4. Όσον δ' αφορά τα ανθρώπινα πράγματα συμφωνούσιν όλοι επί των

εξής αντικειμένων· εξ όλων των ανθρώπων πρώτοι οι Αιγύπτιοι

εκανόνισαν τον ενιαυτόν, διαιρέσαντες τας τέσσαρας ώρας αυτού εις

δώδεκα μήνας· έλεγον δε ότι έκαμον την ανακάλυψιν ταύτην

παρατηρούντες τα άστρα. Κατ' εμέ είναι σοφώτεροι των Ελλήνων

οίτινες, διά να συμβιβάσωσι την τάξιν των ωρών του έτους,

προσθέτουσιν ανά παν τρίτον έτος ένα μήνα εμβόλιμον, ενώ οι

Αιγύπτιοι, έχοντες δώδεκα μήνας τριακονθημέρους, προσθέτουσι κατ'

έτος πέντε ημέρας συμπληρωματικάς, και τοιουτοτρόπως ο κύκλος των

ωρών περιφερόμενος επανέρχεται εις το αυτό σημείον. Λέγουσι

προσέτι ότι πρώτοι οι Αιγύπτιοι έδωκαν ονόματα εις τους δώδεκα

θεούς και ότι οι Έλληνες τα παρέλαβαν από αυτούς· αυτοί πρώτοι

αφιέρωσαν βωμούς, αγάλματα, ναούς εις τους θεούς και εχάραζαν επί

των λίθων μορφάς διαφόρους· προς υποστήριξιν δε των αξιώσεων

τούτων οι ιερείς παρέχουσιν υλικάς αποδείξεις. Κατ' αυτούς, πρώτος

άνθρωπος όστις εβασίλευσεν εις την Αίγυπτον ήτο ο Μην. Επί της

εποχής δε αυτού, πλην του Θηβαϊκού νομού, όλη η Αίγυπτος ήτο έλος

και ουδέν μέρος της χώρας ήτις υπάρχει σήμερον κάτωθι της λίμνης

Μοίριος εφαίνετο τότε εκτός της επιφανείας του ύδατος. Αναβαίνων

τις τον ποταμόν από της θαλάσσης, φθάνει εις την λίμνην ταύτης

μετά πλουν επτά ημερών.

5. Όσα λέγουσι περί του μέρους τούτου της χώρας μοι φαίνονται

αληθή· διότι είναι προφανές εις τον νοήμονα άνθρωπον όστις την

βλέπει χωρίς να ήκουσε τίποτε περί αυτής, ότι η Αίγυπτος, εις την

όποιαν οι Έλληνες μεταβαίνουσι διά πλοίων, είναι γη επίκτητος των

Αιγυπτίων και δώρον του ποταμού. Παρόμοιόν τι είναι ακόμη και τα

άνω της λίμνης Μοίριος μέχρι τριών ημερών πλουν, μολονότι οι

ιερείς δεν το λέγουσιν. Η φύσις δε της γης της Αιγύπτου είναι

τοιαύτη. Όταν πλέης προς την Αίγυπτον διά πρώτην φοράν, και απέχης

ακόμη μίαν ημέραν από της παραλίας, ρίψον την βολίδα και θα

ανασύρης πηλόν, μολονότι το ύδωρ θα ήναι ένδεκα οργυιών· τούτο δε

δεικνύει ότι ο ποταμός τέμνει την γην μέχρι της αποστάσεως ταύτης.

6. Αυτής δε της Αιγύπτου το παρά την θάλασσαν μήκος είναι εξήκοντα

σχοίνοι, κατά τον τρόπον με τον οποίον ημείς την οροθετούμεν, από

τον Πλινθινήτην κόλπον μέχρι της Σερβωνίδος λίμνης, πλησίον της

οποίας υψούται το όρος Κάσιον. Από της λίμνης λοιπόν ταύτης πρέπει

να μετρήσωμεν τους εξήκοντα σχοίνους· Όλοι οι άνθρωποι όσοι

έχουσιν ολίγην γην εις την Αίγυπτον, μετρούσιν αυτήν με οργυιάς,

όσοι έχουσι περισσοτέραν την μετρούσι με στάδια, όσοι έχουσι

πολλήν, την μετρούσι με παρασάγγες, και όσοι έχουσι πολλοτάτην με

σχοίνους. Ισοδυναμεί δε ο μεν παρασάγγης με τριακόσια στάδια, ο δε

σχοίνος, όστις είναι μέτρον Αιγυπτιακόν, με εξήκοντα στάδια, ώστε

η παραλία της Αιγύπτου είναι στάδιοι εξακόσιοι και τρισχίλιοι.

7. Εντεύθεν μέχρι της Ηλιουπόλεως προς τα μεσόγεια η Αίγυπτος

είναι ευρεία, ούσα όλη επίπεδος, ένυδρος και βαλτώδης. Από την

θάλασσαν μέχρι της πόλεως ταύτης η απόστασις είναι περίπου όση η

απ' Αθηνών εις Πίσαν οδός, από του ναού των δώδεκα θεών μέχρι του

Ολυμπίου Διός. Όστις μετρήσει τας δύο ταύτας οδούς, αίτινες δεν

είναι εντελώς ίσαι, θα εύρη ότι η διαφορά των δεν είναι

μεγαλειτέρα των δεκαπέντε σταδίων· διότι απ' Αθηνών εις Πίσαν

χρειάζονται δεκαπέντε στάδια διά να γίνωσι χίλια πεντακόσια, και ο

τελευταίος ούτος αριθμός είναι από της Ηλιουπόλεως εις την

θάλασσαν.

8. Από την Ηλιούπολιν προς τα άνω, η Αίγυπτος είναι στενή· διότι

αφ' ενός μεν παρατείνεται η σειρά των ορέων της Αραβίας,

διευθυνομένη απ' άρκτου προς μεσημβρίαν και προχωρούσα

νοτιοδυτικώς μέχρι της Ερυθράς θαλάσσης. Εις τα όρn ταύτα είναι τα

λατομεία εξ ων εκόπησαν αι πυραμίδες της Μέμφιδος. Εκεί η σειρά

παύει και ανακάμπτει πάλιν εις τα ρηθέντα μέρη. Ήκουσα δε ότι κατά

την μακροτέραν αυτής έκτασιν, απαιτείται δύο μηνών πορεία όπως

διατρέξη τις αυτήν απ' ανατολών προς δυσμάς και ότι αι ανατολικαί

αυτής άκραι παράγουσι λιβανωτόν. Τοιαύτη είναι η σειρά των ορέων.

Προς το μέρος δε της Λιβύας ευρίσκεται άλλη σειρά ορίων, ή μάλλον

όρος πέτρινον κεκαλυμμένον υπό άμμου, όπου ίστανται αι πυραμίδες·

ακολουθεί δε και τούτο την αυτήν διεύθυνσιν την οποίαν και η σειρά

του Αραβίου όρους, ενόσω εκτείνεται προς μεσημβρίαν. Τοιουτοτρόπως

από την Ηλιούπολιν και επάνω, το μέρος είναι τόσον μόνον πλατύ

όσον να καλήται Αίγυπτος· η στενή δε αύτη Αίγυπτος παρατείνεται

επί τέσσαρας ημέρας εις τον αναπλέοντα τον ποταμόν. Μεταξύ των

ορέων τα οποία περιέγραψα η κοιλάς είναι επίπεδος, και κατά το

στενώτατον αυτής μέρος δεν μοι εφαίνετο έχουσα πλειότερα των

διακοσίων σταδίων από του Λιβυκού μέχρι του Αραβίου όρους. Εκείθεν

δε ευρύνεται πάλιν η Αίγυπτος.

9. Και η μεν φύσις της χώρας τοιαύτη είναι· από δε της Ηλιουπόλεως

εις τας Θήβας ο πλους είναι εννέα ημερών, και η απόστασις τέσσαρες

χιλιάδες οκτακόσια εξήκοντα στάδια, ή σχοίνοι ογδοήκοντα και είς.

Μη λησμονήσωμεν δε ότι η παραλία, ως υπέδειξα ανωτέρω, έχει μήκος

τρισχιλίων και εξακοσίων σταδίων· ώστε από της θαλάσσης εις τας

Θήβας προς τα μεσόγεια είναι έξ χιλιάδες εκατόν είκοσι στάδια, και

από τας Θήβας εις την Ελεφαντίνην λεγομένην πόλιν είναι στάδια

χίλια οκτακόσια.

10. Το μεγαλείτερον μέρος λοιπόν της χώρας είναι, ως λέγουσιν οι

ιερείς και ως φαίνεται και εις εμέ, επίκτητον εις τους Αιγυπτίους.

Τωόντι, άνωθεν της Μέμφιδος, το μεταξύ των δύο σειρών περί ων

ωμίλησα διάστημα είναι προφανώς εις τα όμματά μου αρχαίος κόλπος

θαλάσσης, ως ήσαν αι περί την Τρωάδα, την Τευθρανίαν και την

Έφεσον γαίαι, ή ως η πεδιάς του Μαιάνδρου, εφ' όσον δύναταί τις να

συγκρίνη τα μικρά προς τα μεγάλα, διότι ουδείς των ποταμών των

προσχωσάντων τα μέρη ταύτα είναι άξιος να παραβληθή με έν μόνον εκ

των πέντε στομίων του Νείλου. Υπάρχουσι δε και άλλοι ποταμοί

οίτινες, καίπερ μη όντες μεγάλοι ως ο Νείλος, έκαμον όμως εργασίαν

μεγάλην. Δύναμαι δε να ονομάσω πολλούς, μάλιστα δε τον Αχελώον

όστις ρέων διά της Ακαρνανίας και χυνόμενος εις την θάλασσαν

συνήνωσεν ήδη με την ήπειρον τας ημισείας των Εχινάδων νήσων.

11. Ου μακράν της Αιγύπτου, εις την Αραβίαν, επί της Ερυθράς

θαλάσσης, υπάρχει κόλπος εισερχόμενος εις την ξηράν και έχων τας

εξής διαστάσεις. Από τον μυχόν του κόλπου μέχρι του πελάγους

πρέπει να δαπανήση τις κωπηλατών τεσσαράκοντα ημερών πλουν, διά να

διέλθη δε τον κόλπον κατά το μέγιστον πλάτος χρειάζεται ημίσειαν

ημέραν· καθημερινώς γίνεται παλίρροια εις αυτόν. Φρονώ λοιπόν ότι

το πάλαι τοιούτος τις κόλπος πρέπει να ήτο και η Αίγυπτος, φέρων

μέχρι της Αιθιοπίας τα ύδατα της βορείου θαλάσσης (14), ενώ ο της

Αραβίας, περί ου ωμίλησα, έφερε μέχρι της Συρίας τα ύδατα της

νοτίου θαλάσσης (15)· αμφότεροι γείτονες, ανοίγοντες μυχούς

αντιθέτους και μόλις χωριζόμενοι απ' αλλήλων. Ας υποθέσωμεν τώρα

ότι το ρεύμα του Νείλου εστρέφετο προς τον Αράβιον κόλπον· δεν

ήρκουν είκοσι χιλιάδες έτη διά να προσχώσωσιν αυτόν; Εγώ νομίζω

ότι διά την πρόσχωσιν ταύτην ήρκουν δέκα χιλιάδες έτη· Πώς λοιπόν

εις τόσον καιρόν όστις παρήλθε προ της γεννήσεώς μου να μη χωσθή

κόλπος, έστω και μεγαλείτερος του υπάρχοντος σήμερον, πληρούμενος

από της ύλης τοσούτον μεγάλου και ορμητικού ποταμού;

12. Περί της Αιγύπτου λοιπόν και τους λέγοντας αυτά πιστεύω και

εγώ αυτός εσχημάτισα την γνώμην ταύτην, πρώτον μεν διότι είδον ότι

η Αίγυπτος εκτείνεται εν τη θαλάσση περισσότερον ή αι μετ' αυτής

συνεχόμεναι χώραι, δεύτερον διότι ευρίσκονται κογχύλια εις τα όρη,

και εις την επιφάνειαν αυτών τόσον άλας επανθεί ώστε βλάπτει τας

πυραμίδας, τρίτον διότι το υπεράνω της Μέμφιδος όρος είναι το

μόνον όπερ έχει άμμον. Επί πάσι δε η γη της Αιγύπτου δεν ομοιάζει

μήτε με την της συνορευούσης Αραβίας, μήτε με την της Λιβύας, μήτε

με την της Συρίας (διότι οι Σύριοι κατοικούσι τα παραθαλάσσια της

Αραβίας), αλλ' είναι μέλαινα και αυχμηρά, ως πηλός, ως πρόχυσις

παρασυρθείσα εκ της Αιθοπίας υπό του ποταμού, ενώ, καθώς

ηξεύρομεν, η γη της Λιβύας είναι μάλλον ερυθρά και μάλλον αμμώδης,

η δε της Αραβίας και της Συρίας μάλλον αργιλώδης και μάλλον

πετρώδης.

13. Μοι είπον προς τούτοις οι ιερείς πολύτιμόν τινα μαρτυρίαν περί

της χώρας ταύτης· ότι επί της βασιλείας του Μοίριος, όταν ο

ποταμός ανέβαινε τουλάχιστον οκτώ πήχεις, επότιζε την κάτωθεν της

Μέμφιδος Αίγυπτον, και όταν μοι έλεγον ταύτα, δεν είχον παρέλθει

ακόμη εννεακόσια έτη αφότου απέθανεν ο Μοίρις. Τώρα δε, εάν ο

ποταμός δεν αναβαίνη τουλάχιστον δεκαπέντε ή δεκαέξ πήχεις, δεν

εκχειλίζει επί των αγρών. Εάν λοιπόν κατά τον υπολογισμόν τούτον

το έδαφος εξακολουθήση να υψούται και να αυξάνη κατά την αυτήν

αναλογίαν, νομίζω ότι οι Αιγύπτιοι οι κατοικούντες παρά τας όχθας

της λίμνης Μοίριος, οι της κάτωθεν κοιλάδος και οι του Δέλτα, μη

δυναμένου του Νείλου να κατακλύζη τας γαίας των, θα πάθωσιν επί

τέλους ό,τι είπον ότι μέλλουσι να πάθωσί ποτε οι Έλληνες· διότι

ακούσαντες ότι βρέχει εις όλην την Ελλάδα και ότι ο τόπος ούτος

δεν αρδεύεται υπό ποταμών ως ο ιδικός των, είπον ότι οι Έλληνες θα

απατηθώσιν ημέραν τινά εις τας ελπίδας των και θα υποφέρωσι

σκληράν πείναν. Ο λόγος ούτος σημαίνει ότι εάν ο θεός δεν θελήση

να βρέξη εις αυτούς και διατηρήση την ξηρασίαν επί πολύ, οι

Έλληνες θα καταστραφώσιν υπό του λιμού, αφού δεν έχουσιν άλλο

καταφύγιον ειμή μόνον το καταπεμπόμενον υπό του Διός ύδωρ.

14. Και οι μεν Αιγύπτιοι δεν απατώνται τοιαύτα προλέγοντες διά

τους Έλληνας· αλλ' ας μοι επιτραπή να είπω εις ποίαν κατάστασιν

είναι και αυτοί. Εάν, ως και προηγουμένως είπον, η κάτω της

Μεμφιδος χώρα (αυτή ήτις υψώθη) υψωθή κατά την αναλογίαν του

παρελθόντος καιρού, τι άλλο θα συμβή εις τους κατοικούντας αυτήν

ειμή να λιμοκτονήσωσιν, εάν μήτε βροχή θα πίπτη εις τους αγρούς

των μήτε ο ποταμός θα δύναται να εχειλίζη; Βεβαίως όπως έχει το

πράγμα, αυτοί πολύ απονώτερον από όλους τους άλλους ανθρώπους και

τους άλλους Αιγυπτίους απολαμβάνουσι τους καρπούς της γης· διότι,

ούτε κοπιάζουσιν ανοίγοντες αύλακας με το άροτρον, ούτε

σκάπτουσιν, ούτε εργάζονται ως εργάζονται οι άλλοι άνθρωποι διά

την καλλιέργειαν του σίτου. Αλλ' όταν ο ποταμός ποτίση αφ' εαυτού

την γην και έπειτα αναχωρήση οπίσω, έκαστος ρίπτει τον σπόρον εις

τον αγρόν του και εισάγει εις αυτόν χοίρους· αφού δε οι χοίροι

καταπατήσωσι τον σπόρον, περιμένει έπειτα τον θερισμόν και έπειτα

αλωνίσας διά των ιδίων χοίρων τον σίτον, τον κομίζει εις τας

αποθήκας του.

15. Εάν θελήσωμεν να παραδεχθώμεν διά την Αίγυπτον την γνώμην των

Ιώνων οίτινες υποστηρίζουσιν ότι μόνον το Δέλτα είναι Αίγυπτος,

λέγοντες διά την παραθαλασσίαν αυτής πλευράν ότι εκτείνεται από

της σκοπιάς του Περσέως μέχρι της Πηλουσιακής Ταριχείας (ήτοι

τεσσαράκοντα σχοίνοι), από δε την θάλασσαν προς τα μεσόγεια ότι

εκτείνεται μέχρι της Κερκασώρου, πλησίον της οποίας ο Νείλος

χωρίζεται εις δύο βραχίονας διά να χυθή προς το Πηλούσιον και προς

τον Κάνωβον, και ότι τα άλλα μέρη ανήκουσιν άλλα μεν εις την

Λιβύαν, άλλα δε εις την Αραβίαν, αν παραδεχθώμεν την γνώμην

ταύτην, θα αποδείξωμεν ότι οι Αιγύπτιοι εξ αρχής ουδεμίαν χώραν

είχον, καθότι το Δέλτα, ως λέγουσιν αυτοί και ως φρονώ και εγώ,

είναι πρόσχωσις, και πρόσχωσις πρόσφατος. Αλλ' εάν δεν τοις ανήκεν

εκ του προτέρου κανέν μέρος της χώρας, πόθεν η αξίωσίς των ότι

είναι πρώτοι των ανθρώπων; Περιττή λοιπόν καθίστατο η δοκιμή

εκείνη την οποίαν έκαμον εις τα δύο παιδία διά να ίδωσι ποίαν

γλώσσαν ήθελον ομιλήσει ταύτα κατά πρώτον. Όθεν εγώ ου μόνον δεν

φρονώ ότι η καταγωγή των Αιγυπτίων είναι σύγχρονος με τον

σχηματισμόν του Δέλτα, αλλ' εξ εναντίας ότι είναι επίσης αρχαίοι

ως το ανθρώπινον γένος, και ότι, προχωρούντος του τόπου των, οι

μεν έμειναν όπου ήσαν, πολλοί δε κατέβησαν βαθμηδόν. Τωόντι αι

Θήβαι το πάλαι εκαλούντο Αίγυπτος, και η περιφέρεια του νομού

τούτου είναι έξ χιλιάδων εκατόν είκοσι σταδίων.

16. Εάν αι γνώσεις τας οποίας έχομεν περί της Αιγύπτου ήναι

ακριβείς, οι Ίωνες έχουσιν εσφαλμένην γνώμην· εάν δε η γνώμη των

Ιώνων ήναι ακριβής, δύναμαι να αποδείξω ότι και οι Έλληνες και

αυτοί οι Ίωνες εσφαλμένως συλλογίζονται λέγοντες ότι η γη είναι

εις τρία διηρημένη, Ευρώπην, Ασίαν και Λιβύαν. Τωόντι, κατ'

αυτούς, θα υπήρχε και τέταρτον μέρος, το Δέλτα της Αιγύπτου, όπερ

δεν ανήκει μήτε εις την Ασίαν μήτε εις την Λιβύαν· διότι κατά

τούτον τον λόγον δεν είναι ο Νείλος όστις χωρίζει τας δύο ταύτας

ηπείρους, αλλά σχίζεται εις την κορυφήν της γωνίας του Δέλτα και

το περιλαμβανόμενον τούτο διάστημα είναι το χωρίζον την Ασίαν από

της Λιβύας.

17. Ας αφήσωμεν λοιπόν την ιδέαν των Ιώνων και ας ομιλήσωμεν ημείς

περί των πραγμάτων τούτων. Κατ' εμέ, όλη η υπό Αιγυπτίων

κατοικουμένη χώρα είναι Αίγυπτος, όπως η Κιλικία των Κιλίκων και η

Ασσυρία των Ασσυρίων. Κυρίως ειπείν δεν γνωρίζομεν μεταξύ Ασίας

και Λιβύας άλλα όρια ειμή τα όρια της Αιγύπτου. Αλλ' εάν

παραδεχθώμεν το νομιζόμενον υπό των Ελλήνων, πρέπει να είπωμεν ότι

όλη η Αίγυπτος η αρχίζουσα από τα Κατάδουπα και την Ελεφαντίνην

πόλιν διαιρείται εις δύο μέρη και ότι εκάτερον έχει όνομα

διάφορον· δηλαδή ότι το έν μέρος είναι Λιβύα το δε άλλο Ασία.

Διότι ο Νείλος, αρχίζων από τα Κατάδουπα, χύνεται εις την θάλασσαν

και ρέει διά μέσου της Αιγύπτου. Και μέχρι μεν της Κερκασώρου, τα

ύδατα αυτού είναι ηνωμένα· κάτωθεν δε της πόλεως ταύτης σχηματίζει

τρεις βραχίονας, εξ ων ο μεν στρέφεται προς ανατολάς και καλείται

Πηλούσιον στόμα, ο δε διευθύνεται προς δυσμάς και καλείται στόμα

Κανωβικόν, ο δε τρίτος καταβαίνει κατ' ευθείαν γραμμήν, αναχωρεί

από την γωνίαν του Δέλτα το οποίον σχίζει εις το μέσον, και

χύνεται εις την θάλασσαν φέρων ούτε ελαχίστην μοίραν ύδατος ούτε

ήκιστα ονομαστήν. Ο βραχίων ούτος καλείται Σεβεννυτικόν στόμα. Δύο

άλλα στόματα αποσχισθέντα από του Σεβεννυτικού φέρουσι τα ύδατά

των εις την θάλασσαν και καλούνται το μεν Σαϊτικόν, το δε

Μενδήσιον. Το Βολβίτινον στόμα και το Βουκουλικόν δεν είναι

φυσικά, αλλ' είναι διώρυχες χειροποίητοι.

