76. «Ω Καμαριναίοι, ήλθαμεν ενταύθα ως πρέσβεις, όχι διότι

εφοβήθημεν μήπως σας πτοήση η παρουσία των Αθηναίων και αι δυνάμεις

αυτών, αλλά μάλλον μήπως παρασυρθήτε από τους λόγους των πριν

ακούσετε και ημάς. Οι Αθηναίοι ήλθον εις την Σικελίαν υπό την

πρόφασιν, την οποίαν εμάθετε, με σκοπόν, δε, τον οποίον πάντες

υπονοούμεν· ουδόλως πιστεύω ότι ήλθον, διά να αποκαταστήσουν τους

Λεοντίνους, αλλά μάλλον διά να διώξουν ημάς, διότι δεν είναι λογικόν

να ερημώνουν τας εν τη Ελλάδι πόλεις, διά να συνοικίζουν άλλας εις

την Σικελίαν, να φροντίζουν τόσον περί των Λεοντίνων, που είναι

Χαλκιδείς, ως εάν ήσαν συγγενείς των, και να αφήνουν εις την

δουλείαν τους εν Ευβοία Χαλκιδείς, των οποίων οι Λεοντίνοι είναι

άποικοι. Με τον αυτόν δε σκοπόν, ο οποίος ενέπνευσεν εις αυτούς τας

εκεί κατακτητικάς ιδέας, τους φέρει σήμερον και εδώ. Γενόμενοι με

την ελευθέραν συγκατάθεσιν των Ιώνων και όλων των αποίκων των

αρχηγοί αυτών υπό την πρόφασιν να τιμωρήσουν τον Μήδον τους

υπεδούλωσαν αλληλοδιαδόχως τους μεν ως μη παρασχόντας τους

αναγκαίους στρατιώτας, τους δε διότι επολέμουν κατ' αλλήλων, και

μεταχειριζόμενοι καθ' ενός εκάστου πρόφασίν τινα ευπρόσωπον τους

υπεδούλωσαν όλους. Τούτο αποδεικνύει αρκούντως ότι εν τω κατά του

Μήδου πολέμω ούτε οι Αθηναίοι εμάχοντο υπέρ της ελευθερίας των

Ελλήνων ούτε αυτοί οι ίδιοι οι Ελληνες υπέρ της ανεξαρτησίας των,

αλλ' οι μεν Αθηναίοι, διά να υποδουλωθώσιν οι Ελληνες εις αυτούς και

όχι εις τον Μήδον, οι δε διά να μεταπέσουν υπό δεσπότην πονηρότερον

και πανουργότερον.

