μέχρι
δέρματος και δεν αφίνουσιν ειμή μικρόν λόφον εις το μέσον της
κεφαλής. Εις τον πόλεμον έχουσιν ως ασπίδας δέρματα
στρουθοκαμήλων. Διά δε της χώρας αυτών ρέων εκ λόφου καλουμένου
των Χαρίτων ο ποταμός Κίνυψ εκβαίνει εις την θάλασσαν. Είναι δε ο
λόφος ούτος των Χαρίτων δασώδης, ενώ όλη η άλλη προλεχθείσα Λιβύα
είναι γυμνή δένδρων, και από την θάλασσαν μέχρις αυτού είναι
διακόσια στάδια.
176. Μετά τους Μάκας έρχονται οι Γίνδανες. Τούτων αι γυναίκες
φορούσι περί τους αστραγάλους χάλκινα δακτύλια· εκάστη δε αυτών
φορεί πολλά τοιαύτα περισφύρια διά την εξής αιτίαν, ως λέγουσιν·
οσάκις ανήρ τις μιχθή μετ' αυτής, δένει αύτη εις τον πόδα έν
περισφύριον, και εκείνη ήτις έχει τα περισσότερα νομίζεται αρίστη,
ως αγαπηθείσα υπό πλείστων ανδρών.
177. Μίαν δε άκραν της γης τούτων των Γινδάνων, προέχουσαν εις την
θάλασσαν, νέμονται οι Λωτοφάγοι, οίτινες ζώσι τρώγοντες μόνον τον
καρπόν του λωτού. Είναι δε ο καρπός του λωτού κατά μεν το μέγεθος
όσος είναι ο της σχίνου, κατά δε την γλυκύτητα όμοιος με τον του
φοίνικος. Εκ του καρπού τούτου κατασκευάζουσιν οι Λωτοφάγοι και
οίνον.
178. Μετά τους Λωτοφάγους, ακολουθούντες το παραθαλάσσιον,
ευρίσκομεν τους Μάχλυας, οίτινες μεταχειρίζονται και αυτοί τον
λωτόν, ολιγώτερον όμως από τους προλεχθέντας. Εκτείνονται μέχρι
μεγάλου τινός ποταμού καλουμένου Τρίτωνος, όστις πίπτει εις την
μεγάλην λίμνην Τριτωνίδα. Εντός της λίμνης ταύτης υπάρχει νήσος
καλουμένη Φλα, και λέγουσιν ότι εδόθη χρησμός εις τους
Λακεδαιμονίους να την αποικίσωσιν.
179. Λέγουσι προσέτι και τα εξής. Αφού ο Ιάσων ετελείωσε την
κατασκευήν της Αργούς εις τους πρόποδας του Πηλίου όρους, έθεσεν
εντός αυτής την προσδιωρισμένην εκατόμβην και ένα τρίποδα
χάλκινον· ακολούθως περιέπλεε την Πελοπόννησον, θέλων να έλθη εις
τους Δελφούς· ότε δε περιπλέων έφθασεν εις τον Μαλέαν, ο βορέας
άνεμος τον παρέσυρε προς την Λιβύαν, και πριν γνωρίση την γην
ταύτην, έπεσεν εις τας υφάλους της Τριτωνίδος λίμνης. Και ενώ
ηπόρει πώς να εκβή εκείθεν, λέγουσιν ότι εφάνη ο Τρίτων και
εζήτησε παρ' αυτού τον τρίποδα, υποσχόμενος να δείξη την έξοδον
και να τους αποστείλη ασφαλείς. Πεισθέντος δε του Ιάσονος, έδειξεν
ο Τρίτων εις τους Αργοναύτας τον τρόπον πώς να εξέλθωσι διά των
υφάλων και έθεσε τον τρίποδα εις τον ναόν του. Κατόπιν αναβάς επ'
αυτού εχρησμοδότησεν εις τους μετά του Ιάσονος παν ό,τι έμελλε να
τοις συμβή· προσέθηκε δε ότι εάν τις των απογόνων των έλθη και
λάβη τον τρίποδα, τότε ανάγκη πάσα να κτισθώσι περί την Τριτωνίδα
λίμνην εκατόν πόλεις Ελληνίδες. Ακούσαντες ταύτα οι εγχώριοι
Λίβυες, έκρυψαν τον τρίποδα.
