ΕΝ AΘHNAIΣ,

ΚΑΤΑΣΤΗΜΑΤΑ Ο «ΚΟΡΑΗΣ»

ΑΝΕΣΤΗ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΟΥ.

ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ ΤΥΠΟΓΡΑΦΕΙΟΝ

οδός Ρόμβης αριθ. 40 οδός Πραξιτέλους αριθ. 37

1874

ΘΡΑΣΥΒΟΥΛΩ Α. ΖΑΪΜΗ

ΧΡΗΣΤΩ ΠΟΛΙΤΗ

ΚAI

ΔΙΑΠΡΕΠΕΙ ΠΟΛΙΤΙΚΩ

ΕΥΛΑΒΩΣ ΑΝΑΤΙΘΕΤΑΙ.

Έξοχε Άνερ,

Η προς Σε αφοσίωσίς μου, ο άκρος θαυμασμός μου προς τας κοινωνικάς

και πολιτικάς αρετάς Σου, με παρακινούσι να Σοι δώσω τεκμήριόν τι

ασθενές των αναλλοιώτων τούτων αισθημάτων μου αφιερών Σοι την

βίβλον ταύτην, προϊόν μακρού κόπου και πολλής μελέτης.

Τίμησόν με διά της παραδοχής της παρακλήσεώς μου και επίτρεψον να

κοσμή την βίβλον μου το σεβαστόν όνομά Σου. Απόβλεψον ουχί εις το

μικρόν του αναθήματος, αλλ' εις την προαίρεσιν του αφιερούντος

Α. Γ. ΣΚΑΛΙΔΟΥ.

ΗΡΟΔΟΤΟΥ ΜΟΥΣΑΙ

ΒΙΒΛΙΟΝ ΠΡΩΤΟΝ

Κ Λ Ε Ι Ω

Ηρόδοτος ο Αλικαρνασσεύς συνέγραψε και εκοινοποίησε την παρούσαν

ιστορίαν διά να μη εξαλειφθώσιν υπό του χρόνου αι πράξεις των

ανθρώπων και διά να μη περιπέσωσι τα είτε υπό των Ελλήνων είτε υπό

των βαρβάρων εκτελεσθέντα μεγάλα και θαυμαστά κατορθώματα εις

τοιαύτην λήθην ώστε να αγνοήται και αυτή η αιτία δι' ην επολέμησαν

προς αλλήλους οι λαοί ούτοι.

1. Οι λόγιοι των Περσών λέγουσιν ότι οι Φοίνικες εγένοντο αίτιοι

της διαφοράς, καθότι αυτοί ελθόντες από τα παράλια της Ερυθράς

λεγομένης θαλάσσης εις τα της Μεσογείου και εγκατασταθέντες εις

τας χώρας τας οποίας κατοικούσιν έτι και σήμερον, επεδόθησαν ευθύς

εις μακράς θαλασσοπλοΐας. Τα πλοία των, πληρούμενα εξ εμπορευμάτων

της Ασσυρίας και της Αιγύπτου, προσωρμίζοντο εις διάφορα μέρη της

Ελλάδος, μεταξύ άλλων δε και εις το Άργος. Κατ' εκείνους δε τους

χρόνους το Άργος κατείχε την πρώτην θέσιν μεταξύ όλων των πόλεων

της χώρας ήτις σήμερον καλείται Ελλάς. Εισελθόντες λοιπόν οι

Φοίνικες εις τον λιμένα του Άργους, επώλουν το φορτίον των. Κατά

την πέμπτην δε ή την έκτην ημέραν, ότε εξεποίησαν σχεδόν όλα όσα

είχον φέρει, είδον ερχομένας εις το παραθαλάσσιον πολλάς γυναίκας,

και μεταξύ αυτών την θυγατέρα του βασιλέως, ήτις εκαλείτο, ως

λέγουσιν επίσης όλοι οι Έλληνες, Ιώ του Ινάχου. Αι γυναίκες·

εστάθησαν πλησίον της πρύμνης του πλοίου εκλέγουσαι και

αγοράζουσαι ό,τι ταις ήρεσκε· τότε οι Φοίνικες, ως εκ συνθήματος,

ώρμησαν επ' αυτών. Και αι μεν πλείσται διέφυγον, αλλ' η Ιώ καί

τινες άλλαι ηρπάγησαν. Αναβιβάσαντες δε αυτάς οι Φοίνικες εις το

πλοίον, απέπλευσαν προς την Αίγυπτον.

2. Ούτω, ως λέγουσιν οι Πέρσαι, και ουχί ως λέγουσιν οι Έλληνες, η

Ιώ ήλθεν εις την Αίγυπτον, και τούτο υπήρξεν η πρώτη αιτία των

ακολούθων αδικημάτων. Μετά τούτο, Έλληνες τινές, των οποίων

αγνοείται και αυτό το όνομα, προσεγγίσαντες εις την Τύρον της

Φοινίκης, ήρπασαν την θυγατέρα του βασιλέως Ευρώπην. Υποτίθεται

ότι ήσαν Κρήτες. Τοιουτοτρόπως λοιπόν η προσβολή επληρώθη διά

προσβολής. Αλλ' έπειτα οι Έλληνες εγένοντο αίτιοι και δευτέρας

αδικίας. Αφού έπλευσαν διά μακρού πλοίου εις την Αίαν της Κολχίδος

και τον Φάσιν ποταμόν, και αφού εξετέλεσαν την υπόθεσιν διά την

οποίαν ήλθον, ήρπασαν την θυγατέρα του βασιλέως Μήδειαν. Ο

βασιλεύς ούτος έπεμψε κήρυκα εις την Ελλάδα ζητών ικανοποίησιν διά

την αρπαγήν και απαιτών να τω επιστραφή η θυγάτηρ του. Αλλ' οι

Έλληνες απεκρίθησαν ότι επειδή εκείνοι ουδεμίαν ικανοποίησιν

έδωκαν εις αυτούς διά την αρπαγήν της Αργείας Ιούς, κατά συνέπειαν

ούτε αυτοί θα δώσωσιν εις εκείνους.

3. Μετά δύο γενεάς ο υιός του Πριάμου Αλέξανδρος, ακούσας τα

συμβάντα ταύτα, απεφάσισε να αρπάση γυναίκα εκ της Ελλάδος,

πεπεισμένος ότι ουδεμίαν ήθελε δώσει ικανοποίησιν, αφού και οι

Έλληνες δεν έδωκαν. Αλλ' όταν ήρπασε την Ελένην, οι Έλληνες

ενέκριναν να πέμψωσι πρώτον πρέσβεις διά να απαιτήσωσι την

απόδοσιν της Ελένης και να ζητήσωσιν ικανοποίησιν. Οι δε Τρώες,

ακούσαντες τους πρέσβεις, απεκρίθησαν ότι οι Έλληνες, μη δόντες

ικανοποίησιν διά την αρπαγήν της Μηδείας μήτε αποδώσαντες αυτήν

ζητουμένην, δεν έπρεπε να απαιτώσιν ικανοποίησιν παρ' άλλων.

4. Μέχρι τούτου δεν επρόκειτο ειμή περί αρπαγών του ενός μέρους ή

του άλλου· αλλ' από της στιγμής ταύτης οι Έλληνες εγένοντο αίτιοι

σπουδαιοτέρων αδικημάτων, διότι αυτοί πρώτοι έφερον τον πόλεμον

εις την Ασίαν και όχι οι Πέρσαι εις την Ελλάδα. Κατά την γνώμην

των Περσών, η αρπαγή γυναικών είναι άδικον πράγμα, η σπουδή προς

εκδίκησιν της αρπαγής, ανόητον, η δε παντελής αδιαφορία προς τας

τοιαύτας αρπαγάς, φρονιμώτατον, διότι ήτο φανερόν ότι εάν αι

γυναίκες εκείναι δεν ήθελον, ποτέ δεν ηρπάζοντο. Οι λαοί της

Ασίας, προσθέτουσιν οι Πέρσαι, ποσώς δεν εφρόντισαν δι' όσας

γυναίκας ήρπασαν από αυτούς, ενώ οι Έλληνες, διά μίαν

Λακεδαιμονίαν, συνήθροισαν μέγαν στόλον, κατέκλυσαν την Ασίαν και

κατέστρεψαν το βασίλειον του Πριάμου· ιδού η αιτία διά την οποίαν

οι Πέρσαι εθεώρησαν πάντοτε τους Έλληνας ως εχθρούς, διότι την μεν

Ασίαν και τα ενοικούντα βάρβαρα έθνη οικειοποιούνται, την δε

Ελλάδα και το Ελληνικόν έθνος θεωρούσιν ως κεχωρισμένα από αυτούς.

5. Ούτως αναφέρουσιν οι Πέρσαι τα συμβάντα και αποδίδουσιν εις την

άλωσιν της Τρωάδος την αρχήν της εναντίον των Ελλήνων έχθρας των.

Περί δε της Ιούς οι Φοίνικες δεν συμφωνούσι μετ' αυτών. «Διά να την

φέρωμεν εις την Αίγυπτον, λέγουσι, δεν ελάβομεν ανάγκην να

μεταχειρισθώμεν την βίαν, διότι και εις αυτό το Άργος εμιγνύετο

κρυφίως μετά του πλοιάρχου, όταν δε ενόησεν ότι ήτο έγκυος,

εφοβήθη τους γονείς της, και διά να μη ανακαλυφθή, έφυγεν εκουσίως

μετά των Φοινίκων.» Αύται είναι αι αντιφατικαί διηγήσεις των

Φοινίκων και των Περσών· το κατ' εμέ, δεν θα συζητήσω εάν τα

πράγματα συνέβησαν ούτως ή άλλως. Με αρκεί να ηξεύρω ποίος είναι ο

πρώτος όστις ηδίκησε τους Έλληνας. Αφού δε γνωστοποιήσω αυτόν, θα

εξακολουθήσω την διήγησίν μου επεξερχόμενος τας μικράς και τας

μεγάλας πόλεις· διότι εξ εκείνων μεν αίτινες ήσαν άλλοτε μεγάλαι,

σήμερον αι περισσότεραι είναι μικραί, εκείναι δε αίτινες επί των

ημερών μου είναι μεγάλαι, άλλοτε ήσαν μικραί. Θα αναφέρω λοιπόν

και τας μεν και τας δε, καθότι γνωρίζω ότι παρά τοις ανθρώποις η

ευδαιμονία δεν είναι σταθερά.

6. Ο Κροίσος ήτο Λυδός το γένος, υιός του Αλυάττου και βασιλεύς

των εθνών όσα περικλείει ο Άλυς ποταμός, όστις ρέων από μεσημβρίας

μεταξύ Σύρων και Παφλαγόνων εισβάλλει προς βοράν εις τον

καλούμενον Εύξεινον πόντον. Ο Κροίσος ούτος, ο πρώτος των βαρβάρων

τους οποίους ηξεύρομεν ημείς, εις άλλους μεν των Ελλήνων επέβαλε

φόρον, μετ' άλλων δε συνεμάχησεν. Υπέταξε τους Ίωνας, τους Αιολείς

και τους Δωριείς της Ασίας, έκαμε δε συμμάχους του τους

Λακεδαιμονίους. Πριν βασιλεύση αυτός, όλοι οι Έλληνες ήσαν

ελεύθεροι, διότι η προ του Κροίσου εκστρατεία των Κιμμερίων κατά

της Ιωνίας δεν επέφερε την κατάκτησιν των πόλεων, αλλ' ήτο

επιδρομή ληστρική.

7. Η ηγεμονία ήτις ανήκεν εις τους Ηρακλείδας μετέβη διά του

ακολούθου τρόπου εις την οικογένειαν του Κροίσου ήτις εκαλείτο

Μερμνάδαι. Ο Κανδαύλης, τον οποίον οι Έλληνες ονομάζουσι Μυρσίλον,

ήτο βασιλεύς των Σάρδεων και κατήγετο εκ του Αλκαίου, υιού του

Ηρακλέους· διότι ο Άγρων, υιός του Νίνου, έγγονος του Βήλου,

δισέγγονος του Αλκαίου, υπήρξεν ο πρώτος των Ηρακλειδών όστις

εβασίλευσεν εις τας Σάρδεις, και ο υιός του Μύρσου Κανδαύλης

υπήρξεν ο τελευταίος. Προ του Άγρωνος, η χώρα αύτη εκυβερνάτο υπό

των απογόνων του Λυδού, υιού του Άτυος, εξ ου όλος ο λαός όστις

πρότερον εκαλείτο Μαίων μετωνομάσθη Λύδιος. Οι Ηρακλείδαι, εις ους

η οικογένεια αύτη είχεν αναθέσει την αρχήν, την διεδέχθησαν

συνεπεία χρησμού τινος. Καταγόμενοι εκ του Ηρακλέους καί τινος

δούλης του Ιαρδάνου, εβασίλευσαν επί εικοσιδύο γενεάς ανθρώπων,

ήτοι επί έτη πεντακόσια πέντε (1), του στέμματος μεταβαίνοντος

διαδοχικώς από πατρός εις υιόν, μέχρι του Κανδαύλου, υιού του

Μύρσου.

8. Ούτος λοιπόν ο Κανδαύλης ηράσθη της ιδίας εαυτού γυναικός,

ερασθείς δε ενόμιζεν ότι η γυνή του ήτο πολύ ωραιοτέρα όλων των

άλλων γυναικών. Τούτο νομίζων δεν έπαυεν εκθειάζων τα θέλγητρα της

γυναικός του εις ένα των υπασπιστών του, τον Γύγην, υιόν του

Δασκύλου, τον οποίον υπερηγάπα και εις ον ενεπιστεύετο και τα

σπουδαιότερα των πραγμάτων. Μετ' ολίγον (επειδή ήτο πεπρωμένον να

εκλείψη ο Κανδαύλης) είπε προς τον Γύγην τα εξής· «Γύγη, επειδή

νομίζω ότι δεν με πιστεύεις εις όσα σοι λέγω περί της καλλονής της

γυναικός μου, διότι τα ώτα δυσκολώτερον πείθονται ή οι οφθαλμοί,

προσπάθησον να την ίδης γυμνήν.» Ο δε Γύγης φωνήσας είπε·

«Δέσποτα, ποίον λόγον είπες απρεπή διατάττων με να ίδω γυμνήν την

εμήν δέσποιναν; Η γυνή εκδυομένη τον χιτώνα, συνεκδύεται και την

αιδώ· μεταξύ δε των σοφών παραγγελμάτων τα οποία διετύπωσαν άλλοτε

άνθρωποι ικανοί να διδάσκωσι τους άλλους, ευρίσκεται και τούτο·

_Να βλέπη ο καθείς τα εις αυτόν ανήκοντα_. Εγώ πείθομαι ότι εξ

όλων των γυναικών συ έχεις την ωραιοτάτην, και σε ικετεύω να μη με

ζητής πράγματα απρεπή.»

9. Και ο μεν Γύγης, ταύτα λέγων, προσεπάθει να τον αποτρέψη διότι

εφοβείτο μήπως τω συμβή δυστύχημά τι, αλλ' ο Κανδαύλης επανέλαβε·

«Θάρρει, ω Γύγη, και μη φοβού μήτε εμέ ότι τάχα σοι λέγω ταύτα

διά να σε δοκιμάσω, μήτε την γυναίκα μου ήτις ουδόλως δύναται να

σε βλάψη, διότι θα διαθέσω τα πράγματα ούτως ώστε να μη υποπτεύση

ουδέποτε ότι την είδες. Θα σε τοποθετήσω όπισθεν της ανοιγομένης

θύρας του δωματίου όπου κοιμώμεθα. Αφού εισέλθω εγώ, θα έλθη και η

γυνή μου να κατακλιθή. Πλησίον δε της εισόδου υπάρχει θρονίον επί

του οποίου αποθέτει τα ενδύματά της, καθ' όσον εκδύεται· θα

δυνηθής λοιπόν να την παρατηρήσης εν ανέσει. Έπειτα, καθ' ην

στιγμήν εκείνη θα διευθύνεται από του θρονίου προς την κλίνην, συ,

επειδή θα ήσαι όπισθέν της, φρόντισον να μη σε ιδή εξερχόμενον του

δωματίου.»

10. Και ο μεν Γύγης, μη δυνάμενος να αποφύγη, ήτο έτοιμος· ο δε

Κανδαύλης, ελθούσης της ώρας της αναπαύσεως, έφερε τον Γύγην εις

το οίκημα, μετά ταύτα δε ήλθε σχεδόν αμέσως και η γυνή. Ο Γύγης

την εθεώρει καθ' όσον εξεδύετο· έπειτα, ενώ εκείνη έστρεψε τα νώτα

και διευθύνετο προς την κλίνην, αυτός εξήλθεν ολισθήσας κρυφίως·

αλλ' η γυνή τον είδεν ότε εξήρχετο. Και ενόησε μεν ότι ήτο έργον

του ανδρός της, κατέπνιξεν όμως την ύβριν εν σιωπή και προσεποιήθη

ότι δεν ενόησε τίποτε, απόφασιν έχουσα εν τη ψυχή της να εκδικηθή

τον Κανδαύλην· διότι παρά τοις Λυδοίς και σχεδόν παρ' όλοις τοις

βαρβάροις, θεωρείται μεγάλη αισχύνη και εις αυτόν τον άνδρα να

φανή γυμνός.

11. Ούτω λοιπόν χωρίς να αποδείξη τίποτε κατ' εκείνην την στιγμήν,

έμεινεν απαθής· άμα όμως εξημέρωσεν, ετοιμάσασα τους υπηρέτας

όσους ήξευρεν ότι ήσαν πολύ πιστοί εις αυτήν, εκάλεσε τον Γύγην.

Ούτος δε φρονών ότι αυτή δεν ήξευρε τίποτε από τα γενόμενα

υπήκουσεν εις την πρόσκλησίν της· καθότι συνείθιζε πάντοτε να

έρχεται προθύμως οσάκις τον εκάλει η βασίλισσα. Άμα έφθασεν ο

Γύγης, τω είπεν η γυνή· «Τώρα, Γύγη, δύο οδοί είναι ανοικταί εις

σε, και έκλεξον εκείνην την οποίαν θέλεις να ακολουθήσης· ή

φόνευσον τον Κανδαύλην και λάβε την βασιλείαν των Λυδών και εμέ, ή

υπόμεινον να θανατωθής τώρα αμέσως διά να μη βλέπης πλέον,

χαριζόμενος εις τον Κανδαύλην, εκείνα τα οποία δεν πρέπει να

βλέπης. Ώστε ή εκείνος όστις συνέλαβε τοιούτον σκοπόν πρέπει να

απολεσθεί, ή συ όστις με είδες γυμνήν περιφρονήσας τα έθιμα.» Ο δε

Γύγης πρώτον μεν έμεινεν εκστατικός ακούων τους λόγους εκείνους,

έπειτα δε ικέτευσε την βασίλισσαν να μη τον αναγκάση να κάμη διά

της βίας ταύτην εκλογήν. Πλην δεν ηδυνήθη να την πείση, και είδεν

ότι ήτο τωόντι ανάγκη ή να θανατώση τον κύριόν του ή αυτός να

θανατωθή υπό άλλης χειρός· επροτίμησε λοιπόν να ζήση και απέτεινε

την εξής ερώτησιν· «Επειδή με αναγκάζεις να φονεύσω παρά την

θέλησίν μου τον εμόν δεσπότην, ας ακούσω με ποίον τρόπον δύναμαι

να εκτελέσω το πράγμα.» Η γυνή αποκριθείσα είπε· «Θα ορμήσης εκ

του ιδίου μέρους εκ του οποίου και εκείνος με έδειξεν εις σε

γυμνήν και θα τον κτυπήσης κοιμώμενον.»

12. Τακτοποιηθέντος του σχεδίου τούτου και ελθούσης της νυκτός, ο

Γύγης (επειδή η γυνή δεν τον άφησε να μακρυνθή, ούτε ήτο δυνατόν

να διαφύγη, αλλ' έπρεπεν ή αυτός ν' απολεσθή ή ο Κανδαύλης)

ηκολούθησε την βασίλισσαν εις τον θάλαμον. Εκείνη δε, δούσα εις

αυτόν εγχειρίδιον, τον έκρυψεν όπισθεν της αυτής θύρας. Και μετά

ταύτα, αποκοιμηθέντος του Κανδαύλου, ορμήσας ο Γύγης τον εφόνευσε

και έλαβε την γυναίκα και την βασιλείαν. Τούτου του συμβάντος

εποιήσατο μνείαν εις ιάμβους τριμέτρους και ο Αρχίλοχος ο Πάριος

όστις έζη κατ' εκείνην την εποχήν.

13. Έλαβε λοιπόν την βασιλείαν ο Γύγης και εκραταίωσε την

δυναστείαν του διά του μαντείου των Δελφών. Καθότι, επειδή πολλοί

Λυδοί αγανακτήσαντες διά τον φόνον του Κανδαύλου έλαβον τα όπλα,

οι οπαδοί του Γύγου συνεβιβάσθησαν μετά των λοιπών Λυδών ώστε, εάν

μεν το χρηστήριον ανεγνώριζεν αυτόν ως βασιλέα της Λυδίας, να

βασιλεύση, εν εναντία δε περιπτώσει να αποδώση οπίσω την αρχήν εις

τους Ηρακλείδας. Το μαντείον απεφάνθη υπέρ αυτού, και

τοιουτοτρόπως ο Γύγης εβασίλευσε. Τούτο μόνον προσέθηκεν η Πυθία

ότι οι Ηρακλείδαι θα λάβωσιν εκδίκησιν εις τον πέμπτον απόγονον

του Γύγου. Αλλ' ούτε οι Λυδοί, ούτε οι βασιλείς αυτών εφρόντισαν

περί αυτής της προφητείας μέχρις ου εξεπληρώθη.

14. Ούτω κατέλαβον την αρχήν οι Μερμνάδαι αφαιρέσαντες αυτήν από

τους Ηρακλείδας. Ο δε Γύγης, στερεωθείς επί του θρόνου, έπεμψεν

εις τους Δελφούς πλούσια δώρα· διότι μεταξύ όλων των ευρισκομένων

εκεί αργυρών αναθημάτων, τα πλειότερα επέμφθησαν παρ' αυτού.

