της θρασύτητός των και της αμαθείας των είχον αναστατώσει τα
πάντα· διότι, εκτός των φόρων, απήτουν παρ' έκαστου ό,τι τοις
εφαίνετο εύλογον να απαιτώσι, και προς τούτοις, περιτρέχοντες
ακαταπαύστως εδώ και εκεί, ήρπαζον ό,τι εύρισκον. Τέλος ο Κυαξάρης
και οι Μήδοι προσκαλέσαντες τους περισσοτέρους, τους εμέθυσαν και
τους εθανάτωσαν. Τοιουτοτρόπως δε ανέλαβον πάλιν την ηγεμονίαν οι
Μήδοι, ανέκτησαν τας αυτάς επαρχίας όσας είχον πρότερον και
εκυρίευσαν την Νίνον (πώς δε την εκυρίευσαν, θα διηγηθώ εις άλλο
βιβλίον)· τέλος υπέταξαν όλους τους Ασσυρίους, πλην του μέρους της
Βαβυλώνος. Μετά τα συμβάντα δε ταύτα απέθανεν ο Κυαξάρης
βασιλεύσας έτη τεσσαράκοντα, συμπεριλαμβανομένου και του χρόνου
της Σκυθικής δυναστείας.
107. Διεδέχθη δε την βασιλείαν ο υιός του Αστυάγης, όστις εγέννησε
θυγατέρα την οποίαν ωνόμασε Μανδάνην. Κοιμώμενος δέ ποτε ο
Αστυάγης είδεν εις τον ύπνον του ότι η Μανδάνη αύτη ούρησε τόσον
αφθόνως ώστε ου μόνον εγέμισε την πόλιν, αλλά κατέκλυσε και την
Ασίαν ολόκληρον. Διηγήθη δε το όνειρον τούτο εις τους μάγους
οίτινες εξηγούσι τα όνειρα και εφοβήθη διά την εξήγησιν την οποίαν
τω έδωκαν. Επομένως, όταν η Μανδάνη έφθασεν εις γάμου ηλικίαν, δεν
ηθέλησε να την υπανδρεύση με Μήδον τινα άξιον να συγγενεύση μετ'
αυτού, αλλ' ενθυμούμενος το όνειρον, την υπάνδρευσε μέ τινα Πέρσην
ονόματι Καμβύσην τον οποίον εύρισκεν ότι ήτο από καλήν
οικογένειαν, χαρακτήρος ηπίου και πολύ κατώτερος από Μήδον μεσαίας
τάξεως.
108. Κατά το πρώτον έτος του γάμου του Καμβύσου και της Μανδάνης,
ο Αστυάγης είδεν άλλο όνειρον· τω εφάνη ότι εκ του αιδοίου της
θυγατρός του εφύτρωσεν άμπελος και ότι η άμπελος αύτη εξετάθη εφ'
όλης της Ασίας. Αφού δε ηρώτησε και περί του ονείρου τούτου τους
εξηγητάς, έπεμψεν εις την Περσίαν και έφερε την θυγατέρα του ήτις
επλησίαζε να γεννήση. Ελθούσαν δε την εφύλαττε θέλων να διαφθείρη
το γεννηθησόμενον εξ αυτής, διότι εκ του ονείρου εκείνου εξήγαγον
οι μάγοι ότι το παιδίον της θυγατρός του έμελλε να βασιλεύση αντ'
αυτού. Ο δε Αστυάγης, διά να αποφύγη το δυστύχημα τούτο, άμα
εγεννήθη ο Κύρος εκάλεσε τον Άρπαγον, άνθρωπον συγγενή του και
μάλλον πιστόν από όλους τους άλλους Μήδους, έτι δε και επίτροπον
πάντων των κτημάτων του, και τω είπε τα ακόλουθα· «Άρπαγε, μη
αμελήσης την υπόθεσιν την οποίαν θα σοι αναθέσω· μη με προδώσης
και φοβού μήπως καταστρέψης τον εαυτόν σου εάν προτιμήσης άλλον·
λάβε το παιδίον το οποίον εγέννησεν η Μανδάνη, φέρε το εις την
οικίαν σου και φόνευσον αυτό. Έπειτα θάψε το όπως θέλεις.» Ο δε
Άρπαγος απεκρίθη· «Ω βασιλεύ, ου μόνον μέχρι τούδε δεν είδες εις
εμέ αχαριστίαν τινά, αλλά και εις το μέλλον θα προσέχω να μη
πταίσω προς σε. Εάν λοιπόν σοι ήναι ευάρεστον να γίνη ούτω το
πράγμα, το καθήκον μου είναι να υπακούσω προθύμως.»
109. Ταύτα ειπών έλαβε το παιδίον κεκοσμημένον διά τον θάνατον,
και κλαίων επορεύετο εις την οικίαν του. Εισελθών δε διηγήθη εις
την γυναίκα του όλα όσα τω είχεν ειπεί ο Αστυάγης. «Τώρα, ηρώτησεν
εκείνη, ποίος είναι ο στοχασμός σου; τι σκοπεύεις να πράξης;» Ο δε
απεκρίθη· «Όχι εκείνο το οποίον με διέταξεν ο Αστυάγης· έστω και
αν παραφρονήση ή εκμανή περισσότερον, εγώ δεν θα συμμερισθώ την
γνώμην του ούτε θα τον υπηρετήσω εις τοιούτον φόνον. Διά πολλάς
αιτίας, δεν θα φονεύσω εγώ το παιδίον, πρώτον μεν διότι είναι εκ
του αίματός μου και δεύτερον διότι ο Αστυάγης είναι γέρων και δεν
έχει άρρενας απογόνους. Εάν αποθάνη, και η θυγάτηρ του διαδεχθή
την βασιλείαν, η θυγάτηρ αύτη της οποίας θέλει σήμερον να φονεύσω
τον υιόν, εις ποίους κινδύνους θα ευρεθώ εκτεθειμένος; Εν τούτοις,
διά την ασφάλειάν μου, είναι μεν ανάγκη να φονευθή το παιδίον,
αλλ' ο φονεύς ας ήναι εκ των ανθρώπων του Αστυάγους και ουχί εκ
των ιδικών μου.»
110. Αφού ωμίλησεν ούτω έπεμψεν άνθρωπον προς ένα των βουκόλων του
Αστυάγους, καλούμενον Μιτραδάτην, τον οποίον ήξευρεν ότι είχε
νομάς αρμοδιωτάτας προς εκτέλεσιν του σχεδίου τούτου και όρη
γέμοντα αγρίων θηρίων. Ο άνθρωπος εκείνος είχε νυμφευθή μίαν
συνδούλην του ήτις ωνομάζετο ελληνιστί μεν Κυνώ μηδιστί δε Σπακώ,
διότι την κύνα οι Μηδοί καλούσι σπάκα. Οι δε πρόποδες των ορέων,
όπου τότε ο βουκόλος εκείνος έβοσκε τους βόας του, εκτείνονται
προς βορράν των Εκβατάνων και προς τον Εύξεινον πόντον. Εκεί, από
το μέρος των Σασπείρων, η Μηδική χώρα είναι υψηλή, ορεινή και
δασώδης, το δε λοιπόν μέρος είναι πεδινόν. Ότε λοιπόν ο υπό του
απεσταλμένου προσκληθείς βουκόλος έφθασε κατεσπευσμένως, ο Άρπαγος
τω είπεν· «Ο Αστυάγης σε διατάττει να λάβης το παιδίον τούτο και
να το εκθέσης εις το μάλλον έρημον μέρος των ορέων διά να απολεσθή
ταχέως. Με παρήγγειλε δε να σου είπω και τα εξής· εάν δεν το
φονεύσης, αλλά προσπαθήσης να το σώσης, σε περιμένει σκληροτάτη
τιμωρία. Εγώ διετάχθην να ίδω εάν θα το ρίψης.»
111. Ο βουκόλος, αφού ήκουσε τους λόγους τούτους, έλαβε το
παιδίον, επέστρεψεν οίκαδε και έφθασεν εις την έπαυλιν. Η γυνή
του, ήτις περιέμενεν από ημέρας εις ημέραν να γεννήση, εγέννησε
κατά τύχην τότε ότε ο βουκόλος ήτο εις την πόλιν. Ήσαν λοιπόν και
οι δύο εις μεγάλην φροντίδα περί αλλήλων, ο μεν ανησυχών διά τον
τοκετόν της γυναικός του, η δε ανησυχούσα διότι ο Άρπαγος έστειλε
και εζήτησε τον άνδρα της, πράγμα ασύνηθες. Άμα δε ούτος
επέστρεψεν, η γυνή, ιδούσα αυτόν σχεδόν ανελπίστως, τον ηρώτησε
πρώτη διά ποίαν αιτίαν ο Άρπαγος τον εζήτησε με τόσην βίαν.
Εκείνος δε απεκρίθη· «Ω γύναι, εκείνο το οποίον είδα και ήκουσα
εις την πόλιν, είθε να μη συνέβαινεν εις τους δεσπότας μας ! Όλος
ο οίκος του Αρπάγου ήτο πλήρης κλαυθμών, εγώ δε εισήλθον
εκπεπληγμένος. Άμα εισήλθον, είδον παιδίον κειτόμενον χαμαί,
ασπαίρον και φωνάζον· ήτο εστολισμένον με χρυσά και εφόρει ένδυμα
ποικιλοχρώματον. Ο Άρπαγος με είδε, με διέταξε να λάβω αμέσως το
παιδίον, να αναχωρήσω κρατών αυτό και να το εκθέσω εις το μάλλον
συχναζόμενον υπό των θηρίων μέρος των ορέων μας, λέγων ότι ο
Αστυάγης διέταττε τούτο και προσθέτων τρομεράς απειλάς εάν δεν
υπακούσω. Έλαβον λοιπόν το παιδίον και το έφερον, υποθέτων ότι θα
ήτο υπηρέτου τινός, διότι ποτέ δεν θα ηδυνάμην να εικάσω τίνος
ήτο. Ηπόρουν όμως διά τα τόσα χρυσά του κοσμήματα, διά την ωραίαν
εσθήτα του και διά το μέγα πένθος εις το οποίον έβλεπον την οικίαν
του Αρπάγου. Καθ' οδόν έμαθον τα πάντα· ο άνθρωπος όστις με έφερεν
έξω της πόλεως και όστις μοι παρέδωκε το παιδίον, με είπεν ότι ήτο
υιός της Μανδάνης, θυγατρός του Αστυάγους, και του Καμβύσου, υιού
του Κύρου. Ο Αστυάγης διατάττει να το φονεύσωμεν, και ιδού αυτό.»
112. Τελειόνων τας λέξεις ταύτας ο βουκόλος απεκάλυψε και έδειξε
το παιδίον εις την γυναίκα· αύτη δε, επειδή είδεν ότι ήτο ευτραφές
και ωραίον, ήρχισε να κλαίη, και περιπτυχθείσα τα γόνατα του
ανδρός της, τον παρεκάλεσε να μη το εκθέση κατ' ουδένα τρόπον.
Αλλ' εκείνος είπεν ότι δεν ηδύνατο να πράξη άλλως, ότι κατάσκοποι
του Αρπάγου θα έλθωσι να παρατηρήσωσι, και ότι ελεεινός θάνατος
τον περιέμενεν εάν παρέβαινε την υπόσχεσίν του. Η δε γυνή, επειδή
δεν ηδύνατο να τον πείση, επέμεινε και επανέλαβεν· «Αφού δεν
ειμπορώ να σε πείσω να μη το ρίψης, και είναι απόλυτος ανάγκη να
το ίδωσιν ερριμμένον, πράξε το εξής. Ως βλέπεις εγέννησα και εγώ,
αλλ' εγέννησα παιδίον νεκρόν· λάβε λοιπόν αυτό, ρίψε το, και
έπειτα ας αναθρέψωμεν τον υιόν της θυγατρός του Αστυάγους ως να
ήτο ιδικός μας. Τοιουτοτρόπως δε και συ δεν θα φανής ότι αδικείς
τους κυρίους μας ούτε τα συμφέροντά μας θα βλαφθώσι διά της
αποφάσεως ταύτης, διότι και το νεκρόν παιδίον μας θα τύχη
βασιλικής ταφής και εκείνο το οποίον μένει δεν θα αποθάνη.»
113. Ο βουκόλος εσκέφθη ότι η γυνή του ωμίλει φρονίμως προς την
παρούσαν περίστασιν, και συνεμορφώθη αμέσως με τας συμβουλάς της.
Παραδώσας εις την γυναίκα του το παιδίον το οποίον είχε φέρει διά
να το θανατώση και λαβών το ιδικόν του το οποίον ήτο νεκρόν, το
έθεσεν εις το κάνιστρον όπου ήτο το πρώτον, το εκόσμησε με όλα τα
κοσμήματα του άλλου παιδίου και φέρων το απέθεσεν εις το
ερημότατον μέρος των ορέων. Μετά τρεις δε ημέρας, ο βουκόλος
ανεχώρησε διά την πόλιν, αφήσας να το φυλάττη είς των συντρόφων
του, ήλθεν εις τον οίκον του Αρπάγου και τω είπεν ότι ήτο έτοιμος
να δείξη το πτώμα του παιδίου. Έπεμψε τότε ο Αρπαγος τους
πιστοτάτους των δορυφόρων του, εβεβαιώθη δι' αυτών περί του
πράγματος, και έθαψε τον υιόν του βουκόλου. Και ούτος μεν
ενταφιάσθη, ο δε άλλος, όστις βραδύτερον ωνομάσθη Κύρος, ανετράφη
υπό της γυναικός του βουκόλου ήτις τον ωνόμαζεν άλλως και όχι
Κύρον.
114. Όταν το παιδίον έφθασε το δέκατον έτος της ηλικίας του,
συνέβη εις αυτό το ακόλουθον γεγονός το οποίον απεκάλυψεν εκ ποίων
γονέων ήτο. Εις το χωρίον όπου ήσαν οι σταύλοι των βοών, έπαιζεν
εν μέσω της οδού με άλλους παίδας συνηλικιώτας του. Τα παιδία,
παίζοντα, εξελέξαντο βασιλέα τον καλούμενον υιόν του βουκόλου·
τότε αυτός διέταξε τους μεν να τω κτίσωσιν ανάκτορον, τους δε να
γίνωσι δορυφόροι του· τον μεν διώρισεν οφθαλμόν του βασιλέως, εις
τον δε απένειμε το αξίωμα να φέρη τας αγγελίας, και εν συντόμω ο
καθείς έλαβεν έν υπούργημα. Μεταξύ όμως των παιδίων τα οποία
συνείθιζον να παίζωσιν ομού ευρίσκετο και ο υιός του Αρτεμβάρους,
ανδρός επισήμου μεταξύ των Περσών, όστις δεν εξετέλεσεν εκείνο το
οποίον είχε διατάξει ο Κύρος. Τότε ο Κύρος διέταξε τα άλλα παιδία
να τον συλλάβωσι· τα παιδία υπήκουσαν και ο υιός του Αρτεμβάρους
εμαστιγώθη απηνώς. Αλλ' άμα απηλλάγη από τας χείρας των, αγανακτών
δι' όσα είχε πάθει και οργής έμπλεως, έδραμεν εις την πόλιν προς
τον πατέρα του και παρεπονέθη δι' όσα επαθεν ουχί υπό του Κύρου
(διότι το όνομα τούτο δεν υπήρχεν ακόμη) αλλ' υπό του υιού του
βουκόλου του Αστυάγους. Μανιώδης ο Αρτεμβάρης μετέβη μετά του υιού
του προς τον Αστυάγη, τω διηγήθη την ύβριν ην υπέστη, και δεικνύων
εις αυτόν τους ώμους του παιδίου, έκραξεν·
«Ω βασιλεύ, ο δούλος σου, ο υιός του βουκόλου σου, μας ύβρισε κατ'
αυτόν τον τρόπον.»
115. Ο Αστυάγης, ακούσας και ιδών, απεφάσισε να εκδικήση το
παιδίον χάριν της υπολήψεως του Αρτεμβάρους· προσεκάλεσε λοιπόν
τον βουκόλον και τον υιόν του. Άμα δε παρουσιάσθησαν και οι δύο, ο
Αστυάγης, ατενίσας προς τον Κύρον, τω είπε· «Συ λοιπόν, υιός
τοιούτου άνθρωπου, ετόλμησες να φερθής τόσον αυθαδώς προς τον υιόν
τούτου όστις είναι μεταξύ των πρώτων οίτινες με πλησιάζουσιν;» Ο
δε Κύρος απεκρίθη· «Δέσποτα, έπραξα συμφώνως με το δίκαιον· τα
παιδία του χωρίου, μεταξύ των οποίων ήτο και αυτός, παίζοντα, με
εξέλεξαν βασιλέα, διότι τοις εφάνην ο μάλλον επιτήδειος διά να
τους διοικήσω. Και τα άλλα μεν παιδία εξετέλουν τα διαταττόμενα,
ούτος δε εξ εναντίας δεν υπήκουε και περιεφρόνει τας διαταγάς μου,
τούτου δε ένεκα ετιμωρήθη. Εάν λοιπόν διά τούτο είμαι άξιος
τιμωρίας, ιδού εγώ.»
116. Ενώ το παιδίον έλεγε ταύτα, ο Αστυάγης το ανεγνώρισεν· εύρεν
εις τους χαρακτήρας του προσώπου του την ιδίαν εαυτού ομοιότητα,
εις την απόκρισίν του ετοιμότητα ανδρός ελευθέρου, εις την ηλικίαν
του εντελή συμφωνίαν με τον χρόνον της εκθέσεως. Εκπλαγείς δι όλα
αυτά, έμεινεν επί τινας στιγμάς άφωνος· έπειτα, συνελθών εις
εαυτόν μετά τινος δυσκολίας, και θέλων να απομακρύνη τον Αρτεμβάρη
διά να εξετάση τον βουκόλον μόνος προ μόνον· «Αρτεμβάρη, είπε, θα
πράξω ώστε και συ και ο υιός σου να μείνετε ευχαριστημένοι.»
Απέπεμψε λοιπόν τον Αρτεμβάρη, και αφ' ενός μεν οι υπηρέται, κατά
τας διαταγάς του, έλαβον τον Κύρον εις τα ένδον του ανακτόρου.
Όταν δε έμεινε μόνος μετά του βουκόλου, ο Αστυάγης τον ηρώτησε
πόθεν έλαβε το παιδίον εκείνο και ποίος το παρέδωκεν εις αυτόν. Ο
βουκόλος εβεβαίωσεν ότι ήτο ιδικόν του, και ότι η μήτηρ ήτις το
εγέννησεν έζη ακόμη εις την οικίαν του. Ο δε Αστυάγης επανέλαβεν
ότι δεν ήθελε το συμφέρον του, αλλ' ότι επεθύμει να βασανισθή.
Συγχρόνως δε με τας λέξεις ταύτας ένευσεν εις τους δορυφόρους να
τον συλλάβωσι. Φερόμενος εις τας βασάνους ο βουκόλος ωμολόγησε την
αλήθειαν, και αρχίσας την διήγησιν απ' αρχής, είπε τα πάντα, χωρίς
να κρύψη τίποτε. Τέλος δε ικέτευσε και εζήτησε να τω δοθή χάρις.
117. Μετά τας αποκαλύψεις του βουκόλου ο Αστυάγης δεν εφρόντισε
πλέον περί αυτού, αλλ' η οργή του εστράφη κατά του Αρπάγου και
διέταξε τους δορυφόρους του να τον φέρωσιν. Όταν δε ο Άρπαγος
ενεφανίσθη ενώπιον του, τω είπεν· «Άρπαγε, τίνι τρόπω εθανάτωσες
το παιδίον το οποίον σοι παρέδωκα, τον υιόν τον οποίον εγέννησεν η
θυγάτηρ μου;» Ο δε Άρπαγος, ιδών εις το ανάκτορον τον βουκόλον,
δεν ετράπη την οδόν του ψεύδους, διά να μη εξελεγχθή
ανακρινόμενος, αλλ' απεκρίθη ως εξής·» ω βασιλεύ, όταν έλαβον το
παιδίον, εσκέφθην πώς να εκτελέσω το σχέδιόν σου και πώς, χωρίς να
προσκρούσω εις σε, να απαλλαγώ της ευθύνης από του να καταστώ
ένοχος φόνου προς την θυγατέρα σου και προς σε. Έπραξα λοιπόν το
εξής, προσεκάλεσα τον βουκόλον, τω παρέδωκα το παιδίον και τω
είπον ότι συ διέταξες να το φονεύση. Δεν εψευδόμην λέγων ταύτα,
διότι αυτό τωόντι με είχες διατάξει. Παρέδωκα λοιπόν το παιδίον
εις αυτόν και τον διέταξα να το εκθέση εις έρημον όρος και να
προσέχη μέχρις ου εκπνεύση· τέλος δε τον ηπείλησα με τρομεράς
τιμωρίας εάν ήθελε παρακούσει εις τας εντολάς μου. Αφού δε τας
εξετέλεσεν ακριβώς και το παιδίον απέθανεν, έπεμψα τους
πιστοτάτους των ευνούχων μου, εβεβαιώθην δι' αυτών περί του
πράγματος, και έθαψα το σώμα. Ταύτα είναι, ω βασιλεύ, τα της
υποθέσεως ταύτης και τοιούτον θάνατον έλαβε το παιδίον.»
118. Και ο μεν Άρπαγος ουδέν είπε μη αληθές, ο δε Αστυάγης,
κρύπτων τον θυμόν του, διηγήθη εις τον Άρπαγον όσα ήκουσεν από τον
βουκόλον, έπειτα δε ετελείωσε λέγων· «Αφού το παιδίον υπάρχει, όλα
έχουσι καλώς, διότι πολύ είχον λυπηθή δι' εκείνο το οποίον ενόμισα
καθήκον μου να πράξω προς το παιδίον εκείνο, και μεγάλην ησθανόμην
αμηχανίαν εκτεθείς εις τας υποψίας της θυγατρός μου. Επειδή όμως η
τύχη καλώς ωκονόμησε το πράγμα, πρώτον μεν πέμψον τον υιόν σου
προς τον νεοελθόντα παίδα, έπειτα δε, επειδή θέλω χάριν της
διασώσεώς του να προσφέρω θυσίαν εις τους θεούς εις ους ανήκει η
τιμή αύτη, ελθέ να δειπνήσης μετ' εμού.»