180. Κατόπιν των Μαχλύων τούτων είναι οι Αυσείς. Ούτοι ως και οι
Μάχλυες κατοικούσι περί την Τριτωνίδα λίμνην και χωρίζει αυτούς ο
ποταμός Τρίτων. Και οι μεν Μάχλυες αφίνουσι τα μαλλιά των μόνον
όπισθεν της κεφαλής, οι δε Αυσείς μόνον εις τα έμπροσθεν. Κατά την
ημέραν της επετείου εορτής της Αθηνάς, αι παρθένοι των Αυσών
διαιρούμεναι εις δύο μέρη μάχονται προς αλλήλας με λίθους και
ξύλα, λέγουσαι ότι πράττουσι τούτο κατά νόμον πατροπαράδοτον προς
τιμήν της ιθαγενούς θεάς την οποίαν ημείς καλούμεν Αθηνάν. Όσαι εξ
αυτών αποθάνωσιν από τα τραύματα, τας λέγουσι ψευδοπαρθένους. Πριν
όμως επιτρέψωσιν εις αυτάς να πολεμήσωσι, πράττουσι τα εξής·
στολίσαντες παρθένον, την οποίαν κοινώς ήθελον αναγνωρίσει ως
ωραιοτάτην, με περικεφαλαίαν Κορινθιακήν και πανοπλίαν Ελληνικήν,
και αναβιβάσαντες εις άρμα, περιφέρουσιν αυτήν κύκλω της λίμνης.
Τι εφόρουν όμως άλλοτε αι παρθένοι αύται πριν κατοικήσωσι πλησίον
των οι Έλληνες δεν ηξεύρω να είπω, υποθέτω όμως ότι τας εστόλιζον
με όπλα Αιγυπτιακά, διότι εγώ νομίζω ότι και η ασπίς και το κράνος
ήλθον εις τους Έλληνας εκ της Αιγύπτου. Κατ' αυτούς, η Αθηνά είναι
θυγάτηρ του Ποσειδώνος και της λίμνης Τριχωνίδας, και ότι
συγχισθείσα με τον πατέρα της εδόθη αυτοθελήτως εις τον Δία, αυτός
δε ο Ζευς την εδέχθη ως θυγατέρα του. Ταύτα λέγουσιν. Έχουσι δε
τας γυναίκας κοινάς, και δεν κατοικούσι μετ' αυτών αλλά
συνουσιάζονται ως τα κτήνη. Όταν γυνή τις γεννήση παιδίον καλόν,
όλοι οι άνδρες έρχονται να το ίδωσι κατά τον τρίτον μήνα, και
εκείνος μεθ' ου ομοιάζει αναγνωρίζεται ως πατήρ του.
181. Αύται λοιπόν τους οποίους περιέγραψα είναι οι παραθαλάσσιοι
εκ των νομάδων Λιβύων· ανωτέρω δε τούτων, εις τα μεσόγαια, η Λιβύα
είναι κατοικητήριον των αγρίων θηρίων. Υπεράνω του θηριώδους
τούτου μέρους είναι η αμμώδης έρημoς ήτις εκτείνεται από των
Αιγυπτιακών Θηβών μέχρι των Ηρακλείων στηλών. Προχωρούντες δέκα
ημερών οδόν εις την υψηλήν ταύτην χώραν, ευρίσκομεν τρίμματα
άλατος, ως χόνδρους μεγάλους, τα οποία σχηματίζουσι λόφους και εις
την κορυφήν εκάστου λόφου αναπηδά εκ του μέσου του άλατος ύδωρ
ψυχρόν και γλυκύ· πέριξ κατοικούσιν άνθρωποι οίτινες είναι οι
τελευταίοι πέραν της ερήμου και του κατοικητηρίου των θηρίων. Και
πρώτοι μεν εις διάστημα δέκα ημερών από τας Θήβας είναι οι
Αμμώνιοι, εις τους οποίους υπάρχει ναός οικοδομηθείς κατά το
σχέδιον του ναού του Θηβαιέως Διός· καθότι, ως και πρότερον είπον,
το εις τας Θήβας άγαλμα του Διός είναι κριοπρόσωπον. Υπάρχει δε
εκεί και άλλο ύδωρ κρηναίον, χλιαρόν κατά την αυγήν, ψυχρότερον
καθ' ην ώραν πληρούται η αγορά, κατάψυχρον όταν γίνη μεσημβρία,
και τότε ποτίζουσι τους κήπους των· καθ' όσον δε κλίνει η ημέρα,
ελαττούται η ψυχρότης του, μέχρις ου δύση ο ήλιος, και τότε
γίνεται πάλιν χλιαρόν· ακολούθως η θερμότης του αυξάνει βαθμηδόν
μέχρι του μεσονυκτίου ότε κοχλάζει· παρερχομένου του μεσονυκτίου,
η θερμότης ελαττούται και το ύδωρ γίνεται χλιαρόν κατά την πρωίαν.
Καλείται δε η κρήνη αύτη κρήνη του Ηλίου.
182. Μετά τους Αμμωνίους, προχωρούντες ακόμη δέκα ημερών οδόν διά
της αμμώδους ερήμου, ευρίσκομεν άλλον λόφον άλατος, όμοιον με τον
Αμμώνιον, και ύδωρ· περί αυτόν κατοικούσιν άνθρωποι. Το άνομα του
τόπου τούτου είναι Αύγιλα, και εκεί μεταβαίνουσιν οι Νασαμώνες διά
να συλλέξωσι τον καρπόν των φοινίκων.