Αφιέρωσεν επίσης και άπειρα χρυσά, μεταξύ των οποίων έξ κρατήρας

οίτινες προ πάντων είναι άξιοι μνείας. Σήμερον αποτελούσιν ούτοι

μέρος του θησαυρού των Κορινθίων και έχουσι βάρος τριάκοντα

ταλάντων. Αληθώς όμως ειπείν ο θησαυρός ούτος είναι ουχί της

κοινότητος των Κορινθίων, αλλά του Κυψέλου υιού του Ηετίωνος.

Ούτος δε ο Γύγης είναι, καθόσον ηξεύρομεν, ο πρώτος των βαρβάρων

όστις ανέθηκεν αναθήματα εις τους Δελφούς, μετά τον Μίδαν, υιόν

του Γορδίου, βασιλέα της Φρυγίας. Τωόντι ο Μίδας αφιέρωσε τον

βασιλικόν θρόνον εφ' ου εκάθητο διά να δικάζη, όντα αξιοθέατον.

Ίσταται δε ο θρόνος ούτος όπου και οι κρατήρες του Γύγου· ο δε

χρυσός και ο άργυρος τον οποίον αφιέρωσεν ο Γύγης καλείται υπό των

Δελφών Γυγάδας, λαβών την επωνυμίαν από τον δωρητήν. Άμα δε έλαβε

την βασιλείαν ο Γύγης, έπεμψε στρατόν κατά της Μιλήτου και της

Σμύρνης, και εκυρίευσε την πόλιν Κολοφώνα. Αλλ' επειδή επί της

βασιλείας του, ήτις διήρκεσεν έτη τριάκοντα και οκτώ, ουδέν άλλο

έργον εξετελέσθη άξιον μνείας, ας παρέλθωμεν αρκούμενοι εις όσα

είπομεν.

15. Θα αναφέρω τον Άρδυν, υιόν και διάδοχον του Γύγου. Ο Άρδυς

ούτος εκυρίευσε την Πριήνην και εισέβαλεν εις την Μίλητον. Έτι δε

αυτού βασιλεύοντος, οι Κιμμέριοι, διωχθέντες από τας κατοικίας των

υπό των νομάδων Σκυθών, μετανάστευσαν εις την Ασίαν και εκυρίευσαν

τας Σάρδεις πλην της ακροπόλεως.

16. Ο Άρδυς εβασίλευσε τεσσαράκοντα και εννέα έτη, και ο υιός του

Σαρδυάττης δώδεκα· τούτον δε διεδέχθη ο Αλυάττης, όστις επολέμησε

τους Μήδους και τον Κυαξάρην, έγγονον του Δηιόκου, εδίωξε τους

Κιμμερίους εκ της Ασίας, εκυρίευσε την Σμύρνην την οποίαν είχον

κατοικίσει οι Κολοφώνιοι και εισέβαλεν εις τας Κλαζομενάς.

Εντεύθεν όμως ανεχώρησεν ουχί όπως επεθύμει, αλλ' αφού υπέστη

μεγάλην ζημίαν. Αξιομνημόνευτος δε είναι η βασιλεία του και δι'

άλλα έργα ων τα επισημότερα είναι τα εξής.

17. Εξηκολούθησε κατά των Μιλησίων τον πόλεμον τον οποίον είχεν

αρχίσει ο πατήρ του, και ιδού πώς διεύθυνε τας εχθροπραξίας του

εναντίον της πόλεως ταύτης. Όταν ωρίμαζον εις τους αγρούς οι

καρποί, τότε εξεστράτευε, τα δε στρατεύματά του εβάδιζον με τον

ήχον των συρίγγων, των κιθαρών, των βαρυαύλων και των οξυαύλων.

Ερχόμενος εις την χώραν των Μιλησίων, δεν κατέστρεφεν ούτε έκαιε

τας οικίας των αγρών δεν απέσπα τας θύρας· έκαστον πράγμα το

άφινεν εις την θέσιν του. Κατέστρεφεν όμως τας συγκομιδάς και τους

καρπούς, και μετά τούτο ανεχώρει, διότι θαλασσοκρατούντων των

Μιλησίων, θα ήτο ανωφελές δι' αυτόν να τους πολιορκήση μετά

στρατού. Δεν εκρήμνιζε δε τας οικίας ο Λυδός ίνα οι Μιλήσιοι,

έχοντες τοιαύτας, δύνανται να σπείρωσι και να καλλιεργώσι την γην,

αυτός δε να έρχεται κατόπιν και να καταστρέφη τας εργασίας των.

18. Τοιουτοτρόπως εξηκολούθησεν ο πόλεμος επί ένδεκα έτη κατά τα

οποία οι Μιλήσιοι υπέστησαν δύο μεγάλα τραύματα, το μεν εις το

Λιμενείον, πολεμήσαντες εις την ιδίαν εαυτών χώραν, το δε εις την

πεδιάδα του Μαιάνδρου. Και τα μεν έξ έτη εκ των ένδεκα τούτων

εβασίλευεν ακόμη ο Σαρδυάττης του Άρδυος, και αυτός ήτο ο αρχίσας

τον πόλεμον και οδηγών τα στρατεύματά του κατά των Μιλησίων, τα δε

άλλα πέντε έτη ο εξακολουθήσας τον υπό του πατρός του αρχίσαντα

πόλεμον, ως είπον ανωτέρω, και διευθύνας τας εχθροπραξίας ήτο ο

Αλυάττης του Σαρδυάττου, όστις και εξηκολούθησεν αυτόν μετ'

επιμονής. Ουδείς δε των Ιώνων εβοήθησε τους Μιλησίους, εκτός των

Χίων, οίτινες απέδωκαν χάριν αντί χάριτος, καθότι προηγουμένως οι

Μιλήσιοι τους εβοήθησαν κατά των Ερυθραίων.

19. Κατά το δωδέκατον έτος, ενώ ο στρατός επυρπόλει αγρόν τινα, το

πυρ, ερεθισθέν υπό του ισχυρού ανέμου, κατέκαυσε ταχέως τον αγρόν

και έφθασε μέχρι του ναού της Ασσησίης Αθηνάς όστις και εκάη. Και

τότε μεν αμέσως ουδείς λόγος εγένετο περί του συμβάντος τούτου·

αλλ' επανελθόντος του στρατού εις τας Σάρδεις, ησθένησεν ο

Αλυάττης. Επειδή δε η ασθένειά του παρετείνετο, έπεμψεν εις τους

Δελφούς, είτε κατά συμβουλήν τίνος, είτε οίκοθεν σκεφθείς να

ερωτήση τον θεόν διά την ασθένειάν του. Η Πυθία όμως δεν ηθέλησε

να χρησμoδoμήση εις τους αποσταλέντας εις τους Δελφούς παν

ανοικοδομήσωσι τον ναόν της Αθηνάς τον οποίον έκαυσαν εις την

Ασσησόν της Μιλησίας χώρας.

20. Ότι ούτως εγένετο το πράγμα, το ηξεύρω ακούσας αυτό εις τους

Δελφούς. Αλλ' ιδού τι προσθέτουσιν οι Μιλήσιοι· ο υιός του Κυψέλου

Περίανδρος, στενός φίλος του τότε τυράννου της Μιλήτου

Θρασυβούλου, μαθών την απόκρισιν την δοθείσαν εις τους Λυδούς,

έπεμψεν απεσταλμένην διά να κομίση την είδησιν ταύτην, ίνα εκείνος

σκεφθή καλώς και πράξη ό,τι απήτουν αι περιστάσεις. Και οι μεν

Μιλήσιοι ούτω λέγουσιν ότι συνέβη το πράγμα.

21. Ο δε Αλυάττης, άμα ήκουσε την απόκρισιν των Δελφών, απέστειλεν

εις την Μίλητον κήρυκα εντεταλμένον να προτείνη εις τον

Θρασύβουλον και τους Μιλησίους ανακωχήν ήτις ήθελε διαρκέσει καθ'

όλον τον χρόνον τον αναγκαιούντα προς ανοικοδόμησιν του ναού. Ήλθε

λοιπόν εις την Μίλητον ο απεσταλμένος ούτος· ο δε Θρασύβουλος,

όστις ήτο προειδοποιημένος περί πάντων και ήξευρε τι έμελλε να

πράξη ο Αλυάττης, εσκέφθη το ακόλουθον. Αφού έφερεν εις την αγοράν

όλον τον σίτον όστις ευρίσκετο εις την πόλιν, είτε εις τας ιδίας

του αποθήκας είτε εις τας των ιδιωτών, παρήγγειλεν εις τους

Μιλησίους, όταν τους ειδοποιήση, να αρχίσωσι να πίνωσι και να

διασκεδάζωσιν.

22. Παρήγγειλε δε ταύτα ο Θρασύβουλος διά να ίδη ο Σαρδιανός κήρυξ

μεγάλους σωρούς σίτου εις την αγοράν και τους κατοίκους

πανηγυρίζοντας, και αναγγείλη ταύτα εις τον Αλυάττην, όπερ και

εγένετο· διότι ο κήρυξ είδεν όλα ταύτα, ανεκοίνωσεν εις τον

Θρασύβουλον τας παραγγελίας του Λυδού και επέστρεψεν εις τας

Σάρδεις. Μετ' ολίγον εγένετο ειρήνη, και δεν νομίζω να υπήρχεν

άλλη αιτία. Τωόντι, ενώ ο Αλυάττης ήλπιζεν ότι ήτο μεγάλη σιτοδεία

εις την Μίλητον και ο λαός εις άκραν στενοχωρίαν, αίφνης ήκουσε

παρά του κήρυκος τα εναντία εκείνων τα οποία εφρόνει. Εγένετο

λοιπόν η ειρήνη και συνεφώνησαν να ήναι εις το εξής φίλοι και

σύμμαχοι· αντί δε ενός ναού, ο Αλυάττης έκτισε δύο εις την Ασσήσην

και εθεραπεύθη εκ της νόσου.

23. Ο Περίανδρος, εκείνος όστις είχε μηνύσει εις τον Θρασύβουλον

την απόκρισιν της Πυθίας, ήτο υιός του Κυψέλου και εβασίλευεν εις

την Κόρινθον. Οι Κορίνθιοι (και οι Λέσβιοι συμφωνούσι μετ' αυτών)

λέγουσιν ότι επί της εποχής του εφάνη θαύμα μέγιστον· ο Μηθυμναίος

Αρίων εφέρθη υπό δελφίνος μέχρι του Ταινάρου. Ο Αρίων ούτος ήτο

κιθαρωδός και ουδενός δεύτερος μεταξύ των συγχρόνων του· καθ' όσον

δε ημείς ηξεύρομεν, αυτός πρώτος εποίησεν, ωνόμασε και εδίδαξε

διθύραμβον εις την Κόρινθον.

24. Διηγούνται ότι ο Αρίων, αφού επί πολύν χρόνον διέμεινε πλησίον

του Περιάνδρου, επεθύμησε να πλεύση εις την Ιταλίαν και την

Σικελίαν και ότι αφού συνήθροισε πολλά πλούτη απεφάσισε να

επιστρέψη εις την Κόρινθον. Ανεχώρησε λοιπόν από τον Τάραντα επί

πλοίου Κορινθιακού το οποίον εναύλωσεν εξ ιδίων του, διότι μόνον

εις τους Κορινθίους είχε περισσοτέραν εμπιστοσύνην. Αφού εξήλθον

εις το πέλαγος, οι ναύται συνέλαβαν το επίβουλον σχέδιον να τον

ρίψωσιν εις τα κύματα και να αρπάσωσι τους θησαυρούς του.

Μαντεύσας όμως ο Αρίων τους σκοπούς των, τους ικέτευσε και τοις

υπεσχέθη όλα όσα είχε ζητών να τω χαρίσωσι την ζωήν. Αλλ' εκείνοι

έμενον άκαμπτοι και τον διέταξαν ή να φονευθή ιδιοχείρως, εάν

ήθελε να τον θάψωσιν άμα έφθανον εις την ξηράν, ή να πέση αμέσως

εις την θάλασσαν. Εις τοιαύτην αμηχανίαν ευρισκόμενος ο Αρίων τους

εζήτησεν, επειδή η απόφασίς των ήτο αμετάκλητος, να τον αφήσωσι να

σταθή εις τα εδώλια του πλοίου φορών τα καλλίτερά του ενδύματα,

και να ψάλη, προσθέτων ότι θα εφονεύετο μόνος του άμα ετελείωνε το

άσμα. Ευχαρίστως εδέχθησαν την πρότασίν του οι ναύται, καθότι

έμελλον να ακούσωσι τον κάλλιστον αοιδόν και αφήσαντες την πρύμνην

κενήν συνεσωρεύθησαν εις το μέσον του πλοίου. Τότε ο Αρίων ενεδύθη

τα καλλίτερά του ενδύματα, έλαβεν εις χείρας την κιθάραν, εστάθη

όρθιος επί των εδωλίων και έψαλε τον όρθιον σκοπόν (2) αφού δε

ετελείωσεν ερρίφθη εις την θάλασσαν όπως ήτο, με όλα τα ενδύματά

του. Και το μεν πλοίον εξηκολούθησε τον πλουν του, εκείνον δε, ως

λέγεται, δελφίν τις τον έλαβεν επί της ράχεώς του και τον έφερεν

εις το Ταίναρον. Πατήσας εις την ξηράν, επορεύθη εις την Κόρινθον

με τα ίδια ενδύματα, και φθάσας εκεί διηγήθη όσα τω συνέβησαν.

Αλλ' ο Περίανδρος δεν επίστευσε τίποτε, έθεσε τον Αρίωνα εις την

φυλακήν, διέταξε να τον φυλάττωσι στενώς και περιέμενε την έλευσιν

των ναυτών. Άμα έφθασαν ούτοι εις τον λιμένα, τους προσεκάλεσε διά

να μάθη παρ' αυτών τι θα έλεγον περί του Αρίωνος· εκείνοι δε

απεκρίθησαν ότι ήτο σώος και υγιής εις την Ιταλίαν και ότι τον

άφησαν εις τον Τάραντα πλουτούντα. Αίφνης όμως ενεφανίσθη ενώπιόν

των ο Αρίων με τα αυτά ενδύματα τα οποία εφόρει ότε έπεσεν εις την

θάλασσαν· τότε οι ναύται μείναντες εκστατικοί δεν ηδυνήθησαν να

αρνηθώσι το αποδιδόμενον εις αυτούς έγκλημα. Τοιαύτη είναι η

διήγησις των Κορινθίων και των Λεσβίων, και σώζεται ακόμη εις το

Ταίναρον μικρόν άγαλμα χάλκινον παριστών τον Αρίωνα· άνθρωπον

καθήμενον επί δελφίνος.

25. Ο δε Αλυάττης ο Λυδός όστις ετελείωσε τον κατά τον Μιλησίων

πόλεμον απέθανεν (3) αφού εβασίλευσεν έτη πεντήκοντα και επτά.

Δεύτερος δε αυτός από την οικογένειαν ταύτην, θεραπευθείς από την

νόσον, ανέθηκεν εις τους Δελφούς μέγαν κρατήρα αργυρούν και

υποκρατηρίδιον εκ σιδήρου κολλητού, πράγμα πολύ πλέον άξιον θέας

από όλα τα εις τους Δελφούς αφιερώματα, έργον Γλαύκου του Χίου

όστις πρώτος όλων των ανθρώπων εφεύρε την κόλλησιν του σιδήρου.

26. Αποθανόντος του Αλυάττου, έλαβε την βασιλείαν ο υιός αυτού

Κροίσος εις ηλικίαν τριάκοντα και πέντε ετών. Ούτος πρώτους εκ των

Ελλήνων προσέβαλε τους Εφεσίους οίτινες πολιορκηθέντες υπ' αυτού

αφιέρωσαν την πόλιν των εις την Άρτεμιν δέσαντες εις τον ναόν

σχοινίον το οποίον εξέτεινον μέχρι των τειχών των. Η απόστασις δε

μεταξύ της αρχαίας πόλεως ήτις επολιορκείτο και του ναού είναι

επτά σταδίων. Κατά τούτων πρώτων επετέθη ο Κροίσος· μετά ταύτα δε

επολέμησεν αλληλοδιαδόχως μίαν προς μίαν τας Ιωνικάς και τας

Αιολικάς πόλεις προφασιζόμενος διάφορα πταίσματα· εις άλλας μεν

μεγαλείτερα, οσάκις εύρισκε μεγαλείτερα, εις άλλας δε όλως

μηδαμινά.

27. Αφού λοιπόν κατέστησε φόρου υποτελείς όλους τους Έλληνας της

Ασίας, απεφάσισε να εξοπλίση στόλον και να επιτεθή κατά των νήσων.

Όλα δ' ήσαν έτοιμα διά την ναυπήγησιν των πλοίων όταν ο Βίας ο

Πριηνεύς κατά τους μεν, κατ' άλλους δε ο Πιττακός ο Μιτυληναίος

ήλθεν εις τας Σάρδεις. Ο Κροίσος τον ηρώτησε νεώτερόν τι περί της

Ελλάδος, ούτος δε έδωκε την εξής απόκρισιν ήτις ανέστειλεν όλας

τας ετοιμασίας. «Ω βασιλεύ, οι νησιώται συναθροίζουσι πολυάριθμον

ιππικόν σκοπεύοντες να επιτεθώσι κατ' αυτών των Σάρδεων.» Νομίσας

δε ο Κροίσος ότι εκείνος έλεγε την αλήθειαν, επανέλαβεν· «Είθε οι

θεοί να εμπνεύσωσιν εις τους νησιώτας το σχέδιον να έλθωσι με

ιππικόν εναντίον των Λυδών. — Ω βασιλεύ, απεκρίθη ο Πιττακός,

βεβαίως πολύ επιθυμείς να συναντηθής εις την ήπειρον με τους

νησιώτας εφίππους, εις την περίπτωσιν δε ταύτην ορθώς ελπίζεις ότι

θέλεις τους νικήσει· αλλά τι νομίζεις; οι νησιώται οίτινες έμαθον

ότι προτίθεσαι να εξοπλίσης στόλον κατ' αυτών, τι άλλο εύχονται ή

να συναντήσωσι κατά θάλασσαν τους Λυδούς διά να εκδικήσωσιν επί

σου τους Έλληνας της ηπείρου;» Ο συλλογισμός ούτος ήρεσεν, ως

λέγεται, υπερβαλόντως εις τον Κροίσον όστις επείσθη (διότι όλοι

εκείνοι οι λόγοι τω εφάνησαν ορθοί) και παρήτησε τας ναυτικάς

ετοιμασίας. Τοιουτοτρόπως δε συνήψε δεσμούς φιλίας μετά των Ιώνων

των κατοικούντων τας νήσους.

28. Μετά παρέλευσιν χρόνου τινός, τα έθνη όσα περικλείει ο Άλυς

υπεδουλώθησαν όλα, ή σχεδόν όλα. Διότι, εκτός των Κιλίκων και των

Λυκίων, ο Κροίσος είχεν υπό την εξουσίαν του όλους τους άλλους·

ήτοι τους Λυδούς, τους Φρύγας, τους Μυσούς, τους Μαριανδυνούς,

τους Χάλυβας, τους Παφλαγόνας, τους Δωριείς, τους Αιολείς και τους

Παμφύλους.

29. Είχον δε υποταχθή τα έθνη ταύτα και ο Κροίσος τα είχεν ενώσει

με την Λυδίαν όταν εις τας ακμαζούσας εν πλούτω Σάρδεις ήλθον

αλληλοδιαδόχως οι φημιζόμενοι κατ' εκείνον τον χρόνον επί σοφία

Έλληνες, μεταξύ δε άλλων ο Σόλων ο Αθηναίος όστις γενόμενος

νομοθέτης των συμπολιτών του κατ' αίτησιν των ιδίων, απεδήμησε διά

δέκα έτη αναχωρήσας επί προφάσει να επισκεφθή διαφόρους τόπους διά

να μη αναγκασθή να καταργήση τινά εκ των νόμων τους οποίους

έθεσεν, όπερ οι Αθηναίοι δεν ηδύναντο να πράξωσιν αφ' εαυτών,

διότι ήσαν υποχρεωμένοι διά μεγάλων όρκων να πολιτεύωνται επί δέκα

έτη με τους νόμους τους οποίους ήθελεν επιβάλει αυτοίς ο Σόλων.

30. Τούτου ένεκα και διά να περιηγηθή διαφόρους τόπους ο Σόλων

αποδημήσας ήλθεν εις την Αίγυπτον προς τον Άμασιν, και κατόπιν εις

τας Σάρδεις προς τον Κροίσον. Φθάσας ενταύθα εξενίσθη υπό του

Κροίσου εις τα ανάκτορα· την τρίτην δε ή την τετάρτην ημέραν,

υπηρέται τινές, κατά διαταγήν του Κροίσου, περιέφερον τον Σόλωνα

μεταξύ των θησαυρών και τω έδειξαν όλα όσα ήσαν μεγάλα και

πολυτελή. Αφού δε εθεάσατο και ηρεύνησε τα πάντα ανέτως, ηρώτησεν

αυτόν ο Κροίσος ως ακολούθως· «Ω ξένε Αθηναίε, η μεγάλη φήμη της

σοφίας σου και των περιηγήσεών σου έφθασε μέχρις ημών· ηξεύρομεν

ότι φιλοσοφών περιήλθες μέγα μέρος της γης διά να γνωρίσης τον

κόσμον. Επιθυμώ λοιπόν να σε ερωτήσω ποίος εξ όλων των ανθρώπων

τους οποίους είδες είναι ο μάλλον ευδαίμων.» Ταύτα δε ηρώτα ο

Κροίσoς διότι επίστευεν ότι ήτο ευδαιμονέστατος πάντων. Αλλ' ο

Σόλων, χωρίς να τον κολακεύση παντάπασιν, αλλά λέγων την αλήθειαν,

απεκρίθη· «Ο Τέλλος ο Αθηναίος, βασιλεύ.» Εκπλαγείς ο Κροίσος διά

την τοιαύτην απόκρισιν, τω είπε με περιέργειαν· «Πόθεν εικάζεις

ότι ο Τέλλος είναι ο ευδαιμονέστατος των ανθρώπων;» Ο δε Σόλων

απεκρίθη· «Πρώτον διότι ο Τέλλος, ζων εις ευτυχούσαν πατρίδα,

εγέννησε παίδας ωραίους και εναρέτους, και εξ όλων τούτων είδε να

γεννηθώσι τέκνα τα οποία έζησαν όλα· δεύτερον διότι και κατάστασιν

αρκετήν είχε δι' Έλληνα ενόσω έζη και η τελευτή του βίου του

εγένετο λαμπροτάτη. Διότι εις μάχην τινά των Αθηναίων προς τους

αστυγείτονάς των της Ελευσίνος, πολεμήσας και αυτός και τρέψας

τους εχθρούς εις φυγήν, απέθανεν ενδόξως· οι δε Αθηναίοι τον

έθαψαν δημοσίαις δαπάναις εκεί όπου έπεσε και τον ετίμησαν πολύ.»