77. »Εν τούτοις δεν ήλθαμεν, διά να αποδείξωμεν την τόσον εύκολα

δυναμένην να κατηγορηθή πόλιν των Αθηναίων ενώπιον γνωριζόντων, αλλά

μάλλον διά να κατηγορήσωμεν ημάς αυτούς· διότι έχοντες τα

παραδείγματα των εκεί Ελλήνων, οι οποίοι υπεδουλώθησαν, διότι δεν

εβοήθησαν αλλήλους, και σήμερον ακόμη, με όλα τα σοφίσματα, τα οποία

προβάλλουν, διά να μας απατήσουν, ως τας αποκαταστάσεις των

Λεοντίνων ως συγγενών των, και τας βοηθείας τας παρεχομένας εις τους

Εγεσταίους ως συμμάχους, αρνούμεθα εν τούτοις να συνασπισθώμεν μετά

σπουδής και να δείξωμεν εις αυτούς ότι δεν έχουν να κάμουν ούτε με

Ίωνας, ούτε με Ελλησποντίους, ούτε με νησιώτας, οι οποίοι

αλλάσσοντες πάντοτε δεσπότην, είτε Μήδον είτε άλλον, μένουν πάντοτε

δούλοι· αλλά με Δωριείς ελευθέρους, οι οποίοι κατάγονται από την

αυτόνομον Πελοπόννησον και κατοικούν την Σικελίαν. Ή περιμένομεν να

κυριευθώμεν ιδιαιτέρως καθένας εις την πόλιν του ; όταν ηξεύρωμεν

ότι διά μόνου του μέσου τούτου δύνανται να μας υποδουλώσουν, όταν

βλέπωμεν τους Αθηναίους ακολουθούντας το σύστημα τούτο της

πολιτικής, ώστε τούτους μεν να διαιρούν διά των διαβολών των,

τούτους δε να διεγείρουν διά του θελγήτρου της συμμαχίας των, και

ζητούντας να μας βλάπτουν όσον δύνανται περισσότερον αποτείνοντες

προς έκαστον ελκυστικούς λόγους. Και νομίζομεν ότι, όταν τυχόν

καταστραφή ο μακράν διαμένων συμπατριώτης μας, ο κίνδυνος δεν θα

εκταθή μέχρις ημών, αλλ' ότι ο πρώτος παθών θα είναι ο μόνος

δυστυχής;

78. »Εάν τις στοχάζεται ότι οι Αθηναίοι δεν είναι ιδικοί του αλλά

των Συρακουσών εχθροί, και εάν νομίζη ότι είναι πολύ κοπιαστικόν να

εκτεθή χάριν της πατρίδος μου, ας ενθυμηθή ότι μέλλει να πολεμήση

εις την πατρίδα μου χάριν και της ιδικής του· ότι η θέσις του θα

είναι ασφαλεστέρα κατά τούτο, ότι, εφ' όσον πρότερον δεν

καταστραφώμεν ημείς (οι Συρακούσιοι), θέλει εύρει εις ημάς στήριγμα

και δεν θα υποστή μόνος τον αγώνα· τέλος ότι οι Αθηναίοι δεν θέλουν

να τιμωρήσουν την κατ' αυτών έχθραν των Συρακουσίων, αλλά μάλλον να

μεταχειρισθούν την πατρίδα μου ως πρόφασιν, διά να εξασφαλίσουν εις

εαυτούς την φιλίαν σας. Εάν τις από σας υπό φθόνου ή φόβου (διότι

αμφότερα ταύτα επισύρει εναντίον του ο υψούμενος) επιθυμή να πάθουν

μεν αι Συράκουσαι διά να σωφρονισθούν, να σωθούν δε χάριν της ιδικής

του ασφαλείας, ελπίζει πράγμα υπερβαίνον τα όρια της ανθρωπίνης

δυνάμεως, διότι είναι αδύνατον ο ίδιος ενταυτώ να γίνη κύριος κατ'

ίσον λόγον και της επιθυμίας του και της τύχης. Και εάν αποτύχη εις

ταύτην του την επιθυμίαν, αφού θρηνήση διά τας δυστυχίας του, θα

ποθήση ίσως τον καιρόν, κατά τον οποίον εφθονούσε την ευτυχίαν μας·

αλλά θα είναι αργά, εάν μας εγκαταλείψη και δεν συμμερισθή τους

κοινούς κινδύνους προσηλούμενος εις τους λόγους και όχι εις τα έργα·

διότι λόγω μεν θα σώση την ημετέραν δύναμιν, πράγματι δε εαυτόν. Εις

σας ανήκει προ πάντων, ω Καμαριναίοι, οι οποίοι είσθε γείτονές μας

και διατρέχετε ευθύς κατόπιν από ημάς τον αυτόν κίνδυνον, να

προΐδετε πάντα ταύτα και να μη μας βοηθήτε τόσον απροθύμως καθώς

μέχρι της σήμερον· σεις μάλλον έπρεπε να έλθετε προς ημάς· και καθώς

θα εζητείτε την βοήθειάν μας, εάν οι Αθηναίοι ήρχοντο πρώτον

εναντίον της Καμαρίνης, τοιουτοτρόπως έπρεπε να μας βοηθήσετε

σήμερον, παροτρύνοντες ημάς να μη ενδώσωμεν. Ούτε όμως σεις ούτε οι

άλλοι μέχρι τούδε εδείξατε τοιαύτην διάθεσιν.

