ευπρεπείας και περί του ευπρεπούς, ποίαν σχέσιν έχει η μεν ευπρέπεια
προς την δικαιοσύνην, το δε ευπρεπές προς το δίκαιον. Διότι, όταν το
προσέξωμεν, δεν φαίνεται να είναι ούτε το ίδιον πράγμα αλλ' ούτε
κατά γένος διάφορον. Και άλλοτε μεν επαινούμεν το ευπρεπές και τον
τοιούτον άνδρα, ώστε και εις τα άλλα μεταφέρομεν επαινετικώς αυτά
επί της σημασίας του αγαθού, και λέγομεν ότι είναι ευπρεπέστερον το
καλλίτερον. Άλλοτε όμως, όταν το σκεφθώμεν με τον λογισμόν μας, μας
φαίνεται παράλογον πως είναι κάτι τι αξιέπαινον το ευπρεπές, αφού
είναι διάφορον από το δίκαιον. Δηλαδή ή το δίκαιον δεν είναι
σπουδαίον, ή το ευπρεπές δεν είναι δίκαιον, αφού διαφέρει. Ή, αν
είναι και τα δύο σπουδαία, τότε είναι το ίδιον. Η απορία λοιπόν
σχεδόν δι' αυτούς τους λόγους συμβαίνει ως προς το επιεικές, αλλά
όλα αυτά είναι με κάποιον τρόπον ορθά, και δεν διαφωνεί κανέν μεταξύ
των. Διότι το ευπρεπές, ως κάποιον καλλίτερον δίκαιον, είναι
δίκαιον, και όχι ως κανέν άλλο γένος καλλίτερον από το δίκαιον.
Επομένως είναι το ίδιον πράγμα το δίκαιον και το ευπρεπές, και ενώ
είναι και τα δύο σπουδαία, ανώτερον είναι το ευπρεπές. Μας προξενεί
δε την απορίαν ότι το ευπρεπές είναι μεν δίκαιον, δεν είναι όμως τα
νόμιμον δίκαιον, αλλά επανόρθωσις του νομίμου δικαίου. Αιτία δε
τούτου είναι ότι ο μεν νόμος είναι πάντοτε γενικός, ενώ περί μερικών
πραγμάτων δεν είναι δυνατόν να ομιλήση κανείς γενικώς. Εις όσα
λοιπόν είναι μεν ανάγκη να ομιλή γενικώς, αλλά τούτο δεν είναι
δυνατόν να γίνη ορθώς, εκεί ο νόμος λαμβάνει υπ' όψιν τας
περισσοτέρας περιπτώσεις, ενώ γνωρίζει ότι συμβαίνει λάθος. Και
μολαταύτα είναι ορθός. Διότι το σφάλμα δεν έγκειται εις τον νόμον
ούτε εις τον νομοθέτην, αλλά εις την φύσιν του πράγματος. Διότι
ακριβώς τοιούτον είναι το υλικόν των πραγματοποιουμένων υπό του
ανθρώπου. Όταν λοιπόν ο μεν νόμος ομιλή γενικώς, συμβή όμως τίποτε
εις το δείνα πράγμα έξω από το γενικόν, τότε το ορθόν είναι,
συμφώνως με όσα παρέλειψε ο νομοθέτης και έσφαλε διότι τα ώρισε
γενικώς, εις αυτά να επανορθώσωμεν την παράλειψιν. Τo οποίον ήτο
δυνατόν και ο ίδιος ο νομοθέτης να το έλεγε, εάν ήτο εκεί παρών, και
αν το είχε παρατηρήσει θα το ενομοθέτει. Διά τούτο είναι μεν δίκαιον
και ανώτερον από κάποιον άλλο δίκαιον, όχι όμως από το απόλυτον,
αλλά από το σφάλμα το προερχόμενον από το απόλυτον. Και αυτή είναι η
φύσις του ευπρεπούς, δηλαδή η επανόρθωσις του νόμου, όπου είναι
ελλιπής ένεκα της γενικότητάς του. Δηλαδή τούτο είναι αιτία του να
μη συμφωνούν όλα με τον νόμον, διότι διά μερικά είναι αδύνατον να
θέση νόμον και επομένως απαιτούνται ψηφίσματα. Δηλαδή του
απροσδιορίστου πράγματος είναι απροσδιόριστος και ο κανών, καθώς εις
την Λεσβιακήν αρχιτεκτονικήν ο μολύβδινος κανών. Διότι αναλόγως του
σχήματος του λίθου τροποποιείται και δεν μένει σταθερός ο κανών,
καθώς και το ψήφισμα αναλόγως των περιστάσεων. Τι πράγμα λοιπόν
είναι το ευπρεπές, και ότι είναι δίκαιον, και από ποίον δίκαιον
είναι καλλίτερον, έγινε φανερόν. Είναι δε φανερόν από αυτό και ποίος
είναι ο ευπρεπής. Δηλαδή όστις αποφασίζει και εκτελεί τα τοιαύτα,
και όστις δεν είναι ακριβοδίκαιος εις το χειρότερον, αλλά
υποχωρητικός, αν και έχει υπέρ αυτού τον νόμον, είναι ευπρεπής, και
εκείνη η διάθεσις είναι ευπρέπεια, η οποία είναι έν είδος
δικαιοσύνης και όχι διάφορος διάθεσις.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΕ'.
