(30), όστις αφήκεν ως μνημείον τα προς δυσμάς προπύλαια του ναού
του Ηφαίστου. Απέναντι των προπυλαίων τούτων έστησε δύο ανδριάντας
εικοσιπέντε πήχεις υψηλούς· οι Αιγύπτιοι καλούσι τον μεν προς
άρκτον ιστάμενον Θέρος, τον δε προς μεσημβρίαν Χειμώνα· και
εκείνον μεν τον οποίον καλούσι Θέρος προσκυνούσι και
περιποιούνται, προς δε τον άλλον τον καλούμενον Χειμώνα πράττουσι
τα εναντία. Ο βασιλεύς ούτος είχεν άπειρα χρήματα, τόσα ώστε εκ
των μεταγενεστέρων βασιλέων κανείς δεν ηδυνήθη μήτε να τον υπερβή
μήτε να τον φθάση καν. Θέλων ούτος να θησαυρίζη εις ασφαλές μέρος,
έκτισε δωμάτιον λίθινον, του οποίου είς των τοίχων ήτο εις το έξω
μέρος της οικίας· αλλ' ο οικοδόμος, επιβουλευόμενος τα πλούτη
εκείνα, εμηχανεύθη το εξής· προδιέθεσε μίαν πέτραν του τοίχου
ούτως ώστε δύο άνθρωποι, ή και είς μόνος, να δύνανται ευκόλως να
την εκβάλλωσιν. Αφού ετελείωσε το οίκημα, ο βασιλεύς απέθεσεν εν
αυτώ τους θησαυρούς του. Μετά παρέλευσιν χρόνου, ο οικοδόμος
αισθανθείς το τέλος της ζωής του εκάλεσε τους υιούς του (είχε δε
δύο) και τοις είπε πως, μεριμνών δι' αυτούς διά να έχωσιν άφθονα
αγαθά, έκαμε τέχνασμα τι ότε έκτιζε το θησαυροφυλάκιον του
βασιλέως. Αφού δε τοις εξήγησε σαφώς πώς ηδύναντο να αφαιρέσωσι
τον λίθον, τους έδωκε τα μέτρα αυτού και τους είπεν ότι εάν δεν τα
λησμονήσωσι θα ήσαν διαχειρισταί των βασιλικών χρημάτων. Και
εκείνος μεν απέθανεν, οι δε υιοί του δεν εβράδυνον να θέσωσιν εις
ενέργειαν το πράγμα· πορευθέντες διά νυκτός εις τα βασίλεια και
ανευρόντες τον λίθον εις το οικοδόμημα, ευκόλως τον μετεκίνησαν
και εξήγαγον πολλά χρήματα. 2. Όταν δε έτυχεν ο βασιλεύς να ανοίξη
το οίκημα, ηπόρησεν ιδών ότι έλειπον χρήματα από τα αγγεία, και
δεν ήξευρεν εις ποίον να αποδώση το πράγμα, καθότι αι σφραγίδες
ήσαν ανέπαφοι και η θύρα κεκλεισμένη. Επειδή δε ανοίξας δις και
τρις έβλεπεν ότι τα χρήματα ηλαττούντο πάντοτε (επειδή οι κλέπται
δεν έπαυον εξάγοντες), εμηχανεύθη το εξής· διέταξε να
κατασκευάσωσι παγίδας και να τας στήσωσι πέριξ των αγγείων εντός
των οποίων ήσαν τα χρήματα. Οι κλέπται ήλθον ως και πρότερον· ο
είς εξ αυτών εισήλθεν, επλησίασεν αγγείον τι, και αίφνης συνελήφθη
εις την παγίδα. Εννοήσας δε αμέσως το δυστύχημα εις το οποίον
είχεν εμπέσει, εκάλεσε τον αδελφόν του, είπε προς αυτόν το γεγονός
και τον προέτρεψε να εισέλθη τάχιστα. Άμα δε εκείνος επλησίασε
«Κόψε την κεφαλήν μου, προσέθηκε, διότι εάν με ίδωσι και με
αναγνωρίσωσιν, εχάθημεν και εγώ και συ.» Ο αδελφός επείσθη ότι
είχε δίκαιον και ηκολούθησε την συμβουλήν του· έπειτα, εφαρμόσας
τον λίθον εις την θέσιν του ήλθεν εις την οικίαν του με την
κεφαλήν του αδελφού του. 3. Άμα εξημέρωσεν, εισήλθεν ο βασιλεύς
εις το οίκημα και εξεπλάγη ευρών εις την παγίδα το σώμα του
κλέπτου άνευ κεφαλής, το οίκημα αβλαβές και ουδεμίαν άλλην είσοδον
ή έξοδον. Ευρισκόμενος δε εις απορίαν, επενόησεν άλλο στρατήγημα·
εκρέμασεν εις τον τοίχον το σώμα του κλέπτου, και θέσας περί αυτό
φύλακας, τους διέταξε να συλλάβωσι και φέρωσιν ενώπιόν του
οποιονδήποτε ήθελον ιδεί να κλαύση ή να στενάξη επί τω θεάματι
εκείνω. Ενόσω δε εκρέματο το πτώμα, η μήτηρ, δεινώς λυπουμένη,
συνωμίλει μετά του επιζώντος υιού της· επί τέλους τον επρόσταξε να
εφεύρη πάντα τρόπον να λύση το πτώμα όπως ηδύνατο και να το φέρη
εις την οικίαν, απειλούσα αυτόν ότι εν περιπτώσει αμελείας θα
μεταβή η ιδία προς τον βασιλέα και θα τον καταγγείλη ότι αυτός
έχει τα χρήματα. 4. Επειδή λοιπόν η μήτηρ τον επίεζε πολύ, και
αυτός δεν ηδύνατο να την μεταπείση με όλας τας παρατηρήσεις του,
εσοφίσθη τα ακόλουθα· έλαβεν όνους, έπειτα πληρώσας οίνου ασκούς,
τους εφόρτωσεν επί των όνων και ήλαυνεν αυτούς. Όταν δε έφθασεν
απέναντι των φυλάκων και πλησίον του κρεμαμένου σώματος, έσυρε
προς εαυτόν δύο τρεις άκρας των ασκών και τους έλυσεν ενώ
εκλονίζοντο· τότε ο οίνος ήρχισε να χύνεται, και αυτός εκτύπα την
κεφαλήν του εκβάλλων μεγάλας φωνάς, ως να μη ήξευρε προς ποίον
όνον να τρέξη πρώτον. Οι φύλακες βλέποντες να χύνεται τόσος οίνος,
ώρμησαν εις την οδόν με αγγεία διά να τον συνάξωσιν, ως να εχύνετο
χάριν αυτών. Ο άνθρωπος προσεποιήθη ότι εθύμωνε, τους ύβριζεν
όλους, και επειδή είδεν ότι οι φύλακες τον επαρηγόρουν,
προσεποιήθη ότι κατεπραΰνετο και εμετρίαζε τον θυμόν του. Τέλος
πάντων έφερε τους όνους έξω της οδού και διευθέτησε το φόρτωμα
συνομιλών συγχρόνως με τους φύλακας· είς μάλιστα εξ αυτών τον
επείραξε και προσεπάθησε να τον κάμη να γελάση· ο δε ονηλάτης προς
αμοιβήν τοις εχάρισεν ένα ασκόν. Αυτοί δε, ως ήσαν, εκάθισαν εκεί
και απεφάσισαν να πίωσι λέγοντες και εις εκείνον να μείνη μετ'
αυτών και να συμπίη. Τότε εκείνος προσεποιήθη ότι επείσθη, και
έμεινεν εκεί. Επειδή δε τω εφέροντο μετά πολλής φιλοφροσύνης, τοις
προσέφερε και δεύτερον ασκόν. Πίνοντες λοιπόν αφθόνως οι φύλακες
εμεθύσθησαν εντελώς και απεκοιμήθησαν εκεί όπου έπινον. Ο ονηλάτης
ωφελήθη της ευκαιρίας, και, ελθούσης της νυκτός, έλυσε το σώμα του
αδελφού του, και εξύρισε τας δεξιάς παρειάς των φυλάκων προς
καταισχύνην· έπειτα φορτώσας το πτώμα επί των όνων επέστρεψεν εις
την οικίαν του, εκτελέσας την διαταγήν της μητρός του. 5. Ο δε
βασιλεύς, όταν τω ανήγγειλον ότι το σώμα του κλέπτου ηρπάγη,
ωργίσθη καθ' υπερβολήν, και θέλων με πάντα τρόπον να ανακαλυφθή
ποιος ήτο εκείνος όστις εμηχανεύθη όλα ταύτα, έθεσεν, ως λέγουσιν,
εις ενέργειαν μέτρον όλως απίστευτον εις εμέ. Έπεμψε την θυγατέρα
του εις πορνείον και την παρήγγειλε να δέχεται πάντας ομοίως· πριν
παραδοθή όμως, να τους αναγκάζη να τη είπωσι τι έπραξαν εν τω βίω
των πανουργότατον και ανοσιώτατον· εκείνον δε όστις ήθελε τη είπει
τα περί της πραχθείσης κλοπής, να τον κρατήση και να μη τον αφήση
να φύγη. Ενώ η κόρη εξετέλει τας προσταγάς του πατρός της, ο
κλέπτης έμαθε προς ποίον σκοπόν εγίνοντο ταύτα, και θέλων να
νικήση τον βασιλέα εις τας πανουργίας, έκοψεν από τον ώμον τον
βραχίονα προσφάτως αποθανόντος ανθρώπου, τον έθεσεν υπό το ένδυμά
του, εισήλθεν όπου ήτο η κόρη του βασιλέως, και όταν εκείνη τω
απέτεινε την αυτήν ερώτησιν την οποίαν έκαμνε και προς τους
άλλους, αυτός τη διηγήθη την μάλλον ανοσίαν πράξιν του βίου του·
ότι συλληφθέντος του αδελφού του εις την παγίδα εντός του
θησαυροφυλακίου του βασιλέως, έκοψε την κεφαλήν του· ότι
επιτηδειότερος από τους φύλακας, τους εμέθυσε και έλυσε το
κρεμάμενον σώμα του αδελφού του. Η κόρη, άμα ήκουσε ταύτα, ηθέλησε
να τον συλλάβη, αλλ' ο κλέπτης εν τω σκότει τη έδωκε την χείρα του
νεκρού. Και εκείνη μεν εκράτησε ταύτην, νομίζουσα ότι κρατεί την
χείρα αυτού του ιδίου· ο δε κλέπτης, αφήσας αυτήν, εξήλθε της
θύρας και έφυγεν. 6. Όταν έφερον εις τον βασιλέα την είδησιν όλων
τούτων των γεγονότων κατεπλάγη διά την επιδεξιότητα και την τόλμην
του ανθρώπου τούτου· τέλος πάντων δε έπεμψεν εις όλας τας πόλεις
και διεκήρυξεν ότι τον συγχωρεί και τω υπόσχεται μεγάλα πράγματα
εάν παρουσιασθή ενώπιόν του. Πεισθείς ο κλέπτης προσήλθεν· ο δε
Ραμψίνιτος τον εθαύμασε καθ' υπερβολήν και τω έδωκε την θυγατέρα
του ως άνθρωπον όστις ήξευρε περισσότερα από όλους, λέγων ότι οι
μεν Αιγύπτιοι υπερέχουσιν από όλους τους ανθρώπους, αυτός δε από
όλους τους Αιγυπτίους.
122. Μετά τούτο μοι είπον οι ιερείς ότι ο βασιλεύς ούτος κατέβη
ζων όπου οι Έλληνες υποθέτουσιν ότι είναι ο άδης, ότι εκεί έπαιζε
τους κύβους με την Δήμητρα, ότι άλλοτε μεν την ενίκα, άλλοτε δε
ηττάτο υπ' αυτής, και ότι λαβών παρ' αυτής δώρον χειρόμακρον
χρυσούν, ανέβη πάλιν εις την γην. Ένεκα της καταβάσεως ταύτης και
μετά την επιστροφήν του Ραμψινίτου, οι Αιγύπτιοι εσύστησαν εορτήν
ως με είπον, και ο ίδιος ηξεύρω ότι και εις τας ημέρας μου ακόμη
την διετήρουν· δεν δύναμαι όμως να είπω εάν δι' άλλην τινά αιτίαν
την εώρταζον ή δι' αυτήν. Κατά την ημέραν της εορτής, οι ιερείς,
υφαίνοντες μανδύαν, δένουσι με ταινίαν τους οφθαλμούς ενός εκ των
ιδικών των, και περιβάλλοντες αυτόν με τον μανδύαν εκείνον, τον
φέρουσιν εις την οδόν ήτις άγει εις τον ναόν της Δήμητρος· έπειτα
δε επιστρέφουσιν. Εν τούτοις ο ιερεύς, δεδεμένους έχων τους
οφθαλμούς, οδηγείται υπό δύο λύκων εις τον ναόν τούτον όστις
απέχει από την πόλιν είκοσι στάδια και φέρεται πάλιν οπίσω παρ'
αυτών εις το ίδιον μέρος.
123. Τας διηγήσεις ταύτας των Αιγυπτίων ας δεχθή όστις νομίζει
αυτάς πιθανάς. Το κατ' εμέ, εις όλην την διήγησίν μου ομολογώ ότι
γράφω όσα ήκουσα. Οι Αιγύπτιοι λέγουσιν ότι η Δημήτηρ και ο
Διόνυσος βασιλεύουσιν επί των νεκρών. Είναι λοιπόν οι πρώτοι
οίτινες ωμίλησαν περί της δοξασίας ταύτης ότι η ψυχή του ανθρώπου
είναι αθάνατος, και ότι, μετά την φθοράν του σώματος, εισέρχεται
αύτη εις άλλο ον γεννώμενον· αφού δε διατρέξη όλα τα ζώα της γης
και της θαλάσσης και όλα τα πτηνά, εισέρχεται πάλιν εις ανθρώπινον
σώμα· η περιπλάνησις δ' αύτη της ψυχής γίνεται εις τρισχίλια έτη.
Την δοξασίαν ταύτην τινές των Βλλήνων μετεχειρίσθησαν ως ιδικήν
των, άλλοι μεν πρότερον, άλλοι δε εσχάτως (31) ηξεύρω τα ονόματα
αυτών, πλην δεν τα γράφω.
124. Με είπον προσέτι οι ιερείς ότι μέχρι του Ραμψινίτου η ευνομία
διετηρείτο εις την Αίγυπτον και ότι μεγάλως ηυδαιμόνει ο τόπος·
αλλά μετ' αυτόν εβασίλευσεν ο Χέοψ (32) και τότε υπέφερον παν
είδος δυστυχίας. Πρώτον έκλεισεν όλους τους ναούς και απηγόρευσε
να θυσιάζωσιν· έπειτα ηνάγκασε τους Αιγυπτίους να εργάζωνται δι'
αυτόν. Και είς τινας μεν επέβαλε να σύρωσι μέχρι του Νείλου λίθους
τους οποίους εξήγον από τα λατομεία του Αραβίου όρους· εις άλλους
δε ώρισε να μεταβιβάζωσιν εις πλοιάρια τους λίθους τούτους και να
τους φέρωσιν εις το Λιβυκόν όρος. Ειργάζοντο δε αδιακόπως εκατόν
χιλιάδες ανθρώπων αντικαθισταμένων κατά τριμηνίαν. Ταλαιπωρούμενος
ο λαός εδαπάνησε δέκα μεν έτη διά την κατασκευήν της οδού διά της
οποίας μετέφερον τους λίθους, έργον όπερ, κατ' εμέ, μόλις είναι
μικρότερον της πυραμίδος, διότι το μήκος της οδού είναι πέντε
στάδια, το πλάτος δέκα οργυιαί, και το μεγαλείτερον ύψος οκτώ
οργυιαί· και κατεσκευάσθη εκ λίθων ξεστών, κεκοσμημένων δι'
εγγεγλυμμένων εικόνων. Κατανάλωσαν λοιπόν δέκα έτη διά την οδόν
ταύτην, διά την εξομάλισιν του λόφου όπου ίστανται αι πυραμίδες,
και διά τα υπό την γην οικήματα τα οποία ο Χέοψ προώρισε διά τάφον
του αποκαταστήσας το μέρος εκείνο νήσον με διώρυχα την οποίαν
έφερεν από τον ποταμόν. Είκοσι δε έτη εχρειάσθησαν διά την
κατασκευήν της κυρίας πυραμίδος της οποίας, τετραγώνου ούσης,
εκάστη πρόσοψις είναι οκτώ πλέθρα εις την βάσιν και άλλα τόσα κατά
το ύψος· σύγκειται δε όλη εκ λίθων ξεστών και καλώς
συνηρμολογημένων και ουδείς λίθος αυτής είναι μικρότερος των
τριάκοντα ποδών.
125. Κατεσκευάσθη δε η πυραμίς αύτη κατά το σχήμα βαθμίδων, τας
οποίας άλλοι μεν καλούσι κρόσσας, άλλοι δε βωμίδας. Αφού δε
έκτισαν την βάσιν, ύψωσαν τας λοιπάς πέτρας διά μηχανών
κατεσκευασμένων εκ μικρών ξύλων· η δύναμις της μηχανής ενήργει
πρώτον από του εδάφους μέχρι του πρώτου στοίχου των βαθμίδων· εκεί
ήτο εστημένη άλλη μηχανή εφ' ης ετίθετο ο λίθος και μετεφέρετο εις
τον δεύτερον στοίχον των βαθμίδων όπου ήτο εστημένη τρίτη μηχανή,
διότι όσοι στοίχοι ήσαν τόσαι και μηχαναί. Πιθανόν όμως να υπήρχε
μια μόνη μηχανή, την οποίαν, καθό ευκίνητον, μετέφερον από στοίχου
εις στοίχον, αφού προηγουμένως αφήρουν απ' αυτής τον λίθον, διότι
πρέπει να αναφέρω και τους δύο τρόπους καθώς με τους είπον. Και
προ των άλλων μεν ετελείωσεν η κορυφή της πυραμίδος, κατόπιν ο
ακόλουθος στοίχος και ούτω καθεξής μέχρι του τελευταίου όστις
ήγγιζε το έδαφος. Είναι δε σημειωμένα με χαρακτήρας Αιγυπτιακούς
πόσα εξωδεύθησαν διά τους εργάτας εις ράπανα, κρόμμυα και σκόροδα·
και καθ' όσον δύναμαι να ενθυμηθώ, η επιγραφή, την οποίαν μοι
εξήγησεν ο διερμηνεύς, εδείκνυεν ότι το ποσόν ανέβη μέχρι χιλίων
εξακοσίων αργυρών ταλάντων. Εάν τωόντι τόσα εδαπανήθησαν εις
τοιαύτα πράγματα, πόσα άρα γε να εδαπανήθησαν εις σιδηρά σύνεργα,
εις τρόφιμα και εις ενδύματα καθ' όλον τον προς οικοδομήν
δαπανηθέντα χρόνον όστις ήτο όσος είπον, εκτός εκείνων τα οποία
εξωδεύθησαν, ως νομίζω, κατά τον χρόνον όστις εχρειάσθη προς τομήν
των λίθων, μεταφοράν αυτών και κατασκευήν του υπογείου ορύγματος;
126. Εις τοιούτον βαθμόν κακοηθείας έφθασεν ο Χέοψ ώστε έχων
ανάγκην χρημάτων εισήγαγεν, ως λέγουσι, την θυγατέρα του εις
πορνείον και την διέταξε να συνάξη ποσότητα τινα, αγνοώ πόσην
διότι δεν με την είπον οι ιερείς. Υπήκουσεν αύτη και εσύναξε την
παρά του πατρός της ορισθείσαν ποσότητα· θέλουσα δε να αφήση και
ίδιον εαυτής μνημείον, εζήτει παρά παντός εισερχομένου προς αυτήν
να τη χαρίζη μίαν πέτραν δι' αυτό το έργον. Από αυτάς δε τας
πέτρας λέγουσιν ότι εκτίσθη εκείνη των πυραμίδων ήτις είναι εν τω
μέσω των τριών, ολίγον προ της μεγαλειτέρας, και της οποίας εκάστη
πλευρά είναι έν και ήμισυ πλέθρον εις την βάσιν.
127. Ως λέγουσιν οι Αιγύπτιοι ο Χέοψ ούτος εβασίλευσε πεντήκοντα
έτη· μετά τον θάνατόν του δε εκληρονόμησε την βασιλείαν ο αδελφός
του Χεφρήν (33) όστις τον εμιμήθη καθ' όλα· έκτισε και αυτός
πυραμίδα ως εκείνος, μικροτέραν όμως· την εμέτρησα εγώ ο ίδιος·
μήτε υπόγεια οικήματα έχει, μήτε διώρυχα φέρουσαν μέχρι της βάσεώς
της το ύδωρ του ποταμού, ως έχει η άλλη την οποίαν η παροχέτευσις
του Νείλου καθίστα νήσον εν τη οποία ως λέγεται κείται το σώμα του
Χέοπος. Αφού έκτισε την πρώτην βαθμίδα εκ λίθου Αιθιοπικού
ποικίλου, ύψωσε την πυραμίδα κατά τεσσαράκοντα πόδας ολιγώτερον
της πρώτης ήτις είναι πλησίον· αμφότεραι δε ίστανται επί του αυτού
λόφου όστις έχει ύψος περίπου εκατόν πόδας. Έλεγον προσέτι οι
ιερείς ότι ο Χιφρήν εβασίλευσεν έτη πεντήκοντα και έξ.
128. Αριθμούσι λοιπόν εκατόν εξ έτη κατά τα οποία οι Αιγύπτιοι
υπέστησαν πάσαν ταλαιπωρίαν· οι ναοί, εις το διάστημα τούτο,
εκλείσθησαν και δεν τους ήνοιξαν ουδέ προς στιγμήν. Τούτων δε των
βασιλέων τα ονόματα ο λαός μήτε τα αναφέρει υπό μίσους, αλλ'
ονομάζει τας πυραμίδας ταύτας πυραμίδας Φιλιτίωνός τινος ποιμένος
όστις έβοσκε τότε τα ποίμνιά του εις τούτο το μέρος.
129. Μετά τον Χεφρήνα οι ιερείς με είπον ότι ανέβη επί του θρόνου
ο υιός του Χέοπος Μυκερίνος (34). Αι πράξεις του πατρός του δεν
ήρεσκον εις αυτόν· όθεν και τους ναούς ήνοιξε, και τον λαόν, όστις
εις άκρον εταλαιπωρείτο, απέλυσε διά να καταγίνεται εις τας θυσίας
του και τα ίδιά του έργα, και τέλος εδίκαζε δικαιότερον όλων των
βασιλέων. Τον επαινούσι λοιπόν διά τούτο πλειότερον από όλους όσοι
εβασίλευσαν επί της Αιγύπτου, διότι ου μόνον έκρινε καλώς, αλλά
και εις εκείνον όστις παρεπονείτο διά την απόφασιν έδιδε δώρον τι
κατευνάζον την δυσαρέσκειάν του. Εν τούτοις εις τον Μυκερίνον
τούτον, τον τόσον ήπιον, τον τόσον μεριμνώντα διά την ευτυχίαν των
Αιγυπτίων, συνέβησαν πολλά δυστυχήματα, και πρώτον πάντων ο
θάνατος της θυγατρός του, ήτις ήτο το μόνον τέκνον το οποίον είχεν
εις την οικίαν του. Αισθανθείς λύπην άφατον διά το δυστύχημα τούτο
και θέλων να θάψη την θυγατέρα του μεγαλοπρεπέστερον παρ' ό,τι
θάπτουσι τους άλλους, διέταξε να κατασκευάσωσι βουν ξυλίνην
κοίλην, την οποίαν κατεχρύσωσε και έθεσεν εντός αυτής την
αποθανούσαν θυγατέρα του.