18. Μαρτυρεί δε την γνώμην μου, ότι η Αίγυπτος είναι τόση όσην την

περιέγραψα, και ο δοθείς χρησμός του Άμμωνος διά την Αίγυπτον, τον

οποίον εγώ ήκουσα αφού εσχημάτισα αυτήν την ιδέαν. Οι κάτοικοι της

Μαρέης και της Άπιδος, πόλεων κειμένων εις την Αίγυπτον επί των

συνόρων της Λιβύας, νομίζοντες εαυτούς Λίβυας και όχι Αιγυπτίους,

δυσαρεστούμενοι διά τας θρησκευτικάς λατρείας και θέλοντες να μη

τους απαγορεύωσι να θυσιάζωσι δαμάλεις, έπεμψαν εις τον Άμμωνα διά

να είπωσιν ότι ουδέν κοινόν είχον μετά των Αιγυπτίων, ότι

κατοικούσιν έξω του Δέλτα, ότι δεν συμφωνούσι μετ' αυτών εις τας

περί λατρείας δοξασίας και ότι επιθυμούσι να τοις δοθή η άδεια να

τρώγωσιν από όλα. Αλλ' ο θεός δεν τοις επέτρεψε τούτο, ειπών ότι

Αίγυπτος είναι παν ό,τι ο Νείλος εκχειλίζων ποτίζει, και

Αιγύπτιοι, όσοι, οικούντες κάτω της Ελεφαντίνης πόλεως, πίνουσιν

από του ποταμού τούτου. Ταύτα απεκρίθη το μαντείον.

19. Ο δε Νείλος όταν ήναι εις αύξησιν δεν καλύπτει μόνον το Δέλτα,

αλλά καταπλημμυρίζει επίσης το μέρος της χώρας το λεγόμενον

Λιβυκόν, ενίοτε μάλιστα το Αράβιον, μέχρι δύο ημερών οδόν κατά το

μάλλον και ήττον. Περί της φύσεως του ποταμού τούτου ούτε από τους

ιερείς ούτε από άλλους ηδυνήθην να μάθω τι. Πολύ επεθύμουν εν

τούτοις να μάθω παρ' αυτών πρώτον μεν διατί ο Νείλος, αρχίζων να

αυξάνη κατά τας θερινάς τροπάς, καταβαίνει αυξάνων ολονέν επί

εκατόν ημέρας· δεύτερον δε διατί, πληρωθεισών των ημερών τούτων,

αποσύρεται και αφίνει τους τόπους όπου έρρευσε, μένων επί όλον τον

χειμώνα μικρός μέχρι της επανόδου των θερινών τροπών. Περί τούτων

λοιπόν ουδέν ηδυνήθην να μάθω εξετάζων τους Αιγυπτίους ποίαν

δύναμίν έχει ο Νείλος παράγων αποτελέσματα τόσον διάφορα των άλλων

ποταμών. Περίεργος να μάθω τα πράγματα ταύτα, ηρεύνων και ηρώτων

συγχρόνως διατί ο Νείλος είναι ο μόνος εξ όλων των ποταμών όστις

ποσώς δεν εκβάλλει αύραν.

20. Έλληνές τινες, θέλοντες να διακριθώσιν επί σοφία, εξήγησαν την

κίνησιν ταύτην των υδάτων κατά τρεις τρόπους εξ ων οι δύο ούτε

μνείας θα ήσαν άξιοι εάν έπραττον πλειότερον ή να τους σημειώσω

μόνον. Κατά την μίαν των λύσεων τούτων (16), οι ετησίαι άνεμοι

είναι αίτιοι της εξογκώσεων του ποταμού εμποδίζοντες τα ύδατα

αυτού να χυθώσιν εις την θάλασσαν. Πλην πολλάκις δεν πνέουσιν

ετησίαι άνεμοι και μολαταύτα εκχειλίζει ο Νείλος· εκτός τούτου,

εάν οι ετησίαι είχον την δύναμιν ταύτην, οι άλλοι ποταμοί εναντίον

των οποίων πνέουσιν έπρεπε να πάσχωσι τα αυτά με τον Νείλον, και

τοσούτω μάλλον όσω είναι μικρότεροι και τα ρεύματα αυτών

ασθενέστερα. Εν τούτοις υπάρχουσι πολλοί ποταμοί εις την Συρίαν

και πολλοί εις την Λιβύαν οίτινες ουδέν τοιούτο πάσχουσιν οίον

πάσχει ο Νείλος.

21. Η δευτέρα λύσις (17) δεικνύει πλειοτέραν αμάθειαν της πρώτης,

και δύναταί τις να είπη ότι είναι παραδοξωτάτη. Αύτη αποδίδει εις

τον Ωκεανόν την αρχήν και τας εκχειλίσεις του ποταμού· κατ' αυτήν,

ο Νείλος πηγάζει από τον Ωκεανόν και ο Ωκεανός στρέφεται περί την

γην.

22. Η τρίτη (18) είναι μεν πολύ πιθανωτέρα, είναι όμως συγχρόνως

ολιγώτερον αληθής· διότι τίποτε δεν λέγει και αυτή όταν

αποφαίνεται ότι ο Νείλος προέρχεται από την ανάλυσιν των χιόνων·

ποταμός όστις εκ της Λιβύας ρέει διά μέσου, της Αιθοπίας όπως

ριφθή εις την Αίγυπτον ! Πώς είναι δυνατόν λοιπόν να εξέρχεται από

τας χιόνας, αφού από τόπους θερμοτάτους μεταβαίνει εις

ψυχροτέρους; Δι' εκείνον όστις είναι ικανός να σκεφθή περί των

τοιούτων, πολλοί λόγοι δεικνύουσιν ότι είναι όλως απίθανον να

εξέρχεται ο Νείλος από χιόνας. Πρώτος και ισχυρότατος λόγος είναι

ότι εκ των κλιμάτων εκείνων πνέουσιν άνεμοι θερμοί· δεύτερος λόγος

είναι ότι εκεί μήτε βροχή πίπτει μήτε κρύσταλλα σχηματίζονται.

Πανταχού όπου πίπτει χιών, αναγκαίως βρέχει εντός των πέντε

ακολούθων ημερών· εάν λοιπόν έπιπτε χιών εις τα μέρη εκείνα, θα

έπιπτεν επίσης και βροχή. Τρίτος λόγος είναι ότι εκεί οι άνθρωποι

ένεκα του καύσωνος είναι μέλανες· ότι οι περδικοϊέρακες και αι

χελιδόνες δεν απολείπουσι καθ' όλον το έτος, και ότι οι γερανοί,

φεύγοντες τα ψύχη της Σκυθίας, έρχονται να διαχειμάσωσιν εις τους

τόπους τούτους. Εάν λοιπόν, έστω και ολιγίστη χιών έπιπτεν εις τα

μέρη διά των οποίων ρέει ο Νείλος και εις εκείνα εκ των οποίων

άρχεται το ρεύμα του, ουδέν τούτων θα συνέβαινε, και το πράγμα

είναι προφανέστατον.

23. Εκείνος όστις ωμίλησε περί του Ωκεανού διά να βασίση την

εξήγησίν του επί υποθέσεως σκοτεινής, ούτε εξελέγξεως είναι άξιος.

Εγώ τουλάχιστον δεν ηξεύρω να υπάρχη ποταμός Ωκεανός, και νομίζω

ότι ο Όμηρος ή αρχαιότερός τις ποιητής επενόησεν αυτό το όνομα και

το εισήγαγεν εις τους στίχους του.

24. Εάν δε, αφού εμέμφθην τας προεκτεθείσας γνώμας, ήναι ανάγκη να

εκθέσω και εγώ την ιδικήν μου επί των σκοτεινών τούτων ζητημάτων,

θα είπω τι φρονώ περί της αυξήσεως του Νείλου κατά το θέρος. Ο

ήλιος διωκόμενος κατά τον χειμώνα υπό της κακοκαιρίας από τον

πρώτον δρόμον του, έρχεται εις τα άνω της Λιβύας. Και εν συντόμω

μεν ταύτα είναι όσα είχα να ειπώ επί του αντικειμένου τούτου·

διότι η χώρα πλησιέστατα της οποίας ή άνωθεν της οποίας διέρχεται

ο θεός ούτος, φυσικόν είναι να διψά και να στειρεύωσιν οι ποταμοί

αυτής.

25. Διά να δηλώσω δε το πράγμα μάλλον εκτεταμένως προσθέτω τα

ακόλουθα. Ο ήλιος διαβαίνων άνωθεν της Λιβύας κάμνει τα εξής.

Επειδή καθ' όλον τον χρόνον η ατμοσφαίρα εκείνων των μερών είναι

ανέφελος και το έδαφος θερμόν, ο ήλιος διαβαίνων κάμνει και εκεί

ότι συνειθίζεί να κάμνη εδώ κατά το θέρος όταν ευρίσκεται εις το

μέσον του ουρανού· ελκύει προς εαυτόν όλα τα ύδατα, και αφού τα

ελκύση, τα μεταφέρει εις χώρας υψηλοτέρας· τότε οι άνεμοι τα

παραλαμβάνουσι, τα διασκορπίζουσι και τα διαλύουσιν εις ατμούς.

Φυσικώς, εξ όλων των άνεμων εκείνοι οίτινες πνέουσιν εκ των χωρών

τούτων, ο νότος και ο λιψ, είναι οι φέροντες περισσοτέραν βροχήν.

Εν τούτοις ο ήλιος, κατ' εμέ, δεν αποβάλλει πάντοτε όλον το ύδωρ

το οποίον ανέλκει κατ' έτος από τον Νείλον, αλλά διατηρεί επάνω

και έν μέρος. Όταν δε ο χειμών μετριάση, επιστρέφει ο ήλιος προς

το μέσον του ουρανού, ελκύων ομοίως προς εαυτόν ύδωρ από όλους

τους ποταμούς. Και κατά μεν τον χειμώνα ούτοι ρέουσιν υπερχειλείς,

διότι πολύ ύδωρ βροχής είναι αναμεμιγμένον εις αυτούς, κατά δε το

θέρος, επειδή ελλείπουσιν αι βροχαί και ο ήλιος εξατμίζει αυτούς,

είναι αδύνατοι. Ο Νείλος όμως, τον οποίον εξατμίζει ο ήλιος, μόνος

εξ όλων των ποταμών ρέει κατά τον χειμώνα πολύ μικρότερος ή κατά

το θέρος, διότι κατά την τελευταίαν ταύτην εποχήν δεν χάνει ούτε

περισσότερον ούτε ολιγώτερον των άλλων ποταμών, ενώ κατά τον

χειμώνα μόνος αυτός πάσχει. Ούτω λοιπόν κρίνω ότι ο ήλιος είναι

αιτία των αποτελεσμάτων τούτων.

26. Εις την αυτήν αιτίαν πρέπει κατά την εμήν γνώμην να αποδώσωμεν

και την ξηρότητα του αέρος εις τας χώρας ταύτας, διότι ο ήλιος

καίει τα πάντα κατά την πορείαν του. Τοιουτοτρόπως δε εις τα άνω

της Λιβύας επικρατεί θέρος παντοτεινόν. Εάν η τοποθέτησις των

ζωνών μετεβάλλετο, εάν εις μεν την θέσιν του ουρανού όπου σήμερον

είναι ο βοράς και ο χειμών μετέβαινεν ο νότος και η μεσημβρία, εις

δε την του νότου ο βοράς, ο ήλιος, διωκόμενος εκ του μέσου του

ουρανού υπό του βορά και του χειμώνος, θα ήρχετο εις την άνω

Αίγυπτον, καθώς έρχεται σήμερον εις την Λιβύαν, και διερχόμενος

όλην την Ευρώπην, υποθέτω ότι θα επενήργει επί του Ίστρου ως

επενεργεί επί του Νείλου.

27. Όσον αφορά την αιτίαν διά την οποίαν ο Νείλος δεν αποπνέει

ουδέ την ελαχίστην αύραν, ιδού τι φρονώ και περί τούτου· ότι δεν

είναι φυσικόν να πνέη η αύρα από τας θερμάς χώρας, διότι αρέσκεται

να πνέη από τας δροσεράς.

28. Και ταύτα μεν ας εξακολουθήσωσιν ως είναι και ως ήσαν εξ

αρχής· περί δε των πηγών του Νείλου, κανείς, μήτε από τους

Αιγυπτίους μήτε από τους Λίβυας μήτε από τους Έλληνας μεθ' ων

συνωμίλησα, δεν ηδυνήθη να με είπη ότι τας ηξεύρει, εκτός μόνον

εις την Σάιν της Αιγύπτου ο θησαυροφύλαξ του ναού της Αθηνάς. Και

αυτός μοι εφάνη αστειευόμενος όταν ισχυρίσθη ότι είχε πολύ

ακριβείς πληροφορίας. Επαναλαμβάνω όσα με είπε· κατ' αυτόν,

υπάρχουσι δύο όρη των οποίων αι κορυφαί λήγουσιν εις οξύ, κείμενα

μεταξύ της εν Θηβαΐδι Συήνης και της Ελεφαντίνης και καλούμενα το

μεν Κρώφι το δε Μώφι. Μεταξύ αυτών αι πηγαί του Νείλου

αναθρώσκουσιν εκ βαράθρου αβαθούς. Και το μεν ήμισυ των υδάτων

καταβαίνει εις την Αίγυπτον, προς το μέρος του βορά, το δε άλλο

ήμισυ εις την Αιθιοπίαν, προς το μέρος του νότου. Ότι δε αι πηγαί

εξέρχονται εκ βαράθρου αβαθούς, το εύρεν εκ πείρας ο Ψαμμίτιχος·

διότι, αφού διέταξε να πλέξωσι χονδρόν σχοινίον πολλών χιλιάδων

οργυιών, το έρριψε και δεν ηδυνήθη να εύρη τον βυθόν. Ταύτα

εβεβαίου ο θησαυροφύλαξ· εγώ όμως αγνοώ εάν έλεγεν αλήθειαν. Εκ

της δοκιμής δε ταύτης συμπεραίνω ότι θα υπάρχωσιν εκεί ισχυραί

δίναι αίτινες αναβαίνουσι και εξωθούσι το ύδωρ μεταξύ των ορέων

μετά τοσαύτης ορμής ώστε η βολίς να μη δύναται να φθάση μέχρι του

βυθού.

29. Παρ' ουδενός άλλου ηδυνήθην να μάθω τι· διά να μάθω δε

περισσότερα, εξέτεινα τας αναζητήσεις μου· και μέχρι μεν της

Ελεφαντίνης πόλεως μετέβην και τα είδον ιδίοις όμμασιν, απ' εκεί

δε και πέραν τα παρέλαβον εξ ακοής. Άνωθεν της Ελεφαντίνης πόλεως

το έδαφος είναι ανωφερές, και ο θέλων να αναπλεύση τον ποταμόν

είναι ηναγκασμένος να δέση το πλοιάριον εξ αμφοτέρων των πλευρών

και να το σύρη ως βουν. Εάν το σχοινίον κοπή, το πλοιάριον

καταβαίνει παρασυρόμενον υπό της δυνάμεως του ρεύματος. Πλέουσι

τοιουτοτρόπως επί τέσσαρας ημέρας, και εις το μέρος τούτο ο Νείλος

είναι σκολιός ως ο Μαίανδρος· δώδεκα δε σχοίνους πρέπει κατ' αυτόν

τον τρόπον να διαπλεύσης, και έπειτα θα φθάσης εις πεδιάδα ομαλήν

εις την οποίαν ο Νείλος ρέει περί τινα νήσον ήτις καλείται

Ταχομψώ. Αμέσως άνωθεν της Ελεφαντίνης η χώρα κατοικείται υπό των

Αιθιόπων· εν τούτοις το ήμισυ της νήσου κατοικείται υπό Αιγυπτίων.

Συνέχεται δε αύτη μετά μεγάλης λίμνης πέριξ της οποίας κατοικούσιν

Αιθίοπες νομάδες. Ταύτην αφού διαπλεύσης, εισέρχεσαι εις το ρεύμα

του ποταμού όπερ χύνεται εις την λίμνην. Εκεί πρέπει να αποβής από

το πλοιάριον και να εξακολουθήσης την πορείαν σου εις την όχθην

επί τεσσαράκοντα ημέρας, διότι εντός του Νείλου είναι διεσπαρμένοι

σκόπελοι οίτινες εξέχουσι και ύφαλοι υπό το ύδωρ διά των οποίων

είναι αδύνατον να πλεύσης. Μετά την τεσσαρακονθήμερον ταύτην

πορείαν, εισέρχεσαι πάλιν εις άλλο πλοιάριον και μετά δώδεκα

ημερών πλουν φθάνεις εις μεγάλην πόλιν της οποίας το όνομα είναι

Μερόη και ήτις ως λέγουσιν είναι η μητρόπολις των άλλων Αιθιόπων.

Εις την πόλιν ταύτην λατρεύουσι μόνους εξ όλων των θεών τον Δία

και τον Διόνυσον, τους τιμώσιν υπερβαλλόντως και ο Ζευς έχει εκεί

μαντείον. Εκστρατεύουσι δε όταν τους διατάττη ο θεός και

πολεμούσιν όπου τους είπη.

30. Μακρυνόμενος από την πόλιν ταύτην πλέων φθάνεις εις τους

Αυτομόλους εις τόσον καιρόν όσον εδαπάνησας διά να έλθης από την

Ελεφαντίνην. Το όνομα του λαού τούτου είναι Ασμάχ, σημαίνει δε εις

την γλώσσαν των Ελλήνων εκείνους οίτινες ίστανται πλησίον του

βασιλέως προς τα αριστερά. Ιδού δε η καταγωγή των Αυτομόλων·

διακόσιαι τεσσαράκοντα χιλιάδες πολεμισταί Αιγύπτιοι επανεστάτησαν

και ήλθον εις τους Αιθίοπας δια την ακόλουθον αιτίαν. Επί της

βασιλείας του Ψαμμιτίχου υπήρχον φρουραί εις την Ελεφαντίνην κατά

των Αιθιόπων, εις τας Πηλουσιακάς Δάφνας κατά των Αραβίων και των

Σύρων, τέλος εις την Μαρέαν κατά των Λιβύων. Έτι δε και εις την

εποχήν μου οι Πέρσαι διατηρούσι τας αυτάς φρουράς όπως ήσαν επί

Ψαμμιτίχου, και φυλάττουσι την Ελεφαντίνην και τας Δάφνας. Επειδή

δε οι Αιγύπτιοι ούτοι εφρούρουν επί τρία έτη και δεν ήρχοντο άλλοι

να τους αντικαταστήσωσι, συνεκρότησαν συμβούλιον και συμφωνήσαντες

εγκατέλιπον τον Ψαμμίτιχον και μετέβησαν εις την Αιθιοπίαν. Μαθών

τούτο ο Ψαμμίτιχος τους κατεδίωξε, και όταν τους έφθασε, τους

παρεκάλει επί πολύ να μη αφήσωσι τους πατρίους θεούς, τα τέκνα και

τας γυναίκας. Τότε είς εξ αυτών, ως λέγεται, δεικνύων το αιδοίον

του, είπεν ότι όπου ήτο αυτό, εκεί θα εύρισκε και γυναίκα και

τέκνα. Φθάσαντες εις την Αιθιοπίαν παρέδωσαν εαυτούς εις τον

βασιλέα της χώρας ταύτης όστις εις αντάλλαγμα τοις έδωκε το

ακόλουθον δώρον. Αιθίοπές τινες είχον σχηματίσει κόμμα εναντίον

του· αυτούς τους Αιθίοπας είπεν ο βασιλεύς εις τους Αιγυπτίους να

εξώσωσι και να κατοικήσωσι την γην των. Αφότου δε οι Αιγύπτιοι

ούτοι κατώκησαν εκεί, εγένοντο οι Αιθίοπες ημερώτεροι παραλαβόντες

ήθη Αιγυπτιακά.

31. Εκτός λοιπόν του μέρους το οποίον διατρέχει ο Νείλος αφού

εισέλθη εις τον Αίγυπτον, είναι γνωστός μέχρι πλοός και οδοιπορίας

τεσσάρων μηνών, διότι αυτόν τον αριθμόν ευρίσκομεν εάν προσθέσωμεν

τους μήνας τους οποίους αναλίσκομεν διά να μεταβώμεν εκ της

Ελεφαντίνης εις τους Αυτομόλους τούτους. Ρέει δε ο Νείλος από

δυσμών. Από του μέρους τούτου και άνω ουδείς ηδυνήθη να με είπη τι

θετικόν, ένεκα του καύματος όπερ καθιστά τον τόπον τούτον έρημον.

32. Έμαθον όμως τας ακολούθους λεπτομερείας παρά Κυρηναίων τινών

οίτινες με είπον ότι μεταβάντες διά να ερωτήσωσι το μαντείον του

Άμμωνος και συνομιλήσαντες μετά του Ετεάρχου βασιλέως των Αμμωνίων

ανέφερον προς τοις άλλοις και περί του Νείλου και είπον ότι κανείς

δεν εγνώριζε τας πηγάς του. Τότε ο Ετέαρχος τοις διηγήθη ότι

Νασαμώνες τινες (έθνος Λιβυκόν κατοικούν την Σύρτιν και ολίγον

μέρος της προς ανατολάς της Σύρτιος χώρας) ελθόντες προς αυτόν και

ερωτώμενοι εάν ήξευρον να είπωσί τι περισσότερον περί των ερήμων

της Λιβύας απεκρίθησαν ότι τολμητίαι τινές παίδες προυχόντων

συνέλαβον την ιδέαν άμα έφθασαν εις ανδρικήν ηλικίαν να

λαμπρυνθώσι δι' εκτάκτου τινός κατορθώματος. Ρίψαντες κλήρον

διέταξαν πέντε εξ αυτών να υπάγωσι και να ερευνήσωσι τας ερήμους

της Λίβυας μήπως ανακαλύψωσί τι περισσότερον από εκείνους οίτινες

είδον τα μακρότατα μέρη· διότι τα μεν κατά την βόρειον θάλασσαν

μέρη της Λιβύας, από της Αιγύπτου μέχρι του ακρωτηρίου Σολόεντος,

όπου τελειόνει η Λιβύα, κατοικούσιν όλην αυτήν την παραλίαν Λίβυες

και πολλά έθνη Λιβυκά, πλην των μερών τα οποία κατοικούσι Φοίνικες

και Έλληνες. Από της παραλίας όμως ταύτης και των κατοικουμένων

μερών η Λιβύα είναι κατοικητήριον θηρίων· πέραν δε υπάρχει έρημος

άνευ ύδατος και κεκαλυμμένη υπό άμμου. Οι νεανίαι λοιπόν ούτοι

οίτινες επέμφθησαν υπό των συνηλικιωτών των, λαβόντες μεθ' εαυτών

πολλά τρόφιμα και ύδωρ, μετέβησαν πρώτον εις το κατοικούμενον

μέρος. Αφού δε διήλθον αυτό, εισεχώρησαν εις το διαμονητήριον των

θηρίων και εκείθεν ήλθον εις την έρημον διευθυνόμενοι προς δυσμάς.