183. Εις διάστημα πάλιν άλλων δέκα ημερών από τα Αύγιλα είναι
άλλος λόφος άλατος, και ύδωρ, και φοίνικες καρποφόροι πολλοί, ως
εις τους άλλους· άνθρωποι επίσης κατοικούσιν εις αυτόν οίτινες
καλούνται Γαράμαντες, έθνος μέγα και ισχυρόν. Ούτοι ρίπτουσι χώμα
επί του άλατος και τοιουτοτρόπως σπείρουσιν. Η συντομωτάτη οδός
μεταξύ αυτών και των Λωτοφάγων είναι τριάκοντα ημερών. Εκεί οι
βόες βόσκουσιν οπισθοβατούντες, καθότι τα κέρατά των είναι
κεκλιμένα εις τα εμπρός και θα ήτο αδύνατον να προχωρώσιν εμπρός
χωρίς να εμπηχθώσιν εις την γην. Κατά τα άλλα ουδόλως διαφέρουσι
των άλλων βοών, εκτός ότι το δέρμα των είναι παχύτερον και
τραχύτερον. Κυνηγούσι δε οι Γαράμαντες ούτοι τους Τρωγλοδύτας
Αιθίοπας με τέθριππα οχήματα, καθότι οι Τρωγλοδύται είναι εξ όλων
των ανθρώπων οι μάλλον ταχύποδες από όλους όσους ηκούσαμεν. Οι
Τρωγλοδύται τρώγουσιν όφεις και σαύρας και άλλα τοιαύτα ερπετά,
έχουσι δε γλώσσαν ήτις δεν ομοιάζει με καμμίαν άλλην, μικράς μόνον
κραυγάς εκφέρουσιν ως αι νυκτερίδες.
184. Εις διάστημα πάλιν άλλων δέκα ημερών από τους Γαράμαντας
είναι άλλος λόφος άλατος, και ύδωρ, και άνθρωποι κατοικούσι περί
αυτόν καλούμενοι Ατάραντες, οι μόνοι εκ των ανθρώπων από όσους
γνωρίζομεν οίτινες δεν έχουσιν ονόματα κύρια, διότι το όνομα
Ατάραντες είναι κοινόν, κανείς δ' εξ αυτών δεν έχει ιδιαίτερον
όνομα. Καταρώνται τον ήλιον όστις διέρχεται άνωθεν αυτών και
απευθύνουσι κατ' αυτού παντός είδους λοιδορίας, διότι η θερμότης
του βλάπτει και αυτούς και την χώραν των. Μετά δέκα άλλων ημερών
πορείαν, υπάρχει άλλος λόφος άλατος με ύδωρ και με ανθρώπους περί
αυτόν. Πλησίον του άλατος τούτου υψούται όρος ου το όνομα είναι
Άτλας, στενόν, πάντοθεν κυκλοτερές, και τοσούτον υψηλόν, ως
λέγουσιν, ώστε είναι αδύνατον να ίδη τις τας κορυφάς αυτού, καθότι
ποτέ δεν λείπουσιν από αυτάς τα νέφη, ούτε κατά το θέρος ούτε κατά
τον χειμώνα. Λέγουσι δε οι εγχώριοι ότι είναι στύλος του ουρανού.
Εκ του όρους τούτου οι άνθρωποι ούτοι έλαβον την επωνυμίαν και
ονομάζονται Άτλαντες. Λέγουσι δε ότι ούτε έμψυχον κανέν τρώγουσιν,
ούτε ενύπνια βλέπουσιν.
185. Μέχρι των Ατλάντων τούτων ηδυνήθην να αριθμήσω τα ονόματα των
κατοικούντων την οφρύν της ερήμου· πέραν δεν δύναμαι να το πράξω,
μολονότι εκτείνεται μέχρι των Ηρακλείων στηλών και πέραν αυτών. Η
οφρύς αύτη περιέχει εις έκαστον διάστημα δεκαημέρου πορείας, έν
μεταλλείον άλατος πέριξ του οποίου άνθρωποι κατοικούσιν εις οικίας
ωκοδομημένας εκ χόνδρων άλατος. Εις τα μέρη ταύτα της Λίβυας
ουδέποτε βρέχει, διότι εάν έβρεχε θα ήτο αδύνατον να διατηρηθώσιν
οι αλάτινοι ούτοι τοίχοι. Το ορυσσόμενον εκεί άλας είναι δύο
ειδών, λευκόν και πορφυρούν. Άνωθεν της οφρύος ταύτης,
νοτιοανατολικώς και εις τα μεσόγαια της Λιβύας, ο τόπος είναι
έρημος, χωρίς ύδωρ, χωρίς άγρια θηρία, χωρίς βροχάς, χωρίς δένδρα,
και ουδεμία υγρασία υπάρχει εις αυτόν.