130. Η βους αύτη δεν ετάφη· εσώζετο ακόμη εις τας ημέρας μου εις
την Σάιν κειμένη εις δωμάτιον πλουσίως κεκοσμημένον εντός της
βασιλικής κατοικίας· πλησίον αυτής εκαίοντο καθ' ημέραν παντός
είδους αρώματα, καθ' όλην δε την νύκτα ήτο αναμμένος λύχνος
διαρκώς. Ου μακράν της βοός ταύτης, εις άλλο δωμάτιον, είναι
εκτεθειμέναι αι εικόνες των παλλακίδων του Μυκερίνου, ως με είπον
οι ιερείς της Σάιος. Αληθώς υπάρχουσιν εκεί είκοσι μεγάλα ξύλινα
αγάλματα παριστώντα γυναίκας γυμνάς· ποίαι είναι; δεν ειμπορώ να
είπω ειμή ό,τι ήκουσα.
131. Τινές διά την βουν και τα κολοσσιαία αγάλματα λέγουσι τα
εξής· ότι ο Μυκερίνος ηράσθη της εαυτού θυγατρός και εμίγη μετ'
αυτής ακούσης· μετά ταύτα δε ότι η κόρη από την λύπην της επνίγη
και εκείνος την έθαψεν εντός της βοός ταύτης, ότι η μήτηρ έκοψε
τας χείρας των υπηρετριών αίτινες παρέδωκαν την νέαν κόρην εις τον
πατέρα της, και ότι διά τούτο αι εικόνες αυτών είναι άχειρες
θέλουσαι να παραστήσωσιν ό,τι έπαθον εις τον βίον των. Κατ' εμέ οι
λέγοντες ταύτα φλυαρούσι, και προ πάντων εις τα περί των χειρών
των αγαλμάτων, διότι το είδομεν και ημείς ιδίοις όμμασιν ότι υπό
του χρόνου απώλεσαν τας χείρας των, αίτινες κείνται ακόμη προ των
ποδών των.
132. Η βους έχει το σώμα κεκαλυμμένον υπό επιστρώματος πορφυρού,
πλην του αυχένος και της κεφαλής εις τα οποία είναι επιτεθειμένος
παχύτατος χρυσός· μεταξύ των κεράτων αυτής είναι απομεμιμημένος εκ
χρυσού ο κύκλος του ηλίου. Ίσταται δε αυτή ουχί επί των ποδών της,
αλλά γονατισμένη, και το μέγεθος αυτής είναι όσον μεγάλης βοός
ζωντανής. Κατ' έτος την εκβάλλουσιν από το οίκημα, όταν οι
Αιγύπτιοι κτυπώνται χάριν του θεού τον οποίον εγώ δεν ειμπορώ να
ονομάσω εις τοιαύτην διήγησιν· τότε λοιπόν εκφέρουσι και την βουν
εις το φως, διότι, ως λέγουσιν, η θυγάτηρ του Μυκερίνου
αποθνήσκουσα εζήτησεν από τον πατέρα της να βλέπη τον ήλιον άπαξ
του ενιαυτού.
133. Μετά τον θάνατον της θυγατρός του δευτέρα συμφορά ηκολούθησεν
εις τον βασιλέα, η εξής· χρησμός τις ήλθεν εκ της πόλεως Βουτούς
λέγων ότι έξ μόνον έτη έμελλεν ακόμη να ζήση και το έβδομον να
αποθάνη. Οδυνηράν θλίψιν αισθανθείς έπεμψε να επιπλήξη το
μαντείον, παραπονούμενος ότι ο μεν πατήρ του και ο θείος του
κλείσαντες τους ναούς, αποβαλόντες της μνήμης των τους θεούς,
πιέζοντες τους ανθρώπους, έζησαν πολύν χρόνον, αυτός δε, ευσεβής
ων, μέλλει να αποθάνη ταχέως. Τότε ήλθε προς αυτόν δεύτερος
χρησμός εκ του μαντείου λέγων ότι τούτου ένεκα συντετμήθη ο βίος
του· ότι δεν έπραξεν ό,τι ώφειλε να πράξη· ότι η Αίγυπτος ήτο
προωρισμένη να υποφέρη επί εκατόν πεντήκοντα έτη· ότι οι δύο
προκάτοχοι αυτού βασιλείς ενόησαν τούτο, εκείνος δε όχι. Ταύτα
ακούσας ο Μυκερίνος, επειδή είδεν ότι ήτο καταδεδικασμένος,
διέταξε να κατασκευάσωσι πολλούς λύχνους τους οποίους ήναπτε την
νύκτα, πίνων και εντρυφών, χωρίς να παύη μήτε ημέραν μήτε νύκτα·
περιήρχετο δε τας λίμνας και τα άλση και όπου ήθελε μάθει ότι
υπήρχον ευάρεστοι διασκεδάσεις. Εμηχανάτο δε ταύτα διά να αποδείξη
ψευδόμενον το μαντείον κάμνων τας νύκτας ημέρας, ώστε τα έξ έτη να
γίνωσι δώδεκα δι' αυτόν.
134. Αφήκε δε και ούτος πυραμίδα πολύ μικροτέραν του πατρός του,
ήτις ούσα επίσης τετράγωνος έχει εκάστην πλευράν τριών πλέθρων
μείον είκοσι ποδών και είναι εκτισμένη κατά το ήμισυ εκ λίθου
Αιθιοπικού. Έλληνες τινες ισχυρίζονται ότι η πυραμίς αύτη είναι
εταίρας τινός, της Ροδώπιδος· πλην δεν λέγουσιν ορθώς, και βλέπω
μάλιστα ότι ομιλούσι περί αυτής χωρίς ούτε να ηξεύρωσι ποία ήτο η
Ροδώπις, διότι δεν θα απέδιδον εις αυτήν την κατασκευήν τοιαύτης
πυραμίδος εις την οποίαν δύναταί τις να είπη ότι εδαπανήθησαν
αναρίθμητοι χιλιάδες ταλάντων. Εκτός τούτου πρέπει να
παρατηρήσωμεν ότι η Ροδώπις ήκμασεν ουχί επί των χρόνων του
Μυκερίνου, αλλ' επί του βασιλέως Αμάσιος· ώστε είναι πολλά έτη
μεταγενεστέρα των βασιλέων οίτινες έκτισαν τας πυραμίδας ταύτας.
Γεννηθείσα εις Θράκην, δούλη του Ιάδμονος, υιού του
Ηφαιστοπόλιδος, υπήρξε σύνδουλος του μυθοποιού Αισώπου· διότι
τωόντι ούτος ανήκεν εις τον Ιάδμονα, ως εφάνη ακριβώς εκ του
ακολούθου γεγονότος. Όταν οι Δελφοί, υπακούοντες εις τον χρησμόν,
εκήρυττον τις ήθελε να λάβη το οφειλόμενον πρόστιμον διά τον φόνον
του Αισώπου, ουδείς άλλος επαρουσιάσθη ειμή Ιάδμων τις εγγονός του
προηγουμένου Ιάδμονος. Ανήκε λοιπόν ο Αίσωπος εις τον Ιάδμονα.
135. Η δε Ροδώπις ήλθεν εις την Αίγυπτον κομισθείσα υπό του Ξάνθου
του Σαμίου. Ελθούσα δε διά το έργον της, εξηγοράσθη διά πολλών
χρημάτων υπό τινος Μυτιληναίου Χαράξου, υιού του Σκαμανδρωνύμου
και αδελφού της ποιήτριας Σαπφούς. Ούτω λοιπόν η Ροδώπις
ηλευθερώθη από την δουλείαν και έμεινεν εις την Αίγυπτον, και
επειδή είχε πολλά θέλγητρα, εκτήσατο μεγάλην περιουσίαν, όσον διά
μίαν Ροδώπιν, αλλ' όχι τόσην ώστε να δυνηθή να κτίση τοιαύτην
πυραμίδα. Το δέκατον της περιουσίας της και σήμερον ακόμη είναι
εύκολον να ίδη όστις θέλει· και δεν ειμπορεί να αποδώση εις αυτήν
πολλά πλούτη. Επιθυμήσασα η Ροδώπις να εγκαταλίπη εις την Ελλάδα
ανάμνησιν εαυτής, έκαμε πράγμα το οποίον μήτε εφαντάσθη κανείς
μήτε αφιέρωσεν άλλο όμοιον εις ναόν, και το αφιέρωσεν εις τους
Δελφούς εις μνημόσυνόν της. Παρήγγειλε και επλήρωσε διά του
δεκάτου της περιουσίας της πολλούς οβελούς σιδηρούς διά τους
οπτομένους βόας, τόσους όσους τη επέτρεπεν η τιμή του δεκάτου, και
τους έστειλεν εις τους Δελφούς. Υπάρχουσιν ακόμη συνεσωρευμένοι
όπισθεν του βωμού τον οποίον αφιέρωσαν οι Χίοι, απέναντι του ναού.
Συνήθως αι εταίραι της Ναυκράτιος είναι επαφρόδιτοι· μία δε των
πρώτων, αυτή περί ης ο λόγος, τοσούτον ονομαστή εγένετο, ώστε όλοι
οι Έλληνες γινώσκουσι το όνομα της Ροδώπιδος. Βραδύτερον, το όνομα
της Αρχιδίκης εγένετο μεν επίσης διάσημον ανά την Ελλάδα, αλλ'
ουχί τόσον διάσημον ως το της πρώτης και αντικείμενον
συνδιαλέξεων. Ότε δε ο Χάραξος, ελευθερώσας την Ροδώπιν,
επέστρεψεν εις την Μυτιλήνην, η Σαπφώ πολλάκις τον έσκωψεν εις τα
ποιήματά της. Αλλά είναι καιρός να αφήσωμεν την Ροδώπιν.
136. Οι ιερείς με είπον ότι μετά τον Μυκερίνον εγένετο βασιλεύς
της Αιγύπτου ο Άσυχις (35), όστις ήγειρε τα προς ανατολάς του
ηλίου προπύλαια του ναού του Ηφαίστου τα οποία είναι τα κάλλιστα
και τα μέγιστα πάντων· διότι όλα μεν τα προπύλαια είναι
κεκοσμημένα δι' ανθέων γεγλυμμένων και έχουσι ποικιλωτάτην
οικοδομικήν θέαν, εκείνα όμως είναι ποικιλώτερα και ωραιότερα. Επί
της βασιλείας αυτού, είπον, εγένετο μεγάλη σπάνις χρημάτων·
επομένως οι Αιγύπτιοι εξέδωκαν νόμον επιτρέποντα να δανείζεταί τις
ενεχυριάζων το πτώμα του πατρός του. Εις τούτον τον νόμον λέγεται
ότι προσετέθη και η ακόλουθος διάταξις· ο δανείζων ήτο κύριος του
επιταφίου θαλάμου του λαμβάνοντος το δάνειον, εις εκείνον δε όστις
ηρνείτο να πληρώση το χρέος επεβάλλετο η εξής τιμωρία· όταν
απέθνησκε, δεν εσυγχωρείτο να ταφή μήτε εις τον πατρικόν τάφον
μήτε εις κανένα άλλον· προς τούτοις δεν εσυγχωρείτο μήτε συγγενή
του να θάψη. Θέλων δε ο Άσυχις να υπερβή τους προγενεστέρους
βασιλείς της Αιγύπτου, έκτισεν εκ πλίνθων πυραμίδα με την
ακόλουθον επί πέτρας γεγραμμένην επιγραφήν· «Μη με καταφρονής
ένεκα των λιθίνων πυραμίδων· τας υπερτερώ τόσον όσον ο Ζευς
υπερτερεί τους άλλους θεούς, διότι βυθίζοντες ακόντιον εις την
λίμνην και συνάζοντες τον πηλόν όστις προσεκολλάτο εις αυτό,
κατασκεύασαν τους πλίνθους με τους οποίους με έκτισαν.» Τοιαύτα
είναι όσα έπραξεν ο βασιλεύς ούτος.
137. Μετ' αυτόν εβασίλευσε τυφλός τις εκ της πόλεως Ανύσιος,
ονομαζόμενος Άνυσις (36)· επί τούτου βασιλεύοντος οι Αιθίοπες και
ο βασιλεύς αυτών Σαβακώς εισέβαλον εις την Αίγυπτον μετά στρατού
πολλού. Και ο μεν τυφλός έφυγε και διεσώθη εις τα έλη, ο δε Αιθίοψ
εβασίλευσεν εις την Αίγυπτον πεντήκοντα έτη, κατά το διάστημα των
οποίων έπραξε τα ακόλουθα έργα. Όταν Αιγύπτιός τις διέπραττεν
έγκλημα, επειδή δεν ήθελε να θανατόνη κανένα, εδίκαζεν έκαστον
κατά το μέγεθος του εγκλήματός του και τον κατεδίκαζε να φέρη χώμα
και να το ρίπτη εις την γενέθλιον πόλιν του. Τοιουτοτρόπως δε αι
πόλεις εγένοντο υψηλότεραι παρ' όσον ήσαν· διότι πρώτον μεν
υψώθησαν υπό των ορυξάντων τας διώρυχας επί του βασιλέως
Σεσώστριος, δεύτερον δε επί του Αιθίοπος έφθασαν εις το σήμερινόν
ύψος. Ως νομίζω η υψηλοτέρα πόλις είναι η Βούβαστις όπου
ευρίσκεται και ναός της Βουβάστιος (37), άξιος μνείας, διότι όσον
μεγάλοι, όσον πολυδάπανοι και αν ήναι οι άλλοι, κανείς όμως δεν
ηδύνει τα βλέμματα όσον ούτος. Βούβαστις δε ελληνιστί είναι η
Άρτεμις.
138. Ο δε ναός αυτής είναι τοιούτος. Πλην της εισόδου, το άλλο
μέρος είναι νήσος, διότι δύο διώρυχες του Νείλου χωρίς να ενωθώσι
προχωρούσι μέχρι της εισόδου ταύτης, και έπειτα περικυκλούσι τον
ναόν, η μεν δεξιόθεν η δε αριστερόθεν· το πλάτος εκάστης είναι
εκατόν ποδών, και δένδρα καλύπτουσιν αυτάς διά της σκιάς των. Τα
προπύλαια έχουσι δέκα οργυιών ύψος, κεκοσμημένα με έκτυπα έξ
πήχεων αξιόλογα· ο ναός, ευρισκόμενος εις το κέντρον της πόλεως,
είναι πανταχόθεν καταφανής παρ' εκείνων οίτινες περιέρχονται
αυτόν, καθότι, επειδή η πόλις υψώθη, το δε έδαφος του ναού έμεινε
το ίδιον, φαίνεται τοιούτος οίος εκτίσθη απ' αρχής. Περιτρέχει
αυτόν τοίχος έχων εγγεγλυμμένας εικόνας, έσωθεν δε είναι άλσος εκ
δένδρων μεγίστων πεφυτευμένων πέριξ ναού μεγάλου εντός του οποίου
είναι το άγαλμα της θεάς. Το όλον οικοδόμημα είναι τετράγωνον και
εκάστη πλευρά είναι ενός σταδίου. Προς την είσοδον υπάρχει
λιθόστρωτος οδός τριών σταδίων, διερχομένη την αγοράν προς
ανατολάς και πλάτος έχουσα τεσσάρων πλέθρων· εκατέρωθεν της οδού
ταύτης είναι πεφυτευμένα δένδρα ουρανομήκη· φέρει δε αύτη εις τον
ναόν του Ερμού. Και ο μεν ναός της Αρτέμιδος τοιούτος είναι.
139. Έλεγον δε οι ιερείς ότι ο Αιθίοψ ανεχώρησε τοιουτοτρόπως από
την Αίγυπτον· ενώ εκοιμάτο είδε το εξής όνειρον το οποίον τον
ηνάγκασε να αναχωρήση· τω εφάνη ότι άνθρωπός τις, ιστάμενος
πλησίον του, τον παρεκίνει να συναθροίση όλους τους ιερείς της
Αιγύπτου και να τους κόψη εις το μέσον του σώματος. Αφού δε είδε
το όνειρον τούτο, εσκέφθη, ως λέγεται, ότι οι θεοί έπλασαν την
διαταγήν ταύτην διά να ασεβήση εις τα ιερά και να ελκύση εφ'
εαυτού δυστυχίαν τινά εκ μέρους των θεών ή των ανθρώπων. Απεφάσισε
λοιπόν να μη πράξη τούτο, αλλ' εξ εναντίας να αναχωρήση, αφού
μάλιστα παρήλθεν ο χρόνος τον οποίον προείπον τα μαντεία ότι θα
εβασίλευεν επί της Αιγύπτου. Τωόντι, όταν ήτο ακόμη εις την
Αιθιοπίαν, τα μαντεία τα οποία ερωτώσιν οι Αιθίοπες τω είπον ότι
έμελλε να βασιλεύση πεντήκοντα έτη εις την Αίγυπτον· επειδή δε τα
έτη ταύτα συνεπληρώθησαν και τον ετάραζε το όνειρον, ο Σαβακώς
ανεχώρησεν εκουσίως.
140. Αφού ανεχώρησεν εκ της Αιγύπτου ο Αιθίοψ, εβασίλευσε πάλιν ο
τυφλός αφήσας τα έλη όπου διέμεινε πεντήκοντα έτη κατά το διάστημα
των οποίων εσχημάτισε μίαν νήσον με χώματα και στάκτην διότι
οσάκις οι Αιγύπτιοι, εν αγνοία του Αιθίοπος, τω εκόμιζον τροφάς
όπως είχαν διαταχθή, αυτός τοις εζήτει ομού με τα άλλα δώρα να τω
φέρωσι και ολίγην σποδόν. Την νήσον ταύτην ουδείς ηδυνήθη να την
εύρη προ του Αμυρταίου· αλλ' επί επτακόσια έτη, οι προ του
Αμυρταίου βασιλεύσαντες δεν ήσαν ικανοί να την ανακαλύψωσι. Το
όνομα της νήσου ταύτης είναι Ελβώ, η δε έκτασις αυτής είναι δέκα
σταδίων πανταχόθεν.
141. Μετά τον Άνυσιν εβασίλευσεν ο ιερεύς του Ηφαίστου Σεθών (38).
Ούτος περιφρονών παρημέλησε τους πολεμιστάς των Αιγυπτίων, διότι
δεν είχεν ουδεμίαν ανάγκην αυτών. Επέβαλε λοιπόν εις αυτούς πολλάς
ατιμίας και μεταξύ άλλων τοις αφήρεσε τους εξαιρέτους αγρούς,
οίτινες είχον δοθή επί των πρώτων βασιλέων ανά δώδεκα στρέμματα
εις έκαστον οικογενειάρχην. Μετά ταύτα ο βασιλεύς των Αραβίων και
των Ασσυρίων Σαναχάριβος ωδήγησε πολύν στρατόν κατά της Αιγύπτου,
και οι Αιγύπτιοι πολεμισταί δεν ηθέλησαν να πολεμήσωσιν. Όθεν ο
ιερεύς, ευρισκόμενος εις αμηχανίαν, εισήλθεν εις τον ναόν, και
ενώπιον του αγάλματος ωδύρετο διά τους κινδύνους τους οποίους
διέτρεχεν. Ενώ δε εθρήνει, τω ήλθεν ύπνος και τω εφάνη εις το
όνειρόν του ότι θεός τις, ιστάμενος πλησίον του, τον ενεθάρρυνε
και τω υπέσχετο ότι δεν έμελλε να πάθη τίποτε ανθιστάμενος εις τον
στρατόν των Αραβίων, καθότι αυτός θα τω έπεμπε βοηθούς. Πεποιθώς
εις το όνειρον τούτο, παρέλαβεν εκ των Αιγυπτίων εκείνους όσοι
ήθελον να τον ακολουθήσωσι και τους ωδήγησεν ενόπλους εις το
Πηλούσιον όπου είναι η εκ της Αραβίας εις την Αίγυπτον είσοδος.
Και εκ μεν των πολεμιστών ουδείς τον ηκολούθει, αλλ' οι κάπηλοι,
οι χειρώνακτες και οι αγοραίοι άνθρωποι. Αφού έφθασαν εκεί,
άπειροι ποντικοί των αγρών εχύθησαν την νύκτα εις το εχθρικόν
στρατόπεδον και κατέφαγον τας φαρέτρας των εναντίων, τα τόξα και
τας λαβάς των ασπίδων, ώστε την ακόλουθον ημέραν φεύγοντες ούτοι
γυμνοί όπλων, έπεσαν πολλοί. Και σήμερον είναι εστημένος εν τω ναώ
του Ηφαίστου ο λίθινος ανδριάς του βασιλέως τούτου, κρατών εις την
χείρα μυν και λέγων διά γραμμάτων τα εξής· «Εις εμέ βλέπων τις
έστω ευσεβής.»
142. Εις τω σημείον τούτο της διηγήσεως οι ιερείς μοι παρετήρησαν
ότι από του πρώτου βασιλέως μέχρι του Σεθώνος, του τελευταίου
πάντων, παρήλθον τριακόσιαι τεσσαράκοντα μία γενεαί ανθρώπων και
ισάριθμοι βασιλείς και αρχιερείς. Τριακόσιαι δε γενεαί ανθρώπων
ισοδυναμούσι με δέκα χιλιάδες έτη, λογιζομένων τριών γενεών διά
πάσαν εκατονταετηρίδα· αι δε περιπλέον τεσσαράκοντα και μία γενεαί
δίδουσι χίλια τριακόσια τεσσαράκοντα έτη. Ούτω λοιπόν με είπον ότι
ένδεκα χιλιάδες τριακόσια τεσσαράκοντα έτη παρήλθον κατά τα οποία
ουδείς θεός έλαβε μορφήν ανθρώπου και ουδέν παρόμοιον συνέβη από
του πρώτου μέχρι του τελευταίου των βασιλέων της Αιγύπτου. Καθ'
όλον τούτο το διάστημα, προσέθηκαν, ο ήλιος εφάνη τετράκις έξω της
συνήθους θέσεώς του, δις μεν ανατείλας εκ του μέρους όπου τώρα
δύει, δις δε δύσας εις το μέρος εκ του οποίου τώρα ανατέλλει· εκ
τούτου όμως ουδεμία μεταβολή επήλθεν εις την Αίγυπτον ούτε ως προς
τα προϊόντα της γης, ούτε ως προς τα αποτελέσματα του ποταμού,
ούτε ως προς τας ασθενείας, ούτε ως προς τους θανάτους.