Διέβησαν τοιουτοτρόπως μέγα διάστημα αμμώδες, και μετά πολλών

ημερών πορείαν, είδον εις την πεδιάδα δένδρα αυτοφυή, έδραμον προς

αυτά και έδρεψαν καρπούς. Ενώ δε έδρεπον, μικροί τινες άνθρωποι,

μικρότεροι του μετρίου αναστήματος, ήλθον, τους συνέλαβον και τους

απήγαγον. Ουδείς των Νασαμώνων ενόει την γλώσσαν των και ουδείς

εκείνων την των Νασαμώνων. Τους απήγον δε διά μέσου απεράντου

έλους και επί τέλους έφθασαν εις πόλιν τινά όπου όλοι οι άνθρωποι

είχον το αυτό ανάστημα με εκείνους οίτινες τους είχον συλλάβει·

όλοι ήσαν μέλανες· πλησίον δε της πόλεως έρρεε μέγας ποταμός

τρέχων από δυσμών προς ανατολάς, εντός του οποίου είδον

κροκοδείλους.

33. Και περί μεν της διηγήσεως του Ετεάρχου αρκούσιν όσα είπα· θα

προσθέσω δε μόνον ότι έλεγε, κατά την διήγησιν των Κυρηναίων, ότι

οι Νασαμώνες επέστρεψαν και ότι όλοι οι άνθρωποι οι κατοικούντες

εκεί ήσαν γόητες. Ο Ετέαρχος επίστευεν ότι ο ποταμός τον οποίον

είχον ιδεί ήτο ο Νείλος, ο δε ορθός λόγος απαιτεί να παραδεχθώμεν

την εικασίαν ταύτην· διότι ο Νείλος, ως εγώ φρονώ εικάζων εκ των

γνωστών τα άγνωστα, έρχεται από την Λιβύαν διασχίζων αυτήν εις το

μέσον και το διάστημα αυτού είναι ίσον με το του Ίστρου· και

τωόντι ο Ίστρος αρχίζων από το Κελτούς και την πόλιν Πυρίνην,

τρέχει σχίζων τη Ευρώπην εις το μέσον. Κατοικούσι δε οι Κελτοί

πέραν των Ηρακλείων στηλών και συνορεύουσι με τους Κυνησίους

οίτινες είναι οι τελευταίοι κάτοικοι προς δυσμάς, και ο Ίστρος,

αφού διασχίση όλην την Ευρώπην, χύνεται εις τον Εύξεινον πόντον,

εις το μέρος όπου οι άποικοι των Μιλησίων ίδρυσαν την Ιστρίαν.

34. Διέρχεται λοιπόν ο Ίστρος διά κατοικουμένων μερών· πολλοί

άνθρωποι τον γνωρίζουσιν, ενώ περί των πηγών του Νείλου κανείς δεν

ηξεύρει τίποτε, καθότι η Λιβύα, διά μέσου της οποίας ρέει, είναι

έρημος και ακατοίκητος. Και περί μεν του ρεύματος αυτού είπον ό,τι

ηδυνήθην να εξιχνιάσω κατά τας μακροτάτας ερεύνας μου· το δε

στόμιον αυτού είναι εις την Αίγυπτον, και η Αίγυπτος κείται σχεδόν

αντικρύ των ορέων της Κιλικίας. Από των ορέων τούτων μέχρι της

Σινώπης του Ευξείνου πόντου είναι διά ταχύν οδοιπόρον πέντε ημερών

οδός ευθεία. Η δε Σινώπη κείται αντικρύ των στομίων του Ίστρου.

Διά τούτο νομίζω ότι δύναμαι να παραβάλω το εν τη Λιβύα ρεύμα του

Νείλου με το εν τη Ευρώπη ρεύμα του Ίστρου. Αλλ' αρκούσιν όσα

είπον περί του Νείλου.

35. Έρχομαι δε τώρα να ομιλήσω εκτενέστερον περί της Αιγύπτου,

καθότι αύτη πλειότερον πάσης άλλης χώρας περικλείει θαυμάσια

πράγματα και έργα άξια περιγραφής· διά τούτο λοιπόν θα ομιλήσω

μάλλον εκτενώς περί αυτής. Οι Αιγύπτιοι ζώσιν υπό ουρανόν όλως

ίδιον εις αυτούς· η χώρα των βρέχεται υπό ποταμού του οποίου η

φύσις διαφέρει όλων των άλλων ποταμών· τέλος δε έχουσιν έθιμα και

νόμους εναντία κατά το πλείστον από τους άλλους ανθρώπους. Εκεί αι

γυναίκες υπάγουσιν εις την αγοράν και γίνονταν μεταπράτιδες, οι δε

άνδρες μένουσιν εις τας οικίας και υφαίνουσι. Πανταχού αλλού

ωθούσι την κρόκην προς τα άνω, οι Αιγύπτιοι προς τα κάτω. Οι

άνδρες βαστάζουσι τα φορτία εις την κεφαλήν, αι γυναίκες επί των

ώμων· αι γυναίκες ουρούσιν όρθιαι, οι άνδρες καθήμενοι.

Αφοδεύουσιν εντός των οικιών και τρώγουσιν έξω εις τας οδούς,

λέγοντες ότι τα μεν αισχρά πλην αναγκαία πρέπει να τα εκπληροί τις

κρυφίως, τα δε μη αισχρά αναφανδόν. Ουδεμία γυνή γίνεται ιέρεια

θεού ή θεάς, αλλ' οι άνδρες είναι ιερείς πάντων και πασών. Οι υιοί

δεν είναι ηναγκασμένοι να θρέφωσι τους γονείς των εάν δεν θέλωσιν·

αι θυγατέρες όμως είναι ηναγκασμέναι εις τούτο, έστω και εάν δεν

θέλωσι.

36. Αλλαχού οι ιερείς των θεών έχουσι μακράν κόμην· εις την

Αίγυπτον ξυρίζονται· οι άνθρωποι συνοιθίζουσι να κόπτωσι τα μαλλία

όταν πενθώσιν αποθανόντας συγγενείς· οι Αιγύπτιοι, προς τιμήν των

αποθανόντων, αφίνουσι να αυξήσωσιν αι τρίχες της κεφαλής και του

πώγωνος τας οποίας προηγουμένως εξύριζον. Οι άλλοι άνθρωποι ζώσι

κεχωρισμένοι από τα ζώα, οι Αιγύπτιοι ζώσι φύρδην μίγδην μετ'

αυτών. Αλλαχού τρέφονται με σίτον και κριθήν· αλλ' οι Αιγύπτιοι

θεωρούσιν αισχρότατον και υποβάλλωνται εις τοιαύτην δίαιταν, και

μεταχειρίζονται όλυραν, την οποίαν τινές ονομάζουσι ζειάν.

Ζυμόνουσι με τους πόδας, με τας χείρας δε ανακατόνουσι τον πηλόν

και καθαρίζουσι την κόπρον. Οι άλλοι άνθρωποι, εκτός εκείνων

οίτινες παρέλαβον το έθιμον τούτο από τους Αιγυπτίους, αφίνουσι το

αιδοίον των όπως επλάσθη εκ φύσεως· οι Αιγύπτιοι περιτέμνονται.

Έκαστος ανήρ φορεί δύο ενδύματα, η γυνή φορεί έν. Οι άλλοι

δένουσιν έξωθεν τους κρίκους των ιστίων και τους κάλους, οι

Αιγύπτιοι τους δένουσιν έσωθεν. Οι Έλληνες γράφουσι τα γράμματα

και αριθμούσι με χαλίκια αρχίζοντες από τα αριστερά και φέροντες

την χείρα των προς τα δεξιά· οι Αιγύπτιοι αρχίζουσιν από τα δεξιά

και προχωρούσι προς τα δεξιά λέγοντες ότι αυτοί γράφουσι προς τα

δεξιά και οι Έλληνες προς τα αριστερά. Έχουσι δε δύο είδη

χαρακτήρων· τους ιερούς χαρακτήρας και τους δημώδεις.

37. Επειδή δε είναι θεοσεβείς πολύ περισσότερον από όλους τους

ανθρώπους, έχουσι τα εξής έθιμα. Πίνουσιν από ποτήρια χάλκινα τα

οποία πλύνουσι καθ' ημέραν· τούτο δε πράττουσιν όλοι, και όχι

τινές μόνον. Φορούσιν ενδύματα λινά πάντοτε νεόπλυτα, και

προσέχουσιν εις τούτο πολύ. Περιτέμνονται χάριν καθαριότητος, και

θεωρούσι προτιμότερον να φαίνωνται καθαροί ή ωραίοι. Ανά πάσαν

τρίτην ημέραν οι ιερείς ξυρίζουσιν όλον το σώμα διά να μη τύχη και

ευρεθή επ' αυτών μήτε φθείρα μήτε άλλο τι έντομον μυσαρόν όταν

υπηρετώσι τους θεούς. Λινά μόνον ενδύματα φορούσιν οι ιερείς και

υποδήματα κατεσκευασμένα από φλοιόν παπύρου· δεν τοις είναι δε

επιτετραμμένον να φορώσιν άλλου είδους. Νίπτονται με ύδωρ

δροσερόν, δις της ημέρας και δις της νυκτός. Και άλλα ούτως ειπείν

άπειρα θρησκευτικά έθιμα εκπληρούσιν· απολαμβάνουσιν όμως και όχι

ολίγα αγαθά. Μήτε φθείρουσι μήτε δαπανώσιν όσα ανήκουσιν εις

αυτούς· τροφαί ιεραί ετοιμάζονται δι' αυτούς, και άπειρα κρέατα

βοών και χηνών προσφέρονται εις αυτούς καθημερινώς· προς τούτοις

τοις δίδεται οίνος σταφυλής. Δεν τοις επιτρέπεται όμως να τρώγωσιν

ιχθύας. Εις όλην την Αίγυπτον δεν σπείρουσι κυάμους, εάν δε τύχη

να φυτρώσωσι, δεν τους τρώγουσι μήτε ωμούς μήτε μαγειρευμένους. Οι

ιερείς ούτε να τους ίδωσιν ανέχονται θεωρούντες το όσπριον τούτο

ως ακάθαρτον. Έκαστος θεός δεν υπηρετείται μόνον παρ' ενός ιερέως,

αλλά παρά πολλών, και είς εξ αυτών είναι μέγας ιερεύς· όταν

αποθάνη τον διαδέχεται ο υιός του.

38. Φρονούσιν ότι οι άρρενες βόες είναι του Επάφου, και τούτου

ένεκα τους δοκιμάζουσι διά του ακολούθου τρόπου. Εάν επί του βοός

ανακαλύψωσι μίαν μόνην τρίχα λευκήν, υποθέτουσιν αυτόν ακάθαρτον.

Είς των ιερέων, επιτετραμμένος τούτο, εξετάζει το πράγμα,

κρατουμένου του ζώου ορθίου ή ριπτομένου υπτίου. Έλκει δε

συγχρόνως την γλώσσαν του διά να ίδη έκ τινων προσδιωρισμένων

σημείων περί των οποίων θα ομιλήσω αλλαχού εάν ήναι καθαρά· τέλος

παρατηρεί τας τρίχας της θύρας και βεβαιούται εάν φύωνται φυσικώς.

Αφού δε το ζώον αποδειχθή υπό όλας τας επόψεις καθαρόν, το σημειοί

τυλίσσων περί τα κέρατα αυτού φλοιόν παπύρου, έπειτα ο ιερεύς το

αλείφει με σημαντρίδα γην, επιθέτει την σφραγίδα του και

τοιουτοτρόπως το απάγουσιν. Όστις θυσιάζει βουν μη σημειωμένον

τιμωρείται με θάνατον. Κατά τούτον λοιπόν τον τρόπον δοκιμάζεται

το ζώον.

39. Ιδού δε πώς γίνεται η θυσία· όταν φέρωσι το σημειωμένον ζώον

προ του βωμού όπου θέλουσι να το θυσιάσωσιν, ανάπτουσι πυρ, έπειτα

πλησίον αυτού κάμνουσι σπονδάς με οίνον και επικαλούνται τον θεόν·

ακολούθως σφάζουσι το θύμα, και αφού το σφάξωσιν, αποκόπτουσι την

κεφαλήν αυτού. Εκδαίρουσι το σώμα, και αφού είπωσι κατά της

κεφαλής εκείνης πολλάς αράς, την φέρουσιν εις την αγοράν, εάν

υπάρχη τοιαύτη, και την πωλούσιν εις Έλληνά τινα έμπορον, εάν

ευρίσκεται τοιούτος εις την πόλιν· ει δε και δεν ευρίσκεται Έλλην

έμπορος, την ρίπτουσιν εις τον ποταμόν. Αι βλασφημίαι τας οποίας

προφέρουσι κατά της κεφαλής εκείνης είναι αι ακόλουθοι· «Εάν

μέλλωσι να συμβώσι δυστυχίαι εις εκείνους οίτινες προσφέρουσι την

θυσίαν ταύτην, είθε αι δυστυχίαι αύται να στραφώσι και πέσωσι κατά

της κεφαλής ταύτης.» Όλοι οι Αιγύπτιοι τηρούσι τας αυτάς συνήθειας

προκειμένου περί των κεφαλών των θυμάτων και των σπονδών του

οίνου· εις όλας δε τας θυσίας μεταχειρίζονται τους αυτούς νόμους,

και συμφώνως με τους νόμους τούτους ουδέποτε Αιγύπτιος τρώγει την

κεφαλήν ουδενός ζώου.

40. Η εξαγωγή των εντοσθίων και ο τρόπος του καίειν τα θύματα

διαφέρουσι κατά τας θυσίας. Εγώ θα αναφέρω ποία είναι κατ' αυτούς

η μεγίστη θεότης προς τιμήν της οποίας τελούσι την μεγίστην

εορτήν. Αφού εκδείρωσι τον βουν, αποσπώσι την κοιλίαν κενήν,

αφίνοντες εντός του σώματος τα σπλάγχνα και το πάχος. Κόπτουσι

τους πόδας, την άκραν της ουράς, τους ώμους και τον τράχηλον.

Τούτων γενομένων, γεμίζουσι το εναπομείναν σώμα με άρτους

καθαρούς, με μέλι, με σταφίδας, με σύκα, με λιβανωτόν, με σμύρναν

και με άλλα μύρα. Αφού δε το γεμίσωσι τοιουτοτρόπως, το καίουσιν

επί του βωμού χύνοντες επ' αυτού άφθονον έλαιον. Θυσιάζουσι δε

νήστεις έτι, και ενώ το θύμα καίεται, τύπτουσιν εαυτούς όλοι·

τέλος, αφού κτυπηθώσι καλώς, κάθηνται και τρώγουσι τα μέλη του

ζώου τα οποία εχώρισαν πρότερον.

41. Όλοι λοιπόν οι Αιγύπτιοι θυσιάζουσιν άρρενας βόας καθαρούς και

μόσχους, δεν τοις είναι όμως επιτετραμμένον να θυσιάζωσι θηλείας

διότι αύται θεωρούνται ιεραί της Ίσιδος. Το δε άγαλμα της Ίσιδος,

ον γυναικείον, έχει κέρατα αγελάδος, όπως οι Έλληνες παριστώσι την

Ιώ, και όλοι οι Αιγύπτιοι σέβονται ομοίως τας αγελάδας πολύ

περισσότερον από όλα τα λοιπά ζώα. Τούτου ένεκα, ούτε ανήρ

Αιγύπτιος ούτε γυνή Αιγυπτία στέργει να φιλήση Έλληνα εις το

στόμα, ή να μεταχειρισθή την μάχαιραν, ή τους οβελούς, ή την

χύτραν αυτού, ή να φάγη κρέας βοός καθαρού κοπέν υπό μαχαίρας

Έλληνος. Θάπτουσι τους νεκρούς βόας διά του ακολούθου τρόπου·

ρίπτουσα εις τον ποταμόν τας θηλείας, τους δε άρρενας τους

ρίπτουσιν εντός εσκαμμένων βόθρων εις τα προάστειά των, αφίνοντες

έξω του τάφου το έν κέρατον ή τα δύο ως σημείον. Όταν γίνη εντελής

η σήψις και παρέλθη ο προσδιωρισμένος χρόνος, έρχεται εις εκάστην

πόλιν έν πλοιάριον εκ της Προσωπίτιδος καλουμένης νήσου· είναι δε

η νήσος αύτη εις το Δέλτα και έχει περιφέρειαν εννέα σχοίνων. Εν

ταύτη τη Προσωπίτιδι νήσω υπάρχουσι και άλλαι πολλαί πόλεις.

Εκείνη δε εκ της οποίας έρχονται τα πλοιάρια τα οποία συνάζουσι τα

οστά των βοών, ονομάζεται Ατάρβηχις, και υπάρχει εν αυτή ναός

αφιερωμένος εις την Αφροδίτην. Από την πόλιν ταύτην εξερχόμενοι οι

άνθρωποι με πολλά πλοιάρια περιφέρονται εις όλας τας άλλας πόλεις

διά να λάβωσι τα οστά, να τα φέρωσιν εις έν μέρος και τα θάψωσιν·

εκεί όλα. Όπως θάπτουσι δε τους βόας ούτω θάπτουσι και τα άλλα

αποθνήσκοντα κτήνη. Τοιούτον έθιμον λοιπόν επικρατεί εις αυτούς

περί των κτηνών, διότι κανέν εκ τούτων των ζώων δεν φονεύουσιν οι

Αιγύπτιοι.

42. Όσοι ίδρυσαν ναούς εις τον Θηβαιέα Δία, ή όσοι είναι από τον

Θηβαίον νομόν, απέχονται προβάτων και θυσιάζουσιν αίγας. Διότι

όλοι οι Αιγύπτιοι δεν τιμώσι τους αυτούς διά του αυτού τρόπου,

πλην της Ίσιδος και του Οσίριδος (όστις λέγουσιν ότι είναι ο

Διόνυσος), τους οποίους τιμώσι πανταχού ομοίως. Όσοι δε έχουσι

ναόν του Μένδητος, απέχονται αιγών και θυσιάζουσι πρόβατα. Οι δε

Θηβαίοι και όσοι ως αυτούς απέχονται προβάτων, λέγουσιν ότι το

έθιμον τούτο επεκράτησε παρ' αυτοίς διά την ακόλουθον αιτίαν. Ο

Ηρακλής ηθέλησεν αφεύκτως να ίδη τον Δία, όστις δεν ήθελε να τον

ίδη ο Ηρακλής· τέλος, επειδή επέμενεν ο Ηρακλής, εμηχανεύθη ο Ζευς

το εξής. Εκδείρας κριόν και αποταμών την κεφαλήν αυτού, την

εκράτει προ του προσώπου του, αφού εφόρεσε πρότερον την δοράν του

κριού. Εν τοιαύτη δε καταστάσει ευρισκόμενος, έδειξεν εαυτόν εις

τον Ηρακλέα. Διά την αιτίαν ταύτην οι Αιγύπτιοι κάμνουσι το άγαλμα

του Διός κριοπρόσωπον· εμιμήθησαν δε αυτούς οι Αμμώνιοι, οίτινες

είναι άποικοι των Αιγυπτίων και των Αιθιόπων και η γλώσσα των

είναι κράμα της Αιγυπτιακής και της Αιθιοπικής. Κατ' εμέ τούτου

ένεκα έλαβον και την επωνυμίαν Αμμώνιοι, διότι Αμμούν ονομάζουσιν

οι Αιγύπτιοι τον Δία. Δεν θυσιάζουσι λοιπόν οι Αιγύπτιοι κριούς,

και ένεκα της παραδόσεως ταύτης θεωρούσιν αυτούς ως ιερούς· άπαξ

μόνον του έτους, κατά την εορτήν του Διός, σφάξαντες και

εκδείραντες κριόν περιβάλλουσι με το δέρμα του το άγαλμα του Διός,

σύροντες ενώπιον αυτού το άγαλμα του Ηρακλέους. Γενομένης της

τελετής ταύτης, όλοι οι ιερείς του ναού τύπτουσιν εαυτούς εις

ένδειξιν πένθους διά τον θάνατον του κριού, και έπειτα θάπτουσιν

αυτόν εις θήκην ιεράν.

48. Προκειμένου περί του Ηρακλέους, ήκουσα ότι ήτο είς των δώδεκα

θεών· όσον δ' αφορά τον Ηρακλέα τον οποίον γνωρίζουσιν οι Έλληνες,

ουδαμού της Αιγύπτου ηδυνήθην να μάθω τι. Ότι δε οι Αιγύπτιοι δεν

έλαβον το όνομα Ηρακλής από τους Έλληνας, αλλά μάλλον οι Έλληνες

από τους Αιγυπτίους, και ιδίως εκείνοι οίτινες τον ωνόμασαν υιόν

του Αμφιτρύωνος, έχω πολλά τεκμήρια περί τούτου, και προσέτι το

ακόλουθον, ότι αμφότεροι οι γονείς του Ηρακλέους τούτου Αμφιτρύων

και Αλκμήνη κατήγοντο ανέκαθεν από την Αίγυπτον, και διότι οι

Αιγύπτιοι λέγουσιν ότι ούτε του Ποσειδώνος, ούτε των Διοσκούρων

γνωρίζουσι τα ονόματα, ούτε εγένοντό ποτε δεκτοί οι θεοί ούτοι

μεταξύ των θεοτήτων των. Ώστε, εάν ελάμβανον από τους Έλληνας το

όνομα θεού τίνος, θα ενθυμούντο προ παντός άλλου το του Ποσειδώνος

και το των Διοσκούρων· διότι και τότε εγίνοντο ταξίδια, και ήσαν

Έλληνές τινες ναυτίλοι. Τούτο φρονώ εγώ και πρέπει να ήναι ορθή η

γνώμη μου· ώστε αυτών των θεών τα ονόματα θα εμάνθανον μάλλον ή το

του Ηρακλέους. «Ο Ηρακλής των Αιγυπτίων είναι αρχαιότατος θεός,

και οι ίδιοι λέγουσα ότι δεκαεπτά χιλιάδες έτη πριν βασιλεύση ο

Άμασις, ο αριθμός των θεών των ανεβιβάσθη από οκτώ εις δώδεκα,

μεταξύ των οποίων ήτο και ο Ηρακλής.

