είναι ένα είδος μέσον. Διότι αυτό όλα τα μετρά, επομένως και την
υπεροχήν και την έλλειψιν, δηλαδή ευρίσκει πόσα υποδήματα
ισοφαρίζουν με μίαν οικίαν ή μίαν προμήθειαν. Επομένως οποίαν
αναλογίαν έχει ο οικοδόμος προς τον υποδηματοποιόν, τόσα ακριβώς και
υποδήματα πρέπει να αναλογούν προς μίαν οικίαν ή προμήθειαν. Διότι,
αν δεν υπάρξη τούτο, τότε δεν ημπορεί να γίνη ούτε συναλλαγή ούτε
επιμιξία. Αυτό δε δεν ημπορεί να υπάρξη, εάν δεν γίνουν με κάποιον
τρόπον ίσα τα προϊόντα. Επομένως είναι ανάγκη όλα να μετρούνται με
έν ωρισμένον μέτρον, καθώς είπαμεν προηγουμένως. Τούτο δε κυρίως μεν
είναι η ανάγκη, η οποία κυριαρχεί εις όλα. Διότι, εάν δεν έχουν
καμμίαν ανάγκην, ή αν δεν έχουν ομοίαν ανάγκην, δεν ημπορεί να γίνη
συναλλαγή, ή τουλάχιστον δεν ημπορεί να γίνη ομοία. Και λοιπόν το
νόμισμα ευρέθη κατά συνθήκην ως άλλη υποκατάστασις της ανάγκης.
Και δι' αυτό φέρει το όνομα νόμισμα, διότι δεν υπάρχει εκ φύσεως,
αλλά κατά νόμον, και είναι εις την εξουσίαν μας να το μεταβάλωμεν
και να το καταστήσωμεν άχρηστον. Και λοιπόν θα υπάρξουν τα
αντίποινα, όταν γίνη εξίσωσις, ώστε οποίον λόγον έχει ο γεωργός προς
τον υποδηματοποιόν, τον αυτόν λόγον πρέπει να έχη το προϊόν του
υποδηματοποιού προς το προϊόν του γεωργού.
Δεν πρέπει δε να φέρωμεν τους όρους εις σχήμα αναλογίας, εάν
ανταλλάξουν τα προϊόντα, αλλά εάν λάβουν τα ιδικά των. Διότι αλλέως
το έν από τα δύο άκρα θα έχη και τα δύο υπέροχα ποσά. Και κατ' αυτόν
τον τρόπον γίνονται ίσοι και συναλλακτικοί, διότι είναι δυνατόν να
αποκατασταθή εις αυτούς αυτή η ισότης, λόγου χάριν ο γεωργός να
είναι α, η προμήθεια γ, ο υποδηματοποιός β και το εξισωθέν προϊόν
του δ. Εάν δε δεν ήτο δυνατόν κατ' αυτόν τον τρόπον να δοθούν τα
αντίποινα, δεν θα ήτο δυνατόν να γίνη επιμιξία. Το ότι δε η ανάγκη
συγκρατεί την κοινωνίαν ως να είναι έν κοινόν μέτρον, φαίνεται εκ
τούτου, ότι, όταν δεν έχη ο είς την ανάγκην του άλλου, δεν
συναλλάσσονται, παρά μόνον όταν το προϊόν, το οποίον έχει κάποιος,
το χρειάζεται άλλος. Λόγου χάριν ο είς δίδει οίνον, και ο άλλος
προσφέρει σίτον. Τούτο δε πρέπει να εξισωθή. Χάριν δε της συναλλαγής
του μέλλοντος, εάν τόρα ο άλλος δεν έχη ανάγκην, έχομεν το νόμισμα
ως εγγυητήν, περί του ότι θα έχωμεν το προϊόν εκείνο, όταν το
χρειασθούμεν. Διότι όστις παρέχει το χρήμα, πρέπει να έχη το
δικαίωμα να λάβη προϊόν. Αλλά βεβαίως και το χρήμα πάλιν υπόκειται
εις το ίδια, διότι δεν έχει πάντοτε ίσην αξίαν. Οπωσδήποτε όμως
είναι περισσότερον σταθερόν. Διά τούτο πρέπει να εκτιμηθούν όλα τα
πράγματα. Διότι κατ' αυτόν τον τρόπον ημπορεί να υπάρχη πάντοτε
συναλλαγή, και όταν υπάρχη συναλλαγή, υπάρχει επιμιξία. Και λοιπόν
το νόμισμα, ως άλλο μέτρον, το κάμνει συμμετρικά και το εξισόνει.