143. Προ εμού, ότε ο ιστορικός Εκαταίος εγενεαλόγει εαυτόν εις τας
Θήβας και έλεγεν ότι κατήγετο από θεόν τινα, δέκατον έκτον
προπάτορά του, οι ιερείς του Διός έπραξαν προς αυτόν ό,τι και προς
εμέ χωρίς να γενεαλογήσω εμαυτόν. Αφού με ωδήγησαν εις ευρύχωρον
εσωτερικόν οίκημα, μοι εμέτρων και μοι εδείκνυον μεγάλα ξύλινα
αγάλματα των οποίων ο αριθμός ήτο ως είπον ανωτέρω, καθότι έκαστος
αρχιερεύς επί ζωής του θέτει εκεί την εικόνα του. Αριθμούντες
λοιπόν οι ιερείς και δεικνύοντές μοι τας εικόνας από του εσχάτως
αποθανόντος, με εβεβαίουν ότι έκαστος των αρχιερέων εκείνων ήτο
υιός του προκατόχου του, και τους διήρχοντο ένα προς ένα διά να
τους ίδω όλους. Και εις τον Εκαταίον δε, ότε εγενεαλόγει εαυτόν
και έλεγεν ότι κατήγετο από θεόν, δέκατον έκτον προπάτορά του, τω
αντέταξαν την απαρίθμησιν, μη παραδεχόμενοι ότι είναι δυνατόν να
γεννηθή άνθρωπος από θεόν και ιδού εις τι εστήριζον την αντίρρησιν
ταύτην· εκάστη εικών, έλεγον, παριστά πίρωμιν γεννηθέντα από
πίρωμιν· έδειξαν λοιπόν τριακόσιους τεσσαράκοντα πέντε, και
πάντοτε πίρωμις εγεννάτο από πίρωμιν, χωρίς να αναμιχθή εις την
γέννησίν των μήτε θεός μήτε ήρως· ελληνιστί δε πίρωμις σημαίνει
καλός και αγαθός.
144. Τοιούτοι ήσαν τωόντι ως με είπον εκείνοι των οποίων μοι
εδείκνυον τας εικόνας και όλως διαφορετικοί από τους θεούς. Προ
των ανδρών τούτων, οι θεοί εβασίλευον εις την Αίγυπτον
συνοικούντες μετά των ανθρώπων, και εξ αυτών είς πάντοτε είχε την
ηγεμονίαν. Τελευταίος εβασίλευσεν ο Ώρος, υιός του Οσίριδος, τον
οποίον οι Έλληνες ονομάζουσιν Απόλλωνα· ούτος, αφού εξεθρόνισε τον
Τυφώνα, εβασίλευσε τελευταίος εις την Αίγυπτον. Όσιρις δε
ελληνιστί είναι ο Διόνυσος.
145. Οι μεν Έλληνες νομίζουσιν ότι νεώτατοι των θεών είναι ο
Ηρακλής, ο Διόνυσος και ο Παν, παρά τοις Αιγυπτίοις δε ο μεν Παν
είναι αρχαιότατος και είς εξ εκείνων τους οποίους καλούσιν οκτώ
πρώτους θεούς, ο δε Ηρακλής είναι εκ των δευτέρων τους οποίους
καλούσι δώδεκα, και ο Διόνυσος εκ των τρίτων οίτινες εγεννήθησαν
εκ των δώδεκα θεών. Ανέφερα ήδη πόσα έτη κατά τους Αιγυπτίους
παρήλθον από του Ηρακλέους μέχρι του βασιλέως Αμάσιος· πολύ δε
περισσότερα αριθμούσιν από του Πανός, και ολιγώτερα (δεκαπέντε
χιλιάδες μόνον) από του Διονύσου. Λέγουσι δε οι Αιγύπτιοι ότι
ηξεύρουσι τους αριθμούς τούτους μετά βεβαιότητος, διότι πάντοτε
αριθμούσι και σημειούσι τα έτη. Από δε του Διονύσου, όστις λέγεται
ότι εγεννήθη εκ της θυγατρός του Κάδμου Σεμέλης, μέχρις εμού,
παρήλθον χίλια εξακόσια περίπου έτη, και ουχί περισσότερα των
εννεακοσίων από του υιού της Αλκμήνης Ηρακλέους. Από του Πανός δε
του υιού της Πηνελόπης (διότι οι Έλληνες λέγουσιν ότι εγεννήθη εκ
ταύτης και του Ερμού) μέχρι της εποχής μου, παρήλθον έτη ολιγώτερα
παρ' όσα παρήλθον από των Τρωικών, ήτοι οκτακόσια περίπου.
146. Εκ των δύο τούτων γνωμών είναι ελεύθερος ο καθείς να
παραδεχθή εκείνην την οποίαν ήθελε πιστεύσει ως πιθανωτέραν· εγώ
εφανέρωσα ήδη την εμήν. Τωόντι εάν οι θεοί ούτοι, εάν ο Διόνυσος ο
υιός της Σεμέλης, εάν ο Παν ο υιός της Πηνελόπης εδοξάζοντο και
εγήρασκον εις την Ελλάδα, ως και ο Ηρακλής ο υιός του Αμφιτρύωνος,
ηδύνατό τις να είπη ότι γεννηθέντες άνθρωποι, έλαβον τα ονόματα
θεών, οίτινες υπήρξαν προγενέστεροι αυτών κατά πολλά έτη. Αλλ' οι
Έλληνες διηγούνται διά μεν τον Διόνυσον ότι άμα εγεννήθη τον
έρραψεν ο Ζευς εις τον μηρόν του και τον έφερεν εις την Νύσαν ήτις
είναι υπεράνω της Αιγύπτου εις την Αιθιοπίαν, διά δε τον Πάνα δεν
ηξεύρουσι να είπωσι τι τω συνέβη. Είναι λοιπόν προφανές εις εμέ
ότι οι Έλληνες μαθόντες τα ονόματα των θεών τούτων ύστερον από τα
των άλλων θεών, γενεαλογούσι την γένεσιν αυτών αφότου έμαθον τα
ονόματά των.
147. Και ταύτα μεν λέγουσιν οι Αιγύπτιοι, όσα δε και οι άλλοι
άνθρωποι και οι Αιγύπτιοι συμφώνως με τους άλλους λέγουσιν ότι
συνέβησαν εις την χώραν των, αυτά θα διηγηθώ τώρα, θα προσθέσω
μάλιστα μεταξύ αυτών καί τινα τα οποία είδον εγώ αυτός. Οι
Αιγύπτιοι, ελευθερωθέντες μετά την βασιλείαν του ιερέως του
Ηφαίστου, διήρεσαν το βασίλειον εις δώδεκα μέρη και κατέστησαν
δώδεκα βασιλείς (39), διότι ουδέποτε ηδυνήθησαν να ζήσωσιν άνευ
βασιλέως. Εκείνοι τους οποίους εξέλεξαν συνεδέθησαν μεταξύ των δι'
επιγαμιών και εβασίλευσαν τηρούντες τας εξής συμφωνίας· να μη
αρπάζη τίποτε ο είς από τον άλλον μήτε να ζητή να έχη περισσότερα
του άλλου, αλλά να ήναι όσον το δυνατόν ηνωμένοι. Κατέστησαν δε
και ετήρησαν τους νόμους τούτους διότι κατ' αρχάς, άμα έλαβον την
εξουσίαν, τοις εδόθη χρησμός ότι όστις εκ των δώδεκα ήθελε κάμει
σπονδάς εν τω ναώ του Ηφαίστου με ποτήριον χαλκούν, αυτός ήθελε
βασιλεύσει επί όλης της Αιγύπτου· τούτου ένεκα εισήρχοντο εις τους
ναούς όλοι ομού.
148. Τοις εφάνη προς τούτοις εύλογον να αφήσωσι μνημείον τι από
κοινού· άμα δε αποφασίσαντες έκτισαν λαβύρινθον, ολίγον τι υπεράνω
της λίμνης του Μοίριος, πλησίον της πόλεως των κροκοδείλων. Είδον
τον λαβύρινθον τούτον και είναι ανώτερος πάσης περιγραφής· διότι
εάν τις ήνωνεν όλα ομού τα τείχη και τα λαμπρά κτίρια της Ελλάδος,
το σύνολον ήθελε φανή κατώτερον του λαβυρίνθου και ως προς την
εργασίαν και ως προς την δαπάνην. Όσον θαυμαστοί και αν ήσαν οι
ναοί της Εφέσου και της Σάμου, θαυμαστότεραι όμως ήσαν αι
πυραμίδες, εκάστη των οποίων ήτο ανταξία πολλών και μεγάλων
ελληνικών έργων. Ο δε λαβύρινθος υπερβαίνει πολύ τας πυραμίδας,
διότι σύγκειται υπό δώδεκα αυλών καταστέγων των οποίων αι θύραι
αντικρύζουσιν, έξ μεν βλέπουσαι προς νότον έξ δε προς βοράν·
περικλείει δε όλας αυτάς έξωθεν ο αυτός τοίχος. Τα οικήματα είναι
δίπλα, τα μεν υπόγαια, τα δε ισόγαια, τρισχίλια τον αριθμόν, ήτοι
χίλια πεντακόσια εις έκαστον όροφον. Είδομεν και περιήλθομεν τα
άνω οικήματα, ώστε εξ ιδίας αντιλήψεως ομιλούμεν περί αυτών· δια
δε τα υπόγαια δεν ηξεύρομεν ειμή όσα μας είπον, διότι οι Αιγύπτιοι
επιστάται ηρνήθησαν να μας δείξωσιν αυτά, λέγοντες ότι περιέκλειον
τους σαρκοφάγους των βασιλέων των οικοδομησάντων τον λαβύρινθον,
και των ιερών κροκοδείλων. Ούτω λοιπόν περί μεν των κάτω οικημάτων
λέγομεν όσα παρελάβομεν εξ ακοής, τα δε άνω, τα οποία είδομεν,
είναι ανώτερα παντός ανθρωπίνου έργου. Αι διά των οιδημάτων
δίοδοι, αι δια των αυλών περιστροφαί, μας εξέπληττον διά το
πολυποίκιλον αυτών ότε μετεβαίνομεν εκ μιας αυλής εις τα οικήματα,
εκ των οικημάτων εις στοάς, εκ των στοών εις άλλα μέρη εστεγασμένα
και εκ των οικημάτων εις άλλας αυλάς. Η οροφή όλων των οικημάτων
είναι λιθίνη ως και οι τοίχοι· οι δε τοίχοι είναι πεποικιλμένοι με
απείρους εικόνας γεγλυμμένας. Εκάστη αυλή έχει εσωτερικόν
περιστήλιον εκ λίθων λευκών, θαυμασίως συνηρμοσμένων· εις εκάστην
δε των γωνιών του λαβυρίνθου, υπάρχει πυραμίς τεσσαράκοντα
οργυιών, εφ' ης είναι γεγλυμμέναι μορφαί διάφοροι· εισέρχονται δε
εις αυτήν δι' οδού υπογείου.
149. Τοιούτου δε όντος του λαβυρίνθου τούτου, μείζονα θαυμασμών
προξενεί η καλουμένη λίμνη του Μοίριος πλησίον της οποίας
ωκοδομήθη ο λαβύρινθος. Η λίμνη αύτη έχει περίμετρον τρισχιλίων
εξακοσίων σταδίων ή εξήκοντα σχοίνων, όση δηλαδή είναι και η
πλευρά της Αιγύπτου από το μέρος της θαλάσσης. Εκτείνεται δε από
βορά προς νότον και το βαθύτατον μέρος αύτης είναι πεντήκοντα
οργυιών· δεικνύει δε αφ' εαυτού ότι ωρύχθη και εγένετο υπό χειρός
ανθρωπίνης· διότι, προς το κέντρον αυτού, ωκοδομήθησαν δύο
πυραμίδες εκατόν οργυιών, εξ ων αι μεν πεντήκοντα είναι υπέρ το
ύδωρ, αι δε άλλαι πεντήκοντα υπό το ύδωρ· επί της κορυφής δε
εκάστης αυτών υπάρχει μέγα άγαλμα λίθινον καθήμενον επί θρόνου.
Ούτω αι πυραμίδες αύται είναι εκατόν οργυιών, αι δε εκατόν οργυιαί
ισοδυναμούσι με έν στάδιον εξάπλεθρον, της οργυιάς εχούσης έξ
πόδας ή τέσσαρας πήχεις, του ποδός έχοντος τέσσαρας παλάμας, και
του πήχεως έξ παλάμας. Το ύδωρ της λίμνης δεν αναβλύζει εκ του
εδάφους το οποίον εις το μέρος τούτο είναι ξηρότατον, αλλά φέρεται
με διώρυχας εκ του Νείλου· και επί έξ μεν μήνας τρέχει εις την
λίμνην, επί έξ δε εξέρχεται από αυτήν και επιστρέφει εις τον
Νείλον. Και όταν μεν εκρέη έξω, η λίμνη παρέχει εις τον βασιλέα έν
τάλαντον εισόδημα καθ' εκάστην ημέραν εκ των ιχθύων, όταν δε
εισρέη εις αυτήν, δίδει μόνον είκοσι μνας.
150. Με είπον επίσης οι κάτοικοι πως η λίμνη αύτη, τρέχουσα προς
δυσμάς εις τα μεσόγεια, κατά μήκος των υπέρ την Μέμφιν ορέων,
χύνεται εις την Σύρτιν και την Λιβύαν. Επειδή δε με όλας μου τας
αναζητήσεις δεν έβλεπα ουδαμού σωρόν χώματος μαρτυρούντα την
ανασκαφήν του εδάφους, ηρώτησα τους πλησιέστατα εις την λίμνην
κατοικούντας πού ήτο το εξορυχθέν χώμα, εκείνοι δε με είπον πού
μετεφέρθη, και τους επίστευσα ευκόλως, διότι ήξευρα εξ ακοής ότι
παρόμοιόν τι είχε συμβή και εις την πόλιν των Ασσυρίων Νίνον.
Τωόντι κλέπται τινές είχον επινοήσει να αρπάσωσι τα αναρίθμητα
πλούτη τα οποία ο βασιλεύς Σαρδανάπαλος εφύλαττεν εις υπόγειον
θησαυροφυλάκιον. Αρχίσαντες λοιπόν από την οικίαν των, έσκαπτον
μέχρι της βασιλικής κατοικίας, άμα δε ενύκτονε, μετέφερον το
εξαγόμενον χώμα και το έρριπτον εις τον ποταμόν Τίγριν όστις
τρέχει πλησίον της Νίνου, μέχρις ου εξετέλεσαν τον σκοπόν των.
Τοιούτο τι λοιπόν ήκουσα ότι εγένετο και διά το όρυγμα της εν τη
Αιγύπτω λίμνης, με την διαφοράν ότι η μεταφορά των χωμάτων εδώ δεν
εγίνετο διά νυκτός αλλ' εν πλήρει ημέρα· σκάπτοντες οι Αιγύπτιοι
έφερον το χώμα εις τον Νείλον, ο δε ποταμός ελάμβανεν αυτό και το
διεσκόρπιζεν. Η λίμνη λοιπόν αύτη κατ' αυτόν τον τρόπον λέγουσιν
ότι εσκάφη.
151. Οι δε δώδεκα βασιλείς ετήρουν μεταξύ των δικαιοσύνην· μετά
παρέλευσιν χρόνου τινός έτυχε να θυσιάζωσιν εις το ιερόν του
Ηφαίστου· ενώ δε έμελλον να κάμωσι σπονδάς κατά την τελευταίαν
ημέραν της εορτής, ο αρχιερεύς τοις έφερε ποτήρια χρυσά με τα
οποία εσυνείθιζον να σπένδωσι· λανθασθείς όμως εις τον αριθμόν
έφερεν ένδεκα, ενώ αυτοί ήσαν δώδεκα. Τότε ο Ψαμμίτιχος όστις
ίστατο έσχατος, μη έχων ποτήριον, αφήρεσε την περικεφαλαίαν του
ήτις ήτο χαλκή και δεχθείς με αυτήν τον οίνον έκαμε σπονδάς. Όλοι
οι βασιλείς είχον περικεφαλαίας και τας εφόρουν κατ' εκείνην την
στιγμήν. Και ο μεν Ψαμμίτιχος ουδένα είχε δόλιον σκοπόν
μεταχειρισθείς την περικεφαλαίαν του· οι άλλοι όμως βασιλείς,
ιδόντες την πράξιν του Ψαμμιτίχου, ενθυμήθησαν τον χρησμόν όστις
τους είχεν ειπεί ότι όστις ήθελε κάμει σπονδάς με ποτήριον χαλκούν
εκείνος ήθελε γίνει μόνος βασιλεύς της Αιγύπτου. Ενθυμηθέντες
λοιπόν την προφητείαν ταύτην, να φονεύσωσι μεν τον Ψαμμίτιχον δεν
έκρινον εύλογον, διότι εξετάσαντες εύρον ότι δεν το έπραξεν εκ
προμελέτης· τον εξώρισαν όμως εις τα έλη αφαιρέσαντες όλην σχεδόν
την εξουσίαν του και απαγορεύσαντες αυτώ να εξέρχεται από τα έλη
και αναμιγνύεται με τους άλλους Αιγυπτίους.
152. Αυτός ο Ψαμμίτιχος είχεν άλλοτε φύγει τον Αιθίοπα Σαβακών,
όστις εφόνευσε τον πατέρα του Νεκών. Ήτο δε πρόσφυξ εις την Συρίαν
ότε ο Αιθίοψ ανεχώρησεν ένεκα του ονείρου το οποίον είδε και οι
Αιγύπτιοι οι κατοικούντες τον Σαΐτην νομόν τον μετεκάλεσαν.
Βραδύτερον, βασιλεύς ων, κατεδικάσθη υπό των ένδεκα, ένεκα της
περικεφαλαίας του, να φύγη εκ δευτέρου εις τα έλη. Οργισθείς διά
τον υβριστικόν τρόπον με τον οποίον τον μετεχειρίσθησαν, συνέλαβε
το σχέδιον να εκδικηθή κατ' εκείνων οίτινες τον είχον εξορίσει,
και έπεμψε πρώτον εις την πόλιν Βουτώ διά να ερωτήση το μαντείον
της Λητούς, το μάλλον αψευδές όλων των της Αιγύπτου. Έλαβε δε την
ακόλουθον απόκρισιν· «Η εκδίκησις θα έλθη διά θαλάσσης, όταν
εμφανισθώσιν οι χάλκινοι άνθρωποι.» Αυτός όμως δεν ηδύνατο να
πιστεύση ότι ήτο δυνατόν να έλθωσιν εις βοήθειάν του χάλκινοι
άνθρωποι. Αλλ' ολίγου χρόνου παρελθόντος τρικυμία εξώθησεν εις την
Αίγυπτον Ίωνας τινάς και Κάρας οίτινες είχον εκπλεύσει προς
πειρατίαν. Απέβησαν ούτοι εις την ξηράν και ωπλίσθησαν με χάλκινα
όπλα, Αιγύπτιος δε τις όστις ποτέ δεν είχεν ιδεί ανθρώπους
ωπλισμένους κατ' αυτόν τον τρόπον, έτρεξεν εις τα έλη διά να
αναγγείλη εις τον Ψαμμίτιχον ότι χάλκινοι άνθρωποι, ελθόντες από
την θάλασσαν, ελεηλάτουν τους αγρούς. Εννοήσας δε ο Ψαμμίτιχος ότι
ο χρησμός εξεπληρούτο, υπεδέχθη τους ξένους και τους έπεισε διά
μεγαλοπρεπών υποσχέσεων να ενωθώσι μετ' αυτού. Αφού δε τους
έπεισε, τότε με τους ιθαγενείς οπαδούς του και με τους ελθόντας
επικούρους έρριψε τους ένδεκα βασιλείς.
153. Γενόμενος ο Ψαμμίτιχος κύριος όλης της Αιγύπτου έκτισε τα
προς νότον προπύλαια του εις την Μέμφιν ναού του Ηφαίστου και
ωκοδόμησεν αυλήν διά τον Άπιν, αντικρύ των προπυλαίων, εις την
οποίαν τρέφεται ο Άπις άμα ήθελε φανερωθή· είναι δε όλη
περικυκλωμένη με περιστύλιον και πλήρης αναγλύφων, αντί δε στύλων
υποστηρίζουσι το οικοδόμημα αγάλματα δωδεκάπηχα. Άπις δε είναι ο
Έπαφος των Ελλήνων.
154. Ο Ψαμμίτιχος έδωκεν εις τους Ίωνας και τους Κάρας οίτινες τον
εβοήθησαν γαίας όπου κατώκησαν απέναντι αλλήλων, χωριζομένας υπό
του Νείλου. Ωνομάσθησαν δε οι τόποι εκείνοι Στρατόπεδα. Αυτούς
λοιπόν τους τόπους τοις έδωκε και εξεπλήρωσεν όλας τας άλλας
υποσχέσεις του. Προς τούτοις τοις ενεπιστεύθη παίδας Αιγυπτίους
διά να διδαχθώσι την Ελληνικήν γλώσσαν, και από αυτούς εκμαθόντας
την γλώσσαν κατάγονται οι σημερινοί εν Αιγύπτω διερμηνείς.
Κατώκησαν δε οι Ίωνες και οι Κάρες πολύν καιρόν τους τόπους
τούτους οίτινες κείνται προς την θάλασσαν, ολίγον προς τα άνω της
πόλεως Βουβάστιος, επί του Πηλουσίου στόματος του Νείλου.
Βραδύτερον ο βασιλεύς Άμασις τους μετέστησεν εκείθεν και τους
αποκατέστησεν εις την Μέμφιν διά να τους έχη φύλακάς του εναντίον
των Αιγυπτίων. Αφότου δε εγκατεστάθησαν ούτοι εις την Αίγυπτον,
συνδεσάντων των Ελλήνων σχέσεις με τον τόπον τούτον, εμάθομεν
ακριβώς όσα συνέβησαν εκεί, και τα επί Ψαμμιτίχου και τα
μετέπειτα. Αυτοί πρώτοι αλλόγλωσσοι όντες κατώκησαν την Αίγυπτον.
Τα νεώρια δε και τα ερείπια των οικιών των εσώζοντο ακόμη επί των
ημερών μου εις τους τόπους τους οποίους αφήκαν. Τοιουτοτρόπως
Ψαμμίτιχος έσχε την Αίγυπτον.
155. Περί δε του εν Αιγύπτω χρηστηρίου πολλάκις ωμίλησα ήδη, και
θα ομιλήσω ακόμη διότι είναι άξιον λόγου. Το χρηστήριον τούτο
είναι εις το τέμενος της Λητούς, εις την μεγάλην πόλιν ήτις κείται
εις το στόμα του Νείλου το καλούμενον Σεβεννυτικόν, διά του οποίου
εισέρχεται τις από θαλάσσης εις την Αίγυπτον. Η πόλις δε εις την
οποίαν ευρίσκεται το χρηστήριον καλείται, ως είπον προηγουμένως,
Βουτώ, εκτός τούτου υπάρχει εις την Βουτώ ιερόν του Απόλλωνος και
της Αρτέμιδος. Το μέρος δε το αφιερωμένον εις την Λητώ, όπου
ευρίσκεται το χρηστήριον, είναι ευρύχωρον και τα προπύλαια αυτού
έχουσιν ύψος έξ οργυιών. Εξ όσων είδον εκεί, θα αναφέρω εκείνο το
οποίον μοι εφάνη θαυμαστότερον. Εντός της ιδίας περιοχής είναι
ναός της Λητούς, εξ ενός μόνου λίθου κατεσκευασμένος και έχων τους
τοίχους ίσους και κατά το ύψος και κατά το μήκος· εκάστη διάστασις
του τοίχου είναι τεσσαράκοντα πήχεων, άλλος δε λίθος σχηματίζει το
επιστέγασμα αυτού και η παρωροφίς είναι τετράπηχυς.