79. »Ίσως δε ένεκα υπερμέτρου περισκέψεως θέλετε να δείξετε προς

ημάς και προς τους επελθόντας τον σεβασμόν σας προς το δίκαιον,

λέγοντες ότι έχετε συμμαχίαν μετά των Αθηναίων. Αλλά την συμμαχίαν

ταύτην βεβαίως συνωμολογήσατε, ουχί διά να πολεμήσετε τους φίλους

σας, αλλά τους εχθρούς, οίτινες θα ήρχοντο να σας προσβάλουν· την

συνήψατε όπως βοηθήτε τους Αθηναίους όταν αδικώνται παρ' άλλων, και

όχι όταν αυτοί αδικούν τους άλλους, καθώς πράττουν σήμερον. Ιδέτε

τους Ρηγίνους, οι οποίοι, μολονότι Χαλκιδείς, αρνούνται να

εγκαταστήσουν τους Λεοντίνους, Χαλκιδείς όντας και αυτούς. Είναι

οδυνηρόν να βλέπη τις τους μεν Ρηγίνους, υποπτεύοντας την αληθινήν

αιτίαν της ευπρεπούς δικαιολογίας, να τηρούν παρά την λογικήν

συνετήν διαγωγήν, σας δε, μολονότι έχετε εύλογον πρόφασιν, να

ευνοήτε τους φυσικούς εχθρούς σας και να ζητήτε να βλάψετε μετά των

αμειλίκτων τούτων εχθρών σας τους ακόμη πλέον φυσικούς συγγενείς.

Τούτο όμως δεν είναι δίκαιον· οφείλετε μάλλον να μας βοηθήσετε,

χωρίς να φοβηθήτε τας δυνάμεις, τας οποίας επιδεικνύουν· αι δυνάμεις

αύται δεν θα είναι τρομεραί, εάν ενωθώμεν όλοι· θα είναι δε

τοιαύται, εάν τουναντίον διαιρεθώμεν, το οποίον επιθυμούν οι

Αθηναίοι. Απόδειξις τούτου είναι ότι, ότε ήλθον να μας προσβάλουν,

ήμεθα μόνοι, και, μολονότι ενίκησαν, απέτυχον εις τα σχέδια των και

ανεχώρησαν βιαστικά.

