συνωμοσίας και αιφνίδιος φόβος το παράτολμον κίνημα του Αρμοδίου και
του Αριστογείτονος. Μετά το γεγονός τούτο η τυραννία κατέστη πλέον
βαρεία εις τους Αθηναίους. Φοβούμενος περισσότερον ο Ιππίας εφόνευσε
πολλούς πολίτας και συγχρόνως έστρεφε τα βλέμματα του προς τα έξω,
διά να ίδη αν θα ηδύνατο, εν περιπτώσει επαναστάσεως, να εύρη κάπου
ασφάλειαν. Έδωκε λοιπόν, μολονότι ήτον Αθηναίος, την θυγατέρα του
Αρχεδίκην εις άνδρα Λαμψακηνόν, τον Αιαντίδην, υιόν του τυράννου της
Λαμψάκου Ιππόκλου, επειδή εγνώριζεν ότι η οικογένεια αύτη μεγάλως
ίσχυε πλησίον του βασιλέως Δαρείου. Και ο τάφος της Αρχεδίκης
υπάρχει εις την Λάμψακον και φέρει το εξής επίγραμμα·
«Ανδρός που επρώτευσεν εις την Ελλάδα μεταξύ των συγχρόνων του του
Ιππίου θυγατέρα, την Αρχεδίκην, σκεπάζει η σκόνη αυτή, Πατέρα,
σύζυγον, αδελφούς έχουσα ηγεμόνας και τέκνα ακόμη, όμως δεν ήτο
ξιππασμένη από αλαζονείαν».
Ο δε Ιππίας ετυράννευσεν εις τας Αθήνας επί τρία έτη ακόμη και κατά
το τέταρτον τον έρριψαν από την αρχήν του οι Λακεδαιμόνιοι και οι
εξόριστοι Αλκμεωνίδαι. Ανεχώρησε λοιπόν με σπονδάς πρώτον μεν εις το
Σίγειον, έπειτα δε πλησίον του Αιαντίδου εις Λάμψακον και τελευταίον
προς τον βασιλέα Δαρείον. Μετά είκοσιν έτη, γέρων ήδη ων συνώδευσε
τους Μήδους εις τον Μαραθώνα.
60. Ταύτα ενθυμούμενος ο λαός των Αθηναίων και αναμιμνησκόμενος όσα
ήξευρεν εξ ακοής εδεικνύετο τότε δύστροπος και φιλύποπτος προς
πάντας τους επί βεβηλώσει των μυστηρίων κατηγορουμένους. Ενόμιζεν
ότι τα πάντα επράχθησαν υπό συνωμοσίας ολιγαρχικής και τυραννικής.
Επειδή δε, ας εκ της εξεγέρσεως ταύτης των πνευμάτων, πολλοί και
αξιόλογοι άνθρωποι ήσαν ήδη εις το δεσμωτήριον, και επειδή τα μέτρα
ταύτα δεν εφαίνοντο προσεγγίζοντα εις τέλος τι, αλλ' από ημέρας εις
ημέραν, γινόμενα αγριώτερα, επολλαπλασίαζον τας συλλήψεις, εις των
φυλακισμένων τότε, ο οποίος εφαίνετο μάλλον ένοχος, κατεπείσθη υφ'
ενός των συνδεσμωτών του να δώση πληροφορίας αληθείς ή ψευδείς (αι
εικασίαι περί του αντικειμένου τούτου είναι διηρημέναι και ουδείς
ούτε τότε ούτε ύστερον ηδυνήθη να είπη τι σαφές περί των
διαπραξάντων το έγκλημα.) Ο συνδεσμώτης του, διά να τον πείση, του
είπεν ότι έπρεπεν, έστω και αν δεν ήτο ένοχος, και αυτός να σωθή
απαλλασσόμενος της ποινής και την πόλιν να λυτρώση από της
επικρεμαμένης ανησυχίας· ότι πολύ περισσότερον θα εξησφάλιζε την
σωτηρίαν του διά καταθέσεως συνεπαγούσης απόλυσιν ή δι' αρνήσεων,
των οποίων το αποτέλεσμα ήθελεν είσθαι η εις δίκην εισαγωγή του. Και
αυτός μεν κατηγόρησε τον εαυτόν του και άλλους διά την ακρωτηρίασιν
των Ερμών· ο δε δήμος των Αθηναίων εδέχθη μετά χαράς εκείνο, το
οποίον ενόμιζεν ως αλήθειαν. Αγανακτήσας διότι μέχρι της ημέρας
εκείνης δεν είχε δυνηθή να ανακαλύψη την κατά της δημοκρατίας
επιβουλήν εκείνην απέλυσεν αμέσως τον μηνυτήν και τους άλλους, όσους
αυτός δεν είχε κατηγορήσει· εκείνους δε που κατήγγειλεν αυτός
δικάσας, τους μεν συλληφθέντας απέκτεινε, τους δε διαφυγόντας
κατεδίκασεν εις θάνατον και υπεσχέθη χρηματικήν αμοιβήν εις εκείνον,
όστις ήθελε τους φονεύσει. Αγνοείται εν τούτοις αν οι παθόντες
ετιμωρήθησαν αδίκως, αλλ' όλη η πόλις, εις την περίστασιν ταύτην,
ησθάνθη προφανή ανακούφισιν.