31. Αφού ο Σόλων ωμίλησε προς τον βασιλέα περί του Τέλλου και τω

απηρίθμησε τους λόγους διά τους οποίους τον εθεώρει ευδαίμονα, ο

Κροίσος τον ηρώτησε πάλιν ποίον είδεν ευδαιμονέστατον μετ'

εκείνον, υποθέτων αδιστάκτως ότι θα ελάμβανε τουλάχιστον τα

δευτερεία. Αλλ' ο Σόλων απεκρίθη· «Τον Κλέοβιν και τον Βίτωνα,

Αργείους το γένος· αυτοί είχον κατάστασιν αρκετήν και προς τούτοις

τοιαύτην σωματικήν δύναμιν ώστε αμφότεροι είχον νικήσει εις τους

αγώνας· ιδού δε τι λέγουσι περί αυτών. Οι Αργείοι ετέλουν την

εορτήν της Ήρας και έπρεπεν αφεύκτως να φέρωσι την μητέρα των εις

το ιερόν· οι βόες όμως δεν έρχοντο εγκαίρως από τους αγρούς. Τότε

οι νέοι βλέποντες ότι παρήρχετο η ώρα, εδέθησαν εις τον ζυγόν και

έσυρον την άμαξαν εντός της οποίας εκάθητο η μήτηρ των· διήνυσαν

ούτω τεσσαράκοντα και πέντε στάδια και έφθασαν εις το ιερόν. Αφού

εξετελέσθη η πράξις αύτη υπό τα όμματα όλης τις πανηγύρεως, έσχον

θάνατον άριστον. Εις αυτούς έδειξεν η θεά ότι προτιμότερον ο

άνθρωπος να αποθνήσκη ή να ζη διότι οι μεν Αργείοι,

περιστοιχίζοντες αυτούς, εμακάριζον τους νέους διά την δύναμίν

των, αι δε Αργείαι εμακάριζον την μητέρα έχουσαν τοιούτους υιούς·

τότε αύτη, πλήρης χαράς διά την πράξιν και τους λόγους εκείνους,

έστη προ του αγάλματος ικετεύουσα την θεάν να δώση εις τους υιούς

της Κλέοβιν και Βίτωνα, οίτινες τόσον την είχον τιμήσει, ό,τι

δύναται να συμβή ευτυχέστερον εις τον άνθρωπον. Μετά την προσευχήν

ταύτην, αφού εθυσίασαν και ευωχήθησαν, κοιμηθέντες οι νέοι εντός

αυτού του ιερού, δεν αφυπνίσθησαν πλέον, αλλά τούτο ήτο το τέλος

της ζωής των. Οι δε Αργείοι διέταξαν να κατασκευασθώσι τα αγάλματα

των τα οποία ανέβηκαν εις τους Δελφούς, προς ένδειξιν ότι υπήρξαν

άριστοι άνδρες.»

32. Έδωκε λοιπόν εις αυτούς ο Σόλων τα δευτερεία της ευδαιμονίας,

ο δε Κροίσος οργισθείς τω είπεν· «Ω ξένε Αθηναίε, σοι φαίνεται

λοιπόν τόσον μικρόν πράγμα η ευδαιμονία μου ώστε δεν την

αντισταθμίζεις ούτε με των ιδιωτών ανθρώπων;» Τότε ο Σόλων

επανέλαβεν· «Ω Κροίσε, ερωτάς περί των ανθρωπίνων πραγμάτων

άνθρωπον όστις ηξεύρει ότι η θεότης είναι φθονερά και αρέσκεται να

συνταράσσει τα πάντα. Με τον καιρόν βλέπει τις και υποφέρει

πράγματα τα οποία δεν ήθελε μήτε να υποφέρη μήτε να ιδή.

Προσδιορίζω εις εβδομήκοντα έτη το τέρμα της ανθρωπίνης ζωής· τα

εβδομήκοντα ταύτα έτη κάμνουσιν εικοσιπέντε χιλιάδας και διακοσίας

ημέρας, χωρίς να υπολογίσωμεν τον εμβόλιμον μήνα. Εάν εις δύο έτη

αυξάνης το έν κατά ένα μήνα διά να διατηρώσιν αι τέσσαρες ώραι του

έτους την απαιτουμένην τάξιν, γίνονται, εις εβδομήκοντα έτη,

τριάκοντα πέντε μήνες εμβόλιμοι ή χίλιαι πεντήκοντα ημέραι

περισσότεραι, και εν όλω είκοσι έξ χιλιάδες διακόσιαι πεντήκοντα

ημέραι, έξ ων ούτε μία δεν φέρει ακριβώς το αυτό πράγμα το οποίον

έφερεν η προηγουμένη. Ο άνθρωπος λοιπόν, ω Κροίσε, δεν είναι άλλο

ειμή μεταβολή περιστάσεων. Σε βλέπω υπερβαλόντως πλούσιον και

βασιλέα πολλών ανθρώπων· εκείνο όμως το οποίον με ηρώτησας δεν

δύναμαι να σοι το είπω πριν μάθω ότι ετελείωσες καλώς το στάδιον

της ζωής σου, διότι ο έχων πολλά πλούτη δεν είναι ευτυχέστερος

εκείνου όστις έχει τα καθημέραν αναγκαιούντα, εκτός εάν η τύχη τω

μείνη πιστή και τελειώση τον βίον εν αφθονία και ευτυχία. Πολλοί

άνθρωποι πλουσιώτατοι δεν είναι ευτυχείς, ενώ άλλοι, έχοντες

μετριωτέραν κατάστασιν, είναι ευτυχείς. Όστις είναι πλούσιος, αλλ'

ατυχής, υπερτερεί τον ευτυχή εις δύο μόνον πράγματα· ο ευτυχής

όμως υπερτερεί τον πλούσιον ατυχή εις πολλά. Ο πρώτος έχει πολλά

μέσα διά να ευχαριστήση τας επιθυμίας του και διά να ανθέξη εις

μέγα τι δυστύχημα το οποίον ήθελε τω συμβή· αλλ' ιδού ο δεύτερος

πώς τον υπερτερεί· εάν εξ ενός μέρους δεν δύναται να ευχαριστήση

τας επιθυμίας του μήτε να ανθέξη εις τα δυστυχήματα, δεν υφίσταται

όμως τοιαύτα, και τούτο είναι η ευτυχία του. Μήτε πάσχει, μήτε

ασθενεί, μήτε θλίβεται· τα τέκνα του πληρούσι τον βίον του χαράς,

η καλλονή του διατηρείται. Εάν δε μεθ' όλα ταύτα τελειώση τον βίον

καλώς, ο άνθρωπος ούτος είναι εκείνος περί του οποίου ερωτάς και

είναι άξιος να καλήται ευδαίμων· πριν όμως αποθάνη, πρέπει να

ήμεθα προσεκτικοί και να μη τον καλώμεν ευδαίμονα αλλ' ευνοούμενον

της τύχης. Ου δέδοται τη ανθρωπίνη φύσει να συνενοί όλους τους

όρους της ευδαιμονίας· καθώς ουδεμία χώρα εξαρκεί να παράγη όλα

όσα τη αναγκαιούσιν, αλλ' η μεν έχει εκείνο όπερ λείπει από την

άλλην, η καλλιτέρα δε είναι εκείνη ήτις έχει τα περισσότερα· ούτω

και ουδείς άνθρωπος εξαρκεί καθ' εαυτόν εις όλα, αλλ' ο μεν έχει

εκείνο το οποίον λείπει από τον άλλον, όστις δε έχει τα

περισσότερα και τα διατηρεί και περαίνει τον βίον του εν ειρήνη,

εκείνος, κατ' εμέ, ω Κροίσε, δικαιούται να φέρη το όνομα τούτο.

Πρέπει λοιπόν εις παν πράγμα να βλέπωμεν το τέλος· διότι η θεότης,

αφού πρώτον υπέδειξεν εις πολλούς ανθρώπους την ευδαιμονίαν,

έπειτα κατέστρεψεν αυτούς ριζηδόν.»

33. Οι λόγοι ούτοι ουδόλως ήρεσαν εις τον Κροίσον όστις απέπεμψε

τον Σόλωνα χωρίς να απονείμη προς αυτόν ενδείξεις σεβασμού, κρίνων

ως άφρονα τον άνθρωπον εκείνον όστις περιφρονών τα παρόντα αγαθά

συνίστα να βλέπωμεν το τέλος παντός πράγματος.

34. Μετά την αναχώρησιν του Σόλωνος θεία οργή ενέσκηψεν επί του

Κροίσου, βεβαίως διότι ενόμιζεν εαυτόν ως τον ευδαιμονέστατον

πάντων των ανθρώπων. Και πρώτον μεν είδεν όνειρον όπερ εφανέρωνεν

εις αυτόν τα μέλλοντα αληθώς να συμβώσιν εις τον υιόν του

δυστυχήματα. Είχε δε ο Κροίσος δύο υιούς· αλλ' ο μεν ούτε καν

ανεφέρετο, διότι ήτο κωφάλαλος· ο δε επρώτευεν εις όλα μεταξύ των

ομηλίκων του και εκαλείτο Άτυς. Εφανέρωσε λοιπόν το όνειρον εις

τον Κροίσον ότι αυτός ο Άτυς έμελλε να φονευθή κτυπηθείς οπό

σιδηράς αιχμής. Άμα εξύπνησεν έμεινε σύννους επί αρκετήν ώραν·

έπειτα φοβηθείς διά το όνειρον έσπευσε να νυμφεύση τον υιόν του,

και επειδή ούτος εστέλλετο συνήθως εις τους πολέμους ως στρατηγός

των Λυδών, έπαυσε πλέον να τον στέλλη· εξέβαλε συγχρόνως από τα

δωμάτια των ανδρών τα βέλη, τα ακόντια, όλα τέλος τα όπλα όσα

μεταχειρίζονται οι άνθρωποι εις τον πόλεμον, και τα συνεσώρευσεν

εις θαλάμους κεκλεισμένους, φοβούμενος μήπως, εάν τα άφινον

κρεμάμενα, ήθελε πέσει κανέν επί της κεφαλής του υιού του.

35. Ενώ ενησχολείτο εις τους γάμους του υιού του, άνθρωπός τις,

Φρυξ το γένος, εκ βασιλικής οικογενείας, ήλθεν εις τας Σάρδεις,

περιπεσών εις συμφοράν και τας χείρας έχων μεμολυσμένας υπό φόνου.

Εισελθών ο άνθρωπος εκείνος εις την οικίαν του Κροίσου, τον

παρεκάλει να τον καθαρίση κατά τα έθιμα της χώρας· και ο βασιλεύς

τον εκαθάρισε. Γίνεται δε η κάθαρσις παρά τοις Λυδοίς σχεδόν όπως

και παρά τοις Έλλησιν. Αφού ο Κροίσος εξετέλεσε τα απαιτούμενα της

καθάρσεως, τω απέτεινε τας εξής ερωτήσεις· «Ω άνθρωπε, ποίος είσαι

και εκ ποίον μέρους της Φρυγίας ήλθες εις την οικίαν μου; ποίον

άνδρα ή ποίαν γυναίκα εφόνευσας;» εκείνος δε απεκρίθη· «Ω βασιλεύ,

εγώ είμαι υιός του Γορδίου, υιού του Μίδου, και ονομάζομαι

Άδραστος· φονεύσας δε ακουσίως τον αδελφόν μου, ήλθον εδώ διωχθείς

υπό του πατρός μου και εστερημένος των πάντων.» Ο Κροίσος

επανέλαβε· «Κατάγεσαι από άνδρας φίλους και ήλθες εις φίλους·

μένων λοιπόν εις την οικίαν μου δεν θα στερηθής ουδενός πράγματος

και καλόν ήθελεν είσθαι διά σε να υπομείνης την συμφοράν ταύτην

όσον δύναται γενναιότερον.» Εγένετο λοιπόν ο Άδραστος ομοδίαιτος

του Κροίσου.

36. Κατά τον αυτόν εκείνον χρόνον τερατώδης αγριόχοιρος εφάνη εις

την Μυσίαν καταβαίνων εκ του Ολύμπου και καταστρέφων τους αγρούς·

πολλάκις οι Μυσοί εξήλθον κατ' αυτού, αλλά δεν ηδύναντο να τον

βλάψωσι, και μάλιστα αυτοί υπέφερον από τας επιθέσεις του. Τέλος

έστειλαν απεσταλμένους προς τον Κροίσον και τω είπον· «Ω βασιλεύ,

μέγιστος αγριόχοιρος εφάνη εις την χώραν μας και καταστρέφει τους

αγρούς μας· προσεπαθήσαμεν με πάντα τρόπον να τον φονεύσωμεν, αλλά

δεν ηδυνήθημεν. Τώρα, διά να απαλλάξωμεν την χώραν, σε

παρακαλούμεν να πέμψης τον υιόν σου και εκλεκτούς τινας νεανίας με

τους κύνας των.» Και οι μεν Λυδοί ταύτα είπον· ο δε Κροίσος,

ενθυμούμενος το όνειρον, τοις απεκρίθη· «Μη αναφέρετε τον υιόν

μου, διότι δεν θα τον πέμψω· ενυμφεύθη προ ολίγου και έχει τας

ασχολίας του. Θα σας πέμψω όμως εκλεκτούς τινας Λυδούς με τους

θηρευτικούς κύνας των και θα τους παραγγείλω να σας βοηθήσωσιν

όλαις δυνάμεσι διά να απαλλάξετε την χώραν σας από το άγριον τούτο

θηρίον.»

37. Ταύτα απεκρίθη και οι Μυσοί ευχαριστήθησαν· κατ' εκείνην όμως

την στιγμήν εισήλθεν ο υιός του όστις είχε μάθει τι εζήτουν· και

επειδή ο Κροίσος δεν ήθελε να τον πέμψη μετ' αυτών, ο νεανίας τω

είπεν. «Ω πάτερ, αι κάλλισται και ευγενέσταται πράξεις ήσαν

πρότερον δι εμέ να συχνάζω εις τους πολέμους και εις τα κυνήγια·

τώρα με απομακρύνεις και από τα δύο· εν τούτοις ούτε αδυναμίαν

έδειξα, ούτε έλλειψιν θάρρους. Με ποίον όμμα θα με βλέπωσιν εις το

εξής μεταβαίνοντα εις την αγοράν ή επιστρέφοντα εξ αυτής; Ποίαν

γνώμην θα έχωσιν οι πολίται και η νεαρά γυνή μου περί εμού; Ποίον

σύζυγον θα νομίζη αύτη ότι έχει; Άφες με να υπάγω εις αυτό το

κυνήγειον, ή πείσον με ότι αυτό το οποίον πράττεις είναι

συμφερότερον δι εμέ.»

38. «Ω, υιέ μου, απεκρίθη ο Κροίσος, πράττω ταύτα ουχί διότι

παρετήρησα εις σε δειλίαν ή άλλο τι δυσάρεστον, αλλά διότι είδον

όνειρον εν τω ύπνω μου το οποίον με είπεν ότι θα ζήσης ολίγον και

ότι θα φονευθής πληττόμενος υπό σιδηράς αιχμής. Ένεκα του ονείρου

τούτου έσπευσα τον γάμου σου και δεν σε πέμπω εις αυτό το

κυνήγιον, προσέχων, όσον δύναμαι ενόσω ζω, να σε φυλάξω από τον

θάνατον, διότι συ είσαι ο μόνος υιός μου· τον άλλον, όστις είναι

βεβλαμμένος κατά την ακοήν, ούτε τον αναφέρω εάν υπάρχη.»

39. Τότε ο νέος απεκρίθη· «Έχεις δίκαιον, ω πάτερ, αφού είδες

τοιούτο όνειρον, να με φυλάττης· εκείνο όμως το οποίον δεν

ενόησες, εκείνο το οποίον έμεινε σκοτεινόν διά σε, οφείλω να σοι

το εξηγήσω. Είπες ότι το όνειρον σοι εφανέρωσεν ότι μέλλω να

αποθάνω υπό σιδηράς αιχμής. Ποίαν χείρα όμως έχει ο αγριόχοιρος, ή

ποίαν σιδηράν αιχμήν την οποίαν να φοβηθής; Εάν σοι ανήγγελλεν ότι

θα εφονευόμην υπό των οδόντων του ή άλλου τινός ομοίου πράγματος,

ευλόγως θα έκαμνες ό,τι κάμνεις· αλλά σε είπεν υπό αιχμής, και

ημείς δεν θα πολεμήσωμεν με ανθρώπους· άφες με λοιπόν να υπάγω.»

40. Εις ταύτα ο Κροίσος απεκρίθη· «Με ενίκησας, υιέ μου, δίδων εις

το ενύπνιον εξήγησιν καλλιτέραν εμού· διά τούτο μεταβάλλω γνώμην

και σε αφίνω να υπάγης εις το κυνήγιον.»

41. Ειπών ταύτα ο Κροίσος προσεκάλεσε τον Φρύγα Άδραστον· ούτος

ήλθεν, ο δε βασιλεύς τω είπεν· «Άδραστε, σε εκαθάρισα από φρικτήν

συμφοράν διά την οποίαν δεν σε ονειδίζω. Σε υπεδέχθην εις την

οικίαν μου και σοι παρέχω πάσαν δαπάνην. Τώρα (καθότι οφείλεις δι'

αφοσιώσεως να ανταποκριθής εις τας ευεργεσίας μου) σε ζητώ να

προσέχης τον υιόν μου όστις θα υπάγη εις το κυνήγιον· προστάτευσον

αυτόν καθ' οδόν από τους κακοποιούς οίτινες τυχόν ήθελον ζητήσει

να τον βλάψωσιν. Είναι πρέπον προς τούτοις να ζητής και συ την

ευκαιρίαν να αναδειχθής εις τοιαύτα έργα, διότι και οι πατέρες σου

πρέπει να σοι χρησιμεύωσιν ως παράδειγμα και προσέτι έχεις

σωματικήν δύναμιν.»

42. Ο Άδραστος απεκρίθη· «Εάν δεν με διέταττες, ω βασιλεύ, δεν θα

μετέβαινον εις τοιούτον αγώνα, διότι δεν αρμόζει εις άνθρωπον

δυστυχή να αναμιγνύεται μεταξύ φαιδρών ομηλίκων· δεν επιθυμώ τούτο

ποσώς, και πολλάκις ήδη το απέφυγα. Αλλά τώρα, αφού με αναγκάζεις,

πρέπει να υπακούσω, πρέπει να ανταμείψω τας προς εμέ ευεργεσίας

σου. Είμαι έτοιμος να πράξω ό,τι ζητείς, να προσέχω τον υιόν σου

καθώς με διατάττεις· περίμενε λοιπόν να τον ίδης επιστρέφοντα σώον

και αβλαβή, εφ' όσον τούτο εξαρτάται από τας δυνάμεις του φύλακός

του.»

43. Αφού είπε ταύτα ο Άδραστος προς τον Κροίσον ανεχώρησεν αυτός

και ο Άτυς συνοδευόμενοι υπό εκλεκτών νέων και κυνών. Φθάσαντες

εις το όρος Όλυμπον ήρχισαν να ζητώσι το θηρίον· και αφού το

εύρον, περικυκλώσαντες αυτά εις το μέσον το κατηκόντιζον. Τότε ο

ξένος, εκείνος τον οποίον εκαθάρισεν ο Κροίσος από τον φόνον και

τον ωνόμαζον Άδραστον, διευθύνας το ακόντιόν του κατά του

αγριοχοίρου, απέτυχεν αυτόν και επλήγωσε τον υιόν του Κροίσου.

Πληγωθείς ο Άτυς υπό της σιδηράς αιχμής, εξεπλήρωσε την πρόρρησιν

του ονείρατος. Είς δε εκ των κυνηγών έδραμεν αμέσως να αναγγείλη

εις τον πατέρα το γεγονός, και φθάσας εις τας Σάρδεις διηγήθη τα

της θήρας και το απαίσιον τέλος του υιού του.

44. Ο Κροίσος, ταραχθείς διά τον θάνατον του Άτυος, παρεπονείτο

τοσούτω μάλλον όσω εκείνος τον οποίον εκαθάρισεν από τον φόνον ήτο

ο φονεύς του. Στενάζων διά την συμφοράν του, επεκαλείτο τον

καθαριστήριον Δία μαρτυρόμενος όσα έπαθεν υπό του ξένου·

επεκαλέσθη επίσης τον ίδιον θεόν ονομάζων αυτόν Φιλόξενον και

Προστάτην της φιλίας· τον εκάλει Φιλόξενον, διότι, δεχθείς εις την

οικίαν του ένα ξένον, έθρεψεν εν αγνοία του τον φονέα του υιού

του· τον εκάλει Προστάτην της φιλίας, διότι αναθέσας εις τον ξένον

την φύλαξιν του υιού του, τον εύρε μέγιστον εχθρόν.

45. Έφθασαν μετά ταύτα οι Λυδοί φέροντες το πτώμα· όπισθεν δε

αυτών ήρχετο ο φονεύς. Σταθείς ούτος πλησίον του σώματος παρέδωκεν

εαυτόν εις τον Κροίσον· προτείνων δε τας χείρας τον παρεκάλει να

τον σφάξη επί του νεκρού, αναφέρων την πρώτην του συμφοράν και

λέγων μεγαλοφώνως ότι ήτο ανάξιος πλέον να ζη αφού επέφερε την

δυστυχίαν και εκείνου όστις τον εκαθάρισεν. Ακούσας αυτόν ο

Κροίσος, τον ευσπλαγχνίσθη, και με όλην την θλίψιν ην ησθάνετο διά

το οικείον δυστύχημα τω είπεν· «Έλαβον παρά σου, ω ξένε, πάσαν

εκδίκησιν, αφού συ ο ίδιος καταδικάζεις σεαυτόν εις θάνατον αλλά

δεν είσαι προς εμέ ένοχος διά το δυστύχημα τούτο· απλώς εγένεσο

ακούσιον όργανον· αιτιώμαι εκείνον εκ των θεών όστις άλλοτε μοι

εφανέρωσεν αυτά το οποίον έμελλε να συμβή.» Ο Κροίσος λοιπόν έθαψε

τον υιόν του ως έπρεπεν· ο δε Άδραστος, ο υιός του Γορδίου του

Μίδου, ο φονεύς του ιδίου του αδελφού, ο φονεύς εκείνου όστις τον

είχε καθαρίσει, όταν περί το μνήμα εγένετο ησυχία, αναγνωρίζων ότι

εξ όλων των ανθρώπων τους οποίους εγνώριζεν αυτός ήτο ο μάλλον

δυστυχής, εσφάγη διά της ιδίας του χειρός επί του τάφου.