156. Ούτω λοιπόν ο ναός είναι το θαυμαστότατον εξ όσων είδα περί
το ιερόν τούτο, δεύτερον δε θαυμάσιον είναι η νήσος η καλουμένη
Χέμμις ήτις κείται πλησίον του εν τη Βουτοί ιερού και εντός λίμνης
ευρείας και βαθείας· λέγουσι δε οι Αιγύπτιοι ότι είναι πλωτή, εγώ
όμως δεν την είδον ούτε πλέουσαν ούτε κινουμένην και εθαύμασα
ακούων ότι είναι δυνατόν να κινήται νήσος. Εις την νήσον ταύτην,
όπου είναι φυτρωμένοι πολλοί φοίνικες και άλλα δένδρα καρποφόρα
και άκαρπα, υπάρχει ναός μέγας του Απόλλωνος με τρεις βωμούς. Αφού
οι Αιγύπτιοι είπον ότι η νήσος είναι πλωτή, προσέθηκαν την εξής
διήγησιν· η Λητώ, μία εκ των οκτώ πρώτων θεών, διέμενεν εις την
νήσον Βουτώ, εις ταύτην δε την Λητώ ενεπιστεύθη η Ίσις τον
Απόλλωνα, τον οποίον διέσωσεν εκείνη κρύψασα εις την νήσον ήτις
καλείται σήμερον πλωτή, ότε έφθασεν ο Τυφών, αναζητών πανταχού και
θέλων να εύρη τον υιόν του Οσίριδος. Κατά τους Αιγυπτίους ο
Απόλλων και η Άρτεμις είναι τέκνα του Διονύσου και της Ίσιδος, και
η Λητώ ήτο η σώσασα και θρέψασα αυτά. Εις την Αιγυπτιακήν γλώσσαν
ο Απόλλων καλείται Ώρος, η Δημήτηρ Ίσις και η Άρτεμις Βούβαστις.
Εκ της διηγήσεως ταύτης και ουχί αλλαχόθεν ο Αισχύλος, υιός του
Ευφορίωνος, μόνος από τους προγενεστέρους ποιητάς ήρπασε την ιδέαν
να είπη εις έν ποίημά του ότι η Άρτεμις είναι θυγάτηρ της
Δήμητρος. Ένεκα δε του γεγονότος τούτου η νήσος εγένετο πλωτή,
τουλάχιστον ως λέγουσιν οι Αιγύπτιοι.
157. Ο δε Ψαμμίτιχος εβασίλευσεν εις την Αίγυπτον πεντήκοντα και
τέσσαρα έτη (40), και επί εικοσιεννέα έτη είχε πολιορκημένην την
Άζωτον, μεγάλην πόλιν της Συρίας, την οποίαν επί τέλους
εκυρίευσεν. Είναι δε η Άζωτος, καθ' όσον ημείς γνωρίζομεν, η μόνη
πόλις ήτις πολιορκουμένη αντέσχε πλειότερον χρόνον.
158. Εκ του Ψαμμιτίχου εγεννήθη ο Νεκώς και εβασίλευσεν εις την
Αίγυπτον. Αυτός πρώτος επεχείρησε την διώρυχα την φέρουσαν εις την
Ερυθράν θάλασσαν και την οποίαν απετελείωσεν ο Πέρσης Δαρείος. Το
μήκος αυτής είναι τεσσάρων ημερών πλους, το δε πλάτος τόσον ώστε
να πλέωσιν ομού δύο τριήρεις κωπηλατούμεναι. Έρχεται δε εις αυτήν
το ύδωρ από του Νείλου ολίγον ανωτέρω της πόλεως Βουβάστιος,
διέρχεται παρά την Αραβίαν πόλιν Πάτουμον και έπειτα ρίπτεται εις
την Ερυθράν θάλασσαν. Ωρύχθη δε πρώτον το προς την Αραβίαν μέρος
της Αιγυπτιακής πεδιάδος με την οποίαν συνέχεται άνωθεν το προς
την Μέμφιν εκτεινόμενον όρος όπου είναι τα λατομεία. Διέρχεται
λοιπόν η διώρυξ τας υπωρείας από δυσμών προς ανατολάς, έπειτα
φθάνει εις τα στενά και διευθύνεται προς μεσημβρίαν και νότον
άνεμον μέχρι του Αραβίου κόλπου. Διά να μεταβή δέ τις διά ξηράς
από την βορείαν θάλασσαν εις την νοτίαν, ήτις καλείται και Ερυθρά,
ακολουθών τον ελάχιστον και συντομώτατον δρόμον, δηλαδή από του
Κασίου όρους, όπερ χωρίζει την Αίγυπτον από την Συρίαν, μέχρι του
Αραβίου κόλπου, είναι στάδια χίλια. Και αυτή μεν είναι η
συντομωτάτη οδός· η δε διώρυξ είναι πολύ μακροτέρα διότι έχει
πολλάς περιστροφάς. Ταύτην ορύττοντες επί του βασιλέως Νεκώ
απέθανον εκατόν είκοσι χιλιάδες Αιγύπτιοι. Αφήκε δε ο Νεκώς τας
εργασίας ημιτελείς εμποδισθείς υπό τινος χρησμού ειπόντος αυτώ ότι
ειργάζετο δι' ένα βάρβαρον· καλούσι δε οι Αιγύπτιοι βαρβάρους
εκείνους οίτινες δεν ομιλούσι την γλώσσαν των.
159. Αφού ο Νεκώς διέκοψε την διώρυχα, έστρεψε την προσοχήν του
προς τας πολεμικάς επιχειρήσεις και κατεσκεύασε τριήρεις, άλλας
μεν εις την βόρειον θάλασσαν άλλας δε εις τον Αράβιον κόλπον εις
την Ερυθράν θάλασσαν, των οποίων τα νεώρια φαίνονται ακόμη.
Μετεχειρίζετο δε τας τριήρεις ταύτας κατά την περίστασιν· εισήλθεν
όμως διά ξηράς εις την Συρίαν, συνεπλάκη με τους αντιπάλους του
εις την Μάγδολον, τους ενίκησε και εκυρίευσε μετά την μάχην την
Κάδυτιν μεγάλην πόλιν της Συρίας. Τα δε ενδύματα τα οποία εφόρει
κατ' αυτόν τον πόλεμον τα αφιέρωσεν είς τον Απόλλωνα και τα
έπεμψεν εις τους Βραγχίδας των Μιλησίων. Μετά την εκστρατείαν
ταύτην απέθανε βασιλεύσας εκκαίδεκα έτη και παρέδωκε την αρχήν εις
τον υιόν του Ψάμμιν.
160. Του Ψάμμιος βασιλεύοντος ήλθον εις την Αίγυπτον απεσταλμένοι
των Ηλείων, καυχώμενοι ότι αυτοί διευθύνουσι τους ολυμπιακούς
αγώνας μετά πλειοτέρας δικαιοσύνης και τιμιότητος από όλους τους
άλλους ανθρώπους, και φρονούντες ότι ούτε οι σοφώτατοι πάντων των
ανθρώπων Αιγύπτιοι δεν ήθελον δυνηθή να εύρωσί τι υπέρτερον των
διατάξεων εκείνων. Αφού λοιπόν οι Ηλείοι έφθασαν εις την Αίγυπτον
και είπον εκείνα διά τα οποία ήλθον, ο βασιλεύς συνεκάλεσεν εκ των
Αιγυπτίων εκείνους οίτινες εφημίζοντο ως σοφώτατοι. Συνελθόντων δε
τούτων οι Ηλείοι εξέθηκαν τα τους ολυμπιακούς αγώνας αφορώντα, και
ετελείωσαν φανερόνοντες ότι ο σκοπός της ελεύσεώς των ήτο να
μάθωσιν εάν οι Αιγύπτιοι ηδύναντο να εύρωσί τι δικαιότερον.
Συσκεφθέντες οι Αιγύπτιοι ηρώτησαν τους Ηλείους εάν ηγωνίζοντο και
οι συμπολίται των. Και οι Ηλείοι απεκρίθησαν ότι ήτο
επιτετραμμένον να αγωνίζεται όστις ήθελεν, είτε εκ των Ηλείων,
είτε εκ των άλλων Ελλήνων. Τότε οι Αιγύπτιοι είπον ότι ούτω
διατάττοντες τον αγώνα εμακρύνοντο όλως διόλου από το δίκαιον,
διότι αδύνατον ήτο να μη κλίνωσι προς το μέρος του αγωνιζομένου
συμπολίτου των αδικούντες τον ξένον. Όθεν εάν ήθελον να διεξάγεται
ο αγών δικαίως, και εάν τωόντι προς τον σκοπόν τούτον ήλθον εις
την Αίγυπτον, τους συνεβούλευσαν να ψηφίσωσιν ότι οι αγώνες θα
γίνωνται μόνος διά τους ξένους, και ότι ουδενί των Ηλείων
επετρέπετο να συναγωνισθή. Αυτά συνεβούλευσαν οι Αιγύπτιοι τους
Ηλείους.
161. Ο δε Ψάμμις, αφού εβασίλευσεν έξ μόνον έτη και εστράτευσε
κατά της Αιθιοπίας, απέθανεν αφήσας την βασιλείαν εις τον υιόν
αυτού Απρίην, όστις μετά τον προπάτορά του Ψαμμίτιχον υπήρξεν ο
ευδαιμονέστατος των προγενεστέρων βασιλέων, βασιλεύσας εικοσιπέντε
έτη κατά το διάστημα των οποίων εξεστράτευσε κατά της Σιδώνος και
εναυμάχησε με τους Τυρίους. Έπειτα, όταν η μοίρα ηθέλησε να τω
συμβή δυστυχία, η δυστυχία προήλθεν εξ αιτίας την οποίαν θα
αναφέρω όταν θα ομιλήσω διά τους Λίβυας (41), εδώ δε την μνημονεύω
συντόμως. Πέμψας ο Απρίης στρατεύματα κατά των Κυρηναίων υπέστη
φθοράν μεγάλην οι δε Αιγύπτιοι μεμφόμενοι αυτόν διά τούτο
απεστάτησαν νομίζοντες ότι ο βασιλεύς των εκ προμελέτης τους
έπεμψεν εις φανεράν φθοράν διά να φονευθώσι πολλοί και δυνηθή να
βασιλεύση μετά πλειοτέρας ασφαλείας επί των λοιπών Αιγυπτίων. Η
ιδέα αύτη τοσούτον τους παρώργισεν ώστε οι διαφυγόντες τον όλεθρον
ενωθέντες με τους συγγενείς των φονευθέντων απεστάτησαν αναφανδόν.
162. Μαθών ταύτα ο Απρίης έπεμψε τον Άμασιν διά να τους καθησυχάση
με λόγους. Όταν δε ούτος τους έφθασε και προσεπάθει να τους
αποτρέψη από το σχέδιόν των, είς εξ αυτών, ιστάμενος όπισθεν
αυτού, τω έθηκεν επί της κεφαλής περικεφαλαίαν, κράζων ότι έθηκεν
ούτω την περικεφαλαίαν διά να γίνη ο Άμασις βασιλεύς. Το γενόμενον
δεν δυσηρέστησε τον Άμασιν, ως το απέδειξε μετ' ολίγον, διότι άμα
οι αποστατήσαντες Αιγύπτιοι τον ανεκήρυξαν βασιλέα, ητοιμάσθη να
βαδίση κατά του Απρίου. Μαθών ταύτα ο Απρίης έπεμψε τον
Πατάρβημιν, άνδρα σημαντικόν μεταξύ των Αιγυπτίων οίτινες τω ήσαν
πιστοί, διατάξας αυτόν να τω φέρη τον Άμασιν ζώντα. Ελθών δε ο
Πατάρβημις και ευρών τον Άμασιν τον διέταξε να τον ακολουθήση. Ο
Άμασις έτυχε κατ' εκείνην την στιγμήν να ήναι έφιππος· ανεγερθείς
δε επί των αναβολέων του αφήκε πορδήν και είπε· «Λάβε και φέρε το
εις τον Απρίην.» Ο Πατάρβημις όμως δεν έπαυεν επιμένων και
συμβουλεύων αυτόν να μεταβή προς τον βασιλέα όστις τον εμήνυε.
Τότε ο Άμασις απεκρίθη ότι τούτο εσκόπευεν εκ των προτέρων, ότι ο
Απρίης δεν θα ελάμβανεν αφορμήν να παραπονεθή, ότι θα μεταβή να
τον εύρη αυτοπροσώπως και ότι θα συνεπαγάγη μεθ' εαυτού
πολυάριθμον ακολουθίαν. Εκ των λόγων τούτων ο Πατάρβημις ενόησε
τους σκοπούς του, είδε τα προετοιμαζόμενα και έσπευσε να αναχωρήση
θέλων όσον τάχιστα να δηλώση εις τον βασιλέα τα διατρέχοντα. Όταν
όμως ενεφανίσθη ενώπιον του Απρίου άνευ του Αμάσιος, ο βασιλεύς,
παραφερθείς υπό του θυμού, χωρίς να σκεφθή παντάπασι, διέταξε να
κόψωσι την ρίνα και τα ώτα του. Οι δε λοιποί Αιγύπτιοι, όσοι ήσαν
ακόμη με το μέρος του, ιδόντες τον σημαντικώτατον άνδρα μεταξύ
αυτών εις τοιαύτην ατιμωτάτην κατάστασιν, δεν εδίστασαν πλέον,
αλλά πορευθέντες προς τους αποστατήσαντας παρέδωκαν εαυτούς εις
τον Άμασιν.
163. Μαθών και ταύτα ο Απρίης, ώπλισε τους επικούρους και εβάδισε
κατά των Αιγυπτίων. Είχε δε περί εαυτόν τρισχιλίους Ίωνας και
Κάρας επικούρους, και τα βασίλεια αυτού ήσαν ακόμη εις την πόλιν
Σάιν, μεγάλα και αξιοθέατα. Και οι μεν περί τον Απρίην εκίνησαν
κατά των Αιγυπτίων, οι δε περί τον Άμασιν ήρχοντο κατά των ξένων.
Φθάσαντες δε αμφότεροι εις την πόλιν Μώμεμφιν προητοιμάζοντο να
συνάψωσι μάχην.
164. Υπάρχουσι δε επτά τάξεις Αιγυπτίων οι ιερείς, οι πολεμισταί,
οι βουκόλοι, οι χοιροβοσκοί, οι κάπηλοι, οι διερμηνείς και οι
κυβερνήται. Και των Αιγυπτίων μεν τόσαι τάξεις είναι, έλαβον δε
αύται τα ονόματά των εκ του επαγγέλματος το οποίον εξασκούσιν. Οι
πολεμισταί καλούνται επίσης υπό του λαού Καλασίριες και
Ερμοτύβιες, κατοικούσι δε εις τους ακολούθους νομούς διότι όλη η
Αίγυπτος είναι διηρημένη εις νομούς.
165. Και των μεν Ερμοτυβίων οι νομοί είναι οι εξής· ο Βουσιρίτης,
ο Σαΐτης, ο Χεμμίτης, ο Παπρημίτης, η Προσωπίτις καλουμένη νήσος
και της Ναθώ το ήμισυ. Εις τούτους τους νομούς κατοικούσιν οι
Ερμοτύβιες οίτινες όταν ήναι εις τον μεγαλείτερον πληθυσμόν των
ανέρχονται εις εκατόν εξήκοντα χιλιάδας άνδρας, και εξ αυτών
ουδείς μανθάνει βάναυσόν τινα τέχνην, αλλ' όλοι εξασκούνται περί
τα πολεμικά έργα.
166. Οι δε νομοί των Καλασιρίων είναι οι εξής· ο Θηβαίος, ο
Βουβαστίτης, ο Αφθίτης, ο Τανίτης, ο Μενδήσιος, ο Σεβεννύτης, ο
Αθριβίτης, ο Φαρβαιθίτης, ο Θμουίτης, ο Ονουφίτης, ο Ανύσιος και ο
Μυεκφορίτης· ο τελευταίος δε ούτος νομός είναι εις νήσον αντικρύ
της πόλεως Βουβάστιος. Εις τούτους τους νομούς κατοικούσιν οι
Καλασίριες οίτινες όταν ήναι εις τον μεγαλείτερον πληθυσμόν των
ανέρχονται εις διακοσίας πεντήκοντα χιλιάδας ανδρών. Δεν τοις
είναι δε επιτετραμμένον να μετέρχωνται ουδεμίαν βάναυσον τέχνην,
αλλ' επιδίδονται εις τα πολεμικά εκδεχόμενοι αυτά παις εκ πατρός.
167. Δεν δύναμαι δε να κρίνω μετά βεβαιότητος εάν οι Έλληνες
παρέλαβον και το έθιμον τούτο από τους Αιγυπτίους· βλέπω όμως ότι
οι Θράκες, οι Σκύθαι, οι Πέρσαι, οι Λυδοί, και σχεδόν όλοι οι
βάρβαροι, θεωρούσι τους τας τέχνας μανθάνοντας και τους απογόνους
αυτών ως αξίους ολιγωτέρας τιμής από τους άλλους πολίτας και
νομίζουσιν ως ευγενείς εκείνους οίτινες είναι απηλλαγμένοι από
χειρωνακτικά έργα και προ πάντων τους επιδεδομένους εις τον
πόλεμον. Τα αυτά φρονούσιν όλοι οι Έλληνες, και ιδίως οι
Λακεδαιμόνιοι· οι Κορίνθιοι όμως ποσώς δεν περιφρονούσι τους
χειροτέχνας.
168. Από όλους δε τους Αιγυπτίους πλην των ιερέων, εις τους
πολεμιστάς μόνους εδίδοντο κατ' εξαίρεσιν τα ακόλουθα προνόμια·
έκαστος αυτών κατέχει, χωρίς να δίδη φόρον, δώδεκα πλέθρα
εξαιρέτων γαιών· το δε Αιγυπτιακόν πλέθρον ισοδυναμεί με
τετράγωνον εξ εκατόν πήχεων την πλευράν, του Αιγυπτιακού πήχεως
όντος ίσου με του Σαμιακού. Ταύτα είναι τα προνόμια αυτών. Τα δε
ακόλουθα προνόμια απήλαυον αλληλοδιαδόχως και όχι οι ίδιοι
πάντοτε· χίλιοι Καλασίριες και ισάριθμοι Ερμοτύβιες απαρτίζουσι
κατ' έτος την σωματοφυλακήν του βασιλέως· εις τούτους δε, πλην των
γαιών, δίδουσι καθ' ημέραν πέντε μνας άρτου οπτού, δύο μνας βοείου
κρέατος και τέσσαρα αγγεία οίνου. Ταύτα εδίδοντο πάντοτε εις τους
δορυφόρους.
169. Ότε λοιπόν ερχόμενοι οι μεν κατά των δε, ο Απρίης μετά των
επικούρων του και ο Άμασις μεθ' όλων των Αιγυπτίων, έφθασαν εις
την πόλιν Μώμεμφιν, συνήψαν την μάχην. Οι ξένοι επολέμησαν
γενναίως, όντες όμως ολιγώτεροι από τους εναντίους ενικήθησαν διά
τούτο. Λέγουσι δε ότι ο Απρίης είχε την εξής ιδέαν· ότι μήτε θεός
τις δεν θα ηδύνατο να τω αφαιρέση την βασιλείαν, τόσον ασφαλώς
ενόμιζεν εαυτόν καθήμενον επί του θρόνου. Κατά την συμπλοκήν όμως
εκείνην ενικήθη και εφέρθη αιχμάλωτος εις την πόλιν Σάιν, εις την
πρότερον μεν ιδικήν του κατοικίαν, τότε δε του Αμάσιος. Και επί
τινα μεν χρόνον ετρέφετο εκεί και ο νικητής τον επεριποιείτο
κάλλιστα· αλλ' επί τέλους οι Αιγύπτιοι τον εμέμφθησαν ότι
αντέβαινεν εις την δικαιοσύνην τρέφων τον ασπονδότατον εχθρόν και
εαυτού και εκείνων. Τοις τον παρέδωκε λοιπόν, αυτοί δε τον έπνιξαν
και τον έθαψαν εις τα μνημεία των προπατόρων του. Είναι δε οι
τάφοι ούτοι εις το ιερόν της Αθηνάς, πλησιέστατα εις τον ναόν,
προς τα αριστερά του εισερχομένου εκεί. Εις τούτο τo ιερόν έθαψαν
οι Σαΐται όλους τους βασιλείς τους καταγομένους από τον νομόν
τούτον. Ναι μεν ο τάφος του Αμάσιος είναι περισσότερον
απομεμακρυσμένος από τον ναόν ή ο του Απρίου και των προπατόρων
του, ευρίσκεται όμως εις την αυτήν αυλήν του ιερού· είναι δε
λιθίνη στοά μεγάλη και κεκοσμημένη διά στηλών εις σχήμα φοινίκων
και δι' άλλων πολυτελών εργασιών. Υπό την στοάν δε ταύτην υπάρχει
θύρα με δύο φύλλα, όπισθεν της οποίας είναι ο τάφος.
170. Σώζονται ακόμη εις την Σάιν τάφοι των οποίων εις την
περίστασιν ταύτην δεν με φαίνεται όσιον να αναφέρω το όνομα. Οι
τάφοι ούτοι είναι εις το ιερόν της Αθηνάς, όπισθεν του ναού, και
στηρίζονται επί του εξωτερικού τοίχου. Το ιερόν περικλείει προσέτι
μεγάλους λιθίνους οβελίσκους, πλησιέστατα δε αυτών υπάρχει λίμνη
στρογγύλη περικυκλουμένη υπό κρηπίδος λιθίνης και το μέγεθος
αύτης, ως νομίζω, είναι όσον και εκείνης ήτις ευρίσκεται εις την
Δήλον και καλείται κυκλοτερής.
171. Εις την λίμνην ταύτην κατά την νύκτα οι Αιγύπτιοι κάμνουσι
τας μιμικάς εκείνας παραστάσεις πραγματικών συμβάντων καλούντες
αυτάς μυστήρια. Μολονότι δε γνωρίζω και αυτά και παν ό,τι
συνδέεται με αυτά, ας μένωσιν όμως εν θρησκευτική σιωπή. Επίσης
και διά την τελετήν της Δήμητρος την οποίαν οι Έλληνες καλούσι
θεσμοφόρια, μονολότι γνωρίζω και αυτήν, ας αναπαύεται όμως εν
θρησκευτική σιωπή, πλην των μερών εκείνων τα οποία με είναι
συγχωρημένον να είπω. Αι θυγατέρες του Δαναού έφερον την εορτήν
ταύτην από την Αίγυπτον και την εδίδαξαν εις τας γυναίκας των
Πελασγών· εχάθη όμως όταν η Πελοπόννησος εγένετο ανάστατος υπό των
Δωριέων, μόνοι δε οι διασωθέντες και μη μεταναστεύσαντες εκ των
Πελοποννησίων, οι Αρκάδες, διετήρησαν αυτήν.