44. Θέλων δε να μάθω περί αυτών σαφές τι παρ' ούτινος δήποτε

ήθελον δυνηθή, έπλευσα εις την Τύρον της Φοινίκης, ακούσας ότι

υπήρχεν εκεί ναός αφιερωμένος εις τον Ηρακλέα, και είδον τον ναόν

τούτον πλουσίως κεκοσμημένον από πολλά αναθήματα. Περιείχε δύο

στήλας· την μεν εκ χρυσού απέφθου, την δε εκ σμαράγδου λίθου,

λάμπουσαν κατά την νύκτα ζωηρώς. Συνομιλήσας με τους ιερείς τους

ηρώτησα πόσος χρόνος είχε παρέλθει αφότου εκτίσθη ο ναός των·

εύρον δε ότι μήτε αυτοί συνεφώνουν με τους Έλληνας· διότι, κατ'

αυτούς, ο ναός εκτίσθη συγχρόνως με την κατοίκισιν της Τύρου, η δε

Τύρος κατοικείται προ δισχιλίων και τριακοσίων ετών. Είδον προσέτι

εις την πόλιν ταύτην έτερον ναόν του Ηρακλέους, του οποίου η

επωνυμία εδείκνυεν ότι ήτο Θάσιος. Έπλευσα λοιπόν και εις την

Θάσον, όπου εύρον ναόν του Ηρακλέους κτισθέντα υπό των Φοινίκων

οίτινες ενώ έπλεον προς αναζήτησιν της Ευρώπης, αφήκαν εκεί την

αποικίαν ταύτην. Τούτο δε συνέβη πέντε γενεάς πριν γεννηθή ο

Ηρακλής του Αμφιτρύωνος εις την Ελλάδα. Το συμπέρασμα των

αναζητήσεων τούτων αποδεικνύει σαφώς ότι ο Ηρακλής είναι αρχαίος

θεός, και νομίζω ότι πράττουσιν ορθότατα εκείνοι εκ των Ελλήνων

όσοι έχουσι δύο ναούς του Ηρακλέους· και εις μεν τον ένα

προσφέρουσι θυσίας ως εις αθάνατον, καλούντες αυτόν Ολύμπιον, εις

δε τον άλλον τον τιμώσιν ως ήρωα.

45. Αλλ' οι Έλληνες λέγουσι περί αυτού πολλά και απερίσκεπτα. Ούτω

δε και ο εξής μύθος τον οποίον αναφέρουσι περί του Ηρακλέους είναι

ολίγον ευήθης. Κατά την άφιξιν αυτού εις την Αίγυπτον, λέγουσι,

στέψαντες αυτόν με φύλλα οι Αιγύπτιοι, τον έφερον μετά πομπής διά

να τον θυσιάσωσιν εις τον Δία. Και μέχρι μέν τινος ο Ηρακλής

έμενεν ήσυχος, ότε δε έφθασαν πλησίον του βωμού και ητοιμάζοντο να

τον θυσιάσωσιν, έδειξε την δύναμίν του και τους εφόνευσεν όλους.

Οι διηγούμενοι ταύτα με φαίνεται ότι αγνοούσιν ολοτελώς την φύσιν

και τα έθιμα των Αιγυπτίων. Τωόντι, αφού δεν επιτρέπεται εις

αυτούς να θυσιάζωσι κτήνη άλλα ειμή πρόβατα, βόας άρρενας και

μόσχους, όταν ήναι καθαροί, και χήνας, πώς είναι δυνατόν να

θυσιάζωσιν ανθρώπους; Εκτός τούτου, ο Ηρακλής ήτο μόνος, και ως

λέγουσιν άνθρωπος θνητός· πώς εξηγείται λοιπόν να εφόνευσε πολλάς

μυριάδας ανθρώπων; Και περί τούτων μεν τοσαύτα ειπόντας, ας μας

συγχωρήσωσιν οι θεοί και οι ήρωες.

46. Οι δε Αιγύπτιοι περί ων ωμίλησα προ ολίγου δεν θυσιάζουσι μήτε

αίγας μήτε τράγους διά την εξής αιτίαν. Οι Μενδήσιοι

συγκαταριθμούσι τον Πάνα μεταξύ των οκτώ θεών οίτινες εγένοντο

πρότεροι των δώδεκα. Επειδή δε οι ζωγράφοι και οι γλύπται

ζωγραφίζουσι και γλύφουσι το άγαλμα του Πανός όπως οι Έλληνες,

αιγοπρόσωπον και τραγοσκελές, όχι διότι τον φαντάζονται τοιούτον,

αλλά τον νομίζουσιν όμοιον με τους άλλους θεούς (θα ήτο δε

δυσάρεστον εις εμέ να είπω διατί τον παριστώσι τοιούτον), διά

τούτο οι Μενδήσιοι σέβονται όλον το γένος των αιγών, και

πλειότερον τους άρρενας ή τας θηλείας· τούτων δε των αρρένων οι

βοσκοί απολαμβάνουσι μεγαλειτέρας τιμάς.

Ένα τράγον σέβονται περισσότερον από όλους, και όταν ούτος αποθάνη

μέγα πένθος επιβάλλεται εις όλον τον νομόν. Αιγυπτιστί και ο

τράγος και ο Παν λέγεται Μένδης. Επί της εποχής μου, εγένετο εις

τον νομόν τούτον το ακόλουθον τεράστιον· τράγος συνευρίσκετο μετά

γυναικός αναφανδόν. Εις όλους τους ανθρώπους εγένετο γνωστόν

τούτο.

47. Οι Αιγύπτιοι θεωρούσι τον χοίρον ως ζώον ακάθαρτον· επομένως,

εάν τις αυτών διαβαίνων πλησίον χοίρου εγγίση αυτόν, καταβαίνει με

όλα τα ενδύματά του εις τον ποταμόν και λούεται· αφ' ετέρου οι

Αιγύπτιοι χοιροβοσκοί, μολονότι ιθαγενείς, δεν εμβαίνουσιν εις

κανένα ναόν της χώρας, ούτε δίδει τις την θυγατέρα του εις αυτούς,

ούτε λαμβάνει από αυτούς γυναίκα, αλλά δίδουσι και λαμβάνουσι

γυναίκας οι χοιροβοσκοί μεταξύ των. Οι Αιγύπτιοι δεν νομίζουσι

πρέπον να θυσιάζωσι χοίρον εις άλλους θεούς ή την Σελήνην και τον

Διόνυσον (19)· εις αυτούς μόνους θυσιάζουσι και τρώγουσι το κρέας

των θυμάτων. Δεν κρύπτουσι την αιτίαν διά την οποίαν, ενώ

αποστρέφονται τους χοίρους εις τας άλλας εορτάς, τους θυσιάζουσιν

εις αυτήν· εγώ όμως, καίτοι γνωρίζων την αιτίαν ταύτην, δεν νομίζω

ευπρεπές να την είπω. Ιδού δε πώς γίνεται η θυσία των χοίρων εις

την Σελήνην· άμα το ζώον σφαγή, λαμβάνουσι την άκραν της ουράς,

τον σπλήνα, την σκέπην των εντέρων, και αφού τα περιτυλίξωσιν όλα

ομού με όλον το πάχος το οποίον εύρον εις την κοιλίαν, τα καίουσιν

επί του βωμού. Τα λοιπά κρέατα τρώγονται κατ' αυτήν εκείνην την

ημέραν της πανσελήνου καθ' ην εγένετο η θυσία. Άλλην δε ημέραν δεν

δύνανται να γευθώσι χοιρείου κρέατος. Όσοι μεταξύ αυτών είναι

πτωχοί, δι' απορίαν μέσων πλάττουσι χοίρους εκ ζύμης τους οποίους

ψήσαντες θυσιάζουσι.

48. Εις το εσπερινόν δείπνον, κατά την παραμονήν της εορτής του

Διονύσου, σφάξας έκαστος προ της θύρας του χοίρον, τον δίδει οπίσω

και τον λαμβάνει ο ίδιος χοιροβοσκός όστις τω τον επώλησε. Πλην

των χορών, οι Αιγύπτιοι εκτελούσι τα λοιπά της εορτής ως οι

Έλληνες. Αντί δε του φαλλού επενόησαν αγάλματα νευρόσπαστα,

πηχυαία το μέγεθος, και περιφέρουσίν αυτά αι γυναίκες εις τας

κώμας, έχοντα το αιδοίον κινούμενον και μόλις μικρότερον του όλου

σώματος. Προηγείται αυλητής, ακολουθούσι δε αι γυναίκες άδουσαι

τον Διόνυσον. Διατί το αιδοίον είναι τόσον υπερμέτρως μέγα, και

διατί αυτό μόνον το μέλος του σώματος κινείται; Περί τούτου

υπάρχει ιερά τις παράδοσις.

49. Νομίζω ότι ο Μελάμπους, ο υιός του Αμυθέωνος, εγνώρισε και

μάλιστα είδε τας τελετάς ταύτας, διότι αυτός εδίδαξεν εις τους

Έλληνας το όνομα του Διονύσου, την εορτήν αυτού και την πομπήν του

φαλλού. Τους εδίδαξεν όμως πράγμα το οποίον και αυτός δεν είχεν

εννοήσει καλώς, οι δε μεταγενέστεροι αυτού σοφοί εσαφήνισαν αυτό

εντελέστερον. Εδίδαξε λοιπόν ο Μελάμπους να περιφέρωσι τον φαλλόν

προς τιμήν του Διονύσου, και οι Έλληνες μαθόντες τούτο παρ' αυτού

πράττουσίν όσα πράττουσιν. Εγώ νομίζω ότι ο Μελάμπους υπήρξεν

άνθρωπος σοφός, αφ' εαυτού σύστησας την μαντικήν τέχνην, αλλ' ότι

εισήγαγεν εις τους Έλληνας διάφορα τα οποία έμαθεν εις την

Αίγυπτον, και μεταξύ άλλων την λατρείαν του Διονύσου αφού επέφερεν

εις αυτήν ολίγας παραλλαγάς. Και τωόντι, πώς είναι δυνατόν να

πιστεύσωμεν ότι τα προς τιμήν του θεού τούτου γινόμενα εις την

Αίγυπτον και εις τους Έλληνας κατά σύμπτωσιν ομοιάζουσιν; Εάν δεν

ήσαν νεωστί εισηγμένα, θα ήσαν όμοια προς παν ό,τι συμφωνεί με τα

ήθη των Ελλήνων. Επίσης δεν πιστεύω ότι οι Αιγύπτιοι παρέλαβον από

τους Έλληνας τούτο το έθιμον ή άλλο οιονδήποτε. Ως φρονώ δε εγώ, ο

Μελάμπους θα έμαθε τα περί της τελετής του Διονύσου από τον Κάδμον

τον Τύριον και από τους μετ' αυτού ελθόντας εκ της Φοινίκης εις

την χώραν ήτις καλείται σήμερον Βοιωτία.

50. Σχεδόν όλα τα ονόματα των θεών ήλθον εκ της Αιγύπτου εις την

Ελλάδα· αι έρευναί μου με πείθουσιν ότι τα παρελάβομεν από χώρας

βαρβάρους, και νομίζω ότι προ πάντων ήλθον εκ της Αιγύπτου. Εκτός

του Ποσειδώνος και των Διοσκούρων, περί ων ωμίλησα, εκτός της

Ήρας, της Εστίας, της Θέμιδος, των Χαρίτων και των Νηρηίδων, τα

ονόματα όλων των άλλων θεών υπήρξαν πάντοτε παρά τοις Αιγυπτίοις.

Επαναλαμβάνω ενταύθα ό,τι αυτοί οι ίδιοι με είπον. Οι Θεοί, ων τα

ονόματα λέγουσιν οι Αιγύπτιοι ότι αγνοούσιν, ωνομάσθησαν νομίζω

από τους Πελασγούς, πλην του Ποσειδώνος· αυτόν δε τον θεόν έμαθον

οι Έλληνες από τους Λίβυας. Ουδείς προ αυτών είχε προφέρει το

όνομά του, και αυτοί τον ετίμων πάντοτε ως θεόν. Οι Αιγύπτιοι

ουδεμίαν λατρείαν αποδίδουσιν εις τους ήρωας.

51. Έλαβον λοιπόν οι Έλληνες παρά των Αιγυπτίων τα έθιμα τα οποία

είπα, και άλλα τα οποία θα είπω κατόπιν· δεν εδίδαξαν όμως οι

Αιγύπτιοι τους Έλληνας να κατασκευάζωσι τα αγάλματα του Ερμού με

το αιδοίον ορθόν. Πρώτοι όλων των Ελλήνων οι Αθηναίοι παρέλαβον το

έθιμον τούτο από τους Πελασγούς και το μετέδωκαν εις όλους τους

άλλους. Διότι οι Πελασγοί κατώκουν την αυτήν χώραν με τους

Αθηναίους όταν ούτοι ηριθμούντο ήδη μεταξύ των Ελλήνων, και τούτου

ένεκα ήρχισαν και οι Πελασγοί να νομίζωνται Έλληνες. Όστις δε

εμυήθη τα μυστήρια των Καβείρων τα οποία τελούσιν οι Σαμοθράκες

παραλαβόντες αυτά από τους Πελασγούς, εκείνος γνωρίζει τι λέγω. Οι

δε Πελασγοί, πριν μεταβώσιν εις την Αττικήν, κατώκουν την

Σαμοθράκην, και από τούτους παρέλαβον τα μυστήρια οι Σαμοθράκες.

Πρώτοι λοιπόν των Ελλήνων οι Αθηναίοι διδαχθέντες παρ' αυτών,

έκαμον τα αγάλματα του Ερμού με το αιδοίον ορθόν. Οι Πελασγοί

αποδίδουσιν εις τούτο αιτίαν ιεράν, την οποίαν εξηγούσι τα

μυστήρια της Σαμοθράκης.

52. Πρότερον οι Πελασγοί ευχόμενοι προσέφεραν εις τους θεούς

παντός είδους προσφοράς, ως με εβεβαίωσαν εις την Δωδώνην, χωρίς

να δίδωσιν εις αυτούς ούτε όνομα ιδιαίτερον ούτε επώνυμον, διότι

δεν είχον ακούσει έως τότε τοιούτο τι. Tους εκάλουν θεούς διά

μόνον τον λόγον ότι τακτοποιήσαντες το σύμπαν, εκυβέρνων αυτό.

Έπειτα, μετά παρέλευσιν πολλού χρόνου, έμαθον εκ της Αιγύπτου τα

ονόματα των άλλων θεών· το δε του Διονύσου έμαθον πολύ βραδύτερον.

Περί των ονομάτων τούτων ηρώτησαν το μαντείον της Δωδώνης, εκείνο

το οποίον οι Έλληνες θεωρούσιν ως αρχαιότατον και το μόνον τότε.

Όταν λοιπόν οι Πελασγοί ηρώτησαν εάν έπρεπε να λάβωσιν ονόματα

ερχόμενα από τους βαρβάρους, το μαντείον απεκρίθη : «Λάβε.» Έκτοτε

δε έθυον μεταχειριζόμενοι τα ονόματα ταύτα των θεών, τα οποία επί

τέλους παρέλαβον οι Έλληνες από αυτούς.

53. Πόθεν ήλθεν έκαστος των θεών; Υπήρξαν πάντοτε όλοι; Ποίον το

όχημα αυτών; Ουδείς εγίνωσκέ τι, κυρίως ειπείν, μέχρις εσχάτων.

Διότι νομίζω ότι ο Ησίοδος και ο Όμηρος δεν ήσαν αρχαιότεροι εμού

ειμή κατά τετρακόσια έτη και ουχί πλειότερον. Αυτοί είναι οι

γράψαντες την θεογονίαν των Ελλήνων, οι δόντες εις τους θεούς

ονόματα, οι διανείμαντες εις αυτούς τιμάς και τέχνας, οι

περιγράψαντες τας μορφάς αυτών και καθώς νομίζω εγώ, οι ποιηταί

τους οποίους λέγουσι προγενεστέρους των δύο τούτων ανθρώπων

υπήρξαν μεταγενέστεροι. Εξ όσων είπα, τα μεν πρώτα, τα λέγουσιν αι

ιέρειαι της Δωδώνης, τα δε περί Ησιόδου και Ομήρου τα λέγω εγώ.

54. Ιδού δε τι διηγούνται οι Αιγύπτιοι περί των εν τη Ελλάδι και

εν τη Λιβύα δύο χρηστηρίων. Κατά τους ιερείς του Θηβαιέως Διός,

δύο ιέρειαι ηρπάγησαν από τας Θήβας υπό Φοινίκων· κατόπιν έμαθον

ότι η μία μεν αυτών επωλήθη εις την Λιβύαν, η δε άλλη εις την

Ελλάδα, και ότι αι δύο αύται γυναίκες εσύστησαν τα πρώτα μαντεία

εις τα δύο ταύτα έθνη. Επειδή δε εγώ τους ηρώτησα πόθεν ήξευρον

αυτό το οποίον μετά τοσαύτης βεβαιότητος μοι έλεγον, απεκρίθησαν

ότι μετά πολλού ζήλου εζήτησαν αυτάς τας γυναίκας, ότι δεν

ηδυνήθησαν να τας ανεύρωσι και ότι ύστερον έμαθον αυτά τα οποία

έλεγον.

55. Και ταύτα μεν ήκουσα από τους ιερείς των Θηβών· αι δε ιέρειαι

της Δωδώνης λέγουσιν ότι δύο μαύραι περιστεραί είχον πετάξει από

τας Θήβας της Αιγύπτου, και η μεν ήλθεν εις την Λιβύαν, η δε εις

την Δωδώνην· η τελευταία αύτη εκάθησεν επί φηγού και λαβούσα φωνήν

ανθρωπίνην τοις είπεν ότι εις αυτόν τον τόπον έπρεπε να συστήσωσι

μαντείον του Διός· ο λαός ενόησεν ότι το άγγελμα εκείνο ήτο θείον

και εξετέλεσεν αμέσως τα παραγγελθέντα. Προσθέτουσιν ότι η άλλη

περιστερά διέταξε τους Λίβυας να συστήσωσι το χρηστήριον του

Άμμωνος· είναι δε και τούτο χρηστήριον του Διός. Ταύτα με είπον αι

ιέρειαι της Δωδώνης, εξ ων η μεν πρεσβυτάτη ωνομάζετο Προμένεια, η

δευτέρα Τιμαρέτη, η δε νεωτάτη Νικάνδρη. Οι δε άλλοι Δωδωναίοι,

όσοι ήσαν εις τον ναόν, συνεφώνουν με αυτάς.

56. Περί τούτων εγώ έχω την εξής γνώμην. Εάν αληθώς οι Φοίνικες

ήρπασαν τας ιερείας εκείνας και τας επώλησαν, την μεν εις την

Λιβύαν, την δε εις την Ελλάδα, νομίζω ότι η γυνή αύτη η

μεταφερθείσα εις την σημερινήν Ελλάδα, ήτις άλλοτε εκαλείτο

Πελασγία, θα επωλήθη εις την Θεσπρωτίαν, και ότι γενομένη δούλη θα

ίδρυσε ναόν του Διός υπό την ευρισκομένην εκεί φηγόν, νομίζουσα

πρέπον, αφού υπηρέτησεν εις τον εν Θήβαις ναόν του Διός εξ ου

ήλθε, να διαιωνίση την ανάμνησιν αυτού εν τω τόπω όπου είχε

μεταφερθή. Μετά ταύτα, αφού έμαθε την Ελληνικήν γλώσσαν, θα

εσύστησε το χρηστήριον και θα είπεν ότι η αδελφή της επωλήθη υπό

των Φοινίκων οίτινες επώλησαν και αυτήν.

57. Νομίζω δε ότι αι γυναίκες αύται εκλήθησαν υπό των Δωδωναίων

περιστεραί, επειδή ήσαν βάρβαροι και εφαίνοντο ότι εφθέγγοντο ως

πτηνά. Βραδύτερον, όταν η γυνή αύτη ωμίλησε με τρόπον μάλλον

καταληπτόν εις αυτούς, είπον ότι μία περιστερά ελάλησε με

ανθρωπίνην φωνήν· ενόσω όμως μετεχειρίζετο την βάρβαρον γλώσσαν,

τοις εφαίνετο ότι ωμίλει ως πτηνόν, διότι πώς είναι δυνατόν

περιστερά να ομιλήση ανθρωπίνως; Το μέλαν χρώμα το οποίον δίδουσιν

εις την περιστεράν σημαίνει ότι η γυνή ήτο Αιγυπτία.

58. Το εν ταις Θήβαις της Αιγύπτου μαντείον και το εν Δωδώνη

δίδουσι τας αποκρίσεις των σχεδόν ομοίως, καθότι η τέχνη του διά

της εξετάσεως των θυμάτων μαντεύεσθαι ήλθεν επίσης εκ της

Αιγύπτου. Πρώτοι όλων των ανθρώπων οι Αιγύπτιοι έκαμον τας

πανηγύρεις, τας πομπάς, τα αφιερώματα, από αυτούς δε τας έμαθον οι

Έλληνες. Τεκμήριον τούτου, κατ' εμέ, είναι το εξής· εν Αιγύπτω

φαίνονται ότι είναι αρχαιόταται· εν Ελλάδι φαίνονται ότι νεωστί

εγένοντο.

59. Οι Αιγύπτιοι δεν αρκούνται κατ' έτος εις μίαν μόνην πανήγυριν,

αλλά τελούσι πολλάς τοιαύτας εξ ων η μεν πρώτη, εκείνη χάριν της

οποίας μεταβαίνουσι προθυμότατα, γίνεται εις την Βούβαστιν προς

τιμήν της Αρτέμιδος· η δευτέρα γίνεται εις την Βούσιριν προς τιμήν

της Ίσιδος· διότι εις την πόλιν ταύτην υπάρχει ο μέγιστος ναός της

Ίσιδος. Η πόλις είναι εχτισμένη εις το μέσον του Δέλτα, Ίσις δε

κατά την γλώσσαν των Ελλήνων είναι η Δημήτηρ. Η τρίτη πανήγυρις

τελείται εις Σάιν, προς τιμήν της Αθηνάς· η τετάρτη εις

Ηλιούπολιν, προς τιμήν του Ηλίου· η πέμπτη εις την Βουτώ, προς

τιμήν της Λητούς και η έκτη εις την Πάπρημιν προς τιμήν του Άρεως.