&Αν είναι δυνατόν να αδική κανείς τον εαυτόν του.& — Και τόρα είναι
φανερόν από όσα είπαμεν, αν είναι δυνατόν ή όχι να αδική κανείς τον
εαυτόν του. Δηλαδή μερικά μεν δίκαια τα υπαγορεύει ο νόμος συμφώνως
προς όλην την αρετήν, λόγου χάριν δεν υπαγορεύει ο νόμος να
αυτοκτονούμεν. Όσα δε δεν υπαγορεύει, τα απαγορεύει. Έπειτα όστις
βλάπτει εκουσίως έξω από τον νόμον — χωρίς να ανταποδίδη αδικίαν —
κάμνει αδικίαν, εκουσίως δε σημαίνει, όταν γνωρίζη ποίον και με τι.
Και βεβαίως όστις από τον θυμόν του κόπτει τον λαιμόν του, το
εκτελεί τούτο εκουσίως έξω από τον ορθόν λόγον, το οποίον δεν το
επιτρέπει ο νόμος. Επομένως αδικεί. Αλλά ποίον; Ή μήπως αδικεί την
πόλιν και όχι τον εαυτόν του; Διότι εκουσίως πάσχει, ενώ ουδείς
αδικείται εκουσίως. Διά τούτο και η πόλις τον τιμωρεί και
προσγίνεται κάποια ατιμία εις τον αυτοκτονούντα, ως αδικούντα την
πόλιν. Έπειτα επειδή ο αδικών είναι μόνον άδικος και όχι ουτιδανός,
δεν είναι δυνατόν να αδικήση τον εαυτόν του. — Διότι διαφέρει το έν
από το άλλο. Δηλαδή ο άδικος είναι με κάποιον τρόπον τόσον πονηρός
όσον και ο δειλός, και όχι με ολόκληρον την πονηρίαν, επομένως δεν
αδικεί συμφώνως με αυτήν. — Διότι τούτο θα ήτο ως να αφαιρήται και
προστίθεται το ίδιον πράγμα εις το ίδιον πρόσωπον. Τούτο όμως δεν
είναι δυνατόν, αλλά κατ' ανάγκην το δίκαιον και το άδικον
περιστρέφεται εις περισσότερα πρόσωπα από έν. Έπειτα η αδικία είναι
εκούσιον και εκ προμελέτης και χωρίς προηγούμενον. — Δηλαδή όστις
ανταποδίδει τα ίσα διότι έπαθε, δεν φαίνεται να αδική, ενώ όστις
αδικεί τον εαυτόν του συγχρόνως εκτελεί και πάσχει τα ίδια. Έπειτα
αυτό θα ήτο ως να αδικήται κανείς εκουσίως. Εκτός δε τούτου χωρίς να
υπάρχουν άδικα αποκτήματα κανείς δεν αδικεί, λόγου χάριν κανείς δεν
μοιχεύει την γυναίκα του, ούτε διαρρηγνύει τον ιδικόν του τοίχον,
ούτε κλέπτει ιδικά του πράγματα. Και γενικώς αναιρείται το να αδική
κανείς τον εαυτόν του, και συμφώνως με τον ορισμόν περί της εκουσίας
παθήσεως αδικήματος.
&Το να αδική κανείς ή το να αδικήται είναι περισσότερον κακόν
;&Είναι δε φανερόν ότι και τα δύο μεν είναι ποταπά, και το να
αδικήται κανείς και το να αδική. Διότι το μεν έν σημαίνει να λαμβάνη
ολιγώτερον από το μέσον, το δε άλλο περισσότερον, και δεν είναι
καθώς το υγιεινόν εις την ιατρικήν, και η ευεξία εις την
γυμναστικήν. Πάλιν όμως χειρότερον είναι το να αδική κανείς. Δηλαδή
το μεν να αδική είναι αξιοκατάκριτον, διότι γίνεται με κακίαν, και
κακίαν ή τελείαν και απόλυτον ή πλησιάζουσαν — καθόσον το εκούσιον
δεν γίνεται πάντοτε με κακίαν — το να αδικήται όμως γίνεται χωρίς
κακίαν και αδικίαν.
Καθ' εαυτό λοιπόν το να αδικήται κανείς είναι ολιγώτερον ουτιδανόν,
κατά σύμπτωσιν όμως τίποτε δεν το εμποδίζει να είναι μεγαλίτερον
κακόν. Τούτο όμως δεν ενδιαφέρει την τέχνην, αλλά και την πλευρίτιδα
την θεωρεί μεγαλιτέραν ασθένειαν από το τρίκλισμα. Και όμως είναι
δυνατόν να συμβή κατά σύμπτωσιν το αντίθετον, εάν με το τρίκλισμα
πέση κανείς και συμβή να συλληφθή από τους εχθρούς ή να αποθάνη.