Διότι ούτε χωρίς συναλλαγήν ημπορεί να υπάρξη επιμιξία, ούτε
συναλλαγή χωρίς ισότητα, ούτε ισότης χωρίς συμμετρίαν. Και λοιπόν με
ακρίβειαν είναι αδύνατον να γίνουν σύμμετρα το τόσον διαφορετικά
πράγματα, συμφώνως όμως με την ανάγκην είναι δυνατόν να γίνουν
αρκετά σύμμετρα. Λοιπόν κάτι τι πρέπει να υπάρχη και αυτό κατά
συνθήκην. Διά τούτο ονομάζεται νόμισμα. Δηλαδή αυτό καθιστά όλα
σύμμετρα. Διότι όλα μετρούνται με το νόμισμα• έστω καθ' υπόθεσιν μία
οικία=α, δέκα μναι=β, και μία κλίνη=γ. Και λοιπόν τα α είναι το
ήμισυ του β, εάν η οικία έχη αξίαν πέντε μνων. Εάν δε η κλίνη γ
είναι το δέκατον του β, είναι φανερόν πόσαι κλίναι είναι το ίσον
μιας οικίας, δηλαδή πέντε, ότι δε ούτω πως εγίνετο η συναλλαγή πριν
ευρεθή το νόμισμα, είναι φανερόν. Διότι δεν έχουν καμμίαν διαφοράν
απέναντι της οικίας είτε πέντε κλίναι είτε το αντίτιμον των πέντε
κλινών.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Θ'.
&Η δικαιοσύνη δεν είναι ομοία μεσότης, ως αι άλλαι αρεταί.& — Και
λοιπόν τι είναι το άδικον, και τι είναι το δίκαιον, το είπαμεν, αφού
δε ωρίσθησαν αυτά, είναι φανερόν ότι η δικαία πράξις είναι εις το
μέσον του να αδικούμεν και να αδικούμεθα. Διότι εκείνο μεν σημαίνει
να λάβωμεν περισσότερον, τούτο δε ολιγώτερον από ό,τι πρέπει. Η δε
δικαιοσύνη είναι κάποια μεσότης, όχι όμως κατά τον ίδιον τρόπον με
τας άλλας αρετάς, αλλά απλώς διότι περιστρέφεται εις το μέσον, ενώ η
αδικία αποτελεί τας δύο ακρότητας αυτής. Και δικαιοσύνη μεν είναι η
διάθεσις κατά την οποίαν ο δίκαιος λέγεται επιδεκτικός να εκτελή το
δίκαιον κατά προαίρεσιν, και να το διανέμη και μεταξύ εαυτού και
ενός άλλου, και μεταξύ δύο άλλων, όχι εις τρόπον ώστε από το
ωφέλιμον να δώση το περισσότερον εις τον εαυτόν του και ολιγώτερον
εις τον πλησίον, από δε το βλαβερόν αντιστρόφως, αλλά το αναλογικόν
ίσον, ομοίως δε και μεταξύ δύο άλλων. Η δε αδικία αντιθέτως είναι
επιτήδεια να εκτελή το άδικον. Τούτο δε είναι υπερβολή και έλλειψις
του ωφελίμου ή του βλαβερού έξω από την αναλογίαν. Διά τούτο η
αδικία είναι υπερβολή και έλλειψις, διότι περιστρέφεται εις τα
υπερβολικά και ελλιπή. Και μάλιστα διά τον ίδιον μεν τον άδικον
είναι υπερβολή του απολύτως ωφελίμου, και έλλειψις του βλαβερού. Διά
τους άλλους όμως κατά τα άλλα μεν είναι το ίδιον, κατά δε την
δυσαναλογίαν είναι όπως τύχη. Από το άδικον απόκτημα πάλιν το
ολιγώτερον μεν μέρος είναι η παθητική αδικία, το δε περισσότερον η
ενεργητική.
Και λοιπόν περί της δικαιοσύνης και αδικίας, οποία είναι η φύσις
εκάστης από τας δύο, ας θεωρήσωμεν ορθόν τον τρόπον καθ' ον τα
εξετάσαμεν, ομοίως δε και περί του δικαίου και αδίκου εν γένει.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ι’.
&Η Άδικος πράξις δεν είναι πάντοτε αδικία.& — Αλλά αφού συμβαίνει να
αδική κάποιος χωρίς ακόμη διά τούτο να είναι άδικος {34},ερωτώμεν
ποία αδικήματα όταν εκτελέση κανείς, είναι πλέον άδικος εις έκαστον
είδος αδικίας, λόγου χάριν κλέπτης ή μοιχός, ή ληστής; Ή νομίζει
κανείς ότι δεν έχει καμμίαν διαφοράν; Βεβαίως έχει, διότι είναι
δυνατόν να συνουσιασθή με γυναίκα, ενώ γνωρίζει ποία είναι αυτή, όχι
όμως λόγω προαιρέσεως αλλά λόγω του πάθους. Τότε λοιπόν κάμνει μεν
αδικίαν, δεν είναι όμως άδικος, και καθώς δεν είναι κλέπτης υπό
τοιαύτας συνθήκας και όμως έκλεψε, ομοίως δεν είναι μοιχός και όμως
εμοίχευσε. Το ίδιον δε συμβαίνει και εις τα άλλα.