80. »Εάν λοιπόν ενωθώμεν, δεν πρέπει να χάνωμεν το θάρρος μας· ας

συμμαχήσωμεν μετά περισσοτέρας προθυμίας, τοσούτω μάλλον, όσω

περιμένομεν εντός ολίγου βοήθειαν εκ Πελοποννησίων, οι οποίοι εις

την στρατιωτικήν τέχνην είναι υπέρτεροι των Αθηναίων καθ' όλα. Μη

νομίζετε ότι η υποτιθεμένη αύτη προφύλαξις του να μη βοηθήτε κανένα

εξ ημών, επί τω λόγω ότι είσθε σύμμαχοι αμφοτέρων, είναι αδιάφορος

δι' ημάς και ασφαλής διά σας· κατά δικαίωμα μεν τούτο είναι αληθές,

πραγματικώς όμως όχι· διότι, εάν μη συμμαχούντες μεθ' ημών, οι

Συρακούσιοι νικηθούν και οι Αθηναίοι νικήσουν, τι άλλο θα πράξετε

διά της ουδετερότητάς σας ή να εμποδίσετε την σωτηρίαν των

ηττηθέντων και να υποβοηθήσετε την απιστίαν των νικητών ; Βεβαίως

προτιμότερον να ενωθήτε με τους αδικουμένους, οι οποίοι συγχρόνως

είναι συγγενείς σας, διά να εξασφαλίσετε την σωτηρίαν όλης της

Σικελίας και να σώσετε τους λεγομένους φίλους σας, τους Αθηναίους,

από του να περιπέσουν εις σφάλμα. Με συντομίαν λέγομεν ημείς οι

Συρακούσιοι, όχι θέλοντες να σας αναπτύξωμεν πράγματα γνωστά και εις

σας και εις τους άλλους, ότι ήλθομεν ζητούντες την βοήθειάν σας· εάν

δε αι παρακλήσεις μας αποβούν μάταιαι, διαμαρτυρόμεθα ότι υφιστάμεθα

μεν επιβουλήν υπό των αιωνίων εχθρών μας Ιώνων, προδιδόμεθα δε υπό

Δωριέων Δωριείς όντες· ότι, εάν υποτάξουν ημάς οι Αθηναίοι, αιτία

του θριάμβου των θα είναι η θελησίς σας, ενώ το όνομά των μόνον θα

τιμηθή και άθλον της νίκης των θέλει είναι η δουλεία των αιτίων της

νίκης· εάν δ' εξεναντίας υπερισχύσωμεν ημείς, σεις πάλιν θα

τιμωρηθήτε, διότι εγίνατε εις ημάς αίτιοι κινδύνων. Σκεφθήτε λοιπόν

και εκλέξατε από τώρα ή την πάραυτα και άνευ κινδύνων δουλείαν, ή,

νικώντες μεθ' ημών, να διαφύγετε την αισχράν δουλείαν των Αθηναίων

και την έχθραν ημών, η οποία δεν είναι περιφρονητέα.

81. Ταύτα είπεν ο Ερμοκράτης· μετ' αυτόν δε ο πρεσβευτής των

Αθηναίων Εύφημος είπε τα εξής :

82. «Ήλθαμεν μεν προς ανανέωσιν της παλαιάς συμμαχίας, αλλ' επειδή ο

Συρακούσιος πρεσβευτής κατηγορεί ημάς, ανάγκη να είπωμεν ότι δικαίως

έχομεν την αρχήν. Μεγίστην απόδειξιν τούτου έδωκεν αυτός ο ίδιος

ειπών ότι οι Ίωνες είναι πάντοτε εχθροί των Δωριέων· και ούτως έχει

το πράγμα. Ημείς όντες Ίωνες εσκέφθημεν διά τίνος μέσου θα ηδυνάμεθα

να γίνωμεν εντελώς ανεξάρτητοι από τους Πελοποννησίους, οι οποίοι

είναι Δωριείς και οι οποίοι, υπέρτεροι τον αριθμόν, κατοικούν

πλησίον ημών. Μετά τον Μηδικόν πόλεμον, αποκτήσαντες πλοία,

απηλλάγημεν της αρχής και της ηγεμονίας των Λακεδαιμονίων, επειδή

δεν ήτο δίκαιον ούτε εκείνοι να δίδουν εις ημάς διαταγάς ούτε ημείς

εις εκείνους, οι οποίοι τότε ήσαν ισχυρότεροι. Γενόμενοι ηγεμόνες

των υπό τον βασιλέα διατελούντων πρότερον λαών αυτοκυβερνώμεθα εις

την πόλιν μας, επειδή ενομίσαμεν ότι, έχοντες δυνάμεις ικανάς διά να

υπερασπισθώμεν, δεν πρέπει να υποτασσώμεθα εις τους Πελοποννησίους.

Και σύμφωνα με την ακρίβειαν ουδέ αδίκως υπετάξαμεν τους Ίωνας και

τους νησιώτας, τους οποίους οι Συρακούσιοι μας επιπλήττουν ότι

υπεδουλώσαμεν, μολονότι συγγενείς όντας· διότι ενωθέντες μετά του

Μήδου ήλθον κατά των Αθηνών, της μητροπόλεως των, και δεν ετόλμησαν

αποσπώμενοι απ' αυτού να καταστρέψουν τα υπάρχοντά των, όπως

επράξαμεν ημείς, όταν εκενώσαμεν την πόλιν μας. Διατελούντες εκείνοι

υπό δουλείαν ήθελον να επιβάλουν και εις ημάς το αυτό.