&Το προς εαυτόν δίκαιον.& — Κατά μεταφοράν δε και ομοιότητα υπάρχει
δίκαιον εις έκαστον όχι με τον εαυτόν του, αλλά με κάτι τι από τα
ιδικά του, και όχι όλα τα είδη του δικαίου αλλά το οικοδεσποτικόν
και το οικογενειακόν. Διότι εις αυτά τα ζητήματα διαφωνεί το λογικόν
μέρος της ψυχής προς το άλογον. Εις αυτά λοιπόν όταν προσέξη κανείς
φαίνεται ότι υπάρχει αδικία προς εαυτόν, διότι εις αυτά είναι
δυνατόν να πάσχη κάτι τι έξω από τας επιθυμίας του. Και βεβαίως
φαίνεται ότι υπάρχει μεν μεταξύ αυτών κάποιον δίκαιον, καθώς μεταξύ
άρχοντος και υπηκόων. Και λοιπόν περί της δικαιοσύνης και των άλλων
ηθικών αρετών είναι αρκετά όσα είπαμεν.
ΒΙΒΛΙΟΝ Ζ.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α'.
&Ορισμός του μέσου.& — Επειδή δε προηγουμένως είπαμεν ότι πρέπει να
εκλέγωμεν το μέσον και όχι την υπερβολήν ούτε την έλλειψιν, το δε
μέσον είναι καθώς υπαγορεύει ο ορθός λόγος, ας ορίσωμεν τόρα τούτο.
Δηλαδή εις όλας τας διαθέσεις τας οποίας είπαμεν, καθώς και εις όλα
τα άλλα πράγματα υπάρχει κάποιος σκοπός προς τον οποίον αποβλέπει
όστις έχει τον λόγον, και τα τεντόνει ή τα χαλαρόνει, και υπάρχει
κάποιος ορισμός των μεσοτήτων, διά τας οποίας λέγομεν ότι κείνται
μεταξύ της υπερβολής και της ελλείψεως, όταν είναι σύμφωνοι προς τον
ορθόν λόγον. Αλλά η τοιαύτη έκφρασις είναι μεν αληθής, δεν είναι
όμως σαφής. Διότι και εις τας άλλας επιμελείας, εις όσας
περιστρέφεται η επιστήμη, τούτο είναι αληθές, ότι δηλαδή δεν πρέπει
ούτε περισσότερα ούτε ολιγώτερα να φιλοπονούμεν ή να παραμελούμεν
αλλά τα μεσαία και καθώς υπαγορεύει ο ορθός λόγος. Αν όμως μόνον
αυτό κατέχη κανείς, δεν είναι δυνατόν να γνωρίζη τίποτε
περισσότερον, λόγου χάριν ποία πρέπει να δίδωνται εις το σώμα, εάν
μας ειπή κανείς ότι πρέπει να δίδωνται όσα διατάσσει η ιατρική και
όστις κατέχει αυτήν. Διά τούτο πρέπει και ως προς τας διαθέσεις της
ψυχής όχι μόνον αληθώς να εκφράσωμεν τούτο, αλλά και να ορίσωμεν
ποίος είναι ο ορθός λόγος και ποίος ορισμός υπάρχει αυτού.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β'.
Το λογικόν της ψυχικής διαιρείται εις επιστημονικόν και λογιστικόν.&
— Και λοιπόν όταν διαιρέσαμεν τας αρετάς της ψυχής, είπαμεν ότι
μερικαί περιστρέφονται εις το ήθος, μερικαί δε εις την διάνοιαν. Και
περί μεν των ηθικών ωμιλήσαμεν, τόρα δε ας εξετάσωμεν τας άλλας,
αφού πρώτον ομιλήσωμεν περί της ψυχής. Εις τα προηγούμενα λοιπόν
είπαμεν ότι δύο είναι τα μέρη της ψυχής, δηλαδή το λογικόν και το
άλογον. Και τόρα ας εξετάσωμεν κατά τον ίδιον τρόπον. Και ας
παραδεχθώμεν ως βάσιν ότι δύο είναι τα λογικά, έν μεν εκείνο με το
οποίον εννοούμεν εκείνα εκ των όντων όσων η αρχή δεν είναι δυνατόν
να έχη άλλως πως, έν δε εκείνο με το οποίον εννοούμεν τα ενδεχόμενα.
Διότι, συμφώνως προς τα διαφέροντα κατά γένος πράγματα, διάφορον
κατά γένος μέρος της ψυχής επλάσθη δι' έκαστον από αυτά τα δύο, αφού
από κάποιαν ομοιότητα και συγγένειαν προέρχεται η γνώσις εις αυτά.
Και λοιπόν ονομάζομεν το έν μεν από αυτά επιστημονικόν, το δε άλλο
υπολογιστικόν. Και βεβαίως η προμελέτη και ο υπολογισμός είναι το
ίδιον, και κανείς δεν προμελετά τα πράγματα τα οποία δεν ενδέχονται
να συμβούν κατ' άλλον τρόπον. Επομένως το υπολογιστικόν είναι έν
μέρος του λογικού. Λοιπόν πρέπει να εύρωμεν ποία είναι η καλλιτέρα
διάθεσις εκάστου εκ των δύο τούτων. Διότι αυτή είναι η αρετή του
καθενός, η δε αρετή περιστρέφεται εις το σχετικόν έργον.