61. Ότε δε ο Αλκιβιάδης κατηγγέλθη υπό των ιδίων εχθρών, οίτινες
επετέθησαν κατ' αυτού και προ της αναχωρήσεώς του, οι Αθηναίοι
ωργίσθησαν σφόδρα εναντίον αυτού. ’μα ενόμισαν ότι αρκούντως
διεφωτίσθησαν περί της υποθέσεως των Ερμών, επείσθησαν ότι κατά
μεγαλύτερον λόγον και η των μυστηρίων, εις την οποίαν ήτο
ενοχοποιημένος, επήγαζεν επίσης εκ συνωμοσίας εναντίον της
δημοκρατίας. Κατά παράδοξον σύμπτωσιν, κατά τον αυτόν χρόνον που
υπήρχον αι ταραχαί αύται, συνέβη, ώστε ολίγος στρατός Λακεδαιμονίων
να προχωρήση μέχρι του ισθμού, κατόπιν συνεννοήσεώς τινος μετά των
Βοιωτών. Επίστευσαν λοιπόν ότι ο Αλκιβιάδης δεν ήτο αμέτοχος εις το
κίνημα εκείνο, ότι επρόκειτο ουχί περί της Βοιωτίας αλλά περί
συνωμοσίας, της οποίας αυτός ήτο ο κύριος μοχλός, και ότι, αν δεν
τον επρολάμβανον συλλαμβάνοντες τους συνωμότας, η πόλις ήθελε
κυριευθή διά προδοσίας. Νύκτα τινά μάλιστα κατεκλίθησαν μετά των
όπλων των εις τον ναόν του Θησέως, ο οποίος είναι εντός της πόλεως.
Εις τον αυτόν καιρόν οι συνδεόμενοι διά φιλοξενίας με τον Αλκιβιάδην
εις το ’ργος έγιναν ύποπτοι ότι ήθελαν να επιτεθούν κατά του δήμου·
ένεκα τούτου οι Αθηναίοι παρέδοσαν εις τον δήμον των Αργείων τους
φυλαγμένους υπ' αυτών εις τας νήσους ομήρους των Αργείων, διά να
τους αποκτείνη. Ούτω λοιπόν τα πάντα συνέτρεχαν εις το να κάμνουν
τον Αλκιβιάδην ύποπτον. Θέλοντες δε οι Αθηναίοι να προσαγάγουν αυτόν
εις δίκην και να τον θανατώσουν έστειλαν εις την Σικελίαν την
Σαλαμινίαν ναυν, διά να μεταφέρη αυτόν και εκείνους, οίτινες
περιείχοντο εις την καταγγελίαν. Διαταγή είχε δοθή να επιστρέψη μεν
μετά του πλοίου εκείνου εις τας Αθήνας, διά ναπολογηθή, να μη
συλληφθή δε. Και τούτο, διότι εφοβούντο μη εγερθή ταραχή τις μεταξύ
των εις την Σικελίαν πεμφθέντων στρατιωτών και των εχθρών· ήθελον δε
προ πάντων να κρατήσουν τους Μαντινείς και τους Αργείρυς, νομίζοντες
ότι ούτοι εξ αιτίας του Αλκιβιάδου επείσθησαν να συνεκστρατεύσουν
μετ' αυτών. Ο Αλκιβιάδης και οι συγκατηγορούμενοι εισελθόντες εις το
πλοίον του απέπλευσαν εκ της Σικελίας συνοδευόμενοι υπό της
Σαλαμινίας, ως εάν είχαν σκοπόν να μεταβούν εις τας Αθήνας. Αλλά,
φθάσαντες εις τους Θουρίους έπαυσαν να την ακολουθούν και καταβάντες
από του πλοίου έγιναν άφαντοι, φοβηθέντες να μεταβούν εις τας Αθήνας
διά τοιαύτην κατηγορίαν και να δικασθούν. Οι δε εκ της Σαλαμινίας
επί τινα μεν χρόνον εζήτουν τον Αλκιβιάδην και τους μετ' αυτού,
ουδαμού δε βλέποντες αυτούς ανεχώρησαν. Ο Αλκιβιάδης, ο οποίος ούτως
ήτο πλέον φυγάς, επεραιώθη μετ' ολίγον επί μικρού πλοίου εκ της
Θουρίας εις την Πελοπόννησον οι δε Αθηναίοι, δικάσαντες αυτόν
ερήμην, τον κατεδίκασαν μετά των συνεταίρων του εις θάνατον.