60. Ιδού δε πώς μεταβαίνουσιν εις την πόλιν Βούβαστιν, διότι

άπειροι άνδρες και γυναίκες μεταβαίνουσιν εκεί πανταχόθεν διά

πλοιαρίων. Τινές των γυναικών κρατούσαι κρόταλα κροταλίζουσιν,

άνδρες δέ τινες αυλούσι καθ' όλον τον πλουν· οι λοιποί, άνδρες και

γυναίκες, άδουσι και κροτούσι τας χείρας. Όταν δε πλέοντες

προσεγγίσωσιν είς τινα πόλιν εκ των μεταξύ ευρισκομένων, δένουσι

το πλοιάριον εις την ξηράν και πράττουσι τα ακόλουθα. Τινές μεν

των γυναικών εξακολουθούσι τα άσματά των ή τον κροταλισμόν των

κροτάλων, άλλαι περιγελώσι με μεγάλας φωνάς τας γυναίκας της

πόλεως εκείνης, άλλαι χορεύουσι, και άλλαι ιστάμεναι όρθιαι

ανασύρουσι τα ενδύματά των. Εις εκάστην δε πόλιν παραποταμίαν

πράττουσι τα αυτά. Όταν δε φθάσωσιν εις την Βούβαστιν, εορτάζουσι

προσφέροντες μεγάλας θυσίας, και εις ταύτην την εορτήν αναλίσκουσι

περισσότερον οίνον σταφυλής ή καθ' όλον τον λοιπόν χρόνον. Πλην

των παιδίων, συμφοιτώσιν εκεί επτακόσιοι χιλιάδες ανδρών και

γυναικών, ως λέγουσιν οι εντόπιοι. Και ταύτα μεν γίνονται εις την

Βούβαστιν.

61. Εις δε την Βούσιριν, πώς τελούσι την εορτήν της Ίσιδος είπα

ανωτέρω. Μετά τας θυσίας, άνδρες και γυναίκες, πάμπολλαι μυριάδες,

τύπτονται· διά ποίον όμως θεόν τύπτονται θα ήτο ανόσιον εις εμέ να

είπω. Οι εις την Αίγυπτον κατοικούντες Κάρες πράττουσι τούτο

περισσότερον από τους άλλους, τόσον ώστε κόπτουσι και τα μέτωπά

των με μαχαίρας· εκ τούτου δε γνωρίζονται ότι είναι ξένοι και ουχί

Αιγύπτιοι.

62. Όταν συναθροισθώσι διά να κάμωσι θυσίας εις την πόλιν Σάιν,

ανάπτουσιν επί μίαν νύκτα όλοι πολλά λυχνάρια έξω και πέριξ των

οικιών. Τα λυχνάρια δε ταύτα είναι μικρά αγγεία πλήρη άλατος και

ελαίου, και εις την επιφάνειαν επιπλέει το ελλύχνιον. Τα λυχνάρια

καίουσι δι όλης της νυκτός, και η εορτή αύτη καλείται λυχνοκαΐα.

Όσοι Αιγύπτιοι δεν έλθωσιν εις την πανήγυριν ταύτην, περιμένοντες

την νύκτα της θυσίας, ανάπτουσιν όλοι λυχνάρια, εις τρόπον ώστε ου

μόνον η Σάις είναι φωταγωγημένη, αλλ' όλη η Αίγυπτος. Διά ποίον δε

λόγον γίνεται η φωτοχυσία και τιμώσι την νύκτα ταύτην, υπάρχει

περί τούτου ιερά τις παράδοσις.

63. Εις δε την Ηλιούπολιν και την Βουτώ οι μεταβαίνοντες θυσίας

μόνον επιτελούσιν. Εις την Πάπρημιν τηρούσι μεν τας αυτάς θυσίας

και ιεροπραξίας ως εις τας άλλας πόλεις, όταν όμως ο ήλιος αρχίση

να κλίνη προς την δύσιν, τινές μεν ιερείς ενασχολούνται περί το

άγαλμα, άλλοι δε, οι περισσότεροι, κρατούντες ράβδους, ίστανται

εις την είσοδον του ναού· ο λαός, ήτοι πολλαί χιλιάδες ανδρών,

προσευχόμενοι, ίστανται συμπαγείς εις το αντίθετον μέρος. Από της

προτεραίας μεταφέρουσιν εκ του ναού εις άλλο οίκημα ιερόν το

άγαλμα το οποίον είναι εντός ναΐσκου εκ ξύλου κεχρυσωμένου. Οι

ιερείς, οι οποίοι είχον μείνει περί το άγαλμα, αρχίζουσι να σύρωσι

προς τον μέγαν ναόν άρμα τετράτροχον έχον επ' αυτού τον ναΐσκον

και το άγαλμα, αλλ' οι εις τα προπύλαια ιστάμενοι δεν επιτρέπουσιν

εις αυτούς την είσοδον. Τότε οι ευλαβείς, ερχόμενοι προς βοήθειαν

του θεού, τους κτυπώσιν· εκείνοι υπερασπίζονται, σφοδρά ραβδομαχία

επακολουθεί, και πολλαί κεφαλαί συντρίβονται. Και υποθέτω μεν ότι

πολλοί και αποθνήσκουσιν εκ των τραυμάτων, πλην οι Αιγύπτιοι

βεβαιούσιν ότι ουδείς ουδέποτε απέθανεν.

64. Διηγούνται δε ως εξής την σύστασιν της πανηγύρεως ταύτης. Η

μήτηρ του Άρεως διέμενεν εις τον ναόν τούτον· ο θεός,

ανατρεφόμενος αλλαχού, εγένετο έφηβος και ηθέλησε να εισέλθη διά

να συνομιλήση με την μητέρα του· αλλ' οι υπηρέται, οίτινες ποτέ

δεν τον είχον ιδεί, δεν τον άφησαν και τον απώθησαν· τότε αυτός

έλαβεν ανθρώπους από άλλην πόλιν, έδειρε τους υπηρέτας και

εισήλθεν εις της μητρός του. Ιδού, λέγουσι, το έθιμον των

ξυλοκοπημάτων κατά την εορτήν του Άρεως. Οι δε Αιγύπτιοι είναι οι

πρώτοι οίτινες εσύστησαν ως κανόνα θρησκευτικόν να μη

συνευρίσκωνται μετά γυναικών εντός των ναών και να μη εμβαίνωσιν

εις αυτούς εάν δεν λουσθώσι μετά την συνουσίασιν. Τωόντι, όλοι

σχεδόν οι άνθρωποι (πλην των Αιγυπτίων και των Ελλήνων) μιγνύονται

μετά γυναικών εντός των ναών ή εισέρχονται εις αυτούς άλουτοι άμα

εγερθώσιν από τας γυναίκας, νομίζοντες ότι οι άνθρωποι κατ' ουδέν

διαφέρουσι των λοιπών ζώων. Διότι βλέποντες τα άλλα κτήνη και τα

πτηνά οχευόμενα εντός των ναών και των ιερών δασών, λέγουσιν ότι

δεν θα εγίνετο τούτο εάν δεν ήτο αρεστόν εις τους θεούς. Και αυτοί

μεν ούτω δικαιολογούμενοι πράττουσι τούτο, εγώ όμως φρονώ

ανάρμοστον την δικαιολογίαν ταύτην.

65. Οι Αιγύπτιοι μετά μεγίστης προσοχής τηρούσιν όλας τας

θρησκευτικάς εντολάς, και ιδίως αυτάς τας οποίας θα είπω. Η

Αίγυπτος μολονότι όμορος της Λιβύας, δεν έχει όμως άγρια θηρία,

όλα δε τα ζώα όσα υπάρχουσιν εκεί θεωρούνται ιερά, και εκείνα τα

οποία ζώσι μετά των ανθρώπων, και εκείνα τα οποία δεν ζώσι μετ'

αυτών. Εάν είπω διατί θεωρούνται ιερά, θα εισήγοντο εις την

διήγησίν μου πράγματα θεία, τα οποία προ πάντων αποφεύγω να

αναφέρω. Όσα δε τοιαύτα ανέφερα επιτροχάδην, τα είπον βιασθείς υπό

της ανάγκης. Υπάρχει περί των ζώων το εξής έθιμον· φύλακες εξ

αμφοτέρων των φύλων είναι διωρισμένοι να τρέφωσιν έκαστον είδος

κεχωρισμένως, ο δε υιός διαδέχεται τον πατέρα εις το τιμητικόν

τούτο καθήκον. Οι κάτοικοι των πόλεων εκπληρούσι τας ευχάς των διά

των φυλάκων τούτων όταν θέλωσι να αποτείνωσι παράκλησίν τινα προς

τον θεόν εις ον ανήκει το ζώον, ξυρίζουσιν είτε όλην την κεφαλήν,

είτε το ήμισυ, είτε το τρίτον της κεφαλής των υιών των· θέτουσιν

εις τα σταθμά πλάστιγγος, εξ ενός μεν μέρους τα μαλλία, εξ άλλου

δε το βάρος αυτών εις άργυρον· οιονδήποτε δε και αν ήναι το βάρος

τούτο, το δίδουσιν εις την φύλακα του ζώου· αύτη δε, προς

αντάλλαγμα, κόπτει εις τεμάχια ιχθύας και τους δίδει εις τα ζώα να

τους φάγωσι. Τοιαύτη είναι η διδομένη εις αυτά τροφή. Εάν τις

φονεύση εκουσίως κανέν εκ των ζώων τούτων τιμωρείται με θάνατον·

εάν δε το φονεύση ακουσίως, πληρόνει πρόστιμον το οποίον ορίζουσιν

οι ιερείς. Όστις φονεύση εκουσίως ή ακουσίως ίβιν ή ιέρακα, ανάγκη

να θανατωθή.

66. Όσον μέγας και αν ήναι ο αριθμός των ζώων τα οποία

συνδιαιτώνται με τους ανθρώπους, θα ήτο πολύ μεγαλείτερος εάν δεν

συνέβαινεν εις τους αιλούρους αυτό το οποίον θα ειπώ. Όταν

γεννήσωσιν αι θήλειαι, δεν πλησιάζουσι τους άρρενας· ούτοι δε

ζητούντες να μιγώσι με αυτάς και μη δυνάμενοι να το κατορθώσωσι,

μηχανώνται το εξής. Αρπάζοντες από των θηλέων και απάγοντες τα

τέκνα, φονεύουσιν αυτά· αφού τα φονεύσωσιν όμως, δεν τα τρώγουσι.

Τότε αι θήλειαι, στερούμεναι των τέκνων των και επιθυμούσαι άλλα,

δεν αποφεύγουσι πλέον τους άρρενας· διότι το ζώον τούτο πολύ αγαπά

την διαιώνισιν του είδους του. Εάν συμβή πυρκαϊά, ακολουθούσιν εις

τους αιλούρους πράγματα υπερφυσικά· τωόντι, ενώ οι Αιγύπτιοι,

ιστάμενοι κατά διαστήματα, προσέχουσι πλειότερον πώς να σώσωσι

τους αιλούρους των ή να σβέσωσι το πυρ, τα ζώα ταύτα ολισθαίνουσι

διά των κενών διαστημάτων, πηδώσιν υπεράνω των ανθρώπων και

ρίπτονται εις τας φλόγας. Εις τα τοιαύτα συμβεβηκότα βαθεία λύπη

καταλαμβάνει τους Αιγυπτίους. Όταν είς τινα οικίαν αποθάνη

αίλουρος εκ φυσικού θανάτου, οι κάτοικοι αυτής ξυρίζουσι μόνον τας

οφρύς των· αλλ' εάν αποθάνη κύων, ξυρίζουσιν όλον το σώμα και την

κεφαλήν.

67. Τους νεκρούς αιλούρους μεταφέρουσιν εις οικήματα ιερά· έπειτα,

αφού τους ταριχεύσωσι, τους θάπτουσιν εις την Βούβαστιν. Οι κύνες

θάπτονται, έκαστος εις την πόλιν του, εντός θηκών ιερών, και οι

ιχνεύμονες ομοίως. Αι μυγαλαί και οι ιέρακες φέρονται εις την

Βουτώ, αι ίβεις (20) εις την Ερμούπολιν. Αι άρκτοι, αίτινες εισί

σπανιώταται, και οι λύκοι οίτινες δεν υπερβαίνουσι τας αλώπεκας

κατά το ανάστημα, θάπτονται εις το μέρος όπου ευρέθησαν νεκροί.

68. Του κροκοδείλου η φύσις είναι τοιαύτη. Κατά τους τέσσαρας

ψυχροτέρους μήνας του έτους δεν τρώγει τίποτε· μολονότι δε είναι

ζώον τετράπουν, ζη συγχρόνως και εις την ξηράν και εις το ύδωρ·

διότι γεννά μεν τα ωά του και τα εκλεπίζει εις ξηράν, και

διέρχεται το πλείστον της ημέρας εις την όχθην, όλην όμως την

νύκτα είναι εντός του ποταμού, καθότι το ύδωρ είναι θερμότερον της

αιθρίας και της δρόσου· εξ όλων των θνητών όντων τα οποία

γνωρίζομεν, αυτό από το μικρότατον μέγεθος καταντά εις το μέγιστον

τα ωά αυτού δεν είναι μεγαλείτερα των της χηνός, και ο νεοσσός

γίνεται ισομεγέθης με το ωόν· αυξάνει όμως μέχρι δεκαεπτά πήχεων,

και ενίοτε περισσότερον. Έχει οφθαλμούς χοίρου, οδόντας μεγάλους

και χαυλιόδοντας εξέχοντας και αναλόγους με το μήκος του σώματος.

Είναι το μόνον ζώον το οποίον δεν έχει γλώσσαν. Η κάτω σιαγών

αυτού είναι ακίνητος και προσεγγίζει την άνω, όπερ δεικνύει ότι

και κατά τούτο διαφέρει από τα άλλα ζώα. Έχει όνυχας ισχυρούς, και

επί της ράχεως δέρμα λεπιδωτόν αδιάρρηκτον. Τυφλόν εντός του

ύδατος, είναι οξυδερκέστατον εις την ξηράν· επειδή δε διέρχεται το

πλείστον του χρόνου εντός του ποταμού, όλον το στόμα του είναι

πλήρες βδελλών αίτινες εκμυζώσι το αίμα του. Ζώα και πτηνά το

αποφεύγουσιν, αλλά μετά του τροχίλου ζη εν ειρήνη, καθότι το

πτηνόν τούτο τω παρέχει ωφέλειαν. Τωόντι, όταν ο κροκόδειλος

εξέρχεται του ύδατος και αναβαίνη εις την ξηράν, η πρώτη αυτού

ανάγκη είναι να εισπνεύση την πνοήν του ζεφύρου· μένει λοιπόν με

στόμα χαίνον, τότε δε ο τροχίλος εισδύει εντός αυτού και τον

απαλλάσσει από τας βδέλλας καταπίνων αυτάς. Δέχεται λοιπόν ο

κροκόδειλος μετ' ευχαριστήσεως την εκδούλευσιν ταύτην και δεν

βλάπτει παντελώς τον τροχίλον.

69. Είς τινας Αιγυπτίους ο κροκόδειλος είναι ιερός, είς τινας δε

ου, και οι τελευταίοι ούτοι τον μεταχειρίζονται ως εχθρόν. Οι

κατοικούντες περί τας Θήβας και την λίμνην Μοίριν θεωρούσιν αυτόν

ιερόν. Έκαστος αυτών τρέφει ένα κροκόδειλον όστις διά της αγωγής

καθίσταται χειροήθης· κρεμώσιν εις τα ώτα του ενώτια κρυστάλλινα

και χρυσά· περιβάλλουσι με ψέλλια τους εμπροσθίους του πόδας και

τω δίδουσι τροφάς εκλεκτάς προερχομένας από τας θυσίας. Τέλος,

ζώντα μεν τον περιποιούνται πολύ, αποθανόντα δε τον ταριχεύουσι

και τον θάπτουσιν εις ιεράς θήκας. Εξ εναντίας, οι κατοικούντες

την Ελεφαντίνην πόλιν τρώγουσι τους κροκοδείλους, ουδόλως

νομίζοντες αυτούς ιερούς. Καλούνται δε ουχί κροκόδειλοι, αλλά

χάμψαι· τους ωνόμασαν δε κροκοδείλους οι Ίωνες, ευρίσκοντες ότι

ομοιάζουσι κατά το σχήμα με τους κροκοδείλους (21) οίτινες

γεννώνται εις τα μέρη των εντός των φρακτών.

70. Οι Αιγύπτιοι τους συλλαμβάνουσι διά πολλών και διαφόρων

τρόπων, αλλ' εγώ θα περιγράψω εκείνον όστις μοι φαίνεται μάλλον

άξιος διηγήσεως. Ο αλιεύς, αφού δελεάση το άγκιστρον με ράχιν

χοίρου, το αφίνει να κυματίζη εις το μέσον του ποταμού· αυτός δε

κρατών δέλφακα (22) ζωντανόν εις το χείλος του ποταμού, τον κτυπά.

Ακούων την φωνήν ο κροκόδειλος, τρέχει προς αυτήν, και συναντών το

άγκιστρον, το καταπίνει· τότε οι άνθρωποι τον έλκουσιν από το

ύδωρ. Αφού δε εξελκυσθή εις την γην, προ παντός άλλου ο αλιεύς

χρίει, τους οφθαλμούς αυτού με πηλόν. Τούτου γενομένου, το ζώον

ευκολώτατα δαμάζεται· άλλως, μετά πολλού κόπου το κατορθόνει.

71. Οι δε ιπποπόταμοι εις μεν τον Παπρημίτην νομόν είναι ιεροί,

εις δε τους άλλους Αιγυπτίους δεν είναι ιεροί. Ιδού δε ποία είναι

η φυσική αυτών μορφή. Είναι ζώον τετράπουν, δίχηλον, έχει οπλάς

βοός, ρίνα σιμήν, χαυλιόδοντας εξέχοντας· έχει χαίτην, ουράν και

χρεμετισμόν ίππου· το μέγεθος αυτού είναι όσον και του μεγίστου

βοός. Το δέρμα δε αυτού τόσον είναι παχύ, ώστε αφού ξηρανθή

κατασκευάζουσιν εξ αυτού ακόντια.

72. Γεννώνται επίσης και ενυδρίδες εντός του ποταμού, τας οποίας

θεωρούσιν ιεράς· εξ όλων των ιχθύων νομίζονται ως ιερά το

λεπιδωτόν και η έγχελυς· αυτά τα δύο λέγουσιν ότι είναι αφιερωμένα

εις τον Νείλον, εκ δε των πτηνών οι χηναλώπεκες.

73. Υπάρχει και έτερον πτηνόν ιερόν το οποίον καλείται φοίνιξ· εγώ

ουδέποτε το είδον ειμή εν ζωγραφία, καθότι σπανίως έρχεται εις την

Αίγυπτον, ανά πεντακόσια έτη, ως λέγουσιν οι κάτοικοι της

Ηλιουπόλεως· προσθέτουσι δε ότι έρχεται όταν αποθάνη ο πατήρ του.

Εάν υπάρχη αληθώς όπως το εικονίζουσι, τα πτερά αυτού είναι άλλα

χρυσοειδή άλλα δε ερυθρά, κατά τι μέγεθος δε ομοιάζει πολύ με

αετόν. Λέγουσιν ότι ο φοίνιξ πράττει τα ακόλουθα τα οποία με

φαίνονται απίστευτα· ορμώμενος από την Αραβίαν, φέρει εις τον εν

Ηλιουπόλει ναόν του Ηλίου τον πατέρα του περικεκαλυμμένον με

σμύρναν και τον θάπτει εκεί διά του εξής τρόπου· πρώτον μεν

πλάττει εκ σμύρνης ωόν τόσον μέγα όσον δύναται να βαστάση· έπειτα

δοκιμάζει τας δυνάμεις του. Αφού δε δοκιμάση, ορύττει το ωόν και

θέτει τον πατέρα του εντός αυτού· έπειτα, με άλλην σμύρναν πληροί

το σχηματισθέν κενόν, εις τρόπον ώστε το ωόν να επανεύρη τα

αρχικόν βάρος του, και τέλος φέρει αυτό ως έχει εις τον εν Αιγύπτω

ναόν του Ηλίου. Ταύτα λέγουσιν ότι πράττει αυτό το όρνεον.

74. Περί τας Θήβας δε υπάρχουσιν όφεις ιεροί οίτινες ουδόλως

βλάπτουσι τους ανθρώπους· είναι ούτοι πολύ μικροί και έχουσι

κέρατα εις την κορυφήν της κεφαλής· όταν δε αποθάνωσι, τους

θάπτουσιν εις τον ναόν του Διός, καθότι λέγουσιν ότι είναι

καθιερωμένοι εις τον θεόν τούτον.

75. Υπάρχει εις την Αραβίαν χώρα κειμένη σχεδόν απέναντι της

πόλεως Βουτούς· εκεί μετέβην όπως εξετάσω περί των πτερωτών όφεων.

Φθάσας είδον οστά και ακάνθας όφεων τόσον πλήθος ώστε είναι

αδύνατον να τα διηγηθώ. Ήσαν άπειροι σωροί ακανθών, άλλοι μεν

μεγάλοι, άλλοι μέτριοι, και άλλοι μικροί. Το δε μέρος εις το

οποίον ευρίσκονται διεσπαρμέναι αι άκανθαι αύται είναι η δίοδος εκ

στενής κοιλάδος εις ευρείαν πεδιάδα, ήτις συνέχεται με την πεδιάδα

της Αιγύπτου. Λέγεται δε ότι άμα τω έαρι οι πτερωτοί όφεις πετώσι

και έρχονται από την Αραβίαν εις την Αίγυπτον· αλλ' αι ίβεις

εξέρχονται προς συνάντησίν των εις την δίοδον ταύτην, τους

εμποδίζουσι να προχωρήσωσι και τους φονεύουσι. Τούτου ένεκα οι

Αράβιοι λέγουσιν ότι τιμάται μεγάλως η ίβις υπό των Αιγυπτίων·

ομολογούσι δε και οι Αιγύπτιοι ότι διά την αιτίαν ταύτην τιμώσιν

αυτά τα πτηνά.