&Πολιτικόν δίκαιον.& — Και λοιπόν ποία μεν είναι η σχέσις των
αντιποίνων προς το δίκαιον ελέχθη προηγουμένως. Δεν πρέπει όμως να
μας διαφύγη ότι αυτό το οποίον εξετάζομεν είναι το απλώς δίκαιον και
το πολιτικόν δίκαιον. Το τελευταίον τούτο όμως περιστρέφεται εις
εκείνους όσοι έχουν επιμιξίαν του βίου είτε ως ελεύθεροι και ίσοι,
είτε κατ' αναλογίαν ή συμφώνως με τον αριθμόν των, ώστε να έχουν
αυτάρκειαν. Επομένως όσοι δεν έχουν αυτήν, δεν έχουν μεταξύ των το
πολιτικόν δίκαιον, αλλά έν δίκαιον, το οποίον ομοιάζει το δίκαιον.
Δηλαδή δίκαιον έχουν όσοι έχουν νόμον μεταξύ των ο δε νόμος
περιστρέφεται εις όσα γίνεται αδικία. Διότι η δίκη είναι κρίσις του
δικαίου και του αδίκου. Εις όσα λοιπόν υπάρχει αδικία, εις τα ίδια
υπάρχει και η εκτέλεσις αδικίας, εις όσα δε υπάρχει εκτέλεσις
αδικίας δεν υπάρχει πάντοτε αδικία. Τούτο δε συμβαίνει όταν κανείς
κρατή διά τον εαυτόν του το περισσότερον από τα απλώς αγαθά, και το
ολιγώτερον από τα απλώς κακά. Διά τούτο δεν αφίνομεν να είναι άρχων
ο άνθρωπος, αλλά ο λόγος, διότι αυτάς κάμνει τούτο διά τον εαυτόν
του και έτσι γίνεται τύραννος. Είναι δε ο άρχων φύλαξ του δικαίου,
και αφού είναι φύλαξ του δικαίου, είναι και του ίσου. Επειδή δε
φαίνεται ότι δεν μένει τίποτε περισσότερον διά τον εαυτόν του, αφού
είναι δίκαιος — διότι δεν κρατεί διά τον εαυτόν του τίποτε
περισσότερον από το απόλυτον αγαθόν, εάν δεν είναι ανάλογον — διά
τούτο κοπιάζει χάριν άλλου. Και διά τούτο λέγουν ότι η δικαιοσύνη
είναι ξένον αγαθόν, καθώς είπαμεν προηγουμένως. Επομένως πρέπει να
του δοθή κάποιος μισθός, τοιούτος δε είναι η τιμή και το βραβείον.
Εις όσους όμως αυτά δεν είναι αρκετή αμοιβή αυτοί γίνονται τύραννοι.
&Οικογενειακόν δίκαιον.& — Το δε δεσποτικόν δίκαιον και το πατρικόν
δεν είναι το ίδιον με αυτά, αλλά όμοιον. Διότι γενικώς δεν υπάρχει
αδικία προς την ιδικήν μας ιδιοκτησίαν. Και βεβαίως ο δούλος είναι
κτήμα μας καθώς και το τέκνον, πριν λάβη μίαν ωρισμένην ηλικίαν και
αποχωρισθή, και είναι ωσάν μέλος ιδικόν μας. Τον εαυτόν του δε
κανείς δεν αποφασίζει να τον βλάψη. Διά τούτο δεν υπάρχει αδικία
προς τον εαυτόν μας. Επομένως ούτε άδικον ούτε πολιτικόν δίκαιον.
Διότι τούτο είπαμεν ότι είναι σύμφωνον με τους νόμους, και εις όσα
επλάσθη να επεμβαίνη ο νόμος. Τοιούτοι δε είναι εκείνοι, εις τους
οποίους υπάρχει ισότης να εξουσιάζουν και να εξουσιάζωνται. Διά
τούτο μάλλον απέναντι της γυναικός υπάρχει δίκαιον, παρά απέναντι
των τέκνων και των κτημάτων. Διότι τούτο είναι το οικογενειακόν
δίκαιον, το οποίον είναι διαφορετικόν από το πολιτικόν.