46. Στερηθείς ο Κροίσος του υιού του, διήλθε δύο έτη εις πένθος

μέγα. Μετά την παρέλευσιν του χρόνου τούτου η μοναρχία του

Αστυάγους, υιού του Κυαξάρου, κατεστράφη υπό του Κύρου, υιού του

Καμβύσου, και η δύναμις των Περσών έλαβε μεγάλην ανάπτυξιν. Τότε ο

Κροίσος κατέστειλε το πένθος του και ήρχισε να εξετάζη εάν ήτο

δυνατόν να εμποδίση την υπερβολικήν ανάπτυξιν των Περσών. Το

εξαγόμενον των σκέψεών του ήτο να ερωτήση άνευ αναβολής τα μαντεία

της Ελλάδος και της Λιβύας πέμπων απεσταλμένους εις διάφορα μέρη,

άλλους μεν εις τους Δελφούς, άλλους δε εις την Άβην της Φωκίδος,

και άλλους εις την Δωδώνην. Τινές δε επέμφθησαν και εις τον

Αμφιάραον και εις τον Τροφώνιον, και άλλοι εις τους Βραγχίδας της

Μιλησίας χώρας. Αυτά ήσαν τα ελληνικά μαντεία εις τα οποία ο

Κροίσος έπεμψε διά να ζητήση χρησμούς. Έπεμψε δε και εις τον

Άμμωνα της Λιβύας. Απέστειλε δε πανταχού τους ανθρώπους τούτους

θέλων να δοκιμάση τα μαντεία και να παραβάλη τας αποκρίσεις, ίνα,

εάν εύρη τινάς εξ αυτών ακριβείς, απευθύνη νέας ερωτήσεις και μάθη

εάν πρέπη να επιχειρήση πόλεμον κατά των Περσών.

47. Διά να δοκιμάση δε τα μαντεία έδωκεν εις τους απεσταλμένους

του Λυδούς τας εξής διαταγάς· να υπολογίσωσι τον χρόνον από της

ημέρας καθ' ην ήθελον αναχωρήσει από τας Σάρδεις, να ζητήσωσι

χρησμόν κατά την εκατοστήν ημέραν, και να ερωτήσωσιν εις τι

ενησχολείτο κατ' εκείνην την στιγμήν ο βασιλεύς των Λυδών Κροίσος,

υιός του Αλυάττου. Ώφειλον δε να γράψωσι τας αποκρίσεις και τας

αναφέρωσιν εις αυτόν. Κανείς δεν γνωρίζει τώρα τι απεκρίθησαν τα

άλλα χρηστήρια· αλλ' εις τους Δελφούς, άμα εισήλθον οι Λυδοί εις

τον ναόν, απέτεινον προς τον θεόν την προστεταγμένην ερώτησιν, και

η Πυθία τοις είπεν εις στίχους εξαμέτρους·

«Ηξεύρω τον αριθμόν της ψάμμου και τα μέτρα της θαλάσσης· ο κωφός

με εννοεί και ακούω τον άλαλον. Εισέρχεται εις τας αισθήσεις μου η

οσμή της σκληροδέρμου χελώνης ήτις βράζει εις χάλκινον αγγείον με

κρέατα αρνίου. Κάτωθεν αυτής είναι εστρωμένος χαλκός, άνωθεν δε

την καλύπτει χαλκός.»

48. Γράψαντες οι Λυδοί την απόκρισιν ταύτην της χρησμοδοτούσης

Πυθίας, ανεχώρησαν και επανήλθον εις τας Σάρδεις. Καθ όσον δε και

οι άλλοι απεσταλμένοι οι φέροντες τους χρησμούς ενεφανίζοντο

ενώπιόν του, ο Κροίσος ήνοιγε και ανεγίνωσκεν όσα είχον γράψει.

Και εκ μεν των άλλων αποκρίσεων ουδεμία είλκυσε την προσοχήν του·

άμα όμως ήκουσε την των Δελφών, προσηυχήθη και επίστευσε, κρίνων

ότι το μόνον μαντείον ήτο το των Δελφών, αφού εμάντευσε τι αυτός

έκαμε. Διότι μετά την αναχώρησιν των απεσταλμένων του, προσέχων

εις την προθεσμίαν των εκατόν ημερών, επενόησε πράγμα το οποίον

κανείς δεν ηδύνατο να υποπτεύση· Κατέκοψεν εις τεμάχια χελώνην και

αρνίον, και τα έρριψεν εις λέβητα χάλκινον με σκέπασμα χάλκινον

διά να βράσουν ομού.

49. Τοιούτος ήτο ο χρησμός τον οποίον ο Κροίσος έλαβεν από τους

Δελφούς· δεν δύναμαι δε να είπω τι περί της αποκρίσεως την οποίαν

έλαβον οι Λυδοί εις το μαντείον του Αμφιαράου, αφού εξετέλεσαν

εκεί τα της θρησκείας νόμιμα· η απόκρισις αύτη δεν διετηρήθη,

είναι δε γνωστόν μόνον ότι ο Κροίσος εύρε και αυτήν αληθή.

50. Μετά ταύτα κατέγινε να ελκύση την ευμένειαν του θεού των

Δελφών διά θυσιών μεγάλων· εθυσίασε δε προς τούτο τρισχίλια ζώα

παντός είδους, άξια των θεοτήτων· έπειτα εσώρευσεν επί μεγάλης

πυράς κλίνας επιχρύσους και επαργύρους, φιάλας χρυσάς, ενδύματα

πορφυρά, χιτώνας, και τα κατέκαυσεν, ελπίζων τοιουτοτρόπως να

προσελκύση έτι μάλλον την φιλίαν του θεού. Τέλος διέταζε τους

Λυδούς να θυσιάσωσιν εις τον θεόν ό,τι ηδύναντο να προσφέρωσι.

Τελειωθείσης της θυσίας, εχύθη κατά διαταγήν του άπειρος ποσότης

χρυσού εξ ου κατεσκευάσθησαν εκατόν δεκαεπτά ημιπλίνθια μιας

παλάμης πάχους, τα μεν μεγαλείτερα έχοντα έξ παλαμών μήκος, τα δε

βραχύτερα τριών. Εξ αυτών τέσσαρα ήσαν εκ χρυσού καθαρού και είχον

βάρος δύο ταλάντων και ημίσεως έκαστον, τα δε άλλα ήσαν από χρυσόν

λευκόν και είλκον βάρος δύο ταλάντων έκαστον. Διέταξεν επίσης να

κατασκευασθή εκ χρυσού καθαρού λέων δέκα ταλάντων βάρους. Ο λέων

ούτος, ότε εκάη το ιερόν των Δελφών, έπεσεν από τα ημιπλίνθια επί

των οποίων ήτο εστημένος, και τώρα ευρίσκεται εις τον θησαυρόν των

Κορινθίων έχων βάρος μόνον έξ ταλάντων και ημίσεως, καθότι τα άλλα

τρία τάλαντα και ήμισυ ανέλυσαν.

51. Κατασκευασθέντων των αντικειμένων τούτων, ο Κροίσος τα έπεμψεν

εις τους Δελφούς, και εκτός αυτών τα ακόλουθα· δύο κρατήρας πρώτου

μεγέθους, εξ αργύρου και χρυσού· και ο μεν χρυσούς εστήθη δεξιά

εις την είσοδον του ναού, ο δε αργυρούς αριστερά. Αμφότεροι

μετεκινήθησαν ότε εκάη ο ναός· και ο μεν πρώτος ευρίσκεται εις τον

θησαυρόν των Κλαζομενίων έχων βάρος οκτώ ταλάντων και ημίσεως και

δώδεκα μνων, ο δε άλλος, έχων χωρητικότητα εξακοσίων αμφορέων,

ευρίσκεται είς τινα γωνίαν του προνάου, και οι Δελφοί

μεταχειρίζονται αυτόν διά να αναμίξωσι τον οίνον κατά την εορτήν

των Θεοφανίων. Λέγουσι δε ότι είναι έργον Θεοδώρου του Σαμίου· και

νομίζω ότι έχουσι δίκαιον, διότι δεν φαίνεται να ήναι έργον

ανεπιτηδείας χειρός. Ο Κροίσος απέστειλεν επίσης τέσσαρας πίθους

αργυρούς οίτινες ευρίσκονται εις τον θησαυρόν των Κορινθίων, και

δύο περιρραντήρια, χρυσούν και αργυρούν· εκ τούτων το χρυσούν έχει

επιγραφήν ΛΑΚΕΔΑΙΜΟΝΙΩΝ, διά να αποδείξη ότι η προσφορά εγένετο εκ

μέρους αυτών. Αλλ' η επιγραφή δεν είναι ακριβής, διότι το δώρον

είναι του Κροίσου, και κατεσκευάσθη υπό τινος Δελφού όστις ήθελε

να υποχρεώση τους Λακεδαιμονίους· γνωρίζω το όνομα αυτού, πλην δεν

το κοινολογώ. Αληθώς, το παιδίον διά των δακτύλων του οποίου

τρέχει το ύδωρ αφιερώθη παρ' αυτών, αλλ' ουδέν περιρραντήριον. Ο

Κροίσος έδωκεν επίσης πολλά άλλα πράγματα μικροτέρου λόγου άξια·

αργυρά αγγεία κυκλοτερή διά σπονδάς, χρυσούν άγαλμα γυναικός

τρίπηχυ, το οποίον οι Δελφοί λέγουσιν ότι είναι το άγαλμα της

αρτοποιού του, και τέλος τα περιδέραια και τας ζώνας της γυναικός

του.

52. Αύται ήσαν αι προσφοραί του Κροίσου εις τους Δελφούς. Εις δε

τον Αμφιάραον, μαθών ο Κροίσος την αρετήν και το οικτρόν αυτού

τέλος, αφιέρωσεν ασπίδα ολόχρυσον της οποίας και το ακόντιον και η

λόγχη ήσαν ομοίως χρυσά. Τα δύο ταύτα πράγματα εσώζοντο ακόμη

μέχρι των ημερών μου εις τας Θήβας, και έκειντο εις τον ναόν του

Ισμηνίου Απόλλωνος.

53. Καθ' ην στιγμήν οι Λυδοί έμελλον να αναχωρήσωσι διά να φέρωσι

τα δώρα ταύτα εις τους δύο ναούς, ο Κροίσος τους διέταξε να

ερωτήσωσι τα μαντεία εάν έπρεπε να στρατεύση κατά των Περσών και

εάν έπρεπε να ενώση με τα στρατεύματά του άλλον σύμμαχον στρατόν.

Οι δε Λυδοί, αφιχθέντες εις τους ιερούς τόπους όπου εστάλησαν,

απέθεσαν τα αφιερώματα και ηρώτησαν τα χρηστήρια λέγοντες· «Ο

βασιλεύς των Λυδών και άλλων εθνών Κροίσος, αναγνωρίσας ότι τα

μαντεία σας είναι τα μόνα αληθή επί της γης, σας ανταμείβει με τα

δώρα ταύτα διότι εμαντεύσατε τι έπραττε· τώρα δε σας ερωτά εάν

πρέπη να στρατεύση κατά των Περσών και εάν πρέπη να προσλάβη

σύμμαχον άλλου έθνους στρατόν.» Και ούτοι μεν ταύτα ηρώτησαν·

αμφότερα δε τα μαντεία την αυτήν γνώμην εξέφερον, προειπόντα εις

τον Κροίσον ότι εάν εξεστράτευε κατά των Περσών ήθελε καταστρέψει

μέγα βασίλειον. Τον συνεβούλευσαν δε να λάβη συμμάχους τους

δυνατωτάτους των Ελλήνων.

54. Όταν ο Κροίσος ήκουσε τας αποκρίσεις τας οποίας τω έφερον,

ησθάνθη χαράν άμετρον. Ελπίζων ότι αναμφιβόλως θα κατέστρεφε το

βασίλειον του Κύρου, έπεμψεν εκ νέου εις τους Δελφούς, μαθών

προηγουμένως τον αριθμόν των κατοίκων, και διένειμεν εις έκαστον

δύο στατήρας χρυσού. Οι δε Δελφοί, ευγνωμονούντες, έδωκαν εις τον

Κροίσον και εις τους Λυδούς προτίμησιν να ερωτώσι προ των άλλων

την Πυθίαν, ασυδοσίαν, προεδρίαν εις τους αγώνας, και δικαίωμα

πολιτογραφήσεως εις εκείνους οίτινες εις το μέλλον ήθελον ζητήσει

τούτο.

55. Αφού προσέφερε τα δώρα ταύτα εις τους Δελφούς ο Κροίσος

ηρώτησε το μαντείον εκ τρίτου· διότι αφότου επείσθη περί του

αλανθάστου του μαντείου, ηρέσκετο να τω προτείνη ερωτήσεις.

Ηρώτησε λοιπόν εάν η βασιλεία του ήθελε διαρκέσει πολύ· η δε Πυθία

τω απεκρίθη ως εξής·

«Όταν γίνη βασιλεύς των Μήδων ημίονος, τότε, ω Λυδέ αβρέ τους

πόδας, φύγε εις την χαλικώδη Έρμον· μη μένε, και μη εντρέπου να

φανής άνανδρος.»

56. Όταν ήλθεν η απόκρισις αύτη, ο Κροίσος εχάρη πολύ περισσότερον

παρ' όσον κατά τας προηγουμένας αποκρίσεις, κρίνων ότι κατ' ουδένα

τρόπον δεν ηδύνατο να βασιλεύση εις τους Μήδους ημίονος αντί

ανθρώπου, και επομένως ότι ούτε αυτός ούτε οι απόγονοί του θα

παύσωσι βασιλεύοντες. Μετά ταύτα ησχολήθη να μάθη ποίοι ήσαν οι

δυνατώτατοι Έλληνες διά να τους κάμη συμμάχους του. Εξετάζων δε

έμαθεν ότι την πρώτην τάξιν κατείχον οι Λακεδαιμόνιοι και οι

Αθηναίοι, οι μεν πρώτοι καταγωγής δωρικής, οι δε δεύτεροι Ιωνικής.

Τα δύο ταύτα έθνη ήσαν προ πολλού τα μάλλον ένδοξα και κατήγοντο

το μεν των Αθηναίων εκ των αρχαίων Πελασγών, το δε των

Λακεδαιμονίων εκ των Ελλήνων. Και οι μεν Αθηναίοι δεν

μετηνάστευσαν ποτέ· οι δε Λακεδαιμόνιοι πολλάκις μετέβαλον

πατρίδα. Επί της βασιλείας του Δευκαλίωνος κατώκουν την Φθιώτιδα,

και επί του Δώρου, υιού του Έλληνος, την εις τους πρόποδας της

Όσσης και του Ολύμπου χώραν ήτις καλείται Ιστιαιώτις. Διωχθέντες

δε εντεύθεν υπό των Καδμείων, εγκατεστάθησαν εις τους πρόποδας του

Πίνδου, εις τον τόπον τον καλούμενον Μακεδνόν, έπειτα εις την

Δρυοπίδα, και τέλος εις την Πελοπόννησον όπου ωνομάσθησαν Δωριείς.

57. Ποίαν γλώσσαν ωμίλουν το πάλαι οι Πελασγοί; Δεν δύναμαι να το

είπω μετά θετικότητος· αλλ' εάν δύναται τις να εικάση εκ των

σωζομένων εισέτι Πελασγών, των κατοικούντων άνωθεν της πόλεως των

Τυρρηνών Κρηστώνος, οίτινες ήσαν ποτε όμοροι των σήμερον

καλουμένων Δωριέων και κατώκουν τότε την καλουμένην Θεσσαλιώτιδα·

έτι δε εκ των Πελασγών οίτινες έκτισαν εις τον Ελλήσποντον την

Πλακίαν και την Σκυλάκην, και οίτινες άλλοτε συγκατώκησαν με τους

Αθηναίους· τέλος έκ τινων άλλων μικρών πόλεων αίτινες Πελασγικαί

ούσαι μετέβαλον όνομα· αν, λέγω, εξ όλων τούτων δύναταί τις να

εξαγάγη συμπέρασμά τι, οι Πελασγοί θα ωμίλουν βάρβαρον γλώσσαν.

Εάν λοιπόν όλοι οι Πελασγοί είχον την γλώσσαν ταύτην, η Αττική

όμως φυλή, ήτις ήτο Πελασγική, μεταβληθείσα εις Ελληνικήν, θα

έμαθε την ελληνικήν γλώσσαν. Τωόντι, ούτε οι Κρηστωνιάται ούτε οι

Πλακιανοί ομιλούσιν ως τα περικυκλούντα αυτούς έθνη, και οι δύο

ούτοι λαοί έχουσι την αυτήν γλώσσαν όπερ αποδεικνύει ότι

μεταβαλόντες χώραν επρόσεξαν να μη μεταβάλωσι τον χαρακτήρα της

γλώσσης των.

58. Η Ελληνική φυλή, ως νομίζω, είχεν ανέκαθεν την γλώσσαν την

οποίαν μεταχειρίζεται. Αφού απεχωρίσθη των Πελασγών, αδύνατος

ακόμη καθό πολύ μικρά κατ' αρχάς, ηύξησεν εις τρόπον ώστε να

σχηματίση πολλά έθνη, προ πάντων αφού ηνώθησαν μετ' αυτής και

άλλοι βάρβαροι. Εκτός τούτου εγώ νομίζω ότι η Πελασγική φυλή καθό

βάρβαρος δεν έλαβεν ουδεμίαν μεγάλην αύξησιν.

59. Ο Κροίσος έμαθεν ότι εκ τούτων των εθνών η Αττική κατείχετο

και ήτο διεσπασμένη υπό του Πεισιστράτου, υιού του Ιπποκράτους,

τυραννεύοντος τότε εις τας Αθήνας. Εις τον Ιπποκράτην τούτον,

ιδιώτην όντα και μεταβάντα να ιδή τους Ολυμπιακούς αγώνας, εγένετο

μέγα θαύμα. Είχε σφάξει τα θύματα· οι δε λέβητες αυτού ήσαν

πλήρεις ύδατος και κρεάτων όταν ήρχισαν να βράζωσιν άνευ πυρός,

τόσον πολύ ώστε να εκχειλίζωσιν. Ο Λακεδαιμόνιος Χίλων, όστις

ευρέθη εκεί, εγένετο μάρτυς του υπερφυούς γεγονότος· και πρώτον

μεν συνεβούλευσε τον Ιπποκράτην να μη νυμφευθή γυναίκα τεκνοποιόν,

εάν δε είχε τοιαύτην, να την αποπέμψη, και εάν τέλος είχεν υιόν,

να τον αποκηρύξη. Αλλ' ο Ιπποκράτης δεν ηθέλησε να ακούση τας

συμβουλάς ταύτας, και βραδύτερον έσχεν υιόν τον Πεισίστρατον,

όστις ότε εστασίαζον προς αλλήλους οι Παραθαλάσσιοι υπό τον

Μεγακλέα, υιόν του Αλκμαίωνος, και οι Πεδινοί υπό τον Λυκούργον,

υιόν του Αριστολαΐδου, ο Πεισίστρατος συλλαβών το σχέδιον να γίνη

τύραννος εσχημάτισε τρίτον κόμμα. Συναθροίσας τους οπαδούς του,

παρέσυρε διά των λόγων του τους ορεινούς· έπειτα επινόησε το

ακόλουθον. Πληγώσας εαυτόν και τας ημιόνους του, ώθησε το άρμα του

εις το μέσον της αγοράς, ως να διέφυγεν εχθρούς θέλοντας να τον

φονεύσωσι καθ ην στιγμήν εξήρχετο της πεδιάδος. Τότε εζήτησεν από

τον λαόν να τω δώσωσι φύλακας, εις αυτόν όστις είχε δοξασθή είς

τινα εκστρατείαν κατά των Μεγάρων, όστις είχε κυριεύσει την

Νίσαιαν, και όστις είχε πράξει πλείστα άλλα κατορθώματα. Ο δήμος

των Αθηναίων απατηθείς τω έδωκεν άνδρας τινάς εκ των πολιτών

οίτινες εγένοντο ουχί δορυφόροι αλλά ροπαλοφόροι του Πεισιστράτου,

διότι συνώδευον αυτόν ωπλισμένοι διά ξυλίνων ροπάλων. Ούτοι λοιπόν

επαναστατήσαντες μετά του Πεισιστράτου εκυρίευσαν την ακρόπολιν.

Έκτοτε δε ο Πεισίστρατος εκυβέρνησε τους Αθηναίους χωρίς να

συνταράξη τας καθεστηκυίας αρχάς και χωρίς να μεταβάλη παντάπασι

τους νόμους, αλλά διοικών συμφώνως με τα καθεστώτα και κανονίζων

τα της πόλεως καλώς και συνετώς.