172. Καταστραφέντος δε τοιουτοτρόπως του Απρίου, εβασίλευσεν ο
Άμασις (42) όστις ήτο εκ του νομού Σαΐτου και εγεννήθη εις την
πόλιν ήτις καλείται Σιούφ. Και κατά πρώτον μεν οι Αιγύπτιοι
περιεφρόνουν τον Άμασιν θεωρούντες αυτόν ως μικράς αξίας άνθρωπον,
διότι πρότερον ήτο ιδιώτης και εξ οικογενείας αφανούς, αλλά
κατόπιν ο Άμασις προσείλκυσεν αυτούς διά της ικανότητος και της
συνέσεώς του. Είχε δε μεταξύ των απείρων θησαυρών του ποδονιπτήρα
χρυσούν εις τον οποίον αυτός ο Άμασις και οι ομοτράπεζοι αυτού
έπλυνον πάντοτε τους πόδας των. Τούτον τον ποδονιπτήρα συντρίψας
τον μετεποίησεν εις άγαλμα θεού το οποίον έθεσεν εις το μάλλον
κατάλληλον μέρος της πόλεως, οι δε Αιγύπτιοι, διερχόμενοι προ
αυτού, τω προσέφερον μεγάλας τιμάς. Όταν ο Άμασις έμαθε τα
συμβαίνοντα, συνεκάλεσε τους Αιγυπτίους και τοις εφανέρωσεν ότι το
άγαλμα είχε κατασκευασθή εκ της λεκάνης εκείνης εντός της οποίας
πρότερον ήμουν, ούρουν και έπλυνον τους πόδας εκείνοι οίτινες τώρα
απέδιδον προς αυτήν τοιούτον άκρον σεβασμόν. Έπειτα, χωρίς να
διακόψη τον λόγον του, προσέθηκεν ότι το ίδιον συνέβη και εις
αυτόν, ότι εάν κατ' αρχάς έζησεν ως ιδιώτης, εγένετο όμως βασιλεύς
των και καθήκον των ήτο να τον τιμώσι και να τον σέβωνται.
Τοιουτοτρόπως λοιπόν προσείλκυσε τους Αιγυπτίους τόσον ώστε
έκρινον ότι έπρεπε να υποτάσσωνται.
173. Ιδού δε και με ποίαν τάξιν εκυβέρνα τα πράγματα· άμα
εξημέρονε, μέχρι της ώρας καθ' ην η αγορά πληρούται ανθρώπων,
διεξεπεραίου προθύμως τας υποθέσεις τας οποίας τω υπέβαλλον·
έπειτα έπινεν, έσκωπτε τους συμπότας και εφαίνετο φιλοπαίγμων και
μάταιος. Οι φίλοι δυσηρεστούντο διά ταύτα και τον συνεβούλευον
λέγοντες τα εξής· «Ω βασιλεύ, δεν αρμόζει να ζης τοιουτοτρόπως
εξευτελιζόμενος τόσον πολύ· έπρεπεν, ως άνθρωπος σεμνός και επί
θρόνου σεμνού καθήμενος, να ενασχολήσαι δι' όλης της ημέρας εις
υποθέσεις. Τοιουτοτρόπως δε και οι Αιγύπτιοι θα ανεγνώριζον ότι
κυβερνώνται υπό μεγάλου ανδρός, και συ θα τους ήκουες να σε
επαινώσι περισσότερον. Τώρα όμως ουδόλως φέρεσαι ως βασιλεύς.»
Εκείνος δε τοις απεκρίθη ως εξής· «Όσοι έχουσι τόξον, τείνουσιν
αυτό όταν θέλωσι να το μεταχειρισθώσι, και χαλαρούσιν αυτό αφού το
μεταχειρισθώσι, διότι εάν έμενε πάντοτε τεταμένον θα εθραύετο και
δεν θα ηδύναντο να το μεταχειρισθώσιν εν ανάγκη. Ούτω και ο
άνθρωπος πρέπει να φείδεται της κράσεώς του, διότι εάν ασχολήται
αδιακόπως εις τας υποθέσεις και δεν δίδη ολίγον χρόνον και εις τας
διασκεδάσεις, δύναται να καταστή αίφνης ή μανιακός ή βλαξ. Τούτο
και εγώ γινώσκων διαμοιράζω τον καιρόν μου μεταξύ των υποθέσεων
και των ηδονών.» Ταύτα απεκρίθη προς τους φίλους.
174. Λέγουσι δε ότι ο Άμασις, και ότε ακόμη ήτο απλούς ιδιώτης,
ηγάπα πολύ να πίνη, να αστειεύεται, και ουδεμίαν κλίσιν είχε προς
τα σπουδαία πράγματα. Όταν δε πίνων και τρυφών εξήντλει όσα είχε,
τότε περιερχόμενος έκλεπτε. Πολλάκις εκείνοι οίτινες τον
κατηγόρουν ότι έκλεψε τα πράγματά των, όταν ούτος ηρνείτο, τον
έφερον εις το μαντείον του τόπου· και πολλάκις μεν εξηλέγχθη υπό
των μαντείων, πολλάκις δε διέφυγεν. Άμα δε εγένετο βασιλεύς,
έπραξε τα ακόλουθα· όσοι θεοί τον εκήρυξαν αθώον, τούτους ούτε
ετίμα, ούτε τοις αφιέρωνε κανέν κόσμημα, ούτε εισήρχετο ποτέ εις
τους ναούς των διά να θυσιάση εις θεούς τους οποίους εγνώρισεν ότι
ήσαν ανάξιοι και ψευδείς εις τας μαντείας των· εξ εναντίας δε
ετίμα μεγάλως εκείνους οίτινες τον κατεδίκασαν ως κλέπτην, θεωρών
αυτούς ως θεούς δίδοντας χρησμούς αψευδείς.
175. Και πρώτον μεν ήγειρεν εις τον ναόν της Αθηνάς, εις την Σάιν,
θαυμαστά προπύλαια, υπερβαίνοντα κατά πολύ τα των προκατόχων του
βασιλέων κατά τε την έκτασιν και το ύψος, και προσέτι κατά το
μέγεθος και την ποιότητα των λίθων· έπειτα δε αφιέρωσεν αγάλματα
μεγάλα και υπερμεγέθεις ανδρόσφιγγας, και τέλος μετέφερε διά τας
επισκευάς του οικοδομήματος λίθους εκτάκτου μεγέθους. Εξ αυτών,
άλλους μεν έφερον από τα πλησίον της Μέμφιδος λατομεία, άλλους δε,
τους μεγαλειτέρους, από την πόλιν Ελεφαντίνην, απέχουσαν από την
Σάιν πλέον των είκοσιν ημερών πλουν. Εκείνο όμως το όποιον θαυμάζω
περισσότερον από όλα είναι το εξής· μετεκόμισεν από την
Ελεφαντίνην έν οίκημα μονόλιθον, το οποίον τρισχίλιοι άνθρωποι
διαταχθέντες επί τούτω και όντες όλοι κυβερνήται εδαπάνησαν τρία
έτη διά να μεταφέρωσι. Του οικήματος τούτου το μεν εξωτερικόν
μήκος είναι πήχεις είκοσι και είς, το δε πλάτος δεκατέσσαρες, και
το ύψος οκτώ. Και αυτά μεν είναι τα εξωτερικά μέτρα του μονολίθου
οικήματος· έσωθεν δε το μεν μήκος είναι δεκαοκτώ πήχεις και είκοσι
δάκτυλοι, το δε πλάτος δώδεκα πήχεις, και το ύψος πέντε. Το οίκημα
ευρίσκεται εις την είσοδον του ιερού, λέγουσι δε ότι δεν το έσυρον
εντός διά την ακόλουθον αιτίαν ότε το έσυρον, ο αρχιτέκτων,
αγανακτών και διά το επίπονον της εργασίας και διά τον πολύν
χρόνον όστις κατηναλίσκετο, ήρχισε να στενάζη· ο δε Άμασις εκλαβών
τούτο ως κακόν σημείον, δεν άφησε να σύρωσι το οίκημα
περισσότερον· άλλοι λέγουσιν ότι είς των περί τους μοχλούς
εργαζομένων κατεπλακώθη υπό τα οίκημα, και ότι από της στιγμής
εκείνης έπαυσαν να το κινώσιν.
176. Αφιέρωσε προσέτι ο Άμασις εις όλους τους άλλους διασήμους
ναούς έργα αξιοθαύμαστα διά το μέγεθος αυτών, και μεταξύ άλλων εις
την Μέμφιν το κολοσσιαίον άγαλμα το κεκλιμένον προ του ναού του
Ηφαίστου το οποίον έχει μήκος εβδομήκοντα πέντε ποδών. Εις το
ίδιον δε βάθρον είναι εστημένοι δύο κολοσσοί εκ λίθου Αιθιοπικού,
είκοσι ποδών το ύψος έκαστος, ο είς εις το έν μέρος και ο έτερος
εις το άλλο. Υπάρχει επίσης και εις την Σάιν μέγα άγαλμα λίθινον
κεκλιμένον κατά τον αυτόν τρόπον ως το εν τη Μέμφιδι. Τέλος ο
Άμασις έκτισε και τον εις την Μέμφιν μέγιστον και
μεγαλοπρεπέστατον ναόν της Ίσιδος.
177. Λέγουσι δε ότι επί του βασιλέως Αμάσιος η Αίγυπτος ευτύχησε
πολύ και καθ' όσον απαιτείται από τον ποταμόν διά την ευφορίαν της
γης και καθόσον απαιτείται από την γην διά την ευτυχίαν των
ανθρώπων· και ηριθμούντο τότε εις την Αίγυπτον είκοσι χιλιάδες
πόλεις. Ο Άμασις είναι ο καταστήσας τον νόμον όστις υποχρεοί πάντα
Αιγύπτιον να δεικνύη κατ' έτος εις τον νομάρχην του πόθεν
πορίζεται τα προς το ζην, και εάν δεν κάμη τούτο, εάν δεν αποδείξη
ότι οι πόροι του είναι νόμιμοι, να τιμωρήται με θάνατον. Λαβών τον
νόμον τούτον από την Αίγυπτον ο Σόλων ο Αθηναίος, τον επέβαλεν εις
τους συμπολίτας του, οίτινες τον διατηρούσιν ακόμη και τον
θεωρούσιν άμεμπτον.
178. Ο Άμασις ήτο φιλέλλην· τουλάχιστον υπεδέχθη ευνοϊκώς τινάς εξ
αυτών και έδωκε προς κατοικίαν εκείνων μεν οίτινες ήρχοντο εις την
Αίγυπτον την πόλιν Ναύκρατιν· εις εκείνους δε οίτινες δεν είχον
σκοπόν να διαμείνωσιν εκεί οριστικώς, αλλ' ήρχοντο χάριν εμπορίου,
έδωκε τόπους διά να ιδρύσωσι βωμούς και ναούς εις τους θεούς. Το
μέγιστον λοιπόν τέμενος αυτών, το ονομαστότατον, το μάλλον
συχναζόμενον, ήτο το καλούμενον Ελλήνιον, το οποίον εκτίσθη από
κοινού υπό των Ιώνων της Χίου, της Τέω, της Κνίδου, της Φωκαίας
και των Κλαζομενών, υπό των Δωριέων της Ρόδου, της Κνίδου, της
Αλικαρνασσού και της Φασήλιδος, και υπό των Αιτωλών μόνης της
Μυτιλήνης. Ο ναός ούτος ανήκει εις όλας τας πόλεις ταύτας και
αύται δίδουσι τους προστάτας των εμπορικών υποθέσεων. Όσαι δε
άλλαι πόλεις αντιποιούνται την συμμετοχήν, ουδέν δικαίωμα έχουσιν
εις τούτο. Πλην τούτου οι Αιγινήται έκτισαν αυτοί μόνοι τον ναόν
του Διός, οι Σάμιοι τον της Ήρας, και οι Μιλήσιοι τον του
Απόλλωνος.
179. Ήτο δε άλλοτε η Ναύκρατις το μόνον εμπόριον της Αιγύπτου, και
δεν υπήρχεν άλλο ουδαμού. Εάν τις ήθελεν υπάγει εις κανέν άλλο
στόμα του Νείλου, έπρεπε να ορκισθή ότι δεν υπήγεν εκουσίως. Μετά
τον όρκον δε τούτον έπρεπε να πλεύση, με το ίδιον πλοίον εις το
Κανωβικόν στόμα. Εάν οι εναντίοι άνεμοι τον εμπόδιζον, τότε τον
ηνάγκαζον να μεταφέρη το φορτίον του διά λέμβων περί το Δέλτα
μέχρι της Ναυκράτιος. Τόσην τιμήν λοιπόν είχεν η Ναύκρατις.
180. Όταν δε οι Αμφικτύονες εμίσθωσαν τον ναόν όστις σήμερον είναι
εις τους Δελφούς όπως ανακτίσωσιν αυτόν διά τριακοσίων ταλάντων,
επειδή ο παλαιός είχε κατακαή αυτομάτως, εις τους Δελφούς επεβλήθη
να δώσωσι το τεταρτημόριον του μισθώματος τούτου. Περιφερόμενοι
λοιπόν οι Δελφοί από πόλεως εις πόλιν εσύναζον συνδρομάς· τούτο δε
ποιούντες έλαβον ουκ ολίγας και από την Αίγυπτον, διότι ο μεν
Άμασις τοις έδωκε χιλίων ταλάντων στυπτηρίαν, οι δε κατοικούντες
εις την Αίγυπτον είκοσι μνας αργυράς.
181. Με τους Κυρηναίους δε ο Άμασις συνήψε συνθήκην φιλίας και
συμμαχίας και απεφάσισε να λάβη γυναίκα από αυτούς, είτε διότι
επεθύμει να νυμφευθή Ελληνίδα είτε διά φιλίαν προς τους
Κυρηναίους. Έλαβε λοιπόν γυναίκα κατ' άλλους μεν του Βάττου, κατ'
άλλους δε του Αρκεσιλάου την θυγατέρα και κατ' άλλους του
Κριτοβούλου, ανδρός σημαντικού μεταξύ των πολιτών, ης το όνομα ήτο
Λαδίκη. Μετ' αυτής όμως συγκατακλινόμενος ο Άμασις δεν ηδύνατο να
μιγή, μολονότι μετεχειρίζετο τας άλλας γυναίκας. Επειδή δε τούτο
συνέβη πολλάκις, ο Άμασις είπε προς την Λαδίκην· «Ω γύναι, βεβαίως
θα με έδωκες φάρμακον και δεν υπάρχει τρόπος να αποφύγης τον
φρικωδέστερον θάνατον τον οποίον υπέστη ποτέ γυνή.» Η δε Λαδίκη,
επειδή με όλας τας αρνήσεις της ο Άμασις δεν κατεπραΰνετο, έταξεν
εις την Αφροδίτην, εάν ο Άμασις κατορθώση να μιγή μετ' αυτής
εκείνην την νύκτα, (διότι μόνον δι' αυτού του μέσου ηδύνατο να
σωθή) να πέμψη εις την Κυρήνην άγαλμα χρυσούν. Μετά την ευχήν
αμέσως εμίγη μετ' αυτής ο Άμασις και από της στιγμής εκείνης
επετύγχανεν οσάκις την επλησίαζε, και την ηγάπησε πολύ. Η δε
Λαδίκη εξεπλήρωσε την ευχήν της προς την θεάν, διέταξε να
κατασκευάσωσι το άγαλμα και το έπεμψεν εις την Κυρήνην όπου και
εσώζετο μέχρι των ημερών μου και ήτο εστημένον έξω της πόλεως.
Ταύτην την Λαδίκην, όταν ο Καμβύσης εγένετο κύριος της Αιγύπτου
και έμαθε παρά τη ιδίας ποία ήτο, την έπεμψεν αβλαβή εις την
Κυρήνην.
182. Ο Άμασις αφιέρωσε και εις την Ελλάδα αφιερώματα· εις μεν την
Κυρήνην άγαλμα της Αθηνάς επίχρυσον και την εικόνα του
εζωγραφημένην, εις δε την Αθηνάν της Λίνδου δύο αγάλματα λίθινα
και ένα θώρακα λινούν αξιοθέατον· προσέτι δε εις την εν Σάμω Ήραν
δύο εικόνας του ξυλίνας, αίτινες επί των ημερών μου ήσαν εις τον
μεγάλον ναόν, όπισθεν της θύρας. Και εις μεν την Σάμον έπεμψε τα
αφιερώματα ταύτα εκ φιλίας προς τον υιόν του Αιάκους Πολυκράτη,
εις δε την Λίνδον ουχί διά φιλίαν προς την πόλιν ταύτην, αλλά
διότι, ως λέγεται, ο ναός της Αθηνάς εκτίσθη εκεί υπό των
θυγατέρων του Δαναού, αίτινες εσταμάτησαν εκεί φεύγουσαι τους
υιούς του Αιγύπτου. Ταύτα είναι τα αναθήματα του Αμάσιος. Πρώτος
δε αυτός εκυρίευσε την Κύπρον και την καθυπέβαλεν εις φόρον.
ΒΙΒΛΙΟΝ ΤΡΙΤΟΝ
Θ Α Λ Ε Ι Α
1. Κατά του Αμάσιος τούτου εστράτευσεν ο υιός του Κύρου Καμβύσης,
έχων μεθ' εαυτού εκ των Ελλήνων τους Ίωνας και τους Αιολείς, εκτός
εκείνων των λαών επί των οποίων εβασίλευεν. Αιτία δε της στρατείας
ταύτης ήτο η ακόλουθος· πέμψας ο Καμβύσης κήρυκα εις την Αίγυπτον
εζήτει την θυγατέρα του Αμάσιος· την εζήτει δε κατά συμβουλήν
Αιγυπτίου τινός ωργισμένου κατά του Αμάσιος, διότι από όλους τους
ιατρούς τους ευρισκομένους εις την Αίγυπτον αυτόν απέσπασεν από
την γυναίκα του και τα παιδία του διά να τον παραδώση εις τους
Πέρσας, όταν ήλθον απεσταλμένοι του Κύρου διά να ζητήσωσιν ιατρόν
οφθαλμών τον άριστον των της Αιγύπτου. Μνησικακών διά την αιτίαν
ταύτην παρεκίνησε διά των συμβουλών του τον Καμβύσην να ζητήση την
θυγατέρα του Αμάσιος, με τον σκοπόν, εάν μεν την δώση, να τον
λυπήση, εάν δε δεν την δώση να τον καταστήση εχθρόν του Καμβύσου.
Ο δε Άμασις, στενοχωρούμενος ήδη διά την δύναμιν των Περσών και
φοβούμενος ενταυτώ, δεν ετόλμα μήτε να την δώση μήτε να την
αρνηθή· άλλως τε δε δεν ηγνόει ότι ο Καμβύσης ήθελε να την έχη
ουχί γυναίκα αλλά παλλακίδα του. Ταύτα λοιπόν σκεπτόμενος έπραξε
το εξής· υπήρχε θυγάτηρ τις του προτέρου βασιλέως Απρίου, υψηλού
αναστήματος και ωραία, η μόνη ήτις είχε μείνει από την οικογένειαν
ταύτην και ήτις εκαλείτο Νίτητις. Αυτήν την κόρην κοσμήσας ο
Άμασις με ενδύματα και χρυσόν, την έπεμψεν εις τους Πέρσας ως
ιδίαν του θυγατέρα. Μετά τινα χρόνον χαιρετίζων αυτήν ο Καμβύσης
την προσηγόρευσε θυγατέρα του Αμάσιος· τότε η Νίτητις τω είπεν· «Ω
βασιλεύ, δεν βλέπεις ότι ηπατήθης από τον Άμασιν όστις κοσμήσας
πολυτελώς με έπεμψε και με έδωκεν εις σε ως θυγατέρα του, εμέ ήτις
αληθώς είμαι θυγάτηρ του Απρίου, άλλοτε αυθέντου του, τον οποίον
αυτός και οι επαναστατήσαντες Αιγύπτιοι εφόνευσαν.» Οι λόγοι
ούτοι, καθώς και αυτό τούτο το γεγονός, έπεισαν τον Καμβύσην υιόν
του Κύρου, μεγάλως οργισθέντα, να στρατεύση κατά της Αιγύπτου. Και
ταύτα μεν λέγουσιν οι Πέρσαι.
2. Οι δε Αιγύπτιοι εξ εναντίας οικειοποιούνται τον Καμβύσην,
αξιούντες ότι εγεννήθη εκ της θυγατρός ταύτης του Απρίου. Κατ'
αυτούς, ουχί ο Καμβύσης, αλλ' ο Κύρος εζήτησε την θυγατέρα του
Αμάσιος. Λέγοντες όμως ταύτα, πολύ απομακρύνονται της αληθείας·
ούτε λανθάνει αυτούς (καθότι ουδείς γνωρίζει καλλίτερον από τους
Αιγυπτίους τα έθιμα των Περσών) πρώτον μεν ότι ο νόμος δεν
επιτρέπει να βασιλεύση νόθος, υπάρχοντος νομίμου υιού· δεύτερον
ότι ο Καμβύσης ήτο υιός της Κασσανδάνης, θυγατρός του Φαρνάσπου,
ενός των Αχαιμενιδών, και όχι γυναικός Αιγυπτίας. Επίτηδες όμως
αλλοιούσι τα γεγονότα διά να φανώσιν ότι συγγενεύουσι με την
οικογένειαν του Κύρου. Και ταύτα μεν ούτως έχουσι.
3. Λέγουσιν ακόμη και την ακόλουθον ιστορίαν, κατ' εμέ απίστευτον.
Γυνή τις Περσίς, εισελθούσα εις τας γυναίκας του Κύρου είδε περί
την Κασσανδάνην τα παιδία της τα οποία ήσαν ευειδή και μεγάλα·
καταληφθείσα δε υπό θαυμασμού, επήνει αυτά. Τότε η Κασσανδάνη,
ήτις ήτο σύζυγος του Κύρου, τη είπε· «Μολονότι είμαι μήτηρ
τοιούτων παιδιών, ο Κύρος με περιφρονεί και τιμά εκείνην την
οποίαν έλαβεν από την Αίγυπτον.» Ταύτα είπεν η Κασσανδάνη
ζηλοτυπούσα την Νίτητιν· αλλ' ο Καμβύσης ο πρεσβύτερος των υιών
της, απεκρίθη· «Μήτερ, όταν γίνω ανήρ, όλην την Αίγυπτον θα φέρω
άνω κάτω.» Τους λόγους τούτους είπεν ο Καμβύσης μόλις δεκαετής ων
και αι γυναίκες εθαύμασαν· τούτο δε ενθυμούμενος, άμα ηνδρώθη και
έλαβε την βασιλείαν, εστράτευσε κατά της Αιγύπτου.
4. Περίστασις δε την οποίαν θέλω αναφέρει συνετέλεσε κάπως εις την
επιτυχίαν της εισβολής. Μεταξύ των επικούρων του Αμάσιος υπήρχεν
άνθρωπός τις γεννηθείς εις Αλικαρνασσόν, ονόματι Φάνης, ικανός
σύμβουλος και ανδρείος πολεμιστής. Ο Φάνης ούτος, πειραχθείς διά
τινα αιτίαν κατά του Αμάσιος, έφυγεν εκ της Αιγύπτου διά θαλάσσης
με σκοπόν να συνδιαλεχθή με τον Καμβύσην. Επειδή δε ήτο άνθρωπος
με μεγάλην βαρύτητα μεταξύ των επικούρων και είχεν ακριβεστάτας
πληροφορίας περί των πραγμάτων της Αιγύπτου, έπεμψε κατόπιν του ο
Άμασις προθυμοποιούμενος να τον συλλάβη· προς τούτο δε επεφόρτισε
τον πιστότατον των ευνούχων του δους αυτώ τριήρη. Ο ευνούχος τον
έφθασεν εις την Λυκίαν· αλλ' αφού τον συνέλαβε δεν τον έφερεν εις
την Αίγυπτον, διότι ο Φάνης τον ηπάτησε με τας πανουργίας του,
εμέθυσε τους φύλακάς του και έφυγεν εις τους Πέρσας· Φθάσας εις
τον Καμβύσην τον εύρεν ενασχολούμενον εις τας ετοιμασίας του
πολέμου και απορούντα ποίαν οδόν να λάβη διά να διέλθη την έρημον.