186. Ούτω λοιπόν από της Αιγύπτου μέχρι της Τριτωνίδος λίμνης οι
Λίβυες είναι νομάδες, κρεοφάγοι και γαλακτοπόται, αλλ' ούτε
θηλείας βους τρώγουσι, διά την αυτήν αιτίαν ως οι Αιγύπτιοι, ούτε
χοίρους τρέφουσι. Θηλείας βους επίσης δεν τρώγουσιν ούτε αι
γυναίκες των Κυρηναίων, ένεκα της Αιγυπτίας Ίσιδος, χάριν της
οποίας και νηστείας τελούσι και εορτάς. Αι δε γυναίκες των
Βαρκαίων ούτε βοός ούτε χοίρου γεύονται. Και ταύτα μεν ούτως
έχουσιν.
187. Προς δυσμάς δε της Τριτωνίδος λίμνης οι Λίβυες δεν είναι
πλέον νομάδες, ούτε έχουσι τα αυτά έθιμα, ούτε κάμνουσιν εις τα
παιδία ό,τι συνειθίζουν να κάμνωσιν οι νομάδες· καθότι οι νομάδες
Λίβυες, αν όχι όλοι, δεν δύναμαι να βεβαιώσω τούτο, οι
περισσότεροι όμως πράττουσι το εξής. Όταν τα παιδία των γίνωσι
τεσσάρων ετών, καίουσι τας φλέβας της κορυφής των με άπλυτον
μαλλίον προβάτων, τινές δε καίουσι τας φλέβας των κροτάφων διά να
μη καταβαίνη ποτέ το φλέγμα εκ της κεφαλής και τα ενοχλή. Διά
τούτο λέγουσιν ότι είναι υγιέστατοι άνθρωποι, και αληθώς οι Λίβυες
είναι οι μάλλον υγιείς άνθρωποι από όσους γνωρίζομεν. Και εάν ήναι
διά την αιτίαν ταύτην, δεν ειμπορώ να το βεβαιώσω, είναι όμως
υγιέστατοι. Όταν τα παιδία τα οποία καίουσι καταληφθώσιν υπό
σπασμών, εφεύρον και περί τούτου το εξής ιατρικόν· χύνοντες επί
της κεφαλής των ούρος τράγου τα σώζουσιν. Επαναλαμβάνω όσα με
είπον οι Λίβυες.
188. Αι δε θυσίαι των νομάδων είναι αι εξής· αφού κόψωσι το ωτίον
του κτήνους ως απαρχήν, ρίπτουσιν αυτό υπέρ τον δόμον τις οικίας,
και μετά ταύτα στρέφουσι τον αυχένα του και το σφάζουσι.
Θυσιάζουσι δε μόνον εις τον ήλιον και την σελήνην, διότι εις
αυτούς θυσιάζουσιν όλοι οι Λίβυες· οι δε κατοικούντες περί την
Τριτωνίδα λίμνην κατ' εξοχήν μεν θυσιάζουσιν εις την Αθηνάν, κατά
δεύτερον δε λόγον εις τον Τρίτωνα και εις τον Ποσειδώνα.
189. Οι Έλληνες παρέλαβον από τας γυναίκας των Λιβύων την
ενδυμασίαν και τας αιγίδας των αγαλμάτων της Αθηνάς, εκτός ότι η
ενδυμασία των Λιβυσσών είναι δερματίνη, και οι θύσανοι οι
κρεμάμενοι εκ των αιγίδων δεν είναι όφεις αλλ' από λωρία· κατά τα
λοιπά όμως η στολή είναι ομοία. Προς τούτοις και το όνομα
αποδεικνύει ότι η στολή των αγαλμάτων της Αθηνάς ήλθεν εκ της
Λιβύας· διότι αι Λίβυσσαι, αφού ενδυθώσι, φορούσιν επάνωθεν άτριχα
δέρματα αιγών με ερυθροβαφείς θυσάνους, και εκ τούτων των δερμάτων
των αιγών οι Έλληνες ωνόμασαν τας αιγίδας. Προς τούτοις εγώ φρονώ
ότι αι εντός των ιερών ολολυγμοί εκ της Λιβύας έχουσι την
καταγωγήν, διότι αι Λίβυσσαι τους μεταχειρίζονται, και τους
μεταχειρίζονται με τρόπον καλόν. Προσέτι παρά των Λιβύων έμαθον οι
Έλληνες πώς να ζευγνύωσι τέσσαρας ίππους εις τα οχήματα.
190. Θάπτουσι δε τους αποθνήσκοντας οι νομάδες ως και οι Έλληνες,
πλην των Νασαμώνων· ούτοι τους θάπτουσι καθημένους, προσέχοντες,
όταν φεύγη η ψυχή, να τους καθίζωσι διά να μη αποθνήσκωσιν ύπτιοι.
Τα οικήματά των είναι κατεσκευασμένα από κλάδους ασφοδέλου
πεπλεγμένους με σχοίνους, και είναι κινητά. Ταύτα τα έθιμα
μεταχειρίζονται ούτοι.