60. Αι μερίδες του Μεγακλέους και του Λυκούργου δεν εβράδυνον να

συνεννοηθώσιν όπως τον διώξωσι. Τοιουτοτρόπως δε ο Πεισίστρατος

κατέλαβε διά πρώτην φοράν την κυριαρχίαν των Αθηνών και πριν ή

αύτη ριζωθή, την απώλεσεν. Αλλ' εκείνοι οίτινες τον εδίωξαν,

ήρχισαν εκ νέου να στασιάζωσι μεταξύ των. Τέλος ο Μεγακλής,

βαρυνθείς τας στάσεις, έπεμψε κήρυκα εις τον Πεισίστρατον και τω

προέτεινε την θυγατέρα του ως γυναίκα και την τυραννίαν. Αι

προτάσεις αύται εγένοντο δεκταί· συμφωνήσαντες δε, εμηχανεύθησαν

προς εκτέλεσιν των σχεδίων των στρατήγημα το οποίον εγώ ευρίσκω

χυδαιότατον, αφού καθ' όλην την αρχαιότητα το ελληνικόν έθνος

διεκρίθη από τους βαρβάρους διά την ευφυίαν του και διετέλεσεν

απηλλαγμένον αγρίας ευηθείας, αυτοί δε μετεχειρίσθησαν την

πανουργίαν ταύτην εις τους Αθηναίους οίτινες μεταξύ των Ελλήνων

νομίζονται πρώτοι κατά την σοφίαν. Εις τον δήμον Παιανιέα έζη γυνή

τις ονόματι Φύη τεσσάρων πήχεων ανάστημα έχουσα μείον τριών

δακτύλων, και προς τούτοις ωραία. Αυτήν την γυναίκα ενδύσαντες με

πανοπλίαν, την έθεσαν επί άρματος, αφού προηγουμένως την εδίδαξαν

τι έπρεπε να κάμη διά να φαίνεται μεγαλοπρεπεστέρα, έπειτα την

έφερον εις την πόλιν προηγουμένων κηρύκων οίτινες εισερχόμενοι εις

τας Αθήνας έλεγον συμφώνως με τας δοθείσας εις αυτούς διαταγάς την

ακόλουθον προκήρυξιν «Ω Αθηναίοι, δεχθήτε ευμενώς τον

Πεισίστρατον, τον οποίον αυτή η ιδία Αθηνά ήτις τον τιμά

περισσότερον από όλους τους ανθρώπους οδηγεί εις την ακρόπολίν

της.» Ταύτα έλεγον οι κήρυκες περιφερόμενοι, η δε φήμη διεσπάρη

μεταξύ του λαού ότι η Αθηνά έφερε τον Πεισίστρατον· όλη η πόλις

επίστευσεν ότι η γυνή εκείνη ήτο θεά, οι δε κάτοικοι ελάτρευσαν ον

θνητόν και εδέχθησαν τον Πεισίστρατον.

61. Αφού επανέκτησεν ο Πεισίστρατος με τον ειρημένον τρόπον την

εξουσίαν, ενυμφεύθη την θυγατέρα του Μεγακλέους, κατά την

συμφωνίαν την οποίαν είχον κάμει μεταξύ των. Επειδή δε είχεν υιούς

ήδη νεανίας και οι Αλκμαιωνίδαι ελέγοντο κατηραμένοι, δεν ήθελε να

τεκνοποιήση με την νέαν του σύζυγον· συνευρίσκετο λοιπόν μετ'

αυτής παρανόμως. Και κατ' αρχάς μεν η γυνή δεν είπε τίποτε, τέλος

όμως, είτε αφ' εαυτής, είτε ερωτηθείσα, διηγήθη τα πάντα εις την

μητέρα της, αύτη δε εις τον σύζυγόν της. Ο Μεγακλής ησθάνθη

μεγάλην αγανάκτησιν διά την ύβριν την οποίαν τω έκαμνεν ο

Πεισίστρατος, και εν τη οργή του εφιλιώθη με τας αντιπάλους

μερίδας. Πληροφορηθείς δε ο Πεισίστρατος περί των εναντίον του

τεκταινομένων, έφυγεν από την Αττικήν και μετέβη εις την Ερέτριαν,

όπου συνεβουλεύετο περί του πρακτέου με τους υιούς του. Επειδή δε

υπερίσχυσεν η γνώμη του Ιππίου, να ανακτήσωσι την τυραννίδα,

εσύναζον χρηματικάς συνδρομάς εκ των πόλεων τας οποίας

προηγουμένως είχον ευεργετήσει. Πολλαί εξ αυτών έπεμψαν μεγάλας

ποσότητας, αλλ' αι Θήβαι τας υπερέβησαν όλας εις την μεγαλοδωρίαν.

Έπειτα, διά να μη εκτείνωμαι εις τόσον μακράν διήγησιν, τα έτη

διεδέχθησαν άλληλα και τα πάντα ητοιμάσθησαν διά την κάθοδον.

Αργείοι μισθωτοί ήλθον εκ της Πελοποννήσου, και εθελοντής τις

Νάξιος, ονόματι Λύγδαμις, ήλθε με στρατιώτας και με χρήματα,

δεικνύων μεγίστην προθυμίαν.

62. Κατά το ενδέκατον έτος ανεχώρησαν εκ της Ερετρίας και

κατέλαβον πρώτον τον Μαραθώνα της Αττικής, Ενώ δε ήσαν

εστρατοπεδευμένοι εκεί, έφθασαν και οι οπαδοί των εκ της πόλεως,

και άλλοι εκ διαφόρων δήμων προτιμώντες την τυραννίαν από την

ελευθερίαν. Και ούτοι μεν συνηθροίζοντο εκεί· οι δε Αθηναίοι της

πόλεως, ενόσω μεν ο Πεισίστρατος εισέπραττε χρήματα, και μετά

ταύτα ότε κατέλαβε τον Μαραθώνα, δεν εφρόντιζον παράπασιν· όταν

όμως έμαθον ότι από τον δήμον τούτον εκινήθη διά να επιτεθή κατ'

αυτών, έλαβον τα όπλα και εξήλθον προς συνάντησίν του μεθ' όλων

των δυνάμεών των. Αφ' ετέρου δε το στράτευμα του Πεισιστράτου,

αναχωρήσαν εκ του Μαραθώνος, επλησίαζεν εις τας Αθήνας· και έφθασε

συγχρόνως με αυτούς πλησίον του ναού της Παλληνίδος Αθηνάς όπου

παρετάχθη εις μάχην. Τότε ο Ακαρνάν Αμφίλυτος, ανήρ όστις

προεφήτευε κατά θείαν έμπνευσιν, επλησίασε τον Πεισίστρατον και

απήγγειλε προς αυτόν τον εξής χρησμόν εις στίχους εξαμέτρους·

«Ερρίφθη η βολή, το δίκτυον ανεπετάσθη, οι θύννοι θα ορμήσωσι την

νύκτα με την σελήνην.»

63. Και ούτος μεν, θεόθεν εμπνεόμενος, ταύτα εχρησμοδότησεν· ο δε

Πεισίστρατος, εννοήσας τον χρησμόν, εκίνησε τα στρατεύματά του.

Κατ' εκείνην την στιγμήν οι υπερασπισταί της πόλεως κατεγίνοντο

εις το πρόγευμα· αφού δε έφαγον, οι μεν ήρχισαν να παίζωσι τας

κύβους, οι δε ετράπησαν εις ύπνον. Κατέλαβε λοιπόν αυτούς ο

Πεισίστρατος εξ απροόπτου και τους έτρεψεν εις φυγήν. Όταν τους

είδε φεύγοντας, διά να τους εμποδίση από του να ενωθώσιν εκ νέου

και να τους διασκορπίση εντελώς, εσκέφθη το εξής σοφόν στρατήγημα·

ανεβίβασε τους υιούς του εις ίππους και τους έπεμψεν εμπρός.

Φθάσαντες δε ούτοι τους φεύγοντας, τοις είπον όσα επρόσταξεν εις

αυτούς ο Πεισίστρατος, δηλαδή να μη φοβώνται και να μεταβή έκαστος

εις την οικίαν του.

64. Οι Αθηναίοι υπήκουσαν, και τοιουτοτρόπως διά τρίτην φοράν ο

Πεισίστρατος εγένετο κύριος της πόλεως. Εστερέωσε δε την αρχήν του

διά πολλών ξένων στρατευμάτων, και συγχρόνως διά πλουσίων

εισοδημάτων λαμβανομένων των μεν εξ αυτής ταύτης της χώρας, των δε

εκ των μεταλλείων του Στρυμόνος προερχομένων. Έλαβε προς τούτους

ως ομήρους τους παίδας των Αθηναίων όσοι διέμεινον εις την πόλιν

και δεν έφυγον αμέσως. Προσδιώρισε δε ως τόπον διαμονής την Νάξον,

την οποίαν υπέταξε και έδωκε την διοίκησιν αυτής εις τον Λύγδαμιν.

Τέλος, ένεκα χρησμών τινων, εκαθάρισε την Δήλον διά του ακολούθου

τρόπου· εφ' όσον εκτείνεται η όρασις από το ιερόν, εκθάψας τους

νεκρούς, μετέφερεν αυτούς εις άλλο μέρος της Δήλου. Εκυβέρνα

λοιπόν τας Αθήνας ο Πεισίστρατος· αλλ' εκ των Αθηναίων οι μεν

είχον φονευθή εις την μάχην, οι δε είχον φύγει από την πατρίδα των

με τους υιούς του Αλκμαίωνος.

65. Εις τοιαύτην στιγμήν ο Κροίσος επληροφορήθη την κατάστασιν εις

ην ήσαν αι υποθέσεις των Αθηναίων όσον δ' αφορά τους

Λακεδαιμονίους, ούτοι είχον απαλλαγή προ ολίγου από μεγάλα δεινά,

και μετά μακρόν πόλεμον, είχον νικήσει επί τέλους τους Τεγεάτας.

Τωόντι, επί της βασιλείας του Λέοντος και του Ηγησικλέους εν

Σπάρτη, όλοι μεν οι άλλοι πόλεμοι απέβαινον υπέρ των

Λακεδαιμονίων, μόνον δε οι Τεγεάται τους ενίκων. Προ της εποχής

ταύτης, και οι εσωτερικοί νόμοι των ήσαν σχεδόν οι χείριστοι όλης

της Ελλάδος και με τους ξένους ήσαν ακοινώνητοι· μετεβλήθησαν δε

εις ευνομίαν τοιουτοτρόπως. Ο Λυκούργος, ανήρ σημαντικός μεταξύ

των Σπαρτιατών, μεταβάς να ερωτήση το μαντείον των Δελφών,

εισήλθεν εις τον ναόν και αμέσως η Πυθία τω είπε τα ακόλουθα·

«Ήλθες, ω Λυκούργε, εις τον πλούσιον ναόν μου, συ τον οποίον

αγαπώσιν ο Ζευς και όλοι οι κατοικούντες τα ανάκτορα του Ολύμπου.

Διστάζω να σε αποκαλέσω θεόν ή άνθρωπον· αλλά νομίζω μάλλον ότι

είσαι θεός, ω Λυκούργε.»

Τινές διηγούνται προς τούτοις ότι η Πυθία τω υπηγόρευσε το υπάρχον

σήμερον εις την Σπάρτην πολίτευμα· αλλά, καθώς λέγουσιν αυτοί οι

Λακεδαιμόνιοι, ο Λυκούργος, γενόμενος επίτροπος του ανεψιού του

Λαβώτα, βασιλέως της Σπάρτης, έφερε τους νόμους του από την

Κρήτην. Τωόντι, άμα ανέλαβε την επιτροπείαν, μετέβαλεν όλους τους

νόμους και έλαβεν όλα τα αναγκαία μέτρα διά να μη τους παραβώσιν.

Εκανόνισεν ακολούθως τα εις τον πόλεμον αναφερόμενα και εσύστησε

τας ενωμοτίας, τας τριεκάδας, τα συσσίτια, και τέλος τους εφόρους

και την γερουσίαν. Τοιουτρόπως δε μεταβαλόντες πολίτευμα οι

Λακεδαιμόνιοι ευνομήθησαν.

66. Αφού δε απέθανεν ο Λυκούργος, έκτισαν προς τιμήν αυτού ναόν

και τον σέβονται μεγάλως. Και επειδή η χώρα ήτο εύφορος και ο

πληθυσμός πολύς, ηύξησαν ταχέως και ευτύχησαν. Εν τούτοις δεν

περιωρίσθησαν να ζώσιν εν ειρήνη, αλλά νομίσαντες ότι ήσαν

ισχυρότεροι των Αρκάδων, ηρώτησαν το μαντείον των Δελφών πώς να

κατακτήσωσιν όλην την Αρκαδίαν· η δε Πυθία τοις είπε ταύτα·

«Την Αρκαδίαν με ζητείς; μέγα πράγμα ζητείς· δεν θα σε την δώσω.

Εις την Αρκαδίαν υπάρχουσι πολλοί άνθρωποι τρεφόμενοι με βαλάνους,

οίτινες θα σε εμποδίσωσιν. Εγώ όμως δεν σε φθονώ. Θα σοι δώσω την

Τεγέαν διά να χορεύης εκεί με μέγαν κτύπον των ποδών, και πεδιάδα

καλήν διά να την μοιρασθής με σχοίνον.»

Ακούσαντες οι Λακεδαιμόνιοι την απόκρισιν ταύτην ήτις ανηγγέλθη

εις αυτούς, δεν εμερίμνησαν πλέον περί των άλλων Αρκάδων, αλλ'

εστράτευσαν κατά των Τεγεατών φέροντες μεθ' εαυτών πέδας· πλήρεις

δε πεποιθήσεως εις τον απατηλόν εκείνον χρησμόν, επίστευον ότι δεν

τοις έμενεν άλλο ειμή να δέσωσι τους Τεγεάτας. Ηττήθησαν όμως εις

την μάχην, και όσοι συνελήφθησαν ζώντες εδέθησαν με τας πέδας τας

οποίας οι ίδιοι είχαν φέρει μεθ' εαυτών και εκαλλιέργουν την

πεδιάδα της Τεγέας την οποίαν διενεμήθησαν μετρήσαντες με σχοίνον.

Αι πέδαι με τας οποίας εδέθησαν εσώζοντο ακόμη εις τας ημέρας μου

εις την Τεγέαν, κρεμάμεναι εις τον ναόν της Αλέας Αθηνάς.

67. Κατά τας προηγουμένας λοιπόν μάχας, πάντοτε επολέμουν κατά των

Τεγεατών ανεπιτυχώς· αλλά κατά την εποχήν του Κροίσου, επί της

βασιλείας του Αναξανδρίδου και του Αρίστωνος εις την Σπάρτην,

ενίκησαν τέλος πάντων οι Σπαρτιάται, και ιδού πώς. Ιδόντες ότι

πάντοτε ενικώντο, έπεμψαν να ερωτήσωσι το μαντείον των Δελφών

ποίαν θεότητα έπρεπε να εξιλεώσωσι διά να φανώσι νικηταί. Η δε

Πυθία τοις είπεν ότι θα νικήσωσιν όταν φέρωσιν εις τον τόπον των

τα οστά του Ορέστου, υιού του Αγαμέμνονος. Επειδή δε δεν ήξευρον

πού να εύρωσι τον τάφον του Ορέστου, έπεμψαν πάλιν να ερωτήσωσι

τον θεόν εις ποίον μέρος έκειτο ο ήρως. Εις την ερώτησιν ταύτην η

Πυρία απεκρίθη τα εξής·

«Υπάρχει εις την Αρκαδίαν Τεγέα τις, έν τινι πεδιάδι. Εκεί πνέουσι

δύο άνεμοι προερχόμενοι υπό ισχυράς ανάγκης. Εκεί υπάρχει κτύπος

και αντίκτυπος, το κακόν κείται επί του κακού. Εκεί η παρέχουσα τα

προς το ζην γη κρύπτει τον υιόν του Αγαμέμνονος. Λάβε αυτόν και θα

νικήσης τους Τεγεάτας.»

Ήκουσαν και ταύτα οι Λακεδαιμόνιοι· αλλά καίτοι αναζητήσαντες

πανταχού, ουχ ήττον δεν ευκολύνθησαν το παράπαν εις την

ανακάλυψιν, μέχρις ου ανεύρεν αυτά ο Λίχας, Σπαρτιάτης εκ των

καλουμένων Αγαθοεργών, ήτοι εκ των πολιτών εκείνων οίτινες, πέντε

κατ' έτος, εξερχόμενοι από τους ιππείς ως γεροντότεροι, οφείλουσι

καθ' όλον το έτος το μετά την απαλλαγήν των εκ της υπηρεσίας να

μεταβαίνωσιν όπου τους καλεί η ανάγκη της κοινότητος των

Σπαρτιατών και να μη μένωσιν αργοί.

68. Ο Λίχας λοιπόν, είς των ανδρών τούτων, έκαμε την ανακάλυψιν

ταύτην εις την Τεγέαν κατά σύμπτωσιν και εξ ιδίας αγχινοίας.

Επειδή κατ' εκείνην την εποχήν συνεπεία ανακωχής είχον επαναληφθή

αι σχέσεις μεταξύ των δύο πόλεων, ο Λίχας, εισελθών εις το

εργαστήριον σιδηρουργού, τον παρετήρει ενώ εσφυρηλάτει τον σίδηρον

και εξεπλήττετο δι' εκείνο το οποίον έβλεπεν. Ιδών αυτόν ο

σιδηρουργός ότι εθαύμαζε, διέκοψε την εργασίαν του και τω είπε·

«Πόσον θα εξεπλήττεσο, ω ξένε Λάκων, εάν έβλεπες εκείνο το οποίον

είδον εγώ, αφού τώρα η τέχνη του σφυρηλατείν τον σίδηρον σοι

προξενεί τόσον θαυμασμόν; Ήθελα να κατασκευάσω φρέαρ εις την αυλήν

ταύτην· κατεγινόμην δε να σκάπτω, ότε το εργαλείον μου εκτύπησεν

εις φέρετρον μακρόν επτά πήχεων. Το ήνοιξα, μη δυνάμενος να

πιστεύσω ότι υπήρχαν ποτέ άνθρωποι μεγαλείτεροι παρ' όσον είναι

σήμερον, και είδον ότι το πτώμα ήτο ίσον κατά το μήκος· αφού δε τα

εμέτρησα, τα εκάλυψα πάλιν με τα χώμα.» Τοιουτοτρόπως ο

σιδηρουργός διηγήθη ό,τι είδεν· ο δε Λίχας, σκεφθείς καλώς τα

ρηθέντα, εσυμπέρανεν ότι κατά τον χρησμόν εκείνον έπρεπε να ήτο ο

Ορέστης· παρατηρών τα δυο φυσητήρια, εύρεν ότι εκείνα ήσαν οι δύο

άνεμοι· εν τη σφύρα και τω άκμονι ανεγνώρισε τον κτύπον και τον

αντίκτυπον, και εν τω σφυρηλατουμένω σιδήρω το κακόν όπερ κείται

επί του κακού, κρίνων ότι ο σίδηρος ανεκαλύφθη διά την δυστυχίαν

των ανθρώπων. Αφού έκαμε τους στοχασμούς τούτους, επιστρέψας εις

την Σπάρτην, ανεκοίνωσεν όλην την υπόθεσιν εις τους

Λακεδαιμονίους. Ούτοι δε, υπό πεπλασμένην κατηγορίαν, τον εδίκασαν

και τον κατεδίκασαν εις εξορίαν. Μεταβάς εις την Τεγέαν, είπεν εις

τον χαλκέα την συμφοράν του και εζήτει να ενοικιάση την αυλήν του,

την οποίαν ούτος ελυπείτο να την δώση· νικήσας τέλος την

αντίστασίν του, εγκατεστάθη εις αυτήν. Τότε ήνοιξε τον τάφον,

εσύναξε τα οστά και τα έφερεν εις την Σπάρτην. Απ' εκείνης δε της

στιγμής, οσάκις οι δύο λαοί εδοκίμαζον τας δυνάμεις των, πάντοτε

οι Λακεδαιμόνιοι ενίκων εις τας μάχας, και ήδη είχον καθυποτάξει

το πλείστον μέρος της Πελοποννήσου.

69. Μαθών πάντα ταύτα ο Κροίσος έπεμψεν εις την Σπάρτην πρέσβεις

με δώρα διά να ζητήση την συμμαχίαν της, παραγγείλας συγχρόνως

αυτούς τι να είπωσι. Φθάσαντες δε ούτοι είπον τα εξής· «Ο βασιλεύς

των Λυδών και άλλων εθνών Κροίσος μας πέμπει προς υμάς· ιδού τι

λέγει· «Ω Λακεδαιμόνιοι, το μαντείον του θεού μοι εσύστησε να

συμμαχήσω με τους Έλληνας. Επειδή δε υμείς εις την Ελλάδα κατέχετε

την πρώτην θέσιν, διά τούτο σας προσκαλώ, εν ονόματι του μαντείου,

να γενήτε σύμμαχοι και βοηθοί μου, άνευ δόλου και άνευ απάτης.»

Και ο μεν Κροίσος ταύτα επρότεινε διά των πρέσβεών του· οι δε

Λακεδαιμόνιοι, οίτινες και αυτοί είχον μάθει τον δοθέντα εις τον

Κροίσον χρησμόν, ευχαριστήθησαν διά την έλευσιν των Λυδών και

έδωκαν όρκους ξενίας και συμμαχίας· είχον δε και προηγουμένως

λάβει ευεργετήματά τινα παρά του Κροίσου. Ότε οι Λακεδαιμόνιοι

έπεμψαν εις τας Σάρδεις διά να αγοράσωσι τον χρυσόν τον οποίον

εσκόπευον να μεταχειρισθώσι διά το άγαλμα του Απόλλωνος όπερ τώρα

ευρίσκεται εις τον Θόρνακα της Λακωνικής, ο Κροίσος το έδωκεν εις

αυτούς δωρεάν, μολονότι ούτοι ήθελον να το αγοράσωσιν.

70. Τούτων ένεκα λοιπόν οι Λακεδαιμόνιοι εδέχθησαν την συμμαχίαν,

και επίσης διότι τους εξέλεξε κατά προτίμησιν από όλους τους

άλλους Έλληνας διά να ζητήση την φιλίαν των. Και αφ' ενός μεν ήσαν

έτοιμοι να τον βοηθήσωσιν εάν ήθελε τους προσκαλέσει, αφ' ετέρου

δε κατασκευάσαντες χαλκούν κρατήρα, πεποικιλμένον εξωτερικώς μέχρι

των χειλέων με σχήματα ζώων και χωρούντα τριακοσίους αμφορείς, τον

εκόμιζον εις τας Σάρδεις θέλοντες να τον δώσωσιν ως δώρον εις τον

Κροίσον αντί των όσων είχον λάβει παρ' αυτού. Αλλ' ο κρατήρ ούτος

δεν έφθασεν εις τας Σάρδεις, και το πράγμα εξηγείται διττώς. Οι

μεν Λακεδαιμόνιοι λέγουσιν ότι ο κρατήρ ενώ εκομίζετο εις τας

Σάρδεις, έφθασεν εις τα ύδατα της Σάμου, και ότι οι Σάμιοι,

μαθόντες τούτο, εισήλθον εις μακρά πλοία και τον ήρπασαν· οι δε

Σάμιοι λέγουσιν ότι οι μεταφέροντες αυτόν Λακεδαιμόνιοι,

βραδύναντες πολύ, έμαθον την πτώσιν των Σάρδεων και του Κροίσου

και ότι τότε επώλησαν τον κρατήρα εις την νήσον Σάμον εις

ανθρώπους ιδιώτας, οίτινες τον ηγόρασαν διά να τον αφιερώσωσιν εις

τον ναόν της Ήρας. Ίσως εκείνοι οίτινες τον επώλησαν είπον κατά

την εις Σπάρτην επιστροφήν των ότι τον ήρπασαν οι Σάμιοι. Ταύτα

είναι τα του κρατήρος.