&Φυσικόν και νομικόν δίκαιον.& — Από δε το πολιτικόν δίκαιον το έν
μέρος είναι φυσικόν, το δε άλλο νομικόν. Και φυσικόν μεν είναι
εκείνο, το οποίον έχει εις όλα τα έθνη την ιδίαν δύναμιν, και δεν
είναι συμφώνως με την δοξασίαν ή όχι, νομικόν δε είναι εκείνο, το
οποίον εξ αρχής μεν δεν έχει διαφοράν, αν γίνη ούτως ή άλλως, όταν
όμως θεσπισθή, έχει διαφοράν, λόγου χάριν το να πληρώνωμεν ως λύτρα
μίαν μναν, ή να θυσιάζωμεν αίγα και όχι πρόβατα, έπειτα δε όσα
νομοθετούν διά διαφόρους περιπτώσεις, λόγου χάριν να κάμνουν θυσίας
εις τον Βρασίδαν, και όλα όσα γίνονται με ψηφίσματα. Εις μερικούς δε
φαίνονται όλα τα δίκαια ότι είναι του δευτέρου τούτου είδους, διότι
το μεν εκ φύσεως είναι ακίνητον και εις όλα τα έθνη έχει την ιδίαν
δύναμιν, καθώς λόγου χάριν το πυρ και εδώ καίει καθώς και εις την
Περσίαν, ενώ τα δίκαια βλέπουν ότι μετακινούνται.
Αυτό όμως δεν είναι καθώς το νομίζουν, αλλά υπάρχει περίπτωσις, καθ'
ην μετακινείται και εκείνο. Και ίσως μεν εις την χορείαν των θεών
δεν υπάρχει τίποτε μετακινητόν, εις ημάς όμως υπάρχει μεν και κάτι
τι εκ φύσεως, όλα όμως είναι κινητά. Μολαταύτα άλλα μεν είναι κατά
φύσιν, άλλα δε όχι. Ποίον όμως είναι κατά φύσιν από όσα είναι
ενδεχόμενον να είναι και διαφορετικά, και ποίον δεν είναι κατά φύσιν
αλλά κατά νόμον και συνθήκην, αφού και τα δύο είδη είναι κινητά,
είναι εξ ίσου ευνόητον. Λόγου χάριν εκ φύσεως η δεξιά είναι ανωτέρα
της αριστεράς, μολονότι είναι ενδεχόμενον και όλοι να γίνουν
αμφιδέξιοι. Και εις όλα τα άλλα ημπορεί να εφαρμοσθή ο ίδιος
ορισμός. Τα δε κατά συνθήκην και κατά το συμφέρον δίκαια ομοιάζουν
προς τα μέτρα. Διότι δεν είναι εις όλα τα έθνη ίσα τα μέτρα των
υγρών και των σιτηρών, αλλά με μεγαλίτερα αγοράζουν και με μικρότερα
πωλούν. Ομοίως δε και τα μη φυσικά αλλά ανθρώπινα δίκαια δεν είναι
τα ίδια εις όλα τα έθνη, αφού μάλιστα ουδέ τα πολιτεύματα είναι τα
ίδια, αλλά μόνον έν πολίτευμα είναι το καλλίτερον εις όλα τα έθνη.
Έκαστον όμως από τα δίκαια και νόμιμα έχει σχέσιν προς τας ατομικάς
πράξεις καθώς το καθόλου προς τα μερικά. Διότι αι μεν πράξεις είναι
πολλαί, εκείνα δε είναι έκαστον ανά έν. Διότι είναι γενικά.
&Διαφορά μεταξύ αδίκου και αδικήματος, και αντιστρόφως.& — Έχουν δε
διαφοράν το αδίκημα από το άδικον καθώς και το δικαίωμα {35} από το
δίκαιον. Διότι το άδικον υπάρχει και συμφώνως με την φύσιν ή με την
τάξιν, αυτό όμως το ίδιον αφού εκτελεσθή είναι αδίκημα, ενώ πριν να
εκτελεσθή δεν ήτο ακόμη αδίκημα, αλλά άδικον. Ομοίως δε και το
δικαίωμα — ονομάζεται δε μάλλον δικαιοπράγημα, διότι το δικαίωμα
είναι η επανόρθωσις του αδικήματος. — Έν έκαστον δε από αυτά ποία
είδη έχει και πόσα και εις ποία πράγματα περιστρέφεται θα το
εξετάσωμεν αργότερα.
Ενώ δε είναι δίκαια και άδικα αυτά που είπαμεν, αδικεί μεν κανείς
και δικαιοπρακτεί, όταν τα εκτελή εκουσίως, όταν όμως τα εκτελή
ακουσίως, τότε ούτε αδικεί ούτε δικαιοπρακτεί, αλλά μόνον κατά
σύμπτωσιν. Διότι εκτελεί όσα είναι κατά σύμπτωσιν δίκαια ή άδικα.
