αρετή. Διότι μάλλον ομοιάζει προς πάθος παρά προς διάθεσιν.
Οπωσδήποτε ορίζεται ως κάποιος φόβος δυσφημίσεως, εκτελεί όμως κάτι
τι παρόμοιον με τον φόβον του κινδύνου. Δηλαδή όσοι εντρέπονται
κοκκινίζουν, ενώ όσοι φοβούνται τον θάνατον κιτρινίζουν. Επομένως
και τα δύο αυτά φαίνονται κάπως ότι είναι σωματικά, και τούτο
χαρακτηρίζει μάλλον το πάθος παρά την διάθεσιν. Δεν αρμόζει δε το
πάθος εις πάσαν ηλικίαν αλλά εις την νεαράν. Δηλαδή νομίζομεν ότι
πρέπει όσοι έχουν αυτήν την ηλικίαν να είναι εντροπαλοί, ότι διάγουν
συμφώνως με τα πάθη των και κάμνουν πολλά σφάλματα αλλέως, ενώ η
εντροπή τους εμποδίζει. Ένα ηλικιωμένον όμως κανείς δεν ημπορεί να
τον επαινέση, αν είναι εντροπαλός. Διότι φρονούμεν ότι δεν πρέπει να
κάμνη κάτι που εντροπιάζει. Δηλαδή η εντροπαλότης δεν είναι καν
ιδιότης ενός καθώς πρέπει ανθρώπου, αφού συμβαίνει διά χυδαία
πράγματα — Διότι αυτά δεν πρέπει κανείς να τα εκτελή. Αν όμως άλλα
μεν είναι πραγματικώς αισχρά, άλλα δε κατά την κοινήν γνώμην, αυτό
δεν σημαίνει τίποτε. Διότι κανέν από τα δύο δεν πρέπει να γίνεται,
επομένως δεν πρέπει κανείς να εντροπιάζεται — είναι δε ιδιότης
χυδαίου το να είναι ικανός να εκτελή κάτι τι εντροπιαστικόν. Η δε
κατάστασις αυτή του να εντρέπεται όταν θα πράξη κανέν τοιούτον, και
με την εντροπήν του να νομίζη ότι είναι άνθρωπος καθώς πρέπει, είναι
παράλογος. Διότι η εντροπή περιστρέφεται εις τα εκούσια, εκουσίως δε
ποτέ δεν θα εκτελέση χυδαία πράγματα ένας άνθρωπος καθώς πρέπει. Η
δε εντροπή ημπορεί να θεωρηθή καθώς πρέπει από την εξής υπόθεσιν.
Δηλαδή, εάν πράξη τούτο, θα εντροπιασθή, τούτο όμως το πάθημα δεν
ανήκει εις τας αρετάς. Αφού δε η αναισχυντία είναι χυδαίον πράγμα,
καθώς και το να μη εντρέπεται κανείς όταν πράττη τα αισχρά, δεν
είναι επίσης ευπρεπές ούτε το να εντρέπεται κανείς, πλην να κάμνη τα
τοιαύτα. Δεν είναι δε αρετή ούτε η εγκράτεια, αλλά κάπως μικτή, θα
εξετάσωμεν δε περί αυτής αργότερα {29}. Τόρα όμως ας ομιλήσωμεν περί
δικαιοσύνης.
ΒΙΒΛΙΟΝ Ε.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α'.
&Διαφορά μεταξύ διαθέσεως και επιστήμης ή δυνάμεως.& — Προκειμένου
δε περί δικαιοσύνης και αδικίας πρέπει να εξετάσωμεν εις ποίας
πράξεις περιστρέφονται και ποίου είδους μεσότης είναι η δικαιοσύνη,
και ποίων πραγμάτων το μέσον είναι το δίκαιον. Η δε εξέτασις ας γίνη
κατά την ιδίαν μέθοδον με τα προηγούμενα. Λοιπόν βλέπομεν ότι όλοι
ευχαριστούνται να ονομάζουν δικαιοσύνην την διάθεσιν εκείνην, με την
οποίαν γίνονται ικανοί να εκτελούν τα δίκαια, και τα εκτελούν, και
θέλουν να τα επιδιώκουν. Το ίδιον δε και αδικίαν ονομάζουν την
διάθεσιν εκείνην με την οποίαν εκτελούν αδικήματα και επιδιώκουν τα
άδικα. Διά τούτο και ημείς ας θέσωμεν αυτά ως γενικήν βάσιν. Δηλαδή
δεν είναι καν όμοιαι αι επιστήμαι και αι δυνάμεις με τας διαθέσεις.