119. O Άρπαγος λοιπόν, ως ήκουσε ταύτα, προσεκύνησε και επέστρεψεν
εις την οικίαν του μακαρίζων εαυτόν εν τω βάθει της καρδίας του
ότι το σφάλμα του εστράφη εις καλόν και ότι επί χρησταίς ελπίδες
τον προσεκάλουν να δειπνήση. Εισήλθε λοιπόν εσπευσμένως εις την
οικίαν και καλέσας τον υιόν του (είχε δε ένα μόνον υιόν σχεδόν
τρισκαιδεκαετή) τον διέταξε να μεταβή εις το ανάκτορον του
Αστυάγους και να συμμορφωθεί καθ' όλα με τας διαταγάς του κυρίου
του. Συγχρόνως δε διηγήθη όλος περιχαρής τα συμβάντα της ημέρας
εις την γυναίκα του. Ο Αστυάγης όμως, άμα έφθασεν ο υιός του
Αρπάγου, τον έσφαξε, τον κατέκοψεν εις τεμάχια, έψησε τα μεν,
έβρασε τα άλλα και περιέμενεν έχων τα πάντα έτοιμα. Κατά την ώραν
του δείπνου ήλθον και οι άλλοι διαιτυμόνες και ο Άρπαγος· και
ενώπιον μεν των πρώτων και του Αστυάγους παρετέθησαν τράπεζαι
εστρωμέναι με κρέατα προβάτου, επί δε της του Αρπάγου είχον θέσει
το σώμα ολόκληρον του παιδίου του, εκτός της κεφαλής και των
δακτύλων των ποδών και των χειρών, τα οποία είχον κατά μέρος εντός
κανίστρου σκεπασμένου. Άμα ο Αστυάγης έκρινεν ότι ο Άρπαγος
εχόρτασε· «Δεν ευρίσκεις εις το φαγητόν τούτο, τον ηρώτησε,
γλυκύτητά τινα ιδιαιτέραν;» Ο Άρπαγος εβεβαίωσεν ότι το εύρεν
εξαίρετον. Τότε οι υπηρέται, κατά τας διαταγάς τας οποίας είχον,
τω παρουσίασαν την κεφαλήν και τα δάκτυλα του υιού του τα οποία
ήσαν σκεπασμένα, και τον προσεκάλεσαν να τα αποκαλύψη και να λάβη
εξ αυτών ό,τι ήθελε τω αρέσει. Πεισθείς δε ο Άρπαγος και
αποκαλύψας το κάνιστρον, είδε τα μέλη του παιδίου του. Αλλ' εις το
θέαμα τούτο δεν εταράχθησαν αι φρένες του και συνέσχεν εαυτόν· ότε
δε ο Αστυάγης τον ηρώτησεν εάν εγνώριζε τίνος ζώου τα κρέατα είχε
φάγει, απεκρίθη ότι το γνωρίζει και ότι τω είναι ευάρεστον παν
ό,τι πράττει ο βασιλεύς. Μετά την απόκρισιν ταύτην εσύναζε τα
λοιπά κρέατα και επέστρεψεν εις την οικίαν του όπου, ως υποθέτω,
εσκόπευε να τα ενώση και να τα θάψη.
120. Ούτως ο Αστυάγης ετιμώρησε τον Άρπαγον. Έπειτα δε,
σκεπτόμενος περί του Κύρου, προσεκάλεσε τους ιδίους μάγους οίτινες
άλλοτε είχον εξηγήσει το ενύπνιόν του. Ελθόντας δε τους ηρώτησε
πώς ενόησαν το όνειρόν του, και εκείνοι επανέλαβον όσα είχον ειπεί
άλλοτε, ήτοι ότι το παιδίον θα εβασίλευεν, εάν έζη και εάν δεν
απέθνησκεν άμα γεννηθέν. «Αλλά, επανέλαβεν ο βασιλεύς, το παιδίον
ζη, το παιδίον εσώθη· ενώ δε διητάτο εις τους αγρούς, τα άλλα
παιδία του χωρίου το εξέλεξαν βασιλέα, και αυτό έπραξεν ό,τι
πράττουσιν εκείνοι οίτινες τωόντι είναι βασιλείς. Διώρισε φύλακας,
θυρωρούς, αγγελιαφόρους και όλα τα λοιπά. Τώρα λοιπόν, πώς σας
φαίνονται αυτά;» Οι δε μάγοι είπον «Εάν το παιδίον ζη, εάν
εβασίλευσεν άνευ ουδεμίας προμελέτης, θάρρει και μη φοβείσαι
τίποτε, διότι δεν θα βασιλεύση πλέον· τινές των προρρήσεων ημών
συνέβη να εκτελεσθώσιν ουχί απαραλλάκτως, πόσον μάλλον τα ονείρατα
τα οποία διαλύονται ως καπνός; — Και εγώ, ω μάγοι, επανέλαβεν ο
Αστυάγης, συμμερίζομαι καθ' ολοκληρίαν την γνώμην ταύτην· το
όνειρον εγένετο αλήθεια, αφού το παιδίον εξελέχθη βασιλεύς, και
δεν πρέπει πλέον να φοβούμαι. Εν τούτοις σκεφθήτε, εξετάσατε τι
είναι ασφαλέστερον διά τον οίκον μου και δι' υμάς.» Οι μάγοι
απεκρίθησαν· «Ω βασιλεύ, και ημείς επίσης φροντίζομεν μεγάλως να
διατηρήται η βασιλεία σου, διότι εάν περιέλθη εις το παιδίον τούτο
το οποίον είναι Πέρσης, τότε αποξενούται, και ημείς οι Μήδοι
γινόμεθα δούλοι και ευκαταφρόνητοι ως ξένοι. Ενόσω όμως βασιλεύεις
συ ο συμπολίτης ημών, μετέχομεν και ημείς της αρχής και μεγάλας
τιμάς λαμβάνομεν παρά σου. Οφείλομεν λοιπόν κατά καθήκον να
αγρυπνώμεν υπέρ της ασφαλείας σου και της αρχής σου· εάν εβλέπομεν
κίνδυνόν τινα, βεβαίως ηθέλομεν σοι προειπεί τούτο. Αλλά σήμερον,
αφού το όνειρόν σου έληξεν εις μηδαμινόν γεγονός, διά τούτο και
ημείς είμεθα ήσυχοι και συμβουλεύομεν και σε να μιμηθής το
παράδειγμά μας. Απομάκρυνον όμως το παιδίον τούτο από τα βλέμμαάα
σου και πέμψον αυτό εις την Περσίαν προς τους γονείς του.»
121. Ταύτα ακούσας ο Αστυάγης εχάρη, και καλέσας τον Κύρον τω
είπεν· «Ω παι, ένεκα ονείρου τινός το οποίον είδον, έπραξα προς σε
αδικίαν ήτις δεν έσχεν αποτέλεσμα, διότι η καλή σου τύχη σε έσωσε.
Τώρα, αναχώρησον χαίρων εις την Περσίαν όπου θα σε στείλω μετά
συνοδίας· εκεί θα εύρης πατέρα και μητέρα οίτινες δεν ομοιάζουσι
μήτε με τον Μιτραδάτην μήτε με την γυναίκα του.
122. Ταύτα ειπών ο Αστυάγης απέπεμψε τον Κύρον. Επιστρέψαντα δε
εις την οικίαν του Καμβύσου, εδέχθησαν αυτόν οι γονείς του, και
άμα τοις είπε ποίος ήτο, τον ενηγκαλίσθησαν μετά χαράς, ως τέκνον
το οποίον ενόμιζον ως αποθανόν άμα τεχθέν. Τον ηρώτησαν ακολούθως
πώς διεσώθη, και εκείνος τοις είπεν ότι κατ' αρχάς μεν δεν ήξευρε
τίποτε, ότι παρεγνώριζεν εαυτόν και ότι καθ' οδόν τω εφανέρωσαν τα
παθήματά του· διότι ανεχώρησε πιστεύων ακόμη ότι ήτο υιός του
βουκόλου του Αστυάγους, αλλ' οι φύλακες του, ενώ συνεβάδιζον, τω
διηγήθησαν την ιστορίαν του. Είπε λοιπόν ότι ανετράφη υπό της
γυναικός του βουκόλου, και δεν έπαυεν εις πάσαν λέξιν να την
επαινή, και το όνομα Κυνώ επανήρχετο κατά πάσαν στιγμήν εις την
ομιλίαν του. Οι γονείς του ήρπασαν το όνομά τούτο, και διά να φανή
εις τους Πέρσας ότι ο υιός των εσώθη κατά θείαν πρόνοιαν,
εκοινολόγησαν ότι μία κύων έθρεψε τον Κύρον εκτεθειμένον όντα. Και
έκτοτε επικρατεί η παράδοσις αύτη.
123. Ο Κύρος, φθάσας εις ανδρικήν ηλικίαν ήτο ο ανδρειότατος και
αγαπητότατος των συνηλικιωτών του, ο δε Άρπαγος δεν έπαυε να τω
πέμπη δώρα και να τον περιποιήται, διότι επεθύμει να εκδικηθή τον
Αστυάγη και έβλεπεν ότι αυτός, ως ιδιώτης, ουδεμίαν τιμωρίαν
ηδύνατο να επιβάλη εις τον βασιλέα. Παρετήρει λοιπόν τον Κύρον
αυξάνοντα και επροσπάθει να τον κάμη σύμμαχόν του εξομοιών τα ίδιά
του δυστυχήματα με τα του Κύρου. Προ τούτου όμως ήρχισε να διαθέτη
τα πράγματα κατά τον εξής τρόπον· επειδή ο Αστυάγης εφέρετο
σκληρώς προς τους Μήδους, επλησίαζεν ο Άρπαγος τον ένα μετά τον
άλλον όλους τους πρώτους των Μήδων και τους έπειθεν ότι έπρεπε να
καταβιβάσωσι τον Αστυάγη από τον θρόνον και να αναβιβάσωσιν εις
αυτόν τον Κύρον. Αφού δε προδιέθεσε τα πνεύματα και ητοίμασε τα
πάντα, ο Άρπαγος, επιθυμών να ανακοινώση τα σχέδιά του εις τον
Κύρον όστις διέτριβεν εις την Περσίαν και μη έχων κανέν άλλο μέσον
καθότι όλαι αι οδοί εφυλάσσοντο, επενόησε το ακόλουθον· σχίσας
επιδεξίως την κοιλίαν λαγωού χωρίς να τον βλάψη μήτε να τον
εκμαδίση, εισήγαγεν επιστολήν εν τη οποία έγραψεν ό,τι ήθελεν·
έπειτα έρραψε πάλιν το δέρμα, έδωκε δίκτυα εις τον πιστότατον των
υπηρετών του, ως να τον έπεμπεν εις το κυνήγιον, και τον
απέστειλεν εις την Περσίαν παραγγείλας αυτόν διά ζώσης να
εγχειρίση τον λαγωόν εις τον Κύρον και να τω είπη να τον ανοίξη
διά της ιδίας του χειρός, χωρίς να ήναι άλλος κανείς παρών.
124. Όλα ταύτα εξετελέσθησαν ακριβώς· ο Κύρος, λαβών τον λαγωόν,
τον έσχισεν, εύρε την περιεχομένην επιστολήν και την ανέγνωσεν,
ιδού δε τι διελάμβανεν αύτη· «Ω υιέ του Καμβύσου, βεβαίως οι θεοί
σε προστατεύουσι, διότι άλλως δεν ήθελες φθάσει εις την παρούσαν
ευτυχίαν. Εκδικήθητι λοιπόν τον φονέα σου Αστυάγην, διότι κατά την
θέλησιν μεν αυτού συ απέθανες, χάρις δε εις τους θεούς και εις εμέ
έζησας. Υποθέτω ότι προ πολλού έμαθες τα αφορώντά σε και τι έπαθα
εγώ εκ μέρους του Αστυάγους, διότι αντί να σε φονεύσω, σε παρέδωκα
εις τον βουκόλον. Συ λοιπόν, εάν θέλης να με πιστεύσης, θα
βασιλεύσης επί όλων των χωρών όσαι υπακούουσιν εις τον Αστυάγη.
Πείσον τους Πέρσας να αποστατήσωσι και οδήγησον αυτούς εναντίον
των Μήδων. Εάν ο Αστυάγης εκλέξη ως αρχηγόν εμέ ή άλλον τινά εκ
των πρώτων του λαού, τότε κατορθούται ό,τι επιθυμείς. Όλοι
συνωμόσαμεν κατά του Αστυάγους· θα τον εγκαταλείψωμεν διά να
έλθωμεν με το μέρος σου και θα προσπαθήσωμεν να καθαιρέσωμεν
αυτόν. Τα πάντα είναι έτοιμα εδώ, ενέργησον λοιπόν και πράξον
ταχέως.»
125. Ειδοποιηθείς τοιουτοτρόπως ο Κύρος, εσκέπτετο με ποίον τρόπον
επιτηδειότερον να παρασύρη τους Πέρσας εις αποστασίαν· ιδού δε τι
ενόμισεν αρμοδιώτερον το οποίον και εξετέλεσε. Γράψας εις πάπυρον
ό,τι ήθελε, συνεκάλεσε τους Πέρσας εις συμβούλιον, ήνοιξε το
γράμμα και το ανέγνωσεν· ανήγγελλε δε το γράμμα ότι ο Αστυάγης τον
διώρισεν αρχηγόν των Περσών. «Τώρα, είπε, σας διατάττω να
συναθροισθήτε και να φέρετε έκαστος έν δρέπανον.» Τοιαύτη ήτο η
διαταγή την οποίαν έδωκεν εις τους Πέρσας. Υπάρχουσι δε εις το
έθνος τούτο πολλαί φυλαί, αλλ' ο Κύρος συνήθροισε μέρος μόνον
αυτών και τας έπεισε να αποστατήσωσιν. Αι φυλαί δε εκείναι, παρ'
ων αι άλλαι εξηρτώντο, ήσαν οι Πασαργάδαι, οι Μαράφιοι, οι
Μάσπιοι. Εκ τούτων δε πάλιν, οι Πασαργάδαι είναι οι άριστοι, και
μεταξύ αυτών είναι η οικογένεια των Αχαιμινιδών εξ ης κατάγονται
οι βασιλείς της Περσίας. Αι άλλαι φυλαί είναι οι Πανθιαλαίοι, οι
Δηρουσιαίοι, οι Γερμάνιοι, φυλαί γεωργικαί, έπειτα οι Δάοι, οι
Μάρδοι, οι Δροπικοί, οι Σαγάρτιοι, φυλαί νομάδες.
126. Όταν συνηθροίσθησαν όλοι με τα δρέπανά των, καθώς
διετάχθησαν, ο Κύρος τοις είπε να εκχερσώσωσι την ημέραν εκείνην
ένα τόπον της χώρας ακανθώδη δεκαοκτώ ή είκοσι σταδίων
τετραγωνικών. Αφού ετελείωσαν το έργον εκείνο, τους διέταξε να
επιστρέψωσι την επιούσαν αφού λουσθώσιν. Εν τούτοις ο Κύρος έφερεν
εις το μέρος εκείνο όλα τα ποίμνια του πατρός του, αίγας, πρόβατα
και βόας, τα έσφαξε και τα ητοίμασε διά να εστιάση τον στρατόν των
Περσών· εκτός δε τούτου επρομηθεύθη αρκετήν ποσότητα άρτου και
οίνου. Την επιούσαν λοιπόν έφθασαν οι Πέρσαι και εκάθισαν επί
λειμώνος όπου τοις προσέφερε φαγητόν. Αφού δε ευωχήθησαν, τους
ηρώτησε ποία διασκέδασις τοις εφαίνετο προτιμοτέρα, η χθεσινή ή η
παρούσα. Εκείνοι δε είπον ότι μεταξύ των δύο η διαφορά ήτο
μεγίστη, ότι η προηγουμένη ημέρα ήτο κοπιαστική ενώ η σημερινή
τοις εφαίνετο λίαν ευχάριστος. Ο Κύρος ωφελήθη εκ της αποκρίσεώς
των και είπεν· «Ω Πέρσαι, ιδού η τύχη σας· εάν με υπακούσετε, θα
απολαύσετε τα αγαθά ταύτα και άπειρα άλλα χωρίς να εργάζεσθε
δουλικώς· εάν όμως δεν θελήσετε να με ακούσετε, θα επιφορτίζεσθε
αδιακόπως με εργασίας ομοίας της χθεσινής. Ακολουθήσατέ με από
σήμερον και γενήτε ελεύθεροι. Φαίνεται ότι εγεννήθην διά να
καταστήσω υμάς με την προστασίαν των θεών ευδαίμονας και
ελευθέρους. Δεν σας νομίζω κατωτέρους των Μήδων ούτε εις τα
πολεμικά ούτε εις τα άλλα. Επαναστατήσατε λοιπόν αμέσως κατά του
Αστυάγους.»
127. Οι Πέρσαι, επιτυχόντες αρχηγόν, μετά χαράς εδέχθησαν να
ελευθερωθώσι, διότι προ πολλού εδυσφόρουν δουλεύοντες υπό τους
Μήδους. Εν τούτοις ο Αστυάγης έμαθε τι έπραττεν ο Κύρος, και
πέμψας απεσταλμένον εκάλεσεν αυτόν πλησίον του· ο δε Κύρος είπεν
εις τον απεσταλμένον να επιστρέψη και να αναγγείλη εις τον Αστυάγη
ότι θα φθάση ταχύτερον παρ' όσον επεθύμει ο Αστυάγης. Ακούσας την
απόκρισιν ταύτην ο Αστυάγης ώπλισεν όλους τους Μήδους, και ως να
τον ετύφλωσαν οι θεοί διώρισε στρατηγόν αυτών τον Άρπαγον,
λησμονήσας όσα είχε πράξει προς αυτόν. Εις την πρώτην συμπλοκήν με
τους Πέρσας, Μήδοι τινες, οίτινες δεν ήσαν μεμυημένοι εις την
συνωμοσίαν, επολέμησαν, άλλοι δε ηυτομόλησαν προς τους Πέρσας, οι
περισσότεροι όμως εδειλίασαν και ετράπησαν εις φυγήν.
128. Εις την αγγελίαν της αισχράς εκείνης διασκορπίσεως του
στρατεύματός του, ο Αστυάγης, απειλών τον Κύρον, έκραξε· «Μ' όλα
ταύτα ο Κύρος δεν θα χαρή.» Ταύτα ειπών, πρώτον μεν ανεσκολόπισεν
όλους τους ονειροκρίτας μάγους οίτινες τον είχον συμβουλεύσει να
αποπέμψη τον Κύρον, έπειτα δε ώπλισεν όλους τους Μήδους, νέους και
γέροντας, όσοι είχον μείνει εις την πόλιν, τους εξήγαγεν,
επολέμησε και ηττήθη. Απολέσας δε όλους τους Μήδους όσους είχεν
εξαγάγει, συνελήφθη αιχμάλωτος (9).
129. Πλησιάσας ο Άρπαγος τον αιχμαλωτισθέντα Αστυάγην έχαιρε και
τον ύβριζε· μεταξύ δε άλλων δηκτικών λόγων τω ανέμνησε το δείπνον
το οποίον ο βασιλεύς προσέφερεν εις αυτόν με τα κρέατα του παιδίου
του· τέλος τον ηρώτησε τι εστοχάζετο διά την μεταβολήν εκείνην της
βασιλείας εις δουλείαν. Ατενίσας προς αυτόν ο Αστυάγης, τω
απεκρίθη διά της ερωτήσεως ταύτης· «Νομίζεις ότι είναι έργον σου η
επιτυχία του Κύρου; — Βεβαίως, απεκρίθη ο άλλος, εγώ έγραψα
ιδιοχείρως, και δύναμαι δικαίως να καυχηθώ δι' όλην αυτήν την
υπόθεσιν. — Λοιπόν, επανέλαβεν ο αιχμάλωτος, συ είσαι ο μάλλον
μωρός και ο μάλλον άδικος από όλους τους ανθρώπους· ο μάλλον
μωρός, διότι, ενώ ηδύνασο να λάβης την βασιλείαν, εάν τωόντι τα
παρόντα επράχθησαν υπό σου, έδωκες αυτήν εις άλλον· ο μάλλον
άδικος, διότι, ένεκα ενός δείπνου, κατέστησες τους Μήδους δούλους.
Διότι εάν ενόμιζες αναγκαίον να μεταβή το στέμμα εις άλλον, να μη
το λάβης συ, έπρεπε τουλάχιστον να το παραχωρήσης εις ένα Μήδον
και όχι εις Πέρσην. Τώρα οι μεν Μήδοι χωρίς να πταίωσιν εγένοντο
δούλοι ενώ ήσαν δεσπόται, οι δε Πέρσαι, ενώ πρότερον ήσαν δούλοι
των Μήδων, τώρα εγένοντο δεσπόται.»
130. Ο Αστυάγης λοιπόν, βασιλεύσας τριάκοντα και πέντε έτη,
καθηρέθη τοιουτοτρόπως, ένεκα δε της σκληρότητος αυτού οι Μήδοι,
οίτινες επί εκατόν εικοσιοκτώ έτη, μη συμπεριλαμβανομένου του
χρόνου της ηγεμονίας των Σκυθών, εκυβέρνησαν την άνω Ασίαν την
πέραν του Άλυος, υπετάγησαν εις τους Πέρσας. Βραδύτερον όμως
μετενόησαν διά την πράξιν ταύτην, και απεστάτησαν από τον Δαρείον,
αλλ' ενικήθησαν και υπεδουλώθησαν. Εις ην δε εποχήν ευρισκόμεθα,
ήτοι επί της βασιλείας του Αστυάγους, ο Κύρος και οι Πέρσαι, αφού
επανεστάτησαν κατά των Μήδων, εγένοντο έκτοτε κύριοι της Ασίας. Ο
δε Κύρος ουδόλως εκακομετεχειρίσθη τον Αστυάγη, αλλά τον είχεν εις
την οικίαν του μέχρις ου απέθανεν. Ο Κύρος λοιπόν γεννηθείς και
ανατραφείς τοιουτοτρόπως, εβασίλευσεν· έπειτα δε, ως διηγήθην
προλαβόντως, ανέτρεψε τον Κροίσον όστις ήρξατο χειρών αδίκων, και
εκθρονίσας αυτόν, εκυβέρνησεν όλην την Ασίαν.