76. Είναι δε το σχήμα της ίβιος τοιούτο· είναι μέλαινα και έχει

σκέλη γεράνου· το ρύγχος αυτής είναι κατά το πλείστον κυρτόν και

το ανάστημά της όσον της κρεκός. Τοιαύτη η μορφή των μαύρων τούτων

αντιπάλων των όφεων· αλλ' αι ίβεις (υπάρχουσι δε δύο είδη αυτών)

αι συχνότερον απαντώμεναι εις τα βήματα των ανθρώπων, έχουσι την

κεφαλήν άτριχον καθώς και τον λαιμόν, τα πτερά των είναι λευκά,

πλην της κεφαλής, του αυχένος, της άκρας των πτερύγων και της

άκρας της ουράς άτινα είναι κατάμαυρα· τα σκέλη δε αυτών και το

ρύγχος είναι όμοια με τα του άλλου είδους. Οι δε όφεις ομοιάζουσι

με τους ύδρους (23), αι απτίλωτοι δε αυτών πτέρυγες ομοιάζουσι με

τας των νυκτερίδων. Αλλά αρκούσιν όσα είπομεν περί των ιερών ζώων.

77. Όσοι δε εκ των Αιγυπτίων κατοικούσι το καλλιεργημένον μέρος

της Αιγύπτου, ασκούντες το μνημονικόν των, είναι οι μάλλον λόγιοι

από όλους τους ανθρώπους όσους επλησίασα και εδοκίμασα. Ιδού η

δίαιτα την οποίαν ακολουθούσι προσέχοντες να διατηρώσι την υγείαν

των, επί τρεις ημέρας συνεχείς εκάστου μηνός προκαλούσι κενώσεις

δι' εμετικών και κλυσμάτων, διότι φρονούσιν ότι όλαι αι ασθένειαι

του ανθρώπου προέρχονται από τας τροφάς. Και αν όμως έλειπον αι

προφυλάξεις αύται, πάλιν οι Αιγύπτιοι θα ήσαν οι μάλλον υγιείς από

όλους τους ανθρώπους μετά τους Λίβυας· αιτία δε τούτου είναι, ως

νομίζω, η σταθερότης των ωρών του έτους. Τωόντι αι ασθένειαι

προέρχονται και από τας μεταβολάς των άλλων πραγμάτων, προ πάντων

όμως από την μεταβολήν των εποχών. Τρέφονται με άρτους εκ ζειάς

τους οποίους ονομάζουσι κυλλήστεις· πίνουσι δε οίνον τον οποίον

κατασκεάζουσιν από κριθήν, διότι δεν υπάρχουσιν άμπελοι εις την

χώραν. Τρώγουσιν ιχθύας ωμούς, άλλους μεν ξηρανθέντας εις τον

ήλιον, άλλους δε παστωθέντας εις την άλμην. Εκ των πτηνών

ταριχεύουσι τους όρτυγας, τας νήσσας και τα μικρά πτηνά, και τα

τρώγουσιν ωμά. Όλα δε τα άλλα όσα έχουσιν είτε πτηνά είτε ιχθύας,

πλην των θεωρουμένων ως ιερών, τα τρώγουσιν οπτά ή βραστά.

78. Εις τα συμπόσια των πλουσίων, αφού τελειώση το φαγητόν,

άνθρωπός τις φέρει εντός θήκης την ξυλίνην εικόνα σώματος νεκρού

κάλλιστα μιμημένην υπό του γλύπτου και του ζωγράφου, και μήκος

έχουσαν μιας ή δύο πήχεων. Δεικνύων δε αυτήν εις έκαστον των

συμποτών, λέγει· «Τούτον βλέπων πίνε και τέρπου, διότι τοιούτος θα

γίνης αφού αποθάνης.» Ταύτα πράττουσιν εις τα συμπόσια.

79. Διατηρούσι δε τα πάτρια έθιμα και δεν παραδέχονται νέα. Μεταξύ

άλλων πολλών λίαν αξιολόγων είναι και ο Αίνος, άσμα εν χρήσει εις

την Φοινίκην, εις την Κύπρον και αλλαχού, όπερ μεταβάλλει όνομα

κατά τα διάφορα έθνη· συμπίπτει δε να ήναι όμοιον με εκείνο το

οποίον άδουσιν οι Έλληνες ονομάζοντες αυτό Λίνον· ώστε μεταξύ των

άλλων πολλών εθαύμαζον προσέτι και διά τον Λίνον, πόθεν τον

έλαβον. Φαίνεται ότι πάντοτε τον έψαλλον· αιγυπτιστί δε ο Λίνος

ονομάζεται Μανέρως, και οι Αιγύπτιοι λέγουσιν ότι τούτο ήναι το

όνομα του μονογενούς υιού του πρώτου βασιλέως των, ότι αφού ο

Μανέρως ούτος απέθανε προώρως, ο λαός τον ετίμησε διά των θρήνων

του, και ότι εκ τούτου επήγασε το πρώτον και μόνον τούτο άσμα.

80. Με τους Λακεδαιμονίους μόνους συμφωνούσιν οι Αιγύπτιοι και

κατά τι άλλο· οι νέοι, όταν συναντώσι τους πρεσβυτέρους,

υποχωρούσι και εκτρέπονται της οδού, και όταν πλησιάζωσιν οι

πρεσβύτεροι, εγείρονται οι νεώτεροι από τας έδρας των. Κατά το

ακόλουθον όμως δεν συμφωνούσι με κανέν ελληνικόν έθνος· αντί να

χαιρετίζωσιν αλλήλους καθ' οδόν διά της φωνής, προσκυνούσι

καταβιβάζοντες την χείρα μέχρι γόνατος.

81. Φορούσι δε χιτώνας λινούς με θυσάνους περί τα σκέλη·

ονομάζουσι δε τους θυσάνους τούτους καλασίρεις, και άνωθεν του

χιτώνος φορούσι μανδύας εκ μαλλίου λευκού. Δεν εισέρχονται όμως με

μάλλινα ενδύματα εις τους ναούς, διότι θεωρείται ως ανόσιον, αλλά

τα συνθάπτουσι με τους αποθνήσκοντες. Κατά τούτο συμφωνούσι με τας

ορφικάς παραδόσεις τας οποίας καλούσιν επίσης βακχικάς, αίτινες

τηρούνται υπό των Αιγυπτίων και των Πυθαγορείων, καθότι οι

τελευταίοι ούτοι θεωρούσιν ανόσιον να θάπτωσι με μάλλινα ενδύματα

εκείνον όστις είναι μεμυημέος εις τα μυστήρια. Εις το έθιμον δε

τούτο αποδίδουσιν αιτίαν θρησκευτικήν.

82. Εφεύρον επίσης οι Αιγύπτιοι το ακόλουθον· έκαστος μην, εκάστη

ημέρα ανήκει είς τινα των θεών, και πας άνθρωπος δύναται να

προΐδη, από την ημέραν της γεννήσεώς του, τι μέλλει να τω συμβή,

πώς θα αποθάνη και οποίος τις θα γίνη. Οι Έλληνες ποιηταί

ωκειοποιήθησαν την εφεύρεσιν ταύτην. Προς τούτοις οι Αιγύπτιοι

παρετήρησαν πλειότερα θαύματα από όλους τους άλλους ανθρώπους,

διότι τίποτε δεν αφίνουσι να παρέλθη χωρίς να το εξετάσωσι και

σημειώσωσι τι θα συμβή, ώστε εάν παρόμοιόν τι παρουσιασθή πάλιν,

κρίνουσιν εκ του πρώτου περί των συνεπειών αυτού.

83. Παρ' αυτοίς η μαντική τέχνη δεν αποδίδεται εις κανένα άνθρωπον,

αλλ' είς τινας θεούς· τα μαντεία της χώρας είναι του Ηρακλέους,

του Απόλλωνος, της Αθηνάς, της Αρτέμιδος, του Άρεως, του Διός και

της Λητούς· το τελευταίον τούτο, το οποίον τιμώσι πλειότερον όλων,

είναι εις την πόλιν Βουτώ. Οι δε χρησμοί των μαντείων τούτων δεν

δίδονται ομοίως, αλλά διαφοροτρόπως.

84. Η δε ιατρική είναι διανενεμημένη κατά τον ακόλουθον τρόπον·

έκαστος ιατρός ασχολείται εις έν μόνον είδος ασθενείας και ουχί

εις πολλά· και άλλοι μεν είναι ιατροί των οφθαλμών, άλλοι της

κεφαλής, άλλοι των οδόντων, άλλοι της κοιλίας και άλλοι των αφανών

ασθενειών.

85. Ιδού δε ποία είναι τα μοιρολογήματα και οι ενταφιασμοί αυτών.

Όταν απολέσωσι συγγενή τινα τον όποιον εσέβοντο, όλαι αι γυναίκες

της οικογενείας, αφού αλείψωσι την κεφαλήν και το πρόσωπόν των με

πηλόν, αφίνουσι το σώμα εις την οικίαν, περιέρχονται είς την

πόλιν, και έχουσαι τα φορέματα καταβιβασμένα μέχρι της ζώνης και

τους μαστούς γυμνούς, κτυπώσι το στήθος των· το αυτό δε πράττουσι

και όλαι αι φίλαι των. Αφ' έτερου δε οι άνδρες, έχοντες επίσης

γυμνόν το στήθος, κτυπώνται ομοίως· τούτου γενομένου, λαμβάνουσι

το σώμα και το κομίζουσιν εις το ταριχευτήριον.

86. Την τέχνην της ταριχεύσεως εξασκούσιν άνθρωποι επί τούτω

διωρισμένοι. Άμα κομισθή εις αυτούς ο νεκρός, οι ταριχευταί

δεικνύουσιν εις τους φέροντας αυτόν διάφορα ξύλινα υποδείγματα

πτωμάτων, απομεμιμημένα διά της ζωγραφικής. Και το μεν πρώτον, το

οποίον λέγουσιν ότι είναι καλλίτερον, είναι εκείνου του οποίου δεν

μοι φαίνεται πρέπον να αναφέρω το όνομα επί τοιούτου πράγματος

(24)· το δεύτερον δε το οποίον δεικνύουσιν, είναι κατώτερον και

ευθηνότερον το δε τρίτον ευθηνότατον. Αφού δε εξηγήσωσι ταύτα,

ερωτώσι τους κομίζοντας πώς θέλουσι να σκευασθή ο νεκρός· και αφού

συμφωνήσωσι περί της τιμής, φεύγουσιν οι κομίσαντες. Τότε οι

ταριχευταί, μένοντες εις δωμάτιον, εκτελούσι το πρώτον είδος της

ταριχεύσεως. ως εξής· πρώτον, διά σιδήρου κυρτού, εξάγουσι τον

εγκέφαλον διά των ρωθώνων, τουλάχιστον το περισσότερον μέρος

αυτού, το δε επίλοιπον διά τινων διαλυτικών ουσιών. Έπειτα, δι'

αιθιοπικού λίθου ηκονισμένου, σχίζουσι τα πλευρά, εκβάλλουσιν όλα

τα εντόσθια της κοιλίας, την πλύνουσι με οίνον εκ Φοίνικος, την

επιπάσσουσι με τετριμμένα αρωματικά, και τέλος την ράπτουσι πάλιν

αφού γεμίσωσιν αυτήν με σμύρναν καθαράν, με κασίαν και με άλλα

αρωματικά πλην λιβανωτού. Τούτων πάντων γενομένων, ξηραίνουσι το

σώμα εντός νάτρου, και το αφίνουσιν εκεί επί εβδομήκοντα ημέρας,

και όχι περισσότερον διότι δεν είναι συγχωρημένον. Μετά την

παρέλευσιν των εβδομήκοντα τούτων ημερών, πλύνουσι το σώμα και το

περικαλύπτουσιν ολόκληρον με λωρία εκ λεπτοτάτου λινού, βεβρεγμένα

εις κόμμι, του οποίου μεγάλην χρήσιν κάμνουσιν οι Αιγύπτιοι αντί

κόλλης. Τότε οι συγγενείς λαμβάνουσι πάλιν το πτώμα, το κλείουσιν

εντός ξυλίνης θήκης σχήμα εχούσης ανθρώπινον, και το αποθέτουσιν

ορθόν επί του τοίχου εις το επιτάφιον δωμάτιον. Και αύτη μεν είναι

η μάλλον δαπανηρά ταρίχευσις.

87. Δι' εκείνους δε οίτινες προτιμώσι την μεσαίαν ταρίχευσιν και

θέλουσι να αποφύγωσι τα πολλά έξοδα, οι ταριχευταί σκευάζουσι τους

νεκρούς ως εξής. Αφού γεμίσωσι τα κλυστήριά των με έλαιον εκ

κέδρου, χύνουσι το έλαιον τούτο εις την κοιλίαν του νεκρού, χωρίς

μήτε να την σχίσωσι μήτε να εξαγάγωσι τα εντόσθια, και προσέχουσιν

ώστε να μένη το έλαιον εντός και μη διαφεύγη. Έπειτα βυθίζουσι το

σώμα εις νάτρον και το αφίνουσιν εκεί όλον τον προσδιωρισμένον

χρόνον, την δε τελευταίαν ημέραν εκβάλλουν από την κοιλίαν το

έλαιον της κέδρου το οποίον είχον εισαγάγει προηγουμένως. Αυτό δε

έχει τόσην δύναμιν ώστε εξάγει ομού έντερα και σπλάγχνα, όλα

διαλελυμένα. Εξωτερικώς το νάτρον ξηραίνει τας σάρκας, και δεν

μένει άλλο από τον νεκρόν ειμή δέρμα και οστά· τούτων πάντων

γενομένων, τον αποδίδουσιν εν τοιαύτη καταστάσει χωρίς να

φροντίσωσι πλέον περί ουδενός άλλου.

88. Ιδού δε και το τρίτον είδος της ταριχεύσεως όπερ είναι εν

χρήσει παρά τοις πτωχοτέροις· οι ταριχευταί κάμνουσιν εις την

κοιλίαν εγχύσεις εκ ζωμού ραφανιδών και ξηραίνουσι τον νεκρόν εν

τω νάτρω επί εβδομήκοντα ημέρας· έπειτα τον αποδίδουσιν εις τους

συγγενείς διά να τον λάβωσιν (25).

89. Όταν αποθάνωσιν αι γυναίκες επισήμων ανδρών, δεν τας δίδουσιν

αμέσως προς ταρίχευσιν, καθώς ούτε εκείνας αίτινες ήσαν ωραίαι και

πολλού λόγου, αλλά μετά την τρίτην ή την τετάρτην ημέραν τας

παραδίδουσιν εις τους ταριχευτάς. Πράττουσι δε τούτο διότι

φοβούνται μήπως συνουσιασθώσιν οι ταριχευταί μετά των γυναικών

τούτων, καθότι ως λέγεται είς εξ αυτών συνελήφθη επ' αυτοφώρω

μιαίνων το σώμα προσφάτως αποθανούσης γυναικός· τον κατήγγειλε δε

ο σύντροφός του.

90. Όστις είτε μεταξύ των Αιγυπτίων είτε μεταξύ των ξένων

αδιακρίτως ευρέθη φονευμένος υπό κροκοδείλου ή πνιγείς υπό του

ποταμού, εις οιανδήποτε πόλιν εξενεχθή το πτώμα του, ανάγκη πάσα

να ταριχευθή τη φροντίδι των κατοίκων της πόλεως ταύτης· Αυτοί τον

κηδεύουσι διά του μάλλον δαπανηρού τρόπου και τον θέτουσιν εις τας

ιεράς των θήκας. Δεν είναι δε επιτετραμμένον μήτε εις τους φίλους

του, μήτε εις τους συγγενείς του, να τον εγγίσωσιν, αλλ' οι ιερείς

του Νείλου τον λαμβάνουσι και τον θάπτουσιν ως πτώμα πλέον ή

ανθρώπινον.

91. Αποφεύγουσι να μεταχειρίζωνται Ελληνικά έθιμα, και εν συντόμω

ουδενός έθνους. Όλοι δε οι Αιγύπτιοι προσέχουσιν εις τούτο πολύ.

Ουχ ήττον ευρίσκεται πλησίον της Νέας πόλεως, εν τω νομώ των

Θηβών, μεγάλη τις πόλις ης το όνομα είναι Χέμμις. Εν τη πόλει

ταύτη υπάρχει ναός τετράγωνος καθιερωμένος εις τον Περσέα, υιόν

της Δανάης, πέριξ του οποίου είναι φυτρωμένοι φοίνικες. Τα

προπύλαια αυτού είναι λίθινα, πολύ υψηλά και επ' αυτών είναι δύο

μεγάλοι λίθινοι ανδριάντες. Εις τον περίβολον τούτον είναι ναός,

και εντός του ναού το άγαλμα του Περσέως. Οι Χεμμίται λέγουσιν ότι

ο Περσεύς πολλάκις επεφάνη εις αυτούς, είτε εις διάφορα μέρη της

πόλεώς των είτε εντός του ναού, και ότι εύρον εν των σανδαλίων

του, δύο πήχεων το μήκος· προσθέτουσι δε ότι οσάκις φανή, όλη η

Αίγυπτος ευδαιμονεί. Ιδού δε τι λέγουσι και ιδού τι πράττουσι,

κατά μίμησιν των Ελλήνων, προς τιμήν του Περσέως· τελούσιν αγώνα

γυμνικόν, υπερβαίνοντα όλους τους άλλους αγώνας, εις ον οι νικηταί

λαμβάνουσι κτήνη, χλαίνας και δέρματα. Όταν τους ηρώτησα διατί

μόνον εις αυτούς ο Περσεύς συνειθίζει να εμφανίζεται, και διατί

διέφερον από τους άλλους Αιγυπτίους συστήσαντες αγώνα γυμνικόν,

μοι απεκρίθησαν ότι ο Περσεύς κατήγετο από την πόλιν των, και ότι

ο Δαναός και ο Λυγκεύς, Χεμμίται αμφότεροι, μετέβησαν διά θαλάσσης

εις την Ελλάδα. Καταβαίνοντες δε από τους ήρωας τούτους,

απηρίθμησαν τους απογόνους των μέχρι του Περσέως, έπειτα

προσέθηκαν. «Φθάσας ούτος εις την Αίγυπτον διά την αιτίαν την

οποίαν αναφέρουσι και οι Έλληνες, διά να φέρη δηλαδή την κεφαλήν

της Γοργούς εκ της Λιβύας, ήλθεν εις την πόλιν μας και μας

ανεγνώρισεν όλους ως συγγενείς του· διότι πριν μεταβή εις την

Αίγυπτον είχε μάθει παρά της μητρός του το όνομα του Χέμμιος, και

κατά παραγγελίαν αυτού συνεστήσαμεν τον γυμνικόν αγώνα.»

92. Και ταύτα μεν τα έθιμα τηρούσιν οι κατοικούντες πέραν των

ελών· οι δε κατοικούντες τα έλη, έθιμα μεν έχουσι τα αυτά με τους

άλλους Αιγυπτίους, και προσέτι μίαν μόνον γυναίκα λαμβάνει ο

καθείς, ως οι Έλληνες· διά να εξοικονομώσι δε την τροφήν των

εφεύρον τα ακόλουθα. Όταν ο ποταμός εξογκωθή και καταστήση την

πεδιάδα πέλαγος, πλήθος κρίνων, τα οποία οι Αιγύπτιοι καλούσι

λωτόν, φύονται εν τω ύδατι. Ταύτα συνάζοντες τα ξηραίνουσιν εις

τον ήλιον, κοπανίζουσι το μέσον του λωτού, όπερ ομοιάζει με

μήκωνα, και κατασκευάζουσιν εξ αυτού άρτον τον οποίον ψήνουσιν εις

το πυρ. Τρώγεται δε και η ρίζα του λωτού τούτου και είναι αρκετά

γλυκεία, στρογγύλη και μεγάλη ως μήλον. Υπάρχουσι δε και άλλα

κρίνα όμοια με ρόδα, τα οποία παράγει ο ποταμός. Τούτων οι καρποί

εξέρχονται από την ρίζαν εις κάλυκας ιδιαιτέρους οίτινες έχουσιν

εντός κελλεία απαραλλάκτως ως αι φωλεαί των σφηκών· είναι εδώδιμοι

και χονδροί ως οι πυρήνες της ελαίας· τους τρώγουσι δε και ωμούς

και ξηρούς. Η βύβλος είναι φυτόν χρονικόν, το οποίον οι Αιγύπτιοι

συνάζουσιν επίσης από τα έλη και κόπτουσί το άνω μέρος αυτού προς

διαφόρους χρήσεις· το δε κάτω μέρος, μακρόν κατά ένα πήχυν, το

τρώγουσιν ή το πωλούσιν. Όσοι θέλουσι να έχωσι καλήν βύβλον, την

κλείουσιν εντός κλιβάνου κοκκινίσαντος από το πυρ και την τρώγουσι

τοιουτοτρόπως εψημένην. Τινές εξ αυτών ζώσι μόνον με ιχθύας, τους

οποίους αφού συλλάβωσι και κενώσωσι την κοιλίαν των, τους

ξηραίνουσιν εις τον ήλιον, και έπειτα τους τρώγουσι ξηρούς.

93. Οι κατά αγέλας πορευόμενοι ιχθύες είναι σπάνιοι εις τον

ποταμόν· ούτοι ζώσιν εις τα έλη και όταν καταλάβη αυτούς ο οίστρος

της εγκυμοσύνης, εκπλέουσιν αγεληδόν εις την θάλασσαν.