62. Μετά ταύτα δε οι άλλοι στρατηγοί των Αθηναίων, οι οποίοι ήσαν
εις την Σικελίαν, διαιρέσαντες το στράτευμα εις δύο μέρη, έκαστον
των οποίων έλαβεν ένα καθένας από τους δύο με κλήρον διηυθύνθησαν
μεθ' όλου του στόλου προς τον Σελινούντα και την Έγεσταν, διά να
μάθουν αν οι Εγεσταίοι θα τους έδιδαν τα υποσχεθέντα χρήματα, να
επιθεωρήσουν την κατάστασιν των Σελινουντίων και να μάθουν τας μετά
των Εγεσταίων διαφοράς των. Παραπλέοντες την Σικελίαν αριστερά, το
μέρος το προς τον Τυρρηνικόν κόλπον, προσήγγισαν εις την Ιμέραν, η
οποία κατά το μέρος τούτο είναι η μόνη ελληνική πόλις της Σικελίας.
Επειδή όμως δεν εδέχθησαν αυτούς, εξηκολούθησαν παραπλέοντες· και
κατά τον πλουν πλησίον της παραλίας εκυρίευσαν τα Ύκκαρα, μικράν
πόλιν Σικανικήν, εχθράν των Εγεσταίων και παραθαλασσίαν.
Ανδραποδίσαντες δε τους κατοίκους παρέδωκαν την πόλιν εις τους
Εγεσταίους, των οποίων οι ιππείς είχον φθάσει εκεί. Έπειτα το μεν
πεζικόν επροχώρησε διά των Σικελών έως ου έφθασεν εις την Κατάνην,
τα δε πλοία περιέπλευσαν έχοντα τους αιχμαλώτους. Ευθύς ο Νικίας
παρέπλευσεν εκ των Υκκάρων εις την Έγεσταν και τακτοποιήσας τας εκεί
υποθέσεις έλαβε τριάκοντα τάλαντα και επανήλθεν εις το στρατόπεδον
πωλήσαντες δε τους αιχμαλώτους ωφελήθησαν εικοσιπέντε τάλαντα.
Περιήλθον επίσης και τους συμμάχους τόπους των Σικελών ζητούντες
παρ' αυτών να τους στείλουν στρατόν. Το ήμισυ του στρατού ώδευσε
κατά της Ύβλας της Γελεάτιδος, την οποίαν δεν ηδυνήθη να κυριεύση.
Και τοιουτοτρόπως έληξε το θέρος.
63. Κατά δε τον ακόλουθον χειμώνα αφ' ενός μεν οι Αθηναίοι
ητοιμάσθησαν να επιτεθούν άνευ αναβολής εναντίον των Συρακουσών, αφ'
ετέρου δε οι Συρακούσιοι εμελέτων το αυτό. Επειδή ο στρατός των
Αθηναίων δεν επετέθη κατ' αυτών αμέσως εις την πρώτην στιγμήν του
φόβου και της προσδοκίας, ανελάμβανον πλειότερον θάρρος ημέραν με
την ημέραν και όταν είδον τους Αθηναίους πλέοντας μακράν προς το
αντιπέραν μέρος της Σικελίας· όταν τους είδον φθάσαντας εις την
Ύβλαν και μετά ματαίαν απόπειραν μη δυνηθέντες να κυριεύσουν αυτήν
διά της βίας, ακόμη περισσότερον τους περιεφρόνησαν· και, ως
συνηθίζει να πράττη το αναλαμβάνον θάρρος πλήθος, εζήτησαν παρά των
στρατηγών να τους οδηγήσουν εις την Κατάνην, αφού οι Αθηναίοι δεν
ήρχοντο προς αυτούς. Ιππείς Συρακούσιοι ήλαυνον εμπρός διά να
κατασκοπεύουν πάντοτε το στράτευμα των Αθηναίων, και μεταξύ άλλων
σκωμμάτων τους ηρώτων αν ήλθον εις την ξένην γην μάλλον διά να
κατοικήσουν μετ' αυτών παρά διά να επαναφέρουν τους Λεοντίνους εις
την πατρίδα των.
64. Ταύτα κατανοούντες οι στρατηγοί των Αθηναίων και θέλοντες να
ελκύσουν τους Συρακούσιους πανδημεί όσον το δυνατόν μακράν της
πόλεως, ενώ αυτοί κατά το διάστημα τούτο επροτίθεντο, παραπλέοντες
την παραλίαν νύκτα μετά του στόλου, να καταλάβωσι θέσιν
καταλληλοτέραν διά το στρατόπεδον, αισθανόμενοι ότι δεν θα είχον την
αυτήν υπεροχήν, εάν απεβιβάζοντο ενώπιον προητοιμασμένου εχθρού ή
εάν εφαίνοντο προχωρούντες διά ξηράς· διότι κατά μεν την πρώτην
περίπτωσιν οι ψιλοί και το άλλο πλήθος, δι' έλλειψιν ίππων, θα
υφίσταντο μεγάλας απωλείας εκ μέρους των Συρακουσίων ιππέων, πολλών
όντων, ενώ κατά την άλλην θα κατελάμβανον θέσιν δυναμένην να τους
προφυλάξη από το εχθρικόν ιππικόν. Οι δε ακολουθούντες αυτούς
φυγάδες των Συρακουσίων τοις υπέδειξαν θέσιν τινά κειμένην πλησίον
του Ολυμπιείου, την οποίαν και κατέλαβον. Ιδού δε τι μέσον
μετεχειρίσθησαν οι στρατηγοί, διά να επιτύχουν του σκοπού των.