Τότε ο Φάνης τον επληροφόρησε περί της καταστάσεως του Αμάσιος, τω
υπέδειξε την καλλιτέραν οδόν και τον συνεβούλευσε να ζητήση από
τον βασιλέα των Αραβίων δίοδον και ασφάλειαν.
5. Γνωστόν ότι μόνον εκ τούτου του μέρους δύναταί τις να εισβάλη
εις την Αίγυπτον, διότι από της Φοινίκης μέχρι των συνόρων της
Καδύτιος, η χώρα ανήκει εις τους Σύρους της Παλαιστίνης, και από
της Καδύτιος (πόλεως ήτις ως νομίζω δεν είναι μικροτέρα των
Σάρδεων) μέχρι της Ιηνύσου τα παραθαλάσσια εμπόρια ανήκουσιν εις
την Αραβίαν· πάλιν δε από της Ιηνύσου μέχρι της λίμνης Σερβωνίδος,
κατά μήκος της οποίας το Κάσιον όρος καταβαίνει έως εις την
θάλασσαν, η χώρα ανήκει εις τους Σύρους· η δε Αίγυπτος αρχίζει από
την λίμνην ταύτην Σερβωνίδα όπου λέγουσιν ότι εκρύφθη ο Τυφών. Το
μεταξύ της πόλεως Ιηνύσου, του όρους Κασίου και της λίμνης
Σερβωνίδος, όπερ δεν είναι ολίγον, αλλ' έως τριών ημερών οδός,
είναι καθ' υπερβολήν ξηρόν.
6. Θα αναφέρω ενταύθα εκείνο το οποίον ολίγοι εκ των ελθόντων διά
θαλάσσης εις την Αίγυπτον παρετήρησαν. Εξ όλης της Ελλάδος και
προς τούτοις εκ της Φοινίκης δις του έτους κομίζονται εις την
Αίγυπτον πήλινα αγγεία πλήρη οίνου· και εν τούτοις αφού κενωθώσι
τα αγγεία ταύτα, μολονότι τόσα πολλά, δεν βλέπει τις πλέον μήτε
έν. Πού λοιπόν δαπανώνται; δύναταί τις να ερωτήση. Εγώ θα το είπω.
Ο δήμαρχος εκάστης πόλεως είναι υποχρεωμένος να συνάζη όλα τα
πήλινα αγγεία και να τα στέλλη εις την Μέμφιν, εκείθεν δε,
πληρούμενα ύδατος, στέλλονται εις την έρημον της Συρίας.
Τοιουτοτρόπως όλα τα εις την Αίγυπτον ερχόμενα και αποβιβαζόμενα
αγγεία κομίζονται εις την Συρίαν όπως και τα προ αυτών.
7. Πρώτοι οι Πέρσαι, αφότου εγένοντο κύριοι της Αιγύπτου,
ευκόλυναν διά του τρόπου τούτου την εις την Αίγυπτον είσοδον
πληρούντες με ύδωρ τα αγγεία και πέμποντες αυτά εις την έρημον.
Τότε όμως, επειδή δεν υπήρχεν ακόμη η προμήθεια αύτη του ύδατος, ο
Καμβύσης, αφού ήκουσε τον ξένον Αλικαρνασσέα, έπεμψεν
απεσταλμένους προς τον Αράβιον, και ζητήσας έλαβεν υπόσχεσιν
ασφαλείας, δους και δεχθείς παρ' αυτού εχέγγυα πίστεως.
8. Οι δε Αράβιοι πλειότερον παντός άλλου λαού σέβονται τας
συνθήκας των· κάμνουσι δε αυτάς ως εξής. Όταν τινές θέλουσι να
δώσωσιν αμοιβαίον όρκον, τρίτος τις άλλος άνθρωπος ιστάμενος εν τω
μέσω αυτών χαράττει με λίθον οξύν πλησίον των μεγάλων δακτύλων το
μήλον της χειρός των ορκιζομένων, λαμβάνων δε έπειτα ολίγον χνουν
εκ του ιματίου αυτών τον βρέχει με αίμα και αλείφει επτά λίθους
τεθειμένους εκεί. Ταύτα πράττων επικαλείται τον Διόνυσον και την
Ουρανίαν Αφροδίτην. Μετά το πέρας δε των διατυπώσεων τούτων,
εκείνος όστις ωρκίσθη παρουσιάζει εις τους φίλους του τον ξένον ή
τον πολίτην, εάν μετά πολίτου ωρκίσθη, και οι φίλοι κρίνουσι
δίκαιον να σέβωνται και αυτοί τας πίστεις ταύτας. Νομίζουσι δε ότι
μόνοι θεοί είναι ο Διόνυσος και η Αφροδίτη, και λέγουσιν ότι
κείρουσι τας τρίχας της κεφαλής των ως και ο Διόνυσος· τας
κόπτουσι δε κυκλοτερώς και ξυρίζουσι το άνω μέρος των κροτάφων.
Ονομάζουσι δε τον μεν Απόλλωνα Οροτάλ, την δε Αφροδίτην Αλιλάτ.
9. Αφού ο Αράβιος έκαμε συνθήκας με τους απεσταλμένους του
Καμβύσου, ιδού τι εμηχανεύθη· εγέμισε με ύδωρ ασκούς
κατεσκευασμένους από δέρματα καμήλων και τους εφόρτωσεν επί
ζωντανών καμήλων τας οποίας έφερεν εις την έρημον όπου περιέμεινε
τον στρατόν του Καμβύσου. Και τούτο μεν είναι το μάλλον πιθανόν εξ
όσων διηγούνται· πρέπει όμως να αναφέρω και το ολιγώτερον πιθανόν,
καθότι λέγουσι και τούτο. Υπάρχει εις την Αραβίαν μέγας ποταμός
όστις καλείται Κόρυς και χύνεται εις την Ερυθράν λεγομένην
θάλασσαν. Εκ του ποταμού τούτου λοιπόν λέγουσιν ότι ο βασιλεύς των
Αραβίων έφερε το ύδωρ εις την έρημον διά μακροτάτου οχετού εκ
βοείων δερμάτων ακατεργάστων και άλλων δερμάτων ερραμμένων ομού,
όστις έληγεν εις μεγάλας δεξαμενάς, ορυχθείσας όπως δέχωνται και
διαφυλάττωσι το ύδωρ. Από του ποταμού δε μέχρι της ερήμου είναι
δώδεκα ημερών πορεία, και τρεις οχετοί δευτερεύοντες έφερον ως
λέγεται το ύδωρ εις τρία διάφορα μέρη.
10. Ο δε υιός του Αμάσιος Ψαμμήνιτος, εστρατοπεδευμένος εις το
Πηλούσιον στόμα του Νείλου, περιέμενε τον Καμβύσην· καθότι ούτος,
όταν εστράτευσε κατά της Αιγύπτου, δεν εύρε ζώντα τον αντίπαλόν
του όστις απέθανεν αφού εβασίλευσε τεσσαράκοντα και τέσσαρα έτη
κατά τα οποία δεν υπέστη μεγάλην τινά συμφοράν. Ταριχευθέίς δε
ετάφη εις τον εντός του ιερού τάφου τον οποίον αυτός έκτισεν. Επί
της βασιλείας του υιού του Ψαμμηνίτου μέγιστον θαύμα εγένετο εις
την Αίγυπτον· βροχή έπεσεν εις τας Αιγυπτίας Θήβας, όπου ουδέποτε
έβρεξεν ούτε πρότερον ούτε έπειτα μέχρι της εποχής μου, ως
λέγουσιν αυτοί οι Θηβαίοι. Τωόντι ποσώς δεν βρέχει εις την άνω
Αίγυπτον, και τότε ολίγαι μόνον ψεκάδες έπεσον.
11. Όταν οι Πέρσαι διαπεράσαντες την έρημον εστρατοπεδεύσαντο
απέναντι των Αιγυπτίων και ητοιμάζοντο να συμπλακώσι, τότε οι
επίκουροι του Ψαμμηνίτου, όντες Έλληνες και Κάρες, ωργισμένοι κατά
του Φάνητος διότι ωδήγει κατά της Αιγύπτου στρατόν ξενικόν, τον
ετιμώρησαν σκληρώς. Ο Φάνης είχεν αφήσει εις την Αίγυπτον τα
παιδία του· αυτά τα παιδία αγαγόντες εις το στρατόπεδον και εις
θέσιν ώστε να δύναται να τα βλέπη ο πατήρ, έστησαν κρατήρα μεταξύ
των δύο στρατευμάτων έπειτα, λαμβάνοντες το έν μετά το άλλο, τα
έσφαζον άνωθεν του κρατήρος και αφού εσφάγησαν όλα έχυσαν εις το
αίμα των ύδωρ και οίνον. Πιόντες εκ του κράματος τούτου όλοι οι
επίκουροι, συνεπλάκησαν. Μάχης δε γενομένης κρατεράς και πεσόντων
πολλών εξ αμφοτέρων των στρατοπέδων, ετράπησαν εις φυγήν οι
Αιγύπτιοι (43).
12. Είδον εκεί θαύμα μέγα το οποίον μοι εξήγησαν οι κάτοικοι. Τα
οστά εκείνων οίτινες εκατέρωθεν εφονεύθησαν εν τη μάχη εκείνη,
κείνται κεχωρισμένα (τα των Περσών αφ' ενός, τα των Αιγυπτίων αφ'
ετέρου, εις την αυτήν απόστασιν ην είχον πριν έλθωσιν εις χείρας),
και τα κρανία των Περσών είναι τόσον αδύνατα ώστε εάν θέλης να τα
κτυπήσης με έν μόνον μικρόν χαλίκιον, τα διατρυπάς· εξ εναντίας τα
των Αιγυπτίων είναι τόσον σκληρά ώστε δυσκόλως θα τα συνέτριβες
εάν τα εκτύπας με μεγάλην πέτραν. Μοι είπον την αιτίαν τούτου, και
δεν εδυσκολεύθην να τους πιστεύσω· οι Αιγύπτιοι εκ παιδικής
ηλικίας αρχίζουσι να ξυρίζωσι την κεφαλήν, και το κρανίον των
σκληρύνεται υπό της επιρροής του ηλίου· η αυτή αιτία προφυλάττει
αυτούς από του να γίνωνται φαλακροί, και τωόντι ουδαμού αλλαχού
υπάρχουσιν ολιγώτεροι φαλακροί ή εις την Αίγυπτον. Ιδού λοιπόν
διατί το κρανίον των είναι τόσον σκληρόν. Τουναντίον δε το των
Περσών είναι απαλόν διότι μένουσιν εις την σκιάν εκ νεαράς ηλικίας
και φέρουσιν επί της κεφαλής τιάρας μαλλίνους. Είδον ταύτα ως
είναι και έκαμον την αυτήν παρατήρησιν και εις την Πάπρημιν επί
των οστών εκείνων οίτινες μετά του Αχαιμένους του υιού του Δαρείου
εφονεύθησαν υπό του Λίβυος Ινάρου.
13. Διασπασθέντες οι Αιγύπτιοι, έφυγον εν αταξία. Όταν δε
εκλείσθησαν εις την Μέμφιν, έπεμψεν εις αυτούς ο Καμβύσης διά του
ποταμού πλοίον Μυτιληναίον με κήρυκα Πέρσην διά να τοις προτείνη
να παραδοθώσι διά συνθήκης. Αυτοί όμως άμα είδον το πλοίον
εισελθόν εις την Μέμφιν, ώρμησαν όλοι έξω του τείχους, κατέστρεψαν
το πλοίον, εκρεούργησαν τους άνδρας και τους έφερον εις το τείχος.
Και οι μεν Αιγύπτιοι μετά ταύτα πολιορκηθέντες παρεδόθησαν επί
τέλους, οι δε γείτονες των Λίβυες, φοβηθέντες μη πάθωσι τα αυτά,
παρεδόθησαν αμαχητί, υπεσχέθησαν να τελώσι φόρον και έπεμψαν δώρα.
Επίσης και οι Κυρηναίοι και οι Βαρκαίοι, φοβηθέντες ως οι Λίβυες,
έπραξαν το αυτό. Ο δε Καμβύσης εδέχθη μεν φιλοφρόνως τα δώρα των
Λιβύων, κατεφρόνησεν όμως τα των Κυρηναίων καθότι ήσαν κατώτερα,
ως εγώ φρονώ. Και τωόντι οι Κυρηναίοι δεν έπεμψαν ειμή πεντακοσίας
μνας αργυράς. Ο Καμβύσης λοιπόν λαβών με τας χείρας του τα
νομίσματά των τα διέσπειρεν εις τον στρατόν.
14. Την δεκάτην ημέραν αφ' ης εκυρίευσε την Μέμφιν ο Καμβύσης,
εκάθισε προς περιφρόνησιν είς τι προάστειον μετ' άλλων Αιγυπτίων
τον βασιλέα Ψαμμήνιτον βασιλεύσαντα έξ μήνας μόνον και εδοκίμαζε
την γενναιότητα της ψυχής αυτού διά του ακολούθου τρόπου. Ενδύσας
την θυγατέρα του με ενδύματα δούλης την έπεμψε με στάμνον εις την
χείρα διά να φέρη ύδωρ· μετ' αυτής δε συναπέστειλε και άλλας
παρθένους τας οποίας εξελέξατο μεταξύ των Θυγατέρων των πρώτων
ανδρών του τόπου, όλας ενδεδυμένας ως η θυγάτηρ του βασιλέως. Ενώ
δε διήρχοντο προ των πατέρων των κλαίουσαι και βοώσαι, οι μεν
εβόων και έκλαιον βλέποντες την ταπείνωσιν των τέκνων των, ο δε
Ψαμμήνιτος, μολονότι είδε και εγνώρισε την θυγατέρα του, ουδέν
άλλο έπραξεν ή να ταπεινώση τα βλέμματα του προς την γην. Αφού
διήλθαν αι υδροφόροι, έπεμψεν έπειτα ο Καμβύσης τον υιόν του
Ψαμμηνίτου με άλλους δισχιλίους Αιγυπτίους, έχοντας την αυτήν
ηλικίαν, δεδεμένους με σχοινιά από τον λαιμόν και χαλινωμένους από
το στόμα· τους απήγον δε διά να τους θανατώσωσι προς εκδίκησιν των
Μιτυληναίων οίτινες απώλοντο εις την Μέμφιν αυτοί και το πλοίον
των. Τοιαύτη ήτο η απόφασις των βασιλικών δικαστών δι' ένα έκαστον
Έλληνα να θανατωθώσι δέκα Αιγύπτιοι εκ των πρώτων. Ο Ψαμμήνιτος
είδε και τούτους διαβαίνοντας και έμαθεν ότι απήγον και τον υιόν
του διά να τον θανατώσωσιν· ενώ δε οι περικαθήμενοι Αιγύπτιοι
έκλαιον και ελυπούντο, αυτός έπραξεν ό,τι είχε πράξει ότε διέβη η
θυγάτηρ του. Μόλις διέβησαν οι νέοι, και άνθρωπός τις, ομοτράπεζός
του τρόπον τινά, πρεσβύτερος αυτού κατά την ηλικίαν, όστις αφού
έχασε την περιουσίαν του και δεν είχε πλέον ειμή ό,τι έχουσιν οι
πτωχοί περιήρχετο επαιτών εις τον στρατόν, συνέβη να διέλθη προ
του Ψαμμηνίτου και των εις το προάστειον συγκαθημένων Αιγυπτίων.
Άμα τον είδεν ο Ψαμμήνιτος, έκλαυσε πολύ, εκάλεσε τον φίλον του
ονομαστί και εκτύπησε την κεφαλήν. Ήσαν δε εκεί φύλακες οίτινες
ειδοποίουν τον Καμβύσην ό,τι έπραττεν ο Ψαμμήνιτος εις εκάστην
έξοδον. Εκπλαγείς ο Καμβύσης δι' όσα ήκουσεν, έπεμψεν άγγελον και
τον ηρώτησεν ως ακολούθως· «Ο δεσπότης Καμβύσης, ω Ψαμμήνιτε, σε
ερωτά διατί, βλέπων την θυγατέρα σου ταλαιπωρουμένην και τον υιόν
σου φερόμενον εις θάνατον, ούτε ανεβόησας, ούτε έκλαυσας, ενώ
εξεναντίας ετίμησας άνθρωπον πτωχόν, όστις, ως μανθάνει παρ'
άλλων, ουδεμίαν συγγένειαν έχει μετά σου;» Ταύτα είπεν ο
απεσταλμένος, ιδού δε τι απεκρίθη ο Ψαμμήνιτος· «ω υιέ του Κύρου,
αι ίδιαί μου δυστυχίαι είναι μεγαλείτεραι ή ώστε να κλαύση τις, η
δυστυχία όμως του φίλου μου ήτο αξία δακρύων, διότι από τον
πλούτον και την ευδαιμονίαν περιέπεσεν εις την ένδειαν φθάσας εις
τον ουδόν του γήρατος.» Οι λόγοι ούτοι διαβιβασθέντες εις τον
Καμβύσην εφάνησαν ορθότατοι. Προσθέτουσι δε οι Αιγύπτιοι ότι ο
Κροίσος, όστις έτυχε να ακολουθή τον Καμβύσην εις την Αίγυπτον,
εδάκρυσε και αυτός, εδάκρυσαν δε και όλοι οι παρευρεθέντες Πέρσαι.
Αυτός δε ο Καμβύσης εκινήθη εις οίκτον και αμέσως διέταξε και τον
υιόν του να σώσωσιν εξαιρούντες αυτόν από τους άλλους καταδίκους
και τον Ψαμμήνιτον να λάβωσιν από το προάστειον και να τον φέρωσιν
εις την οικίαν του.
15. Αλλά τον μεν υιόν δεν εύρον ζώντα οι απεσταλμένοι, διότι είχε
κατακοπή πρώτος, τον δε Ψαμμήνιτον λαβόντες έφερον προς τον
Καμβύσην ένθα του λοιπού διητάτο εν πλήρει ανέσει. Εάν μάλιστα δεν
τον υπώπτευον ότι ερραδιούργει, θα ελάμβανε πάλιν την διοίκησιν
των υποθέσεων της Αιγύπτου ως επίτροπος, καθότι οι Πέρσαι
συνειθίζουσι να τιμώσι τους υιούς των βασιλέων, τόσον ώστε και αν
αποστατήσωσιν οι γονείς, αποδίδουσιν εις τους παίδας την αρχήν.
Ότι έχουσι την συνήθειαν ταύτην δύναται τις να κρίνη εκ πολλών
παραδειγμάτων και προσέτι εξ εκείνου το οποίον συνέβη εις τον υιόν
του Λίβυος Ινάρου Θαννύραν όστις έλαβε πάλιν την αρχήν την οποίαν
είχεν ο πατήρ του, και εξ εκείνου το οποίον συνέβη εις τον υιόν
του Αμυρταίου Παύσιριν όστις και αυτός έλαβε πάλιν την αρχήν του
πατρός του. Εν τούτοις ουδείς έβλαψε τόσον τους Πέρσας όσον ο
Ίναρος και ο Αμυρταίος. Αλλ' ο Ψαμμήνιτος, κακά μηχανώμενος, έλαβε
τον μισθόν· διότι φωραθείς ενώ εζήτει να επαναστατήση τους
Αιγυπτίους και βλέπων ότι ανεκαλύφθη υπό του Καμβύσου, έπιεν αίμα
ταύρου και απέθανεν αμέσως. Τοιουτοτρόπως λοιπόν ετελεύτησεν
ούτος.
16. Ο δε Καμβύσης εκ της Μέμφιος ήλθεν εις την πόλιν Σάιν σκοπεύων
να πράξη όσα και έπραξε· διότι άμα εισήλθεν εις τα βασίλεια του
Αμάσιος, αμέσως διέταξε να εκβάλωσιν από τον τάφον το σώμα του
Αμάσιος· τούτου γενομένου, διέταξε να το μαστιγώσωσι, να μαδήσωσι
τας τρίχας του, να το διαπεράσωσι με κέντρα και να το υβρίσωσι με
πάσαν τιμωρίαν. Αφού δε οι μαστιγωταί απέκαμον ταύτα πράττοντες,
(επειδή το τεταριχευμένον εκείνο σώμα αντείχε και δεν
απεσυντίθετο), επρόσταξεν ο Καμβύσης να το κατακαύσωσι, διατάξας
πράγμα ανόσιον, καθότι οι Πέρσαι νομίζουσιν ότι το πυρ είναι
θεότης και διά τούτο ούτε οι Πέρσαι ούτε οι Αιγύπτιοι κατ' ουδένα
τρόπον δεν συνειθίζουσι να καίωσι τους νεκρούς, οι μεν Πέρσαι διά
τον ανωτέρω λόγον λέγοντες ότι δεν είναι δίκαιον να χορταίνωσι
θεόν με το πτώμα ανθρώπου, οι δε Αιγύπτιοι νομίζοντες ότι το πυρ
είναι θηρίον ζων το οποίον καταβιβρώσει όσα τω δίδουσι και το
οποίον αφού χορτασθή αποθνήσκει μετ' εκείνου το οποίον κατέφαγε.
Δεν συγχωρείται δε παρ' αυτοίς κατ' ουδένα τρόπον να δίδωσι το
πτώμα εις τα ζώα, και διά τούτο το ταριχεύουσιν ίνα μη το φάγωσιν
οι σκώληκες εάν ταφή. Βεβαιούσιν όμως οι Αιγύπτιοι ότι ο ταύτα
παθών δεν ήτο ο Άμασις, αλλά άλλος τις Αιγύπτιος, έχων το αυτό
ανάστημα με τον Άμασιν, τον οποίον κακοποιούντες οι Πέρσαι
ενόμιζον ότι εκακοποίουν τον Άμασιν. Κατ' αυτούς ο Άμασις μαθών έκ
τινος χρησμού τι έμελλε να τω συμβή μετά θάνατον και θέλων να
αποφύγη τα απειλούμενα, διέταξε να θάψωσι πλησίον της θύρας, εντός
του ιδίου τάφου, τον μαστιγωθέντα εκείνον άνθρωπον, το δε ιδικόν
του σώμα παρήγγειλεν εις τον υιόν του να αποθέση εις το μάλλον
σκοτεινόν μέρος του τάφου. Αι παραγγελίαι όμως αύται του Αμάσιος
περί της ταφής και του ανθρώπου εκείνου δεν μοι φαίνονται αληθείς,
αλλ' απλώς οι Αιγύπτιοι έπλασαν αυτάς διά να καλύψωσι την
γενομένην ατιμίαν.