83. »Τούτων ένεκα είμεθα άξιοι να άρχωμεν, άμα μεν διότι εις ημάς οι

Έλληνες εύρον ναυτικόν πολυάριθμον και προθυμίαν απροφάσιστον, ενώ

αυτοί ενεργούντες μετά της αυτής προθυμίας υπέρ του Μήδου έβλαπταν

ημάς· άμα δε διότι ηθέλομεν να σχηματίσωμεν δύναμιν ικανήν να

αντιταχθή προς τους Πελοποννησίους. Αλλ' ας αφήσωμεν τους ωραίους

λόγους, διά των οποίων θα ηδυνάμεθα να αποδείξωμεν ότι αξίως

άρχομεν, διότι ημείς μόνοι κατερρίψαμεν τον βάρβαρον και διετρέξαμεν

πλειοτέρους κινδύνους διά την ελευθερίαν των Ιώνων τούτων ή διά την

ελευθερίαν όλων των Ελλήνων και την ημετέραν· και ας περιορισθώμεν

να είπωμεν ότι δεν είναι αξιόμεμπτος ο φροντίζων περί της ιδίας

αυτού σωτηρίας. Περί αυτής δε της σωτηρίας ελθόντες σήμερον ενταύθα

βλέπομεν ότι ήλθομεν και διά το ιδικόν σας επίσης συμφέρον. Τούτο

αποδεικνύεται εκ των κατηγοριών, τας οποίας εκτοξεύουν οι

Συρακούσιοι, και εκ των υπονοιών, αίτινες γεννώνται εις σας υπό του

φόβου. Ηξεύρομεν ότι οι ένεκα φόβου καθιστάμενοι φιλύποπτοι

αρέσκονται προς στιγμήν εις το θέλγητρον της ευγλωττίας· αλλ' έπειτα

κατά την πράξιν οδηγός αυτών είναι το συμφέρον. Το είπομεν· ο φόβος

μας παρεκίνησε να λάβωμεν την ηγεμονίαν της Ελλάδος, και η αυτή

αιτία μας φέρει εις Σικελίαν, διά να τακτοποιήσωμεν τα εδώ ασφαλώς

με την συνδρομήν σας· ήλθομεν, ουχί διά να υποδουλώσωμεν τους φίλους

ημών, αλλά διά να προσπαθήσωμεν να μη πάθουν τούτο.

84. »Κανείς δε ας μη νομίση ότι, χωρίς να έχωμεν συμφέρον τι,

φροντίζομεν διά σας· μάθετε ότι ενόσω διατηρείτε πολιτικήν ύπαρξιν

και ενόσω έχετε αρκούσας δυνάμεις, όπως αντέχετε εναντίον των

Συρακουσίων, τα στρατεύματα, τα οποία θα στέλλουν εις τους

Πελοποννησίους, δεν θα μας βλάπτουν πολύ· υπό την έποψιν λοιπόν

ταύτην το συμφέρον μας συνδέεται στενώτατα με το ιδικόν σας. Διά τον

αυτόν λόγον εργαζόμεθα να αποκαταστήσωμεν τους Λεοντίνους, ουχί ως

υπηκόους, καθώς είναι οι εν τη Ευβοία συγγενείς αυτών, αλλ' ως

δυνατωτάτους, ίνα γείτονες όντες των Συρακουσίων δύνανται εκ της

χώρας των να μας ωφελούν βλάπτοντες αυτούς. Εν Ελλάδι αρκούμεν ημείς

αυτοί εναντίον των εχθρών μας· και οι Χαλκιδείς, τους οποίους ο

ρήτωρ μας επέπληξεν ότι υπεδουλώσαμεν άνευ αιτίας, ενώ ερχόμεθα να

ελευθερώσωμεν τους εν Σικελία, μας είναι ωφέλιμοι, διότι γυμνοί από

πολεμικήν προετοιμασίαν χρήματα μόνον παρέχουν. Ως προς δε τας εδώ

υποθέσεις, και οι Λεοντίνοι και άλλοι ημών φίλοι δεν θα μας είναι

ολιγώτερον ωφέλιμοι απολαύοντες εντελούς αυτονομίας.