Και λοιπόν το αδίκημα και το δικαιοπράγημα ορίζεται από το εκούσιον
ή ακούσιον. Δηλαδή, όταν είναι εκούσιον το αδίκημα, κατακρίνεται,
συγχρόνως δε και είναι τότε αδίκημα. Επομένως θα υπάρχη και κάποιον,
το οποίον είναι άδικον, αλλά ακόμη δεν έγινε αδίκημα, εάν δεν
προστεθή και το εκούσιον. Ονομάζω δε εκούσιον μεν, καθώς είπαμεν και
προηγουμένως, ό,τι εκτελεί κανείς από τα εξαρτώμενα από αυτόν εν
γνώσει και όχι εν αγνοία ποίον είναι το αδίκημα, και με ποίον
όργανον και διά ποίον λόγον λόγου χάριν ποίον κτυπά και με ποίον
όργανον και διά ποίον λόγον. και το καθέν από αυτά όταν τα εκτελή
όχι κατά σύμπτωσιν ούτε με την βίαν — καθώς λόγου χάριν εάν του πάρη
κανείς το χέρι, διά να κτυπήση με αυτό έναν άλλον, τότε αυτός δεν
κτυπά εκουσίως, διότι δεν εξαρτάται από αυτόν το κτύπημα. Είναι δε
ενδεχόμενον ο κτυπώμενος να είναι και ο πατήρ του. Αυτός δε ότι μεν
είναι κάποιος άνθρωπος αυτός ή κάποιος από τους παρευρισκομένους
ενδεχόμενον να το γνωρίζη, ότι όμως είναι ο πατήρ του να μην το
γνωρίζη. Ομοίως δε το τοιούτον ισχύει και διά τον λόγον και δι'
ολόκληρον την πράξιν. Και λοιπόν το εν αγνοία ή όχι μεν εν αγνοία,
μη εξαρτώμενον όμως από αυτόν, ή γινόμενον διά της βίας είναι
ακούσιον. Διότι πολλά και από τα δοθέντα εκ φύσεως τα πράττομεν και
τα πάσχομεν εν γνώσει, αν και από αυτά κανέν δεν είναι ούτε εκούσιον
ούτε ακούσιον, καθώς λόγου χάριν το να γηράσκωμεν και να
αποθνήσκωμεν. Συμβαίνει δε το κατά σύμπτωσιν και εις τα άδικα καθώς
και εις τα δίκαια. Διότι λόγου χάριν και την παρακαταθήκην ημπορεί
κανείς να επιστρέψη ακουσίως και από φόβον. Δεν πρέπει όμως να
ειπούμεν ότι αυτός εκτελεί τα δίκαια ούτε δικαιοπρακτεί, αλλά μόνον
κατά σύμπτωσιν. Όμοίως δε και όστις εξαναγκάζεται, και παρά την
θέλησίν του δεν επιστρέφει την παρακαταθήκην, πρέπει να ειπούμεν ότι
αυτός κατά σύμπτωσιν αδικεί και εκτελεί άδικα. Από δε τα εκούσια
άλλα μεν τα εκτελούμεν κατά απόφασιν, άλλα δε χωρίς απόφασιν. Και
κατ' απόφασιν μεν εκτελούμεν όσα επρομελετήσαμεν, αναποφασίστως δε
όσα δεν επρομελετήσαμεν.
&Διάκρισις ατυχήματος, σφάλματος και αδικήματος.& — Από τας τρεις δε
βλάβας αι οποίαι υπάρχουν εις την επιμιξίαν, άλλαι μεν είναι
σφάλματα αγνοίας, όταν λ.χ. δεν γνωρίζη ούτε ποίον ούτε με τι, ούτε
διά ποίον λόγον παρεξήγησε, και εξετέλεσε — δηλαδή ή ενόμισε ότι δεν
θα κτυπήση, ή όχι με τούτο, ή όχι τούτον, ή όχι διά τούτον τον
λόγον, συνέβη όμως εκείνο όχι διά τον λόγον που ενόμισε αυτός, λόγου
χάριν, όχι διά να πληγώση, αλλά να κεντήση, ή όχι αυτόν, ή όχι με
αυτό. — Όταν λοιπόν η βλάβη συμβή έξω από τους υπολογισμούς, είναι
ατύχημα, όταν όμως δεν συμβή έξω από τους υπολογισμούς, πάλιν όμως
δεν προέρχεται από κακίαν, είναι σφάλμα — δηλαδή σφάλλει κανείς όταν
είναι μέσα εις τον ίδιον η αρχή της αγνοίας, παθαίνει δε ατύχημα