Πέμπουν εις τας Συρακούσας άνθρωπον πιστόν μεν εις αυτούς, όχι
ολιγώτερον δε κατά τα φαινόμενα πιστόν και εις τους στρατηγούς των
Συρακουσίων· ο άνθρωπος εκείνος ήτο εκ Κατάνης και είπεν ότι ήρχετο
εκ μέρους τινών Καταναίων, των οποίων οι Συρακούσιοι στρατηγοί
εγνώριζαν τα ονόματα και ήξευραν ότι ήσαν εκ των εντός εκείνης της
πόλεως απομεινάντων εις αυτούς φίλων· είπεν ότι οι Αθηναίοι
διενυκτέρευαν εντός της πόλεως μακράν του στρατοπέδου· ότι, εάν οι
Συρακούσιοι ήθελαν καθ' ωρισμένην ημέραν να προχωρήσουν άμα τη αυγή
πανστρατιά κατά του εχθρικού στρατοπέδου, αυτοί μεν οι Καταναίοι
ήθελαν κρατήσει τους ευρεθησομένους εν τη πάλει και ήθελαν
πυρπολήσει τα πλοία, οι δε Συρακούσιοι, προσβάλλοντες τα χαρακώματα,
ευκόλως ήθελαν κυριεύσει το στρατόπεδον· τέλος, ότι πολλοί Καταναίοι
ήθελαν συμπράξει εις την επιχείρησιν ταύτην, ότι ήσαν ήδη
προητοιμασμένοι και ότι ήλθεν εκ μέρους αυτών.
65. Οι δε στρατηγοί των Συρακουσίων, οι οποίοι άλλως ήσαν πλήρεις
εμπιστοσύνης και εσκέπτοντο μάλιστα, και άνευ αυτής της ειδήσεως, να
παρασκευασθούν, διά να βαδίσουν εναντίον της Κατάνης, επίστευσαν
πολύ απερισκέπτως εις τον άνθρωπον εκείνον και αμέσως συμφωνήσαντες
διά την ημέραν, κατά την οποίαν ήθελαν φθάσει, τον απέπεμψαν. Επειδή
δε οι Σελινούντιοι καί τινες άλλοι εκ των συμμάχων είχαν ήδη έλθει,
οι στρατηγοί διέταξαν να εξέλθουν πανστρατιά όλοι οι Συρακούσιοι.
Και αφού ητοιμάσθησαν τα πάντα και προσήγγισεν η συμφωνηθείσα ημέρα,
οι Συρακούσιοι, κινήσαντες, διενυκτέρευσαν εις τας όχθας του ποταμού
Συμαίθου, εις την χώραν των Λεοντίνων. Οι δε Αθηναίοι, άμα έμαθαν
ότι επλησίαζαν, σηκώσαντες όλον το στρατόπεδόν των καθώς και τους
Σικελούς και όλους όσοι είχαν έλθει να ενωθούν μετ' αυτών και
επιβιβασθέντες εις τα πλοία και τα πλοιάρια έπλευσαν διά νυκτός προς
τας Συρακούσας. Μόλις δε εξημέρωσεν οι Αθηναίοι απέβησαν εις την
πλησίον του Ολυμπιείου θέσιν, διά να στήσουν το στρατόπεδόν των. Οι
Συρακούσιοι ιππείς, προχωρήσαντες πρώτοι μέχρι της Κατάνης και
παρατηρήσαντες ότι όλος ο στόλος είχεν αναχωρήσει επέστρεψαν, διά να
φέρουν την είδησιν εις τους πεζούς· και όλοι αμέσως μεταστραφέντες
έτρεξαν εις βοήθειαν της πόλεως των.