71. Ο Κροίσος λοιπόν, εξηγών λελανθασμένως τον χρησμόν, ητοίμαζεν

εκστρατείαν κατά της Καππαδοκίας, ελπίζων ότι ήθελε καταλύσει τον

Κροίσον και την δύναμιν των Περσών. Ενώ δε διήρκουν αι ετοιμασίαι

αύται, Λυδός τις, ονόματι Σάνδανις, προ πολλού φημιζόμενος ως

φρόνιμος άνθρωπος και του οποίου η ομιλία κατά την περίστασιν

ταύτην ηύξησεν έτι μάλλον την φήμην του μεταξύ των συμπολιτών του,

έδωκεν εις τον Κροίσον την εξής συμβουλήν· Ω βασιλεύ, προτίθεσαι

να εκστρατεύσης εναντίον ανθρώπων οίτινες φορούσι δερματίνας

αναξυρίδας και ενδύματα δερμάτινα, οίτινες τρώγουσιν όχι ό,τι

θέλουσιν αλλ' ό,τι έχουσι, διότι η χώρα των είναι άφορος. Εκτός

τούτου δεν γνωρίζουσι την χρήσιν του οίνου, αλλά πίνουσιν ύδωρ·

δεν έχουσι σύκα να φάγωσιν ούτε άλλο τι καλόν. Εάν λοιπόν τους

νικήσης, τι θα λάβης παρ' ανθρώπων μη εχόντων τίποτε; Εάν δε εξ

εναντίας νικηθής, σκέφθητι πόσα αγαθά θα χάσης. Μόλις γευθώσι τα

ιδικά μας αγαθά, θα προσκολληθώσιν εις αυτά και θα μας ήναι

αδύνατον να ελευθερωθώμεν από αυτούς. Εγώ ευχαριστώ τους θεούς ότι

δεν ενέπνευσαν εις τους Πέρσας την σκέψιν να στρατεύσωσι κατά των

Λυδών.» Οι λόγοι όμως ούτοι δεν έπεισαν τον Κροίσον και αληθώς οι

Πέρσαι, πριν υποτάξωσι τους Λυδούς, ούτε αβρόν τι είχον ούτε άλλο

τι αγαθόν.

72. Οι Καππαδόκαι ονομάζονται από τους Έλληνας Σύριοι· υποτελείς

όντες των Μήδων, πριν λάβωσι την αρχήν οι Πέρσαι, υπήκουον τότε

εις τον Κύρον· διότι το μεταξύ του μηδικού και του λυδικού

βασιλείου όριον ήτο ο ποταμός Άλυς, όστις εκ των ορέων της

Αρμενίας καταβαίνει διά της Κιλικίας και ρέει ακολούθως έχων

δεξιόθεν τους Ματιανούς και αριστερόθεν τους Φρύγας· αφού δε

παρέλθη αυτούς, στρέφεται προς άρκτον, χωρίζων τους Συρίους

Καππαδόκας από τους Παφλαγόνας, οίτινες κατοικούσι την αριστεράν

όχθην. Τοιουτοτρόπως ο Άλυς χωρίζει σχεδόν όλας τας επαρχίας της

Μικράς Ασίας, από της θαλάσσης της Κύπρου μέχρι του Ευξείνου

πόντου· είναι δε το μέρος τούτο αυχήν όλης της χώρας του οποίου το

μήκος, δι' ένα καλόν πεζοδρόμον, είναι πέντε ημερών οδός.

73. Ο Κροίσος εισήλθεν εις την Καππαδοκίαν, επιθυμών αφ' ενός μεν

να την κατακτήση και να προσθέση την επαρχίαν ταύτην εις το

βασίλειόν του, αφ' ετέρου δε πειθόμενος εις το μαντείον και

ελπίζων να εκδικηθή τον Κύρον διά τον Αστυάγη· διότι ο Αστυάγης,

υιός του Κυαξάρου, βασιλεύς των Μήδων, τον οποίον ο Κύρος, υιός

του Καμβύσου, είχε καταστρέψει, ήτο γαμβρός του Κροίσου. Έγινε δε

γαμβρός του τοιουτοτρόπως. Σώμα Σκυθών νομάδων αποστατήσαν έφυγε

και ήλθεν εις την Μηδίαν. Κατ' εκείνον τον χρόνον εβασίλευεν εις

τους Μήδους ο Κυαξάρης, υιός του Φραόρτου, εγγονός του Δηιόκου,

όστις κατ' αρχάς μεν υπεδέχθη καλώς τους Σκύθας τούτους, ελθόντας

ικέτας. Εις τοιαύτην δε εύνοιαν τους έλαβεν ώστε τοις παρέδωκε

παίδας τινας διά να μάθωσι την γλώσσαν των και την τέχνην των

τόξων. Οι άνθρωποι ούτοι, των οποίων η μόνη ενασχόλησις ήτο το

κυνήγιον και οίτινες πάντοτε επέστρεφον με θήρευμά τι, συνέβη

ημέραν τινά να επανέλθωσι με χείρας κενάς. Ο Κυαξάρης όστις, ως

έδειξε, παρεφέρετο εις το έπακρον, εφέρθη προς αυτούς σκληρότατα

και απρεπέστατα. Οι Σκύθαι συνησθάνθησαν την ύβριν ως άνθρωποι

αδίκως παθόντες, και απεφάσισαν να φονεύσωσι τον ένα εκ των παίδων

τους οποίους είχον πλησίον των και εδίδασκον, να μαγειρεύσωσι τας

σάρκας του όπως εσυνείθιζον να μαγειρεύωσι το κρέας των θηρίων, να

τας προσφέρωσιν εις τον Κυαξάρη λέγοντες εις αυτόν ότι ήτο εκ του

κυνηγίου των, και αμέσως να φύγωσιν εις τας Σάρδεις, προς τον

Αλυάττην, υιόν του Σαρδυάττου. Τούτο και έπραξαν· ώστε ο Κυαξάρης

και οι συνδαιτυμόνες του έφαγον από εκείνα τα κρέατα, και οι

Σκύθαι, μετά το έγκλημα τούτο, εγένοντο ικέται του Αλυάττου.

74. Ο Κυαξάρης τους απήτησεν, ο βασιλεύς των Σάρδεων ηρνήθη να

τους παραδώση· πόλεμος λοιπόν εγένετο μεταξύ των Λυδών και των

Μήδων, όστις διήρκεσε πέντε έτη κατά τα οποία οι δύο λαοί εναλλάξ

ενίκων και ηττώντο. Συνέβη μάλιστα και είδος τι νυκτερινής μάχης

κατά το έκτον έτος. Μέχρι τότε ο πόλεμος διεξήγετο ισορρόπως.

Συνεπλάκησαν λοιπόν, αλλ' αίφνης, ενώ η συμπλοκή ήτο εις την ακμήν

της, η ημέρα εγένετο νυξ. Ο Θαλής ο Μιλήσιος είχεν αναγγείλει την

μεταβολήν ταύτην εις τους Ίωνας, και είχε μάλιστα προσδιορίσει εκ

των προτέρων το έτος καθ' ο συνέβη (4). Οι Λυδοί και οι Μήδοι

ιδόντες την νύχτα λαμβάνουσαν την θέσιν της ημέρας, διέκοψαν την

μάχην, και μετά ταύτα αμφότεροι εφάνησαν προθυμότεροι να κάμωσιν

ειρήνην. Οι συμφιλιώσαντες αυτούς ήσαν ο Συέννεσις ο Κίλιξ και ο

Λαβύνητος ο Βαβυλώνιος. Αμφότεροι δε επέσπευσαν την συνθήκην, εξ

ης επήλθε και επιγαμία, καθότι απεφάσισαν να δώση ο Αλυάττης την

θυγατέρα του Αρύηνιν εις τον Αστυάγη, υιόν του Κυαξάρου. Και

τωόντι, άνευ ισχυρού δεσμού, οι συμβιβασμοί ουδεμίαν έχουσιν

ισχύν. Οι όρκοι παρά τοις έθνεσι τούτοις γίνονται διά του αυτού

τρόπου ως και παρά τοις Έλλησι· χαράττουσιν ελαφρώς τους βραχίονας

και λείχουσι το αίμα αλλήλων.

75. Τούτον λοιπόν τον Αστυάγη όστις ήτο προς μητρός πάππος του,

κατέστρεψεν ο Κύρος· βραδύτερον θα είπω διά ποίαν αιτίαν. Ο

Κροίσος, μεμφόμενος διά την αιτίαν ταύτην τον Κύρον, ηρώτησε το

μαντείον διά να μάθη εάν τω ήτο συγχωρημένον να επιχειρήση πόλεμον

κατ' αυτού. Αφού δε έλαβε την διφορουμένην απόκρισιν, επίστευσεν

ότι αύτη ήτο υπέρ αυτού και εκίνησε διά να εισβάλη εις την

επικράτειαν των Περσών. Φθάσας εις τον Άλυν, διεβίβασε το

στράτευμά του, ως μεν εγώ νομίζω διά των υπαρχουσών γεφυρών, ως

διηγούνται δε οι Έλληνες διεύθυνε την διάβασιν ο Θαλής ο Μιλήσιος·

διότι, λέγουσιν, αι γέφυραι δεν ήσαν ακόμη κατεσκευασμέναι και ο

Κροίσος εδυσκολεύετο να επιχειρήση ταύτην, όταν ο Θαλής, όστις

ευρίσκετο εις το στρατόπεδον, αποτρέψας τον ποταμόν, τον έκαμε να

τρέχη ουχί προς τα αριστερά αλλά προς τα δεξιά του στρατού. Έπραξε

δε τούτο διά του ακολούθου τρόπου· άνωθεν του στρατοπέδου ήρχισε

να σκάπτη διώρυγα βαθείαν και την έφερε μηνοειδή όπως κυκλώση

όπισθεν το στρατόπεδον. Εις αυτήν την διώρυγα πίπτων ο ποταμός

άφινε το πρώτον ρεύμα, και αφού περιήρχετο το στρατόπεδον,

επανήρχετο εις τον πρώτον δρόμον του. Ούτω δε, επειδή εσχίσθη ο

ποταμός, εγένετο διαβατός και κατά τα δύο μέρη. Τινές λέγουσιν ότι

η αρχαία κοίτη ευρέθη όλως ξηρά· αλλ' εγώ δεν δύναμαι να παραδεχθώ

την διήγησιν ταύτην, διότι πώς εις την επιστροφήν των διέβησαν

αυτόν οι Λυδοί;

76. Διαβάς ο Κροίσος τον ποταμόν μετά του στρατεύματος έφθασεν εις

την Πτερίαν της Καππαδοκίας· η πόλις αύτη, κειμένη απέναντι της

Σινώπης επί του Ευξείνου Πόντου, είναι το ισχυρότατον μέρος της

χώρας. Εκεί δε στρατοπεδευσάμενος έφθειρε τους αγρούς των Συρίων·

εκυρίευσε δε την πόλιν των Πτερίων και εξηνδραπόδισε τους

κατοίκους· εκυρίευσε προς τούτοις όλας τας πλησιοχώρους πόλεις και

κατέστρεψεν ολοσχερώς τους κατοίκους των χωρίς να τω πταίσωσιν εις

τίποτε. Ο δε Κύρος, συναθροίσας όλας τας δυνάμεις του και

παραλαβών πάντας τους μεταξύ οικούντας επροχώρει εις απάντησιν του

Κροίσου. Πριν κινήση το στράτευμα, είχε πέμψει κήρυκας προς τους

Ίωνας προσπαθών να τους αποσπάση από τον Κροίσον, αλλά δεν το

κατώρθωσεν. Ανεχώρησεν όμως και ήλθε να στρατοπεδεύση απέναντι των

Λυδών· οι δύο στρατοί εδοκίμασαν τας δυνάμεις των εις την πεδιάδα

της Πτερίας. Η συμπλοκή εγένετο τρομερά· εκατέρωθεν έπεσαν πολλοί,

η δε νίκη ήτο αμφίρροπος, ότε επήλθεν η νυξ και διεχώρισε τους

μαχομένους. Τοιαύτη υπήρξεν η πρώτη μάχη αυτών (5).

77. Ο Κροίσος απέδωκε το αποτέλεσμα τούτο εις τον υποδεέστερον

αριθμόν του στρατού του· και ήτο τωόντι ο στρατός του ολιγώτερος

του στρατού του Κύρου· επομένως, την ακόλουθον ημέραν, επειδή ο

Κύρος δεν εξήλθε κατ' αυτού, επέστρεψεν εις τας Σάρδεις

διανοούμενος να προσκαλέση τους Αιγυπτίους κατά τας συνθήκας

(καθότι είχε κάμει συμμαχίαν με τον βασιλέα της Αιγύπτου Άμασιν

πριν κάμη με τους Λακεδαιμονίους), να μηνύση να έλθωσι και οι

Βαβυλώνιοι (οίτινες ήσαν επίσης σύμμαχοί του και εβασίλευεν επ'

αυτών ο Λαβύνητος), και να ειδοποιήση τους Λακεδαιμονίους να

παρευρεθώσιν εις προσδιορισθησομένην ώραν. Κατ' αυτόν, διά να

συναθροισθώσιν όλοι ούτοι οι σύμμαχοι και συγκεντρωθώσιν αι ίδιαί

του δυνάμεις, απητείτο όλος ο χειμών, και εσκόπευεν, άμα τη

επανόδω του έαρος, να επαναλάβη τας επιχειρήσεις του εναντίον των

Περσών. Και αυτός μεν, τοιούτους σκοπούς έχων, άμα επέστρεψεν εις

τας Σάρδεις, έπεμψε κήρυκας προς τους συμμάχους διά να είπωσιν εις

αυτούς να συναχθώσι μετά πέντε μήνας εις την πόλιν ταύτην. Εις το

παρόν δε στράτευμα, όπερ επολέμησε κατά των Περσών και ήτο

ξενικόν, έδωκεν άδειαν να διαλυθή, μηδόλως υποπτεύων ότι μετά

μάχην ης η έκβασις ήτο τόσον αμφίρροπος, ο Κύρος θα εβάδιζε κατά

των Σάρδεων.

78. Ενώ ο Κροίσος ελάμβανε τα μέτρα ταύτα, όλον το έδαφος των

Σάρδεων επληρώθη υπό όφεων. Εις την εμφάνισιν αυτών οι ίπποι,

αφίνοντες τας βοσκάς των, έτρεχον να τους καταφάγωσιν. Ιδών το

γινόμενον ο Κροίσος εστοχάσθη, όπως και ήτο πράγματι, ότι ήτο

θαύμα. Αμέσως λοιπόν έπεμψε να ερωτήση τους μάντεις της Τελμησσού.

Ελθόντες οι απεσταλμένοι του και μαθόντες από τους Τελμησσείς τι

εσήμαινε το σημείον εκείνο, δεν επρόφθασαν να φέρωσιν εις τον

κύριόν των την εξήγησιν, διότι πριν τους επαναφέρη το πλοίον των

εις τας Σάρδεις, ο Κροίσος ήτο αιχμάλωτος. Οι Τελμησσείς εξήγησαν

ότι ο Κροίσος έπρεπε να προσμένη στράτευμα αλλοεθνές εισβάλλον εις

την χώραν του και καταστρέφον τους κατοίκους, διότι ο όφις

σημαίνει τέκνον της γης και ο ίππος πολέμιον και ξένον. Βεβαίως οι

Τελμησσείς έδωκαν την απόκρισιν ταύτην αφού ο βασιλεύς εγένετο ήδη

αιχμάλωτος, αλλά δεν εγνώριζον τίποτε μήτε περί αυτού μήτε περί

των Σάρδεων.

79. Ο δε Κύρος μαθών ότι ο Κροίσος όστις, μετά την εν Πτερία

μάχην, είχεν αρχίσει την υποχώρησιν, έμελλε να διαλύση τα

στρατεύματά του, απεφάσισε να βαδίση κατά των Σάρδεων όσον το

δυνατόν ταχύτερον· εθεώρει δε την επιτυχίαν του βεβαίαν εάν

κατώρθονε να φθάση εκεί πριν οι Λυδοί δυνηθώσι να ενώσωσι τας

δυνάμεις των εκ δευτέρου. Συγχρόνως με την απόφασιν εγένετο και η

εκτέλεσις· ο περσικός στρατός διέσχισε την Λυδίαν, και ο Κύρος

εγένετο απεσταλμένος εαυτού προς τον Κροίσον. Τότε ο Κροίσος

περιελθών εις μεγάλην αμηχανίαν, διότι τα πράγματα έλαβον αλλοίαν

τροπήν παρ' ό,τι αυτός προέβλεπεν, έφερεν ουχ ήττον τους Λυδούς

εις μάχην. Κατ' εκείνον τον χρόνον δεν υπήρχεν εις την Ασίαν έθνος

ανδρειότερον και πολεμικώτερον από το Λυδικόν· εμάχετο δε με

ίππους, εκράτει μεγάλα δόρατα και είχεν επιτηδειοτάτους ιππείς.

80. Οι δε στρατοί συνηντήθησαν προ των Σάρδεων εις πεδιάδα μεγάλην

και άδενδρον την οποίαν διασχίζουσι μεγάλοι ποταμοί οίτινες όλοι,

μετά του Ύλου, πίπτουσιν εις το ευρύτατον ρεύμα του Έρμου, όστις

τρέχων εκ του ιερού όρους του αφιερωμένου εις την μητέρα Κυβέλην,

χύνεται εις την θάλασσαν πλησίον της Φωκαίας. Επί τοιούτου εδάφους

ο Κύρος, όταν είδε τους Λυδούς παρατεταγμένους εις μάχην, εφοβήθη

το ιππικόν των, και κατά συμβουλήν του Μήδου Αρπάγου, έκαμε τα

εξής· απεφόρτωσε τας καμήλους όσαι μετεκόμιζον διά τον στρατόν

τρόφιμα και σκεύη, τας συνήθροισε και ανεβίβασεν επ' αυτών άνδρας

ωπλισμένους ως ιππείς. Οι άνδρες ούτοι εσχημάτισαν την πρώτην

γραμμήν του Κύρου και τους αντέταξε προς το λυδικόν ιππικόν,

διέταξε δε τον πεζόν στρατόν να ακολουθή τας καμήλους, και όπισθεν

των πεζών έθεσεν όλον το ιππικόν. Σχηματίσας τοιουτοτρόπως τας

τάξεις του, διέταξε να μη φεισθώσιν ουδενός και να φονεύσωσιν

όλους τους Λυδούς όσοι ήθελον αντισταθή, εκτός μόνου του Κροίσου,

έστω και αν ήθελεν αντισταθή· τοιαύται ήσαν αι παραγγελίαι του,

και ιδού διατί αντέταξε τας καμήλους του εναντίον του εχθρικού

ιππικού. Ο ίππος φοβείται την κάμηλον· δεν δύναται να υποφέρη μήτε

την θέαν της όταν την ιδή, μήτε την οσμήν της εάν την οσφρανθή.

Διά του στρατηγήματος τούτου ο Κύρος ήθελε να καταστήση άχρηστον

το ιππικόν επί του οποίου εβασίζετο ο Κροίσος ότι ήθελε καταγάγει

νίκην λαμπράν. Τωόντι, άμα εγένετο η συμπλοκή, οι ίπποι

ωσφράνθησαν τας καμήλους, τας είδον, ανέστρεψαν εις τα οπίσω και η

τελευταία ελπίς του Κροίσου απέτυχεν. Αλλ' οι Λυδοί δεν εφάνησαν

δειλοί· όταν ενόησαν το γενόμενον, επήδησαν από τους ίππους και

συνεπλάκησαν με τους Πέρσας πεζοί. Ύστερον δε, αφού έπεσαν πολλοί

εκατέρωθεν, οι Λυδοί ετράπησαν εις φυγήν, και περικλεισθέντες εις

τα τείχη των επολιορκούντο υπό των Περσών.

81. Ενώ ο εχθρός επολιόρκει την πόλιν, ο Κροίσος, νομίζων ότι η

πολιορκία ήθελε παραταθή, έπεμψεν εκ του τείχους νέους

απεσταλμένους προς τους συμμάχους. Πρότερον τους είχε προσκαλέσει

να έλθωσι κατά τον πέμπτον μήνα εις τας Σάρδεις, τώρα δε τοις

εζήτει ταχίστην βοήθειαν, αναγγέλλων αυτοίς ότι οι εχθροί τον

επολιόρκουν.

82. Έπεμψε λοιπόν προς όλους τους συμμάχους του και ιδίως εις την

Λακεδαίμονα. Αλλά κατ' εκείνον τον χρόνον έρις τις είχεν αναφυή

μεταξύ των Σπαρτιατών και των Αργείων περί της χώρας της

καλουμένης Θυρέας. Την Θυρέαν ταύτην, αποτελούσαν μέρος της

Αργολίδος, είχον αρπάσει οι Λακεδαιμόνιοι· καθότι όλον εκείνο το

μέρος προς δυσμάς μέχρι της Μαλέας άκρας, τόσον η ήπειρος, όσον

και τα Κύθηρα και αι λοιπαί νήσοι ανήκον εις τους Αργείους. Οι

Αργείοι έλαβον τα όπλα διά να επανακτήσωσι την αφαιρεθείσαν από

αυτούς γην· και ελθόντες εις ομιλίαν συνεφώνησαν να πολεμήσωσι

τριακόσιοι εξ εκατέρου μέρους και οι νικηταί να λάβωσι την

διαφιλονεικουμένην γην. Οι δύο στρατοί ώφειλον να επανέλθωσιν εις

τας πατρίδας των και να μη παρασταθώσιν εις την μάχην, μήπως,

βλέποντες τους ιδικούς των νικωμένους, αποπειραθώσι να τους

βοηθήσωσι· Συμφωνηθέντων τούτων, οι μεν στρατοί ανεχώρησαν, οι δε

εκλεχθέντες εκατέρωθεν άνδρες έμειναν και ήλθον εις χείρας.