Προπορεύονται οι άρρενες ρίπτοντες τον σπόρον κατά την πορείαν

των, αι δε θήλειαι, αίτινες τους ακολουθούσιν, απορροφώσιν αυτόν

και τοιουτοτρόπως συλλαμβάνουσιν. Αφού δε συλλάβωσιν εις την

θάλασσαν, επιστρέφουσι πάλιν εις τα συνήθη κατοικητήριά των· αλλά

τότε δεν προπορεύονται πλέον οι άρρενες, αλλά πλέουσιν εμπρός αι

θήλειαι. Ενώ δε προπορεύονται, πράττουσιν ως και οι άρρενες·

ρίπτουσι τα ωά έχοντα μέγεθος μικρών κέγχρων· ερχόμενοι δε όπισθεν

οι άρρενες, καταπίνουσι τους μικρούς τούτους κέγχρους. Είναι δε οι

κέγχροι ούτοι ιχθύες· όσοι εκ των κέγχρων σωθώσι και δεν

καταποθώσιν, ούτοι τρεφόμενοι γίνονται ιχθύες. Εκ των ιχθύων

τούτων, όσοι μεν αλιευθώσιν όταν πλέωσι προς την θάλασσαν, έχουσι

πεπιεσμένον το αριστερόν μέρος της κεφαλής, όσοι δε αλιευθώσιν ενώ

επανακάμπτουσιν, έχουσι πεπιεσμένον το δεξιόν μέρος της κεφαλής. Η

αιτία του φαινομένου τούτου είναι διότι όταν μεν πλέωσι προς την

θάλασσαν, ακολουθούσι την αριστεράν όχθην του ποταμού, όταν δε

επιστρέφωσιν οπίσω, ακολουθούσι την δεξιάν τόσον εγγύς ώστε

προστρίβονται εις την ξηράν διά να μη πλανηθώσι της οδού των υπό

του ρεύματος. Όταν άρχεται να πληρούται ο Νείλος, πρώτον μεν

καλύπτονται τα κοίλα μέρη της γης και τα τέλματα όσα είναι πλησίον

του ποταμού. Άμα δε καλυφθώσι ταύτα, αμέσως πληρούνται τα πάντα

υπό μικρών ιχθύων. Πόθεν δε γεννώνται ούτοι πιθανώς νομίζω ότι το

ενόησα. Το προηγούμενον έτος, όταν αποσύρεται ο ποταμός, τα θήλεα

αποθέτοντα τα ωά των εις τον πηλόν αναχωρούσι με τα τελευταία

ύδατα· αφού δε παρέλθη το έτος και επανέλθη το ύδωρ, εκ των ωών

τούτων αμέσως γεννώνται ιχθύες. Και διά μεν τους ιχθύας ούτως

έχει.

94. Έλαιον δε οι κατοικούντες παρά τα έλη Αιγύπτιοι

μεταχειρίζονται το παραγόμενον εκ του καρπού των σιλλικυπρίων, το

οποίον οι Αιγύπτιοι καλούσι κίκι. Ιδού δε πώς το έχουσι·

σπείρουσιν εις τα χείλη των ποταμών και των λιμνών τα σιλλικύπρια

ταύτα, τα οποία εις την Ελλάδα αυτομάτως φύονται άγρια· αυτά

σπειρόμενα εις την Αίγυπτον, φέρουσι πολύν πλην δυσώδη καρπόν.

Μετά την συγκομιδήν, άλλοι μεν τα διατηρούσι και εξάγουσι το

έλαιον, άλλοι δε, αφού αφαιρέσωσι πάσαν υγρασίαν αυτών, τα

βράζουσι και συλλέγουσι το εξ αυτών χυνόμενον ρευστόν· είναι δε

τούτο παχύ και επίσης καλόν διά τον λύχνον ως το εκ της ελαίας

έλαιον, αλλ' έχει οσμήν ανυπόφορον.

95. Κατά δε των κωνώπων, οι οποίοι είναι άφθονοι, μεταχειρίζονται

οι Αιγύπτιοι διάφορα μέσα καταστροφής. Όσοι μεν κατοικούσιν

υπεράνω των ελών, κτίζουσι πύργους εις τους οποίους αναβαίνουσι

και κοιμώνται· διότι οι κώνωπες, ένεκα του ανέμου, δεν δύνανται να

πετώσιν υψηλά. Όσοι δε κατοικούσι περί τα έλη, αντί των πύργων,

επενόησαν άλλο· πας άνθρωπος κρατεί δίκτυον· με αυτό δε την μεν

ημέραν αλιεύει, την δε νύκτα περικαλύπτει την κλίνην του, και

έπειτα ολισθαίνων κάτωθεν κοιμάται. Οι δε κώνωπες, εάν μεν ο

άνθρωπος κοιμάται τετυλιγμένος εις ιμάτιον ή σινδόνην, δάκνουσιν

αυτόν, διά μέσου όμως του δικτύου ούτε δοκιμάζουσιν.

96. Τα πλοιάρια των Αιγυπτίων, εκείνα τα οποίας χρησιμεύουσι προς

μεταφοράν των εμπορευμάτων, είναι κατεσκευασμένα από ακακίαν,

δένδρον του οποίου το σχήμα ομοιάζει με τον λωτόν της Κυρήνης, και

του οποίου τα δάκρυα είναι κόμμι. Εκ της ακακίας λοιπόν ταύτης

κόπτουσι σανίδας μακράς μέχρι δύο πήχεων και τας προσκολλώσιν ως

πλίνθους· διά να στερεώσωσι δε τας σανίδας και δώσωσιν εις αυτάς

σχήμα πλοίου, τας συνδέουσι με χονδρούς και μακρούς πασσάλους.

Αφού τοιουτοτρόπως κατασκευάσωσι το σκάφος, θέτουσιν έπειτα το

κατάστρωμα· και στραβόξυλα μεν δεν μεταχειρίζονται, έσωθεν δε

πακτόνουσι τους αρμούς με βύβλον. Έν μόνον πηδάλιον προσαρμόζουσιν

όπερ διαπερά την τρόπιν· ο ιστός είναι εκ ξύλου ακακίας, τα ιστία

εκ βύβλου. Ταύτα δε τα πλοία άνω μεν του ποταμού δεν δύνανται να

πλέωσιν εάν δεν πνέη άνεμος ορμητικός, τα έλκουσιν όμως εκ της

όχθης και καταβαίνουσι το ρεύμα τοιουτοτρόπως· έχουσι θύραν

κατεσκευασμένην εκ μυρίκης και εις αυτήν ερραμμένον πλέγμα εκ

καλάμων, προσέτι δε τρυπημένην πέτραν έχουσαν βάρος τουλάχιστον

δύο ταλάντων. Και την μεν θύραν δεδεμένην με σχοινίον αφίνουσι να

φέρεται έμπροσθεν του πλοίου, την δε πέτραν με άλλο σχοινίον

όπισθεν. Το πλέγμα ακολουθεί το ρεύμα του ύδατος, τρέχει ταχέως

και σύρει την βάριν (ούτω καλούνται τα πλοιάρια ταύτα), ο δε λίθος

συρόμενος όπισθεν και εγγίζων τον βυθόν του ποταμού, μετριάζει την

κίνησιν. Τοιαύτα πλοία έχουσι πολλά, τινά δε φέρουσι βάρος πολλών

χιλιάδων ταλάντων.

97. Όταν ο Νείλος εκχειλίση και καλύψη την χώραν, μόνον αι πόλεις

φαίνονται υπέρ το ύδωρ, απαραλλάκτως ως αι νήσοι του Αιγαίου

πελάγους· διότι τα μεν άλλα μέρη της Αιγύπτου γίνονται πέλαγος,

μόναι δε αι πόλεις υπερέχουσιν. Όταν συμβαίνη τούτο, αι

διαπορθμεύσεις γίνονται ουχί διά του ρεύματος του ποταμού, αλλά

διά της πεδιάδος· ώστε διά να μεταβή τις εκ της Ναυκράτιος εις την

Μέμφιν, πρέπει να διέλθη πλησίον των πυραμίδων, ενώ ο συνήθης

δρόμος δεν είναι αυτός, αλλ' εκ της γωνίας του Δέλτα και της

πόλεως Κερκασώρου. Από της θαλάσσης δε και του Κανώβου εις την

Ναύκρατιν, πλέων διά πεδιάδος, θα διέλθης διά της πόλεως Ανθύλλης

και της λεγομένης Αρχανδρουπόλεως.

98. Μεταξύ των πόλεων τούτων η Άνθυλλα, πόλις σημαντική, εξελέγη

διά να παρέχη τα υποδήματα του κατά καιρόν βασιλέως της Αιγύπτου.

Τούτο δε γίνεται αφότου η Αίγυπτος υπετάγη εις τους Πέρσας. Η άλλη

με φαίνεται ότι έλαβε το όνομα από τον γαμβρόν του Δαναού

Άρχανδρον, υιόν του Φθίου και έγγονόν του Αχαιού, δι' ο και

λέγεται Αρχάνδρου πόλις. Και επί τη υποθέσει δε ότι υπήρξε και

άλλος Άρχανδρος, το όνομα όμως τούτο δεν είναι Αιγυπτιακόν.

99. Όσα μέχρι τούδε είπον περί Αιγύπτου τα είδον ιδίοις όμμασι, τα

έκρινα ο ίδιος και τα εξέτασα· όσα δε θα είπω κατόπιν είναι λόγοι

των Αιγυπτίων καθώς τους ήκουσα· ευρίσκονται όμως μεταξύ αυτών καί

τινα των οποίων εγενόμην αυτόπτης. Οι ιερείς με είπον ότι ο πρώτος

βασιλεύς της Αιγύπτου Μην απεγεφύρωσεν όλην την Μέμφιν, διότι

πρότερον ο ποταμός εξετείνετο μέχρι του ψαμμώδους όρους του προς

το μέρος της Λιβύας. Ο Μην εγέμισε με χώμα, εκατόν στάδια υπεράνω

της Μέμφιος, τον προς μεσημβρίαν διευθυνόμενον βραχίονα του

Νείλου, εξήρανε την αρχαίαν κοίτην την οποίαν είχον ορύξει τα

ύδατα, και τα ηνάγκασε να ρέωσι διά μέσου της κοιλάδος. Και

σήμερον ακόμη ο μετατετραμμένος ούτος βραχίων είναι αντικείμενον

μεγάλης προσοχής εκ μέρους των Περσών οίτινες τον φράττουσιν ανά

παν έτος· διότι, εάν συμβή ο ποταμός να διαρρήξη το πρόχωμα και να

το υπερβή, η Μέμφις διατρέχει τον κίνδυνον να καταποντισθή

ολόκληρος. Αφού λοιπόν ο Μην, ο πρώτος ούτος βασιλεύς, εχέρσωσε το

αποκλεισθέν τούτο μέρος, αφ' ενός μεν έκτισε την πόλιν ταύτην ήτις

σήμερον καλείται Μέμφις και ήτις κείται εις την κλεισώρειαν της

Αιγύπτου, έπειτα την περιέβαλεν απ' άρκτου και δυσμών με λίμνην

τεχνιτήν συγκοινωνούσαν με τον ποταμόν όστις αφ' εαυτού περιορίζει

την πόλιν απ' ανατολών· αφ' ετέρου δε ωκοδόμησε τον ναόν του

Ηφαίστου, μέγαν και άξιον θαυμασμού.

100. Μετά δε τούτον μοι απηρίθμησαν οι ιερείς εκ βιβλίου τα

ονόματα τριακοσίων τριάκοντα άλλων βασιλέων της Αιγύπτου. Εις την

μακράν ταύτην σειράν των γενεών, δεκαοκτώ βασιλείς ήσαν Αιθίοπες

και μία βασίλισσα Αιγυπτία καθώς και όλοι οι επίλοιποι βασιλείς.

Το όνομα αυτής ήτο Νίτωκρις, όπως εκαλείτο και μία των βασιλισσών

της Βαβυλώνος· ο δε αδελφός αυτής, ως με είπον, βασιλεύσας προ

αυτής, εφονεύθη υπό των Αιγυπτίων οίτινες έδωκαν την βασιλείαν εις

την Νίτωκριν· αύτη όμως, διά να εκδικήση τον φόνον του αδελφού της

βασιλέως, εφόνευσε δολίως πολλούς Αιγυπτίους. Κατασκευάσασα μακρόν

οίκημα υπόγαιον, προσεκάλεσεν εκείνους τους οποίους εγνώριζεν ότι

είχον λάβει το μάλλον ενεργόν μέρος εις τον φόνον, επί προφάσει

μεν να εγκαινιάσωσι το οίκημα, πράγματι όμως άλλα μηχανωμένη.

Παρέθεσεν εις αυτούς συμπόσιον, και ενώ έτρωγον, έφερεν επ' αυτών

τον ποταμόν διά μακρού οχετού μυστικού. Ιδού τι με διηγήθησαν περί

αυτής, προστιθέντες ότι αφού εκόρεσε την εκδίκησίν της ερρίφθη εις

δωμάτιον πλήρες σποδού όπως διαφύγη την τιμωρίαν.

101. Ουδεμίαν πληροφορίαν μοι έδωκαν περί των έργων των άλλων

βασιλέων, και δεν με είπον εάν πράξαν λαμπρόν τι κατόρθωμα. Είς

μόνος, ο τελευταίος πάντων, ο Μοίρις, με είπον ότι κατεσκεύασε τα

προς βοράν θαυμαστά προπύλαια του Ηφαίστου και ότι ώρυξε λίμνην

της οποίας πόσων σταδίων είναι η περιφέρεια θα το είπω βραδύτερον·

εν τη λίμνη δε ταύτη ήγειρε πυραμίδας, το μέγεθος των οποίων θα

αναφέρω όταν ομιλήσω και περί της λίμνης. Και ούτος μεν ο βασιλεύς

ταύτα τα μνημεία κατέλιπεν, οι άλλοι δε μηδέν.

102. Παρατρέχων λοιπόν όλους τούτους, θα αναφέρω τον μετ' αυτούς

ελθόντα όστις ωνομάζετο Σέσωστρις. Κατά τους ιερείς, αυτός πρώτος

εξήλθε του Αραβίου κόλπου μετά πλοίων πολεμικών, και υπέταξε τα

παρά την Ερυθράν θάλασσαν κατοικούντα έθνη· εξακολουθών δε να

πλέη, έφθασεν εις αιγιαλούς όπου ο στόλος του δεν ηδυνήθη να

προχωρήση ένεκα των υφάλων. Εκείθεν επέστρεψεν εις την Αίγυπτον,

και λαβών ως λέγουσιν οι ιερείς πολύν στρατόν εκίνησε διά ξηράς

και υπέταξεν όλους τους λαούς όσους εύρεν εν τη πορεία του. Και

εις μεν τας πόλεις των οποίων οι κάτοικοι δεικνύοντο ανδρείοι και

επόθουν να διατηρήσωσι την ελευθερίαν των, ο νικητής ενέπηγε

στήλας εις ας ενέγραψε το ίδιόν του όνομα, το της πατρίδος του,

και ότι υπέταξεν αυτάς διά της δυνάμεώς του· εις εκείνας δε τας

οποίας εκυρίευεν άνευ αντιστάσεως, ίδρυε μεν επίσης στήλας ομοίας

με εκείνας των ανδρείων πόλεων, αλλ' εκτός των επιγραφών

ενεχάραττε και αιδοίον γυναικός, θέλων διά τούτου να καταστήση

πασίδηλον ότι οι αντίπαλοι του ήσαν άνανδροι.

103. Από κατακτήσεως εις κατάκτησιν, διέτρεξε τοιουτοτρόπως την

ήπειρον και μετέβη εκ της Ασίας εις την Ευρώπην, όπου υπέταξε τους

Σκύθας και τους Θράκας. Ταύτα νομίζω ότι είναι τα απώτατα έθνη εις

τα οποία έφθασεν ο Αιγυπτιακός στρατός· διότι φαίνονται εκεί

στήλαι στηθείσαι υπό του Σεσώστριος, ουδεμία δε φαίνεται πέραν. Εκ

του σημείου τούτου ανέστρεψεν εις τα οπίσω, και όταν έφθασεν εις

τον Φάσιν ποταμόν, δεν ειμπορώ να είπω ακριβώς διά το ακόλουθον,

εάν δηλαδή ο βασιλεύς Σέσωστρις αποχωρίσας μέρος τι του στρατού το

αφήκε να κατοικήση εκεί την χώραν, ή εάν στρατιώται τινες,

βαρυνθέντες τας μακράς εκστρατείας, απεφάσισαν αφ' εαυτών και

έμειναν περί τον Φάσιν ποταμόν.

104. Οι δε Κόλχοι είναι προφανώς Αιγύπτιοι· εσχημάτισα την γνώμην

ταύτην πριν ακούσω άλλους, και επειδή επεθύμουν να εξακριβώσω το

πράγμα, ηρώτησα αμφότερα τα έθνη· οι Κόλχοι όμως ενθυμούντο

περισσότερον τους Αιγυπτίους ή οι Αιγύπτιοι τους Κόλχους. Τόσον

μόνον έλεγον οι Αιγύπτιοι ότι κατά την γνώμην των οι Κόλχοι

απετέλουν μέρος του στρατού του Σεσώστριος. Και εγώ έκαμα τον

συμπερασμόν τούτον ιδών ότι ήσαν μελάγχροες και ουλότριχες· αλλά

το γνώρισμα τούτο δεν είναι βεβαία απόδειξις, καθότι και άλλοι

λαοί είναι τοιούτοι. Εκ των ακολούθων όμως σημείων το ενόησα

καλλίτερον· μόνοι εξ όλων των ανθρώπων οι Κόλχοι, οι Αιγύπτιοι και

οι Αιθίοπες περιτέμνονται ανέκαθεν. Αυτοί οι Φοίνικες και οι

Σύριοι της Παλαιστίνης (26) ομολογούσιν ότι έμαθον τούτο από τους

Αιγυπτίους, ενώ οι Σύριοι οι περί τον Θερμώδοντα (27) και τον

Παρθένιον ποταμόν, καθώς και οι γείτονες των Μάκρωνες λέγουσιν ότι

το έμαθον προ ολίγου από τους Κόλχους. Οι λαοί τους οποίους

απηρίθμησα είναι εξ όλων των ανθρώπων οι μόνοι οίτινες

περιτέμνονται, και είναι προφανές ότι κατά τούτο μιμούνται τους

Αιγυπτίους· εξ αυτών όμως των Αιγυπτίων και των Αιθιόπων δεν

δύναμαι να είπω ποίοι εδίδαξαν εις τους άλλους το έθιμον τούτο,

προφανώς αρχαιότατον και εις τους δύο. Ότι δε οι άλλοι το έμαθον

εκ της μετά των Αιγυπτίων επιμιξίας, μέγα τεκμήριον είναι το

ακόλουθον, ότι όσοι Φοίνικες σχετίζονται με την Ελλάδα δεν

μιμούνται πλέον τους Αιγυπτίους, αλλ' αφίνουσιν απερίτμητα τα

παιδία των.

105. Περί των Κόλχων τούτων θα είπω και άλλο τι το οποίον δεικνύει

ότι ομοιάζουσι με τους Αιγυπτίους. Αυτοί οι δύο λαοί είναι οι

μόνοι οίτινες εργάζονται τα λινά υφάσματα κατά τον αυτόν τρόπον,

έχουσι την αυτήν δίαιταν του βίου και την αυτήν γλώσσαν· οι

Έλληνες όμως καλούσι τα μεν λινά των Κόλχων Σαρδονικά, τα δε

ερχόμενα από την Αίγυπτον Αιγυπτιακά.

106. Αι πλείσται των στηλών τας οποίας ο βασιλεύς Σέσωστρις

έστησεν εις διαφόρους πόλεις δεν σώζονται πλέον· αλλ' εν τη

Συριακή Παλαιστίνη, είδον τοιαύτας, καθώς και τας επιγραφάς τας

οποίας ανέφερα και γυναικός απόκρυφα μέρη. Υπάρχουσιν επίσης εις

την Ιωνίαν δύο εικόνες του ανδρός τούτου γεγλυμμέναι εις πέτρας, η

μεν επί της από Εφέσου εις Φώκαιαν αγούσης οδού, η δε επί της από

Σάρδεων εις Σμύρνην. Και εις τα δύο ταύτα μέρη ο ανήρ παρίσταται

κατά πέντε σπιθαμάς υψηλός και κρατών εις μεν την δεξιάν χείρα

λόγχην, εις δε την αριστεράν τόξον· η λοιπή σκευή αυτού είναι

ομοίως μικτή, διότι είναι Αιγυπτιακή ενταυτώ και Αιθιοπική. Από

του ενός ώμου μέχρι του άλλου, καθ' όλον το πλάτος του στήθους

του, είναι γεγλυμμένοι ιεροί χαρακτήρες Αιγυπτιακοί λέγοντες· «Εγώ

διά των εμών ώμων εκτησάμην την χώραν ταύτην.» Τις ούτος και

πόθεν, ενταύθα μεν δεν αναφέρεται, αλλαχού όμως δηλούται. Τινές

των ιδόντων τας εικόνας ταύτας υπέλαβον ότι είναι του Μέμνονος·

αλλά πόρρω απέχουσι της αληθείας.

107. Κατά το λέγειν των ιερέων, επιστρέφων ο Σέσωστρις μετά πολλών

ανθρώπων εκ των χωρών τας οποίας είχε κατακτήσει, έφθασεν εις τας

Δάφνας της Πηλουσίας όπου ο αδελφός του, εις ον είχεν αναθέσει την

διοίκησιν της Αιγύπτου, εφιλοξένησεν αυτόν και τους υιούς του.

Περί την οικίαν όμως είχε συναθροίσει ξύλα και έθεσε πυρ. Ο

Σέσωστρις συνωδεύετο υπό της γυναικός του και αύτη τον

συνεβούλευσε να εξαπλώση επί της πυράς δύο εκ των εξ υιών του, να

κατασκευάση δι' αυτών γέφυραν άνωθεν του καιομένου μέρους, να

πατήση επί των σωμάτων των και ούτω να σωθή. Ο Σέσωστρις

ηκολούθησε την συμβουλήν ταύτην, και δύο μεν παιδία του κατεκάησαν

τοιουτοτρόπως, τα δε λοιπά εσώθησαν μετά του πατρός των.

108. Επιστρέψας εις την Αίγυπτον, ετιμώρησε τον αδελφόν του και

μετεχειρίσθη το πλήθος των ανθρώπων τους οποίους έφερεν από τας

κατακτηθείσας χώρας διά να σύρωσι τους μεγίστους λίθους οίτινες

επί της βασιλείας τούτου μετεφέρθησαν εις τον ναόν του Ηφαίστου.

Διέταξεν ακολούθως τους αιχμαλώτους τούτους να ορύξωσι τας

διώρυχας όλας όσαι υπάρχουσι σήμερον εις την Αίγυπτον· ακουσίως

λοιπόν ούτοι κατέστησαν την χώραν ταύτην αδιάβατον εις τους ίππους

και τας αμάξας άτινα προηγουμένως διέτρεχον αυτήν καθ' όλας τας

διευθύνσεις διότι από της εποχής εκείνης η Αίγυπτος καί τοι ούσα

ομαλή, δεν έχει πλέον ούτε ίππους ούτε αμάξας. Αι πολλαί διώρυχες

και αι διάφοροι αυτών περιστροφαί είναι αιτία τούτου. Ιδού δε διά

ποίον λόγον ο βασιλεύς απεφάσισε να κατακόψη την χώραν του· οι

Αιγύπτιοι όσοι είχον τας πόλεις ουχί επί του ποταμού αλλ' εις τα

μεσόγεια, μη δυνάμενοι να αντλήσωσιν εκ του Νείλου και στερούμενοι

ύδατος, έπινον ύδατα αλμυρά αντλούντες αυτά εκ φρεάτων. Διά να

θεραπεύση λοιπόν το κακόν τούτο κατέκοψε την Αίγυπτον με διώρυχας.

109. Με είπον προσέτι οι ιερείς ότι ο βασιλεύς ούτος διεμοίρασε

την χώραν μεταξύ όλων των Αιγυπτίων, δίδων εις έκαστον ίσον

τετράγωνον γης, και ότι εκ τούτου έκαμε τας προσόδους του,

προσδιορίσας τον ετήσιον εκάστου φόρον. Εάν συνέβαινε να παρασύρη

ο ποταμός το μερίδιον κατοίκου τινός, μετέβαινεν ούτος προς τον

βασιλέα και εφανέρονε το γεγονός. Τότε ο Σέσωστρις έπεμπεν

επιθεωρητάς διά να μετρήσωσι κατά πόσον ο αγρός εμειώθη, όπως

ελαττωθή ο φόρος και πληρόνη εις το εξής αναλόγως του μείναντος

μέρους. Εις την περίστασιν ταύτην νομίζω ότι εφευρέθη η γεωμετρία

ήτις εκ της Αιγύπτου ήλθεν εις την Ελλάδα. Το δε ηλιακόν

ωρολόγιον, τον γνώμονα και τα δώδεκα μέρη της ημέρας παρέλαβον οι

Έλληνες από τους Βαβυλωνίους.

110. Ο βασιλεύς ούτος υπήρξεν ο μόνος όστις εβασίλευσεν επί της

Αιθιοπίας και όστις αφήκεν ως μνημεία τα λίθινα αγάλματα τα οποία

βλέπομεν προ του ναού του Ηφαίστου, το ιδικόν του, τα της γυναικός

του, αμφότερα τριάκοντα πήχεων, και τα των τεσσάρων υιών του,

είκοσι πήχεων έκαστον. Μετά πολύν χρόνον ο ιερεύς του Ηφαίστου δεν

επέτρεψε να στήση ο Δαρείος τα άγαλμα του έμπροσθεν αυτών, λέγων

ότι ο Πέρσης δεν εξετέλεσε τόσα κατορθώματα όσα ο Αιγύπτιος.

«Διότι, προσέθηκεν, ο Σέσωστρις κατέκτησε τόσα έθνη όσα και ο

βασιλεύς, προς τούτοις δε τους Σκύθας τους οποίους ούτος δεν

ηδυνήθη να νικήση. Δεν είναι λοιπόν δίκαιον να στήση ο Δαρείος τον

ανδριάντα του έμπροσθεν του ανδριάντος άνδρας όστις τον υπερέβη

εις τα κατορθώματα.» Οι ιερείς λέγουσιν ότι ο Δαρείος εσυγχώρησε

τον λόγον τούτον.

111. Κατ' αυτούς, αποθανόντος του Σεσώστριος (28), διεδέχθη την

βασιλείαν ο υιός του Φερών· ο βασιλεύς ούτος ουδεμίαν επεχείρησεν

εκστρατείαν, και συνέβη να τυφλωθή εκ της ακολούθου περιστάσεως. Ο

ποταμός είχεν αναβή εις ύψος πολύ μέγα, πλειότερον των δεκαοκτώ

πήχεων, και κατέκλυσε τους αγρούς, ότε σφοδρός άνεμος ηγέρθη και ο

ποταμός ήρχισε να κυματίζη. Τότε ο βασιλεύς παραφερθείς υπό

ανοήτου θυμού, ήρπασεν ακόντιον και το έρριψεν εις τας δίνας του

ποταμού. Αλλ' αίφνης οι οφθαλμοί του εσκοτίσθησαν και εγένετο μετ'

ολίγον τυφλός. Επί δέκα έτη διετέλει εις τοιαύτην κατάστασιν, κατά

το ενδέκατον δε έτος τω εκομίσθη χρησμός εκ της πόλεως Βουτούς

αναγγέλλων αυτώ ότι ο χρόνος της τιμωρίας του παρήλθε και ότι θα

ανέκτα την όρασιν εάν έπλυνε τους οφθαλμούς του με το ούρος

γυναικός τον άνδρα της μόνον γινωσκούσης και μη λαβούσης πείραν

ετέρου ανδρός. Και πρώτον μεν εδοκίμασε το ούρος της ιδίας του

γυναικός, επειδή δε δεν εθεραπεύθη, εδοκίμασεν αλληλοδιαδόχως όλων

των άλλων γυναικών μέχρις ου εθεραπεύθη. Τότε εσύναξεν εις μίαν

πόλιν, την οποίαν σήμερον καλούσιν Ερυθράν βώλον, όλας τας

γυναίκας όσας είχε δοκιμάσει, πλην εκείνης με το ούρος της οποίας

νιφθείς ανέβλεψεν. Αφού δε εκλείσθησαν όλαι εκεί, τας έκαυσε μετά

της πόλεως, και έλαβεν ως γυναίκα του εκείνην της οποίας το ούρος

τω απέδωκε την όρασιν. Απαλλαγείς δε του νοσήματος των οφθαλμών,

αφιέρωσε διάφορα δώρα εις όλους τους ονομαστούς ναούς· τα μάλλον

δε άξια λόγου είναι τα θαυμαστά έργα τα οποία αφιέρωσεν εις τον

ναόν του Ηλίου· δύο οβελίσκους λιθίνους, εκάτερος των οποίων ήτο

εξ ενός λίθου εκατόν πήχεων ύψους και οκτώ πλάτους.

112. Οι ιερείς με είπον ότι διεδέχθη την βασιλείαν άνθρωπός τις

της Μέμφιδος, του οποίου το όνομα κατά την των Ελλήνων γλώσσαν

είναι Πρωτεύς (29). Το αφιερωμένον εις αυτόν τέμενος σώζεται ακόμη

εις την Μέμφιν, προς νότον του ναού του Ηφαίστου, και είναι

περικαλλέστατον και καλώς κεκοσμημένον. Πέριξ αυτού κατοικούσι

Φοίνικες της Τύρου, και όλος αυτός ο τόπος καλείται στρατόπεδον

των Τυρίων. Εις το τέμενος του Πρωτέως υπάρχει ναός αφιερωμένος

εις την ξένην Αφροδίτην, εκ της παραδόσεως δε την οποίαν μοι

διηγήθησαν ότι η Ελένη διέτριψε παρά τω Πρωτεί καθώς και εκ της

επωνυμίας ξένης Αφροδίτης, εικάζω ότι ο ναός ούτος είναι ο της

Ελένης της θυγατρός του Τυνδάρεω· τωόντι, εις κανένα εκ των ναών

της Αφροδίτης δεν επονομάζεται η θεά αύτη ξένη.

113. Όταν ηρώτησα τους ιερείς περί της Ελένης, μοι διηγήθησαν τα

ακόλουθα· αρπάσας ο Αλέξανδρος την Ελένην εκ Σπάρτης, απέπλεεν εις

την πατρίδα του· αλλ' άμα εισήλθεν εις το Αιγαίον πέλαγος, σφοδροί

άνεμοι τον εξώθησαν εις το Αιγύπτιον πέλαγος. Εκείθεν δε, επειδή η

τρικυμία δεν έπαυεν, επλησίασεν εις την παραλίαν και εισήλθεν εις

τας Ταριχείας του Νείλου αίτινες σήμερον καλούνται Κανωβικόν

στόμα. Υπήρχε τότε εις το παραθαλάσσιον, και υπάρχει ακόμη

σήμερον, ναός του Ηρακλέους, όπου δεν εσυγχωρείτο να συλλάβη τις

δούλον φυγάδα αδιάφορον τίνος δεσπότου εάν ούτος ελάμβανε τα θεία

στίγματα και αφιερούτο εις τον θεόν· ο νόμος ούτος ίσχυεν επί των

ημερών μου απαραλλάκτως ως εξ αρχής. Δούλοι τινες λοιπόν του

Αλεξάνδρου, ακούσαντες το προνόμιον το οποίον είχεν ο ναός ούτος,

έφυγον και καθίσαντες ικέται του θεού, κατηγόρουν τον Αλέξανδρον

θέλοντες να τον βλάψωσι και διηγούντο όλα όσα συνέβησαν με την

Ελένην και την προς τον Μενέλαον αδικίαν αυτού. Έλεγον δε ταύτα

εις τους ιερείς και εις τον φύλακα του στόματος τούτου του Νείλου

όστις ωνομάζετο Θώνις.

114. Ακούσας ταύτα ο Θώνις, πέμπει τάχιστα εις την Μέμφιν προς τον

Πρωτέα άνθρωπον λέγοντα τα ακόλουθα· «Ήλθε ξένος τις Τεύκρος το

γένος, όστις διέπραξεν εις την Ελλάδα ανόσιον έργον, διότι ηπάτησε

την γυναίκα του φιλοξενήσαντος αυτόν, την ήρπασε μετά πολλών άλλων

θησαυρών και ήλθεν εις την χώραν σου αναγκασθείς υπό των ανέμων.

Τι πρέπει να πράξωμεν; να τον αφήσωμεν να αναχωρήση ατιμώρητος, ή

να λάβωμεν όσα έφερεν ελθών;» ο δε Πρωτεύς απεκρίθη· Συλλαβόντες

τον άνθρωπον τούτον όστις έπραξε τοιαύτην ανοσίαν πράξιν προς τον

ξένον του, πέμψατέ τον προς εμέ διά να ακούσω τι θα είπη.»

115. Ακούσας ταύτα ο Θώνις, συλλαμβάνει τον Αλέξανδρον, κρατεί τα

πλοία του και πέμπει εις την Μέμφιν αυτόν, την Ελένην, τους

θησαυρούς του και προσέτι τους ικέτας. Όταν έφθασαν εκεί όλοι

ηρώτα ο Πρωτεύς τον Αλέξανδρον τις ήτο και πόθεν ήρχετο. Ο δε

Αλέξανδρος και το γένος του ωμολόγησε, και το όνομα της πατρίδος

του είπε, και προσέτι τω διηγήθη τον πλουν του από του μέρους εκ

του οποίου εξέπλευσεν. Αλλ' ο Πρωτεύς επέμενε να μάθη πόθεν έλαβε

την Ελένην· επειδή δε ο Αλέξανδρος περιέπλεκε τους λόγους του και

δεν έλεγε την αλήθειαν, οι παρόντες εις την συνδιάλεξιν ικέται

εμαρτύρουν κατ' αυτού διηγούμενοι καταλεπτώς το έγκλημά του. Τέλος

ο βασιλεύς εξήνεγκε την ακόλουθον απόφασιν. «Εάν δεν εθεώρουν ως

μέγα έγκλημα να φονεύσω τινά εκ των ξένων όσοι βιαζόμενοι υπό των

ανέμων έρχονται εις τον τόπον μου θα σε ετιμώρουν υπέρ του Έλληνος

εκείνου, σε τον κάκιστον των ανθρώπων, όστις φιλοξενηθείς παρ'

αυτού, έπραξες έργον ανοσιώτατον· επλησίασες την γυναίκα του ξένου

σου, και δεν ηρκέσθης εις τούτο, αλλ' αποπλανήσας αυτήν την

έκλεψες και έφυγες· και ούτε εις αυτό ακόμη ηρκέσθης, αλλ' ήλθες

γυμνώσας την οικίαν του φιλοξενήσαντός σε. Εν τούτοις, επειδή

θεωρώ ως αμάρτημα να φονεύσω ξένον, θα ζήσης· δεν σοι επιτρέπω

όμως μήτε την γυναίκα να λάβης μήτε τους θησαυρούς· θα τα φυλάξω

διά τον ξένον Έλληνα, μέχρις ου θέληση εκείνος να έλθη και να τα

λάβη. Όσον δ' αφορά σε και τους συμπλωτήράς σου, σας διατάττω να

φύγετε εντός τριών ημερών από τον τόπον τούτον εις άλλην γην

οιανδήποτε, ειδεμή, θα σας μεταχειρισθώ ως πολεμίους.»

116. Τοιαύτη ήτο η διήγησις των ιερέων περί της αφίξεως της Ελένης

εις του Πρωτέως· εγώ δε νομίζω ότι ο Όμηρος εγνώριζε μεν το

γεγονός τούτο, δεν το έκρινεν όμως αρμόδιον διά την εποποιίαν όσον

το άλλο, εκείνο το οποίον μετεχειρίσθη· το αφήκε λοιπόν κατά μέρος

δείξας μόνον ότι το ήξευρεν. Είναι δε φανερόν εξ όσων εν τη Ιλιάδι

(και ουδαμού αντιφάσκει) λέγει περί των πλανήσεων του Αλεξάνδρου·

ότι δηλαδή αφού ήρπασε την Ελένην και ανεχώρησε, πλανηθείς μακράν

έφθασεν εις την Σιδώνα της Φοινίκης. Αναφέρει δε ταύτα εις τα

κατορθώματα του Διομήδους· και οι στίχοι λέγουσιν ούτω· «Εκεί ήσαν

οι παμποίκιλοι πέπλοι, έργα Σιδωνίων γυναικών, τους οποίους ο

θεόμορφος Αλέξανδρος έφερεν από την Σιδώνα όταν, διασχίζων την

θάλασσαν, διήλθεν εκείθεν απάγων εις την Τρωάδα την ευγενή

Ελένην.» Και άλλη μνεία τούτου γίνεται εν τη Οδυσσεία εις τους

ακολούθους στίχους. «Η θυγάτηρ του Διός έχει πολλά φάρμακα ωφέλιμα

και με πολλήν τέχνην κατεσκευασμένα, τα οποία τη έδωκεν η

Πολυδάμνα, η σύζυγος του Θώνος, από την Αίγυπτον, όπου η

ζωοπάροχος γη παράγει άφθονα φάρμακα, άλλα μεν επωφελή, άλλα δε

επιβλαβή.» Ιδού δε και άλλοι στίχοι εις τους οποίους ο Μενέλαος

λέγει προς τον Τηλέμαχον· «Με όλην την ανυπομονησίαν την οποίαν

είχον να επανίδω την πατρίδα μου, οι θεοί με εκράτησαν ακόμη εις

την Αίγυπτον, όπου είχον αμελήσει να θυσιάσω εις αυτούς εντελείς

εκατόμβας.» Διά των στίχων τούτων καθίσταται δήλον ότι εγίνωσκε

την άφιξιν του Αλεξάνδρου εις την Αίγυπτον, διότι η Συρία

συνορεύει με την Αίγυπτον, και οι Φοίνικες, εις ους ανήκει η

Σιδών, κατοικούσιν εις την Συρίαν.

117. Εκ των στίχων τούτων, και προ πάντων εκ των πρώτων,

καταφαίνεται ότι τα Κύπρια έπη δεν είναι του Ομήρου, αλλ' άλλου

τινός· διότι εις ταύτα μεν λέγεται ότι ο Αλέξανδρος, αφού ήρπασε

την Ελένην από την Σπάρτην, έφθασε μετά τρεις ημέρας εις το Ίλιον

βοηθούμενος υπό ούριου άνεμου και θαλάσσης γαληνιαίας· εις δε την

Ιλιάδα λέγεται εξ εναντίας ότι άγων αυτήν επλανάτο τήδε κακείσε.

Αλλ' ας αφήσωμεν τον Όμηρον και τα Κύπρια έπη.

118. Όταν ηρώτησα τους ιερείς εάν όσα λέγουσιν οι Έλληνες ότι

συνέβησαν εις την Τρωάδα ήναι ψευδή ή αληθή, ιδού τι με

απεκρίθησαν βεβαιούντες ότι τα είπεν εις αυτούς ο Μενέλαος. Μετά

την αρπαγήν της Ελένης, πολυάριθμος στρατός Ελληνικός μετέβη εις

την Τρωάδα διά να βοηθήση τον Μενέλαον· αποβάς εις την ξηράν ο

στρατός ούτος, έστησε το στρατόπεδόν του και έπεμψεν εις το Ίλιον

πρέσβεις μεταξύ των οποίων ήτο ο Μενέλαος· εισήλθον ούτοι εις την

πόλιν, απήτησαν την απόδοσιν της Ελένης και τους θησαυρούς τους

οποίους μετ' αυτής ήρπασεν ο Αλέξανδρος και εζήτησαν ικανοποίησιν

διά τα αδικήματα ταύτα. Άλλοι Τρώες, και κατ' εκείνην την στιγμήν,

και βραδύτερον, εβεβαίουν πάντοτε το αυτό πράγμα, είτε απλώς είτε

μεθ' όρκου· ότι δεν είχον ούτε την Ελένην ούτε τους θησαυρούς, ότι

όλα αυτά ήσαν εις την Αίγυπτον και ότι δεν τοις εφαίνετο εύλογον

να δώσωσιν ικανοποίησιν διά πράγματα τα οποία είχεν ο βασιλεύς

Πρωτεύς. Οι Έλληνες νομίσαντες ότι τους έσκωπτον οι Τρώες,

επολιόρκησαν την πόλιν και την εκυρίευσαν. Αφού δε εκυρίευσαν την

πόλιν, επειδή η Ελένη δεν εφαίνετο ουδαμού και οι Τρώες έλεγον τα

αυτά όσα και πρότερον, τότε πιστεύσαντες εις τους πρώτους λόγους

οι Έλληνες, απέστειλαν αυτόν τον Μενέλαον προς τον Πρωτέα.

119. Ελθών ο Μενέλαος εις Αίγυπτον και αναπλεύσας μέχρι της

Μέμφιδος, διηγήθη όλην την αλήθειαν, έλαβεν άπειρα δώρα, και

επανέλαβε την Ελένην όλως αβλαβή καθώς και όλους τους αρπαγέντας

θησαυρούς του. Καίτοι δε ο Μενέλαος έτυχε τόσων περιποιήσεων,

εφάνη όμως άδικος προς τους Αιγυπτίους. Επειδή ήθελε να αναχωρήση

εκείθεν και ο καιρός τον εμπόδιζε, τούτο δε διήρκει πολλάς ημέρας,

κατέφυγεν εις πράγμα ανόσιον· διότι λαβών δύο παιδία ανθρώπων

εγχωρίων, τα έσφαξεν. Έπειτα, γενομένου γνωστού του πράγματος,

εμισήθη και διωκόμενος έφυγε και ήλθε με τα πλοία του εις την

Λιβύαν. Οι Αιγύπτιοι δεν ηδύναντο μεν να είπωσι πού μετέβη εκείθεν

ο Μενέλαος, με εβεβαίουν όμως ότι άλλα μεν των συμβάντων εκείνων

εξετάσαντες έμαθον, άλλα δε ότι τα εγίνωσκον και τα έλεγον μετά

βεβαιότητος ως γενόμενα εις τον τόπον των.

120. Αυτά μεν έλεγον οι Αιγύπτιοι ιερείς· εγώ δε παραδέχομαι όσα

διηγούνται περί της Ελένης προσθέτων την εξής σκέψιν. Εάν η Ελένη

ήτο εις το Ίλιον βεβαίως θα απεδίδετο εις τους Έλληνας τη

συγκαταθέσει ή άνευ της συγκαταθέσεως του Αλεξάνδρου, διότι ούτε ο

Πρίαμος ούτε οι άλλοι συγγενείς του ήσαν τόσον ανόητοι ώστε να

διακινδυνεύσωσι τα άτομά των, τα τέκνα των και την πόλιν των διά

να έχη ο Αλέξανδρος γυναίκα την Ελένην. Και εάν υποθέσωμεν ότι η

πρώτη απόφασίς των ήτο να μη ενδώσωσιν, όταν όμως είδον ότι

πολεμούντες με τους Έλληνας έχανον πολλούς ανθρώπους, όταν είδον

ότι δεν παρήρχετο μάχη (εάν βασισθώμεν εις τας μαρτυρίας των

εποποιών) χωρίς να χάση ο Πρίαμος τουλάχιστον δύο ή τρεις των υιών

του, επειδή ταύτα συνέβησαν ούτω, νομίζω ότι και αυτός ο Πρίαμος

αν ήτο ο άρπαξ της Ελένης, θα έσπευδε να την αποδώση εις τους

Ατρείδας διά να αποφύγη τόσα δυστυχήματα. Προς τούτοις ούτε

διάδοχος της βασιλείας ήτο ο Αλέξανδρος, και με όλον το γήρας του

Πριάμου η διοίκησις των κοινών δεν ήτο εις χείρας του Αλεξάνδρου·

αλλ' ο Έκτωρ, όστις ήτο και πρεσβύτερος και γενναιότερος αυτού,

έμελλε να παραλάβη την βασιλείαν μετά τον θάνατον του Πριάμου.

Αυτός λοιπόν δεν θα επέτρεπεν εις τον αδελφόν του την αδικίαν, προ

πάντων όταν ένεκα αυτού συνέβαιναν τόσα δυστυχήματα και εις αυτόν

τον Έκτορα και εις άλλους Τρώας. Αλλά δεν ήτο εις την εξουσίαν των

να αποδώσωσι την Ελένην, ούτε τους επίστευον οι Έλληνες λέγοντας

την αλήθειαν. Κατά την εμήν γνώμην τούτο εγένετο συνεργεία των

θεών, διά να απολεσθώσι κατά κράτος οι Τρώες και γίνη φανερόν εις

όλους τους ανθρώπους ότι εις τα μεγάλα αδικήματα οι θεοί

επιφυλάττουσι μεγάλας τιμωρίας. Και ταύτα μεν, ως είπον, φρονώ

εγώ.

Ιστορίαι Ηροδότου, Τόμος 1 · 第 5 / 14 题