Διότι η δύναμις (ικανότης) και η επιστήμη φαίνεται ότι είναι μία και
η αυτή και διά τα αντίθετά της, ενώ η διάθεσις δεν είναι η ιδία και
διά τα αντίθετά της• λόγου χάριν από την υγείαν δεν εκτελούνται τα
αντίθετα αλλά μόνον τα υγιεινά. Δηλαδή λέγομεν ότι ο δείνα βαδίζει
υγιεινά, όταν βαδίζη καθώς ο υγιής. Πολλάκις λοιπόν γνωρίζεται μία
διάθεσις από την αντίθετόν της, πολλάκις όμως από το θέμα της• λόγου
χάριν, εάν η ευεξία είναι φανερά, τότε και η καχεξία θα γίνη φανερά,
και πάλιν από τα έργα της ευεξίας γνωρίζεται η ευεξία και από αυτήν
την ιδίαν τα έργα της. Λόγου χάριν, εάν η ευεξία είναι πυκνότης
σαρκός κατ' ανάγκην και η καχεξία είναι πλαδαρότης μυική, και έργον
ευεκτικόν είναι εκείνο το οποίον προξενεί πυκνότητα εις τους μυς.
Συνήθως δε, εάν το καθέν από αυτά έχη πολλάς σημασίας, συμβαίνει ως
επακολούθημα να έχη πολλάς σημασίας και το άλλο. Λόγου χάριν, εάν
έχη πολλάς σημασίας το δίκαιον, τότε έχει ομοίως και το άδικον και η
αδικία.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β'.
&Διάφορα είδη δικαιοσύνης και αδικίας ουχί ορθώς και εξ ανακρίβειας
συνωνυμούμενα.& — Αλλά φαίνεται ότι έχει πολλάς σημασίας η
δικαιοσύνη και η αδικία, επειδή όμως είναι πλησιεστάτη η συνωνυμία
των, δι' αυτό διαφεύγει την παρατήρησίν μας και δεν είναι προφανές
καθώς εις τα μακρινά αντικείμενα. Δηλαδή η κατ' είδος διαφορά αυτών
είναι μεγάλη. Είναι καθώς το να ονομάζεται ομωνύμως κλεις το κάτωθεν
του αυχένος οστούν των ζώων, και κλεις εκείνη με την οποίαν κλείουν
τας θύρας. Τόρα λοιπόν ας εξετάσωμεν πόσας σημασίας έχει ο άδικος.
Φαίνεται δε ότι είναι άδικος και ο παράνομος και ο πλεονέκτης,
δηλαδή ο άνισος. Ώστε είναι φανερόν ότι επίσης δίκαιος είναι και ο
νόμιμος και ο ίσος. Επομένως ολόκληρον το δίκαιον είναι το νόμιμον
και το ίσον, και ολόκληρον το άδικον είναι το παράνομον και το
άνισον. Είναι δε πλεονέκτης ο άδικος ως προς τα αγαθά, και όχι εις
όλα, αλλά εις όσα περιστρέφεται η ευτυχία και η ατυχία, τα οποία
είναι μεν γενικώς πάντοτε αγαθά, ως προς κάποιον όμως δεν είναι
πάντοτε. Οι δε άνθρωποι αυτά εύχονται να αποκτήσουν και τα
επιδιώκουν. — Αυτό όμως δεν πρέπει να γίνεται, αλλά να εύχωνται μεν
τα γενικώς αγαθά να είναι αγαθά και δι' αυτούς, να προτιμούν όμως τα
δι' αυτούς αγαθά. Ο δε άδικος δεν προτιμά πάντοτε το περισσότερον
αλλά και το ολιγώτερον επί πραγμάτων γενικώς κακών. Επειδή όμως και
το ολιγώτερον κακόν φαίνεται ότι είναι κάπως αγαθόν, η δε πλεονεξία
περιστρέφεται εις το αγαθόν, διά τούτο φαίνεται πλεονέκτης. Είναι
όμως κυρίως άνισος. Διότι αυτός ο όρος είναι περιεκτικός και κοινός
διά τα είδη της αδικίας.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ'.
&Το γενικόν είδος της δικαιοσύνης είναι η εφαρμογή όλης της αρετής.&
— Αφού δε απεδείχθη ότι ο παράνομος είναι άδικος και ο νόμιμος
δίκαιος, είναι φανερόν ότι όλα τα νόμιμα είναι κάπως δίκαια. Διότι
νόμιμα είναι όσα ορίζονται υπό της νομοθεσίας και έκαστον από αυτά
λέγομεν ότι είναι δίκαιον. Οι δε νόμοι συμβουλεύουν δι' όλα,
λαμβάνοντες υπ' όψιν ή το κοινόν συμφέρον όλων, ή των αρίστων, ή των
εγκύρων, είτε συμφώνως με την αρετήν είτε κατά άλλον παρόμοιον
τρόπον. Ώστε κατά ένα μεν τρόπον δίκαια θεωρούμεν όσα είναι
συντελεστικά και διαφυλακτικά της ευτυχίας και των μερών αυτής διά
την κοινωνίαν. Και βεβαίως ο νόμος επιβάλλει και του ανδρείου τα
έργα να εκτελούμεν• λόγου χάριν να μη λιποτακτούμεν, ούτε να
τρεπώμεθα εις φυγήν, ούτε να ρίπτωμεν τα όπλα. Επίσης επιβάλλει και
τα έργα του σώφρονος• λόγου χάριν να μη μοιχεύωμεν ούτε να
υβρίζωμεν. Και τα έργα του μειλιχίου• λόγου χάριν να μη δέρνωμεν
ούτε να κατηγορούμεν. Ομοίως δε και τα έργα όσα είναι σύμφωνα με τας
άλλας αρετάς και τας κακίας τα μεν πρώτα τα υπαγορεύει, τα δε
δεύτερα τα απαγορεύει, ορθώς μεν ο νόμος όστις είναι νομοθετημένος
ορθώς, κακώς δε ο απρομελέτητος. Αυτού του είδους λοιπόν η
δικαιοσύνη είναι μεν τελεία αρετή, όχι όμως απολύτως αλλά ως προς
άλλο πρόσωπον. Και διά τούτο πολλάκις η δικαιοσύνη φαίνεται ότι
είναι η ανωτέρα από όλας τας αρετάς, και ούτε ο έσπερος ούτε ο
αυγερινός αξίζει να θαυμάζεται τόσον πολύ. Και ως παροιμίαν λέγομεν:
Το δίκαιον έχει μέσα του κάθε αρετήν αντάμα.