όταν αυτό προέρχεται απ' έξω. Όταν δε τα εγνώριζε αλλά δεν τα είχε
προμελετήση, είναι αδίκημα• λόγου χάριν όσα γίνονται από έξαψιν και
από άλλα πάθη, τα οποία συμβαίνουν εις τους ανθρώπους κατ' ανάγκην
και ως φυσικά. Διότι, όταν πράττουν αυτάς τας βλάβας και τα
σφάλματα, κάμνουν μεν άδικον, και είναι αδικήματα αυτά, αυτοί όμως
δεν είναι ακόμη άδικοι ούτε πονηροί εξ αιτίας αυτών. Διότι η βλάβη
δεν προήλθε από την μοχθηρίαν. Όταν όμως τα εκτελούν με απόφασιν,
είναι άδικοι και μοχθηροί. — Διά τούτο ορθώς θεωρούνται ότι δεν
είναι εκ προβλέψεως όσα προέρχονται από έξαψιν. Διότι δεν κάμνει
έναρξιν όστις εκτελεί κάτι τι με έξαψιν, αλλά εκείνος που τον
εξώργισε. Έπειτα δεν συζητούμεν ούτε περί της εκτελέσεως ή μη
εκτελέσεως, αλλά περί του δικαίου. Διότι η οργή προέρχεται από την
φαινομενικήν αδικίαν. Δηλαδή εδώ δεν φιλονικούν καθώς εις τας
συναλλαγάς περί του αποτελέσματος όπου κατ' ανάγκην ο είς εκ των δύο
είναι μοχθηρός, εάν δεν έγινε κατά λάθος. Αλλά συμφωνούν εις το
πράγμα και μόνον φιλονικούν κατά ποίον τρόπον είναι δίκαιον — τούτο
δε δεν το αγνοεί όστις εσχεδίαζε το κακόν — ώστε ο μεν πρώτος φρονεί
εν τη πλάνη ότι αδικείται, ο άλλος όμως δεν απατάται. Αν δε βλάψη
κανείς εκ προμελέτης, κάμνει άδικον, και δι' αυτά πλέον τα αδικήματα
είναι άδικος όστις αδικεί, εάν είναι έξω από την αναλογίαν ή το
ίσον, ομοίως δε και ο δίκαιος είναι δίκαιος όταν εκ προμελέτης
δικαιοπραγή, και δικαιοπραγεί μόνον όταν ενεργή εκουσίως. Από δε τα
εκούσια, άλλα μεν είναι συγχωρητά, άλλα όμως είναι ασυγχώρητα.
Δηλαδή όσα μεν σφάλματα κάμνουν όχι μόνον εν αγνοία αλλά και από
αμάθειαν, είναι συγχωρητά, όσα όμως κάμνουν εξ αιτίας κάποιου πάθους
των το οποίον δεν είναι ούτε φυσικόν ούτε ανθρώπινον, αυτά είναι
ασυγχώρητα.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΑ'.
Άραγε είναι δυνατόν να αδικηθή κανείς εκουσίως; — Είναι όμως
δυνατόν να διαφιλονικήση κανείς αν αρκετά καλά ωρίσαμεν την
παθητικήν και την ενεργητικήν αδικίαν, και πρώτον μεν μήπως είναι
καθώς το είπε ο Ευριπίδης, ο οποίος λέγει παραλόγως:
Εσκότωσα την μάννα μου, δύο λόγια και καλά.
Μα ήθελα και ήθελε; ή ούτ' ήθελα ούτ' ήθελε;
Διότι είναι ζήτημα αν υπάρχει πραγματικώς τρόπος να αδικηθή κανείς
εάν δεν θέλη, ή μήπως πάσα πάθησις αδικίας είναι ακουσία, καθώς και
πάσα εκτέλεσις αδικίας; Επομένως άραγε το όλον είναι κατά τον ένα ή
κατά τον άλλον τρόπον, καθώς και το να αδική κανείς είναι πάντοτε
εκούσιον; Ή μήπως το έν μεν είναι εκούσιον, το δε άλλο ακούσιον; Το
ίδιον δε θα ειπούμεν και επί απολαύσεως του δικαίου, επειδή η
εκτέλεσις του δικαίου είναι πάντοτε εκουσία. Επομένως είναι εύλογον
να αντιτίθεται ομοίως εις το καθέν από εκείνα τα δύο η πάθησις της
αδικίας και η απόλαυσις της δικαιοσύνης ή ως εκουσία ή ως ακουσία.