Επολέμησαν δε μετά τοσαύτης ισότητος δυνάμεων, ώστε, εκ των

εξακοσίων συμπλακέντων ανδρών, τρεις μόνον επέζησαν· ο Αλκήνωρ και

ο Χρόμιος από τους Αργείους, και ο Οθρυάδης από τους

Λακεδαιμονίους. Έμεινον δε ούτοι ζώντες διότι επήλθεν η νυξ. Οι δε

Αργείοι, νομίζοντες εαυτούς νικητάς, έδραμον εις το Άργος· αλλ' ο

Λακεδαιμόνιος Οθρυάδης, σκυλεύσας τα εχθρικά πτώματα και κομίσας

τα όπλα εις το στρατόπεδον των Λακεδαιμονίων, έμεινεν εις την

θέσιν του. Την επιούσαν οι δύο στρατοί, μαθόντες το αποτέλεσμα,

έδραμον, και επί τινα χρόνον αμφότεροι οικειοποιούντο την νίκην·

οι μεν Αργείοι λέγοντες ότι εξ αυτών επέζησαν οι περισσότεροι, οι

δε Λακεδαιμόνιοι ότι ο Σπαρτιάτης έμεινεν εις το πεδίον της μάχης

και εσκύλευσε τους νεκρούς. Η έρις επερατώθη διά μάχης εις ην

πολλοί εφονεύθησαν εκατέρωθεν και επί τέλους ενίκησαν οι

Λακεδαιμόνιοι. Από της εποχής εκείνης οι Αργείοι κόπτουσι τας

κόμας των τας οποίας άλλοτε κατ' ανάγκην άφινον κυματιζούσας·

έκαμαν δε νόμον και εψήφισαν κατάραν κατά παντός Αργείου όστις

ήθελεν αφήσει κόμην μακράν και κατά πάσης Αργείας ήτις ήθελε

φορέσει χρυσά κοσμήματα πριν ανακτηθή η Θυρέα. Οι δε Λακεδαιμόνιοι

έθεσαν νόμον όλως εναντίον· ενώ πρότερον έκειρον την κόμην, απ'

εκείνης της εποχής άφινον αυτήν να αυξάνη. Διηγούνται δε ότι ο

Οθρυάδης, ο επιζήσας εκ των τριακοσίων, αισχυνόμενος να επιστρέψη

εις την Σπάρτην ενώ οι σύντροφοι του είχον φονευθή, ηυτοκτόνησεν

εκεί εις την Θυρέαν.

83. Εις τοιαύτην κατάστασιν ήσαν τα πράγματα της Σπάρτης όταν

έφθασεν ο κήρυξ εκ των Σάρδεων, παρακαλών αυτούς να βοηθήσωσι τον

Κροίσον πολιορκούμενον. Μόλις όμως τον ήκουσαν, έσπευσαν να

υπάγωσιν εις βοήθειάν του. Τα πλοία των ήσαν έτοιμα και αυτοί

παρεσκευασμένοι να αναχωρήσωσιν, ότε δεύτερος απεσταλμένος τοις

ανήγγειλε την πτώσιν της ακροπόλεως και την αιχμαλωσίαν του

Κροίσου· εθεώρησαν λοιπόν το συμβάν ως μέγα δυστύχημα και έμειναν.

84. Ιδού δε πώς εκυριεύθησαν αι Σάρδεις· κατά την δεκάτην τετάρτην

ημέραν της πολιορκίας ο Κύρος διεκήρυξε δι' ανδρών εφίππων εις

όλας τας τάξεις του στρατού ότι θα ανταμείψη εκείνον όστις πρώτος

ήθελεν αναβή επί των επάλξεων. Κατά συνέπειαν της υποσχέσεως

ταύτης ο στρατός έκαμε πολλάς αποπείρας αλλ' άνευ αποτελέσματος

και έμενεν ησυχάζων, ότε ανήρ τις εκ του έθνους των Μάρδων,

καλούμενος Υροιάδης, απεπειράθη να αναβή εις μέρος τι της

ακροπόλεως όπου δεν έθετον φύλακας, διότι ποτέ δεν επίστευον να

κυριευθή απ' εκείνο το μέρος όπερ ήτο απότομον και απροσπέλαστον.

Τούτου ένεκα ούτε ο Μήλης, ο πρώτος βασιλεύς των Σάρδεων, δεν είχε

περιφέρει κατ' εκείνο το μέρος τον λέοντα τον οποίον εγέννησεν η

παλλακίς του όταν οι Τελμησσείς είπον ότι εάν ο λέων περιεφέρετο

εις τας επάλξεις, αι Σάρδεις θα ήσαν ανάλωτοι. Ο Μήλης λοιπόν τον

περιέφερεν εις όλα τα μέρη εκ των οποίων ηδύνατο να προσβληθή η

ακρόπολις, και παρημέλησε το μέρος εκείνο ως απρόσιτον. Είναι δε

τούτο αντικρύ του όρους Τμώλου. Αυτός λοιπόν ο Μάρδος Υροιάδης,

ιδών την προλαβούσαν ημέραν Λυδόν τινα καταβαίνοντα εκείθεν διά να

λάβη περικεφαλαίαν κυλίσασαν άνωθεν, εσκέφθη και απεφάσισεν· ανέβη

κατόπιν του Λυδού και άλλοι Πέρσαι τον εμιμήθησαν. Τοιουτοτρόπως

δε, επειδή ανέβησαν πολλοί, εκυριεύθη η πόλις και ελεηλατήθη.

85. Ιδού τότε τι συνέβη και εις αυτόν τον Κροίσον. Είχεν υιόν περί

του οποίου ωμίλησα προ ολίγου, καλόν μεν κατά τα άλλα, πλην

άλαλον. Κατά τον καιρόν της ευτυχίας του ο Κροίσος ουδέν

παρημέλησε διά να τον θεραπεύση· ιδίως δε ένεκα τούτου ηρώτησε το

μαντείον των Δελφών, και η Πυθία απεκρίθη τα εξής·

«Ω Λυδέ, βασιλεύ πολλών, ω Κροίσε ανοητότατε. Μη εύχεσαι ν'

ακούσης εις την κατοικίαν σου την ποθητήν φωνήν του ομιλούντος

υιού σου· συμφερότερον σε είναι να μένη άλαλος, διότι θα ομιλήση

πρώτην φοράν εις ημέραν δυστυχή.»

Τωόντι, κυριευθέντος του τείχους, είς των Περσών ολίγον έλειψε να

φονεύση τον Κροίσον, μη γνωρίζων αυτόν· ο βασιλεύς εν τούτοις τον

είδεν ορμώντα εναντίον του και έμεινεν αδιαφορών ένεκα της

παρούσης δυστυχίας του και ουδόλως μεριμνών εάν έπιπτεν υπό τα

κτυπήματά του. Αλλ' ο υιός του, ο άλαλος εκείνος, εις την

απειλητικήν θέαν του Πέρσου, καταληφθείς υπό φόβου και θλίψεως,

εξέβαλε φωνήν και είπεν· «Ω άνθρωπε, μη φονεύσης τον Κροίσον.»

Αύται ήσαν αι πρώται λέξεις τας οποίας επρόφερε· και απ' εκείνης

της ώρας ωμίλει μέχρι τέλους του βίου του.

86. Εκυρίευσαν λοιπόν οι Πέρσαι τας Σάρδεις και εζώγρησαν τον

Κροίσον, όστις, μετά δεκατεσσάρων ετών βασιλείαν και δεκατεσσάρων

ημερών πολιορκίαν, κατέστρεψεν, ως προείπεν ο χρησμός, μεγάλην

αρχήν, την ιδίαν εαυτού. Λαβόντες δε αυτόν οι Πέρσαι, τον έφερον

εις τον Κύρον, όστις διέταξε να σωρεύσωσι μεγάλην πυράν όπου

ανεβίβασε τον Κροίσον δεδεμένον με πέδας και μετ' αυτού

δεκατέσσαρας νέους Λυδούς, είτε σκοπεύων να προσφέρη τα ακροθίνια

ταύτα εις θεότητά τινα (6), είτε διά να εκπληρώση ευχήν τινα,

είτε, επειδή είχεν ακούσει ότι ο Κροίσος ήτο θεοσεβής, διά να ιδή

εάν επί της πυράς θεός τις ήθελε τον προφυλάξει από του να καή

ζων. Όπως και αν έχη το πράγμα, έπραξεν όσα ανέφερα· ο δε Κροίσος,

τεθείς επί της πυράς, ενθυμήθη με όλα του τα δεινά τον Σόλωνα και

τους λόγους τους οποίους ούτος, κατ' έμπνευσιν θείαν, τω είχεν

ειπεί· ότι δηλαδή κανείς άνθρωπος δεν είναι ευδαίμων. Ενθυμηθείς

ταύτα εστέναξεν, έρρηξε την σιωπήν και επανέλαβε τρις το όνομα του

Σόλωνος. Ο Κύρος τον ήκουσε και διέταξε τους διερμηνείς του να τον

ερωτήσωσι ποίον επεκαλείτο· πλησιάσαντες ούτοι τον ηρώτησαν, αλλά

παρήλθεν αρκετή ώρα πριν αποκριθή. Τέλος, επειδή τον εβίαζον,

είπεν· «Είναι άνθρωπος του οποίου αι συμβουλαί είναι προτιμότεραι

εις τους βασιλείς παρά όλα τα πλούτη.» Και επειδή ουδείς ενόησε

την απόκρισιν ταύτην, εζήτησαν να εξηγηθή· βαρυνθείς δε τας

επιμόνους ερωτήσεις των, τοις είπεν ότι Αθηναίος τις, ο Σόλων,

ήλθεν άλλοτε εις τας Σάρδεις, ότι είδεν όλα τα πράγματα, ότι

περιεφρόνησε τα πλούτη του και ότι προσέθηκε λόγους οίτινες διά

τον Κροίσον έμελλον να πραγματοποιηθώσιν όπως τους είχεν ειπεί, αν

και οι λόγος του Αθηναίου δεν απευθύνοντο προς αυτόν ατομικώς αλλά

προς όλον το ανθρώπινον γένος και ιδίως εις εκείνους οίτινες

νομίζουσιν εαυτούς ευτυχείς. Διαρκούσης της διηγήσεως ταύτης, η

πυρά, αναφθείσα ήδη, έκαιεν όλα τα πέριξ, όταν ο Κύρος, εις ον οι

διερμηνείς ανεκοίνωσαν όσα είπεν ο Κροίσος, μετεμελήθη· εσκέφθη

ότι άνθρωπος ων έμελλε να παραδώση εις τας φλόγας άνθρωπον ζώντα

όστις δεν υπήρξε κατώτερος αυτού κατά την ευδαιμονίαν· εφοβήθη

μήπως η πράξις του αύτη τιμωρηθή· εσκέφθη ότι ουδέν ανθρώπινον

διαρκές και διέταξε να σβύσωσι τάχιστα την πυράν και να

καταβιβάσωσι τον Κροίσον και τους μετ' αυτού· αλλ' οι άνθρωποί

του, με όλας τας προσπαθείας των, δεν ηδυνήθησαν να σταματήσωσι το

πυρ.

87. Τότε, ως λέγουσιν οι Λυδοί, ο Κροίσος, ιδών ότι ο Κύρος

μετενόησεν, ότι όλοι κατεγίνοντο να σβέσωσι το πυρ και ότι δεν

ηδύναντο να το κατορθώσωσιν, επεκαλέσθη την βοήθειαν του

Απόλλωνος, ικετεύων αυτόν, εάν ποτε τω προσέφερε δώρον ευχάριστον,

να τον σώση από τον έσχατον εκείνον κύνδυνον. Ταύτα προσευχόμενος

έκλαιεν. Αίφνης δε, ενώ ο ουρανός ήτο αίθριος και ήρεμος,

συνεσωρεύθησαν νέφη, θύελλα εξερράγη και έπεσε βροχή ορμητικωτάτη

ήτις έσβεσε την πυράν. Τότε ο Κύρος ανεγνώρισεν ότι ο Κροίσος ήτο

άνθρωπος καλός και αγαπητός εις τους θεούς, τον κατεβίβασεν από

την πυράν και τω είπε· «Κροίσε, ποίος θνητός σε συνεβούλευσε να

εισβάλης ένοπλος εις την χώραν μου, και να προτιμήσης την έχθραν

μου; — Ω βασιλεύ, απεκρίθη ο Κροίσος, ταύτα έπραξα διά την ιδικήν

σου ευτυχίαν και την ιδικήν μου απώλειαν. Ο θεός των Ελλήνων είναι

αιτία τούτου· αυτός με παρώτρυνε να λάβω τα όπλα, διότι ουδείς

είναι τόσον άφρων ώστε να προτιμήση τον πόλεμον αντί της ειρήνης.

Εν ειρήνη, τα τέκνα θάπτουσι τους πατέρας των· εν πολέμω, οι

πατέρες θάπτουσι τα τέκνα των. Αλλ' ούτως ηθέλησαν οι θεοί, να

συμβώσιν όσα συνέβησαν.»

88. Ο μεν Κροίσος ταύτα είπεν· ο δε Κύρος, λύσας τα δεσμά του, τον

εκάθισε πλησίον του και εφέρθη προς αυτόν μετά μεγάλου σεβασμού·

αυτός ο ίδιος και οι περί αυτόν τον παρετήρουν μετά θαυμασμού. Εν

τούτοις ο Κροίσος, παραδεδομένος εις τας σκέψεις του, εσιώπα.

Έπειτα στραφείς είδε τους Πέρσας καταγινομένους να λεηλατώσι την

πόλιν και ανέκραξεν· «Ω βασιλεύ, πρέπει να σοι είπω ό,τι φρονώ ή

είναι προτιμότερον να σιωπήσω εις την παρούσαν περίστασιν;»

Επιτρέψαντος δε του Κύρου να είπη θαρρούντως ό,τι ήθελεν, εκείνος

ηρώτησε λέγων· «Τι πράττει μετά τόσης σπουδής το πολύ εκείνο

πλήθος; — Λεηλατεί την πόλιν και αρπάζει τους θησαυρούς σου,

απεκρίθη ο Κύρος. — Ούτε την πόλιν μου λεηλατεί, ούτε τους

θησαυρούς μου αρπάζει, διότι ουδέν τούτων μοι ανήκει πλέον·

λεηλατεί και αρπάζει τα ιδικά σου.»

89. Εκπλαγείς ο Κύρος διά την απόκρισιν ταύτην, απεμάκρυνεν όλους

και ηθέλησε να μάθη παρά του Κροίσου τι προέβλεπε δι' αυτόν εις

εκείνα τα οποία συνέβαινον. Ο Κροίσος απεκρίθη· «Αφού οι θεοί με

παρέδωκαν αιχμάλωτόν σου, νομίζω δίκαιον, εάν βλέπω τι το οποίον

συ δεν βλέπεις, να σοι το λέγω. Οι Πέρσαι είναι φύσει θρασείς και

στερούνται χρημάτων. Εάν λοιπόν τους αφήσης να διαρπάζωσι και να

κρατώσι δι' εαυτούς πλούσια πράγματα, ιδού τι θα ακολουθήση εις

σε· εκείνον όστις λάβη τα περισσότερα, θα αναγκασθής μετ' ολίγον

να τον πολεμήσης ως επαναστάτην. Τώρα λοιπόν, εάν σοι αρέσκωσιν αι

συμβουλαί μου, πράξον ό,τι θα σε είπω· θέσον εις όλας τας πύλας

φύλακας εκ των δορυφόρων σου οίτινες να λέγωσιν εις όσους

εξέρχονται βαστάζοντες λάφυρα να αφιερώσι το δέκατον τούτων εις

τον Δία. Τοιουτοτρόπως και συ δεν θα γίνης μισητός εις αυτούς

λαμβάνων τα πράγματα διά της βίας, και εκείνοι, αναγνωρίζοντες ότι

απαιτείς πράγμα δίκαιον, θα υπακούσωσι προθύμως.»

90. Πολύ ευχαριστήθη ο Κύρος ακούων αυτόν, διότι όλαι αι συμβουλαί

του τω εφάνησαν ορθαί. Παρήγγειλε λοιπόν εις τους φύλακας του να

εκτελέσωσιν όσα τω είχεν υπαγορεύσει εκείνος και ακολούθως τω

είπε· «Κροίσε, επειδή εξακολουθείς να ομιλής και να φέρεσαι ως

βασιλεύς, ζήτησον παρ' εμού ό,τι θέλεις και θα το λάβης αμέσως. —

Ω δέσποτα, απεκρίθη ο Κροίσος, η μεγαλειτέρα ευεργεσία την οποίαν

δύνασαι να πράξης προς εμέ είναι να μοι επιτρέψης να στείλω τας

πέδας ταύτας εις τον θεόν των Ελλήνων, εις εκείνον εκ των θεών τον

οποίον ετίμησα υπερβαλόντως, και να τον ερωτήσω εάν νομίζη δίκαιον

να απατά εκείνους οίτινες πράττουσι προς αυτόν καλόν.» Ο Κύρος

εζήτησε να μάθη διά ποίαν αιτίαν παρεπονείτο και ο Κροίσος τω

διηγήθη τα σχέδια του και τας αποκρίσεις του μαντείου· τω

περιέγραψε τα αφιερώματά του και τω είπε πώς, παρακινούμενος υπό

των προρρήσεων της Πυθίας, απεφάσισε να επιχειρήση πόλεμον κατά

των Περσών· ετελείωσε δε την διήγησίν του επιμείνας εις την

επιθυμίαν του να πέμψη εις τον θεόν διά να τον ονειδίση. Τότε ο

Κύρος, γελάσας είπε· «Και τούτο σοι επιτρέπω, ω Κροίσε, και ει τι

άλλο ήθελες ζητήσει εις το μέλλον παρ' εμού.» Ταύτα είπεν, ο δε

Κροίσος άνευ αναβολής έπεμψε Λυδούς εις τους Δελφούς, διατάξας

αυτούς να κρεμάσωσι τα δεσμά του εις την είσοδον του ναού και να

ερωτήσωσι τον θεόν εάν δεν ησχύνετο διά τους χρησμούς με τους

οποίους παρώτρυνε τον Κροίσον να επιχειρήση τον πόλεμον κατά των

Περσών, επί τη ελπίδι ότι ήθελε καταστρέψει την αρχήν του Κύρου·

δεικνύοντες δε τας πέδας να τω είπωσιν ότι τοιαύτα ακροθίνια τω

προσφέρουσι· και τέλος να τον ερωτήσωσιν εάν οι ελληνικοί θεοί

συνειθίζωσι να ήναι αχάριστοι.

91. Οι Λυδοί έφθασαν εις τους Δελφούς και είπον τα παραγγελθέντα·

λέγεται δε ότι η Πυθία απεκρίθη εις αυτούς τα ακόλουθα· «Εκείνο το

οποίον έγραψεν η μοίρα, ούτε θεός δεν δύναται να το αποφύγη. Ο

Κροίσος απέτισε το έγκλημα του πέμπτου πάππου του όστις, δορυφόρος

ων των Ηρακλειδών, ηκολούθησε τας συμβουλάς δολίας γυναικός,

εφόνευσε τον κύριόν του και κατέλαβε θρόνον εις τον οποίον ουδέν

δικαίωμα είχε. Με όλην δε την επιθυμίαν ην είχεν ο Απόλλων να

συμβώσιν αι καταστροφαί των Σάρδεων επί του υιού του Κροίσου και

ουχί επ' αυτού του Κροίσου, δεν ήτο εις την εξουσίαν αυτού του

θεού να μεταβάλη το πεπρωμένον· παν ό,τι ηδυνήθη να επιτύχη, το

έπραξε χάριν του Κροίσου. Επί τρία έτη ανεβλήθη η άλωσις των

Σάρδεων. Ας μάθη όμως ο Κροίσος ότι εγένετο αιχμάλωτος τρία έτη

μετά τον προσδιωρισμένον υπό της μοίρας χρόνον. Εκτός τούτου, όταν

η πυρά έμελλε να τον κατακαύση, ο Απόλλων τον εβοήθησεν. Όσον δ'

αφορά τον δοθέντα χρησμόν, ο Κροίσος έχει άδικον να παραπονήται

κατ' αυτού, καθότι ο Απόλλων τω προείπεν ότι, εάν επεχείρει

πόλεμον κατά των Περσών, θα κατέστρεφε μεγάλην αρχήν. Εάν ο

Κροίσος ήτο φρόνιμος, έπρεπε να πέμψη και εκ δευτέρου διά να

πληροφορηθή περί ποίας αρχής επρόκειτο, περί της του Κύρου ή της

ιδικής του. Αλλ' ούτε τον χρησμόν ενόησεν, ούτε εζήτησεν

εξηγήσεις· ποίον λοιπόν έπρεπε να αιτιάται ειμή εαυτόν; Αλλ' ουδέ

την απόκρισιν ενόησε του θεού όταν ούτος τω ωμίλησε περί του

ημιόνου. Ο ημίονος δεν ήτο άλλος ή αυτός ο Κύρος όστις εγεννήθη εκ

δύο διαφόρων φυλών, εκ μητρός ευγενεστέρας και πατρός κατωτέρου. Η

μήτηρ ήτο Μηδίς, θυγάτηρ του Αστυάγους, βασιλέως των Μήδων· ο

πατήρ ήτο Πέρσης και υποτελής των Μήδων· κατώτερος δε ων αυτής υπό

όλας τας επόψεις, έλαβε γυναίκα την δέσποινάν του.» Τοιαύτη ήτο η

απόκρισις της Πυθίας, οι δε Λυδοί επιστρέψαντες εις τας Σάρδεις

ανεκοίνωσαν αυτήν εις τον Κροίσον όστις ακούσας αυτούς επείσθη ότι

έπταιεν αυτός και ουχί ο θεός.