Και μάλιστα τελείαν αρετήν, διότι η δικαιοσύνη είναι εφαρμογή της
τελείας αρετής. Είναι δε τελεία, διότι όστις έχει αυτήν, ημπορεί να
χρησιμοποιήση την αρετήν του και απέναντι άλλου, και όχι μόνον διά
τον εαυτόν του. Δηλαδή πολλοί άνθρωποι εις μεν τας ιδικάς των
υποθέσεις ημπορούν να μεταχειρίζωνται την αρετήν, εις τας ξένας όμως
δεν ημπορούν. Και διά τούτο φαίνεται ορθόν το απόφθεγμα του Βίαντος
ότι, «η εξουσία δεικνύει τον χαρακτήρα εκάστου». Διότι ο άρχων
συμπεριφέρεται τώρα πλέον προς ξένα πρόσωπα και ευρίσκεται εις
επιμιξίαν με αυτά. Διά τον ίδιον δε τούτον λόγον η δικαιοσύνη
φαίνεται ότι είναι και ξένον αγαθόν μόνη αυτή από όλας τας αρετάς,
διότι περιστρέφεται προς τους ξένους. Δηλαδή χάριν άλλου εκτελεί τα
συμφέροντα, ή άρχοντος ή μέλους της κοινωνίας. Και βεβαίως ο
χειρότερος είναι ο μοχθηρός, ο οποίος εφαρμόζει την όλην μοχθηρίαν
και εις τον εαυτόν του και εις τους φίλους του, δεν είναι όμως και
αντιθέτως ο καλλίτερος όλων όστις εφαρμόζει εις τον εαυτόν του την
αρετήν, αλλά όστις την εφαρμόζει εις άλλους. Διότι τούτο είναι
δύσκολον έργον.
Αυτό το είδος λοιπόν της δικαιοσύνης δεν είναι μέρος της αρετής,
αλλά ολόκληρος η αρετή, ούτε η αντίθετος κακία, δηλαδή η αδικία,
είναι μέρος της κακίας, αλλά ολόκληρος η κακία. Εις τι όμως διαφέρει
η ολόκληρος αρετή και αυτό το είδος της δικαιοσύνης, είναι φανερόν
από όσα είπαμεν. Δηλαδή και αι δύο είναι το ίδιον, δεν υπάρχουν όμως
ομοίως, αλλά η μεν αναφερομένη προς άλλον είναι δικαιοσύνη, η δε
ομοία διάθεσις απολύτως είναι αρετή.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ'.
&Το μερικόν μέρος της δικαιοσύνης είναι μέρος της αρετής.& — Ημείς
όμως ζητούμεν βεβαίως το άλλο είδος της δικαιοσύνης, το οποίον
αντιστοιχεί εις την μερικήν αρετήν. Και βεβαίως υπάρχει κάποια
τοιαύτη δικαιοσύνη καθώς είπαμεν. Επίσης δε εξετάζομεν το μερικόν
είδος της αδικίας. Ότι δε υπάρχει τούτο, αποδεικνύεται από το εξής.
Δηλαδή όστις ενεργεί συμφώνως προς τας άλλας κακίας κάμνει μεν
αδικίαν, δεν κερδίζει όμως τίποτε• λόγου χάριν όστις έρριψε την
ασπίδα του από την δειλίαν του, ή ύβρισε από την βαναυσότητα του, ή
δεν εβοήθησε με χρήματα από την φιλαργυρίαν του. Όταν όμως είναι
πλεονέκτης, δεν ενεργεί πολλάκις συμφώνως με καμμίαν από αυτάς, αλλ'
ούτε και με όλας μαζί, αλλά συμφώνως με κάποιαν ιδιαιτέραν κακίαν —
αφού βεβαίως τον κατακρίνομεν — δηλαδή συμφώνως με την αδικίαν.