Αλλά πάλιν φαίνεται παράλογον, εάν ολόκληρος η απόλαυσις της
δικαιοσύνης θεωρηθή εκουσία. Διότι υπάρχουν μερικοί οι οποίοι
παίρνουν το δίκαιον των όχι εκουσίως. Αφού μάλιστα και το εξής
ημπορεί κανείς να διαφιλονικήση, άραγε όστις πάσχει την αδικίαν
πάντοτε αδικείται, ή ό,τι συμβαίνει εις την εκτέλεσιν το ίδιον
συμβαίνει και εις την πάθησιν; Δηλαδή είναι ενδεχόμενον και εις τα
δύο να απολαμβάνωμεν το δίκαιόν μας κατά σύμπτωσιν. Και βεβαίως
είναι προφανές ότι το ίδιον συμβαίνει και εις τα άδικα. Δηλαδή δεν
είναι το ίδιον η εκτέλεσις αδίκων με την αδικίαν, ούτε η πάθησις
αδίκων με την πάθησιν αδικίας. Το ίδιον δε και όταν εκτελούμεν το
δίκαιον και ευρίσκωμεν το δίκαιον. Δηλαδή είναι αδύνατον να
αδικούμεθα, όταν δεν μας αδική κανείς, ούτε να εύρωμεν δίκαιον, όταν
δεν μας αποδίδη κανείς το δίκαιον. Αφού δε γενικώς αδικία είναι να
βλάπτωμεν κάποιον εκουσίως, και εκουσίως σημαίνει εν γνώσει του
ποίος είναι, και με τι και πώς, και αφού ο ακρατής εκουσίως βλάπτει
ο ίδιος τον εαυτόν του, τότε φαίνεται ότι ημπορεί κανείς να αδικηθή
εκουσίως και είναι ενδεχόμενον κανείς να αδική ο ίδιος τον εαυτόν
του — είναι δε και αυτά έν από τα άλυτα ζητήματα, δηλαδή εάν είναι
δυνατόν ποτε να αδική κανείς τον εαυτόν του — . Έπειτα είναι δυνατόν
να βλαφθή κανείς ένεκα της ακολασίας εκουσίως από άλλον εκούσιον.
Επομένως είναι δυνατόν να αδικηθή κανείς εκουσίως. Ή τάχα δεν είναι
ορθός ορισμός και πρέπει εις το να βλάπτη εν γνώσει του «ποίος είναι
αυτός και με τι και πώς», να προσθέσωμεν τον όρον: «παρά την θέλησιν
εκείνου»; Και λοιπόν βλάπτεται μεν κανείς εκουσίως και πάσχει
άδικα, κανείς όμως δεν πάσχει αδικίαν εκουσίως. Διότι κανείς δεν
θέλει, ούτε και ο ακόλαστος, αλλά έξω της θελήσεώς του εκτελεί.
Δηλαδή ούτε θέλει ποτέ κανείς εκείνο το οποίον δεν νομίζει ότι είναι
σπουδαίον, ούτε ο ακρατής πράττει όσα νομίζει ότι πρέπει να εκτελή.
Όστις δε δίδει ιδικά του πράγματα, καθώς λέγει ο Όμηρος ότι ο
Γλαύκος αντήλλαξε με τον Διομήδην:
Χρυσά των εκατόν βοών, με των εννέα χάλκινα.
αυτός βέβαια δεν αδικείται. Διότι είναι εις την εξουσίαν του να τα
δώση. Ενώ το να πάθη αδικίαν δεν είναι, εις την εξουσίαν του, αλλά
πρέπει να υπάρχη εκείνος που αδικεί. Και λοιπόν έγινε φανερόν ότι η
πάθησις της αδικίας δεν είναι εκουσία.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΒ'.
&Όστις μοιράζει το άδικον αδικεί, ή όστις το λαμβάνει;& — Εξ όσων
δε εξελέξαμεν διά να εξετάσωμεν, μένουν ακόμη δύο, δηλαδή αν κάμνει
αδικίαν όστις μοιράζει παρά την αξίαν το περισσότερον ή όστις
λαμβάνει, και αν είναι δυνατόν να αδική κανείς τον εαυτόν του.
Διότι, εάν είναι δυνατόν το προλεχθέν, και αν αδική όστις μοιράζει
και όχι όστις λαμβάνει το περισσότερον, τότε εάν κανείς αποδίδη
περισσότερον εις άλλον παρά εις τον εαυτόν του εν γνώσει και
εκουσίως, αυτός αδικεί ο ίδιος τον εαυτόν του. Και τούτο φαίνεται
ότι κάμνουν οι μετριόφρονες. Διότι όστις είναι καθώς πρέπει είναι
παραχωρητικός. Ή μήπως και αυτό πάλιν δεν είναι απλούν; Διότι πολύ
πιθανόν να κερδίζη άλλο αγαθόν, λόγου χάριν δόξαν, ή το γενικώς
καλόν. Ακόμη δε αναιρείται τούτο και συμφώνως με τον ορισμόν της
αδικίας. Διότι τίποτε δεν παθαίνει έξω από την θέλησίν του. Ώστε ως
προς τούτο δεν αδικείται, αλλά το πολύ πολύ βλάπτεται μόνον.