131. Οι δε Πέρσαι ηξεύρω ότι έχουσι τα εξής έθιμα· δεν
κατασκευάζουσιν αγάλματα, δεν κτίζουσι ναούς μήτε βωμούς, θεωρούσι
δε ως μωρούς τους πράττοντας τα τοιαύτα· διότι, ως νομίζω, δεν
πιστεύουσιν ως οι Έλληνες ότι οι θεοί μετέχουσιν ανθρωπίνης
φύσεως. Συνειθίζουσι να θυσιάζωσιν εις τον Δία επί των κορυφών των
ορέων, και καλούσι Δία όλον τον κύκλον του ουρανού. Θυσιάζουσιν
επίσης εις τον ήλιον, εις την σελήνην, εις την γην, εις το πυρ,
εις το ύδωρ και εις τους ανέμους. Και κατ' αρχάς μεν εις ταύτα
μόνον εθυσίαζον· κατόπιν δε έμαθον από τους Ασσυρίους και τους
Άραβας να θυσιάζωσιν εις την ουρανίαν Αφροδίτην, την οποίαν οι μεν
Ασσύριοι καλούσι Μύλιττα, οι δε Άραβες Άλιττα, και οι Πέρσαι
Μίτραν.
132. Ιδού δε πώς θυσιάζουσιν οι Πέρσαι εις τας θεότητας ταύτας·
δεν έχουσι βωμούς, δεν ανάπτουσι πυρ, δεν μεταχειρίζονται σπονδάς,
μήτε αυλούς, μήτε στεφάνους, μήτε κριθήν ιεράν. Ο θέλων να
προσφέρη θυσίαν φέρη το θύμα εις μέρος καθαρόν, όπου επικαλείται
την θεότητα εστεμμένος σχεδόν πάντοτε με τιάραν εκ μύρτου. Δεν τω
είναι όμως επιτετραμμένον να ευχηθή ευτυχίας δι' αυτόν μόνον, αλλ'
εύχεται υπέρ της ευημερίας όλων των Περσών και του βασιλέως, διότι
και αυτός αποτελεί μέρος της ολότητος των Περσών. Αφού δε
διαχωρίση εις τεμάχια το θύμα, και βράση τα κρέατα, καταθέτει αυτά
επί χόρτων τρυφερών, προ πάντων όμως επί τρυφυλλίων. Τότε μάγος
τις (διότι άνευ μάγου δεν γίνεται θυσία) πλησιάζει και ψάλλει την
θεογονίαν (10), θεωρουμένην παρ' αυτών ως γοήτευμα
συντελεστικώτατον· εκείνος δε όστις προσέφερε την ουσίαν, μένει
ακόμη εκεί ολίγην ώραν, και έπειτα συνάζει τα κρέατα και κάμνει
οιανδήποτε θέλει χρήσιν αυτών.
133. Οι Πέρσαι τιμώσι πλειότερον πάσης άλλης την ημέραν καθ' ην
έκαστος εγεννήθη, την εορτάζουσι δε δι' αφθονωτάτου συμποσίου, εις
το οποίον οι μεν πλούσιοι κατ' εκείνην την ημέραν παραθέτουσιν ένα
βόα, ένα ίππον, μίαν κάμηλον και ένα όνον εψημένους ολοκλήρους εις
καμίνους, οι δε πτωχοί παραθέτουσι μικρά ζώα. Δεν έχουσι πολλά
φαγητά, αλλ' έχουσιν επιδόρπια πολλά τα οποία τοις φέρουσι το έν
κατόπιν του άλλου. Και διά τούτο οι Πέρσαι λέγουσιν ότι οι Έλληνες
εγείρονται από την τράπεζαν πεινώντες· δεν τοις δίδεται καλόν τι
μετά το δείπνον, προσθέτουσιν, εάν όμως τοις εδίδετο, δεν θα
έπαυον τρώγοντες. Είναι πολύ έκδοτοι εις τον οίνον, και δεν τοις
είναι επιτετραμμένον μήτε να εμώσι μήτε να ουρώσιν ενώπιον άλλου.
Τηρούσι προς τούτοις και τας εξής συνηθείας· μεθυσκόμενοι
συσκέπτονται περί σπουδαίων υποθέσεων, την δε επομένην ημέραν ο
οικοδεσπότης, εις την οικίαν του οποίου εγένετο η συνεδρίασις,
υποβάλλει πάλιν εις αυτούς νήφοντας την απόφασιν της προτεραίας.
Τότε, εάν την επιδοκιμάσωσι, την εκτελούσιν· άλλως, παραιτούνται
αυτής. Και πάλιν τουναντίον, ό,τι αποφασίσωσι νήφοντες, το
αναθεωρούσι μεθύοντες.
134. Όταν δύο άνθρωποι συναντώνται εις τας οδούς, δύναταί τις να
ίδη εάν ήναι του αυτού βαθμού· διότι, εις την περίπτωσιν ταύτην,
αντί να χαιρετίσωσιν αλλήλους, φιλούνται εις το στόμα. Εάν ο είς
των δύο ήναι ολίγον κατώτερος του άλλου, φιλούνται εις τας
παρειάς· αλλ' εάν ο είς ήναι πολύ κατώτερος του άλλου, ο κατώτερος
κλίνει και προσκυνεί τον ανώτερον. Μετά τον εαυτόν των τιμώσι προ
πάντων τους πλησίον αυτών οικούντας, έπειτα τους γείτονας των
πλησίον οικούντων, και ούτω καθεξής, αναλόγως της αποστάσεως. Εις
ουδεμίαν δε υπόληψιν έχουσι τους πολύ μακράν κατοικούντας, διότι
νομίζουσιν εαυτούς καθ' όλα εξαιρέτους ανθρώπους και ότι οι άλλοι
μετέχουσιν από την αρετήν κατά την ρηθείσαν αναλογίαν της
αποστάσεως, και επομένως οι πολύ μακράν κατοικούντες είναι
ουτιδανώτατοι. Επί της κυριαρχίας των Μήδων, τα έθνη είχαν
αλληλοδιοίκησιν· οι Μήδοι είχον την υπερτάτην αρχήν, αλλ' εξήσκουν
αυτήν κυρίως επί των γειτόνων των· ούτοι πάλιν εκυβέρνων τους
ομόρους των, και ούτω καθεξής, από του πλησίον εις τον πλησίον.
Κατά την βαθμολογίαν δε ταύτην οι Πέρσαι διανέμουσι τας τιμάς τας
οποίας αποδίδουσι και εξασκούσι την επί των άλλων εθνών αρχήν
πρώτον μεν απ' ευθείας, έπειτα δε διά μεσαζόντων.
135. Οι Πέρσαι παραδέχονται ευκόλως ξενικά έθιμα· ευρόντες την
Μηδικήν ενδυμασίαν ωραιοτέραν της ιδικής των, φορούσιν αυτήν, ως
επίσης παρεδέχθησαν εις τους πολέμους τον Αιγυπτιακόν θώρακα.
Παραδίδονται εις παν είδος ηδυπαθείας περί της οποίας ακούουσι να
γίνεται λόγος· τοιουτοτρόπως δε έμαθον από τους Έλληνας να
συνευρίσκωνται με παιδία· έκαστος αυτών νυμφεύεται πολλάς νομίμους
γυναίκας, δύναται δε να έχη πολύ περισσοτέρας παλλακίδας.
136. Μετά την εις τας μάχας ανδρείαν θεωρείται ανδραγαθία να
γεννήση τις πολλά τέκνα. Κατ' έτος ο βασιλεύς πέμπει δώρα προς
εκείνον όστις έχει τα περισσότερα. Η ισχύς παρ' αυτοίς έγκειται
εις τον αριθμόν. Η ανατροφή των παίδων άρχεται από του πέμπτου
έτους και λήγει εις το εικοστόν· εις τρία δε μόνον πράγματα
συνίσταται αύτη, εις το ιππεύειν, εις το τοξεύειν και εις το
λέγειν την αλήθειαν. Πριν του πέμπτου έτους το παιδίον ουδέποτε
εμφανίζεται ενώπιον του πατρός του, ούτε εξέρχεται από τους
γυναικείους θαλάμους. Συνειθίζεται δε τούτο, διά να μη προξενήση
το παιδίον λύπην εις τον πατέρα του εάν συμβή να αποθάνη εις
μικράν ηλικίαν.
137. Επαινώ την συνήθειαν ταύτην, επαινώ δε ομοίως και την εξής·
δι' έν μόνον πταίσμα, ουδ' αυτός ο βασιλεύς δύναται να καταδικάση
τινά εις θάνατον· δι' έν μόνον πταίσμα ουδείς των Περσών δύναται να
επιβάλη αυστηράν τιμωρίαν είς τινα των δούλων του. Εν τούτοις, εάν
μετά γενομένην εξέτασιν ευρεθή ότι τα εγκλήματα είναι περισσότερα
και μεγαλείτερα από τας υπηρεσίας, τότε ο δεσπότης μεταχειρίζεται
τον θυμόν του. Οι Πέρσαι λέγουσιν ότι κανείς εξ αυτών δεν εφόνευσε
τον πατέρα του ή την μητέρα του, και ότι οσάκις διεπράχθη τοιούτο
έγκλημα, γενομένης ακριβούς εξετάσεως, ευρέθη ότι ο ένοχος ήτο
παιδίον μοιχίδιον ή υποβολιμαίον. Διότι, λέγουσι, δεν είναι
φυσικόν να φονεύεται ο αληθής πατήρ παρά του παιδός του.
138. Τοις είναι απηγορευμένον να ομιλώσι περί των πραγμάτων
εκείνων τα οποία δεν τοις επιτρέπεται να πράττωσι. Το ψεύδος
θεωρείται παρ' αυτών ως αισχρότατον ελάττωμα· έπειτα έρχονται τα
χρέη, και τούτο διά πολλάς αιτίας, αλλά προ πάντων, ως λέγουσιν,
ένεκα της ανάγκης εις ην ευρίσκεται ο οφειλέτης να είπη ψεύματα.
Εάν τις των αστών έχη λέπραν ή λεύκην (11), ούτε εις την πόλιν
εισέρχεται, ούτε αναμιγνύεται με τους άλλους Πέρσας. Λέγουσι δε
ότι έπαθε το κακόν εκείνο διότι ήμαρτεν εις τον ήλιον. Σχεδόν
πανταχού διώκουσι τον ξένον όστις έχει το πάθος αυτό, καθώς και
τας λευκάς περιστεράς, αποδίδοντες και εις αυτάς τον αυτόν λόγον.
Ούτε ουρούσιν, ούτε πτύουσιν, ούτε νίπτονται τας χείρας εις
ποταμόν, ούτε άλλον αφίνουσι να πράξη ταύτα, αλλά σέβονται μεγάλως
τους ποταμούς.
139. Και άλλο τι ιδιάζον παρατηρείται εις αυτούς, όπερ διέλαθε μεν
τους Πέρσας, ουχί δε και ημάς· τα ονόματά των, τα οποία
λαμβάνονται όλα από τα σωματικά ιδιώματα ή από τα αξιώματα,
λήγουσιν εις το γράμμα το οποίον οι μεν Δωριείς καλούσι σ α ν οι
δε Ίωνες σ ί γ μ α. Εάν εξετάσετε, θα ιδήτε ότι όλα τα ονόματα
των Περσών, άνευ εξαιρέσεως, λήγουσιν, εις το γράμμα τούτο.
140. Παν ό,τι είπον μέχρι τούδε περί των ηθών των Περσών, το είδον
και το ήκουσα μετά βεβαιότητος, όσα δε μέλλω να είπω περί των
νεκρών, δεν κοινολογούνται, αλλά λέγονται κρυφίως. Πτώμα Πέρσου
δεν ενταφιάζεται πριν κατασπαραχθή υπό κυνών ή ορνέων. Ηξεύρω μετά
θετικότητος ότι πράττουσι τούτο οι μάγοι, διότι το πράττουσι
φανερώς. Οι Πέρσαι περικαλύπτουσι το νεκρόν σώμα με κηρόν, και το
θάπτουσιν. Οι δε μάγοι διαφέρουσι πολύ από τους άλλους ανθρώπους
και από τους ιερείς της Αιγύπτου· διότι αυτοί μεν ουδέν έμψυχον
φονεύουσιν ειμή όσα θυσιάζουσιν, οι δε μάγοι φονεύουσιν ιδιοχείρως
όλα, πλην κυνός και ανθρώπου. Παρ' αυτοίς μεγάλη άμιλλα υπάρχει να
καταστρέφωσι τους μύρμηκας, τους όφεις, τα πτηνά και τα ερπετά.
Και η μεν συνήθεια αύτη ας εξακολουθή να υπάρχη όπως εξ αρχής
επεκράτησεν, εγώ δε επανέρχομαι εις την σειράν της διηγήσεώς μου.
141. Οι Ίωνες και οι Αιολείς, άμα η Λυδία κατεκτήθη υπό των
Περσών, έπεμψαν πρέσβεις εις τας Σάρδεις προς τον Κύρον
προτείνοντες να υποταχθώσιν εις αυτόν υπό τους αυτούς όρους τους
οποίους τοις είχε προτείνει ο Κροίσος. Ο Κύρος ήκουσε τας
προτάσεις ταύτας και διηγήθη εις αυτούς τον εξής μύθον· «Αυλητής
τις, ιδών εις την θάλασσαν ιχθύας, ηύλει νομίζων ότι ήθελε τους
ελκύσει εις την ξηράν· επειδή δε διεψεύσθη η ελπίς του, έλαβε
δίκτυον, το έρριψε και έσυρεν έξω πολλήν ποσότητα ιχθύων. Όταν
τους είδε πηδώντας· «Παύσατε, τοις είπε, παύσατε να χορεύετε,
καθότι ότε ηύλουν, δεν ηθελήσατε να έλθετε προς εμέ χορεύοντες.»
Είπε δε ο Κύρος τον μύθον τούτον εις τους Ίωνας και τους Αιολείς
διότι πρότερον οι Ίωνες, όταν τοις εζήτησε δι' απεσταλμένων να
επαναστατήσωσι κατά του Κροίσου, δεν επείσθησαν, τώρα δε ότε πλέον
τα γεγονότα ήσαν τετελεσμένα, εφαίνοντο πρόθυμοι να υπακούσωσιν.
Ήτο λοιπόν ωργισμένος όταν τοις έλεγε ταύτα. Οι δε Ίωνες, άμα
ήκουσαν την απόκρισιν ταύτην διαβιβασθείσαν εις τας πόλεις,
ήρχισαν να εγείρωσι τείχη και συνηθροίζοντο εις το Πανιώνιον όλοι
οι άλλοι πλην των Μιλησίων· διότι μετ' αυτών ο Κύρος είχε
συνθηκολογήσει όπως και με τους Λυδούς. Οι άλλοι λοιπόν Ίωνες
συνεφώνησαν να πέμψωσι πρέσβεις εις την Σπάρτην και να ζητήσωσι
βοήθειαν.
142. Ούτοι δε οι Ίωνες, εις τους οποίους ανήκει το Πανιώνιον,
είχον κτίσει τας πόλεις των υπό τον λαμπρότερον ουρανόν και το
ωραιότερον κλίμα από όσα γνωρίζομεν να κατοικώσιν οι άνθρωποι. Αι
χώραι αι περικυκλούσαι την Ιωνίαν, άνωθεν και κάτωθεν, προς
ανατολάς και προς δυσμάς, ουδόλως συγκρίνονται με αυτήν· αι μεν
πάσχουσιν υπό του ψύχους και της υγρασίας, αι δε υπό του καύσωνος
και της ξηρασίας. Οι Ίωνες δεν ομιλούσιν όλοι την αυτήν γλώσσαν,
αλλά μεταχειρίζονται τέσσαρας διαφόρους διαλέκτους. Εκ των πόλεών
των η Μίλητος είναι η πρώτη προς μεσημβρίαν, μετ' αυτήν δε η Μυούς
και η Πριήνη· αι τρεις αύται είναι εις την Καρίαν και ομιλούσι την
αυτήν διάλεκτον. Αι δε της Λυδίας είναι η Έφεσος, η Κολοφών, η
Λέβεδος, η Τέως, αι Κλαζομεναί, η Φώκαια, αίτινες δεν ομιλούσι την
αυτήν διάλεκτον ως αι προηγούμεναι, αλλ' έχουσιν ιδίαν. Υπάρχουσιν
εισέτι τρεις άλλαι πόλεις Ιωνικαί, εξ ων αι μεν δύο, η Σάμος και η
Χίος είναι νήσοι, η δε τρίτη, αι Ερυθραί, κείται επί της ηπείρου.
Και οι μεν Χίοι και οι Ερυθραίοι ομιλούσι την αυτήν διάλεκτον, οι
δε Σάμιοι έχουσιν όλως ιδιαιτέραν. Τοιουτοτρόπως δε γίνονται
τέσσαρες χαρακτήρες γλώσσης.
143. Η Μίλητος λοιπόν, ένεκα της συνθήκης, ήτο εκτός παντός φόβου,
οι δε νησιώται δεν είχον και αυτοί να φοβηθώσι τίποτε· διότι οι
Φοίνικες δεν είχον γίνει ακόμη υπήκοοι των Περσών, οι δε Πέρσαι
δεν είχον πλοία. Οι δε Μιλήσιοι δι' ουδεμίαν άλλην αιτίαν
απεχωρίσθησαν από τους Ίωνας ειμή διά την ακόλουθον· η Ελληνική
φυλή ήτο τότε πολύ ασθενής, και εξ όλων των εθνών των
συγκροτούντων αυτήν αυτή ήτο η ασθενεστάτη και μηδενός λόγου αξία.
Τωόντι, εκτός των Αθηνών, δεν υπήρχε πόλις Ιωνική αξία προσοχής.
Οι μεν λοιπόν άλλοι Ίωνες και οι Αθηναίοι απέφευγον να λάβωσι το
όνομα τούτο και δεν ήθελον να καλώνται Ίωνες· ακόμη δε και σήμερον
μοι φαίνεται ότι οι πλειότεροι αυτών αισχύνονται διά το όνομα
τούτο. Αι δε δώδεκα πόλεις τας οποίας ανέφερα σεμνύνονται διά την
επίκλησιν ταύτην, και έκτισαν μάλιστα ιδιαίτερον ναόν τον οποίον
εκάλουν Πανιώνιον και εις τον οποίον απεφάσισαν να μη δέχωνται
κανένα άλλον εκ των Ιώνων· το αληθές όμως είναι ότι, εκτός των
Σμυρναίων, ουδείς άλλος εζήτησε να γίνη δεκτός εις αυτόν.
144. Ούτω και οι Δωριείς της σήμερον καλουμένης Πενταπόλεως, ήτις
προηγουμένως εκαλείτο Εξάπολις, επρόσεχον να μη δέχωνται εις τον
Τριοπικόν ναόν άλλους πλησιοχώρους Δωριείς. Απέκλεισαν μάλιστα απ'
αυτού και εκείνους εκ των ιδικών των όσοι παρέβησαν τους παρ'
αυτών τεθέντας νόμους· διότι άλλοτε, εις τους αγώνας του Τροπίου
Απόλλωνος, έδιδον βραβεία εις τους νικητάς χαλκίνους τρίποδας·
έπρεπεν όμως ούτοι, αντί να τους κρατώσι, να τους προσφέρωσιν εις
τον θεόν. Αλικαρνασσεύς τις όμως, ονόματι Αγασικλής, νικήσας,
περιεφρόνησε τον νόμον τούτον, έλαβε τον τρίποδα και τον εκρέμασεν
εις την οικίαν του. Διά ταύτην δε την αιτίαν αι πέντε πόλεις,
Λίνδος, Ιαλυσσός, Κάμειρος, Κως και Κνίδος απέκλεισαν από τον ναόν
την έκτην πόλιν της εξαπόλεως Αλικαρνασσόν. Και εις ταύτην μεν
τοιαύτην τιμωρίαν επέβαλον.
145. Εγώ δε νομίζω ότι οι Ίωνες έκαμον την ομοσπονδίαν των δώδεκα
πόλεων και δεν ηθέλησαν να δεχθώσι περισσοτέρας διά την ακόλουθον
αιτίαν· όταν κατώκουν την Πελοπόννησον, ήσαν διηρημένοι εις δώδεκα
μέρη, καθώς είναι σήμερον οι Αχαιοί οίτινες εδίωξαν αυτούς· πρώτη
είναι η Πελλήνη, προς το μέρος της Σικυώνος, έπειτα η Αίγειρα και
αι Αιγαί, όπου ρέει αενάως ο ποταμός Κράθις του οποίου το όνομα
έλαβε ποταμός τις της Ιταλίας, έπειτα η Βούρα και η Ελίκη, όπου
κατέφυγον οι Ίωνες όταν τους ενίκησαν οι Αχαιοί, έπειτα το Αίγιον,
αι Ρύπες, αι Πάτραι, αι Φαραί και η Ώλενος, την οποίαν διασχίζει ο
μέγας ποταμός Πείρος, και τέλος η Δύμη και η Τρίταια, αι μόναι
πόλεις αίτινες κείνται εις τα μεσόγεια.
146. Τα δώδεκα ταύτα μέρη είναι σήμερον των Αχαιών, άλλοτε δε ήσαν
των Ιώνων· τούτου ένεκα οι Ίωνες περιωρίσθησαν εις δώδεκα πόλεις.
Θα ήτο αληθώς πολλή μωρία να ισχυρισθή τις ότι ούτοι είναι Ίωνες
περισσότερον των άλλων Ιώνων, ή ότι έχουσι καταγωγήν λαμπροτέραν,
τοσούτω μάλλον όσω οι εκ της Ευβοίας μεταναστεύσαντες Άβαντες
αποτελούσι μέρος ου σμικρόν των αποίκων τούτων, και εν τούτοις
ουδόλως καλούνται Ίωνες. Προσέτι ανεμίχθησαν με αυτούς Μινύαι
Ορχομένιοι, Καδμείοι, Δρύοπες, Φωκείς αποσπασθέντες από την
μητρόπολίν των, Μολοσσοί, Πελασγοί της Αρκαδίας, Δωριείς της
Επιδαύρου και πολλά άλλα έθνη. Όσοι δε ανεχώρησαν από το
Πρυτανείον των Αθηνών και οίτινες αυτοκαλούνται ευγενέστατοι των
Ιώνων, δεν έλαβον μεθ' εαυτών γυναίκας, αλλ' ενυμφεύθησαν Καείρας
των οποίων εφόνευσαν τους γονείς. Ένεκα όμως της σφαγής ταύτης αι
γυναίκες έθεσαν νόμον μεταξύ των καθιερωθέντα δι' όρκου και
κληροδοτηθέντα εις τας θυγατέρας των· να μη συντρώγωσι με τους
άνδρας των μήτε να καλώσι ποτέ αυτούς διά του ονόματος τούτου,
καθότι εφόνευσαν τους πατέρας, τους άνδρας, τα τέκνα των και
έπειτα τας ενυμφεύθησαν. Ταύτα δε συνέβησαν εις την Μίλητον.