Επομένως υπάρχει βεβαίως κάποιον άλλο είδος αδικίας ως μέρος της
ακεραίας, και υπάρχει κάποιον ειδικόν άδικον ως μέρος του ακεραίου
αδίκου του εκ παραβάσεως των νόμων. Έπειτα, εάν ο είς μοιχεύη χάριν
κέρδους και πλην της πράξεως λαμβάνη και χρήμα, ο άλλος όμως δίδη
και ζημιόνεται χάριν της επιθυμίας του, αυτός μεν εδώ ημπορεί να
θεωρηθή μάλλον ακόλαστος παρά πλεονέκτης, εκείνος όμως άδικος, και
όχι ακόλαστος. Διότι είναι φανερόν ότι μοιχεύει χάριν κέρδους.
Έπειτα ως προς όλα τα άλλα αδικήματα πάντοτε ημπορούμεν να τα
αποδώσωμεν εις μίαν κακίαν λόγου χάριν την μοιχείαν εις την
ακολασίαν, την εγκατάλειψιν του συστρατιώτου εις την δειλίαν, το
ξυλοκόπημα εις την οργήν. Την κερδοσκοπίαν όμως δεν έχομεν να την
αποδώσωμεν εις καμμίαν άλλην ειδικήν κακίαν παρά εις την αδικίαν.
Ώστε φανερόν πλέον είναι ότι υπάρχει κάποιον άλλο μερικόν είδος της
αδικίας εκτός της γενικής, με το ίδιον όνομα, διότι ο όρος αυτός
εφαρμόζεται εις το ίδιον γένος. Δηλαδή και αι δύο ενεργούν εν σχέσει
προς άλλον, με την διαφοράν ότι η μεν πρώτη περιστρέφεται εις την
τιμήν ή τα χρήματα ή την διάσωσιν, ή εις όλα ομού, αν ήτο δυνατόν να
τα συμπεριλάβωμεν όλα με έν όνομα, και γίνεται χάριν της ηδονής του
κέρδους, η δε άλλη περιστρέφεται εις όλα όσα και ο σπουδαίος.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε'.
&Το γενικόν είδος της δικαιοσύνης αντιστοιχεί προς το νόμιμον, το δε
μερικόν προς το ίσον.& — Ότι λοιπόν υπάρχουν δικαιοσύναι
περισσότεραι της μιας και ότι υπάρχει και μία άλλη παράλληλος της
ακεραίας αρετής, έγινε φανερόν. Τόρα όμως πρέπει να ιδούμεν ποία
είναι αυτή και ποίου είδους. Ωρίσθη λοιπόν ότι άδικον είναι το
παράνομον και το άνισον, δίκαιον δε το νόμιμον και το ίσον. Και
λοιπόν το προηγούμενον είδος της αδικίας αντιστοιχεί προς το
παράνομον. Αφού όμως το άνισον και το παράνομον δεν είναι το ίδιον,
αλλά διαφέρει καθώς το μέρος προς το όλον — διότι ολόκληρον μεν τα
άνισον είναι παράνομον, όχι όμως και ολόκληρον το άνισον — , έπεται
ότι και το άδικον και η αδικία δεν είναι το ίδιον με εκείνα αλλά
διάφορα από εκείνα, άλλα μεν ως μέρη, άλλα δε ως ακέραια — Δηλαδή
αυτό το είδος της αδικίας είναι μέρος της ακεραίας αδικίας, ομοίως
δε και αυτό το είδος της δικαιοσύνης από την ακεραίαν δικαιοσύνην —
. Επομένως πρέπει να ομιλήσωμεν και περί της μερικής δικαιοσύνης και
περί της μερικής αδικίας, επίσης δε και περί του αναλόγου δικαίου
και του αδίκου. Και λοιπόν την μεν δικαιοσύνην και αδικίαν, η οποία
είναι παράλληλος προς ολόκληρον την αρετήν, και αποτελεί η μεν πρώτη
χρησιμοποίησιν της ακεραίας αρετής απέναντι άλλου ατόμου, η δε
δευτέρα χρησιμοποίησιν της κακίας, ας την αφήσωμεν.
Ακόμη δε και το δίκαιον και άδικον το σύμφωνον με αυτάς είναι
φανερόν πώς πρέπει να ορισθή. — Διότι σχεδόν τα περισσότερα νόμιμα
είναι όσα εκτελούνται από την συνολικήν αρετήν. Διότι σύμφωνα με
εκάστην αρετήν διατάσσει ο νόμος να ζώμεν και σύμφωνα με εκάστην
κακίαν μας απαγορεύει να ζώμεν. Τα δε μέσα τα οποία εποικοδομούν την
συνολικήν αρετήν, είναι από τα νόμιμα όσα ενομοθετήθησαν διά την
εκπαίδευσιν ως προς το κοινόν. Περί δε της ατομικής εκπαιδεύσεως, η
οποία καθιστά έκαστον απλώς αγαθόν, αν αυτή ανήκη εις την πολιτικήν
επιστήμην ή εις καμμίαν άλλην, πρέπει να ορισθή κατόπιν {30}. Διότι
ίσως δεν είναι το ίδιον πράγμα εις όλα ο αγαθός ανήρ και ο αγαθός
πολίτης.