191. Προς δυσμάς δε του Τρίτωνος ποταμού, μετά τους Αυσείς, η
Λιβύα ανήκει εις γεωργούς οίτινες κατοικούσιν εις οικίας·
ονομάζονται ούτοι Μάξυες, και εκ του δεξιού μέρους της κεφαλής
αφίνουσι τα μαλλία, κόπτοντες το αριστερόν· χρίουσι δε το σώμα με
μίλτον και λέγουσιν ότι κατάγονται από τους Τρώας. Η χώρα αυτών
και το λοιπόν μέρος της Λιβύας προς δυσμάς είναι πολύ
θηριωδέστερον και έχει δάση περισσότερα ή η χώρα των νομάδων.
Καθότι το ανατολικόν μέρος της Λιβύας, όπου κατοικούσιν οι
νομάδες, είναι πεδινόν και αμμώδες μέχρι του Τρίτωνος ποταμού·
πέραν του ποταμού τούτου, προς δυσμάς, η γη των γεωργών είναι
ορεινή, έχουσα δάση και θηρία. Εκεί ευρίσκονται οι υπερμεγέθεις
όφεις, και οι λέοντες, και οι ελέφαντες, και αι άρκτοι, και αι
ασπίδες, και οι κέρατα έχοντες όνοι, και τα κυνοκέφαλα τέρατα, και
άλλα ακέφαλα και έχοντα τους οφθαλμούς εις το στήθος, ως λέγουσιν
οι Λίβυες, και οι άγριοι άνδρες, και αι άγριαι γυναίκες, και
άπειρα άλλα θηρία βεβαίως μυθώδη.
192. Εις την γην όμως των νομάδων ουδέν εκ τούτων των θηρίων
υπάρχει, είναι δε άλλα· πύγαργοι, δορκάδες, βούβαλοι, όνοι, ουχί
οι έχοντες κέρατα, αλλά άλλοι μη πίνοντες ποτέ, όρυες, εκ των
κεράτων των οποίων οι Φοίνικες κατασκευάζουσι πήχεις κιθαρών
(καθότι τα ζώα ταύτα είναι μεγάλα ως οι βόες), αλώπεκες, ύαιναι,
ύστριχες, κριοί άγριοι, δίκτυες, θώες, πάνθηρες, βόρυες, χερσαίοι
κροκόδειλοι μέχρι τριών πήχεων ομοιότατοι με σαύρας,
στρουθοκάμηλοι και μικροί όφεις έχοντες έν κέρατον. Ταύτα τα θηρία
ευρίσκονται εκεί και όσα άλλα αλλαχού, πλην της ελάφου και του
αγριοχοίρου, διότι έλαφος και αγριόχοιρος ουδόλως ευρίσκονται εις
την Λιβύαν. Υπάρχουσιν επίσης τρία είδη μυών, οι καλούμενοι
δίποδες, οι ζεγέρεις (το όνομα είναι Λιβυκόν και σημαίνει
Ελληνιστί λόφοι) και οι εχινείς, Υπάρχουσι δε και γαλαί γεννώμεναι
εντός του σιλφίου και ομοιάζουσαι με τας γαλάς της Ταρτησσού. Η γη
λοιπόν των νομάδων Λιβύων παράγει αυτά τα θηρία, καθ' όσον
ηδυνήθην να εύρω εξετάζων.
193. Αμέσως μετά τους Μάξυας είναι οι Ζαύηκες, των οποίων αι
γυναίκες ηνιοχούσι τα άρματα εις τον πόλεμον.
194. Μετ' αυτούς είναι οι Γύζαντες, εις την χώραν των οποίων και
αι μέλισσαι κάμνουσι μέλι πολύ, λέγουσιν όμως ότι πολύ
περισσότερον κατασκευάζουσι διά της τέχνης των άνθρωποι
βιομήχανοι. Βάφονται όλοι με μίλτον, και τρώγουσι πιθήκους, οι
όποιοι είναι άφθονοι εις τα όρη των.
195. Πλησίον αυτών λέγουσιν οι Καρχηδόνιοι· ότι υπάρχει νήσος της
οποίας το όνομα είναι Κύραυνις, διακοσίων σταδίων το μήκος και
στενή το πλάτος, διαβατή εκ της ηπείρου, και πλήρης ελαιών και
αμπέλων. Εν αυτή προσθέτουσιν ότι υπάρχει λίμνη εκ του τέλματος
της οποίας αι εγχώριαι παρθένοι, διά πτερών αλειμμένων με πίσσαν,
ανασύρουσι ψήγματα χρυσού. Δεν γνωρίζω εάν ταύτα ήναι αληθή, γράφω
όμως όσα λέγονται. Τα πάντα πιθανά, καθότι και εις την Ζάκυνθον
είδον εγώ αυτός να εκβάλλωσι πίσσαν εκ λίμνης και ύδατος. Η νήσος
αύτη περιέχει πολλάς λίμνας των οποίων η μεγίστη έχει πανταχόθεν
εβδομήκοντα ποδών μήκος και δύο οργυιών βάθος. Δένοντες λοιπόν εις
την άκραν κοντού κλάδον μυρσίνης, βυθίζουσιν αυτό εις την λίμνην,
και δι' αυτής της μυρσίνης ανασύρουσι πίσσαν, ήτις έχει μεν οσμήν
ασφάλτου, κατά τα άλλα όμως είναι καλλιτέρα της Πιερικής πίσσης.