Είναι δε φανερόν ακόμη, και ότι όστις μοιράζει αδικεί, και όχι όστις
λαμβάνει το περισσότερον. Διότι δεν κάμνει την αδικίαν εκείνος εις
τον οποίον υπάρχει το άδικον, αλλά εκείνος ο οποίος το εκτελεί
εκουσίως. Τούτο δε υπάρχει εις εκείνον από τον οποίον προέρχεται η
αρχή της πράξεως, η οποία υπάρχει εις τον μοιράζοντα και όχι εις τον
λαμβάνοντα. Έπειτα το εκτελώ λέγεται με πολλάς σημασίας και ημπορούν
κατά τινα τρόπον και τα άψυχα να φονεύσουν, και η χειρ και ο δούλος
του δίδοντος την διαταγήν, ο οποίος δεν αδικεί μεν, κάμνει όμως
άδικα. Ακόμη δε, αν μεν εν αγνοία απεφάσισε, δεν αδικεί κατά το
νομικόν δίκαιον ούτε είναι άδικος η απόφασίς του, είναι όμως κάπως
άδικος — διότι άλλο είναι το νομικόν δίκαιον και άλλο το πρώτον —
Εάν δε εν γνώσει του απεφάσισε αδίκως, τότε κερδίζει και αυτός ή
ευγνωμοσύνην, ή εκδίκησιν. Και λοιπόν καθώς όστις μοιράση το άδικον,
ομοίως και όστις αποφασίση αδίκως παίρνει περισσότερον. Διότι, όταν
απεφάσισε να δώση τον αγρόν εις εκείνον, αυτός δεν έλαβε μεν τον
αγρόν, έλαβε όμως το χρήμα.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΓ'.
&Αι δυσκολίαι της δικαιοσύνης.& — Οι δε άνθρωποι νομίζουν ότι είναι
εις την εξουσίαν των να αδικούν, και επομένως ότι το δίκαιον είναι
εύκολον. Αυτό όμως δεν είναι αληθές. Διότι το να συνευρεθούν με την
γυναίκα του γείτονός των και να κτυπήσουν τον πλησίον των και να
εξοδεύσουν με το χέρι των το χρήμα των είναι εύκολον και εις την
εξουσίαν των, το να εκτελούν όμως αυτά με μίαν σταθεράν διάθεσιν,
ούτε εύκολον είναι ούτε εις την εξουσίαν των. Ομοίως δε νομίζουν ότι
και το να γνωρίζουν τα δίκαια και τα άδικα δεν είναι καμμία
φιλοσοφία, διότι δεν είναι δύσκολον να εννοήσουν όσα επιβάλλουν οι
νόμοι. Δεν είναι όμως αυτά τα δίκαια παρά μόνον κατά σύμπτωσιν. Αλλά
γνώσις των δικαίων είναι το πώς πρέπει να μοιράζωνται εις τους
άλλους και πώς να εκτελούνται. Τούτο δε είναι πολύ δυσκολώτερον να
το γνωρίζη κανείς παρά την υγιεινήν, διότι και εις αυτήν είναι μεν
εύκολον να γνωρίζη κανείς το μέλι και τον οίνον και τον ελλέβορον
και την καυτηρίασιν και την εγχείρησιν, πώς όμως να τα εκτελέση
χάριν της υγείας και εις ποίον και πότε, είναι τόσον δύσκολον, όσον
και να γίνη ιατρός. Και διά την ιδίαν αιτίαν νομίζουν ότι όχι
ολιγώτερον είναι δυνατόν να αδική ο δίκαιος. Διότι εξ ίσου ή και
περισσότερον ακόμη ημπορεί και ο δίκαιος να πράξη έκαστον από αυτά.
Δηλαδή και να συνευρεθή με γυναίκα και να κτυπήση κανένα, και πάλιν
ο ανδρείος να ρίψη την ασπίδα και να στραφή και να τρέχη εις
οποιανδήποτε διεύθυνσιν.
Και όμως η δειλία και η αδικία δεν είναι το να εκτελή κανείς αυτά,
εκτός μόνον κατά σύμπτωσιν, αλλά το να εκτελή αυτά με τοιαύτην ή
τοιαύτην διάθεσιν, καθώς το να ιατρεύη και θεραπεύη δεν συνίσταται
εις το να κόπτη ή όχι ή να δίδη φάρμακα ή όχι, αλλά κατά ένα
ωρισμένον τρόπον. Τα δε δίκαια περιστρέφονται εις όσα μετέχουν των
απολύτων αγαθών, έχουν δε ως προς αυτά υπερβολήν και έλλειψιν. Διότι
δι' άλλους μεν δεν υπάρχει υπερβολή αυτών, καθώς ίσως διά τους
θεούς, δι' άλλους δε ουδέ το ελάχιστον μέρος αυτών είναι ωφέλιμον,
οι οποίοι είναι ανιάτως κακοί, αλλά βλάπτουν όλα, δι' άλλους δε
μέχρις ενός βαθμού. Διά τούτο είναι σύμφωνα προς την φύσιν του
ανθρώπου.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΔ'.