66. Εν τούτοις, επειδή οι Συρακούσιοι είχαν μακρόν διάστημα να
διατρέξουν, οι Αθηναίοι ηδυνήθησαν ανέτως να στήσουν το στρατόπεδόν
των εις χώρον επιτήδειον, όπου και την μάχην θα ηδύναντο να
αρχίσουν, όποτε ήθελε τοις φανή αναγκαίον, και οι ιππείς των
Συρακουσίων δεν θα ηδύναντο να τους ανησυχήσουν ούτε κατά το έργον
ούτε προ αυτού· διότι αφ' ενός μεν μικρά τείχη, οικίαι, δένδρα και
λίμνη επροστάτευαν αυτούς, αφ' ετέρου δε κρημνοί. Κόψαντες δε τα
πλησίον δένδρα και μετακόμισαντες αυτά εις το παράλιον εσχημάτισαν
χαρακώματα κατά μήκος των πλοίων και ήγειραν μετά σπουδής οχύρωμα εκ
λίθων εκλεκτών και ξύλων πλησίον του Δάσκωνος, εις το μέρος το
μάλλον ευπρόσιτον εις τους πολεμίους· τέλος έκοψαν την γέφυραν του
Ανάπου. Ενώ δε κατεγίνοντο εις ταύτα, εκ μεν της πόλεως ουδείς
εξήλθε, διά να τους εμποδίση, πρώτοι δε οι ιππείς των Συρακουσίων
έτρεξαν εις βοήθειαν, και μετ' ολίγον συνηθροίσθη όλος ο στρατός.
Και κατ' αρχάς μεν επλησίασαν ούτοι εις το στρατόπεδον των Αθηναίων
έπειτα όμως, επειδή οι Αθηναίοι δεν αντεπεξήρχοντο, ανεχώρησαν και
διαβάντες την Ελωρινήν οδόν διενυκτέρευσαν εκεί.
67. Κατά την ακόλουθον δε ημέραν οι Αθηναίοι και οι σύμμαχοι
παρεσκευάσθησαν διά την μάχην και ετακτοποιήθησαν ως ακολούθως. Το
μεν δεξιόν κέρας είχον οι Μαντινείς, το μέσον οι Αθηναίοι, το δε
αριστερόν οι άλλοι σύμμαχοι. Και το μεν ήμισυ του στρατεύματος των
παρετάχθη επί οκτώ κατά βάθος, το δε άλλο ήμισυ παρετάχθη
τετραγωνικώς πλησίον των σκηνών επί οκτώ επίσης κατά βάθος, λαβόν
διαταγήν να επιβλέπη και να προστρέχη οπουδήποτε κατεπονείτο το
στράτευμα. Οι δε Συρακούσιοι παρέταξαν επί δεκαέξ κατά βάθος τους
οπλίτας, οι οποίοι όλοι ήσαν Συρακούσιοι, και τους συμμάχους, όσοι
έφθασαν κατ' εκείνην την στιγμήν. Οι Σελινούντιοι προ πάντων είχαν
τρέξει εις βοήθειάν των, και έπειτα Γελώοι ιππείς, εν όλω διακόσιοι,
και προσέτι είκοσι περίπου Καμαριναίοι ιππείς και πεντήκοντα ως
έγγιστα τοξόται. Οι ιππείς, οι οποίοι δεν ήσαν περισσότεροι των
χιλίων διακοσίων, ετάχθησαν εις το δεξιόν κέρας και πλησίον αυτών οι
ακοντισταί. Καθ' ην στιγμήν δε οι Αθηναίοι επρόκειτο να αρχίσουν την
μάχην, ο Νικίας, διατρέχων τα διάφορα σώματα του στρατού, απέτεινε
προς όλον τον στρατόν την εξής προτροπήν:
68. «Στρατιώται, προς τι να σας κάμω μακράν παραίνεσιν, αφού όλοι
είμεθα ηναγκασμένοι να πολεμήσωμεν από κοινού; Η τοιαύτη
προετοιμασία μου φαίνεται μάλλον ικανή να εμπνεύση το θάρρος παρά οι
ευγλώττως εκφραζόμενοι λόγοι προς ασθενή στρατόν απευθυνόμενοι.
Συνενωθέντες ενταύθα Αργείοι, Μαντινείς, Αθηναίοι και οι μάλλον
ισχυροί των νησιωτών, πώς με τοσούτους και τοιούτους συμμάχους να μη
έχη έκαστος ημών μεγίστην την ελπίδα της νίκης ; προ πάντων όταν
μαχώμεθα κατ' ανθρώπων αμυνομένων αναμίξ και ουχί εκλεκτών, και
προσέτι όταν ούτοι είναι Σικελιώται, οι οποίοι, μολονότι
καταφρονούσιν ημάς, δεν θα δυνηθούν όμως να μας αντιταχθούν, διότι
έχουν ολιγωτέραν εμπειρίαν παρά τόλμην. Ας λάβη δε έκαστος υπ' όψιν
και τούτο, ότι είμεθα μακράν της ημετέρας πατρίδος και ότι δεν θα
ευρεθή δι' ημάς γη φιλική εκτός εάν κατακτήσωμε αυτήν μαχόμενοι. Σας
υπενθυμίζω το εναντίον εκείνου, το οποίον είμαι βέβαιος ότι οι
εχθροί λέγουν προς αλλήλους, διά να ενθαρρυνθούν· διότι ούτοι μεν
λέγουν ότι ο αγών είναι περί πατρίδος, εγώ δε λέγω ότι ο αγών θα
είναι εις εχθρικήν χώραν, εκ της οποίας, εάν δεν νικήσωμεν, δεν θα
δυνηθώμεν να αποχωρήσωμεν ευκόλως, διότι πολλοί ιππείς θα επιτεθούν
εναντίον μας. Ενθυμούμενοι λοιπόν την αξίαν σας βαδίσατε θαρραλέως
εναντίον του εχθρού και ενθυμηθήτε ότι η παρούσα ανάγκη και η
αμηχανία είναι φοβερώτεραι απ' αυτόν (τον εχθρόν)».