&Το μερικόν είδος της δικαιοσύνης είναι διανεμητικόν και
επανορθωτικόν.& — Της δε μερικής δικαιοσύνης και του συμφώνου προς
αυτήν δικαίου το έν μεν είδος είναι το σχετικόν με την διανομήν
τιμής ή χρημάτων, ή των άλλων πραγμάτων όσα ημπορούν να μοιρασθούν
μεταξύ των μελών της πολιτείας — διότι εις αυτά περιστρέφεται το
άνισον και το ίσον μεταξύ δύο ατόμων — , το δε άλλο είδος είναι το
επανορθωτικόν εις τας συναλλαγάς. Τούτου δε υπάρχουν δύο μέρη. Διότι
αι συναλλαγαί άλλαι μεν είναι εκούσιαι, άλλαι δε ακούσιαι. Και
εκούσιαι μεν είναι αι εξής. Λόγου χάριν η πώλησις, η αγορά, ο
δανεισμός, η εγγύησις, η χρησιμοποίησις, η παρακαταθήκη, η μίσθωσις
— , λέγονται δε εκούσιαι, διότι η αρχή αυτών των συναλλαγών είναι
εκουσία — . Από δε τας ακουσίας άλλαι μεν είναι λαθρεμπορικαί, καθώς
λόγου χάριν η κλοπή, η μοιχεία, η δηλητηρίασις, η προαγωγεία, το
ξελόγιασμα των δούλων, η δολοφονία, η ψευδομαρτυρία, άλλαι δε είναι
βίαιαι, καθώς η κακοποίησις, τα δεσμά, ο θάνατος, η αρπαγή, η
κολόβωσις, η συκοφαντία, η προσβολή.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ς'.
&Διανεμητικόν δίκαιον.& — Αφού δε ο άδικος είναι και άνισος και το
άδικον άνισον, είναι φανερόν ότι υπάρχει και κάποιον μέσον μεταξύ
των ανίσων. Τούτο δε είναι το ίσον. Όσαι δε πράξεις επιδέχονται το
περισσότερον και ολιγώτερον, επιδέχονται και το ίσον. Αφού λοιπόν το
άδικον είναι άνισον, έπεται ότι και το δίκαιον είναι ίσον. Το οποίον
και χωρίς εξήγησιν το εννοεί ο καθείς. Αφού δε το ίσον είναι μέσον,
φαίνεται ότι το δίκαιον είναι κάποιον μέσον. Εφαρμόζεται δε το ίσον
τουλάχιστον μεταξύ δύο ατόμων. Επομένως το δίκαιον είναι μέσον και
ίσον και ως προς κάτι και ως προς κάποιον. Και μέσον μεν είναι εν
σχέσει προς δύο άλλα — αυτά δε είναι το περισσότερον και το
ολιγώτερον — δίκαιον δε εν σχέσει προς δύο πρόσωπα. Κατ' ανάγκην
λοιπόν το δίκαιον εφαρμόζεται τουλάχιστον μεταξύ τεσσάρων όρων.
Διότι και τα πρόσωπα μεταξύ των οποίων εφαρμόζεται είναι δύο και τα
πράγματα εις τα οποία περιστρέφεται είναι δύο. Και θα υπάρξη η ιδία
ισότης και μεταξύ των προσώπων και μεταξύ των πραγμάτων. Δηλαδή
οποίαν σχέσιν έχουν τα πρόσωπα την αυτήν σχέσιν θα έχουν και τα
πράγματα. Διότι, εάν είναι άνισα, δεν θα έχουν ίσα. Αλλά από τούτο
προέρχονται αι φιλονικίαι και αι καταγγελίαι, όταν οι ίσοι δεν έχουν
ίσα, ή όταν οι άνισοι έχουν και καρπούνται ίσα. Έπειτα τούτο
φαίνεται και από το σύμφωνον με την αξίαν. Δηλαδή όλοι ομολογούν
ότι, οσάκις γίνεται διανομή, το δίκαιον πρέπει να κρίνεται αναλόγως
κάποιας αξίας εκάστου, αυτήν όμως την αξίαν δεν την θεωρούν όλοι ως
την ιδίαν, αλλά οι μεν δημοκρατικοί ως ελευθερίαν, οι δε ολιγαρχικοί
ως πλούτον, μερικοί δε από αυτούς ως ευγένειαν, και οι
αριστοκρατικοί ως αρετήν.