&Το ορεκτικόν εξαρτάται εκ του νοητικού και η πράξις εκ της
θεωρίας.& — Τρεις δε είναι αι δυνάμεις της ψυχής από τας οποίας
πηγάζει η αλήθεια και η πράξις, δηλαδή το νοητικόν, το αισθητικόν,
και το ορεκτικόν. Εξ αυτών δε η αίσθησις δεν είναι αρχή ουδεμιάς
πράξεως. Απόδειξις δε είναι ότι τα ζώα έχουν μεν αίσθησιν, δεν
μετέχουν όμως της πράξεως. Και ό,τι είναι διά την διάνοιαν το ναι
και το όχι, το ίδιον είναι και διά την όρεξιν η επιδίωξις και η
αποφυγή. Ώστε, αφού η ηθική αρετή είναι διάθεσις προαιρετική, η δε
προαίρεσις επιθυμία προμελετημένη, είναι ανάγκη και ο λόγος να είναι
αληθής και η επιθυμία ορθή, εάν βεβαίως πρόκειται να είναι σπουδαία
η προαίρεσις, και τα ίδια πράγματα ο μεν λόγος να τα παραδέχεται, η
δε επιθυμία να τα επιδιώκη. Και λοιπόν αυτά μεν το είδος της
διανοίας και της αληθείας είναι πρακτικόν (εφηρμοσμένον), της δε
καθαρώς θεωρητικής διανοίας και όχι πρακτικής ούτε δημιουργικής
(παραγωγικής) ορθόν και εσφαλμένον είναι το αληθές και το ψεύδος.
Διότι αυτή (η αλήθεια και το ψεύδος) είναι ιδιότης παντός
διανοητικού έργου, του δε πρακτικού (εφηρμοσμένου) και συγχρόνως
διανοητικού (θεωρητικού) έργου ιδιότης είναι η αλήθεια, η οποία
συμβιβάζεται με την ορθήν επιθυμίαν. Και λοιπόν της μεν πράξεως αρχή
είναι η προαίρεσις, από την οποίαν αρχίζει η κίνησις και όχι ο
σκοπός, της δε προαιρέσεως αρχή είναι η επιθυμία και ο λόγος ο
σκόπιμος. Διά τούτο ούτε χωρίς νουν και διάνοιαν, αλλ' ούτε και
χωρίς ηθικήν διάθεσιν είναι η προαίρεσις. Δηλαδή ευδοκίμησις και το
αντίθετον της ευδοκιμήσεως δεν υπάρχει χωρίς διάνοιαν και χωρίς
ήθος.
Η δε καθαρά διάνοια τίποτε δεν κινεί, αλλά η σκόπιμος και η
πρακτική. Διότι αυτή κυριαρχεί και εις την δημιουργικήν
(παραγωγικήν) διάνοιαν. Διότι πας όστις παράγει έχει κάποιον σκοπόν
και το προϊόν δεν είναι απλώς τέλος της εκτελέσεως αλλά σχετικόν
προς άλλο και σκόπιμον, όχι δε παν ό,τι δημιουργείται, αλλ' ό,τι
έχει ευδόκιμον εκτέλεσιν. Διότι σκοπός είναι η ευδοκίμησις, η δε
επιθυμία αναφέρεται εις τον σκοπόν. Διά τούτο ημπορούμεν να ειπούμεν
ότι η προαίρεσις είναι ορεκτικός νους, ή όρεξις διανοητική, και το
είδος αυτής της αρχής αποτελεί τον άνθρωπον. Δεν είναι δε
αντικείμενον προαιρέσεως κανέν από όσα συνέβησαν• λόγου χάριν κανείς
δεν επιθυμεί να κυριεύση την Τροίαν. Διότι ούτε προμελετά καν αυτό
το συμβάν αλλά μόνον ό,τι μέλλει να γίνη και ό,τι είναι ενδεχόμενον,
ενώ το γεγονός δεν είναι δυνατόν να μη γίνη. Διά τούτο ορθώς λέγει ο
Αγάθων:
Αυτήν την χάριν δεν την έχει ούτ' ο θεός
αγένωτα να κάμη, όσα έγιναν.
Λοιπόν και των δύο διανοητικών ειδών της ψυχής έργον είναι η
αλήθεια. Επομένως εκείναι αι διαθέσεις είναι αι αρεταί του καθενός
από αυτά, όσαι θα επαληθεύσουν το καθέν.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ'.
&Η ακριβής επιστήμη.& — Λοιπόν ας κάμωμεν αρχήν να ομιλήσωμεν περί
αυτών επιθεωρούντες πάλιν τα προηγούμενα. Και τόρα ας δεχθώμεν ότι
είναι πέντε εκείνα εις τα οποία η ψυχή λέγει την αλήθειαν με το ναι
και με το όχι. Αυτά δε είναι η τέχνη, η επιστήμη, η φρόνησις, η
σοφία, ο νους. Διότι με την γνώμην της και την κρίσιν της είναι
δυνατόν και να διαψεύδεται. Και λοιπόν τι είναι επιστήμη, γίνεται
φανερόν από το εξής ζήτημα, αν δηλαδή πρέπει να είμεθα ακριβολόγοι
και να μη παρασυρώμεθα από τας ομοιότητας. Διότι όλοι έχομεν την
ιδέαν ότι παν ό,τι γνωρίζομεν δεν είναι δυνατόν να είναι
διαφορετικόν. Όσα δε είναι ενδεχόμενον να είναι διαφορετικά, όταν
δεν συμπίπτουν με την θεωρίαν μας, δεν εννοούμεν αν είναι πραγματικά
ή όχι. Επομένως το αντικείμενον της επιστήμης είναι κάτι τι
απαραίτητον, και ως εκ τούτου αιώνιον. Διότι όλα τα απαραίτητα είναι
γενικώς αιώνια, τα αιώνια είναι αγένωτα και άφθαρτα. Έπειτα φαίνεται
ότι πάσα επιστήμη είναι διδακτή, και παν αντικείμενον της επιστήμης
υπόκειται εις την μάθησιν. Ακόμη δε πάσα διδασκαλία αρχίζει από τα
προηγουμένως γνωστά, καθώς αναπτύσσομεν και εις τα αναλυτικά. Διότι
άλλη μεν γίνεται δι' επαγωγής, άλλη δε διά συλλογισμού. Και βεβαίως
η μεν επαγωγή είναι η έρευνα η ανυψούσα εις τα αξιώματα και τα
γενικά, ο δε συλλογισμός κατέρχεται από τα γενικά. Επομένως υπάρχουν
και αξιώματα από τα οποία γεννάται συλλογισμός, χωρίς αυτά να
γεννώνται πλέον από άλλον συλλογισμόν. Εις αυτά λοιπόν εφαρμόζεται η
επαγωγική μέθοδος. Και λοιπόν η μεν επιστήμη είναι ψυχική διάθεσις
αποδεικτική, με όλα τα άλλα όσα αναφέρομεν εις τα αναλυτικά. Δηλαδή,
όταν παραδέχεται κανείς με ωρισμένον τρόπον και είναι γνωσταί αι
αρχαί εις αυτόν, τότε γνωρίζει επιστημονικώς. Διότι, εάν δεν γνωρίζη
τίποτε ανώτερον από το συμπέρασμα, τότε θα είναι μόνον κατά
σύμπτωσιν κάτοχος της επιστημονικής γνώσεως. Περί μεν λοιπόν της
επιστήμης είναι αρκετά όσα είπαμεν.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ'.
&Εις τι περιστρέφεται η τέχνη.& — Τόρα όμως από εκείνο το οποίον
ενδέχεται να είναι και διαφορετικόν, άλλο μεν δημιουργείται απλώς,
άλλο δε είναι εκτέλεσις ευδόκιμος. Είναι δε διάφορον το δημιούργημα
από την εκτέλεσιν. — Ως προς αυτά δε βασιζόμεθα και εις τους
εξωτερικούς λόγους — . Επομένως και η εκτελεστική διάθεσις η
συνοδευομένη από τον λόγον διαφέρει από την δημιουργικήν διάθεσιν
την συνοδευομένην επίσης από τον λόγον. Διά τούτο αυτά τα δύο δεν
περιέχονται καν το έν εις το άλλο. Δηλαδή ούτε η εκτέλεσις είναι
δημιουργία ούτε η δημιουργία εκτέλεσις. Επειδή δε η οικοδομική τέχνη
έχει μίαν ουσίαν και είναι κάποια διάθεσις δημιουργική συνοδευομένη
από τον λόγον, και επειδή ούτε καμμία τέχνη υπάρχει η οποία να είναι
δημιουργική διάθεσις μη συνοδευομένη από λόγον, ούτε πάλιν όταν
είναι τοιαύτη, ημπορεί να μην είναι τέχνη, έπεται ότι το ίδιον είναι
η τέχνη και η δημιουργική διάθεσις η συνοδευομένη από λόγον.
Περιστρέφεται δε πάσα τέχνη εις την δημιουργίαν πραγμάτων, και εις
τας εφευρέσεις και επινοήσεις αι οποίαι επιδιώκουν να κατορθωθή κάτι
τι από όσα είναι ενδεχόμενον και να υπάρχουν και να μην υπάρχουν,
και των οποίων η αρχή είναι μέσα εις τον δημιουργόν και όχι εις το
δημιούργημα. Δηλαδή η τέχνη δεν περιστρέφεται ούτε εις τα εξ
ανάγκης, ούτε εις τα εκ φύσεως υπάρχοντα ή γινόμενα. Διότι αυτά
έχουν μέσα των την αρχήν των. Αφού δε η δημιουργία, και η εκτέλεσις
είναι διαφορετικά, είναι επόμενον η τέχνη να περιστρέφεται εις την
δημιουργίαν και όχι εις την εκτέλεσιν. Και με κάποιον τρόπον εις τα
ίδια περιστρέφεται η τύχη και η τέχνη, καθώς λέγει ο Αγάθων:
Τέχνη την τύχην ωφελεί και η τύχη δε την τέχνην
Και λοιπόν καθώς είπαμεν η μεν τέχνη είναι κάποια διάθεσις
δημιουργική συνοδευομένη από λόγον αληθή, η δε ατεχνία αντιθέτως
είναι διάθεσις δημιουργική συνοδευομένη από ψευδή λόγον, και
περιστρέφονται εις ό,τι ενδέχεται να είναι και διαφορετικόν.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε'.
&Η φρόνησις.&
Και τόρα ας ομιλήσωμεν περί φρονήσεως, αφού εξετάσωμεν ποίου είδους
θεωρούμεν τους φρονίμους. Και λοιπόν φαίνεται ότι ιδιότης του
φρονίμου είναι το να ημπορή να σκεφθή καλά ως προς τα αγαθά και
συμφέροντα διά τον εαυτόν του, όχι μονομερώς, λόγου χάριν ποία
χρησιμεύουν διά την υγείαν ή διά να αποκτήση δύναμιν, αλλά γενικώς
ποία συντελούν εις την ευζωίαν. Απόδειξις δε τούτου είναι ότι τότε
ονομάζομεν κανένα φρόνιμον ως προς έν πράγμα, όταν υπολογίση καλώς
αυτό έως ότου να επιτύχη αξιόλογον αποτέλεσμα, αν και δεν υπάρχει
περί αυτού ωρισμένη τέχνη. Και επομένως γενικώς φρόνιμος είναι όστις
προμελετά καλώς. Κανείς όμως δεν προμελετά όσα είναι αδύνατον να
συμβούν κατ' άλλον τρόπον, ούτε όσα δεν είναι πιθανόν δι' αυτόν να
τα εκτελέση. Επομένως, αφού η επιστήμη συνοδεύεται με απόδειξιν και
αφού δεν υπάρχει απόδειξις δι' όσα αι αρχαί των είναι ενδεχόμενον να
είναι και κατ' άλλον τρόπον, διότι όλα αυτά είναι ενδεχόμενον να
είναι και κατ' άλλον τρόπον, αφού τέλος δεν είναι δυνατόν να
προμελετήση κανείς τα υπάρχοντα εξ ανάγκης, έπεται ότι δεν είναι η
φρόνησις επιστήμη ούτε τέχνη. Και επιστήμη μεν δεν είναι, διότι
είναι ενδεχόμενον το εκτελεστόν να συμβαίνη κατ' άλλον τρόπον, τέχνη
δε δεν είναι, διότι άλλο είναι το γένος της εκτελέσεως και άλλο της
δημιουργίας. Λοιπόν υπολείπεται να είναι ψυχική διάθεσις εκτελεστική
συνοδευομένη από λόγον αληθή και περιστρεφομένη εις τα ανθρώπινα
αγαθά και κακά. Δηλαδή της μεν δημιουργίας το αποτέλεσμα είναι κάτι
τι ξεχωριστόν από αυτήν, της εκτελέσεως όμως δεν είναι διαφορετικόν,
διότι η ιδία η ευδόκιμος εκτέλεσις είναι αποτέλεσμα. Διά τούτο τον
Περικλέα και τους τοιούτους τους νομίζομεν φρονίμους, διότι είναι
ικανοί να αντιλαμβάνωνται όσα είναι αγαθά διά τον εαυτόν των και διά
τους άλλους ανθρώπους. Νομίζομεν δε ότι τοιούτοι είναι οι
οικοδεσποτικοί και οι πολιτικοί. Ως εκ τούτου αυτό το όνομα
αποδίδομεν εις την σωφροσύνην, διότι σώζει την φρόνησιν. Δηλαδή
κυρίως αυτού του είδους την γνώμην σώζει. Διότι δεν καταστρέφει ούτε
διαστρέφει παντός είδους γνώμην η ηδονή και η λύπη, λόγου χάριν αν
αι τρεις γωνίαι του τριγώνου είναι ίσαι προς δύο ορθάς ή όχι, αλλά
μόνον τας περιστρεφομένας εις τας ευδοκίμους εκτελέσεις. Διότι αι
αρχαί των εκτελεστών αποτελούν τον σκοπόν αυτών. Αλλά όστις είναι
διεφθαρμένος από ηδονήν ή λύπην δεν βλέπει καθαρά την αρχήν, ούτε
ότι πρέπει χάριν της αρχής και εξ αιτίας αυτής να προαιρήται και να
εκτελή τα πάντα. Διότι η κακία καταστρέφει τας αρχάς. Επομένως κατ'
ανάγκην η φρόνησις είναι διάθεσις συνοδευομένη από αληθή λόγον
εκτελεστική ως προς τα ανθρώπινα αγαθά. Αλλά βεβαίως της μεν τέχνης
υπάρχει αρετή, της φρονήσεως όμως δεν υπάρχει. Και εις μεν την
τέχνην όστις σφάλλει εκουσίως είναι προτιμότερος, εις την φρόνησιν
όμως όχι, καθώς και εις όλας τας αρετάς. Είναι λοιπόν φανερόν ότι η
φρόνησις είναι κάποια αρετή και όχι τέχνη. Από τα δυο δε λογικά μέρη
της ψυχής φαίνεται ότι εις το έν μόνον ανήκει η αρετή, δηλαδή εις το
κριτικόν. Διότι και η κρίσις καθώς και η φρόνησις περιστρέφεται εις
τα ενδεχόμενα να συμβούν και αλλέως. Αλλά βεβαίως δεν είναι πάλιν
ούτε μόνον διάθεσις συνοδευομένη από λόγον. Απόδειξις δε τούτου
είναι ότι την τοιαύτην διάθεσιν είναι δυνατόν να την λησμονήσωμεν,
την φρόνησιν όμως όχι.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ς'.
&Ο νους.&
Επειδή δε η επιστήμη είναι μία γνώμη περί των καθολικών πραγμάτων
και των υπαρχόντων εξ ανάγκης, και επειδή υπάρχουν αρχαί όλων των
πραγμάτων τα οποία επιδέχονται απόδειξιν καθώς και πάσης επιστήμης —
διότι η επιστήμη συνοδεύεται από λόγον — έπεται ότι των αρχών παντός
πράγματος υποκειμένου εις την επιστήμην δεν υπάρχει ούτε επιστήμη
ούτε τέχνη ούτε φρόνησις. Διότι παν ό,τι υπόκειται εις την επιστήμην
επιδέχεται απόδειξιν, ενώ όλαι αυταί περιστρέφονται εις όσα είναι
ενδεχόμενον να συμβούν και αλλέως. Αλλ' ούτε βεβαίως σοφία αυτών των
πραγμάτων υπάρχει. Διότι ιδιότης της σοφίας είναι να έχη απόδειξιν
διά μερικά πράγματα. Αφού λοιπόν τα μέσα, με τα οποία ευρίσκομεν την
αλήθειαν, και με τα οποία ποτέ δεν διαψευδόμεθα ως προς τα
ενδεχόμενα ή μη ενδεχόμενα να συμβούν και αλλέως, είναι η επιστήμη
και η φρόνησις και η σοφία και ο νους, κανέν από τα τρία όμως εξ
αυτών δεν είναι δυνατόν να είναι αυτό — τρία δε εννοώ την φρόνησιν,
την επιστήμην, την σοφίαν — απομένει να είναι ο νους το μέσον με το
οποίον ευρίσκομεν τας αρχάς.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζ'.
&Σοφία.&
Την δε σοφίαν ως προς τας τέχνας την αποδίδομεν εις τους
επιτηδειοτάτους• λόγου χάριν θεωρούμεν τον Φειδίαν σοφόν λιθοξόον
και τον Πολύκλειτον σοφόν ανδριαντοποιόν. Και βεβαίως εδώ τίποτε
άλλο δεν εννοούμεν με την σοφίαν, παρά ό,τι είναι η αρετή εις την
τέχνην. Νομίζομεν όμως και ότι υπάρχουν γενικώς μερικοί σοφοί όχι
εις έν είδος ούτε εις ωρισμένον πράγμα, καθώς λέγει ο Όμηρος εις τον
Μαργίτην:
Ούτε σκαφτιάν τον έκαμαν οι θεοί, ούτε οργωτήν,
αλλ' ούτε είς άλλο τίποτε σοφόν.
Ώστε είναι φανερόν ότι η σοφία είναι μία από τας ακριβεστάτας
επιστήμας. Επομένως ο σοφός δεν πρέπει να γνωρίζη μόνον όσα
εξάγονται από τας αρχάς, αλλά να ευρίσκη την αλήθειαν και ως προς
τας αρχάς. Επομένως η σοφία ίσως είναι νους και επιστήμη, και είναι
καθώς μία κεφαλή η οποία περιέχει επιστήμην περιστρεφομένην εις τα
σπουδαιότερα.
Διότι είναι παράλογον να θεωρή κανείς την πολιτικήν ή την φρόνησιν
σπουδαιοτάτην, εάν ο άνθρωπος δεν είναι το ανώτερον από όλα εις τον
κόσμον. Αφού λοιπόν άλλο είναι το υγιεινόν και το αγαθόν διά τους
ανθρώπους και άλλο διά τα ψάρια, ενώ το λευκόν και το ευθύγραμμον
είναι το ίδιον πάντοτε, τότε ημπορούμεν και όλοι το ίδιον πράγμα να
θεωρούμεν ως σοφόν, ως φρόνιμον όμως κάτι άλλο. Δηλαδή η ορθή
αντίληψις εις τα περιστοιχίζοντα τον εαυτόν μας θα ημπορούσε να
ονομασθή φρόνιμον πράγμα και εις αυτό να εμπιστευθούν αυτά. Διά
τούτο και μερικά από τα ζώα τα θεωρούν φρόνιμα, όσα δηλαδή φαίνονται
ότι έχουν κάποιαν προνοητικήν δύναμιν διά την ζωήν των. Είναι δε
επίσης φανερόν ότι δεν ημπορεί να είναι το ίδιον πράγμα η σοφία και
η πολιτική. Διότι, εάν μεν ονομάση κανείς σοφίαν την περιστρεφομένην
εις τα ατομικά συμφέροντα, τότε θα φανερωθούν πολλαί σοφίαι. Διότι
δεν υπάρχει σοφία διά το αγαθόν όλων των ζώων, αλλά διαφορετική διά
το καθέν, αφού και ιατρική δεν υπάρχει μία δι' όλα τα όντα. Εάν δε
ονομάση σοφίαν αυτήν την πολιτικήν, διότι ο άνθρωπος είναι το
ανώτερον από όλα τα άλλα ζώα, δεν έχει καμμίαν άλλην διαφοράν. Διότι
και από τον άνθρωπον υπάρχουν άλλα όντα πολύ θεϊκώτερα κατά την
φύσιν ωσάν ολοφάνερα, από τα οποία συνίσταται ο κόσμος. Λοιπόν από
όσα είπαμεν είναι φανερόν ότι η σοφία και η επιστήμη και ο νους
είναι από τα τιμαλφέστερα πράγματα εις τον κόσμον. Διά τούτο τον
Αναξαγόραν και τον Θαλήν και τους ομοίους των τους θεωρούν μεν
σοφούς, όχι όμως φρονίμους, αφού τους βλέπουν ότι δεν γνωρίζουν τα
ατομικά των συμφέροντα, και λέγουν μεν ότι αυτοί γνωρίζουν περισσά
και αξιοθαύμαστα και δύσκολα και θεϊκά πράγματα, αυτά όμως είναι
άχρηστα, διότι δεν εξετάζουν ποία είναι τα ανθρώπινα αγαθά.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η'.