69. Ο μεν Νικίας ταύτα ειπών ωδήγησεν αμέσως τον στρατόν εις την
μάχην, οι δε Συρακούσιοι διόλου δεν επερίμεναν ότι θα ήρχιζεν η μάχη
τόσον ταχέως, καί τινες μάλιστα εξ αυτών, επειδή η πόλις ήτο
πλησίον, απήλθον εις αυτήν· άλλοι, μολονότι σπεύδοντες να έλθουν εις
βοήθειαν, έφθανον όμως βραδέως και ετοποθετούντο όπου έκαστος
ηδύνατο να ενωθή με το πλήθος. Βεβαίως δεν εστερούντο ούτε
προθυμίας, ούτε τόλμης, είτε εις αυτήν την μάχην είτε εις τας άλλας·
αλλ' ίσοι κατά το θάρρος οσάκις τους υπεβοήθει η επιστήμη, ενέδιδον
άκοντες τότε μόνον, όταν αύτη τους έλειπεν. Εν τούτοις μη νομίζοντες
ότι οι Αθηναίοι ήθελον τους προσβάλει πρώτοι, και αναγκασθέντες να
τεθούν εις άμυναν βιαστικά έλαβον τα όπλα και αντεπεξήλθαν ευθύς.
Και πρώτον μεν οι λιθοβόλοι, οι σφενδονήται και οι τοξόται ήρχισαν
την μάχην αμφοτέρωθεν· και καθώς συμβαίνει εις τους ψιλούς, πότε οι
μεν, πότε οι δε ετρέποντο εις φυγήν έπειτα δε οι μάντεις έφεραν τα
καθιερωμένα σφάγια και αι σάλπιγγες παρώτρυναν τους οπλίτας να
συμπλακούν· οι δύο δε στρατοί εκινήθησαν συγχρόνως, οι μεν
Συρακούσιοι, διά να πολεμήσουν υπέρ της πατρίδος των, με την ιδέαν
καθένας της παρούσης σωτηρίας του και της μελλούσης ελευθερίας του,
οι δε εναντίοι δι' άλλον λόγον· οι μεν Αθηναίοι, διά να
οικειοποιηθούν ξένην χώραν χωρίς να βλάψουν την ιδικήν των, εάν
ηττώντο· οι Αργείοι και οι αυτόνομοι σύμμαχοι, διά να μετάσχουν μετά
των Αθηναίων εις τας κατακτήσεις, διά τας οποίας ήλθον, και διά να
επανίδουν την πατρίδα των νικηταί· τέλος οι υπήκοοι σύμμαχοι με την
ιδέαν ότι τότε μόνον θα εσώζοντο, εάν ενίκων, και ότι συντελούντες
εις την υποδούλωσιν των άλλων θα ανεκούφιζον την ιδικήν των
δουλείαν.
70. Αφού δε συνεκροτήθη μάχη, αμφότερα τα μέρη αντείχον επί πολύ,
ότε επήλθον βρονταί τίνες συνοδευόμεναι υπό αστραπών και βροχής
πολλής, το οποίον συνετέλεσε πολύ εις το να εκφοβήση τους πρώτον ήδη
μαχομένους και πολύ ολίγον εξοικιωμένους προς τον πόλεμον, ενώ οι
μάλλον έμπειροι εθεώρουν μεν τα γινόμενα ως φυσικά διά την περί τα
τέλη της ώραν του έτους, εξεπλήττοντο δε έτι μάλλον διά την
παρατεινομένην αντίστασιν των πολεμίων. Ότε δε απώθησαν κατ' αρχάς
οι Αργείοι το ευώνυμον κέρας των Συρακουσίων, και οι Αθηναίοι έπειτα
το απέναντι αυτών, το επίλοιπον στράτευμα των Συρακουσίων διερράγη
και ετράπη εις φυγήν. Οι Αθηναίοι δε κατεδίωξαν αυτούς επί πολύ,
διότι ημποδίζοντο υπό των Συρακουσίων ιππέων, οίτινες πολλοί όντες
και αήττητοι ώρμων κατά των Αθηναίων οπλιτών, ανέστελλον δε αυτούς
οσάκις τους έβλεπον προχωρούντας εις την καταδίωξιν. Αφού δε όλοι
ομού ηκολούθησαν τον εχθρόν όσον το δυνατόν ασφαλέστερον, απεχώρησαν
και έστησαν τρόπαιον. Οι δε Συρακούσιοι συναθροισθέντες εις την
Ελωρινήν οδόν και συνταχθέντες όσον ηδυνήθησαν καλλίτερον έπεμψαν έν
απόσπασμα εις το Ολυμπιείον, φοβηθέντες μήπως οι Αθηναίοι διασπάσουν
τα ευρισκόμενα εκεί χρήματα. Ο επίλοιπος στρατός επέστρεψεν εις την
πόλιν.