&Το αναλογικόν δίκαιον.& — Επομένως το δίκαιον είναι κάτι τι
ανάλογον. Το δε ανάλογον δεν είναι ιδιότης μόνον ενός μοναδικού
αριθμού, αλλά γενικώς ιδιότης των αριθμών. Διότι η αναλογία είναι
ισότης λόγων και έχει τουλάχιστον τέσσαρας όρους. Και ότι μεν η
χωρισμένη αναλογία έχει τέσσαρας όρους είναι σαφές, το ίδιον όμως
συμβαίνει και εις την συνεχή. Διότι τον ένα τον μεταχειρίζεται ως
δύο και τον λέγει δύο φοράς• λόγου χάριν ως το α προς το β, ομοίως
το β προς το γ. Λοιπόν δύο φοράς ελέχθη η αναλογία του β. Επομένως,
εάν το β γραφή δύο φοράς, θα έχωμεν τέσσαρας όρους της αναλογίας.
Και το δίκαιον δε περιστρέφεται τουλάχιστον εις τέσσαρας όρους και ο
λόγος είναι ο ίδιος. Διότι διαιρούνται ομοίως τα πρόσωπα και τα
πράγματα. Επομένως καθώς είναι ο α όρος προς τον β ομοίως θα είναι
και ο γ προς τον δ και εναλλάξ λοιπόν, ως ο α προς τον γ, ομοίως ο β
προς τον δ. Ώστε και το όλον των προσώπων προς το όλον των πραγμάτων
(δηλαδή α+γ: β+δ=α: β ή γ: δ). Αυτόν δε τον συνδυασμόν τον εκτελεί η
διανομή, και αν προστεθούν ούτω πως, είναι δίκαιος ο συνδυασμός.
Επομένως η σύνδεσις του όρου α προς τον γ και του β προς τον δ
αποτελεί το δίκαιον της διανομής, και αυτά το δίκαιον είναι το
μέσον, δηλαδή το αναλογικόν. Διότι το ανάλογον είναι μέσον, τα δε
δίκαιον είναι ανάλογον. Αυτήν δε την αναλογίαν οι μαθηματικοί την
ονομάζουν γεωμετρικήν. Διότι εις την γεωμετρικήν αναλογίαν το όλον
έχει τον αυτόν λόγον προς το όλον, ον λόγον έχει έκαστον από τα μέλη
της προς το άλλο. Αυτή όμως η αναλογία δεν είναι συνεχής, διότι δεν
ημπορεί να είναι ο ίδιος αριθμός του προσώπου και του πράγματος. Και
λοιπόν δίκαιον μεν καθώς είπαμεν είναι αυτό το ανάλογον. Άδικον όμως
είναι το δυσανάλογον. Διότι το μεν έν γίνεται περισσότερον, το δε
άλλο ολιγώτερον, καθώς συμβαίνει εις τα έργα. Δηλαδή όστις μεν
αδικεί λαμβάνει περισσότερον, όστις δε αδικείται λαμβάνει
ολιγώτερον. Προκειμένου δε περί διανομής του κακού γίνεται το
αντίστροφον. Διότι τον τόπον του αγαθού επέχει τόρα το ολιγώτερον
κακόν απέναντι του μεγαλιτέρου κακού.
Δηλαδή το ολιγώτερον κακόν είναι περισσότερον προτιμητέον από το
μεγαλίτερον, το δε προτιμητέον είναι αγαθόν, και πάλιν το
περισσότερον προτιμητέον είναι μεγαλίτερον αγαθόν. Αυτό λοιπόν είναι
το έν είδος του δικαίου.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζ'.
&Το επανορθωτικόν δίκαιον.& — Το δε άλλο δίκαιον είναι το
επανορθωτικόν, το οποίον περιστρέφεται εις τας συναλλαγάς, και τας
εκουσίας και τας ακουσίας. Αυτά δε το δίκαιον έχει διάφορον όψιν από
το προηγούμενον. Διότι το μεν διανεμητικόν δίκαιον των κοινών
γίνεται πάντοτε συμφώνως με την αναλογίαν που είπαμεν — Δηλαδή και
όταν από τα κοινά χρήματα γίνεται η διανομή, θα συμβή με την
αναλογίαν με την οποίαν έγιναν αι εισφοραί. Και πάλιν το άδικον, το
οποίον αντιτίθεται εις αυτό το είδος του δικαίου, περιστρέφεται εις
την δυσαναλογίαν. Το δε δίκαιον των συναλλαγών είναι μεν κάποιον
ίσον, καθώς και το άδικον αυτών είναι άνισον, δεν είναι όμως
σύμφωνον με την αναλογίαν εκείνην αλλά με την αριθμητικήν. Διότι δεν
έχει καμμίαν διαφοράν αν ο ανώτερος εσφετερίσθη από τον μηδαμινόν, ή
ο μηδαμινός από τον ανώτερον, ούτε αν ο μοιχός είναι ανώτερος ή
μηδαμινός. Αλλά ο νόμος απέναντι της βλάβης προσέχει μόνον εις την
φιλονικίαν των, και τους μεταχειρίζεται ως ίσους, και ερωτά μόνον αν
ο είς αδικεί και ο άλλος αδικείται, και αν ο είς έβλαψε και ο άλλος
εβλάφθη, ώστε το άδικον τούτο, επειδή είναι άνισον, προσπαθεί ο
δικαστής να το εξισώση. Διότι, και όταν ο είς κτυπηθή και ο άλλος
κτυπήση, ή μάλλον όταν ο είς φονεύση και ο άλλος φονευθή, είναι
διηρημένα εις δύο άνισα μέρη το πάθημα και η πράξις. Εκείνος όμως
προσπαθεί με την ποινήν να τα εξισώση και αφαιρεί από το κέρδος.
Διότι το κέρδος ημπορεί γενικώς να εφαρμοσθή εις τα τοιαύτα, και αν
δεν είναι συνηθισμένος όρος εις μερικά, λόγου χάριν εις εκείνον ο
οποίος εκτύπησε, καθώς και η ζημία εις τον παθόντα. Προ πάντων όμως
βεβαίως όταν μετρηθή το πάθημα, τότε αυτό μεν ονομάζεται ζημία, το
δε άλλο κέρδος.
Ώστε από μεν το περισσότερον και ολιγώτερον το ίσον είναι μέσον. Το
κέρδος όμως και η ζημία είναι αντιθέτως μεταξύ των περισσότερον ή
ολιγώτερον δηλαδή το περισσότερον αγαθόν και το ολιγώτερον κακόν
είναι κέρδος, ενώ αντιθέτως το ολιγώτερον αγαθόν και το περισσότερον
κακόν είναι ζημία. Τούτων δε το μέσον είναι το ίσον, το οποίον
ονομάζομεν δίκαιον. Επομένως το επανορθωτικόν δίκαιον είναι το μέσον
της ζημίας και του κέρδους. Και διά τούτο, όταν το διαφιλονικούν,
καταφεύγουν εις τον δικαστήν. Η δε καταφυγή εις τον δικαστήν
σημαίνει καταφυγήν εις το δίκαιον. Διότι ο δικαστής είναι κυρίως
έμψυχον δίκαιον. Και διά τούτο ζητούν δικαστήν μέσον, και τους
ονομάζουν αυτούς μερικοί μεσοδίκους, διότι φρονούν, ότι, όταν
επιτύχουν το μέσον, θα εύρουν το δίκαιόν των. Επομένως το δίκαιον
είναι κάπως μέσον, αφ' ου τοιούτος είναι και ο δικαστής. Ο δε
δικαστής επαναφέρει την εξίσωσιν, και, καθώς εις μίαν γραμμήν η
οποία εκόπη εις άνισα μέρη, αφαιρεί από το μεγαλίτερον τμήμα το
ποσόν κατά το οποίον αυτό είναι μεγαλίτερον από το ήμισυ, και το
προσθέτει εις το μικρότερον.
Όταν δε το όλον χωρισθή εις δύο ίσα, τότε λέγουν ότι επήραν το
ιδικόν των, εάν λάβουν το ίσον. Το δε ίσον είναι το μέσον του
μεγαλιτέρου και μικροτέρου κατά την αριθμητικήν αναλογίαν. Και δι'
αυτό ονομάζεται δίκαιον, διότι διχάζει, και είναι ως να το λέγωμεν
δίχαιον, και τον δικαστήν διχαστήν. Διότι, όταν από δύο ίσα αφαιρεθή
από το έν κάποιον ποσόν και τούτο προστεθή εις το άλλο, τότε το
δεύτερον γίνεται περισσότερον από το πρώτον κατά το διπλάσιον του
προστεθέντος. Διότι, εάν εγίνετο μόνον αφαίρεσις από το πρώτον,
χωρίς όμως να προστεθή εις το δεύτερον, τότε τούτο το δεύτερον θα
ήτο περισσότερον κατά το απλούν. Επομένως τόρα είναι περισσότερον
μίαν μεν φοράν κατά την διαφοράν από το μέσον, και μίαν φοράν κατά
το αφαιρεθέν από το πρώτον. Επομένως από αυτό θα εννοήσωμεν πόσον
πρέπει να αφαιρέσωμεν από τον λαβόντα περισσότερον και να τα
προσθέσωμεν εις τον έχοντα το ολιγώτερον. Δηλαδή το ποσόν, κατά το
οποίον είναι ανώτερον το μέσον, πρέπει να τo προσθέσωμεν εις τον
έχοντα το ολιγώτερον, και το ποσόν, κατά το οποίον είναι κατώτερον
το μέσον, πρέπει να το αφαιρέσωμεν από τον μεγαλίτερον ποσόν {31}.
Ας υποθέσωμεν ίσας προς αλλήλας τας γραμμάς αα ββ γγ.
α_______________α
ε
β_______________β
____γ_______________γ
δ ζ
Από την αα αφαιρούμεν το αε και το προσθέτομεν εις την γγ, ως γδ,
ώστε η όλη γραμμή δγγ να είναι μεγαλιτέρα από την εα κατά το γδ και
γζ. Τότε έπεται ότι είναι μεγαλιτέρα από την ββ κατά το γδ.
Προήλθαν δε αυτά τα ονόματα, δηλαδή η ζημία και το κέρδος, από την
εκουσίαν συναλλαγήν. Διότι το να έχη κανείς περισσότερα από ό,τι
είχε εξ αρχής λέγεται κέρδος, ενώ το να έχη ολιγώτερα από ό,τι είχε
εξ αρχής λέγεται ζημία• λόγου χάριν εις την αγοράν και εις την
πώλησιν και εις όσα ο νόμος δίδει την άδειαν. Όταν όμως δεν έχουν
ούτε περισσότερα ούτε ολιγώτερα, επήραν πίσω τα λεπτά των, και τότε
λέγουν ότι έχουν τα ιδικά των και ούτε ζημιόνονται ούτε κερδίζουν.
Ώστε το δίκαιον επί εκουσίων συναλλαγών είναι μέσον μεταξύ κάποιου
κέρδους και κάποιας ζημίας, δηλαδή να έχη κανείς ίσα και
προηγουμένως και κατόπιν.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η'.
&Τα αντίποινα.& — Μερικοί δε νομίζουν ότι και τα αντίποινα {32}
είναι απόλυτον δίκαιον, καθώς το έλεγαν οι Πυθαγόρειοι. Δηλαδή αυτοί
ώριζαν απολύτως ως δίκαιον τα αντίποινα. Αλλά τα αντίποινα δεν
εφαρμόζονται ούτε εις το διανεμητικόν δίκαιον, ούτε εις το
διορθωτικόν — μολονότι ως τοιούτον θεωρούν και το δίκαιον του
Ραδαμάνθυος:
Αν βρη κανείς ό,τι έκαμε, το δίκαιον απεδόθη.
Διότι εις πολλά δεν συμφωνεί• λόγου χάριν, εάν είναι εις την
εξουσίαν και εκτύπησε κάποιον, δεν πρέπει να λάβη αντίποινα του
κτυπήματος, εάν δε εκτύπησε άρχοντα, δεν πρέπει μόνον να κτυπηθή εξ
ίσου, αλλά και να τιμωρηθή. Έπειτα το εκούσιον έχει μεγάλην διαφοράν
από το ακούσιον. Αλλά εις τας ανταλλακτικάς επιμιξίας βεβαίως ισχύει
το δίκαιον αυτό των αντιποίνων, κατ' αναλογίαν όμως και όχι κατ'
ισότητα. Διότι με την απόδοσιν αναλόγων αντιποίνων συγκρατείται η
πόλις. Δηλαδή ή ζητούν την απόδοσιν του κακού — διότι, αν δεν
ανταποδώσουν τούτο, φαίνεται ως υπόδουλος η θέσις των — , ή την
ανταπόδοσιν του καλού. Εάν δε τούτο δεν ανταποδοθή, δεν γίνεται
συναλλαγή, και με την συναλλαγήν συγκρατούνται αι πόλεις. Διά τούτο
και ο ναός των Χαρίτων κτίζεται μέσα εις τας οδούς, διά να υπάρχη
ανταπόδοσις. Διότι αυτή είναι ιδιότης της χάριτος. Δηλαδή είναι
ανάγκη να ανταποδώσης τα ίσα εις εκείνον ο όποιος σου έκαμε χάριν,
και πάλιν αυτός να κάμη αρχήν νέου χαρισμού.
Αναλογική ανταπόδοσις. — Παράγεται δε η αναλογική ανταπόδοσις από
την κατά διάμετρον σύζευξιν {33}. Λόγου χάριν ας υποθέσωμεν ότι το α
είναι είς οικοδόμος, το β είς υποδηματοποιός, το γ οικία και το δ
υπόδημα. Και τόρα πρόκειται να λάβη ο οικοδόμος από τον
υποδηματοποιόν το προϊόν εκείνου, και ο ίδιος να δώση ως αντάλλαγμα
το ιδικόν του προϊόν. Εάν λοιπόν υπάρξη πρώτον το αναλογικόν ίσον,
έπειτα δε ακολουθήσουν τα αντίποινα, τότε έχομεν αυτό περί του
οποίου ομιλούμεν. Αλλέως όμως δεν υπάρχει ίσον εις την συναλλαγήν,
ουδέ μόνιμος κατάστασις. Διότι δεν υπάρχει κανέν εμπόδιον διά να μη
είναι το προϊόν του ενός καλλίτερον από του άλλου. Αυτά λοιπόν
πρέπει να εξισωθούν. Τούτο δε συμβαίνει και εις τας άλλας τέχνας.
Δηλαδή αύται θα κατεστρέφοντο, εάν εκείνο το οποίον κάμνει το
ενεργητικόν και όσον κάμνει και ό,τι είδους κάμνει, δεν πάθη το
ίδιον το παθητικόν και τόσον και τοιούτου είδους. Λόγου χάριν δεν
γίνεται επιμιξία από δύο ιατρούς, αλλά από ιατρόν και γεωργόν και
γενικώς από διαφόρους και ανίσους. Αυτοί όμως πρέπει να εξισωθούν.
Και διά τούτο όλα τα πράγματα, εις τα οποία περιστρέφεται η
συναλλαγή, πρέπει κάπως να είναι κατά συμφωνίαν.