17. Κατόπιν ο Καμβύσης εσχεδίασε τρεις εκστρατείας, κατά των
Καρχηδονίων, κατά των Αμμωνίων και κατά των μακροβίων Αιθιόπων
οίτινες οικούσι τα νότια παραθαλάσσια της Λιβύας. Τούτο σκοπεύων,
απεφάσισε να ετοιμάση στόλον κατά των πρώτων, να προσβάλη τους
δευτέρους διά ξηράς με στρατόν εκλεκτόν, και να πέμψη πρώτον εις
τους Αιθίοπας κατασκόπους διά να ίδωσι την λεγομένην ηλίου
τράπεζαν, εάν υπήρχεν αληθώς, και να κατασκοπεύσωσι τα άλλα
πράγματα, προφασιζόμενοι ότι μετέβησαν εκεί διά να προσφέρωσι δώρα
εις τον βασιλέα.
18. Η δε τράπεζα του ηλίου τοιαύτη τις λέγεται ότι είναι. Υπάρχει
λειμών εις προάστειόν τι έμπλεως κρεάτων οπτών πάντων των
τετραπόδων. Εις τούτον τον λειμώνα την μεν νύκτα μεταφέρουσι τα
κρέατα εκείνοι εις ους είναι ανατεθειμένη η φροντίς αύτη,
λαμβάνοντες παρά των πολιτών το αναλογούν εις έκαστον μερίδιον,
την δε ημέραν έρχεται όστις θέλει και τρώγει· οι εγχώριοι όμως
λέγουσιν ότι αναδίδει ταύτα εκάστοτε η γη. Και η μεν καλουμένη
τράπεζα του ηλίου τοιαύτη λέγονται ότι είναι.
19. Ο δε Καμβύσης, άμα απεφάσισε να πέμψη τους κατασκόπους, έφερεν
εκ της Ελεφαντίνης Ιχθυοφάγους γινώσκοντας την Αιθιοπικήν γλώσσαν.
Ενώ δε οι απεσταλμένοι μετέβησαν να μεταφέρωσιν αυτούς, διέταξε
τον ναυτικόν στρατόν να πλεύση κατά της Καρχηδόνος. Οι Φοίνικες
όμως ηρνήθησαν να πράξωσι τούτο, λέγοντες ότι ήσαν συνδεδεμένοι
διά μεγάλων όρκων και ότι ήθελεν είσθαι ανόσιον να εκστρατεύσωσι
κατά των ιδίων των απογόνων. Αποχωρησάντων των Φοινίκων, οι λοιποί
δεν ήρκουν διά να πολεμήσωσι, και τοιουτοτρόπως οι Καρχηδόνιοι
διέφυγον τον ζυγόν των Περσών. Ο Καμβύσης δεν έκρινε πρέπον να
εξαναγκάση τους Φοίνικας, καθότι ούτοι εκουσίως εδόθησαν εις τους
Πέρσας και όλος ο ναυτικός στρατός εξηρτάτο από αυτούς. Και οι
Κύπριοι ομοίως εδόθησαν εις τους Πέρσας και εστράτευσαν κατά της
Αιγύπτου.
20. Αφού έφθασαν οι Ιχθυοφάγοι εκ της Ελεφαντίνης εις τον
Καμβύσην, τους έπεμψεν ούτος εις την Αιθιοπίαν παραγγείλας τι
ώφειλον να είπωσι, και φέροντας δώρα, ένδυμα πορφυρούν,
περιδέραιον στρεπτόν εκ χρυσού, ψέλια, αλαβάστρινον αγγείον με
μύρραν και κάδον με οίνον φοινίκων. Οι Αιθίοπες δε ούτοι προς τους
οποίους έπεμπε τα δώρα ο Καμβύσης, λέγονται ότι είναι μέγιστοι και
ωραιότατοι πάντων των ανθρώπων. Έχουσι δε, ως λέγεται, έθιμα
διάφορα των άλλων χωρών, και ιδίως το ακόλουθον ως προς την
εκλογήν του βασιλέως. Εκείνον εκ των αστών τον οποίον κρίνωσιν ότι
υπερβαίνει τους άλλους κατά το ύψος και η δύναμίς του είναι
ανάλογος με το ύψος του, αυτόν εκλέγουσιν ως βασιλέα των.
21. Εις τούτους λοιπόν τους ανθρώπους όταν ήλθον οι Ιχθυοφάγοι,
έδοσαν τα δώρα εις τον βασιλέα λέγοντες ταύτα· «Ο βασιλεύς των
Περσών Καμβύσης, θέλων να ήναι φίλος και ξένος σου, έπεμψεν ημάς
να ομιλήσωμεν μετά σου και σοι προσφέρει τα δώρα ταύτα τα οποία
ευχαριστείτο πολύ ο ίδιος μεταχειριζόμενος.» Αλλ' ο Αιθίοψ,
εννοήσας ότι ήλθον ως κατάσκοποι, τοις απεκρίθη· «Ο βασιλεύς των
Περσών δεν σας έπεμψε να μοι φέρετε δώρα επιθυμών την φιλίαν μου,
και δεν λέγετε την αλήθειαν. Ο σκοπός σας είναι να κατασκοπεύσετε
το βασίλειόν μου, και ο άνθρωπος αυτός δεν είναι δίκαιος. Τωόντι,
εάν ήτο τοιούτος, δεν θα επεθύμει άλλας χώρας πλην της ιδικής του
και δεν θα υπεδούλωνεν ανθρώπους οίτινες ποτέ δεν τον αδίκησαν.
Τώρα φέρετε προς αυτόν το τόξον τούτο και επαναλάβετε αυτώ τους
λόγους τούτους· «Ο βασιλεύς των Αιθιόπων συμβουλεύει τον βασιλέα
των Περσών, όταν οι πέρσαι δυνηθώσι να έλκωσιν ευκόλως τόξα
τοιούτου μεγέθους, τότε να στρατεύση κατά των μακροβίων Αιθιόπων
με στρατόν περισσότερον· μέχρι τότε όμως ας γνωρίζη χάριν εις τους
θεούς ότι δεν ενέπνευσαν εις τους υιούς των Αιθιόπων την ιδέαν να
ενώσωσι και άλλην γην πλησίον της ιδικής των.»
22. Ταύτα ειπών και χαλαρώσας το τόξον, το έδωκεν εις τους
απεσταλμένους· έπειτα λαβών το πορφυρούν ένδυμα, ηρώτησε τι ήτο
και πώς κατεσκευάσθη. Ειπόντων των Ιχθυοφάγων την αλήθειαν περί
της πορφύρας και της βαφής, απεκρίθη· «Και τα ενδύματά σας είναι
δολερά ως είσθε και υμείς δολεροί.» Κατόπιν τους ηρώτησε περί του
περιδεραίου και των ψελίων. Εξηγούντων δε των Ιχθυοφάγων τους
κόσμους εκείνους, ο βασιλεύς γελάσας και νομίσας ότι ήσαν πέδαι
τοις είπεν ότι οι Αιθίοπες είχον πέδας δυνατωτέρας. Η τρίτη
ερώτησις αυτού ήτο περί της μύρρας, και όταν τω εξήγησαν την
κατασκευήν και την χρήσιν αυτής, τοις επανέλαβε τα αυτά όσα είπε
περί των ενδυμάτων. Τέλος έφθασεν εις τον οίνον, έμαθε τον τρόπον
πώς εγίνετο, και ευχαριστηθείς από το ποτόν τούτο, ηρώτησε τι
έτρωγεν ο βασιλεύς και πόσον χρόνον μακρότατον ζη είς Πέρσης.
Εκείνοι τω είπον ότι ο βασιλεύς έτρωγεν άρτον, τω εξήγησαν την
φύσιν του σίτου και προσέθηκαν ότι εις την Περσίαν το μακρότατον
πλήρωμα της ζωής του ανθρώπου είναι έτη ογδοήκοντα. «Δεν
εκπλήττομαι λοιπόν, είπεν ο Αιθίοψ, εάν τοιαύτην τρώγοντες κόπρον
ζώσι τόσον ολίγα έτη· αλλ' ούτε τόσα δεν θα έζων, εάν δεν τους
εκράτει το ποτόν εκείνο.» Ταύτα λέγων ενόει τον οίνον, και ως προς
τα αντικείμενον τούτο συνεφώνει ότι οι Πέρσαι ήσαν ανώτεροι.
23. Οι δε Ιχθυοφάγοι ηρώτησαν και αυτοί τον βασιλέα περί της ζωής
και της διαίτης των Αιθιόπων· τοις είπε δε ούτος ότι οι πλειότεροι
φθάνουσι τα εκατόν είκοσι έτη καί τινες υπερβαίνουσιν αυτά, και
ότι η μεν τροφή των ήτο κρέατα βραστά το δε ποτόν των γάλα. Και
επειδή οι κατάσκοποι εφαίνοντο θαυμάζοντες περί των ετών, τους
ωδήγησεν εις κρήνην εκ της οποίας, αφού ελούσθησαν, εξήλθον
λιπαροί ως αν ήτο από έλαιον· ανεδίδετο δε εξ αυτής ευωδία τις
ίων. Το ύδωρ της κρήνης ταύτης είναι τόσον ελαφρόν ώστε κατά το
λέγειν των κατασκόπων ουδέν δύναται να επιπλεύση επ' αυτού, μήτε
ξύλον μήτε όσα είναι ελαφρότερα των ξύλων, αλλ' όλα χωρούσιν εις
τον βυθόν. Εάν το ύδωρ τούτο ήναι αληθώς ως το λέγουσιν οι
Αιθίοπες, ίσως είναι μακρόβιοι διότι μεταχειρίζονται αυτό πάντοτε.
Από της κρήνης έφερον τους απεσταλμένους εις δεσμωτήριον ανδρών
όπου πάντες ήσαν δεδεμένοι με πέδας χρυσάς. Είναι δε εις τους
Αιθίοπας τούτους σπανιώτατον και πολυτιμότατον πάντων των μετάλλων
ο χαλκός. Θεωρήσαντες δε και το δεσμωτήριον, εθεάσαντο έπειτα και
την του ηλίου λεγομένην τράπεζαν.
24. Μετά ταύτην τελευταίον εθεώρησαν τους τάφους οίτινες ως
λέγεται κατασκευάζονται εκ κρυστάλλου ως ακολούθως. Αφού ξηράνωσι
το πτώμα, είτε κατά τον τρόπον των Αιγυπτίων, είτε άλλως πως, το
περικαλύπτουσι με γύψον και το ζωγραφίζουσιν, αποτυπούντες, όσον
το δυνατόν, τους χαρακτήρας του αποθανόντος. Το περικλείουσιν
έπειτα εντός στήλης κρυσταλλίνης την οποίαν κοιλαίνουσιν· η
τοιαύτη δε ύλη είναι άφθονος εις αυτούς και ευκόλως ορύσσεται·
υπάρχων δε εν μέση τη στήλη ο νεκρός διαφαίνεται χωρίς να αποφέρη
ουδεμίαν κακήν οσμήν ούτε άλλο αηδές, και φαίνονται όλα τα μέλη
αυτού απαράλλακτα ως ήσαν. Οι πλησιέστατοι συγγενείς φυλάττουσι
την στήλην επί έν έτος εις την οικίαν των, προσφέροντες εις αυτήν
απαρχάς όλων των πραγμάτων και κάμνοντες θυσίας· μετά δε ταύτα
μεταφέρουσιν αυτήν εις τους τάφους της πόλεως.
25. Θεωρήσαντες όλα ταύτα οι κατάσκοποι, ανεχώρησαν οπίσω. Όταν δε
τα ανέφερον, οργισθείς ο Καμβύσης, εξεστράτευσεν αμέσως επί τους
Αιθίοπας, ούτε προμήθειαν τροφίμων παραγγείλας, ούτε σκεφθείς ότι
έμελλε να μεταβή εις την μάλλον μεμακρυσμένην χώραν της γης, αλλ'
ανεχώρησεν άμα ήκουσε τους ιχθυοφάγους ως τρελός, ως άφρων,
διατάξας τους εις την Αίγυπτον Έλληνας να μείνωσιν εκεί και λαβών
μεθ' εαυτού όλον τον πεζόν στρατόν. Ότε δε έφθασεν εις τας Θήβας,
απέσπασεν από τον στρατόν πεντήκοντα περίπου χιλιάδας άνδρας και
τους επρόσταξε να εξανδραποδίσωσι τους Αμμωνίους, και έπειτα να
καύσωσι το μαντείον του Διός. Αυτός δε, μετά του υπολοίπου
στρατού, εξηκολούθησε να προχωρή προς την Αιθιοπίαν. Αλλά πριν ή ο
στρατός διανύση το πέμπτον της οδού, εξηντλήθησαν όσα τρόφιμα
είχον φέρει μεθ' εαυτών· μετά τα τρόφιμα δε έλειψαν τα υποζύγια,
διότι τα έφαγον. Εάν ο Καμβύσης, ιδών αυτά, ήλλασσε γνώμην και
επανέφερεν οπίσω τα στρατεύματα, ήθελεν είσθαι φρόνιμος άνθρωπος,
με όλον το πρώτον σφάλμα του· καταφρονών όμως πάντα ταύτα, εχώρει
πάντοτε εις τα πρόσω. Οι δε στρατιώται, εφόσον μεν εύρισκόν τι να
ανασπώσιν εκ της γης, έζων τρεφόμενοι με χόρτα· φθάσαντες όμως εις
τα αμμώδη μέρη, εστερήθησαν και του καταφυγίου τούτου· τότε τινές
εξ αυτών έπραξαν έργον αποτρόπαιον. Ρίπτοντες κλήρον μεταξύ των
έτρωγον ένα εις τους δέκα. Ο βασιλεύς το έμαθε και εφοβήθη μήπως
τους ίδη να καταφαγωθώσι μεταξύ των όλοι· παραιτηθείς λοιπόν της
εναντίον των Αιθιόπων εκστρατείας, επέστρεψεν οπίσω και έφθασεν
εις τας Θήβαις αφού απώλεσε πολλούς του στρατού. Εκ των Θηβών
κατέβη εις την Μέμφιν και επέτρεψεν εις τους Έλληνας να
αποπλεύσωσι. Τοιαύτην έκβασιν έτυχεν η κατά των Αιθιόπων
εκστρατεία.
26. Εκείνοι δε οίτινες εστάλησαν κατά των Αμμωνίων, αφού εξήλθον
από τας Θήβας έλαβον οδηγούς και έφθασαν, ως είναι θετικώς
γνωστόν, δι' αμμώδους ερήμου εις την πόλιν Όασιν την οποίαν
κατοικούσι Σάμιοι εκ της φυλής της λεγομένης Αισχρωνίας. Ο τόπος
ούτος απέχει επτά ημερών οδόν από τας Θήβας, καλείται δε ελληνιστί
Μακάρων νήσος. Μέχρις αυτού του τόπου λέγουσιν ότι έφθασεν ο
στρατός· πέραν δε, εκτός των Αμμωνίων και εκείνων όσοι ήκουσαν
τους Αμμωνίους, κανείς άλλος δεν δύναται να είπη τι περί αυτών,
διότι ούτε επέστρεψαν οπίσω. Λέγουσι δε οι Αμμώνιοι τα ακόλουθα·
αφού ανεχώρησαν εκ της Οάσεως πορευόμενοι εναντίον των διά γης
αμμώδους, έφθασαν εις τον ήμισυν περίπου δρόμον μεταξύ αυτών και
της Οάσεως· εκεί δε, ενώ εστάθησαν διά να γευματίσωσιν, ισχυρός
και παράδοξος νότος πνεύσας επ' αυτών, ανήγειρε τοσούτους σωρούς
άμμου ώστε τους εκάλυψε και διά του τρόπου τούτου εγένοντο
άφαντοι. Και οι μεν Αμμώνιοι ταύτα λέγουσιν ότι ηκολούθησαν εις
τον στρατόν εκείνον.
27. Ότε δε έφθασεν ο Καμβύσης εις την Μέμφιν, εφάνη εις τους
Αιγυπτίους ο Άπις, τον οποίον οι Έλληνες καλούσιν Έπαφον. Εις την
περίστασιν λοιπόν ταύτην όλοι εφόρεσαν τα κάλλιστα αυτών ενδύματα
και επανηγύριζον. Ο βασιλεύς τους είδε και νομίσας ότι έχαιρον διά
τας δυστυχίας του, προσεκάλεσε τους άρχοντας της πόλεως. Όταν δε
επαρουσιάσθησαν ενώπιόν του τους ηρώτησε διατί ότε προηγουμένως
ήτο εις την Μέμφιν οι Αιγύπτιοι δεν έπραξαν τοιούτο τι, αλλ'
εξελέξαντο την στιγμήν καθ' ην επέστρεψεν αφού απώλεσε το πλείστον
μέρος του στρατού του. Εκείνοι δε τω είπον ότι εφάνη εις αυτούς ο
θεός εκείνος όστις σπανίως συνειθίζει να εμφανίζεται, και ότι,
όταν εμφανίζεται, όλοι οι Αιγύπτιοι χαίροντες τελούσιν εορτήν.
Ακούσας ταύτα ο Καμβύσης είπεν ότι ψεύδονται, και ως ψεύστας τους
ετιμώρησε με θάνατον.
28. Αποκτείνας δε τούτους εκάλεσεν έπειτα τους ιερείς. Λεγόντων δε
των ιερέων τα αυτά· «Θέλω, είπε, να βεβαιωθώ εάν θεός χειροήθης
ήλθεν εις τους Αιγυπτίους·» ταύτα ειπών διέταξε να τω φέρωσι τον
Άπιν εκείνον, και οι ιερείς εξήλθον διά να τον φέρωσιν. Ο δε Άπις
ή Έπαφος είναι μόσχος γεννώμενος εκ βοός ήτις μετά ταύτα δεν
ειμπορεί πλέον να συλλάβη. Οι Αιγύπτιοι λέγουσιν ότι καταβαίνει
επ' αυτής σέλας εκ του ουρανού και εκ του σέλαος τούτου
συλλαμβάνει τον Άπιν. Έχει δε ο μόσχος ούτος, ο Άπις καλούμενος,
τα ακόλουθα σημεία· μέλας ων επί μεν του μετώπου έχει λευκόν
τετράγωνον, επί δε των νώτων το ομοίωμα αυτού, εν δε τη ουρά
τρίχας διπλάς, υπό την γλώσσαν δε κάνθαρον.
29. Άμα έφερον οι ιερείς τον Άπιν, ο Καμβύσης, ως εάν κατελήφθη
υπό τρέλλας, έσυρε το εγχειρίδιον, και θέλων να πληγώση τον Άπιν
εις την κοιλίαν επλήγωσεν αυτόν εις τον μηρόν. Γελάσας δε είπε
προς τους ιερείς· «Ω ανόητοι κεφαλαί, γίνονται τοιούτοι θεοί
έχοντες σώμα και σάρκα, αισθανόμενοι τα κτυπήματα του σιδήρου; Ο
θεός ούτος είναι τωόντι άξιος των Αιγυπτίων. Δεν θα χαρήτε όμως
ότι με επεριπαίξατε» Ταύτα ειπών διέταξεν εκείνους εις ους ήσαν
ανατεθειμένα τα τοιαύτα έργα να μαστιγώσωσι τους ιερείς και να
φονεύσωσι τους άλλους Αιγυπτίους όσους ήθελεν εύρει
πανηγυρίζοντας. Ούτω λοιπόν διελύθη η εορτή των Αιγυπτίων και οι
ιερείς εμαστιγώθησαν, ο δε Άπις, πληγωμένος εις τον μηρόν,
απέθανεν εις τον ναόν όπου έκειτο. Και αυτόν μεν αποθανόντα εκ του
τραύματος έθαψαν οι ιερείς κρυφίως από τον Καμβύσην.
30. Ο δε Καμβύσης, ως λέγουσιν οι Αιγύπτιοι, ένεκα του αδικήματος
τούτου, παρεφρόνησεν αμέσως, μολονότι και πρότερον δεν είχε τας
φρένας του. Και πρώτον μεν κακόν έπραξε θανατώσας τον Σμέρδιν,
αδελφόν του εκ του αυτού πατρός και της αυτής μητρός. Τον Σμέρδιν
τούτον είχεν αποπέμψει εκ της Αιγύπτου εις την Περσίαν υπό φθόνου,
καθότι αυτός μόνος από όλους τους Πέρσας ετάνυσε με δύο δακτύλους
τα τόξον των Αιθιόπων το κομισθέν υπό των Ιχθυοφάγων· εκ των άλλων
δε Περσών κανείς δεν ηδυνήθη να πράξη τούτο. Μετά την αναχώρησιν
του Σμέρδιος είδεν ο Καμβύσης εις τον ύπνον του το εξής όνειρον·
τω εφάνη ότι ήρχετο απεσταλμένος εκ της Περσίας διά να τω
αναγγείλη ότι ο Σμέρδις, καθήμενος επί του βασιλικού θρόνου,
ήγγιζε με την κεφαλήν του τον ουρανόν. Ένεκα του ονείρου τούτου
φοβηθείς μήπως ο αδελφός του τον φονεύση και λάβη το βασίλειόν
του, πέμπει εις την Περσίαν τον Πρηξάσπη, όστις ήτο εξ όλων των
Περσών ο μάλλον πιστός εις αυτόν, με την διαταγήν να τον φονεύση.
Φθάσας δε ο Πρηξάσπης εις τα Σούσα, εφόνευσε τον Σμέρδιν, ως μεν
λέγουσι τινές εξαγαγών αυτόν εις κυνήγιον, ως λέγουσι δε άλλοι
πνίξας αυτόν εις την Ερυθράν θάλασσαν.
31. Αυτό λέγουσιν ότι υπήρξε το πρώτον κακόν το οποίον έπραξεν ο
Καμβύσης, δεύτερον δε εφόνευσε την αδελφήν του ήτις τον ηκολούθει
εις την Αίγυπτον και την οποίαν είχε γυναίκα, μολονότι ήτο αδελφή
του εκ πατρός και μητρός. Ιδού δε πώς την ενυμφεύθη· πρότερον δεν
υπήρχεν αυτή η συνήθεια, να λαμβάνωσιν οι Πέρσαι γυναίκας τας
αδελφάς των. Αλλ' ο Καμβύσης ερασθείς μιας των αδελφών του ηθέλησε
να την νυμφευθή, και επειδή δεν το επέτρεπεν η συνήθεια,
συνεκάλεσε τους βασιλικούς δικαστάς και τους ηρώτησεν εάν υπήρχε
νόμος επιτρέπων εις εκείνον όστις το ήθελε να νυμφεύεται την
αδελφήν του. Οι βασιλικοί δικασταί είναι άνδρες εκλεκτοί μεταξύ
των Περσών, εξασκούσι δε τα καθήκοντά των διά βίου, εκτός εάν
υποπέσωσιν εις αδικίαν τινά· δικάζουσι τας υποθέσεις των πολιτών
και είναι οι διερμηνείς των πατρίων νόμων, και όλα τα ζητήματα εις
αυτούς υποβάλλονται. Εις εκείνο δε το οποίον τοις προέτεινεν ο
Καμβύσης απεκρίθησαν δικαίως και συνετώς· είπον ότι δεν εύρισκον
μεν νόμον επιτρέποντα εις τον αδελφόν να λαμβάνη γυναίκα την
αδελφήν, αλλ' ότι εγνώριζον ένα άλλον συγχωρούντα εις τον βασιλέα
των Περσών να πράττη ό,τι θέλει. Τοιουτοτρόπως, ο φόβος του
Καμβύσου δεν τους παρέσυρε να καταλύσωσι νόμον τον οποίον δεν
ηδύναντο να υπερασπίσωσι χωρίς να εκθέσωσι την ζωήν των, αλλ'
εύρον άλλον, σύμφωνον με την θέλησιν του βασιλέως· Ενυμφεύθη
λοιπόν ο Καμβύσης εκείνην την οποίαν ηγάπα· μετ ολίγον δε
ενυμφεύθη άλλην αδελφήν του και εκ τούτων εφόνευσε την νεωτέραν
ήτις ηκολούθει αυτόν εις την Αίγυπτον.