71. Οι δε Αθηναίοι εις μεν το ιερόν δεν ήλθον, συναθροίσαντες δε
τους νεκρούς των και θέσαντες αυτούς επί πυράς διενυκτέρευσαν
αυτόσε· την επιούσαν δε απέδοσαν διά συνθήκης εις τους Συρακουσίους
τους νεκρούς (των οποίων ο αριθμός ανήρχετο εις διακοσίους
πεντήκοντα, συμπεριλαμβανομένων και των συμμάχων), συνέλεξαν τα οστά
των ιδικών των, των οποίων ο αριθμός ανήρχετο εις πεντήκοντα περίπου
Αθηναίους και συμμάχους), και σκυλεύσαντες τους πολεμίους απέπλευσαν
εις την Κατάνην. Επειδή δε ήτο χειμών, δεν τοις εφαίνετο δυνατόν να
πολεμούν εκ του μέρους εκείνου πριν ζητήσουν να έλθουν εκ των Αθηνών
ιππείς και προμηθευθούν τοιούτους εκ των συμμάχων της Σικελίας, διά
να μη συγκρατούνται εντελώς υπό του εχθρικού ιππικού. Ήθελον επίσης
να συνάξουν χρήματα εκ της Σικελίας, να φέρουν άλλα εξ Αθηνών και να
προσελκύσουν πόλεις τινάς, τας οποίας ήλπιζαν ότι θα εύρισκον μάλλον
διατεθειμένας προς υπακοήν μετά την μάχην· τέλος να προμηθευθούν
τρόφιμα και παν άλλο αναγκαίον υλικόν, διά να επιχειρήσουν κατά την
άνοιξιν την προσβολήν των Συρακουσών.
72. Και οι μεν Αθηναίοι επί τω σκοπώ τούτω επέστρεψαν εις την Νάξον
και την Κατάνην, διά να διέλθουν τον χειμώνα· οι δε Συρακούσιοι,
θάψαντες τους νεκρούς των, συνεκάλεσαν εκκλησίαν. Και προελθών εις
το μέσον Ερμοκράτης ο Έρμωνος, ανήρ ουδενός υποδεέστερος ως προς την
σύνεσιν, πλείστην δε πολεμικήν εμπειρίαν έχων και επιφανής διά την
ανδρείαν, ενεθάρρυνε και δεν άφηνε να καταβληθή το πνεύμά των υπό
της πρώτης εκείνης αποτυχίας, λέγων ότι δεν ενικήθη το θάρρος των,
ότι το κακόν προήρχετο εκ της αταξίας, ότι μολοντούτο δεν εδείχθησαν
κατώτεροι του εχθρού παρ' όσον επερίμενέ τις πολεμήσαντες εναντίον
των μάλλον εμπειροπολέμων μεταξύ των Ελλήνων, αυτοί ούτως ειπείν οι
δόκιμοι και μαθητευόμενοι, εναντίον εχθρών πρώτων τεχνιτών ως προς
τα πολεμικά έργα· ότι εκείνο, το οποίον τους έβλαψε προ πάντων, ήτο
το πλήθος των στρατηγών και η πολυαρχία (διότι ήσαν μεταξύ αυτών
δεκαπέντε στρατηγοί), η αταξία και η αναρχία του πλήθους. Αλλά, εάν
περιώριζον τον αριθμόν των στρατηγών εις ολίγους εμπείρους, εάν κατά
τον χειμώνα εκείνον παρεσκεύαζον οπλίτας, δίδοντες όπλα εις τους μη
έχοντας, ίνα σχηματίσουν σώμα όσον το δυνατόν μάλλον πολυάριθμον,
και ηνάγκαζαν αυτούς εις στρατιωτικά γυμνάσια, ήτο σχεδόν βέβαιον,
έλεγαν, ότι θα υπερίσχυαν των εναντίων, διότι έχοντες ήδη την
ανδρείαν θα προσέθετον και την πειθαρχίαν, προτερήματα τα οποία
συναυξάνουν αμφότερα· η μεν πειθαρχία γυμναζομένη εν μέσω των
κινδύνων, η δε ανδρεία αφ' εαυτής και ενθαρρυνομένη υπό της
ασφαλείας, την οποίαν παρέχει η επιστήμη. Δεν έπρεπε να εκλέξουν
ειμή ολίγους στρατηγούς έχοντας πάσαν πληρεξουσιότητα και να
υποχρεωθούν προς αυτούς μεθ' όρκου ότι θα τους άφηναν να τους
διοικούν όπως ήθελαν· τοιουτοτρόπως δε παν ό,τι έπρεπε να μείνη
κρυπτόν θα έμενε κρυπτόν, και τα πάντα θα παρεσκευάζοντο μετά τάξεως
και προθυμίας.