Την χύνουσιν εις λάκκον ανοιγμένον πλησίον της λίμνης, και αφού
συναθροίσωσι πολλήν, τότε εκ του λάκκου την θέτουσιν εις αμφορείς.
Παν ό,τι πέση εις την λίμνην, διερχόμενον υπογείως αναφαίνεται εις
την θάλασσαν, ήτις απέχει τέσσαρα περίπου στάδια από της λίμνης.
Τοιουτοτρόπως λοιπόν και τα περί τις νήσου της κειμένης πλησίον
της Λιβύας λεγόμενα, είναι πιθανά.
196. Λέγουσι δε οι Καρχηδόνιοι και τα εξής, ότι εις μέρος τι της
Λιβύας, πέραν των Ηρακλείων στηλών, υπάρχουσιν άνθρωποι μετά των
οποίων εμπορεύονται· αποβιβάζοντες τα φορτία των, παρατάσσουσιν
αυτά επί της παραλίας, εισέρχονται πάλιν εις το πλοίον των και
κάμνουσι μέγαν καπνόν. Οι κάτοικοι βλέποντες τον καπνόν
καταβαίνουσι πλησίον της θαλάσσης, και λαμβάνοντες τα φορτία
θέτουσιν αντ' αυτών χρυσόν και αναχωρούσι μακράν. Οι Καρχηδόνιοι
εκβαίνουσι πάλιν, παρατηρούσι, και εάν μεν ο χρυσός τοις φαίνεται
αντάξιος των φορτίων, τον λαμβάνουσι και απέρχονται, εάν δε δεν
ήναι αντάξιος, επιστρέφουσιν εις το πλοίον των και μένουσιν. Οι
εγχώριοι πλησιάζουσι και προσθέτουσι χρυσόν, μέχρις ου τους
ευχαριστήσωσι. Ποτέ όμως μήτε το έν μήτε το άλλο μέρος αδικεί· οι
μεν δεν εγγίζουσι τον χρυσόν πριν ή εξισωθή με την τιμήν των
φορτίων, οι δε δεν εγγίζουσι τα φορτία πριν ή οι άλλοι λάβωσι το
χρυσίον.
197. Αυτοί λοιπόν είναι οι Λίβυες τους οποίους δυνάμεθα να
ονομάσωμεν, και εξ αυτών οι περισσότεροι, ούτε τώρα ούτε τότε
εφρόντιζον το παράπαν διά τον βασιλέα των Μήδων. Τόσον δε ακόμη
έχω να είπω περί της χώρας ταύτης, ότι τεσσαρες φυλαί την νέμονται
και όχι περισσότεραι, καθ' όσον ηδυνήθην να μάθω· και αι μεν δύο
των φυλών τούτων εισίν αυτόχθονες, αι δύο δε άλλαι όχι. Οι
Αιθίοπες και οι Λίβυες είναι αυτόχθονες και κατοικούσιν οι μεν
προς βοράν οι δε προς νότον της Λιβύας· οι δε Φοίνικες και οι
Έλληνες είναι επήλυδες.
198. Νομίζω δε ότι η Λιβύα ούτε είναι τόσον εξαίρετος ώστε να
παραβληθή με την Ασίαν ή την Ευρώπην, πλην της Κίνυπος μόνης. Η γη
αύτη έχει το αυτό όνομα με τον εκεί ποταμόν· είναι ομοία με τας
αρίστας γαίας ως προς την παραγωγήν των Δημητριακών καρπών και δεν
έχει ουδεμίαν ομοιότητα προς την άλλην Λιβύαν. Το έδαφος αυτής
είναι μέλαν, ποτίζεται υπό υδάτων, ουδέποτε φοβείται ξηρασίας και
ούτε βλάπτεται εάν πίη πολλήν βροχήν, καθότι εις αυτά τα μέρη της
Λιβύας βρέχει. Ενταύθα η συγκομιδή γίνεται όση και εις την γην των
Βαβυλωνίων. Καρποφόρος μεν είναι και η γη την οποίαν νέμονται οι
Ευεσπερίται, διότι κατά την ευφορίαν της αποδίδει το
εκατονταπλούν, αλλ' η γη της Κίνυπος αποδίδει τρις πλειότερον του
εκατονταπλού.
199. Και η χώρα της Κυρήνης, η υψηλοτέρα της Λιβύας την οποίαν
κατοικούσιν οι νομάδες, έχει τρία θέρη θαυμαστά· πρώτον είναι
έτοιμοι να θερισθώσι και να τρυγηθώσιν οι καρποί των παραθαλασσίων
μερών· αφού δε αυτοί συγκομισθώσιν αμέσως ωριμάζουσιν οι καρποί
των παραθαλασσίων μεσαίων μερών τα οποία καλούσι λόφους.