147. Κατ' αρχάς οι άποικοι ούτοι έβαλον βασιλείς· οι μεν από τους
απογόνους του Γλαύκου, υιού του Ιππολόχου· οι δε, Καύκωνας
Πυλίους, από τους απογόνους του Κόδρου, υιού του Μελάνθου· άλλοι
και από τας δύο ταύτας γενεάς. Αλλά δύναται τις να είπη ότι αυτοί
περισσότερον των άλλων Ιώνων φυλάττουσι το όνομα τούτο. Έστωσαν
λοιπόν αυτοί καθαροί Ίωνες, διότι όσοι εξήλθον από τας Αθήνας και
πανηγυρίζουσι την εορτήν των Απατουρίων όλοι είναι Ίωνες, και
εορτάζουσιν όλοι πλην των Εφεσίων και των Κολοφωνίων οίτινες μόνοι
εκ των Ιώνων δεν εορτάζουσι τα Απατούρια δι' αιτίαν φόνου.
148. Το δε Πανιώνιον είναι χώρος της Μυκάλης ιερός, εστραμμένος
προς άρκτον και αφιερωμένος από κοινού υπό των Ιώνων εις τον
Ελικώνιον Ποσειδώνα. Είναι δε η Μυκάλη άκρα ξηράς, ήτις εκ δυσμών
βλέπει προς την Σάμον. Εκεί, οι Ίωνες των διαφόρων πόλεων
συναθροίζονται διά να πανηγυρίζωσι την εορτήν εις την οποίαν
έδωκαν το όνομα Πανιώνια (ου μόνον δε αι εορταί των Ιώνων, αλλά
και όλων των Ελλήνων όλαι ομοίως λήγουσιν εις το αυτό γράμμα εις
το οποίον λήγουσι τα κύρια ονόματα των Περσών).
149. Και αύται μεν είναι αι Ιωνικαί πόλεις. Αι δε Αιολικαί είναι
αι ακόλουθοι· Κύμη, ήτις λέγεται και Φρικωνίς, Λάρισσα, Νέον
τείχος, Τήμνος, Κίλλα, Νότιον, Αιγιρόεσσα, Πιτάνη, Αιγαίαι,
Μύρινα, Γρύνεια· αύται είναι αι ένδεκα αρχαίαι πόλεις των Αιολέων,
διότι μίαν εξ αυτών, την Σμύρνην, εκυρίευσαν οι Ίωνες· ήσαν δε και
αύται δώδεκα επί της ηπείρου. Οι Αιολείς ούτοι επέτυχον να
κατοικήσωσι χώραν μάλλον μεν καρποφόρον ή την Ιωνίαν, έχουσαν όμως
κλίμα ήττον ευάρεστον.
150. Την δε Σμύρνην απώλεσαν οι Αιολείς κατά τον ακόλουθον τρόπον.
Είχον δεχθή εις τον τόπον των οι Σμυρναίοι Κολοφωνίους τινάς
οίτινες νικηθέντες είς τινα εμφυλίαν στάσιν εδιώχθησαν από την
πατρίδα των. Οι εξόριστοι ούτοι περιέμεινον την ημέραν καθ' ην οι
Σμυρναίοι εώρταζον έξω του τείχους την εορτήν του Βάκαου, έκλεισαν
τας πύλας και εγένοντο κύριοι της πόλεως. Έδραμον τότε οι Αιολείς
διά να την επανακτήσωσιν, αλλ' εσυμβιβάσθησαν να αποδώσωσιν εις
τους Σμυρναίους οι μετανάσται τα έπιπλά των, αυτοί δε να
εγκαταλείπωσι την πόλιν. Μετά τον συμβιβασμόν τούτον, οι αρχαίοι
κάτοικοι της Σμύρνης διενεμήθησαν μεταξύ των ένδεκα Αιολικών
πόλεων και επολιτογραφήθησαν εις αυτάς.
151. Υπάρχουσι λοιπόν επί της ηπείρου ένδεκα Αιολικαί πόλεις,
εκτός των της Ίδης, διότι αύται είναι χωρισταί. Εκ δε των εις τας
νήσους υπαρχουσών πέντε μεν πόλεις νέμονται την Λέσβον (διότι την
έκτην ήτις καλείται Αρίσβα ηνδραπόδισαν οι Μηθυμναίοι, καίπερ
συγγενείς όντες των Αρισβίων·) μία δε υπάρχει εις την Τένεδον, και
άλλη μία εις το σύμπλεγμα το καλούμενον Εκατόν νήσοι. Οι Λέσβιοι
λοιπόν και οι Τενέδιοι, ως και οι Ίωνες οι κατοικούντες τας
νήσους, ουδένα φόβον είχον. Αι δε λοιπαί Αιολικαί πόλεις ενέκρινον
από κοινού να έπωνται όπου ήθελον τας οδηγήσει οι Ίωνες.
152. Άμα έφθασαν οι πρέσβεις των Ιώνων και των Αιολέων εις την
Σπάρτην όπου μετά πολλής ταχύτητος είχον μεταβή, εξέλεξαν Φωκέα
τινά ονόματι Πύθερμον διά να ομιλήση. Αυτός δε, φορέσας ένδυμα
πορφυρούν διά να προσελκύση όσον το δυνατόν περισσοτέρους
Σπαρτιάτας ακροατάς, ηγέρθη και ωμίλησεν επί μακρόν, εξαιτούμενος
την συνδρομήν των· αλλ' οι Λακεδαιμόνιοι ουδεμίαν ακρόασιν έδωκαν
εις τους λόγους του και ηρνήθησαν να βοηθήσωσι την Ιωνίαν. Και οι
μεν πρέσβεις ανεχώρησαν οι δε Λακεδαιμόνιοι, αφού τους απέπεμψαν,
έστειλαν πεντηκόντορον με ανθρώπους διά να κατασκοπεύσωσιν ως
νομίζω τας πράξεις του Κύρου και των Ιώνων. Φθάσαν το πλήρωμα εις
την Φώκαιαν, έπεμψεν εις τας Σάρδεις τον εγκριτώτερον άνδρα όστις
εκαλείτο Λακρίνης διά να είπη εκ μέρους των Λακεδαιμονίων εις τον
Κύρον να μη βλάψη καμμίαν Ελληνικήν πόλιν, διότι τότε αυτοί δεν θα
αδιαφορήσωσιν.
153. Αφού είπε ταύτα ο κήρυξ, λέγουσιν ότι ο Κύρος ηρώτησε τους
περί αυτόν Έλληνας ποίοι ήσαν αυτοί οι Λακεδαιμόνιοι οίτινες
ωμίλουν ούτω και πόσος ήτο ο αριθμός αυτών. Λαβών πληροφορίας περί
τούτων, εστράφη προς τον Λακρίνη και τω απεκρίθη· «Δεν φοβούμαι
παντάπασι τους ανθρώπους τούτους οίτινες έχουσιν εν τω μέσω της
πόλεως των πλατείαν εν τη οποία συνερχόμενοι απατώσιν αλλήλους διά
ψευδών όρκων. Εάν έχω υγείαν, αυτοί θα φροντίσωσιν όχι διά τα πάθη
των Ιώνων αλλά διά τα ιδικά των.» Τούτους τους λόγους ετόξευσεν ο
Κύρος προς όλους τους Έλληνας διότι έχουσι κοινάς αγοράς όπου
συναθροίζονται διά να αγοράζωσι και να πωλώσιν, ενώ οι Πέρσαι δεν
συνειθίζουσι να μεταχειρίζωνται αγοράς, ούτε έχουσι παντελώς
αγοράν. Μετά τούτο, ο Κύρος ανέθεσε την μεν διοίκησιν των Σάρδεων
εις τον Πέρσην Τάβαλον, την δε μετακόμισιν του χρυσίου του Κροίσου
και των άλλων Λυδών εις τον Λυδόν Πακτύην· έπειτα ανεχώρησεν εις
τα Εκβάτανα, έχων μεθ' εαυτού τον Kροίσον και αφήσας προς το παρόν
ησύχους τους Ίωνας, διότι ήτο ανάγκη να κτυπήση πρώτον την
Βαβυλώνα, την Βακτριανήν, τους Σάκας και τους Αιγυπτίους κατά των
οποίων εσκόπευε να οδηγήση αυτοπροσώπως το στράτευμα, κατά δε των
Ιώνων να στείλη άλλον στρατηγόν.
154. Ενώ ο Κύρος εμακρύνετο των Σάρδεων, ο Πακτύης ήγειρε τους
Λυδούς κατά του Ταβάλου και του Κύρου, κατέβη εις το παραθαλάσσιον
με όλον το χρυσίον το οποίον έλαβεν από τας Σάρδεις, εμίσθωσεν
επικούρους και έπεισε τους παραθαλασσίους ανθρώπους να λάβωσι τα
όπλα. Έπειτα ήλθε κατ' ευθείαν εις την πόλιν και επολιόρκησε τον
Τάβαλον εις την ακρόπολιν όπου ούτος είχε κλεισθή.
155. Ο Κύρος έμαθε τας ειδήσεις ταύτας καθ' οδόν, και
αποτεινόμενος προς τον αιχμάλωτον βασιλέα· «Κροίσε, είπε, ποία
έσεται η έκβασις της υποθέσεως ταύτης; Οι Λυδοί, ως νομίζω, δεν θα
παύσωσι να βασανίζωνται μεταξύ των και να με ανησυχώσι. Σκέπτομαι
μήπως είναι καλλίτερον να τους πωλήσω ως δούλους. Νομίζω ότι
έπραξα ως άνθρωπος όστις φονεύει τον πατέρα και αφίνει τα παιδία
να ζήσωσι· διότι σε μεν, όστις ήσο δι' αυτούς πλέον ή πατήρ, σε
φέρω μαζή μου ως αιχμάλωτον, εις αυτούς δε παρέδωκα την πόλιν·
πρέπει λοιπόν να θαυμάζω διότι αποστατούσι;» Και ο μεν Κύρος
εξέφρασεν ούτω την ιδέαν του· ο δε Κροίσος, φοβηθείς μήπως
αναστατώση τας Σάρδεις, απεκρίθη· «Ω βασιλεύ, έχεις δίκαιον δι'
όσα είπες· μη σε παραφέρη όμως ο θυμός και μη καταστρέψης πόλιν
αρχαίαν ήτις δεν πταίει μήτε διά τα προλαβόντα συμβάντα μήτε διά
τα παρόντα. Διά μεν τα προλαβόντα, εγώ είμαι ο αίτιος και επέσυρα
επί της κεφαλής μου την τιμωρίαν, διά δε τα παρόντα ένοχος είναι ο
Πακτύης εις τον οποίον συ ενεπιστεύθης τας Σάρδεις. Αυτόν λοιπόν
πρέπει να τιμωρήσης. Συγχώρησον τους Λυδούς και επίβαλον εις
αυτούς τοιούτους όρους ώστε εις το εξής να μη δύνανται μήτε να
αποστατώσι μήτε να σοι προξενώσι την παραμικράν ανησυχίαν. Πέμψον
εις αυτούς απεσταλμένους· εμπόδισον αυτούς να έχωσιν όπλα
πολεμικά· παράγγειλον να φορώσι χιτώνας υπό τους μανδύας των, να
υποδύωνται καθόρνους, να παίζωσι κιθάραν, να ψάλλωσι και να
κάμνωσι τα παιδία των μεταπράτας. Τότε ταχέως θα τους ίδης, ω
βασιλεύ, να γίνωνται γυναίκες αντί ανδρών, ώστε εις το μέλλον να
μη φοβήσαι μήπως αποστατήσωσιν.»
156. Έδιδε δε ο Κροίσος τας συμβουλάς ταύτας διότι εύρισκε το
σύστημα τούτο συμφερώτερον από την δουλείαν διά της οποίας
ηπειλούντο οι Λυδοί· δεν ηγνόει δε άλλως τε ότι μόνον εάν
προέτεινε πράγματα των οποίων η επιτυχία εφαίνετο πιθανή θα
έπειθεν αυτόν να μεταβάλη γνώμην. Εφοβείτο δε προς τούτοις μήπως
οι Λυδοί, εάν διαφύγωσι τον παρόντα κίνδυνον, αποστατήσωσι διά
δευτέραν φοράν και εξολοθρευθώσιν από τους Πέρσας. Ο δε Κύρος,
χαρείς διά την συμβουλήν, εμετρίασε τον θυμόν του και απεκρίθη ότι
πείθεται. Όθεν καλέσας τον Μήδον Μαζάρην, τον διέταξε να είπη εις
τους Λυδούς όσα τον εσυμβούλευσεν ο Κροίσος, και προσέτι να πωλήση
ως δούλους τους ξένους οίτινες, μετά των Λυδών, εστράτευσαν κατά
των Σάρδεων· προ πάντων όμως να συλλάβη τον Πακτύην και να τον
φέρη ζώντα.
157. Διατάξας ταύτα ο Κύρος χωρίς να σταματήση, εξακολούθησε την
πορείαν του προς την Περσίαν. Εν τούτοις ο Πακτύης, μαθών ότι
ήρχετο στρατός εναντίον του, και ότι ήτο πλησίον, κατελήφθη υπό
φόβου και έφυγεν εις την Κύμην. Ο Μαζάρης έφερε τωόντι εις Σάρδεις
ισχυρόν απόσπασμα εκ των στρατευμάτων του Κύρου· επειδή δε δεν
εύρε πλέον περί την πόλιν εκείνους τους οποίους είχε συναθροίσει ο
Πακτύης, ηνάγκασε τους Λυδούς να συμμορφωθώσι με τας διαταγάς του
βασιλέως· κατά συνέπειαν τούτου οι Λυδοί μετέβαλον εντελώς την
δίαιταν του βίου. Ακολούθως ο Μαζάρης έπεμψεν απεσταλμένους εις
την Κύμην ζητών να τω παραδοθή ο Πακτύης. Αλλ' οι Κυμαίοι
συνεφώνησαν μεταξύ των να αναφέρωσι την υπόθεσιν εις την θεότητα
των Βραγχιδών· διότι υπήρχεν εκεί μαντείον προ πολλού
εγκατεστημένον, το οποίον οι Ίωνες και οι Αιολείς είχον συνήθειαν
να ερωτώσι· κείται δε το μαντείον τούτο επί της Μιλησίας γης,
άνωθεν του λιμένος του Πανόρμου.
158. Έπεμψαν λοιπόν οι Κυμαίοι εις τους Βραγχίδας διά να ερωτήσωσι
τι έπρεπε να πράξωσι περί του Πακτύου όπως ευαρεστήσωσι τους
θεούς. Το δε μαντείον απεκρίθη ότι έπρεπε να τον παραδώσωσιν εις
τους Πέρσας. Οι Κυμαίοι, ακούσαντες την απόκρισιν ταύτην,
ωρμήθησαν να υπακούσωσι, τουλάχιστον τοιαύτη ήτο η γνώμη των
περισσοτέρων· αλλ' ο Αριστόδικος του Ηρακλείδου, πολίτης έγκριτος,
αντέστη, δυσπιστών προς τον χρησμόν, ή νομίζων ότι εκείνοι οίτινες
ηρώτησαν το μαντείον δεν είπον την αλήθειαν. Έπεμψαν λοιπόν άλλους
απεσταλμένους διά να ερωτήσωσι τον θεόν, μεταξύ δε αυτών ήτο και ο
Αριστόδικος.
159. Αφού δε έφθασαν εις τους Βραγχίδας, ο Αριστόδικος ωμίλησε δι'
όλους και ηρώτησεν ως εξής, «Ω βασιλεύ, ο Λυδός Πακτύης ήλθεν εις
ημάς ως ικέτης, φεύγων θάνατον βίαιον τον οποίον θα τω επέβαλλον
οι Πέρσαι· ούτοι δε τον ζητούσι και διατάττουσι τους Κυμαίους να
τον παραδώσωσιν. Ημείς, και περιφοβούμενοι την δύναμιν των Περσών,
δεν ετολμήσαμεν να παραδώσωμεν τον ικέτην πριν μάθωμεν σαφώς παρά
σου τι πρέπει να πράξωμεν.» Τοιαύτη ήτο η ερώτησις· τότε, ως και
την πρώτην φοράν, το μαντείον τοις είπεν ότι έπρεπε να παραδώσωσι
τον Πακτύην εις τους Πέρσας. Αμέσως δε ο Αριστόδικος, μετά
προηγουμένην σκέψιν, περιερχόμενος κύκλω τον ναόν, εδίωκεν από τας
φωλεάς των τα μικρά στρουθία και τα άλλα πτηνά τα οποία ευρίσκοντο
εκεί. Ενώ έπραττε ταύτα, λέγουσιν ότι εξήλθε φωνή εκ του αδύτου
αποτεινομένη προς τον Αριστόδικον και κράζουσα· «Ω ασεβέστατε όλων
των ανθρώπων, τι τολμάς να πράττης; Διώκεις τους ικέτας εκ του
ναού μου.»
Τότε ο Αριστόδικος χωρίς να διστάση απεκρίθη· «Ω βασιλεύ, αφού
τόσον ενδιαφέρεσαι διά τους ικέτας σου, πώς διατάττεις τους
Κυμαίους να παραδώσωσι τον ιδικόν των;» Αλλ' η φωνή επανέλαβε·
«Ναι, διατάττω, ίνα ένεκα της ασεβείας σας απολεσθήτε ταχέως και
εις το εξής να μην έρχεσθε πλέον να ερωτάτε το μαντείον διά τους
ικέτας τους οποίους σας ζητούσιν.»
160. Όταν οι Κυμαίοι ήκουσαν παρά των απεσταλμένων την απόκρισιν
ταύτην, δεν ηθέλησαν μήτε να καταστρέψωσι τον Πακτύην παραδίδοντες
αυτόν, μήτε να εκτεθώσιν εις κίνδυνον πολιορκίας φυλάττοντες αυτόν
εις την πόλιν των. Τον έστειλαν λοιπόν εις την Μιτυλήνην. Οι δε
Μιτυληναίοι, επειδή κατόπιν έστειλεν ο Μαζάρης και εζήτει να τον
παραδώσωσιν, εφάνησαν πρόθυμοι να πράξωσι τούτο ήρκει μόνον να
τοις εδίδετο χρηματική τις αμοιβή την οποίαν δεν δύναμαι να
προσδιορίσω διότι η συμφωνία δεν έλαβε τέλος. Οι Κυμαίοι έμαθον
ότι οι Μυτιληναίοι ήσαν εις διαπραγματεύσεις, και έπεμψαν εις την
Λέσβον πλοίον όπερ μετέφερε τον φυγάδα εις την Χίον. Εκεί όμως οι
Χίοι τον απέσπασαν βιαίως από το ιερόν της πολιούχου Αθηνάς και
τον έδωκαν εις αντάλλαγμα του Αταρνέως· είναι δε ο Αταρνεύς ούτος
πόλις της Μυσίας, απέναντι της Λέσβου. Τοιουτοτρόπως ο Πακτύης
έπεσεν εις τας χείρας των Περσών οίτινες τον εφύλατον καλώς διά να
τον φέρωσι ζώντα εις τον Κύρον. Πολύς δε παρήλθε χρόνος, και
ουδείς των Χίων ούτε διεσκόρπιζεν εις τας θυσίας των θεών κριθήν
εκ του Αταρνέως, ούτε επρόσφερε πλακούντια εκ των δημητριακών
καρπών της πόλεως ταύτης· παν δε ό,τι παρήγεν αύτη απεκλείετο από
όλους τους ναούς.
161. Και οι μεν Χίοι παρέδωκαν τον Πακτύην· μετά ταύτα δε ο
Μαζάρης έστρεψε τα όπλα του κατά των συμπολιορκησάντων τον
Τάβαλον· επώλησεν ως δούλους τους πολίτας της Πριήνης· ελεηλάτησεν
όλην την πεδιάδα του Μαιάνδρου διά των στρατευμάτων του· το αυτό
έπραξε και προς την Μαγνησίαν, έπειτα δε ησθένησε και απέθανεν.
162. Διάδοχος της στρατηγίας κατέβη ο Άρπαγος όστις ήτο και αυτός
Μήδος το γένος. Εις αυτόν άλλοτε ο Αστυάγης είχε προσφέρει το
τρομερόν εκείνο συμπόσιον ένεκα του οποίου συνώμοσε διά να
αναβιβάση τον Κύρον επί του θρόνου. O άνθρωπος ούτος, γενόμενος
τέλος πάντων στρατηγός του Κύρου, εισέβαλεν εις την Ιωνίαν και
εκυρίευσε τας πόλεις δι' επιχωμάτων· διότι, κλείων τους κατοίκους
εις τα τείχη των, τους υπέτασσε περιτριγυρίζων αυτούς με
επιχώματα. Η Φώκαια υπήρξεν η πρώτη Ελληνική πόλις της οποίας
εγένετο κύριος.
163. Πρώτοι μεταξύ των Ελλήνων οι Φωκαιείς επεδόθησαν εις μακρούς
πλόας, και ανεκάλυψαν τον Αδρίαν, την Τυρρηνίαν, την Ιβηρίαν και
τον Ταρτησόν, πλέοντες, ουχί διά στρογγύλων πλοίων, αλλά διά
πεντηκοντόρων. Όταν ήλθον εις τον Ταρτησόν, τους υπεδέχθη φιλικώς
ο βασιλεύς της χώρας ταύτης Αργανθώνιος όστις έζησεν εκατόν
είκοσιν έτη και εβασίλευσεν ογδοήκοντα. Τόσον δε ηγάπησεν ο
άνθρωπος ούτος τους Φωκαιείς ώστε κατ' αρχάς μεν τους παρεκίνησε
ν' αφήσωσι την Ιωνίαν και να εγκατασταθώσιν εις την ιδίαν του
χώραν, εις οιονδήποτε μέρος αυτής ήθελον. Έπειτα, βλέπων ότι δεν
ηδύνατο να τους πείση, και μαθών παρ' αυτών τας προόδους της
δυνάμεως των Μήδων, τοις έδωκε χρήματα διά να κτίσωσι τείχη περί
την πόλιν των, και τοις έδωκεν αφθόνως· διότι η περίμετρος του
τείχους δεν είναι ολίγων σταδίων, και είναι όλον ωκοδομημένον με
μεγάλας και καλώς συνηρμοσμένας πέτρας.
164. Το τείχος λοιπόν των Φωκαιέων ούτως εκτίσθη. Ο δε Άρπαγος
έφερε τα στρατεύματά του κατ' αυτών, τους επολιόρκησε και τοις
επρότεινεν ότι ηρκείτο να κρημνίσωσιν ένα μόνον προμαχώνα και να
καθιερώσωσιν έν οίκημα διά βασιλικήν κατοικίαν. Αλλ οι Φωκαιείς,
βδελυσσόμενοι την δουλείαν, εζήτησαν να σκεφθώσι μίαν ημέραν
ολόκληρον πριν αποκριθώσι και τον παρεκάλεσαν, καθ' ον καιρόν θα
συνεσκέπτοντο, να μένη ολίγον τι μακράν της πόλεως. Ο Άρπαγος τοις
είπεν ότι ήξευρε μεν καλώς τι εσκόπευον να πράξωσι, τους άφινεν
όμως ελευθέρους να σκεφθώσι, και κατά συνέπειαν τούτου απέσυρε τα
στρατεύματά του. Εν τούτοις οι Φωκαιείς έρριψαν εις την θάλασσαν
τας πεντηκοντόρους των, έθεσαν εντός αυτών τας γυναίκας και τα
παιδία των, τα έπιπλά των, τα αγάλματα και τα άλλα αφιερώματα των
ναών, και εμβάντες έπειτα και αυτοί έπλευσαν προς την Χίον. Έλαβον
λοιπόν οι Πέρσαι την Φώκαιαν, αλλά κενήν κατοίκων.
165. Επειδή δε οι Χίοι δεν ήθελον να πωλήσωσιν εις τους Φωκαιείς
τας Οινούσας λεγομένας νήσους φοβούμενοι μήπως αι νήσοι αύται
γίνωσιν αποβάθρα εμπορίου και αποκλεισθή η ιδική των νήσος, οι
Φωκαιείς απέπλευσαν εκείθεν και διευθύνθησαν προς την Κύρνον·
καθότι, είκοσιν έτη πρότερον, κατ' επιταγήν χρησμού τινος, είχον
ιδρύσει εκεί πόλιν τινά ονομαζομένην Αλαλίαν, δεν έζη δε πλέον
τότε ο Αργανθώνιος. Πριν φθάσωσιν όμως εις την Κύρνον διέβησαν διά
της Φωκαίας και έσφαξαν τους Πέρσας φρουρούς τους οποίους ο
Άρπαγος είχεν αφήσει διά να φυλάττωσι την πόλιν. Αφού δε εκόρεσαν
την εκδίκησίν των, απήγγειλον φοβεράς κατάρας δι' εκείνους οίτινες
ήθελον αφήσει τον στόλον· εκτός τούτου, έρριψαν εις την θάλασσαν
σιδηράν ράβδον και ώμοσαν να μη επιστρέψωσιν εις την Φώκαιαν ενόσω
η ράβδος δεν αναβή εις την επιφάνειαν. Και όμως, καθ' ην στιγμήν
έμελλον να πλεύσωσι προς την Κύρνον, ο πόθος της πατρίδος και των
γνωστών μερών της χώρας κατέλαβεν υπέρ τους ημίσεις των αστών,
οίτινες παραβιάσαντες τον όρκον των έπλευσαν οπίσω εις την
Φώκαιαν· εκείνοι δε οίτινες έμειναν πιστοί εις την υπόσχεσίν των,
άραντες την άγκυραν από τας Οινούσας, εξήλθον εις το πέλαγος.
166. Φθάσαντες εις την Κύρνον, έζησαν επί πέντε έτη ομού με τους
προλαβόντας αποίκους και έκτισαν ναούς. Επειδή όμως εισέβαλλον και
ελεηλάτουν τας γειτονικάς γαίας, οι Τυρρηνοί και οι Καρχηδόνιοι
συμφωνήσαντες εστράτευσαν εναντίον των έχοντες ανά εξήκοντα πλοία.
Αλλά και οι Φωκαιείς πληρώσαντες τα ιδικά των πλοία όντα εξήκοντα,
εξήλθον προς απάντησίν των εις το Σαρδόνιον καλούμενον πέλαγος.
Γενομένης ναυμαχίας ενίκησαν οι Φωκαιείς νίκην Καδμείαν· καθότι
τεσσαράκοντα μεν εκ των πλοίων των κατεστράφησαν, τα δε άλλα
είκοσιν εγένοντο άχρηστα, στρεβλωθέντων των εμβόλων. Τούτου ένεκα
πλεύσαντες εις την Αλαλίαν, έλαβον τα τέκνα των, τας γυναίκας των,
παν ό,τι άλλο ηδύνατο να χωρέση εις τα πλοία, και έπειτα αφέντες
την Κύρνον έπλευσαν εις το Ρήγιον.
167. Εκ των ανθρώπων των διαφυγόντων από τα καταστραφέντα πλοία οι
περισσότεροι συνελήφθησαν υπό των Τυρρηνών και των Καρχηδονίων,
οίτινες τους εξέβαλον εις την ξηράν και τους ελιθοβόλησαν. Μετά το
γεγονός τούτο παν ό,τι των Αγυλλαίων διέβαινεν από το μέρος όπου
ελιθοβολήθησαν οι Φωκαιείς, είτε πρόβατον, είτε υποζύγιον, είτε
άνθρωπος, εγίνετο άμορφον και παραλυτικόν. Όθεν οι Αγυλλαίοι
έπεμψαν εις τους Δελφούς διά να θεραπεύσωσι το πραχθέν αμάρτημα, η
δε Πυθία τοις επέβαλε την τιμωρίαν την οποίαν εκπληρούσι μέχρι
σήμερον· να τιμώσι δηλαδή τους λιθοβοληθέντας διά μεγάλων
επιταφίων θυσιών και να συστήσωσιν αγώνας γυμνικούς και ιππικούς.
Τοιούτο το τέλος των Φωκαιέων τούτων· όσοι δε κατέφυγον εις το
Ρήγιον, δεν έμειναν εκεί, αλλ' εθεμελίωσαν την πόλιν της
Οινωτρίας, ήτις σήμερον καλείται Υέλη, ειπόντος εις αυτούς
Ποσειδωνιάτου τινός ότι η Πυθία τους διέταξεν ουχί να ιδρύσωσιν
αποικίαν εν τη νήσω Κύρνω, αλλά να συστήσωσιν εορτήν προς τιμήν
του ήρωος Κύρνου. Και ταύτα μεν είναι τα περί της εν τη Ιωνία
Φωκαίας.
168. Τα αυτά δε περίπου έπραξαν οι Τήιοι. Όταν ο Άρπαγος
περιεκύκλωσε τα τείχη των δι' επιχωμάτων, εισήλθον εις τα πλοία
και μετέβησαν διά θαλάσσης εις την Θράκην, όπου έκτισαν την πόλιν
Άβδηρα. Ο πρώτος ιδρυτής της αποικίας Τιμήσιος ο Κλαζομένιος δεν
ωφελήθη, αλλά διωχθείς από τους Θράκας, τιμάται σήμερον ως ήρως
υπό των εν τοις Αβδήροις Τηίων.
169. Ούτοι λοιπόν ήσαν οι μόνοι των Ιώνων οίτινες μη υποφέροντες
την δουλείαν εγκατέλιπον την πατρίδα των. Οι δε άλλοι Ίωνες, πλην
των Μιλησίων, αντέστησαν εις τον Άρπαγον ως είχον αντιστή και οι
φυγόντες. Εκάστη πόλις, αμυνομένη υπέρ της σωτηρίας της, εφάνη μεν
γενναία, όλαι όμως ηττήθησαν και υπετάγησαν. Οι Μιλήσιοι δε, ως
είπον προλαβόντως, συνθηκολογήσαντες μετά του Κύρου, έμειναν
ήσυχοι. Τοιουτοτρόπως εδουλώθη η Ιωνία και εκ δευτέρου. Αφού δε ο
Άρπαγος υπέταξε τους εν τι ηπείρω Ίωνας, φοβηθέντες οι εν ταις
νήσοις μη πάθωσι τα αυτά, παρεδόθησαν εις τον Κύρον.
170. Οι Ίωνες, και περιδουλωθέντες, δεν έπαυσαν όμως συνερχόμενοι
εις το Πανιώνιον· εις μίαν δε των συναθροίσεων εκείνων, ως ήκουσα,
ο Βίας ο Πριηνεύς τοις έδωκεν αρίστην συμβουλήν, την οποίαν εάν
ήκουον θα εγίνοντο ευδαιμονέστατοι πάντων των Ελλήνων. «Εισέλθετε
όλοι εις τα πλοία, τοις είπεν, άρατε την άγκυραν, πλεύσατε εις την
Σαρδώ, κτίσατε εκεί μίαν πόλιν κοινήν δι' όλους και γενήτε
ευτυχείς απελευθερούμενοι τοιουτοτρόπως, Διότι νεμόμενοι την
μεγίστην των νήσων, θα διοικήτε όλας τας άλλας, ενώ, εάν μείνετε
εις την Ιωνίαν, δεν βλέπω πώς θα δυνηθήτε να ανακτήσετε ποτε την
έλευθερίαν σας.» Τοιαύτη ήτο η συμβουλή την οποίαν ο Βίας ο
Πριηνεύς έδωκεν εις τους Ίωνας αφού υπεδουλώθησαν. Εκείνη δε την
οποίαν έδωκεν ο Θαλής ο Μιλήσιος πριν δουλωθώσιν, ήτο όχι
ολιγώτερον καλή. Ο Θαλής ούτος του οποίου η καταγωγή ανέκαθεν ήτο
εκ Φοινίκων συνεβούλευσε τους Ίωνας να συστήσωσιν έν μόνον
βουλευτήριον, να θέσωσιν αυτό εις την Τέω (διότι η Τέως κείται εις
το κέντρον της χώρας) και να αφήσωσι τας άλλας πόλεις να
διοικώνται ως εάν ήσαν δήμοι. Τοιαύται ήσαν αι συμβουλαί αίτινες
εδόθησαν εις τους Ίωνας.
171. Ο δε Άρπαγος, αφού υπέταξε την Ιωνίαν, εστράτευσε κατά των
Καρών, των Καυνίων και των Λυκίων έχων ομού τους Ίωνας και τους
Αιολείς. Εκ τούτων οι μεν Κάρες αφήκαν τας νήσους και εκατοίκησαν
εις την ήπειρον· διότι άλλοτε, ότε ήσαν υπήκοοι του Μίνωος και
εκαλούντο Λέλεγες, κατώκουν τας νήσους και δεν επλήρωνον κανένα
φόρον, καθ' όσον ηδυνήθην να πληροφορηθώ από παραδόσεις
παλαιοτάτας, αλλ' όταν ο Μίνως ελάμβανεν ανάγκην, συνήθροιζον
πληρώματα διά τα πλοία του. Επειδή δε ο Μίνως είχεν υποτάξει
πολλάς χώρας και ήτο ευτυχής εις τον πόλεμον, το Καρικόν έθνος ήτο
κατ' εκείνον τον χρόνον το διασημότατον όλων των εθνών. Αυτό
εφεύρε τρία τινά τα οποία μεταχειρίζονται οι Έλληνες· διότι οι
Κάρες εδίδαξαν να δένωσι λόφους άνω της περικεφαλαίας και να
θέτωσιν εμβλήματα εις τας ασπίδας· αυτοί επίσης πρώτοι
μετεχειρίσθησαν λαβάς διά τας ασπίδας τας οποίας πρότερον
εβάσταζον άνευ λαβών και τας εκυβέρνων διά τελαμώνων κρεμαμένων
περί τον τράχηλον ή εις τον αριστερόν ώμον. Πολύ δε μετά ταύτα οι
Δωριείς και οι Ίωνες έδιωξαν από τας νήσους τους Κάρας οίτινες
εγκατεστάθησαν εις την ήπειρον. Και οι μεν Κρήτες ταύτα λέγουσι
περί των Καρών, αυτοί όμως δεν συμφωνούσιν, αλλά αξιούσιν ότι
είναι αυτόχθονες ηπειρώται και λέγουσιν ότι πάντοτε είχον το αυτό
όνομα όπερ και σήμερον. Εις μαρτυρίαν δε δεικνύουσιν εις τα
Μύλασσα αρχαίον ναόν του Καρίου Διός τον οποίον έχουσιν από κοινού
μετά των Μυσών και των Λυδών ένεκα της αρχαίας συγγενείας των,
διότι κατ' αυτούς ο Μυσός και ο Λυδός ήσαν αδελφοί του Καρός.
Τούτου ένεκα λοιπόν οι απόγονοί των μετέχουσι του ιερού, εξαιρέσει
των γειτόνων εκείνων οίτινες ομιλούσι μεν την αυτήν γλώσσαν με
τους Κάρας δεν κατάγονται όμως από την αυτήν γενεάν.
172. Οι δε Καύνιοι, ως εγώ φρονώ, είναι αυτόχθονες, λέγουσιν όμως
οι ίδιοι ότι κατάγονται από την Κρήτην. Και αν μεν η γλώσσα των
Καυνίων πλησιάζει την των Καρών ή η των Καρών με την των Καυνίων
δεν ηξεύρω ακριβώς, τα ήθη όμως αυτών διαφέρουσι πολύ από των
άλλων ανθρώπων και των Καρών· διότι νομίζουσιν ως λίαν έντιμον να
συνέρχωνται διά να πίνωσιν, άνδρες, γυναίκες και παιδία, αναλόγως
της ηλικίας και της φιλίας των. Αφού έκτισαν ναούς ξένων θεών,
έπειτα μετέβαλον γνώμην και εσκέφθησαν ότι έπρεπε να λατρεύωσι
μόνον τους πατρίους θεούς. Ενδυθέντες λοιπόν τα όπλα των, και
πλήττοντες τον αέρα διά των δοράτων, ήλθον εις τα Καλυνδικά όρη
λέγοντες ότι εδίωκον τους ξένους θεούς.
173. Και ούτοι μεν ταύτα τα έθιμα τηρούσιν, οι δε Λύκιοι
κατάγονται από την Κρήτην, η καταγωγή των δε αύτη είναι
παλαιοτάτη, διότι άλλοτε οι βάρβαροι κατείχον όλην αυτήν την
νήσον. Ότε οι υιοί της Ευρώπης, Μίνως και Σαρπηδών, εφιλονείκησαν
περί της βασιλείας, επειδή υπερίσχυσεν ο Μίνως, έδιωξε τον
Σαρπηδόνα και τους οπαδούς του οίτινες διωχθέντες κατέφυγον εις
την Μιλυάδα γην της Ασίας· διότι η γη την οποίαν κατοικούσι
σήμερον οι Λύκιοι, εκαλείτο άλλοτε Μιλυάς, αι δε Μιλύαι εκαλούντο
Σόλυμοι. Εφ' όσον δε εβασίλευεν εις αυτούς ο Σαρπηδών, ετήρησαν το
όνομα Τερμίλαι το οποίον είχον παλαιόθεν και με το οποίον ακόμη
μέχρι σήμερον τους ονομάζουσιν οι περίοικοι. Αφ' ότου όμως ο
Αθηναίος Λύκος, υιός του Πανδίονος, διωχθείς και αυτός παρά του
αδελφού του Αιγέως, ήλθε προς τον Σαρπηδόνα, μετωνομάσθησαν επί
τέλους Λύκιοι από του Λύκου. Τα έθιμα αυτών εν μέρει μεν είναι
Κρητικά, εν μέρει δε Καρικά· αλλ' έχουσιν έν όλως ιδιαίτερον, όπερ
εις ουδέν άλλο έθνος απαντάται· το έθιμον τούτο είναι ότι
λαμβάνουσι το όνομα της μητρός και ουχί το του πατρός. Εάν τις
ερωτήση άλλον ποίος είναι, ούτος αρχίζει από την μητέρα του και
απαριθμεί όλην την μητρικήν γραμμήν. Εάν γυνή πολίτις υπανδρευθή
δούλον, τα τέκνα της θεωρούνται ευγενή· εάν όμως πολίτης, έστω και
ο πρώτος εξ αυτών, νυμφευθή ξένην ή παλλακίδα, τα τέκνα του
θεωρούνται αγενή.
174. Οι Κάρες λοιπόν υπεδουλώθησαν υπό του Αρπάγου χωρίς να
πράξωσί τι λαμπρόν. Ου μόνον δε οι Κάρες, αλλά και οι κατοικούντες
την χώραν εκείνην Έλληνες υπετάγησαν άνευ αντιστάσεως. Μεταξύ του
των ήσαν οι Κνίδιοι, άποικοι της Λακεδαίμονος, των οποίων η χώρα
είναι εστραμμένη προς την θάλασσαν και σχηματίζει ακρωτήριον
καλούμενον Τριόπιον εξ ου άρχεται η Βυβασσία. Είναι λοιπόν όλη η
Κνιδία, εκτός ελαχίστου μέρους, περίρρυτος, καθότι αρκτικώς μεν
περιορίζεται από τον Κεραμικόν κόλπον, μεσημβρινώς δε από την
θάλασσαν της Σμύρνης και της Ρόδου· το ολίγον δε εκείνο μέρος όπερ
συνέχεται με την ξηράν και το οποίον δεν είναι πλειότερον των
πέντε σταδίων, έσκαπτον οι Κνίδιοι καθ' ον καιρόν ο Άρπαγος
υπέτασσε την Ιωνίαν, θέλοντες να μεταβάλωσι την χώραν των εις
νήσον. Και τωόντι, τούτου κατορθουμένου, τα πάντα ήθελον μένει
έσωθεν του ορύγματος, διότι εκεί όπου τελειόνει η Κνιδία, εκεί
είναι και ο ισθμός τον οποίον έσκαπτον. Αλλ' ενώ ειργάζοντο εις
τούτο πολλοί Κνίδιοι, εθραύοντο οι λίθοι εις μικρά τεμάχια και οι
εργάται επληγώνοντο πλειότερον του συνήθους εις διάφορα μέρη του
σώματος και προ πάντων εις τους οφθαλμούς, όπερ εθεωρήθη ότι
προήρχετο από θείαν οργήν. Πέμψαντες λοιπόν εις τους Δελφούς
ηρώτων περί της θεραπείας· η δε Πυθία, ως λέγουσιν αυτοί οι
Κνίδιοι, απεκρίθη διά των εξής τριμέτρων στίχων.
«Μη οχυρώσετε τον ισθμόν, μη σκάψετε αυτόν, διότι ο Ζευς ηδύνατο
να τον κάμη νήσον εάν ήθελε.»
Και οι μεν Κνίδιοι, επειδή η Πυθία έδωκε τοιούτον χρησμόν, έπαυσαν
να ορύττωσι, και όταν ο Άρπαγος ήλθε με τα στρατεύματά του,
παρεδόθησαν αμαχητί.
175. Υπεράνω δε της Αλικαρνασσού, εις τα μεσόγεια, κατώκουν οι
Πηδασείς. Εις τούτους ή εις τους περιοίκους των οσάκις έμελλε να
συμβή τι δυσάρεστον, μεγάλη γενειάς εφύετο εις το πρόσωπον της
ιερείας της Αθηνάς. Τούτο συνέβη τρις. Μόνοι δε αυτοί εκ των Κάρων
αντέστησαν επί τινα χρόνον εις τον Άρπαγον και τω παρέσχον πολλά
εμπόδια τειχίσαντες το όρος όπερ καλείται Λίδη.
176. Επί τέλους υπετάγησαν και αυτοί. Οι δε Λύκιοι, όταν ο Άρπαγος
έφερε τον στρατόν του εις το Ξάνθιον πεδίον, εξερχόμενοι της
πόλεως και πολεμούντες ολίγοι προς πολλούς, εδείκνυον θαυμασίαν
γενναιότητα, αλλ' ενικήθησαν και εκλείσθησαν εις την πόλιν. Τότε
συνήθροισαν εις την ακρόπολιν, γυναίκας, τέκνα, πλούτη, δούλους·
έθεσαν πυρ εις το φρούριον εκείνο διά να το καύσωσιν ολόκληρον,
και αφού ώμοσαν μεταξύ των φοβερούς όρκους, εξώρμησαν με τα όπλα
εις χείρας και εφονεύθησαν μαχόμενοι. Από τους Λυκίους δε οίτινες
την σήμερον καλούνται Ξάνθιοι, πλην ογδοήκοντα οικογενειών, οι
πλειότεροι είναι επήλυδες. Αυταί αι ογδοήκοντα οικογένειαι έτυχε
να αποδημώσι κατά την ημέραν της καταστροφής, και ούτω
περιεσώθησαν. Εκυρίευσε λοιπόν την Ξάνθον ο Άρπαγος και ομοίως
όλην σχεδόν την Καύνον, διότι οι πλείστοι των Καυνίων εμιμήθησαν
τους Λυκίους.
177. Ενώ ο Άρπαγος εποίει ανάστατον την μικράν Ασίαν, ο Κύρος
υπέτασσεν όλα τα έθνη της άνω Ασίας χωρίς να φεισθή ουδενός. Και
τας μεν περισσοτέρας των κατακτήσεών του θα παρέλθω εν σιωπή, θα
αναφέρω δε εκείνας μόνον όσαι τον ηνάγκασαν εις μεγάλας εργασίας
και αίτινες είναι αι μάλλον άξιαι διηγήσεως.
178. Ο Κύρος, αφού υπέταξεν όλα τα ηπειρωτικά έθνη της μικράς
Ασίας, επετέθη κατά των Ασσυρίων. Υπήρχον δε εις την Ασσυρίαν
πολλαί μεγάλαι πόλεις, αλλ' η διασημοτέρα, η ισχυροτέρα, εκείνη
εις την οποίαν μετά την καταστροφήν της Νίνου μετεφέρθησαν τα
βασίλεια, ήτο η Βαβυλών της οποίας η περιγραφή είναι η εξής.
Κειμένη επί ευρείας πεδιάδος, σχηματίζει τετράγωνον του οποίου
εκάστη πλευρά έχει εκατόν είκοσι στάδια· όλη λοιπόν η περίμετρος
αυτής είναι τετρακόσια ογδοήκοντα στάδια. Τοιαύτη η έκτασις της
Βαβυλώνος, ουδεμία δε πόλις εκ των γνωστών εις ημάς είναι τοσούτον
κεκοσμημένη. Πρώτον μεν, τάφρος βαθεία, πλατεία και πλήρης ύδατος
ρέοντος περικυκλοί αυτήν· έπειτα υψούται τείχος του οποίου το μεν
πλάτος είναι πεντήκοντα πήχεων βασιλικών το δε ύψος διακοσίων·
είναι δε ο βασιλικός πήχυς μεγαλύτερος του συνήθους κατά τρεις
δακτύλους.
179. Πρέπει δε προς τούτοις να είπω πού εχρησίμευσε το χώμα της
τάφρου και πώς εκτίσθη το τείχος. Ενώ έσκαπτον την τάφρον,
συγχρόνως κατεσκεύαζον πλίνθους εκ των χωμάτων τα οποία εξήγον,
και άμα εσωρεύετο αρκετή ποσότης τοιούτων πλίνθων έψηνον αυτούς
εις καμίνους, και έπειτα, μεταχειριζόμενοι αντί πηλού θερμήν
άσφαλτον, εστοίβαζον τριάκοντα σειράς πλίνθων και μίαν σειράν
καλάμων πλεκτών. Και τοιουτοτρόπως πρώτον μεν έκτισαν τα χείλη της
τάφρου, έπειτα δε το τείχος με τον αυτόν τρόπον. Επί του τείχους
δε έκτισαν μονόπατα οικήματα αντικρύζοντα προς άλληλα, και μεταξύ
των οικημάτων άφησαν διάστημά τι διά να δύναται να στρέφεται
τέθριππον άρμα. Εκατόν πύλαι κατεσκευάσθησαν πέριξ του τοίχους,
όλαι χάλκιναι, με παραστάτας και υπέρθυρα ομοίως εκ χαλκού.
Υπάρχει δε άλλη τις πόλις απέχουσα από την Βαβυλώνα οκτώ ημερών
οδόν, ήτις καλείται Ις και όπου ρέει μικρός ποταμός, Ις και αυτός
καλούμενος και χυνόμενος εις το μέγα ρεύμα του Ευφράτου. Αυτός
λοιπόν ο Ις ποταμός ομού με το ύδωρ αναδίδει πολλούς θρόμβους
ασφάλτου, και εκείθεν μετεκομίσθη η άσφαλτος εις το τείχος της
Βαβυλώνος.
180. Τοιουτοτρόπως λοιπόν περιετειχίσθη η Βαβυλών· η πόλις είναι
εις δύο μέρη διηρημένη, και διά μέσου αυτών ρέει ο Ευφράτης. Ο
ποταμός ούτος καταβαίνει από την Αρμενίαν, είναι μέγας, βαθύς και
ορμητικός, και χύνεται εις την Ερυθράν θάλασσαν. Ο εξωτερικός
λοιπόν τοίχος τέμνεται τοιουτοτρόπως εις δύο βραχίονας οίτινες
εκτείνονται μέχρι του ποταμού· εκεί δε γίνονται επικαμπαί και
έπειτα εκ πλίνθων οπτών εκτείνεται εις εκατέραν όχθην του ποταμού
από της μιας άκρας εις την άλλην. Αυτή η πόλις, πλήρης οικιών
τριωρόφων και τετρωρόφων, κατατέμνεται υπό οδών ευθειών, των μεν
εγκαρσίων, των δε ληγουσών εις τον ποταμόν. Όλαι αι οδοί συναντώσι
το εσωτερικόν τείχος, και εις την άκραν εκάστης υπάρχει μικρά
πύλη· ώστε όσαι πύλαι είναι, τόσαι και αι οδοί. Ήσαν δε και αυταί
χάλκιναι και ηνοίγοντο επί του ποταμού.
181. Το εξωτερικόν τείχος είναι ο θώραξ της πόλεως· ο εσωτερικός
τοίχος, μόλις αδυνατώτερος, είναι στενώτερος. Εις το μέσον δε
εκατέρου μέρους της πόλεως ήσαν εκτισμένα, εις το έν το ανάκτορον
του βασιλέως, ευρύχωρον και στερεόν, και εις το άλλο ο χαλκόπυλος
ναός του Βήλου Διός, όστις εσώζετο μέχρι των ημερών μου έχων σχήμα
τετράγωνον και εκάστην πλευράν δυο σταδίων. Εις το μέσον υψούται
πύργος στερεός, έχων μήκος και πλάτος ενός σταδίου· άνωθεν αυτού
υπάρχει άλλος, και άλλος πάλιν υπεράνω αυτού, και ούτω μέχρις
οκτώ. Οφιοειδής κλίμαξ φέρει εξωτερικώς από πύργου εις πύργον.
Κατά το μέσον της αναβάσεως υπάρχουσι σταθμός και καθίσματα όπου
αναπαύονται οι αναβαίνοντες· άνωθεν δε του τελευταίου πύργου είναι
μέγας ναός, και εντός του ναού μεγάλη κλίνη καλώς εστρωμένη, και
πλησίον αυτής χρυσή τράπεζα. Δεν βλέπει τις εκεί κανέν άγαλμα ούτε
διανυκτερεύει άνθρωπος, εκτός μιας γυναικός ιθαγενούς την οποίαν
μεταξύ όλων εκλέγει ο θεός, ως λέγουσιν οι ιερείς αυτού του θεού
οι Χαλδαίοι.
182. Οι αυτοί ιερείς λέγουσιν ωσαύτως, δεν μοι φαίνονται όμως
άξιοι πίστεως, ότι ο θεός συχνάζει εις τον ναόν και αναπαύεται επί
της κλίνης, κατά τον αυτόν τρόπον καθ' ον και εις τας Θήβας της
Αιγύπτου, ως λέγουσιν οι Αιγύπτιοι. Διότι και εκεί επίσης κοιμάται
γυνή εις τον ναόν του Θηβαιέως Διός, και βεβαιούσιν ότι μήτε η μία
μήτε η άλλη των γυναικών τούτων έχουσι σχέσιν με άνδρας. Ομοίως
και εις τα Πάταρα της Λυκίας, η ιέρεια του θεού, όταν ούτος ήναι
παρών (διότι το χρηστήριον δεν είναι παντοτεινόν) διανυκτερεύει
εντός του ναού.
183. Κάτωθεν του ναού τούτου της Βαβυλώνος ευρίσκεται άλλος ναός
περιέχων μέγα χρυσούν άγαλμα του Διός καθήμενον, και πλησίον
μεγάλην τράπεζαν χρυσήν· του αγάλματος δε τούτου ο θρόνος και αι
βαθμίδες είναι εκ χρυσσού, λέγουσι δε οι Χαλδαίοι ότι όλα αυτά
έχουσι βάρος οκτακοσίων ταλάντων. Έξωθεν του ναού, ο βωμός είναι
χρυσούς, και επί άλλου βωμού πλατυτέρου θυσιάζουσι θύματα τέλεια,
διότι επί του πρώτου δεν είναι επιτετραμμένον να θυσιάζωσιν ειμή
μόνον γαλαθηνά. Επί του μεγάλου βωμού οι Χαλδαίοι καίουσι κατ'
έτος χιλίων ταλάντων θυμίαμα καθαρόν, όταν τελώσι την εορτήν του
θεού. Κατά την εποχήν του Κύρου ήτο ακόμη εις το τέμενος τούτο
άγαλμα δώδεκα πήχεων, χρυσούν, στερεόν· εγώ δεν το είδα, αλλ'
επαναλαμβάνω ό,τι άκουσα από τους Χαλδαίους. Αυτό το άγαλμα
εσκέφθη να αρπάση ο υιός του Υστάσπους Δαρείος, και δεν ετόλμησεν·
αλλ' ο υιός του Ξέρξης το έλαβε και εφόνευσε τον ιερέα όστις τω
απηγόρευε να το μετακινήση. Ταύτα ήσαν τα κοσμήματα του ναού
τούτου, όστις εκτός αυτών είχε πάμπολλα άλλα ιδιωτικά αφιερώματα.
184. Η Βαβυλών έσχε πολλούς βασιλείς, θέλω δε αναφέρει εις την
Ιστορίαν των Ασσυρίων (12) εκείνους οίτινες εκαλλώπισαν τα τείχη
και τους ναούς μεταξύ δε άλλων και δύο γυναίκας. Η πρώτη ήτις
εβασίλευσε προηγήθη της δευτέρας κατά πέντε γενεάς και ωνομάζετο
Σεμίραμις· αυτή ύψωσεν αναχώματα εις την πεδιάδα, άτινα είναι
αξιοθέατα, διότι πρότερον ο ποταμός έρρεεν ανά το πεδίον ως
θάλασσα.
185. Η δευτέρα ήτις έπειτα εγένετο βασίλισσα ωνομάζετο Νίτωκρις.
Πεπροικισμένη με φρόνησιν ανωτέραν της προκατόχου της, αφ' ενός
μεν αφήκε μνημεία τα οποία θα περιγράψω αμέσως, αφ' ετέρου δε
βλέπουσα τους Μήδους μεγαλυνομένους και μη ησυχάζοντας, αλλά
κυριεύοντας πόλεις, μεταξύ των οποίων ήτο και η Νίνος, έλαβε κατ'
αυτών όλα τα δυνατά αμυντικά μέτρα. Πρώτον μεν τον Ευφράτην, όστις
πρότερον έρρεε κατ' ευθείαν και διήρχετο διά μέσης της πόλεως,
ορύξασα διώρυγας άνωθεν, τοσούτον σκολιόν κατέστησεν ώστε ρέων
φθάνει τρις εις κώμην τινά της Ασσυρίας. Το όνομα δε της κώμης,
εις την οποίαν έρχεται ο Ευφράτης, είναι Αρδέρικκα. Και σήμερον
όσοι έρχονται εις την Βαβυλώνα διά του Ευφράτου, προσεγγίζουσι
τρις εις την κώμην ταύτην και επί τρεις αλλεπαλλήλους ημέρας. Και
τούτο μεν ούτως εποίησεν έπειτα δε κατεσκεύασεν εις αμφοτέρας τας
όχθας του ποταμού αναχώματα αξιοθαύμαστα διά το ύψος και το
μέγεθός των. Πολύ δε ανωτέρω της πόλεως και εις μικράν απόστασιν
από του ποταμού, σκάψασα το έδαφος μέχρι των υπογείων υδάτων,
εσχημάτισε δεξαμενήν διά τα στάσιμα ύδατα δούσα εις αυτήν
περιφέρειαν τετρακοσίων είκοσι σταδίων. Τα εξαγόμενα χώματα
ερρίπτοντο εις τας όχθας του ποταμού, και όταν ετελείωσε το έργον,
έφερε πέτρας και έκτισε πέριξ κρηπίδα. Έκαμε δε τα δύο ταύτα η
Νίτωκρις, τον ποταμόν σκολιόν και το όρυγμα ελώδες, ίνα το ρεύμα
του Ευκράτου καθίσταται βραδύτερον διά των πολλών περιστροφών και
διά να μη φθάνωσι κατ' ευθείαν γραμμήν εις την Βαβυλώνα οι
ταξειδεύοντες· επί τέλους δε να αναγκάζωνται ούτοι να ακολουθώσι
την μεγάλην καμπήν της λίμνης. Η θέσις δε την οποίαν εξελέξατο,
είναι εκείνη διά της οποίας οι Μήδοι ηδύναντο ευκόλως, λαμβάνοντες
πλαγίαν οδόν, να έρχωνται και μανθάνωσι τας υποθέσεις της
συγκοινωνούντες με τους Ασσυρίους.
186. Με τοιαύτα οχυρώματα σκαφέντα εν τω εδάφει περιέβαλεν εαυτήν,
εκτός δε τούτων έπραξε και το εξής· επειδή η πόλις είχε δύο μέρη
κεχωρισμένα υπό του ποταμού, επί των πρώτων βασιλέων, εάν τις
ήθελε να διαβή από του ενός εις το άλλο, έπρεπε να λάβη λέμβον,
και καθ' όσον δύναμαι να κρίνω, τούτο θα ήτο λίαν οχληρόν. Η
Νίτωκρις λοιπόν προέβλεψε και τούτο, διότι, ενώ διά τα ύδατα του
έλους ώρυττε δεξαμενήν, εσκέπτετο να ωφεληθή και εκ ταύτης της
εργασίας διά να αφήση έτερον μνημείον. Όθεν διέταξε και έκοψαν
μεγάλας πέτρας· άμα αι πέτραι ητοιμάσθησαν και η δεξαμενή εσκάφθη,
έστρεψεν εις την δεξαμενήν ταύτην τα ύδατα του ποταμού, και
τοιουτοτρόπως αυτή μεν εγέμισε το δε αρχαίον ρεύμα εξηράνθη. Τότε,
αφ' ενός μεν έκτισε διά πλίνθων οπτών, όπως ήτο και το εξωτερικόν
τείχος, τα χείλη του ποταμού εφ' όσον διάστημα εκτείνεται η πόλις,
και ήσαν αι καταβάσεις αι φέρουσαι διά των πυλίδων εις τον
ποταμόν· αφ' ετέρου δε, προς το κέντρον των δύο μερών, με πέτρας
τας οποίας διέταξε να κόψωσιν, έκτισε γέφυραν, δένουσα τας πέτρας
με σίδηρον και μόλυβδον. Και κατά μεν την ημέραν ήπλωνον επί της
γεφύρας ξύλα τετράγωνα και διέβαινον οι Βαβυλώνιοι· κατά δε την
νύκτα τα αφήρουν διά να μη περιφέρωνται οι κάτοικοι εις το σκότος
και κλέπτωσιν αλλήλους. Αφού δε η ορυχθείσα δεξαμενή εγέντο λίμνη
εκ των υδάτων του ποταμού, και αφού ετελείωσαν τα διάφορα μέρη της
γεφύρας, η Νίτωκρις εξέβαλε τον Ευφράτην από την λίμνην και τον
έφερε πάλιν εις το πρώτον ρεύμα. Τοιουτοτρόπως η λεκάνη, γενομένη
λίμνη, εφάνη κατάλληλος προς τον σκοπόν δι' ον ήτο προωρισμένη,
και η γέφυρα κατεσκευάσθη προς χρήσιν των πολιτών.
187. Αυτή η ιδία βασίλισσα επενόησε την εξής απάτην· άνωθεν της
μάλλον συχναζομένης πύλης του τείχους κατεσκεύασε τον ίδιον εαυτής
τάφον, υψηλόν και ελκύοντα τα βλέμματα πλειότερον ή η πύλη.
Ενεκόλαψε δε εις τον τάφον τούτον γράμματα λέγοντα· «Εάν τις εξ
εκείνων οίτινες βασιλεύσωσι μετ' εμέ εις την Βαβυλώνα λάβη ανάγκην
χρημάτων, ας ανοίξη τον τάφον τούτον και ας λάβη όσα θέλει. Αλλ'
εκτός ανάγκης καταπειγούσης, ας μη τον ανοίξη, διότι δεν θα
ωφεληθή.» Έμεινε δε ο τάφος άθικτος μέχρις ου ανέβη εις τον θρόνον
ο Δαρείος όστις ενόμισεν οδυνηρόν να αφίνη μίαν πύλην άχρηστον,
ενώ μάλιστα υπήρχον εκεί χρήματα τα οποία τω εφώναζον να τα λάβη
και να μη τα λάβη. Τωόντι δεν μετεχειρίζοντο πλέον την πύλην
εκείνην διότι άνωθεν των διαβαινόντων έκειτο νεκρόν σώμα. Ήνοιξε
λοιπόν τον τάφον, αλλ' αντί θησαυρών είδε μόνον το πτώμα και
γράμματα λέγοντα τα εξής·. «Εάν δεν ήσο άπληστος και αισχροκερδής,
δεν θα ήνοιγες τας θήκας των νεκρών.» Και αύτη μεν η βασίλισσα
τοιαύτη τις λέγουσιν ότι εγένετο.
188. Ο δε Κύρος εξεστράτευσε κατά του υιού της γυναικός ταύτης,
όστις είχε το όνομα του πατρός του Λαβυνήτου και την βασιλείαν των
Ασσυρίων. Εξεστράτευσε λοιπόν ο μέγας βασιλεύς έχων μεθ' εαυτού
αρκετήν προμήθειαν τροφίμων και ποιμνίων του τόπου του, εκτός δε
τούτων είχε και ύδωρ του Χοάσπου ποταμού όστις ρέει παρά τα Σούσα,
διότι μόνον το ύδωρ τούτου του ποταμού, και ουχί άλλου, πίνει ο
βασιλεύς· το βράζουσι, και όπου μεταβαίνει ο βασιλεύς, το
μεταφέρουσιν εντός αγγείων αργυρών τα οποία θέτουσιν επί αμαξών
τετρατρόχων συρομένων υπό ημιόνων.
189. Πορευόμενος ο Κύρος εναντίον της Βαβυλώνος έφθασεν εις τας
όχθας του Γύνδου, του οποίου αι μεν πηγαί είναι εις τα Ματιανά
όρη, αυτός δε ρέει διά των Δαρδανών και χύνεται εις τον Τίγριν
όστις και αυτός ρέει παρά την πόλιν Ώπιν και χύνεται εις την
Ερυθράν θάλασσαν. Ενώ δε ο Κύρος επειράτο να διαπεράση τον Γύνδον
όστις είναι ναυσίπορος, είς των ιερών λευκών ίππων, παρασυρθείς
υπό της αγερωχίας του, εισήλθεν εις τον ποταμόν και ήρχισε να
κολυμβά, αλλά το ρεύμα, περιδινήσαν αυτόν, τον εβύθισε και τον
παρέσυρε. Τότε ο Κύρος οργισθείς διά την αυθάδειαν του ποταμού,
τον ηπείλησεν ότι τόσον ασθενή ήθελε τον καταστήσει, ώστε εις το
εξής και αυταί αι γυναίκες να τον διαβαίνωσιν ευκόλως χωρίς να
βρέχωσι τα γόνατα. Μετά την απειλήν ταύτην, παραιτηθείς να βαδίση
κατά της Βαβυλώνος, διήρεσε τον στρατόν εις δύο· αφού δε τον
διήρεσεν, εχάραξεν επί εκατέρας των όχθων του Γύνδου εκατόν
ογδοήκοντα διώρυγας προς όλας τας διευθύνσεις, έπειτα ετοποθέτησε
τα στρατεύματα και τα διέταξε να σκάψωσι. Χάρις εις την
πολυχειρίαν, ετελείωσε μεν το έργον, αλλά κατηναλώθη προς τούτο
όλον το θέρος.
190. Αφού δε ο Κύρος ετιμώρησε τον Γάνδυν διαιρέσας αυτόν εις
τριακοσίας εξήκοντα διώρυχας, ανεχώρησε πάλιν διά την Βαβυλώνα
κατά τας πρώτας ημέρας του δευτέρου έαρος. Οι Ασσύριοι εξήλθον
ένοπλοι και περιέμενον αυτόν· πλησίον δε της πόλεως ήλθον εις
χείρας, απώλεσαν την μάχην και εκλείσθησαν εις τα τείχη των.
Επειδή δε προ πολλού έβλεπον ότι ο Κύρος δεν ησύχαζεν, αλλ'
επετίθετο αδιακρίτως καθ' όλων των εθνών, είχον προμηθευθή τροφάς
διά πολλά έτη και σχεδόν δεν τους έμελλεν εάν επολιορκούτο. Εν
τούτοις ο Κύρος ευρίσκετο εις αμηχανίαν, διότι ο χρόνος παρήρχετο
και αι υποθέσεις του δεν προώδευον.
191. Είτε λοιπόν άλλος τις τον εσυμβούλευσεν αμηχανούντα, είτε αφ'
εαυτού εσκέφθη περί του πρακτέου, ιδού τι απεφάσισε. Τοποθετήσας
τας περισσοτέρας δυνάμεις του εις το μέρος όπου τα ύδατα
εισήρχοντο εις την πόλιν, και άλλας δυνάμεις εις το αντίθετον
μέρος εκ του οποίου εξήρχοντο, παρήγγειλεν εις τα δύο ταύτα
στρατιωτικά σώματα να εισορμήσωσιν εις την πόλιν καθ' ην στιγμήν
ίδωσι τον ποταμόν διαβατόν. Αφού έλαβε τα μέτρα ταύτα και έδωκεν
αυτάς τας διαταγάς, εμακρύνθη με το άχρηστον μέρος του
στρατεύματός του (13), και οπισθοχωρήσας μέχρι της λίμνης έπραξεν
ό,τι είχε πράξει η Νίτωκρις, αλλά προς εναντίον σκοπόν. Εισαγαγών
διά διώρυχος τον ποταμόν εις την λίμνην, ήτις ήτο έλος, κατέστησε
την αρχαίαν κοίτην αυτού διαβατήν καθό μεταστραφέντος του ποταμού.
Ιδόντες δε οι παρά του Κύρου τεταγμένοι επί τούτω παρά τας όχθας
του Ευφράτου ότι ο ποταμός εκατέβη τοσούτον ώστε το ύδωρ να φθάνη
μόνον μέχρι του μηρού του ανθρώπου, ωφελήθησαν εκ τούτου και
εισήλθον εις την Βαβυλώνα. Και εάν μεν οι κάτοικοι υπώπτευον ή
εμάνθανον τι έπραττεν ο Κύρος, δεν ήθελον αφήσει τους εχθρούς να
εισέλθωσιν εις την πόλιν αλλά θα τους διέφθειρον κάκιστα· διότι,
κλείοντες τας πύλας τας αγούσας εις τον ποταμόν, και αναβαίνοντες
εις τα παρά τα χείλη του ποταμού τείχη, θα περιέκλειον αυτούς ως
εντός κλωβού· τώρα όμως κατέλαβον οι Πέρσαι τους Βαβυλωνίους
απροσδοκήτως. Η δε πόλις είναι τόσον μεγάλη ώστε, κατά την
διήγησιν αυτών τούτων των Βαβυλωνίων, οι μεν εις τα άκρα είχον ήδη
περικυκλωθή, οι δε εις το κέντρον κατοικούντες δεν ήξευρον ακόμη
τίποτε. Ήτο ημέρα εορτής· οι μεν εχόρευον, οι δε διεσκέδαζον, και
δεν διέκοψαν τας διασκεδάσεις των ειμή όταν έμαθον την αλήθειαν.
Και η μεν Βαβυλών ούτω τότε πρώτον εκυριεύθη.
192. Την δύναμιν δε των Βαβυλωνίων και διά πολλών μεν άλλων
δύναμαι να καταδείξω, προς τούτοις δε και διά του ακολούθου. Διά
την τροφοδότησιν ην οι υπήκοοι, εκτός του φόρου, παρέχουσιν εις
τον μέγαν βασιλέα και εις την στρατόν του, όλη η χώρα την οποίαν
κυβερνά είναι διηρημένη εις αριθμόν τινα διαμερισμάτων. Επειδή το
έτος έχει δώδεκα μήνας, η Βαβυλωνία παρέχει τροφάς τέσσαρων μηνών
και η λοιπή Ασία τας των οκτώ άλλων μηνών. Τοιουτοτρόπως η Ασσυρία
παράγει το τρίτον εκείνου το οποίον παράγει όλη η Ασία, και η
διοίκησις της επαρχίας ταύτης, την οποίαν οι Πέρσαι καλούσι
σατραπείαν, είναι η αξιολογωτέρα όλων. Εις τοιούτον βαθμόν ώστε ο
υιός του Αρταβάζου, Τριτανταίχμης όστις είχε διορισθή υπό του
βασιλέως εις την σατραπείαν ταύτην, ελάμβανε καθ' ημέραν αράβην
πλήρη αργυρίου. Είναι δε η αράβη μέτρον περσικόν χωρούν τρεις
χοίνικας πλειότερον του αττικού μεδίμνου. Είχε προς τούτοις ίππους
ιδίους, εκτός των πολεμικών· εις τα ιπποφόρβιά του ήσαν οκτακόσιοι
ίπποι αναβαίνοντες τας θηλείας, αι δε αναβαινόμεναι ήσαν δεκαέξ
χιλιάδες, είς άρρην προς είκοσι θηλείαι. Τέλος έτρεφε τόσους κύνας
ινδικούς, ώστε τέσσαρες μεγάλαι κώμαι τις πεδιάδος ήσαν
απηλλαγμέναι παντός άλλου φόρου, διαταχθείσαι να δίδωσι την τροφήν
των κυνών τούτων. Ταύτα ήσαν τα ωφελήματα εκείνου όστις είχε την
διοίκησιν της Βαβυλώνος.
193. Εις την Ασσυρίαν ολιγίστη πίπτει βροχή και αύτη, αρκεί διά να
θρέψη την ρίζαν του σίτου· έπειτα όμως ποτίζουσι το φυτόν με ύδωρ
του ποταμού και ο στάχυς δυναμούται και σχηματίζεται. Το πότισμα
γίνεται διά χειρών ή διά μηχανών, και ουχί ως εις την Αίγυπτον,
όπου ο Νείλος εκχειλίζει και ποτίζει τους αγρούς. Όλη η γη της
Βαβυλώνος, ως και η Αίγυπτος, κατατέμνεται από διώρυχας των οποίων
η μεγαλειτέρα, εστραμμένη προς το νοτιοδυτικόν, από του Ευφράτου
εις τον Τίγριν, παρά τας όχθας του οποίου εκτίσθη η Νίνος, είναι
πλωτή. Εξ όλων δε των χωρών τας οποίας γνωρίζομεν, αυτή είναι η
μάλλον εύφορος εις δημητριακούς καρπούς. Ουδείς επειράθη να
φυτεύση εις αυτήν άλλα δένδρα· ούτε συκήν, ούτε άμπελον, ούτε
ελαίαν. Αλλά τόσον εύφορος είναι εις δημητριακούς καρπούς, ώστε
συνήθως το έν δίδει έως διακόσια, εάν δε τύχη η συγκομιδή πλουσία,
εκφέρει έως τριακόσια. Τα φύλλα του σίτου και της κριθής έχουσι
τέσσαρων δακτύλων πλάτος, εκ δε της κέγχρου και του σησάμου τόσον
μέγα δένδρον γίνεται, ώστε, μολονότι το ηξεύρω, όμως δεν θα το
αναφέρω, πεπεισμένος ότι όσοι δεν είδον την Βαβυλωνίαν χώραν θα
νομίσωσιν απίστευτα και όσα είπα περί των δημητριακών καρπών. Οι
κάτοικοι δεν μεταχειρίζονται ελαιόλαδον, αλλά σησαμόλαδον. Εις
όλην την πεδιάδα είναι φυτρωμένοι φοίνικες, οι περισσότεροι
καρποφόροι, από τους οποίους κάμνουσι τροφάς, οίνον και μέλι.
Καλλιεργούσι δε τους φοίνικας τούτους απαραλλάκτως ως οι Έλληνες
καλλιεργούσι τας συκέας· εις τους βαλανηφόρους δε περιδένουσι τον
καρπόν εκείνων τους οποίους οι Έλληνες καλούσιν άρρενας φοίνικας,
διά να εισχωρήση ο σκνιψ εις την βάλανον, να την ωριμάση και να μη
την αφήση να πέση, διότι οι άρρενες φοίνικες έχουσιν εντός του
καρπού των σκνίπας ως τα άγρια σύκα.
194. Αλλά, μετά την πόλιν, το μάλλον κατ' εμέ θαυμαστόν της χώρας
είναι το εξής. Οι Βαβυλώνιοι δεν έχουσιν άλλα πλοιάρια ειμή εκείνα
τα οποία καταβαίνουσι τον ποταμόν μέχρι της πόλεως· είναι δε
στρογγύλα και όλα δερμάτινα, διότι, αφού κόψωσιν ιτέας εις τα
Αρμένια όρη, τα οποία είναι άνω της Ασσυρίας, και κατασκευάσωσι τα
πλευρά του πλοιαρίου, τα περιτυλίσσουσιν εξωτερικώς με δέρματα
ητοιμασμένα, ως το έδαφος της οικίας, χωρίς να διακρίνεται η
πρύμνα και χωρίς να στενεύεται η πρώρα. Τα πλοιάρια ταύτα είναι
κυκλοτερή ως ασπίδες· πληρούντες δε αυτά έσωθεν με καλάμια τα
αφίνουσι να φέρωνται κατά τον ποταμόν. Το φορτίον των συνίσταται
εις διάφορα εμπορεύματα, προ πάντων δε εις οίνον φοίνικος. Δύο
άνθρωποι ιστάμενοι όρθιοι, διευθύνουσι το πλοιάριον με δύο μεγάλας
κώπας, και όταν ο είς βυθίζη την μίαν, ο άλλος ανασύρει την άλλην.
Κατά τον αυτόν τρόπον κατασκευάζουσι και τα μεγάλα πλοία και τα
μικρότερα. Τα μέγιστα χωρούσι φορτίον πέντε χιλιάδων ταλάντων. Εις
έκαστον πλοίον υπάρχει είς όνος ζων, εις δε τα μεγαλείτερα
υπάρχουσι περισσότεροι. Αφού φθάσωσιν εις την Βαβυλώνα πλέοντες
και διαθέσωσι το φορτίον, τα μεν καλάμια και τον σκελετόν πωλούσι
διά κήρυκος, φορτόνοντες δε τα δέρματα επί των όνων αναχωρούσι διά
ξηράς εις την Αρμενίαν, καθότι είναι αδύνατον να αναπλεύσωσι τον
ποταμόν ένεκα της ορμητικότητος αυτού. Αυτός είναι ο λόγος διά τον
οποίον κατασκευάζουσι τα πλοία των δερμάτινα και όχι ξύλινα. Όταν
δε ελαύνοντες τους όνους φθάσωσιν οπίσω εις την Αρμενίαν,
κατασκευάζουσιν άλλα πλοία κατά τον αυτόν τρόπον. Τοιαύτη είναι η
ναυστολία του Ευφράτου.
195. Ιδού δε και η ενδυμασία των Βαβυλωνίων. Πρώτον μεν φορούσι
χιτώνα λινούν φθάνοντα έως τους πόδας· άνωθεν δε αυτού φορούσιν
άλλον χιτώνα, λινούν επίσης, και περιτυλίσσονται με μανδύαν
λευκόν. Εις τους πόδας των έχουσιν υποδήματα επιχώρια, τα οποία
ομοιάζουσι με τας εμβάδας των Βοιωτών. Τας μακροκόμους κεφαλάς των
δένουσι με σαρίκια και αλείφουσι με μύρα όλον το σώμα. Έκαστος
έχει εις τον δάκτυλόν του σφραγίδα και κρατεί χειροποίητον ράβδον.
Επί της ράβδου δε ταύτης ήναι γεγλυμμένον ή μήλον, ή ρόδον, ή
κρίνον, ή αετός, ή άλλο τι, διότι ποτέ δεν συνειθίζουσι να κρατώσι
βακτηρίαν άνευ διακριτικού τινος σημείου. Ούτος είναι ο στολισμός
του σώματός των.
196. Τα δε έθιμά των είναι τοιαύτα. Έν τούτων (το σοφώτατον κατ'
εμέ, όπερ ως ήκουσα επικρατεί και εις τους Ενετούς της Ιλλυρίας)
είναι το εξής. Άπαξ του έτους, εις έκαστον χωρίον, συνηθροίζοντο
αι εν ώρα γάμου παρθένοι, ώστε να τας βλέπη τις όλας ομού· πέριξ
αυτών ίστατο το πλήθος των ανδρών, κήρυξ δε προσεκάλει κατά σειράν
τας νεάνιδας και τας επώλει· πρώτον μεν την ωραιοτέραν, έπειτα δε,
αφού αυτή εύρισκε πολύ χρυσίον και κατεκυρούτο, ο κήρυξ
ανεκήρυττεν άλλην, την αμέσως μετά την πρώτην ευειδεστάτην·
επωλούντο δε όλαι επί τω όρω να τας νυμφευθώσιν οι αγοράζοντες.
Όσοι λοιπόν πλούσιοι Βαβυλώνιοι ήθελον να λάβωσι γυναίκα, δίδοντες
περισσότερα από τους άλλους ηγόραζον τας ωραιοτάτας, ενώ οι
άνθρωποι του λαού, οίτινες επεθύμουν και αυτοί να νυμφευθώσι, μη
θεωρούντες την καλλονήν ως αγαθόν απαραίτητον, ελάμβανον τας
μάλλον ασχήμους και χρήματα. Διότι, αφού ο κήρυξ ετελείονε την
δημοπρασίαν των ευειδεστάτων, εσήκονε την ασχημοτάτην, ή ανάπηρόν
τινα εάν ευρίσκετο τοιαύτη, και εκήρυττε ποίος ήθελε να την
νυμφευθή αρκούμενος εις ολίγην προίκα· τέλος δε την κατεκύρονεν
εις εκείνον όστις εζήτει τα ολιγώτερα. Τα τοιουτοτρόπως διδόμενα
χρήματα προήρχοντο εκ της πωλήσεως των ευειδών παρθένων· ώστε αι
εύμορφοι επροίκιζον τας δυσμόρφους και τας αναπήρους. Ουδείς δε
είχε το δικαίωμα να υπανδρεύη την κόpην του με όντινα ήθελεν
αυτός, μήτε να λάβη την αγοραζομένην παρθένον χωρίς να δώση
εγγυητάς· αλλά δίδων εγγύησιν ασφαλή ότι ήθελε την νυμφευθή, την
ελάμβανε μεθ' εαυτού. Εάν οι μνηστευόμενοι δεν συνεφώνουν, ο νόμος
διέταττε να επιστρέφεται το αργύριον. Ήτο δε επιτετραμμένον και
από άλλην κώμην να έλθη όστις ήθελε και ν' αγοράση. Το έθιμον
τούτο ήτο βεβαίως κάλλιστον, αλλά περιέπεσεν εις αχρηστίαν,
εφεύρον δε εσχάτως άλλο τι μέσον διά να μη αδικώσι τας γυναίκας
και διά να μη τας λαμβάνωσιν εις τας πόλεις· επειδή μετά την
άλωσιν της Βαβυλώνος εδυστύχησαν, όλοι άνθρωποι του λαού οι μη
έχοντες πώς να ζήσωσιν, επόρνευσαν τας θυγατέρας των.
197. Δεύτερον δε έθιμον σοφόν έχουσι το ακόλουθον· μεταφέρουσι
τους ασθενείς εις την πλατείαν της αγοράς, διότι ιατρούς δεν
μεταχειρίζονται. Όστις λοιπόν εκ των διαβατών έπαθεν ο ίδιος ή
είδεν άλλον να πάσχη από την αυτήν ασθένειαν την οποίαν έχει ο
ασθενής, τον συμβουλεύει τι έκαμεν αυτός, ή εκείνος τον οποίον
είδε, και απηλλάγη από νόσον ομοίαν. Εις κανένα δεν είναι
συγχωρημένον να διέλθη εν σιωπή προ του πάσχοντος, χωρίς να τον
ερωτήση ποίαν ασθένειαν έχει.
198. Θάπτουσι τους νεκρούς των με μέλι, οι δε θρήνοι των είναι
περίπου όμοιοι με τους των Αιγυπτίων· Οσάκις Βαβυλώνιος συνευρεθή
με την γυναίκα του, κάθηται πλησίον καιομένου θυμιάματος· ετέρωθεν
δε το ίδιον πράττει και η γυνή του. Άμα εξημερώση λούονται
αμφότεροι, και δεν εγγίζουσι κανέν έπιπλον πριν λουσθώσι. Το αυτό
πράττουσι και οι Αράβιοι.
199. Το μάλλον αισχρόν έθιμον των Βαβυλωνίων είναι το ακόλουθον·
πάσα γυνή ιθαγενής είναι υποχρεωμένη άπαξ επί ζωής της να καθίση
εις τον ναόν της Αφροδίτης και να μιχθή με ξένον άνδρα. Πολλαί,
μεγαλοφρονούσαι διά τα πλούτη των, δεν καταδέχονται να αναμιχθώσι
με τας άλλας, αλλά μεταβαίνουσιν εις τον ναόν εντός οχήματος
κλειστού και συνοδευόμενοι από τας δούλας των. Αι περισσότεραι
όμως πράττουσιν ως ακολούθως. Εις το τέμενος της Αφροδίτης
κάθηνται πολλαί γυναίκες, έχουσαι την κεφαλήν δεδεμένην με
ταινίαν· και άλλαι μεν εισέρχονται, άλλαι δε εξέρχονται. Μεταξύ
αυτών, εξ όλων των μερών, αφίνουσιν ευθείς δρόμους διά των οποίων
διέρχονται οι ξένοι και εκλέγουσιν. Άμα γυνή τις καθίση εκεί, δεν
επιστρέφει πλέον εις την οικίαν της πριν ξένος τις ρίψη εις τα
γόνατά της νόμισμα και μιγή μετ' αυτής έξω του ναού. Ρίπτων ο
ξένος το νόμισμα οφείλει να λέγη· «Επικαλούμαι υπέρ σου την θεάν
Μύλιττα.» Μύλιττα δε καλούσιν οι Ασσύριοι την Αφροδίτην. Όσον
μικρόν και αν ήναι το δώρον, η γυνή δεν πρέπει να το απορρίπτη,
δεν τη επιτρέπεται, διότι το αργύριον τούτο θεωρείται ιερόν.
Ακολουθεί δε τον πρώτον όστις τη το ρίψει, και δεν αποποιείται
κανένα. Αφού δε μιχθή και ευχαριστήση την θεάν διά της εκπληρώσεως
του νόμου, επιστρέφει εις την οικίαν της, και εις το εξής, όσον
μεγάλην ποσότητα και αν τη προσφέρης, δεν την πείθεις να παραδοθή
εις σε. Όσαι λοιπόν είναι ωραίαι και υψηλαί, ταχέως αναχωρούσιν
εκείθεν, όσαι δε είναι δυσειδείς προσμένουσι πολύν χρόνον, μη
δυνάμεναι να εκπληρώσωσι τον νόμον. Τινές δε εξ αυτών έμειναν εκεί
τρία και τέσσαρα έτη. Παραπλήσιος τις νόμος υπάρχει και εις μέρη
τινά της Κύπρου.
200. Και τα μεν έθιμα των Βαβυλωνίων τοιαύτα είναι· υπάρχουσι δε
παρ' αυτοίς τρεις φυλαί αίτινες τρέφονται μόνον με ιχθύας. Αφού
τους αλιεύσωσι, τους ξηραίνουσιν εις τον ήλιον, τους ρίπτουσιν εις
όλμον και αφού τους κοπανίσωσι, τους περώσι διά σινδόνης. Έπειτα,
όστις θέλει να φάγη, τους κάμνει μάζαν και τους ψήνει ως το
ψωμίον.
201. Αφού ο Κύρος υπέταξε το έθνος τούτο, επεθύμησε να υποτάξη και
τους Μασσαγέτας. Λέγουσι δε ότι το έθνος τούτο είναι μέγα και
φιλοπόλεμον και ότι κατοικεί προς ανατολάς, πέραν του Αράξου
ποταμού, αντικρύ των Ισσηδόνων· τινές διατείνονται ότι είναι φυλή
Σκυθική.
202. Ο Αράξης κατ' άλλοις μεν είναι μεγαλείτερος κατ' άλλους δε
μικρότερος του Ίστρου· και ότι είναι εις αυτόν πολλαί νήσοι ίσαι
σχεδόν κατά το μέγεθος με την Λέσβον, κατοικούμεναι από ανθρώπους
τρώγοντας κατά μεν το έαρ διαφόρους ρίζας τας οποίας ανασπώσιν από
την γην, κατά δε τον χειμώνα καρπούς δένδρων τους οποίους είχον
δρέψει ωρίμους και εναποταμιεύσει. Προσθέτουσιν ότι γνωρίζουσιν
άλλα δένδρα των οποίων ρίπτουσι τους καρπούς εις το πυρ όταν,
συναθροιζόμενοι πολλοί, ανάπτωσι πυράν διά να καθίσωσιν
ολοτρόγυρα· τότε η οσμή των καιομένων τούτων καρπών την οποίαν
οσφραίνονται τους μεθύσκει ως μεθύσκει τους Έλληνας ο οίνος· όσον
δε περισσοτέρους καρπούς ρίπτουσιν εις το πυρ, τόσον περισσότερον
μεθύσκονται, μέχρις ου εγείρονται και αρχίζουσι να χορεύωσι και να
άδωσι.
Και η μεν δίαιτα αυτών τοιαύτη είναι ως λέγεται. Ο δε Αράξης
ποταμός καταβαίνει από τα Ματιανά όρη, ως ο Γύνδος εκείνος τον
οποίον ο Κύρος διήρεσεν εις τριακοσίας εξήκοντα διώρυχας.
Εξέρχεται δε διά τεσσαράκοντα στομίων, και όλα, πλην ενός,
χάνονται εις έλη και τενάγη όπου ζώσιν άνθρωποι οίτινες, ως
λέγεται, τρώγουσιν ιχθύας ωμούς και φορούσι δέρματα φωκών. Είς
μόνον βραχίων του Αράξου ρέει ακωλύτως μέχρι της Κασπίας θαλάσσης.
Είναι δε η Κασπία αύτη θάλασσα όλως μεμονωμένη και δεν συνέχεται
μετ' ουδεμιάς άλλης· διότι εκείνη εις την οποίαν πλέουσιν οι
Έλληνες, και η έξω των Ηρακλείων στηλών, η Ατλαντική λεγομένη, και
η Ερυθρά, είναι μία και η αυτή.
203. Εξ εναντίας η Κασπία θάλασσα είναι εντελώς κεχωρισμένη, διά
να διέλθη δε τις αυτήν κατά μήκος διά κωπίων, χρειάζεται δεκαπέντε
ημέρας, και κατά πλάτος οκτώ. Επί της δυτικής παραλίας της υψούται
ο Καύκασος, το μέγιστον και υψηλότατον όλων των ορέων. Εις την
κοιλάδα ζώσι πολλαί και διάφοροι φυλαί ανθρώπων, αι πλείσται των
οποίων τρώγουσι καρπούς αγρίων δένδρων. Λέγεται δε ότι εις τα δάση
των μερών τούτων ευρίσκονται δένδρα των οποίων τα φύλλα
κοπανιζόμενα και μιγνυόμενα με ύδωρ χρησιμεύουσιν εις το να
ζωγραφίζωνται επί των ενδυμάτων διάφοροι εικόνες αίτινες, αντί να
εξαλείφονται διά του πλυσίματος, συγγηράσκουσι μετά του μαλλίου ως
εάν ήσαν υφασμέναι εντός του υφάσματος. Οι άνδρες και αι γυναίκες
εν τη χώρα ταύτη συνουσιάζονται αναφανδόν ως τα πρόβατα.
204. Προς δυσμάς λοιπόν περιορίζει την Κασπίαν θάλασσαν ο
Καύκασος· προς ανατολάς δε περιορίζεται αύτη υπό πεδιάδος ήτις
φαίνεται απέραντος. Της απεράντου δε ταύτης πεδιάδος το
μεγαλείτερον μέρος κατέχεται υπό των Μασσαγετών, κατά των οποίων ο
Κύρος έσπευδε να εκστρατεύση, διότι πολλά και ισχυρά αίτια τον
ηνάγκαζον εις τούτο. Πρώτον μεν η γέννησίς του την οποίαν ενόμιζε
πλειότερον ή ανθρωπίνην, δεύτερον δε η επιτυχής έκβασις όλων των
πολέμων του, διότι ουδείς των λαών, καθ' όσων μέχρι τότε είχεν
επιτεθή, ηδυνήθη να αποφύγη την υποδούλωσιν.
205. Εβασίλευε τότε εις τους Μασσαγέτας γυνή της οποίας είχεν
αποθάνει ο ανήρ και ήτις ωνομάζετο Τόμυρις. Προς αυτήν έπεμψεν ο
Κύρος ανθρώπους επί τω προσχήματι να την ζητήση εις γάμον· αλλ'
εκείνη, εννοήσασα ότι ο Κύρος δεν ήθελεν αυτήν αλλά το βασίλειον
των Μασσαγετών, απέρριψε την πρότασιν. Ιδών δε ο Κύρος ότι δεν τον
ωφέλησεν ο δόλος, επροχώρησε μέχρι του Αράξου, παρεσκευάζετο
αναφανδόν να πολεμήση τους Μασσαγέτας, έρριψε γεφύρας επί του
ποταμού διά να διέλθη το στράτευμα και κατεσκεύασε πύργους εντός
των πλοίων τα οποία έμελλον επίσης να χρησιμεύσωσι προς μεταφοράν.
206. Ενώ δε ενησχολείτο εις τας εργασίας ταύτας, η Τόμυρις τω
εμήνυσε διά κήρυκος τα ακόλουθα· «Ω βασιλεύ των Μήδων, παύσον τας
μεγάλας ετοιμασίας σου, διότι αγνοείς αν η έκβασις θα ήναι υπέρ
σου· παραίτησον τα σχέδιά σου· βασίλευε επί του λαού σου και
υπόφερε να με βλέπης να κυβερνώ όσους κυβερνώ. Δεν θέλεις να
ακούσης τας συμβουλάς μου; Νομίζεις προτιμότερον παν άλλο ή να
ησυχάζης; Αισθάνεσαι ακαταμάχητον επιθυμίαν να δοκιμάσης τους
Μασσαγέτας; Λοιπόν, άφες αυτούς τους κόπους τους οποίους
καταβάλλεις ρίπτων γεφύρας εις τον ποταμόν, και ημείς μεν
απομακρυνόμεθα τριών ημερών οδόν από του ποταμού, συ δε διάβηθι
εις την ημετέραν γην. Εάν όμως προτιμάς να μας περιμείνης εις την
ιδικήν σου, πράξον και συ το αυτό.» Ακούσας ο Κύρος τους λόγους
τούτους συνεκάλεσε τους πρώτους των Περσών· αφού δε ούτοι
συνηθροίσθησαν, τοις ανεκοίνωσε το πράγμα και εζήτει συμβουλήν τι
να πράξη εκ των δύο. Όλων δε αι γνώμαι συνεφώνησαν να περιμείνη
επί της Μηδικής γης την Τόμυριν και τον εχθρικόν στρατόν.
207. Ο Λυδός Κροίσος, όστις ήτο παρών, τους εμέμφθη και
συνεβούλευσε τα εναντία. «Ω βασιλεύ, είπεν, από της πρώτης ημέρας
σοι είπον ότι επειδή ο Ζευς με παρέδωκεν εις την εξουσίαν σου, θα
προσπαθώ όσον το δυνατόν να αποτρέπω τα δυστυχήματα όσα ήθελον
ίδει απειλούντα την οικίαν σου. Τα ίδιά μου παθήματα, των οποίων
μεγάλη είναι η πικρία, εγένοντο δι' εμέ μαθήματα. Εάν νομίζης
σεαυτόν αθάνατον, εάν νομίζης ότι άρχεις στρατού αθανάτου,
περιττόν να σοι είπω τον στοχασμόν μου· αλλ' εάν αναγνωρίζης ότι
είσαι άνθρωπος και ότι άρχεις επί ομοίων σου, μάθε προ παντός
άλλου ότι τα ανθρώπινα πράγματα ομοιάζουσι τροχόν όστις στρέφεται
ακαταπαύστως και δεν αφίνει πάντοτε τους αυτούς ανθρώπους να
ευτυχώσιν. Επί του προκειμένου πράγματος έχω γνώμην εναντίαν των
άλλων, διότι εάν δεχθώμεν την μάχην εις την χώραν ταύτην, ιδού ο
κίνδυνος· εάν μεν νικηθής, θα χάσης όλον το βασίλειόν σου, διότι
είναι προφανές ότι νικώντες οι Μασσαγέται δεν θα φύγωσιν οπίσω,
αλλά θα προχωρήσωσιν εις τας επαρχίας σου· εάν δε νικήσης, δεν θα
καταγάγης τόσον τελείαν νίκην όσον εάν, αφού εισέλθης εις την
χώραν αυτών, τους πολεμής φεύγοντας. Εις την γνώμην την οποίαν
αποκρούω, προβάλλω την υπόθεσιν ότι επιτυγχάνεις μεγάλην νίκην
πέραν του Αράξου. Εν τη περιπτώσει ταύτη εισχωρείς ανεμποδίστως
εις το βασίλειον της Τομύριος. Θα προσθέσω μάλιστα ότι είναι
αισχρόν και ανυπόφορον να υποχωρήση ο υιός του Καμβύσου Κύρος εις
μίαν γυναίκα. Τώρα λοιπόν νομίζω ότι πρέπει να διαβώμεν τον
ποταμόν, να προχωρώμεν εφ' όσον οι εχθροί υποχωρούσι, και έπειτα
να προσπαθήσωμεν να τους νικήσωμεν διά του μέσου το οποίον θα
προτείνω. Οι Μασσαγέται, ως ήκουσα, είναι άπειροι των Περσικών
αγαθών και όλως ασυνείθιστοι εις τας αναπαύσεις του βίου. Ας
σφάξωμεν άφθονα πρόβατα, και αφού τα μαγειρεύσωμεν, ας ετοιμάσωμεν
δι' αυτούς τους ανθρώπους πλουσιοπάροχον γεύμα εις το στρατόπεδόν
μας· ας εύρωσιν επίσης πολλούς κρατήρας με άκρατον οίνον και
πολλήν ποικιλίαν φαγητών. Αφού ετοιμασθώσιν όλα, άφησον ως
οπισθοφυλακήν ασθενές μέρος του στρατού και οι λοιποί ας
επιστρέψωσι πάλιν προς τον ποταμόν. Εάν δεν απατώμαι, οι
Μασσαγέται, βλέποντες τόσα εξαίρετα πράγματα· θα ορμήσωσιν επ'
αυτών, και τότε πλέον δεν μας μένει ειμή να εκτελέσωμεν μεγάλα
κατορθώματα.»
208. Αύται ήσαν αι δύο αντίθετοι γνώμαι, ο δε Κύρος, απορρίψας την
πρώτην, παρεδέχθη την του Κροίσου και παρήγγειλεν εις την Τόμυριν
να υποχωρήση διότι εσκόπευε να έλθη αυτός εναντίον εκείνης. Και η
μεν βασίλισσα υπεχώρησεν, ως είχεν υποσχεθή· ο δε Κύρος
ενεπιστεύθη τον Κροίσον εις τον υιόν του Καμβύσην, τον οποίον
ανεκήρυξε διάδοχον του θρόνου, και τω παρήγγειλε θερμώς να τον
τιμά και να τον περιποιέται, εάν η κατά των Μασσαγετών επιχείρησις
δεν ήθελεν ευδοκιμήσει. Αφού δε έδωκε τας διαταγάς ταύτας και
απέστειλεν αυτούς εις την Περσίαν, διέβη τον ποταμόν αυτός και ο
στρατός αυτού.
209. Πέραν του Αράξου, επελθούσης της νυκτός, ο Κύρος εκοιμήθη επί
της γης των Μασσαγετών και είδε το εξής όνειρον. Τω εφάνη εις τον
ύπνον του ότι έβλεπε τον πρεσβύτερον υιόν του Υστάσπους έχοντα εις
τους ώμους πτέρυγας, η μία των οποίων επεσκίαζε την Ασίαν, η δε
άλλη την Ευρώπην. Ο δε πρεσβύτερος υιός του Υστάσπους, υιού του
Αρσάμους, ενός των Αχαιμενιδών, ήτο ο Δαρείος όστις τότε ων
περίπου εικοσαετής είχε μείνει εις την Περσίαν διότι δεν είχεν
ακόμη ηλικίαν να φέρη όπλα. Εξυπνήσας ο Κύρος, εσκέπτετο καθ'
εαυτόν το όνειρον, και επειδή τω εφάνη σπουδαιότατον εκάλεσε τον
Υστάσπη, και λαβών αυτόν κατ' ιδίαν τω είπεν· «Υστάσπη, ο υιός σου
ανεκαλύφθη συνομνύων κατ' εμού και κατά της βασιλείας μου· πώς δε
είμαι θετικώς πληροφορημένος περί τούτου, θα σοι το είπω αμέσως.
Οι θεοί με αγαπώσι και με προειδοποιούσι περί των μελλόντων να
συμβώσιν εις εμέ. Εσχάτως λοιπόν, την παρελθούσαν νύκτα, είδον ενώ
εκοιμώμην τον πρεσβύτερον υιόν σου έχοντα εις τους ώμους πτέρυγας
των οποίων η μία επεσκίαζε την Ασίαν και η άλλη την Ευρώπην. Εκ
τούτου λοιπόν του ενυπνίου ουδέν άλλο δύναμαι να συμπεράνω ειμή
ότι ο υιός σου συνομνύει κατ' εμού. Τούτου ένεκα επίστρεψον ταχέως
εις την Περσίαν και κάμε ώστε όταν επιστρέψω νικητής να μοι
παρουσιάσης τον νέον διά να τον εξετάσω.»
210. Ο μεν Κύρος έλεγε ταύτα διότι ενόμιζεν ότι τον επεβουλεύετο ο
Δαρείος· ο θεός όμως τον είχε προειδοποιήσει ότι έμελλε να αποθάνη
εις αυτήν την εκστρατείαν και ότι το στέμμα του θα μετέβαινεν εις
τον Δαρείον. Τω απεκρίθη λοιπόν ο Υστάσπης ούτω· «Ω βασιλεύ, να μη
δώσωσιν οι θεοί να ευρεθή άνθρωπος εις την Περσίαν συνομνύων κατά
σου, και εάν υπάρχη τοιούτος άνθρωπος, είθε να απολεσθή τάχιστα.
Διότι συ από δούλους έκαμες τους Πέρσας ελευθέρους· ενώ ήσαν
υποτελείς, χάρις εις σε διοικούσι τώρα όλα τα έθνη. Εάν λοιπόν
όνειρόν τι σοι προμηνύει ότι ο υιός μου σκέπτεται να συνομώση
εναντίον σου, θα σοι τον παραδώσω διά να τον μεταχειρισθής όπως
θέλεις.» Ο μεν Υστάσπης ταύτα ειπών και διαβάς πάλιν τον Αράξην,
επορεύετο προς την Περσίαν διά να συλλάβη τον υιόν του Δαρείον και
τον παραδώση εις τον Κύρον.
211. Ο δε Κύρος προχωρήσας μιας ημέρας οδόν πέραν του Αράξου,
εξετέλεσεν όσα τον συνεβούλευσεν ο Κροίσος· αφήσας έπειτα εις το
στρατόπεδον τους αχρήστους εκ των ανθρώπων του, επέστρεψεν οπίσω
εις τον Αράξην με τον εκλεκτόν στρατόν. Εν τούτοις το τρίτον του
στρατεύματος των Μασσαγετών επελθόν κατέσφαξεν εκείνους τους
οποίους είχεν εγκαταλίπει ο Κύρος, με όλην την αντίστασιν ην
κατέβαλον ούτοι όπως υπερασπίσωσιν εαυτούς. Έπειτα ιδόντες οι
Μασσαγέται τα έτοιμα φαγητά, αφού ενίκησαν τους εναντίους εκάθησαν
χαμαί και έτρωγον· αφού δε εκορέσθησαν τρώγοντες και πίνοντες,
εκοιμήθησαν. Τότε οι Πέρσαι επελθόντες πολλούς μεν εφόνευσαν, πολύ
δε περισσοτέρους εζώγρησαν, μεταξύ των οποίων ήτο ο υιός της
Τομύριος Σπαργαπίσης διοικών το απόσπασμα εκείνο.
212. Μαθούσα η Τόμυρις τι συνέβη εις το στράτευμα και εις τον υιόν
της, έπεμψε κήρυκα όστις είπεν εις τον βασιλέα τα εξής· «Άπληστε
αίματος Κύρε, μη επαρθής ποσώς διά το γενόμενον τούτο· μη
υπερηφανευθής εάν ηπάτησας και ενίκησας τον υιόν μου με τον καρπόν
της αμπέλου, με το δηλητήριον τούτο όπερ όταν το πίνετε διαπερά το
λογικόν σας εις τοιούτον βαθμόν ώστε ενώ εισέρχεται ο οίνος εις το
σώμα σας, οι απρεπείς λόγοι επιπλέουσιν εις τα χείλη σας· δεν τον
ενίκησας ανδρείως πολεμών αυτόν. Άκουσον τώρα τους λόγους μου, σοι
δίδω καλήν συμβουλήν. Απόδος μοι τον υιόν μου και άπελθε εκ της
χώρας ταύτης ατιμώρητος, μολονότι ηφάνισας ατίμως το τριτημόριον
των στρατιωτών μου· εάν δεν πράξης ό,τι σε διατάττω, ομνύω εις τον
ήλιον, τον θεόν των Μασσαγετών, ότι όσον και αν ήσαι άπληστος, θα
σε χορτάσω αίμα.»
213. Ο Κύρος ουδεμίαν έδωκε προσοχήν εις τους λόγους τούτους. Εν
τούτοις ο υιός της βασιλίσσης Τομύριος Σπαργαπίσης, ανανήψας από
την μέθην και ιδών εις ποίαν κατάστασιν ευρίσκετο, παρεκάλεσε τον
βασιλέα να τον λύση από τα δεσμά. Ο Κύρος συγκατένευσεν· άμα όμως
ελύθη και εγένετο κύριος των χειρών του εφονεύθη ιδιοχείρως. Και
αυτός μεν τοιούτω τρόπω ετελεύτησε.
214. Η δε Τόμυρις, ακούσασα ότι ο Κύρος απέρριψε τας προτάσεις
της, συνήθροισεν όλας τας δυνάμεις των Μασσαγετών και τον
επολέμησεν. Υποθέτω ότι η μάχη αύτη ήτο η μάλλον ισχυρά από όσας
εγένοντο μεταξύ βαρβάρων, και ήκουσα ότι εγένετο ως εξής. Πρώτον,
λέγουσιν, οι δύο στρατοί σταθέντες αντικρύ έρριπταν μακρόθεν βέλη·
έπειτα, αφού ετελείωσαν τα βέλη, συνεπλάκησαν σώμα προς σώμα, με
τας λόγχας και τα εγχειρίδιά των· επί πολύ δε αμφότερα τα μαχόμενα
μέρη επέμενον καρτερικώς και κανέν δεν ήθελε να φύγη. Τέλος
ενίκησαν οι Μασσαγέται, το δε μεγαλείτερον μέρος του περσικού
στρατού κατεγράφη εκεί επί τόπου, και ο Κύρος εφονεύθη αφού
εβασίλευσεν εικοσιεννέα έτη. Η δε Τόμυρις, πληρώσασα ασκόν από
ανθρώπινον αίμα, εζήτει το πτώμα του Κύρου μεταξύ των φονευμένων
Περσών· και αφού το εύρεν, εβύθισε την κεφαλήν του εις τον ασκόν,
και υβρίζουσα τον νεκρόν, είπε τα εξής· «Συ μεν αιχμαλωτίσας τον
υιόν μου με δόλον, με ηφάνισες ζώσαν και νικώσαν σε· εγώ δε, ως σε
ηπείλησα, θα σε κορέσω αίματος.» Ο τρόπος λοιπόν δι' ου
ετελεύτησεν ο Κύρος αυτός είναι κατ' εμέ ο πιθανώτατος, μολονότι
άλλοι άλλως διηγούνται αυτόν.
215. Οι δε Μασσαγέται φορούσιν ενδυμασίαν και έχουσι δίαιταν
ομοίαν με τους Σκύθας. Είναι ιππείς και πεζοί, διότι πολεμούσι και
κατά τους δύο τρόπους· είναι τοξόται και αιχμοφόροι, και κρατούσι
πελέκεις. Δεν μεταχειρίζονται ειμή χρυσόν και χαλκόν. Αι αιχμαί
των ακοντίων και των βελών των, και οι πελέκεις των είναι εκ
χαλκού· τα κοσμήματα των περικεφαλαίων, των τιαρών, των ζωστήρων
και των μασχαλιστήρων είναι εκ χρυσού. Ομοίως, περί τα στήθη των
ίππων των, θέτουσι θώρακας χαλκίνους, ενώ οι χαλινοί και τα φάλαρα
είναι χρυσά. Δεν μεταχειρίζονται δε μήτε άργυρον μήτε σίδηρον,
καθότι δεν ευρίσκονται εις την χώραν των αυτά τα μέταλλα· χρυσού
όμως και χαλκού υπάρχει αφθονία.
216. Ιδού δε και τα έθιμα αυτών. Έκαστος νυμφεύεται μεν μίαν
γυναίκα, τας έχουσιν όμως όλας μεταξύ των κοινάς. Οι Έλληνες
λέγουσιν ότι πράττουσι τούτο οι Σκύθαι· και όμως δεν το πράτουσιν
οι Σκύθαι, αλλ' οι Μασσαγέται. Όταν τις εξ αυτών επιθυμήση γυναίκα
τινα, κρεμά την φαρέτραν του προ της αμάξης και μίγνυται μετ'
αυτής αφόβως. Όρος ζωής εις αυτούς δεν υπάρχει, αλλ' όταν τις
γηράση, όλοι οι συγγενείς του συνελθόντες θυσιάζουσιν αυτόν· μετ'
αυτού δε θυσιάζουσι διάφορα ζώα, βράζουσιν όλα τα κρέατα ομού και
ευωχούνται. Ο θάνατος ούτος εφαίνετο εις αυτούς ευτυχέστατος· αλλά
δεν τρώγουσιν εκείνους οίτινες αποθνήσκουσιν από ασθένειαν· τους
θάπτουσι και φρονούσιν ότι ήτο δυστυχία δι' αυτούς να μη φθάσωσι
την ηλικίαν καθ' ην θυσιάζονται. Δεν σπείρουσι την γην, αλλά ζώσιν
από κτήνη και ιχθύας τους οποίους παρέχει αφθόνως ο Αράξης
ποταμός. Είναι δε και γαλακτοπόται. Ο Ήλιος είναι ο μόνος θεός τον
οποίον σέβονται και εις τον οποίον θυσιάζουσιν ίππους· ο λόγος δε
της τοιαύτης θυσίας είναι, ότι εις τον ταχύτατον από τους θεούς
πρέπει να προσφέρωσι το ταχύτατον πάντων των θνητών όντων.
ΒΙΒΛΙΟΝ ΔΕΥΤΕΡΟΝ
Ε Υ Τ Ε Ρ Π Η
1. Τελευτήσαντος δε του Κύρου, παρέλαβε την βασιλείαν ο Καμβύσης,
υιός ων του Κύρου, και της Κασσανδάνης, θυγατρός του Φαρνάσπου,
την οποίαν προαποθανούσαν επένθησε μεγάλως ο Κύρος και διέταξεν
όλους τους λαούς επί των οποίων εβασίλευε να πενθήσωσιν ομοίως.
Ταύτης λοιπόν της γυναικός και του Κύρου υιός ων ο Καμβύσης,
εθεώρησε τους Ίωνας και τους Αιολείς ως κληρονομικούς υπηκόους,
και όταν εξεστράτευσε κατά της Αιγύπτου, έλαβε μεθ' εαυτού πολλούς
και από τους βαρβάρους επί των οποίων εβασίλευε, και από τους
Έλληνας οίτινες ήσαν υποτεταγμένοι εις αυτόν.
2. Οι δε Αιγύπτιοι, πριν βασιλεύση εις αυτούς ο Ψαμμίτιχος,
εθεώρουν εαυτούς ότι αυτοί ήσαν οι πρώτοι άνθρωποι οίτινες
επλάσθησαν εις τον κόσμον. Αφότου όμως ο Ψαμμίτιχος ηθέλησε να
μάθη ποίοι επλάσθησαν πρώτοι, έκτοτε νομίζουσιν ότι οι Φρύγες
προηγήθησαν αυτών, προ των άλλων όλων δε αυτοί. Επειδή δε ο
Ψαμμίτιχος εξετάζων δεν ηδύνατο κατ' ουδένα τρόπον να εύρη ποίοι
άνθρωποι κατώκησαν πρώτοι την γην, επενόησε το ακόλουθον. Έλαβε
δύο νεογνά τυχόντων ανθρώπων και τα έδωκεν εις ένα ποιμένα διά να
τα αναθρέψη μεταξύ των ποιμνίων του συμμορφούμενος με τας
ακολούθους οδηγίας· κανείς να μη προφέρη ποτέ ενώπιόν των την
παραμικράν λέξιν· να τα κατακλίνη ιδιαιτέρως εις καλύβην
μεμονωμένην· εις ωρισμένην ώραν να εισάγη εις το δωμάτιόν των
αίγας· αφού δε χορτάσωσι βυζάνοντα να μη ασχολήται πλέον περί
αυτών. Έλαβε δε τα μέτρα ταύτα ο βασιλεύς και έδωκε τας διαταγάς
ταύτας διότι ήθελε ν' αντιληφθή τας μικράς συγκεχυμένας κραυγάς
των παιδίων τούτων και ν' ακούση ποίαν λέξιν κατ' αρχάς ήθελον
εναρθρώσει. Όλα ταύτα εξετελέσθησαν· δύο δε έτη είχον παρέλθει
αφότου ο ποιμήν εξεπλήρου το έργον του, όταν, καθ' ην στιγμήν
ήνοιγε την θύραν και εισήρχετο εις την καλύβην, τα δύο παιδία
προσεκολλήθησαν εις αυτόν τείνοντα τας χείρας και φωνάζοντα
β ε κ ό ς. Την πρώτην φοράν ήκουσε την λέξιν ταύτην ο ποιμήν και
δεν είπε τίποτε· επειδή όμως, συχνάζων εις την καλύβην και
επιμελούμενος τα παιδία, ήκουσε πολλάκις αυτήν την λέξιν,
εφανέρωσε το πράγμα εις τον κύριόν του όστις τον διέταξε να φέρη
τα παιδία ενώπιόν του. Ο Ψαμμίτιχος, αφού τα ήκουσε και αυτός,
ηρώτησε ποίοι άνθρωποι μεταχειρίζονται την λέξιν β ε κ ό ς και
τι σημαίνει αύτη. Εξετάζων δε έμαθεν ότι οι Φρύγες καλούσιν ούτω
τον άρτον. Εκ της δοκιμής ταύτης κρίναντες οι Αιγύπτιοι
παρεδέχθησαν ότι οι Φρύγες ήσαν αρχαιότεροι αυτών.
3. Ούτως εγώ ήκουσα από τους ιερείς του Ηφαίστου εις την Μέμφιν
ότι εγένετο το πράγμα. Οι δε Έλληνες λέγουσι πολλά παράλογα·
μεταξύ δε άλλων ότι ο Ψαμμίτιχος διέταξε να αναθρέψωσι τα παιδία
ταύτα γυναίκες των οποίων έκοψε την γλώσσαν. Ταύτα ήκουσα περί του
τρόπου δι' ου ανετράφησαν τα παιδία. Έμαθον προσέτι και άλλα
συνομιλών εις την Μέμφιν μετά των ιερέων του Ηφαίστου, και έπειτα
εις τας Θήβας, και ακολούθως εις την Ηλιούπολιν όπου μετέβην
επίτηδες θέλων να μάθω εάν αι παραδόσεις εν τη πόλει ταύτη
συμφωνούσι με τας της Μέμφιδος, διότι οι Ηλιοπολίται φημίζονται
ότι είναι μάλλον λόγιοι όλων των Αιγυπτίων. Όσα με είπον αφορώντα
τα θεία, δεν θα τα κοινολογήσω, εκτός μόνον τα ονόματα των θεών,
υποθέτων ότι όλοι οι άνθρωποι τα γνωρίζουσιν. Εάν δε αναφέρω τι
περί αυτών, θα το πράξω αναγκαζόμενος από την σειράν του λόγου.