92. Ταύτα είναι τα αφορώντα την βασιλείαν του Κροίσου και την

πρώτην υποδούλωσιν των Ιώνων. Υπάρχουσι δε εις την Ελλάδα και άλλα

πολλά αφιερώματα του βασιλέως τούτου, εκτός εκείνων τα οποία

εμνημόνευσα. Εις τας Θήβας της Βοιωτίας υπάρχει τρίπους χρυσούς,

τον οποίον αφιέρωσεν εις τον Ισμήνιον Απόλλωνα· εις την Έφεσον αι

χρυσαί δαμάλεις και αι πλείσται των στηλών εις τους Δελφούς,

μεγάλη χρυσή ασπίς εις τον ναόν της Αθηνάς. Όλα ταύτα τα

αντικείμενα εσώζοντο ακόμη επί των ημερών μου, τα δε άλλα

κατεστράφησαν. Τα αναθήματα του Κροίσου εις τους Βραγχίδας των

Μιλησίων, ως ακούω, ήσαν όμοια και ισοβαρή με τα εις τους Δελφούς

σταλέντα. Ταύτα και εκείνα τα οποία έδωκεν εις τον Αμφιάραον

προήρχοντο εκ της κληρονομίας του και της ιδίας του περιουσίας, τα

δε άλλα ήσαν από την περιουσίαν εχθρού τινος όστις, πριν βασιλεύση

ο Κροίσος, ωργάνωσε στάσιν διά να αναβή εις τον θρόνον των Λυδών ο

Πανταλέων. Ήτο δε ο Πανταλέων ούτος υιός επίσης του Αλυάττου και

αδελφός του Κροίσου, αλλ' ουχί ομομήτριος· διότι η μεν μήτηρ του

Κροίσου ήτο εκ της Καρίας, η δε του Πανταλέοντος εκ της Ιωνίας.

Αφού δε ο Κροίσος έλαβε την βασιλείαν την οποίαν τω έδωκεν ο πατήρ

του, κατεδίκασε τον άνθρωπον όστις είχε συνωμόσει εναντίον του να

αποθάνη δερόμενος υπό γνάθους (7), και επειδή προηγουμένως είχε

τάξει εις τους θεούς την περιουσίαν αυτού του άνθρωπου, αφιέρωσεν

αυτήν τοιουτοτρόπως εις τους ναούς τους οποίους ανέφερα. Αλλά περί

μεν των αναθημάτων αρκούσιν όσα είπομεν.

93. Περίεργα δε πράγματα δεν έχει η Λυδία, ως άλλαι χώραι, διά να

τα περιγράψη τις ειμή τα ψήγματα του χρυσού τα οποία καταβαίνουσιν

από τον Τμώλον. Υπάρχει όμως εκεί το μέγιστον των ανθρωπίνων

έργων, πλην των της Αιγύπτου και της Βαβυλώνος· το μνήμα του

Αλυάττου, πατρός του Κροίσου. Και η μεν βάσις αυτού είναι

ωκοδομημένη εκ πετρών μεγάλων, το δε επίλοιπον είναι σωρός

χώματος. Κατεσκεύασαν αυτό οι έμποροι, οι χειρώνακτες και αι

πόρναι· εσώζοντο δε ακόμη επί των ημερών μου, εις την κορυφήν του

μνήματος, πέντε σημεία δεικνύοντα διά σκαλιστών γραμμάτων ποίον

μέρος εκάστη τάξις είχε κατασκευάσει. Μετρών τις δε ηδύνατο να

εύρη ότι αι γυναίκες είχον κατασκευάσει το περισσότερον· διότι αι

κόραι του δήμου των Λυδών πορνεύονται όλαι διά να συνάζωσι προίκας

μέχρις ου υπανδρευθώσι, και υπανδρεύονται όταν και όπως θέλουσιν.

Η δε περίμετρος του μνήματος είναι έξ στάδια και δύο πλέθρα, το δε

πλάτος δεκατρία πλέθρα. Πλησίον του μνημείου υπάρχει μεγάλη λίμνη

ήτις, ως λέγουσιν οι Λυδοί, δεν ξηραίνεται ποτέ, και ήτις καλείται

Γυγαία λίμνη. Αλλ' αρκούσιν όσα είπομεν περί του αντικειμένου

τούτου.

94. Τα δε έθιμα των Λυδών πολύ ομοιάζουσι με τα των Ελλήνων, εκτός

μόνον ότι οι Λυδοί επιτρέπουσι την πορνείαν εις τα θήλεα τέκνα

των· είναι δε οι πρώτοι των ανθρώπων, καθ' όσον ημείς ηξεύρομεν,

οίτινες μετεχειρίσθησαν κεκομμένα χρυσά και αργυρά νομίσματα· οι

πρώτοι επίσης οίτινες εγένοντο μεταπράται. Αξιούσιν επίσης οι

Λυδοί ότι αυτοί είναι οι εφευρέται των παιγνιδιών τα οποία σήμερον

είναι κοινά και εις αυτούς και εις τους Έλληνας, και ότι τα

εφεύρον κατά την εποχήν καθ' ην έστειλον αποικίαν εις τους

Τυρρηνούς. Ιδού δε πώς διηγούνται το πράγμα. Επί του βασιλέως

Άτυος, υιού του Μάνου, μεγάλη σιτοδεία εγένετο εις όλην την

Λυδίαν· ο λαός, επί τινα μεν χρόνον, υπέμεινε καρτερικώς· κατόπιν

όμως, επειδή αύτη δεν έπαυεν, εζήτησε θεραπείαν του κακού, και

έκαστος εμηχανεύθη τι. Τότε εφεύρον τους κύβους, τους αστραγάλους,

την σφαίραν και όλα τα τοιούτου είδους παιγνίδια, εκτός μόνον των

πεσσών των οποίων δεν οικειοποιούνται την εφεύρεσιν. Ταύτα

εφευρόντες, διεσκέδαζον ως ακολούθως κατά της πείνης· την μεν μίαν

ημέραν όλην έπαιζον, διά να μη σκέπτωνται περί τροφής, την δε

άλλην διέκοπτον τα παιγνίδια και έτρωγον. Χάρις δε εις το μέσον

τούτο, δεκαοκτώ έτη παρήλθον· εν τούτοις το κακόν, αντί να παύση,

ηύξησε. Τότε ο βασιλεύς διήρεσε τον λαόν εις δύο μοίρας, έπειτα

έρριψε κλήρον ποία να μείνει και ποία να εγκαταλείψη την χώραν,

κηρύξας εαυτόν αρχηγόν εκείνων οίτινες ήθελον μείνει και καθιστών

αρχηγόν εκείνων οίτινες ήθελον μεταναστεύσει τον υιόν του

Τυρρηνόν. Οι τελευταίοι, ούτοι μετέβησαν εις την Σμύρνην,

εναυπήγησαν πλοία, έθεσαν εντός αυτών πάντα τα αναγκαιούντα διά

μακρόν ταξείδιον, και έπλευσαν προς αναζήτησιν γης, ήτις να

ηδύνατο να τους θρέψη. Πολλούς λαούς παρέπλευσαν, επί τέλους δε

έφθασαν εις τους Ομβρικούς, όπου έκτισαν πόλεις και όπου

κατοικούσιν ακόμη. Αφήκαν δε το όνομα των Λυδών και έλαβον το του

υιού του βασιλέως των, όστις τους έφερεν εκεί, και έκτοτε

καλούνται Τυρρηνοί. Εν τούτοις οι Λυδοί υπεδουλώθησαν από τους

Πέρσας.

95. Τώρα πρέπει να εξετάσωμεν τι ήτο ο Κύρος όστις κατέστρεψε την

αρχήν του Κροίσου και πώς οι Πέρσαι εγένοντο κύριοι της Ασίας. Θα

ακολουθήσω την μέθοδον τινών Περσών οίτινες έγραψαν ουχί με την

θέλησιν να μεγαλοποιήσωσι τας πράξεις του Κύρου, αλλά να είπωσι

την αλήθειαν, μολονότι ηξεύρω να εξιστορήσω τα περί του μονάρχου

τούτου και κατά τρεις άλλους τρόπους. Οι Ασσύριοι εκυβέρνων την

άνω Ασίαν πεντακόσια είκοσιν έτη (8) ότε πρώτοι οι Μήδοι

επανεστάτησαν κατ' αυτών· πολεμήσαντες δε τους Ασσυρίους διά να

ανακτήσωσι την ελευθερίαν των, εφάνησαν ανδρείοι, απετίναξαν τον

ζυγόν και ηλευθερώθησαν. Μετ' αυτούς ηκολούθησαν το παράδειγμά των

και τα άλλα έθνη.

96. Αφού δε όλοι οι ηπειρώται εγένοντο αυτόνομοι, περιέπεσαν πάλιν

εις τυραννίδας ως ακολούθως. Μεταξύ των Μήδων έζη άνθρωπός τις

σοφός καλούμενος Δηιόκης και ήτο υιός του Φραόρτου· αυτός ο

Δηιόκης, επιθυμήσας τυραννίδα, έπραξε τα εξής. Ο Μηδικός πληθυσμός

ήτο τότε διανενεμημένος κατά κώμας· αυτός δε, ήδη αρκετά σεβαστός

εις την ιδικήν του, τότε με περισσοτέραν προθυμίαν εζήτει να

φαίνεται δίκαιος. Όταν εφήρμοσε το σχέδιον τούτο, πολλαί ανομίαι

επράττοντο εις όλην την Μηδίαν, και δεν ηγνόει ότι το άδικον είναι

πολέμιον του δικαίου. Οι Μήδοι της κώμης του, βλέποντες τους

τρόπους του, τον εξέλεξαν ως δικαστήν, αυτός δε, μη λησμονών την

ηγεμονίαν, εδεικνύοτε δίκαιος και ευθύς. Διά της διαγωγής δε

ταύτης τόσον είλκυσε τον σεβασμόν των συμπολιτών του, ώστε και των

άλλων κωμών οι κάτοικοι, βλέποντες ότι ο Δηιόκης ήτο ο μόνος

άνθρωπος όστις εδίκαζε δικαίως και ενθυμούμενοι πόσα υπέφερον έως

τότε εκ των αδίκων αποφάσεων, συνέρρεον προθύμως εις τον Δηιόκην

διά να κριθώσι παρ' αυτού, και επί τέλους εις ουδενός άλλου

αποφάσεις υπετάσσοντο.

97. Το πλήθος των συντρεχόντων εις αυτόν δεν έπαυεν αυξάνον, διότι

ενόουν ότι εκείνος μόνον ηδύνατο να δώση έν τέλος εις τας

υποθέσεις των· τότε ο Δηιόκης ανεγνώρισεν ότι παρ' αυτού εξηρτάτο

το παν, και δεν ήθελε πλέον να καθίζη εις το μέρος όπου μέχρι τότε

καθίζων εδίκαζεν, αλλ' είπεν ότι δεν θα δικάση εις το εξής,

προφασιζόμενος ότι δικάζων δι' όλης της ημέρας τας ξένας υποθέσεις

παρημέλει τας ιδίας εαυτού. Όθεν απ' εκείνης της στιγμής αι

αρπαγαί και αι ανομίαι ηύξησαν εις τας κώμας πολύ περισσότερον ή

πρότερον· τότε οι Μήδοι συνηθροίσθησαν και συνεσκέφθησαν περί της

παρούσης καταστάσεως των πραγμάτων, ως υποθέτω δε εγώ,

περισσότερον ωμίλησαν οι φίλοι του Δηιόκου. «Μας είναι αδύνατον,

έλεγον, με το παρόν πολίτευμα το οποίον έχομεν, να κατοικήσωμεν

περισσότερον την χώραν· ας εκλέξωμεν λοιπόν βασιλέα· τοιουτοτρόπως

δε και η χώρα θα ευνομηθή και ημείς θα δυνάμεθα να ασχολώμεθα εις

τα έργα μας και δεν θα γίνωμεν ανάστατοι υπό της ανομίας.» Διά

τοιούτων δε λόγων τους έπεισαν να εκλέξωσι βασιλέα.

98. Αμέσως ετέθη τα ζήτημα ποίον να ονομάσωσι βασιλέα, και παρ'

όλων επροτάθη και επηνέθη ο Δηιόκης· συνεφώνησαν λοιπόν να τον

λάβωσιν ως βασιλέα. Τότε ο Δηιόκης εζήτησε να τω κτίσωσιν οίκημα

άξιον της βασιλείας και να κρατύνωσι την εξουσίαν του με

δορυφόρους. Οι δε Μήδοι έπραξαν όσα εζήτησε· τω έκτισαν ανάκτορον

μέγα και ισχυρόν εις το μέρος της χώρας όπερ εφαίνετο εις αυτόν

κατάλληλον, και τω επέτρεψαν να εκλέξη από όλους τους Μήδους και

να συγκροτήση σώμα δορυφόρων. Αφού δε εκείνος περιεβλήθη με

απόλυτον εξουσίαν, ηνάγκασε τους Μήδους να κτίσωσι μίαν πόλιν, και

εις ταύτην προσκολλώμενοι να φροντίζωσιν ολιγώτερον διά τας άλλας.

Αι διαταγαί του εξετελέσθησαν ακριβώς· ο λαός έκτισε τα μεγάλα και

ισχυρά τείχη τα οποία σήμερον καλούνται Εκβάτανα και τα οποία

είναι πολλοί κύκλοι, ο είς εντός του άλλου. Η διάταξις αύτη των

τειχών επετεύχθη ως εκ της κλίσεως του εδάφους· ο είς κύκλος δεν

είναι υψηλότερος του άλλου ειμή κατά τους προμαχώνας. Εκείνο δε

εις το οποίον ο Δηιόκης επετηδεύθη περισσότερον είναι ότι, όντων

των κύκλων επτά, εφρόντισε να περικλείση εις τον τελευταίον το

ανάκτορον και τους θησαυρούς του. Ο δε μέγιστος τούτων κύκλος έχει

την αυτήν περιφέρειαν όσην και ο των Αθηνών. Οι προμαχώνες του

πρώτου κύκλου είναι εκ λίθων λευκών, οι του δευτέρου εκ λίθων

μαύρων, οι του τρίτου έχουσι χρώμα πορφυρούν, οι του τετάρτου

κυανούν και οι του πέμπτου ερυθρόν ανοικτόν. Τοιουτοτρόπως όλων

των κύκλων οι προμαχώνες είναι βεβαμμένοι με έν χρώμα, εκτός των

δύο τελευταίων οίτινες έχουσι τους προμαχώνας των ο μεν επάργυρους

ο δε επίχρυσους.

99. Ταύτα λοιπόν τα τείχη έκτισεν ο Δηιόκης διά την ιδίαν εαυτού

ασφάλειαν και διά να περικλείση το ανάκτορόν του, έπειτα δε

διέταξε τον λαόν να εγκατασταθή πέριξ του τείχους. Αφού εκτίσθησαν

όλα, πρώτος ο Δηιόκης επέβαλε την εθιμοταξίαν να μη εισέρχεται

κανείς εις τον βασιλέα, αλλά να τον ερωτώσι διά διαγγελέων. Ουδείς

ηδύνατο να ίδη τον βασιλέα· το γελάν ή το πτύειν έμπροσθεν αυτού ή

έμπροσθεν παντός άλλου εθεωρήθη ως αισχρόν. Εσύστησε δε την

σοβαράν ταύτην τάξιν περί εαυτόν ίνα μη, συναναστρεφόμενοι αυτόν,

συνωμόσωσιν εναντίον του εκ ζηλοτυπίας οι άλλοτε μετ' αυτού

συζήσαντες συνηλικιώται του και ουδόλως υποδεέστεροι κατά την

καταγωγήν ή τα λοιπά προτερήματα, αλλ' εξεναντίας, μη βλέποντες

αυτόν, να τον θεωρώσιν ως άλλης φύσεως άνθρωπον.

100. Τεθείσης της τάξεως ταύτης και ισχυροποιηθείσης της εξουσίας

του, εγένετο αυστηρός τηρητής της δικαιοσύνης. Τω απέτεινον

αναφοράς εγγράφους, αυτός δε απέστελλεν εγγράφως τας αποφάσεις

του. Και ταύτα μεν έπραττεν όσον αφορά τας δίκας· περί όλων δε των

λοιπών είχε λάβει συνετά μέτρα. Άμα εμάνθανεν ότι επράττετο

αδίκημα παρά τινος, προσήγεν αυτόν αμέσως και τον ετιμώρει

αναλόγως του αδικήματος όπερ είχε πράξει. Είχε δε προς τούτοις εις

όλην την χώραν, εφ' ης ήρχε κατασκόπους και ωτακουστάς.

101. Εν τούτοις ο Δηιόκης περιωρίσθη να ενώση εις έν όλον το

Μηδικόν έθνος και να διοική αυτό· ιδού δε ποία είναι τα ονόματα

των φυλών· Βουσαί, Παραιτακηνοί, Στρούχατες, Αριζαντοί, Βούδιοι,

Μάγοι. Και τα μεν γένη των Μήδων τόσα είναι.

102. Ο δε Δηιόκης εγέννησεν υιόν τον Φραόρτην όστις, αφού ο πατήρ

του εβασίλευσε πεντήκοντα τρία έτη και απέθανε, παρέλαβε την

βασιλείαν. Αναβάς δε εις τον θρόνον, δεν ηρκέσθη να βασιλεύη μόνον

επί των Μήδων, αλλ' επολέμησε πρώτους τους Πέρσας και τους

υπέταξεν εις τους Μήδους. Έπειτα, έχων τας δυνάμεις των δύο τούτων

ισχυρών εθνών, κατέστρεψε την Ασίαν, μεταβαίνων από μιας χώρας εις

άλλην μέχρις ου εισήλθεν εις τους Ασσυρίους εκείνους οίτινες

άλλοτε, κύριοι όντες της Νίνου, είχον εξουσιάσει όλην την άνω

Ασίαν. Κατ' εκείνον όμως τον καιρόν ευρίσκοντο ούτοι μεμονωμένοι,

οι δε υποτελείς των, αποστατήσαντες, εχωρίσθησαν από αυτούς· πλην

κατά τα άλλα ήσαν εις καλήν κατάστασιν, και ο Φραόρτης, πολεμών

αυτούς, και αυτός απώλετο αφού εβασίλευσεν είκοσι δύο έτη, και το

πλείστον μέρος του στρατεύματός του.

103. Τον Φραόρτην διεδέχθη ο Κυαξάρης, υιός του Φραόρτου και

εγγονός του Δηιόκου, όστις, ως λέγουσιν, εφάνη πολεμικώτερος των

προγόνων του. Αυτός πρώτος διήρεσε τα ασιατικά στρατεύματα εις

διάφορα σώματα, χωρίσας τους λογχοφόρους από τους τοξότας και τους

ιππείς, οίτινες πρότερον ήσαν όλοι αναμεμιγμένοι. Αυτός επολέμησε

τους Λυδούς ότε, ενώ επολέμουν, η ημέρα εγένετο νυξ, και

καθυπέταξεν όλην την άνω Ασίαν μέχρι του Άλυος ποταμού.

Συναθροίσας δε στρατεύματα εξ όλων των υπ' αυτόν χωρών, εστράτευσι

κατά της Νίνου, απόφασιν έχων να εκδικηθή τον πατέρα του

καταστρέφων την πόλιν εκείνην. Ενώ δε ενίκησε τους Ασσυρίους και

περιεκύκλωσε την πόλιν, ήλθεν εις την Ασίαν πολύ στράτευμα Σκυθών

οδηγούμενον υπό του βασιλέως αυτών Μαδύου, υιού του Πρωτοθύου·

εισήλθον δε οι Σκύθαι ούτοι εις την Μηδικήν χώραν καταδιώκοντες

τους Κιμμερίους τους οποίους είχον διώξει από την Ευρώπην.

104. Από δε την Μαιώτιδα λίμνην μέχρι του Φάσιδος ποταμού της

Κολχίδος είναι τριάκοντα ημερών οδός δι' ένα καλόν πεζοδρόμον· εκ

δε της Κολχίδος εις την Μηδίαν η απόστασις είναι ολίγη, διότι

μεταξύ των δύο τούτων χωρών έν μόνον έθνος ευρίσκεται, οι

Σάσπειρες. Από αυτούς άμα εξέλθη τις εισέρχεται εις τους Μήδους.

Οι Σκύθαι εν τούτοις δεν εισήλθον εκ τούτου του μέρους, αλλά δι'

άλλης οδού πολύ μακροτέρας, έχοντες εις τα δεξιά τον Καύκασον. Εις

τους πρόποδας των ορέων συνεπλάκησαν οι Σκύθαι και οι Μήδοι, ούτοι

δε ηττήθησαν και απώλεσαν την ηγεμονίαν της Ασίας, την οποίαν

κατέλαβον οι Σκύθαι.

105. Ακολούθως επορεύθησαν προς την Αίγυπτον, και είχον ήδη

εισέλθει εις την Συριακήν Παλαιστίνην, ότε ο βασιλεύς της Αιγύπτου

Ψαμμίτιχος, ελθών εις απάντησίν των, τους έπεισε διά παρακλήσεων

και δώρων να μη προχωρήσωσι περισσοτέρων αλλά να αναχωρήσωσιν.

Εμακρύνθησαν λοιπόν και έφθασαν εις την πόλιν της Συρίας Ασκάλωνα.

Ενώ δε οι περισσότεροι Σκύθαι διήλθον χωρίς να προξενήσωσιν ουδέ

την παραμικράν βλάβην, ολίγοι τινές αυτών, μείναντες οπίσω,

εσύλησαν διαβαίνοντες τον ναόν της ουρανίας Αφροδίτης. Είναι δε ο

ναός ούτος, όπως εξετάσας έμαθον, ο αρχαιότατος από όλους τους

ναούς όσους έχει η θεά αύτη· διότι ο μεν της Κύπρου εκτίσθη κατά

το σχέδιον αυτού, ως λέγουσιν οι ίδιοι Κύπριοι· ο δε των Κυθήρων

εκτίσθη από τους εκ του μέρους τούτου της Συρίας ελθόντας

Φοίνικας. Εις εκείνους δε τους Σκύθας οίτινες εσύλησαν τον εν τη

Ασκάλωνι ναόν, έρριψεν η θεά και εις αυτούς και εις τους απογόνους

των γυναικείαν ασθένειαν. Οι Σκύθαι δεν κρύπτουσι την καταγωγήν

της ασθενείας ταύτης, όσοι δε επισκέπτονται την χώραν των βλέπουσι

τι πάσχουσιν οι εκεί καλούμενοι Εναρείς.

Ιστορίαι Ηροδότου, Τόμος 1 · 第 3 / 14 题