32. Διηγούνται δε κατά δύο τρόπους τον θάνατον αυτής, καθώς και
τον του Σμέρδιος. Οι Έλληνες λέγουσιν ότι ο Καμβύσης και η γυνή
του εθεώρουν ποτέ σκύμνον λέοντος πολεμούντα με ένα μικρόν σκύλον·
επειδή δε ενικήθη ο σκύλαξ, άλλος σκύλαξ, ο αδελφός αυτού, θραύσας
την άλυσόν του έδραμεν εις βοήθειαν, ώστε ενωθέντες οι δύο
σκύλακες ενίκησαν τον λεοντιδέα. Και ο μεν Καμβύσης ετέρπετο εις
το θέαμα τούτο, αλλ' η γυνή του, καθημένη πλησίον του, εδάκρυε.
Παρετήρησε τούτο ο Καμβύσης και την ηρώτησε διατί εδάκρυε.
«Δακρύω, είπεν εκείνη, ιδούσα τον σκύλακα τούτον ότι εβοήθησε τον
αδελφόν του και ενθυμηθείσα τον Σμέρδιν όστις δεν είχε κανένα να
τον βοηθήση.» Οι Έλληνες προσθέτουσιν ότι ένεκα των λόγων τούτων η
γυνή εθανατώθη από τον Καμβύσην. Οι δε Αιγύπτιοι λέγουσιν ότι ενώ
εκάθηντο εις την τράπεζαν, η γυνή έλαβε θρίδακα, την απεφύλλισε
και είπεν εις τον σύζυγόν της· «Ποία είναι ωραιοτέρα θρίδαξ, η
έχουσα φύλλα ή η μη έχουσα; — Η έχουσα φύλλα, απεκρίθη εκείνος. —
Ω! επανέλαβεν εκείνη, η γεγυμνωμένη αύτη θρίδαξ είναι η εικών της
οικίας του Κύρου την οποίαν συ απεγύμνωσας.» Θυμώσας δε ο Καμβύσης
την ελάκτισεν εις την κοιλίαν ενώ ήτο έγκυος, ώστε αποβαλούσα
απέθανε.
33. Ταύτα έπραξεν ο Καμβύσης προς τους συγγενείς του υπό μανίας
ήτις τον ηκολούθησεν είτε ένεκα του Άπιος, είτε ένεκα άλλης τινός
αιτίας, τόσον πολλαί είναι αι συμφοραί αι καταλαμβάνουσαι τους
ανθρώπους. Λέγουσιν άλλως τε ότι ο Καμβύσης εκ γενετής είχε
μεγάλην νόσον, την οποίαν τινές ονομάζουσιν ιεράν νόσον (44)· ώστε
επειδή το σώμα έπασχεν υπό τοιαύτης μεγάλης νόσου, δεν είναι
απίθανον να ήσαν βεβλαμμέναι και αι φρένες.
34. Μεταβαίνω εις εκείνα τα οποία η μανία του τον ώθησε να πράξη
εναντίον των άλλων Περσών. Λέγουσιν ότι είπεν εις τον Πρηξάσπη τον
οποίον ετίμα πολύ (αυτός ήτο ο φέρων τας αγγελίας του, ο δε υιός
του ήτο οινοχόος του Καμβύσου, τιμή και αύτη ου μικρά), «ω
Πρήξασπες, ποίον τινά με νομίζουσιν οι Πέρσαι και τι λέγουσι περί
εμού; — Βασιλεύ, απεκρίθη ο Πρηξάσπης, κατά μεν τα άλλα πάντα
μεγάλως επαινείσαι, λέγουσιν όμως ότι είσαι καθ' υπερβολήν έκδοτος
εις τον οίνον.» Και ο μεν Πρηξάσπης ταύτα έλεγε περί των Περσών, ο
δε Καμβύσης οργισθείς απεκρίθη τα εξής· «Τώρα οι Πέρσαι θα λέγωσι
βεβαίως ότι έκδοτος ων εις τον οίνον παραφρονώ και δεν έχω πλέον
τον νουν μου. Άρα οι πρότεροι λόγοι των δεν ήσαν αληθείς.» Τωόντι
πρότερον ενώ εκάθηντό ποτε περί αυτόν οι Πέρσαι και ο Κροίσος,
τους ηρώτησεν ο Καμβύσης τι άνθρωπος τοις εφαίνετο παραβαλλόμενος
με τον πατέρα του Κύρον, εκείνοι δε τω απεκρίθησαν ότι ήτο
καλλίτερος του πατρός, αφού ήτο κύριος ου μόνον όσων ήτο εκείνος
κάτοχος, αλλά προσεκτήσατο και την Αίγυπτον και την θάλασσαν. Και
οι μεν Πέρσαι ταύτα είπον, ο δε Κροίσος, εις ον απήρεσκεν η κρίσις
αύτη, είπε προς τον Καμβύσην ταύτα, «Εις εμέ όμως, υιέ του Κύρου,
δεν φαίνεσαι όμοιος με τον πατέρα σου, διότι δεν έχεις ακόμη υιόν
τοιούτον οίον εκείνος μας άφησε.» Ταύτα ακούσας ο Καμβύσης
ευχαριστήθη και επήνεσε την κρίσιν του Κροίσου.
35. Ταύτα λοιπόν ενθυμούμενος ο Καμβύσης είπε μετ' οργής προς τον
Πρηξάσπη· «Πληροφορήθητι αμέσως ο ίδιος εάν οι Πέρσαι είπον την
αλήθειαν, ή εάν αυτοί παραφρονώσι λέγοντες ταύτα. Ιδέ, σκοπεύω τον
υιόν σου όστις ίσταται όρθιος εις τα πρόθυρα της οικίας· εάν τον
επιτύχω εις το μέσον της καρδίας, οι Πέρσαι θα φανώσιν ότι
μωρολογούσιν· εάν δε αποτύχω, θα ήναι φανερόν ότι οι Πέρσαι
λέγουσιν αληθή και ότι εγώ είμαι παράφρων.» Ταύτα ειπών, ετάνυσε
το τόξον και εκτύπησε το παιδίον, αφού δε τούτο έπεσε, διέταξε να
το σχίσωσι και να εξετάσωσι την πληγήν. Και επειδή το βέλος ευρέθη
εμπεπηγμένον εις την καρδίαν, είπε προς τον πατέρα γελών και
περιχαρής γενόμενος· «Πρήξασπες, βλέπεις καλώς ότι δεν είμαι
τρελλός και ότι οι Πέρσαι είναι παράφρονες· τώρα αποκρίθητι, είδες
ποτέ σου άνθρωπον να τοξεύη τόσον ευστόχως;» O Πρηξάσπης είδεν ότι
ο άνθρωπος εκείνος ήτο έξω φρενών, και φοβούμενος δι' εαυτόν·
«Δέσποτα, είπε, νομίζω ότι ούτε θεός δεν θα ηδύνατο να σκοπεύση με
τόσην ευστοχίαν.» Ταύτα έπραξε τότε· άλλοτε δε συλλαβών άνευ
ευλόγου αιτίας δώδεκα Πέρσας, πρώτου επίσης βαθμού, τους έθαψε
ζώντας με την κεφαλήν προς τα κάτω.
36. Ταύτα πράττοντα ενόμισε καθήκον του ο Κροίσος ο Λυδός να τον
νουθετήση διά των ακολούθων λόγων. «Ω βασιλεύ, μη αφίνεσαι
ολοτελώς εις την ορμήν της νεότητος και του θυμού, αλλά κράτει και
μετρίαζε σεαυτόν· είναι ωφέλιμον πράγμα να έχη τις σύνεσιν, και
σοφόν να ήναι προβλεπτικός. Συ θανατόνεις ανθρώπους συμπολίτας σου
τους οποίους συλλαμβάνεις άνευ ευλογοφανούς αιτίας, φονεύεις δε
και τα τέκνα αυτών. Εάν εξακολουθήσης ούτω, πρόσεξον μήπως οι
Πέρσαι επαναστατήσωσιν εναντίον σου. Ο πατήρ σου Κύρος μοι
παρήγγειλε πολλά, να σε νουθετώ και να σοι λέγω ό,τι νομίζω
ωφέλιμον διά σε.» Και ο μεν Κροίσος υπό ευμενείας κινούμενος
συμβούλευε ταύτα, ο δε τω απεκρίνετο ως ακολούθως· «Πώς, τολμάς να
με συμβουλεύης συ όστις τόσον καλώς εκυβέρνησας το βασίλειόν σου
και τόσον καλώς παρεκίνησας τον πατέρα μου να διαβή τον Αράξην
ποταμόν και να βαδίση κατά των Μασσαγετών, ενώ εκείνοι ήθελον να
έλθωσιν επί της χώρας μας ! Και αφ' ενός μεν απώλεσας σεαυτόν,
διευθύνας κακώς τας υποθέσεις της πατρίδος σου, αφ' ετέρου δε
απώλεσας τον Κύρον, επειδή σε ήκουσεν. Αλλά δεν θα χαρής δι' αυτό,
διότι προ πολλού εζήτουν πρόφασιν διά να σε αφανίσω.» Ταύτα ειπών
έλαβε το τόξον του διά να τοξεύση αυτόν, αλλ' ο Κροίσος αναπηδήσας
έφυγε ταχέως. Ιδών ο Καμβύσης ότι δεν ηδύνατο πλέον να τον
τοξεύση, διέταξε τους υπηρέτας του να τον συλλάβωσι και να τον
φονεύσωσιν. Οι δε θεράποντες γνωρίζοντες τας έξεις αυτού έκρυψαν
τον Κροίσον επί τω εξής συλλογισμώ· εάν μεν ο Καμβύσης μεταμεληθή
και ζητήση τον Κροίσον, να παρουσιάσωσιν αυτόν και να λάβωσι δώρα
ως φεισθέντες της ζωής αυτού· εάν δε μήτε μεταμεληθή μήτε τον
ποθήση, τότε να τον φονεύσωσι. Τωόντι ο Καμβύσης δεν εβράδυνε να
ποθήση τον Κροίσον, και οι θεράποντες ιδόντες τούτο τω είπον ότι
έζη. O δε Καμβύσης είπεν ότι έχαιρε μεν διά την σωτηρίαν του, αλλ'
ότι εκείνοι οίτινες ανέλαβον να τον σώσωσι δεν έπρεπε να μείνωσιν
ατιμώρητοι και ότι θα θανατωθώσι. Τούτο και έπραξε.
37. Πολλά λοιπόν τοιαύτα έπραττε κατά των Περσών και των συμμάχων
ο μαινόμενος Καμβύσης. Ενόσω διέμενεν εις την Μέμφιν, ήνοιγεν
αρχαίους τάφους και παρετήρει τους νεκρούς. Προς τούτοις εισήλθεν
εις τον ναόν του Ηφαίστου και εκάγχασεν ιδών το άγαλμα, διότι ήτο
ομοιότατον με τους Παταικούς τους οποίους οι Φοίνικες θέτουσιν εις
τας πρώρας των τριήρεων. Εις εκείνον όστις δεν τους είδεν εγώ θα
τω είπω οποίοι είναι· οι Πάταικοι είναι ομοιώματα ανδρών πυγμαίων.
Εισήλθεν επίσης εις τον ναόν των Καβείρων, όπου κανείς, πλην του
ιερέως, δεν έχει δικαίωμα να εισέρχεται, και έκαυσε τα αγάλματα
αυτών αφού τα εχλεύασεν. Είναι δε και αυτά όμοια με τα του
Ηφαίστου, και λέγεται ότι οι Κάβειροι είναι υιοί του θεού τούτου.
38. Εξ όλων λοιπόν βλέπω ότι ο Καμβύσης είχε περιπέσει εις μεγάλην
μανίαν· άλλως πώς ήθελε τολμήσει να σκώπτη τα έθιμα και τα ιερά
πράγματα; διότι εάν τις επρότεινεν εις όλους τους λαούς να
εκλέξωσι τους καλλίστους εκ πάντων των νόμων, έκαστος λαός καλώς
σκεφθείς ήθελεν εκλέξει τους ιδικούς του· τόσον ο καθείς νομίζει
ότι οι νόμοι του είναι ανώτεροι των άλλων νόμων. Τούτου ένεκα
λοιπόν λέγω ότι ουδείς άλλος δύναται να σκώπτη τα τοιαύτα ή
μαινόμενός τις. Είναι δε εύκολον να κρίνη τις εκ πολλών τεκμηρίων
ότι τοιαύτη είναι η γνώμη των ανθρώπων διά τα έθιμα των· εις έν
μόνον θα αρκεσθώ. Ο Δαρείος, επί της βασιλείας του, καλέσας τους
εις την Περσίαν ευρισκομένους Έλληνας, τους ηρώτησε ποίαν πληρωμήν
ήθελον διά να τρώγωσι τους πατέρας των αποθνήσκοντας· οι δε
Έλληνες απεκρίθησαν ότι κατ' ουδένα τρόπον δεν συγκατετίθεντο να
πράξωσι τούτο. Έπειτα ο Δαρείος εκάλεσε τους Ινδούς τους
καλουμένους Καλατίας οίτινες τρώγουσι τους γονείς των, και τους
ηρώτησεν ομοίως παρόντων των Ελλήνων και μανθανόντων τα λεγόμενα
διά διερμηνέως τι εζήτουν διά να καίωσι τους αποθνήσκοντας γονείς
των· εκείνοι δε αναβοήσαντες τον παρεκάλεσαν να μη βλασφημή.
Τοιαύτα είναι τα νόμιμα των ανθρώπων, και ορθώς νομίζω είπεν ο
Πίνδαρος ότι το έθιμον είναι βασιλεύς όλων.
39. Ότε ο Καμβύσης εξεστράτευε κατά της Αιγύπτου οι Λακεδαιμόνιοι
συγχρόνως εξεστράτευον κατά της Σάμου και του Πολυκράτους, υιού
του Αιάκους, όστις είχε γίνει κύριος της νήσου ταύτης
επαναστατήσας αυτήν. Και πρώτον μεν την διήρεσεν εις τρία μέρη και
την εμοιράσθη με τους αδελφούς του Παντάγνωτον και Συλοσώντα·
ύστερον δε φονεύσας τον πρώτον και διώξας τον νεώτερον Συλοσώντα
κατέλαβεν όλην την Σάμον. Αφού δε κατέλαβεν αυτήν συνέδεσε
συμμαχίαν με τον βασιλέα της Αιγύπτου Άμασιν, πέμψας δώρα και
δεχθείς παρ' αυτού άλλα. Εντός ολίγου χρόνου η δύναμις του
Πολυκράτους ηύξησε και διεφημίζετο εις όλην την Ιωνίαν και την
άλλην Ελλάδα, διότι όπου διεύθυνε τα στρατεύματά του τα πάντα
εχώρουν κατ' ευχήν. Είχεν εκατόν πεντηκοντόρους και χιλίους
τοξότας, ελεηλάτει δε όλους άνευ εξαιρέσεως «διότι, έλεγε,
περισσότερον θα φανώ ευάρεστος εις ένα φίλον εάν του αποδώσω όσα
τω ήρπασα, ή να μη λάβω παρ' αυτού τίποτε εξ αρχής.» Εκυρίευσε
λοιπόν, πολλάς νήσους και πολλάς πόλεις της ηπείρου. Προς τούτοις
δε και τους Λεσβίους, βοηθήσαντας τους Μιλησίους πανστρατιά, τους
ενίκησεν εις ναυμαχίαν και τους ηχμαλώτευσεν. Αυτοί είναι οι κατά
την αιχμαλωσίαν των σκάψαντες την τάφρον περί το τείχος της Σάμου.
40. Ο Άμασις δεν ηγνόει την μεγάλην ευτυχίαν του Πολυκράτους και
ανησύχως έβλεπεν αυτήν· και επειδή αύτη έβαινεν αδιακόπως
αυξάνουσα, έγραψεν επιστολήν και διεβίβασε τα ακόλουθα εις την
Σάμον. «Ο Άμασις προς τον Πολυκράτη λέγει τα εξής. Είναι
ευχάριστον να μανθάνη τις ότι ο φίλος και σύμμαχός του ευτυχεί· η
μεγάλη όμως ευτυχία σου δεν μοι αρέσκει, διότι ηξεύρω ότι το θείον
είναι φθονερόν. Δι' εμέ και δι' εκείνους τους οποίους αγαπώ,
εύχομαι είς τινα μεν πράγματα ευτυχίαν, είς τινα δε αποτυχίαν, και
προτιμώ βίον παρερχόμενον με τας εναλλαγάς ταύτας ή διαρκή
ευτυχίαν. Τωόντι ποτέ δεν ήκουσα κανένα άνθρωπον, όστις ευτυχών
κατά πάντα, να μη ετελείωσε τον βίον κακώς. Συ λοιπόν σήμερον,
άκουσον και ακολούθησον την συμβουλήν ταύτην διά την παρούσαν
ευτυχίαν σου. Ζήτησον τι έχεις πολυτιμότατον, του οποίου η
στέρησις ήθελε λυπήσει την ψυχήν σου καθ' υπερβολήν· ρίψον το
αντικείμενον τούτο ώστε να μη αναφανή πλέον μεταξύ των ανθρώπων,
και εάν μετά ταύτα αι ευτυχίαι σου εξακολουθήσωσι σταθερώς χωρίς
να διακόπτωνται εναλλάξ υπό δυστυχιών, επανάλαβε την δοκιμήν και
κάμνε χρήσιν του θεραπευτικού μέσου το οποίον σοι υπαγορεύω.»
41. Αναγνώσας ο Πολυκράτης την επιστολήν ενόησεν ότι ο Άμασις
καλώς τον συνεβούλευεν· εζήτησε λοιπόν να εύρη ποίον από τα
τιμαλφή του πράγματα εάν έχανε θα ελυπείτο η ψυχή του καθ'
υπερβολήν. Αφού δε εσκέφθη καλώς, εύρε το ακόλουθον· είχε
χρυσοδεδεμένην σφραγίδα εκ λίθου σμαράγδου, έργον του Σαμίου
Θεοδώρου, υιού του Τηλεκλέους. Κρίνας δε ότι αυτήν την σφραγίδα
έπρεπε να χάση, έπραξε τα εξής. Ητοίμασε πεντηκόντορον και
εισελθών εις αυτήν μετ' άλλων ανδρών διέταξε να αναχθώσιν εις το
πέλαγος· αφού δε εμακρύνθη της νήσου, εξέβαλε το δακτυλίδιον και
επί παρουσία όλων των συμπλωτήρων το έρριψεν εις την θάλασσαν,
τούτο ποιήσας και επιστρέψας εις την οικίαν του ησθάνθη λύπην διά
την συμφοράν.
42. Μετά πέντε όμως ή έξ ημέρας συνέβη εις τον Πολυκράτη το εξής·
αλιεύς τις, συλλαβών ιχθύν μέγαν και ωραίον, έκρινε καλόν να τον
προσφέρη εις τον Πολυκράτη. Κρατών λοιπόν αυτόν ήλθεν εις την
θύραν του Πολυκράτους και εζήτει να εισαχθή εις την οικίαν·
εισχωρήσας δε έδωκε τον ιχθύν εις τον Πολυκράτη και τω είπεν· «ω
βασιλεύ, συλλαβών τοιούτον ιχθύν, δεν ενέκρινα να τον φέρω εις την
αγοράν, μολονότι ζω εκ της εργασίας των χειρών μου, αλλά μοι εφάνη
άξιος σου και του βαθμού σου· σοι τον έφερα λοιπόν και σε παρακαλώ
να τον δεχθής.» Ευχαριστηθείς ο Πολυκράτης απεκρίθη τα εξής·
«Βεβαίως έπραξας καλώς, και διπλή σοι οφείλεται χάρις διά τους
λόγους και συγχρόνως διά το δώρον· καλούμεν δε και σε εις το
δείπνον.» Και ο μεν αλιεύς μέγα φρονών διά την τιμήν ταύτην
εισήλθεν εις τα δωμάτια, οι δε θεράποντες ανοίξαντες τον ιχθύν
εύρον εις την κοιλίαν αυτού το δακτυλίδιον του Πολυκράτους, και
αναγνωρίσαντες αυτό, το έλαβον αμέσως και το έφερον χαίροντες εις
τον Πολυκράτη. Δίδοντες δε αυτό έλεγον με ποίον τρόπον το εύρον.
Τότε ο Πολυκράτης εννοήσας ότι το πράγμα ήτο υπερφυσικόν, έγραψεν
όλα όσα έπραξε, ποίαν έκβασιν έσχον, και τελειώσας την επιστολήν
έπεμψεν αυτήν εις την Αίγυπτον.
43. Αναγνώσας δε ο Άμασις την εκ μέρους του Πολυκράτους ελθούσαν
επιστολήν, έκρινεν ότι αδύνατον είναι εις άνθρωπον να αποτρέψη από
άλλον άνθρωπον τας μελλούσας να επισκήψωσιν επ' αυτού δυστυχίας
και ότι ο φίλος του δεν έμελλε να έχη ευτυχές τέλος αφού τοσούτον
τον ευνόει η τύχη ώστε να επανευρίσκη εκείνο το οποίον είχε
θυσιάσει. Έπεμψε λοιπόν εις την Σάμον κήρυκα διά να τω είπη ότι
διαλύει την μεταξύ των συμμαχίαν. Έπραξε δε τούτο διότι εφοβήθη
μήπως συμβή μεγάλη τις δυστυχία εις τον Πολυκράτη και λυπηθή ως
λυπείται τις προκειμένου περί συμμάχου.
44. Κατά του Πολυκράτους τούτου ευτυχούντος κατά πάντα
εξεστράτευσαν οι Λακεδαιμόνιοι παρακληθέντες υπό των Σαμίων
οίτινες έκτισαν βραδύτερον την εν Κρήτη Κυδωνίαν. Προηγουμένως ο
Πολυκράτης είχε πέμψει προς τον υιόν του Κύρου Καμβύσην,
ενασχολούμενον τότε εις το να συναθροίζη στρατόν κατά της
Αιγύπτου, και τον παρεκάλει να στείλη εις Σάμον και ζητήση παρ'
αυτού στρατόν. Ταύτα ακούσας ο Καμβύσης προθύμως έπεμψεν εις την
Σάμον και παρεκάλει τον Πολυκράτη να τω πέμψη ναυτικόν στρατόν διά
την κατά της Αιγύπτου εκστρατείαν. Ο δε Πολυκράτης εκλέξας μεταξύ
των πολιτών εκείνους τους οποίους υπώπτευε κλίνοντας προς
επανάστασιν, τους απέπεμψε με τεσσαράκοντα τριήρεις. συνιστών εις
τον Καμβύσην να μη τους αποστείλη οπίσω ποτέ.