73. Οι δε Συρακούσιοι, ακούσαντες όσα είπεν αυτός, έδοσαν την ψήφον
των εις όσα μέτρα επρότεινε και εξέλεξαν ως στρατηγούς τον
Ερμοκράτην, τον Λυσιμάχου Ηρακλείδην και τον Εξηκέστου Σικανόν, το
όλον τρεις· έπεμψαν δε πρέσβεις εις την Κόρινθον και εις την
Λακεδαίμονα, διά να ζητήσουν βοηθείας και διά να υποχρεώσουν τους
Λακεδαιμονίους και κάμουν αναφανδόν πόλεμον ενεργητικώτερον κατά των
Αθηναίων, ίνα ή από της Σικελίας αναγκάσουν αυτούς να αναχωρήσουν ή
τουλάχιστον παρεμποδίσουν τας βοηθείας, αι οποίαι θα εστέλλοντο εις
αυτούς.
74. Το δε εν τη Κατάνη στράτευμα των Αθηναίων έπλευσεν αμέσως διά
την Μεσσήνην επί τη ελπίδι ότι η πόλις ήθελε κυριευθή διά προδοσίας.
Αλλ' αι ραδιουργίαι, τας οποίας ενήργουν εκεί αι Αθηναίοι, δεν
επέτυχον· διότι ο Αλκιβιάδης, όταν αφήκε την Σικελίαν καθαιρεθείς
της αρχής και ανακληθείς εις την πατρίδα του, γνωρίζων ότι έμελλε να
εξορισθή, ανήγγειλεν εις τους εν Μεσσήνη φίλους των Συρακουσίων τα
τεκταινόμενα· ούτοι δε και τους συνωμότας εφόνευσαν πριν έλθη ο
εχθρικός στρατός, και μετά την έλευσίν του εστασίασαν και λαβόντες
τα όπλα υπερίσχυσαν οι μη θέλοντες να δεχθούν τους Αθηναίους. Οι δε
Αθηναίοι, διαμείναντες δεκατρείς σχεδόν ημέρας, πασχόντες εκ του
χειμώνος, στερούμενοι τροφών και ουδέν μέσον επιτυχίας βλέποντες,
επέστρεψαν εις την Νάξον και περιχαρακώσαντες το στρατόπεδον
διεχείμαζον αυτού. Απέστειλαν επίσης τριήρη εις τας Αθήνας ζητούντες
να τοις σταλούν μόλις ήρχετο η άνοιξις χρήματα και ιππείς.
75. Οι δε Συρακούσιοι επωφελήθησαν εκ του χειμώνος, διά να ενώσουν
τον Τεμενίτην μετά της πόλεως διά τείχους βλέποντος όλον το προς τας
Επιπολάς μέρος, και διά να καταστήσουν δυσχερεστέραν την
περικύκλωσιν της πόλεως εν περιπτώσει αποτυχίας· ήγειραν επίσης
φρούριον εις τα Μέγαρα, και άλλο εις το Ολυμπιείον· περιεσταύρωσαν
μάλιστα την παραλίαν πανταχού όπου υπήρχε φόβος αποβάσεως. Επειδή δε
ήξευρον ότι οι Αθηναίοι διεχείμαζον εις την Νάξον, εστράτευσαν
πανδημεί εναντίον της Κατάνης, ελεηλάτησαν μέρος της χώρας, έκαυσαν
τας σκηνάς και το στρατόπεδον των Αθηναίων και επέστρεψαν εις τα
ίδια. Πληροφορηθέντες ότι οι Αθηναίοι, κατά την επί Λάχητος
γενομένην συμμαχίαν, είχαν πέμψει πρέσβεις εις την Καμάριναν, διά να
προσελκύσουν, έπεμψαν και αυτοί πρεσβείαν, εφοβούντο μήπως οι
Καμαριναίοι, οι οποίοι και κατά την πρώτην μάχην δεν έπεμψαν
προθύμως όσα έπεμψαν, τους εγκαταλείψουν εντελώς, και μήπως,
μάρτυρες γενόμενοι της νίκης των Αθηναίων ενωθούν μετ' αυτών
παρασυρόμενοι υπό της αρχαίας φιλίας. Αφού λοιπόν ο μεν Ερμοκράτης
εκ μέρους των Συρακουσίων, ο δε Εύφημος εκ μέρους των Αθηναίων,
ήλθαν εις την Καμαρίναν έκαστος μετά των συμπρέσβεων, οι Καμαριναίοι
συνεκρότησαν συμβούλιον, και ο Ερμοκράτης, θέλων να προδιαθέση τα
πνεύματα κατά των Αθηναίων, είπε ταύτα: