νομίζουν ότι πρέπει να εκτελούν. Από αυτήν λοιπόν την γνώμην προήλθε
το να θεωρούνται φρόνιμοι αυτοί. Μολονότι ίσως δεν είναι δυνατόν να
επιδιώκη κανείς ορθώς το ατομικόν του συμφέρον χωρίς οικονομίαν και
πολιτικήν, έπειτα δε είναι άγνωστον πώς πρέπει κανείς να διοική τα
ατομικά του πράγματα και πρέπει να το εξετάσωμεν. Απόδειξις δε αυτού
που είπαμεν είναι ότι οι νέοι γίνονται μεν μαθηματικοί και σοφοί εις
τοιούτου είδους πράγματα, φρόνιμοι όμως δεν φαίνεται να γίνωνται.
Αιτία δε είναι ότι η φρόνησις φαίνεται ότι περιστρέφεται εις τα
καθέκαστα, τα οποία γίνονται γνωστά από εμπειρίαν. Αλλά νέος
έμπειρος δεν υπάρχει, διότι η εμπειρία έρχεται με τον πολύν καιρόν.
Άλλως τε ημπορεί να λάβη υπ' όψιν του κανείς και το εξής. Διατί τάχα
ένα παιδί ημπορεί να γίνη μαθηματικός, όχι όμως και σοφός ή φυσικός;
Όχι τάχα διότι εκείνα μεν γίνονται αφηρημένως, ενώ αυτών εδώ αι
αρχαί πηγάζουν από την εμπειρίαν, και εις αυτά μεν εδώ οι νέοι
ψιττακίζουν τας αρχάς χωρίς πεποίθησιν, ενώ εις εκείνα δεν είναι
άγνωστοι αι αρχαί; Έπειτα το λάθος της προμελέτης ή ανήκει εις τα
γενικά ή εις τα καθέκαστα. Δηλαδή ή πρόκειται να εύρωμεν ότι όλα τα
βαρειά νερά είναι βλαβερά, ή ότι τούτο εδώ είναι βαρύ. Ότι δε η
φρόνησις δεν είναι επιστήμη είναι ολοφάνερον. Διότι, καθώς είπαμεν,
περιστρέφεται εις το τελευταίον. Διότι τοιούτον είναι παν ό,τι είναι
εκτελεστόν. Και βεβαίως αντιτίθεται προς τον νουν. Διότι ο νους
περιστρέφεται εις τα αξιώματα, τα οποία δεν επιδέχονται απόδειξιν,
ενώ η φρόνησις περιστρέφεται εις τα τελευταία (εξαγόμενα), τα οποία
δεν υπόκεινται εις καμμίαν επιστήμην αλλά εις την αίσθησιν, και όχι
εις τα ιδιαίτερα αισθητήριά μας, αλλά εις εκείνην με την οποίαν
εννοούμεν ότι το τελευταίον πολύγωνον εις τα μαθηματικά είναι το
τρίγωνον. Διότι εις αυτό και θα σταματήση. Αλλά αυτό εδώ πλέον είναι
μάλλον αντίληψις παρά φρόνησις, και είναι διαφορετικόν είδος από
εκείνην.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ι’.
&Περίσκεψις.&
Η έρευνα δε διαφέρει από την προμελέτην. Διότι η προμελέτη είναι έν
μέρος της όλης ερεύνης. Πρέπει δε να ειπούμεν και τι είναι
περίσκεψις, δηλαδή αν είναι επιστήμη, ή κρίσις, ή ευστοχία, ή κανέν
άλλο γένος. Και λοιπόν επιστήμη μεν δεν είναι — διότι κανείς δεν
ερευνά όσα γνωρίζονται, ενώ η περίσκεψις είναι κάποια προμελέτη, και
όστις προμελετά ερευνά και υπολογίζει. — Αλλά πάλιν και ευστοχία δεν
είναι. Διότι η ευστοχία είναι κάτι που δεν έχει λόγον και γίνεται
γλήγορα, ενώ η προμελέτη διαρκεί πολλήν ώραν, και λέγουν παροιμιωδώς
ότι πρέπει να σκεπτώμεθα μεν αργά, αλλά να εκτελούμεν γλήγορα τα
αποφασισθέντα. Έπειτα διαφέρει η αγχίνοια από την περίσκεψιν. Είναι
δε η αγχίνοια κάποια ευστοχία. Αλλ' ούτε βεβαίως κρίσις είναι η
περίσκεψις. Αλλά επειδή όστις μεν προμελετά κακώς κάμνει σφάλμα,
όστις δε προμελετά καλώς κάμνει το ορθόν, είναι φανερόν ότι η
περίσκεψις είναι κάποια ορθότης, όχι όμως επιστήμης ούτε κρίσεως.
Διότι της μεν επιστήμης ορθότης δεν υπάρχει — διότι δεν υπάρχει ούτε
σφάλμα — της δε κρίσεως ορθότης είναι η αλήθεια. Εξ άλλου δε
ωρίσαμεν προηγουμένως όλα εκείνα, εις όσα περιστρέφεται η κρίσις.
Αλλά πάλιν ούτε χωρίς λόγον γίνεται η περίσκεψις. Μένει λοιπόν να
αναφέρεται εις την διάνοιαν. Διότι αυτή δεν είναι ακόμη κατάφασις.
Και βεβαίως και η κρίσις δεν είναι έρευνα αλλά κατάφασις, ενώ όστις
προμελετά, είτε ορθώς είτε εσφαλμένως εκτελεί τούτο, ερευνά και
συλλογίζεται. Ώστε είναι κάποια ορθότης της σκέψεως η περίσκεψις.
Διά τούτο πρώτον πρέπει να εξετάσωμεν, τι είναι σκέψις και εις τι
περιστρέφεται, επειδή δε η ορθότης λέγεται με πολλάς σημασίας, είναι
φανερόν ότι όλη η ορθότης σκέψεως δεν είναι περίσκεψις. Διότι ο
ακρατής και ο μηδαμινός, εάν επιδιώκη, εάν είναι δαιμόνιος, θα το
επιτύχη με τον υπολογισμόν, και επομένως υπό έποψιν μεν προμελέτης
θα εκτελή ορθώς, υπό έποψιν όμως αποφάσεως θα απολαύση μέγα κακόν.
Φαίνεται δε βεβαίως ότι η περίσκεψις είναι κάπως αγαθόν. Δηλαδή
εκείνο το είδος μόνον της ορθής προμελέτης είναι περίσκεψις, το
οποίον επιδιώκει το αγαθόν. Αλλ' είναι δυνατόν να το επιτύχωμεν αυτό
και με ψευδή συλλογισμόν. Δηλαδή, ό,τι μεν πρέπει να κάμωμεν, είναι
δυνατόν να το επιτύχωμεν, όχι όμως και το μέσον, αλλά πιθανόν να
είναι ψευδής ο μέσος όρος (=η ελάσσων πρότασις). Ώστε και αυτό το
είδος δεν είναι περίσκεψις, με το οποίον επιτυγχάνει μεν κανείς ό,τι
πρέπει, όχι όμως με το πρέπον μέσον. Έπειτα είναι δυνατόν άλλος να
σκεφθή πολλήν ώραν και επιτύχη, και άλλος γλήγορα. Επομένως ούτε
εκείνο δεν είναι ακόμη περίσκεψις, αλλά απλώς ορθότης ως προς το
ωφέλιμον, και δι' ό,τι πρέπει, και καθώς πρέπει, και όταν πρέπη.
Έπειτα είναι δυνατόν να προμελετά κανείς ορθώς και γενικώς, αλλά και
εν σχέσει προς κάποιον αποτέλεσμα. Και γενική μεν προμελέτη είναι
εκείνη η οποία κατορθώνει γενικώς το αποτέλεσμα, μία δε ωρισμένη
είναι εκείνη η οποία κατορθώνει έν ωρισμένον αποτέλεσμα. Εάν λοιπόν
είναι ιδιότης των φρονίμων η καλή προμελέτη, τότε η περίσκεψις θα
είναι ίσως ορθότης συμφωνούσα με το συμφέρον εν σχέσει προς έν
αποτέλεσμα, διά το οποίον η φρόνησις είναι αληθής αντίληψις.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΑ'.
&Ευσυνεσία& (εξυπνάδα).
Αλλά και η σύνεσις και η ευσυνεσία, δηλαδή αι ιδιότητες με τας
οποίας χαρακτηρίζουν τους συνετούς και ευσυνέτους, δεν είναι ούτε
εντελώς το ίδιον με την επιστήμην και κρίσιν — διότι τότε όλοι θα
ήσαν συνετοί — ούτε πάλιν μία ειδική επιστήμη, καθώς λόγου χάριν η
ιατρική διά τα υγιεινά, και η γεωμετρία διά τα μεγέθη. Διότι η
σύνεσις δεν περιστρέφεται ούτε εις τα αιώνια και αμετάβλητα
πράγματα, ούτε εις τα συμβαίνοντα εις ό,τιδήποτε, αλλά εις όσα
ημπορεί κανείς να έχη απορίαν και να τα σκέπτεται. Διά τούτο
περιστρέφεται μεν εις τα ίδια ζητήματα εις όσα και η φρόνησις, δεν
είναι όμως το ίδιον η σύνεσις και η φρόνησις. Διότι η μεν φρόνησις
είναι διατακτική — διότι το αποτέλεσμα αυτής είναι, τι πρέπει να
πράξωμεν ή όχι — ενώ η σύνεσις είναι μόνον κριτική. — Και βεβαίως
είναι το ίδιον η σύνεσις και η ευσυνεσία και ο συνετός και ο
ευσύνετος. Σύνεσις δε δεν είναι ούτε το να έχωμεν φρόνησιν ούτε να
λάβωμεν, αλλά καθώς το μανθάνω λέγεται αρχαϊκώς συνίημι, εάν
εφαρμόζη την επιστήμην, ομοίως και εάν εφαρμόζη την κρίσιν, διά να
κρίνη καλώς εκείνα εις τα οποία περιστρέφεται η φρόνησις, όταν ομιλή
άλλος. Διότι το μόριον ευ είναι το ίδιον με το καλώς. Και από τούτο
προήλθε το όνομα ευσυνεσία, με την οποίαν χαρακτηρίζονται οι
ευσύνετοι, δηλαδή από την καλήν μάθησιν. Διότι πολλάκις
ανταλλάσσεται το μανθάνω με το συνίημι.
&Γνώμη (κρίσις) {38}.&
Η δε γνώμη, καθώς λέγουν, είναι εκείνη με την οποίαν χαρακτηρίζομεν
τον ορθόγνωμον (ορθόφρονα) και είναι η ορθή κρίσις του ευπρεπούς.
Απόδειξις δε είναι το εξής. Δηλαδή προ πάντων τον ευπρεπή τον
θεωρούμεν ορθόγνωμον και ευπρέπειαν θεωρούμεν το να δίδωμεν εις
μερικάς περιστάσεις συγγνώμην. Η δε συγγνώμη (συμβιβαστικότης) είναι
γνώμη ορθή κρίνουσα το ευπρεπές. Η δε ορθή κρίσις χαρακτηρίζει το
αληθές.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΒ'.
&Η γνώμη, η σύνεσις, η φρόνησις, και ο νους ανήκουν εις το ίδιον
άτομον.& — Αλλά και όλαι αι ανωτέρω διαθέσεις βεβαίως τείνουν εις το
ίδιον πράγμα. Δηλαδή την γνώμην και την σύνεσιν και την φρόνησιν και
τον νουν τας εφαρμόζομεν εις τους ιδίους ανθρώπους και λέγομεν ότι
έχουν γνώμην και νουν και πάλιν ότι είναι φρόνιμοι και συνετοί.
Διότι όλαι αυταί αι δυνάμεις περιστρέφονται εις τα τελευταία
εξαγόμενα και τα καθέκαστα, και με το να κρίνη κανείς όσα κρίνει ο
φρόνιμος, είναι συνετός και ορθόγνωμος ή συμβιβαστικός. Διότι τα
ευπρεπή μόνα από όλα τα αγαθά μας είναι κοινά εις τας σχέσεις μας
προς τους άλλους, περιστρέφονται όμως εις τα καθέκαστα και τελευταία
όλα τα επιτυχώς εκτελεστά. Και βεβαίως ο φρόνιμος πρέπει να τα
γνωρίζη αυτά, και η σύνεσις και η γνώμη περιστρέφεται εις τα
εκτελεστά, τα οποία είναι τελευταία.
&Εποπτικός νους.& — Και ο νους δε περιστρέφεται εις τα τελευταία και
κατά τας δύο διευθύνσεις. Δηλαδή και εις τους πρώτους όρους
(προτάσεις) και εις τους τελευταίους περιστρέφεται ο νους και ο
λόγος, και αυτός μεν (ο λόγος) είναι κατάλληλος εις τας αποδείξεις
του αμεταβλήτου και των αξιωμάτων, εκείνος δε εις την εφαρμογήν των
τελευταίων εξαγομένων και του ενδεχομένου, και της δευτέρας
προτάσεως. Διότι αυταί είναι αι αρχαί των αιτίων. Δηλαδή από τα
καθέκαστα προέρχονται τα γενικά. Αυτά λοιπόν πρέπει να τα
αντιλαμβανώμεθα, και τούτο εκτελεί ο νους. Διά τούτο αυτά φαίνονται
ότι είναι φυσικά, και εκ φύσεως σοφός μεν δεν είναι κανείς, έχει
όμως γνώμην και σύνεσιν και νουν. Απόδειξις δε είναι ότι αυτά
συμβαδίζουν με τας ηλικίας. Και η δείνα ηλικία λέγομεν ότι έχει
γνώμην και νουν, διότι φρονούμεν ότι η αιτία υπάρχει εις την φύσιν.
Διά τούτο και η αρχή και το τέλος είναι ο νους. Διότι αι αποδείξεις
προέρχονται από αυτά και εις αυτά περιστρέφονται. Ώστε πρέπει να
δίδωμεν προσοχήν εις τας αναποδείκτους κρίσεις των εμπείρων και των
γεροντοτέρων ή των φρονίμων όχι ολιγώτερον από τας αποδείξεις. Διότι
αυτοί βλέπουν ορθώς, επειδή έχουν έμπειρον βλέμμα. Και λοιπών περί
φρονήσεως και σοφίας και εις τι ασχολείται εκάστη και ότι εκάστη
είναι ιδιότης διαφορετικού μέρους της ψυχής, το εξετάσαμεν.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΓ'.
&Απορίαι περί χρησιμότητος της φρονήσεως και σοφίας.& — Τόρα όμως
έρχεται το ερώτημα περί αυτών εις τι χρησιμεύουν. Και λοιπόν η μεν
σοφία τίποτε δεν αντιλαμβάνεται από εκείνα τα οποία κάμνουν τον
άνθρωπον ευτυχή — δηλαδή δεν περιστρέφεται εις την γένεσιν κανενός
πράγματος — , η δε φρόνησις το έχει μεν αυτό, αλλά ποία η ανάγκη
αυτής, αφού η μεν φρόνησις περιστρέφεται εις τα δίκαια και καλά και
αγαθά διά τον άνθρωπον, αυτά δε είναι έργα του αγαθού ανδρός, και
όμως με μόνην την γνώσιν δεν γινόμεθα διόλου ικανώτεροι εις την
εκτέλεσιν αυτών — αφού αι αρεταί είναι συνήθειαι — καθώς ούτε εις τα
υγιεινά και την ευρωστίαν, τα οποία δεν θεωρούνται ενέργειαι αλλά
διαθέσεις; Διότι εις τίποτε δεν είμεθα εκτελεστικώτεροι με το να
έχωμεν την ιατρικήν και την γυμναστικήν. Εάν δε δεν θεωρήσωμεν
κανένα φρόνιμον προς χάριν αυτών, αλλά μόνον χάριν της γενέσεως,
τότε η φρόνησις δεν χρησιμεύει διόλου εις εκείνους οι οποίοι είναι
σπουδαίοι εις αυτήν, ακόμη δε ουδέ εις όσους δεν είναι σπουδαίοι.
Διότι δεν υπάρχει καμμία διαφορά αν τας έχομεν οι ίδιοι, ή
υπακούομεν εις άλλους οι οποίοι τας κατέχουν. Και διότι εις ημάς
είναι τούτο αρκετόν, καθώς συμβαίνει διά την υγείαν. Δηλαδή
επιθυμούμεν να είμεθα υγιείς, αλλά δεν μανθάνομεν την ιατρικήν.
Έπειτα δε ίσως φανή παράλογον, εάν θα την θεωρήσωμεν εγκυροτέραν από
την σοφίαν, ενώ είναι κατωτέρα. Διότι η πρωτουργός εξουσιάζει και
διατάσσει εις τα καθέκαστα. Περί αυτών λοιπόν πρέπει να ομιλήσωμεν.
Διότι τόρα τας απορίας μόνον εξετάσαμεν περί αυτών.
&Η φρόνησις και ιδίως η σοφία έχει ανάγκην άλλης πρακτικωτέρας
δυνάμεως.& — Και πρώτον λέγομεν ότι αυταί πρέπει να είναι καθ'
εαυτάς προτιμητέαι — αφού είναι αρεταί η καθεμία του καθενός μέρους
της ψυχής — και όταν ακόμη δεν παράγη τίποτε καμμία από αυτάς. Εκτός
τούτου όμως παράγουν και κάτι τι, πλην όχι καθώς η ιατρική την
υγείαν, αλλά καθώς η υγεία φέρει την ευτυχίαν, ομοίως και η σοφία
φέρει αυτήν. Διότι, επειδή είναι μέρος της όλης αρετής, κάμνει τον
άνθρωπον ευδαίμονα και διότι την έχει και διότι ενεργεί δι' αυτής.
Έπειτα παν έργον τελειόνει συμφώνως με την φρόνησιν και την ηθικήν
αρετήν. Διότι η μεν αρετή ευρίσκει ορθώς τον σκοπόν, η δε φρόνησις
τα μέσα τα οποία φέρουν εις τον σκοπόν. Του δε τετάρτου μέρους της
ψυχής, δηλαδή του θρεπτικού, δεν υπάρχει τοιαύτη αρετή. Διότι τίποτε
δεν εξαρτάται από αυτό να εκτελεσθή ή όχι, ότι όμως δεν γινόμεθα
διόλου εκτελεστικώτεροι εις τα καλά και δίκαια από την φρόνησιν
πρέπει να αρχίσωμεν ολίγα από τα ανώτερα, αφού λάβωμεν τούτο ως
αρχήν. Δηλαδή καθώς διά τα δίκαια όσοι τα εκτελούν δεν τους
ονομάζομεν ακόμη δικαίους, λόγου χάριν όσοι εκτελούν τα επιβαλλόμενα
από τους νόμους, ή όσοι εκτελούν εν αγνοία ή ακουσίως, ή από κανένα
άλλον λόγον και όχι χάριν αυτών — μολονότι βεβαίως εκτελούν τα
πρέποντα και όσα οφείλει να πράττη ο σπουδαίος — ομοίως καθώς
φαίνεται, έχει σημασίαν με ποίαν διάθεσιν τα εκτελεί κανείς διά να
είναι αγαθός, εννοώ δε παραδείγματος χάριν την εκ προαιρέσεως
εκτέλεσιν και χάριν των ιδίων πράξεων. Και λοιπόν την μεν προαίρεσιν
καθιστά ορθήν η αρετή, ποία όμως επλάσθησαν να εκτελούνται εξ αιτίας
αυτής, αυτό δεν είναι έργον της αρετής, αλλά άλλης δυνάμεως. Αλλά
πρέπει να ομιλήσωμεν με περισσοτέραν προσοχήν περί αυτών.
&Δεινότης& {39}
Υπάρχει δε κάποια δύναμις, την οποίαν ονομάζουν δεινότητα. Αύτη δε
είναι ικανή, όσα συντείνουν προς τον υποτεθέντα σκοπόν να τα εκτελή
και να τα επιτυγχάνη. Αν μεν λοιπόν ο σκοπός είναι καλός, τότε είναι
επαινετή, αν δε είναι μηδαμινός, τότε αυτή είναι πανουργία. Δια
τούτο και τους φρονίμους και τους πανούργους τους ονομάζουν
δαιμονίους. Η φρόνησις όμως δεν είναι κυρίως δεινότης, αλλά πάλιν
δεν στερείται και αυτήν την δύναμιν. Αυτή δε η διάθεσις δεν
προσγίνεται εις αυτόν τον ψυχικόν οφθαλμόν χωρίς αρετήν, καθώς το
είπαμεν και καθώς είναι προφανές. Διότι οι συλλογισμοί περιέχουν την
αρχήν των εκτελεστών ως μείζονα πρότασιν: «Αφού τοιούτου είδους
είναι το τέλος, και αφού είναι το καλλίτερον», οτιδήποτε και αν
είναι. Δηλαδή έστω ως παράδειγμα ό,τι και αν τύχη. Αλλά το
καλλίτερον αυτό, εάν δεν υπάρχη εις τον αγαθόν, δεν αποδεικνύεται.
Διότι η μοχθηρία τον διαστρέφει και τον κάμνει να διαψεύδεται ως
προς τας αρχάς των εκτελεστών ώστε είναι φανερόν ότι είναι αδύνατον
να είναι κανείς φρόνιμος, αν δεν είναι αγαθός. Και λοιπόν ας
σκεφθώμεν πάλιν περί της αρετής. Δηλαδή η αρετή έχει τον αυτόν λόγον
προς την δεινότητα, ον λόγον έχει η φρόνησις — δεν είναι μεν το
ίδιον πράγμα είναι όμως ομοία — ομοίως δε και η φυσική αρετή προς
την κυρίως αρετήν. Διότι εις όλους φαίνεται ότι υπάρχει κάπως εκ
φύσεως έκαστον είδος από τα ήθη — δηλαδή και την δικαιοσύνην και την
σωφροσύνην και την ανδρείαν και όλα τα άλλα τα έχομεν ευθύς εκ
γενετής — αλλ' όμως ζητούμεν κάποιον άλλον, δηλαδή το κυρίως αγαθόν,
και θέλομεν όλα αυτά να υπάρξουν εντός μας κατ' άλλον τρόπον. Διότι
και εις τα παιδία και τα θηρία υπάρχουν αι φυσικαί διαθέσεις,
χωριστά όμως από τον νουν φαίνονται ότι είναι βλαβεραί. Αλλά τούτο
τουλάχιστον φαίνεται σαφές, ότι καθώς εις έν ισχυρόν σώμα, όταν
κινήται χωρίς όρασιν, συμβαίνη να προσκρούη δυνατά ένεκα αυτής της
ελλείψεως, το ίδιον και εδώ. Εάν όμως αποκτήση νουν, διαφέρει εις
την εκτέλεσιν, η δε διάθεσις, ενώ είναι πάλιν ομοία, τότε όμως
κυρίως θα είναι αρετή. Επομένως, καθώς εις το γνωστικόν μέρος
υπάρχουν δύο είδη, δηλαδή η δεινότης και η φρόνησις, ομοίως και εις
το ηθικόν υπάρχουν δύο είδη, δηλαδή το έν μεν είναι η φυσική αρετή,
το δε άλλο η κυρίως αρετή, και από αυτάς τας δύο η κυρίως αρετή δεν
γίνεται χωρίς φρόνησιν.
&Επίκρισις της γνώμης του Σωκράτους περί φρονήσεως.& — Διά τούτο
μερικοί λέγουν ότι όλαι αι αρεταί είναι φρονήσεις. Και ο Σωκράτης
κατά τι μεν είχε δίκαιον, κατά τι δε έσφαλλε. Δηλαδή εις το ότι μεν
ενόμιζε ότι όλαι αι αρεταί είναι φρονήσεις, επλανάτο, εις το ότι
όμως αύται δεν υπάρχουν χωρίς φρόνησιν, είχε δίκαιον. Και απόδειξις
ούτου είναι το εξής• ότι και τόρα όσοι ορίζουν την αρετήν προσθέτουν
την διάθεσιν και λέγουν εις ποία περιστρέφεται, δηλαδή εις τα
σύμφωνα με τον ορθόν λόγον. Ορθός δε λόγος είναι ο σύμφωνος με την
φρόνησιν. Φαίνονται δε ως να προμαντεύουν κάπως όλοι ότι αρετή είναι
η διάθεσις η οποία συμφωνεί με την φρόνησιν. Πρέπει όμως να το
τροποποιήσωμεν ολίγον. Δηλαδή όχι μόνον η σύμφωνος με τον ορθόν
λόγον διάθεσις είναι αρετή, αλλά και η συνοδευομένη από τον ορθόν
λόγον. Ορθός δε λόγος εις τα τοιαύτα είναι η φρόνησις. Και βεβαίως ο
Σωκράτης ενόμιζε ότι αι αρεταί είναι λόγοι — δηλαδή τας ενόμιζε όλας
επιστήμας — ημείς όμως νομίζομεν ότι συνοδεύονται από τον λόγον.
Είναι λοιπόν φανερόν από όσα είπαμεν ότι δεν θα είναι δυνατόν να
είναι κανείς κυρίως αγαθός χωρίς φρόνησιν, ούτε φρόνιμος χωρίς
ηθικήν αρετήν. Αλλά με αυτά αναιρείται και ο λόγος με τον οποίον θα
ημπορούσε κανείς να αποδείξη ότι αι αρεταί χωρίζονται μεταξύ των.
Διότι δεν είναι ο ίδιος άνθρωπος προσφυέστερος εις όλας, επομένως
άλλην μεν απέκτησε έως τόρα, άλλην όμως όχι ακόμη. Δηλαδή αυτό ως
προς μεν τας φυσικάς αρετάς είναι δυνατόν, ως προς τας κυρίως αρετάς
όμως, διά τας οποίας λέγεται γενικώς αγαθός, δεν είναι δυνατόν.
Διότι συγχρόνως με την φρόνησιν η οποία είναι μία, θα συνυπάρξουν
όλαι. Είναι δε φανερόν ότι, και αν δεν ήτο πρακτική (εκτελεστική),
ήτο απαραίτητος, επειδή είναι αρετή του σχετικού ψυχικού μέρους, και
ότι δεν είναι δυνατόν να υπάρχη ορθή προαίρεσις χωρίς φρόνησιν ούτε
χωρίς αρετήν. Διότι η μεν μία μας κάμνει να εκτελούμεν το τέλος, η
δε άλλη, όσα συντείνουν εις το τέλος. Πάλιν όμως βεβαίως δεν είναι
κυρίαρχος της σοφίας ούτε του καλλιτέρου ψυχικού μέρους, καθώς δεν
είναι ούτε η ιατρική κυρίαρχος της υγείας. Διότι δεν μεταχειρίζεται
αυτήν ως όργανον, αλλά φροντίζει πώς να έλθη. Επομένως διατάσσει
χάριν εκείνης και όχι δυνάμει εκείνης. Ακόμη δε πάλιν τούτο είναι
όμοιον ωσάν να έλεγε κανείς ότι η πολιτική εξουσιάζει τους θεούς,
διότι διατάσσει δι' όλα τα ζητήματα της πόλεως.
Η Σειρά των Αρχαίων Ελλήνων Συγγραφέων, των Εκδόσεων Φέξη, υπήρξεν
ένας σταθμός στα ελληνικά χρονικά. Για πρώτη φορά προσφερόταν
συστηματικά στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό, η αρχαία ελληνική σκέψη
(ιστορία, φιλοσοφία» ποίηση, δράμα, δικανικός και πολιτικός λόγος)
σε δημιουργικές μεταφορές της, από τους άριστους μεταφραστές του
τόπου, στην πιο σύγχρονη μορφή που πήρε, εξελισσόμενο, το γλωσσικό
της όργανο, Ο Όμηρος, οι Τραγικοί κι ο Αριστοφάνης, ο Ηρόδοτος, ο
Θουκυδίδης, ο Πλάτων, ο Ξενοφών, ο Αριστοστέλης, ο Θεόκριτος, ο
Θεόφραστος, ο Επίκτητος, ο Πλούταρχος, ο Λουκιανός κλπ. προσφέρονται
και σήμερα, στις κλασικές πια μεταφράσεις των Πολυλά, Ραγκαβή,
Μωραϊτίδη, Κονδυλάκη, Ποριώτη, Γρυπάρη, Τανάγρα, Πολέμη, Καμπάνη,
Καζαντζάκη, Βάρναλη, Αυγέρη, Βουτιερίδη, Ζερβού, Φιλαδελφέως,
Τσοκόπουλου, Σιγούρου, Κ. Χρηστομάνου κλπ. σε μια σύγχρονη σειρά
εκδόσεων βιβλίου τσέπης, πράγμα που επίσης γίνεται για πρώτη φορά,
συστηματικά, στην Ελλάδα.
Ηθικά Νικομάχεια είναι το νεωτεριστικόν έργον του, εις το το οποίον
εξετάζονται, αναλύονται και διατυπούνται από θεωρητικής συνάμα και
πρακτικής απόψεως αι αρχαί της κοινωνικής και της ατομικής ηθικής.
Η μετάφρασις φιλολογική και σαφής υπό του κ. Κ. Ζάμπα.
ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΠΩΛΗΣΙΣ
ΛΑΔΙΑΣ ΚΑΙ Σια ο.ε.
ΙΠΠΟΚΡΑΤΟΥΣ 22 ΤΗΛ. 614.686, 634.506
ΤΙΜΑΤΑΙ ΔΡΧ. 10
1} Μόνον το τέλος του βιβλίου Η (κεφάλ. 12 — 1} είναι περιττή
παρεμβολή και ταυτολογία, πρωτοσχέδιον και ατελής των περί ηδονής
πρώτων κεφαλαίων του βιβλίου Κ.
2} Με κυρτά γράμματα σημειούνται όροι κοινοί και εις τον Πλάτωνα,
συνήθως εκεί εξηγούμενοι σαφέστερον.
3} Τούτο δεν αναφέρεται ρητώς εις κανένα διάλογον του Πλάτωνος,
εφαρμόζεται όμως εις τον Σοφιστήν.
4} Εις το βιβλίον Κ.
5} Νόμοι II 653 α c.
6} Το θέμα του Θεαιτήτου του Πλάτωνος εις αυτό περιστρέφεται.
7} Βιβλίον Γ κεφ. 9 — Βιβλ. Ε.
8} Βιβλίον Ε.
9} Βιβλίον Ζ.
10} Ιλιάδος Γ στ. 159.
11} Ο Αισχύλος ενώπιον του Αρείου Πάγου απέδειξε ότι δεν ήτο
μεμυημένος εις τα Ελευσίνια μυστήρια.
12} Η Μερόπη σύζυγος του Κρεσφόντου εφόνευσε τον υιόν της Αίγυπτο εκ
παρεξηγήσεως.
13} Ιλ. Χ, 100.
14} Ιλ. Θ, 148.
15} Ιλ. Β, 371,0,348.
16} Κατά τον ιερόν πόλεμον οι Κορωναίοι πολίται εφονεύθησαν άπαντες
παρά τον Ερμαίον, ενώ οι Βοιωτοί στρατιώται ετράπησαν εις φυγήν κατά
τον σχολιαστήν.
17} Ιλ. Π, 529.
18} Ιλ. Ε, 470.
19} Ω, 318.
20} Δεν υπάρχει εις τον Όμηρον.
21} Ξενοφ. Έλλην. 4, 4, 10.
22} Ιλ. Ω, 129.
23} Ιδέ Ρητορικής II Κεφ. 16.
24} Οδ. ρ. 420.
25} Ιλ. Α 503 ε.
26} Επί της εισβολής των Θηβαίων εις την Πελοπόννησον.
27} Η λέξις αυτή δεν υπήρχε εις τους αρχαίους, ούτε άλλη ισοδύναμος.
28} Σήμερον έχομεν το κατάλληλον όνομα φιλοφροσύνη, το οποίον τότε
δεν υπήρχε.
29} Ιδέ βιβλίον Η.
30} Ιδέ Πολιτ. ΙΙΙ, 4.
31} Η αριθμητική σχέσις είναι 2 έως 4 = 4 έως 6, άρα διά να
επιτευχθή η εξίσωσις των ποσών πρέπει εις τον πρώτον όρον (2) να
προσθέσωμεν την διαφοράν του μεγίστου (6) από τον μέσον (4)=2.
32} Δηλαδή το: Οφθαλμόν αντί οφθαλμού».
33} Κατά διάμετρον σύζευξιν των α β γ δ εννοεί:
(α δ)
Χ = α + δ: β + γ = α: β.
γ β
/Σημείωση: Η παρένθεση στο σχέδιο είναι μεγάλη και καλύπτει από την
μια μεριά το α και το γ, ενώ από την άλλη το δ και το β./
34} Όταν δεν αδική εκ προαιρέσεως (ιδέ ανωτέρω).
35} Επανόρθωσις του αδικήματος. Ετηρήσαμεν την λέξιν χάριν των
κατωτέρω.
36} Το αρχαίον επιεικής σημαίνει χρηστός, αλτροϊστής, παραχωρητικός,
επιεικής, και εν γένει καθώς πρέπει, αυτά δ' οπωσδήποτε τα εκφράζει
το ευπρεπής.
37} Εις τον Φιλοχτήτην.
38} Γνώμη, ορθόγνωμος, συγγνώμη εκ του γιγνώσκω ετέθησαν εδώ
αρχαϊκώς πως, καθώς εξηγούνται εις το χωρίον τούτο, ενώ σήμερον
είναι μάλλον ηθικαί αρεταί.
39} Ο δεινός σήμερον λέγεται δαιμόνιος και η δεινότης κάπως
δαιμόνιον.
End of Project Gutenberg's Nicomachean Ethics, Volume 1, by Aristotle