&Φρόνησις.&
Η δε φρόνησις όμως περιστρέφεται εις τα ανθρώπινα και εις όσα είναι
δυνατόν να τα προμελετήσωμεν. Δηλαδή κυρίως θεωρούμεν έργον του
φρονίμου την καλήν προμελέτην. Κανείς όμως δεν σκέπτεται δι' όσα
είναι αδύνατον να συμβούν κατ' άλλον τρόπον από ό,τι συμβαίνουν,
ούτε δι' όσα δεν έχουν κάποιον τέλος, και αν αυτά πάλιν δεν είναι
εκτελεστόν αγαθόν. Όστις δε είναι γενικώς προνοητικός παρατηρεί με
την σκέψιν του ποίον είναι το άριστον από όλα τα εκτελεστά διά τον
άνθρωπον. Και δεν περιστρέφεται η φρόνησις μόνον εις τα γενικά, αλλά
πρέπει κανείς να γνωρίζη και τα καθέκαστα. Δηλαδή είναι εκτελεστική,
αλλά πάσα εκτέλεσις περιστρέφεται εις τα καθέκαστα. Διά τούτο
μερικοί αμαθέστεροι είναι εκτελεστικώτεροι από άλλους πολυμαθείς,
δηλαδή οι έμπειροι. Διότι, εάν τύχη κανείς να γνωρίζη ότι όλα τα
ελαφρά κρέατα είναι εύπεπτα και υγιεινά, δεν γνωρίζη όμως ποία είναι
ελαφρά, δεν θα επαναφέρη την υγείαν, αλλά μόνον όστις γνωρίζει ότι
τα πουλερικά κρέατα είναι ελαφρά, αυτός θα φέρη την υγείαν
περισσότερον. Η δε φρόνησις είναι εκτελεστική. Ώστε ή πρέπει να
έχωμεν και τα δύο, ή αυτήν περισσότερον. Ίσως δε και εδώ κάποια από
τας δύο είναι αρχιεργατική αρετή. Είναι δε η πολιτική και η φρόνησις
η ιδία διάθεσις, ουσιωδώς όμως δεν είναι το ίδιον πράγμα, διότι η
δευτέρα περιστρέφεται εις την πόλιν, και η μεν αρχιεργατική φρόνησις
είναι νομοθετική, η δε αναφερομένη εις τα καθέκαστα φέρει το κοινόν
όνομα πολιτική. Αυτή δε είναι εκτελεστική και προνοητική. Διότι το
ψήφισμα είναι εκτελεστόν, επειδή είναι το τελευταίον. Διά τούτο
μόνον οι τοιούτοι λέγομεν ότι πολιτεύονται. Διότι μόνον αυτοί
ενεργούν καθώς οι χειροτέχναι. Φαίνεται δε ότι και η φρόνησις κυρίως
είναι η περιστρεφομένη εις το άτομον και τον ένα. Και αυτή φέρει το
κοινόν όνομα φρόνησις. Από εκείνας όμως η μεν μία ονομάζεται
οικονομία, η δε άλλη νομοθεσία και η άλλη πολιτική, και από αυτήν η
μεν μία είναι βουλευτική, η δε άλλη δικαστική.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Θ'.
&Συνέχεια περί φρονήσεως.&
Ίσως λοιπόν είναι έν είδος γνώσεως το να γνωρίζη κανείς τα ατομικά
του συμφέροντα, έχει όμως μεγάλην διαφοράν από την γνώσιν εν γένει.
Και φαίνεται ότι φρόνιμος είναι όστις γνωρίζει τα ατομικά του, και
φροντίζει διά το άτομόν του, ενώ οι πολιτικοί φαίνονται
πολυπράγμονες. Διά τούτο λέγει ο Ευριπίδης {37}:
Πού φρόνιμος; ενώ ημπορούσα ήσυχα
να είμαι ένας μέσα εις όλον τον στρατόν
να κάμνω την δουλειά μου;
Μα όσοι μεγαλοπιάνονται.......