Συγκομισθέντων και τούτων, αμέσως ωριμάζουσι και οι καρποί των
υψηλοτάτων μερών, εις τρόπον ώστε μέχρις ου πίωσι και φάγωσι τον
πρώτον καρπόν, έρχεται ο τελευταίος. Τοιουτοτρόπως επί οκτώ μήνας
διαρκεί ο θερισμός εις την Κυρήνην. Και περί τούτων μεν είναι
ικανά διά είπομεν.
200. Οι δε εκδικηταί της Φερετίμης Πέρσαι, αφού εστάλησαν εκ της
Αιγύπτου υπό του Αρυάνδου και έφθασαν εις την Βάρκην, επολιόρκησαν
την πόλιν και εζήτουν να τοις παραδοθώσιν οι φονείς του
Αρκεσιλάου· επειδή όμως όλος ο λαός ήτο ένοχος, οι λόγοι των δεν
εγένοντο δεκτοί. Τότε οι Πέρσαι έμειναν πολιορκούντες την Βάρκην
επί εννέα μήνας, σκάπτοντες υπόγεια ορύγματα απολήγοντα εις τα
τείχη και εκτελούντες βιαίας εφόδους. Είς όμως των πολιορκουμένων
ανεκάλυψε τα ορύγματα ταύτα δι' ασπίδος χαλκίνης, τεχνασθείς το
εξής στρατήγημα. Περιφέρων την ασπίδα εις το τείχος την εφήρμοζεν
επί του εδάφους. Και τα μεν άλλα μέρη εις τα οποία την επλησίαζεν,
ήσαν κωφά· εκεί όμως όπου έσκαπταν, αντήχει ο χαλκός της ασπίδος,
και εκεί αντισκάπτοντες οι Βαρκαίοι εφόνευον τους Πέρσας εργάτας.
Τούτο μεν ούτως ανεκαλύφθη, αφ' έτερου δε απέκρουον τας προσβολάς.
201. Επειδή δε κατετρίβετο πολύς χρόνος και έπιπτον πολλοί
εκατέρωθεν, προ πάντων Πέρσαι, ο στρατηγός του πεζικού Άμασις
επενόησε το εξής στρατήγημα· πεισθείς ότι δεν ηδύναντο να
κυριεύσωσι την Βάρκην διά της βίας, αλλ' ότι ηδύναντο να
κατορθώσωσι τούτο διά του δόλου, έπραξε τα ακόλουθα. Σκάψας διά
νυκτός τάφρον πλατείαν ήπλωσεν επ' αυτής ξύλα λεπτά, επάνω δε των
ξύλων έφερε και έρριψε χώμα, ώστε την ισοπέδωσε με το άλλο έδαφος.
Άμα τη ημέρα προσεκάλεσεν τους Βαρκαίους να ομιλήσωσι περί
συμβιβασμού, ούτοι δε προθύμως υπήκουσαν και εδέχθησαν να
συνθηκολογήσωσιν. Αι συνθήκαι τας οποίας έκαμνον ορκιζόμενοι επί
της κρυπτής τάφρου ήσαν τοιαύται· έως ου η γη αύτη μένει ως έχει,
να μένωσι και οι όρκοι των αμετάτρεπτοι. Και οι μεν Βαρκαίοι
υπεσχέθησαν να πληρώνωσιν εις τον βασιλέα τον πρέποντα φόρον, οι
δε Πέρσαι να μη επιχειρήσωσι πλέον τίποτε κατά της Βάρκης. Μετά
τον όρκον αυτόν, πεποιθότες οι Βαρκαίοι εξήλθον της πόλεως των και
επέτρεψαν εις ον τινα ήθελεν εκ των Περσών να εισέλθη εις αυτήν,
ανοίξαντες όλας τας πύλας. Εντούτοις οι Πέρσαι, κρημνίσαντες την
κρυπτήν γέφυραν ώρμησαν εις τα τείχη· κρημνίζοντες δε την γέφυραν
την οποίαν είχον κατασκευάσει, εφρόνουν ότι δεν παρεβίαζον τον
προς τους Βαρκαίους δοθέντα όρκον· δηλαδή να μένωσιν αι συνθήκαι
απαράβατοι εφ' όσον χρόνον η γη έμενεν ως ήτο τότε. Αφού λοιπόν
εκρήμνισαν την γέφυραν, δεν έπρεπε πλέον να μένωσιν αι συνθήκαι.
202. Τους μεν αιτιωτάτους των Βαρκαίων η Φερετίμη ανεσκολόπισε
περί την πόλιν, διότι οι Πέρσαι τους παρέδοσαν εις αυτήν· των δε
γυναικών τους μαστούς αποκόψασα, εκάρφωσεν αυτούς επίσης εις τα
τείχη. Τους λοιπούς Βαρκαίους εγκατέλιπεν ως λάφυρον εις τους
Πέρσας, πλην εκείνων οίτινες ήσαν εκ της οικογενείας ή εκ της
μερίδος του Βάττου και δεν είχον λάβει μέρος εις τον φόνον. Εις
τούτους δε η Φερετίμη επέτρεψε την πόλιν.
203. Οι Πέρσαι αναχώρησαν, αφού εξηνδραπόδισαν τους άλλους
Βαρκαίους. Όταν δε έφθασαν πλησίον της Κυρήνης, οι κάτοικοι της
πόλεως ταύτης, εκπληρούντες τας διαταγάς χρησμού τινος, τοις
επέτρεψαν να διέλθωσι δι' αυτών. Μόλις όμως εξήλθον, ο αρχηγός του
ναυτικού στρατού Βάδρης, συνεβούλευσε να κυριεύσωσι την πόλιν,
αλλ' ο στρατηγός του πεζού Άμασις αντέτεινε λέγων ότι επέμφθη κατά
της Βάρκης και δεν είχεν εντολήν να προσβάλη άλλην Ελληνίδα πόλιν.
Τέλος, αφού διήλθον την Κυρήνην, ενώ ήσαν εστρατοπεδευμένοι επί
του λόφου του Λυκαίου Διός, μετεμελήθησαν διότι δεν κατέλαβον την
Κυρήνην, και απεπειράθησαν να εισέλθωσιν εις αυτήν εκ δευτέρου· οι
Κυρηναίοι όμως δεν τους επέτρεψαν τούτο. Οι δε Πέρσαι, μολονότι
κανείς δεν τους επολέμει, κατελήφθησαν υπό φόβου, και φυγόντες
εσταμάτησαν μόνον εξήκοντα στάδια μακράν. Ενώ δε κατεγίνοντο να
στρατοπεδεύσωσιν εις εκείνο το μέρος, ήλθεν άνθρωπος εκ μέρους του
Αρυάνδου προσκαλών αυτούς. Τότε οι Πέρσαι παρεκάλεσαν τους
Κυρηναίους να τοις δώσωσι τρόφιμα διά την οδοιπορίαν των, άτινα
τοις εδόθησαν και ανεχώρησαν εις την Αίγυπτον. Αλλ' οι Λίβυες
συλλαμβάνοντες τους μένοντας οπίσω και μη δυναμένους να
συμπαρακολουθώσι τον άλλον στρατόν, τους εφόνευον διά να αρπάσωσι
τα φορέματά των και τα όπλα των. Τούτο συνέβαινε μέχρις ου έφθασαν
εις την Αίγυπτον.
204. Η εκστρατεία αύτη των Περσών δεν επροχώρησεν εις την Λιβύαν
πέραν των Ευεσπερίδων. Όσους δε Βαρκαίους εξηνδραπόδισαν τους
έστειλαν εις τον βασιλέα, ο δε Δαρείος τοις παρεχώρησε κώμην τινά
της Βακτριανής διά να κατοικήσωσι. Και ούτοι ωνόμασαν την κώμην
ταύτην Βάρκην, ήτις και μέχρι της εποχής μου κατωκείτο εις την
Βακτριανήν.
205. Αλλ' ούτε η Φερετίμη ετελεύτησε τον βίον καλώς, διότι άμα
εξεδικήθη τους Βαρκαίους, επέστρεψεν εκ της Λιβύας εις την
Αίγυπτον όπου απέθανε κακώς, αφού ζώσα εξέβραζε σκώληκας. Τόσον
μισούσιν οι θεοί τους ανθρώπους όσοι μνησικακούσι και εκδικούνται
σκληρώς. Τοιαύτη ήτο η εκδίκησις της θυγατρός του Βάττου Φερετίμης
κατά των Βαρκαίων.
ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ Α'. ΤΟΜΟΥ
1) Από του έτους 1221 π. Χ. μέχρι του έτους 716 [ή 746].
2) Ο όρθιος ήτο μελωδία ανδρική και παροξυντική την οποίαν έψαλλον
παίζοντες την κιθάραν ή τον αυλόν.
3) Τω 560 π. χ.
4) Τη 18 σεπτεμβρίου 610 π. Χ.
5) Γενομένη τω 546 έτει π. Χ.
6) Το πυρ παρά τοις Πέρσαις ήτο θεότης.
7) Βασανιστικού εργαλείου ομοίου κατά το σχήμα με ακανθόκτενον.
8) Από του 1231 π. Χ. μέχρι του 711.
9) Τω 539 π. Χ.
10) Προσευχήν εις όλους τους θεούς απευθυνομένην.
11) Είδος λειχηνώδους εξανθήματος, αρχή λέπρας.
12) Βιβλίον απολεσθέν, όπου περιγράφετο η άλωσις της Νίνου η εν τω
κεφ. 106 σημειωθείσα.
13) Δούλους, ευνούχους, καπήλους, κλπ.