85. «Εις άνδρα δε τύραννον ή πόλιν ισχυράν τίποτε δεν είναι

παράλογον πού είναι συμφέρον και τίποτε δεν είναι φιλικόν πού δεν

είναι πιστόν· πρέπει δε καθείς να γίνεται προς εκάστους φίλος ή

εχθρός αναλόγως των περιστάσεων. Το συμφέρον ημών δεν είναι να

βλάψωμεν τους εδώ φίλους μας, αλλά να εξασθενίσωμεν τους εχθρούς διά

της δυνάμεως των φίλων· δεν πρέπει δε να απιστήτε εις ημάς. Τους εις

την Ελλάδα συμμάχους μας μεταχειριζόμεθα κατά την χρησιμότητα, την

οποίαν καθείς των μας παρέχει· τους μεν Χίους και τους Μηθυμναίους

παρέχοντας πλοία, αφήνομεν αυτονόμους, τους δε περισσοτέρους, διότι

ζητούμεν παρ' αυτών αναγκαστικώς χρήματα· άλλους δε, μολονότι

νησιώτας και ευαλώτους, έχομεν συμμάχους εντελώς ανεξαρτήτους, διότι

κατέχουν μέρη επίκαιρα περί την Πελοπόννησον. Είναι εύλογον λοιπόν

και ενταύθα να φροντίσωμεν περί του συμφέροντός μας και να

καταστήσωμεν σας φόβητρον των Συρακουσίων, ως είπομεν· διότι οι

Συρακούσιοι θέλουν να σας υποτάξουν και εκμεταλλευόμενοι τας υποψίας

σας να σας συνασπίσουν εναντίον ημών· κατόπιν δε, αφού ημείς

αναχωρήσωμεν άπρακτοι, να γίνουν κύριοι της Σικελίας είτε διά της

βίας είτε διά την απομόνωσίν σας. Εξ ανάγκης δε θα γίνη τούτο, εάν

ενωθήτε με αυτούς· διότι ούτε ημείς θα δυνηθώμεν να υπερισχύσωμεν

κατά τοσούτων δυνάμεων συνενωμένων, ούτε οι Συρακούσιοι, όταν ημείς

δεν θα είμεθα παρόντες, δεν θα είναι τόσον αδύνατοι, διά να σας

υποτάξουν.

86. «Όστις έχει εναντίαν γνώμην εξελέγχεται δι' αυτών των πραγμάτων,

διότι πρότερον προσεκαλέσατε ημάς λέγοντες ότι, εάν σας αφήναμεν να

σας υποτάξουν οι Συρακούσιοι, θα διετρέχομεν και ημείς τον ίδιον

κίνδυνον· δεν είναι δίκαιον λοιπόν τώρα να δυσπιστήτε προς τους

ιδίους σας λόγους, ούτε να υποπτεύεσθε ημάς, διότι ήλθαμεν με

δυνάμεις ανωτέρας των Συρακουσίων, πολύ δε μάλλον πρέπει να

δυσπιστήτε κατ' αυτών, διότι ημείς δεν δυνάμεθα να μένωμεν εδώ,

διαρκώς χωρίς την βοήθειάν σας. Και εάν ακόμη ηθέλαμεν δειχθή κακοί,

ώστε να υποτάξωμεν την Σικελίαν, πάλιν δεν θα ήμεθα ικανοί να

διατηρήσωμεν αυτήν ένεκα της μακράς αποστάσεως και του μεγέθους των

πόλεων της, αι οποίαι έχουν κατά ξηράν πολεμικάς προπαρασκευάς· ενώ

οι Συρακούσιοι, οι οποίοι κατοικούν πλησίον ουχί εις στρατόπεδον,

αλλ' εις πόλιν ισχυροτέραν της παρούσης ημών δυνάμεως, σας

υποβλέπουν πάντοτε και ουδεμίαν θα παραμελήσουν περίστασιν, διά να

σας βλάψουν. Πολλά μέχρι τούδε συμβάντα απέδειξαν τούτο, εσχάτως δε

η προς τους Λεοντίνους διαγωγή των. Και σήμερον ακόμη, ως εάν ήσθε

αναίσθητοι, τολμούν να σας ερεθίζουν κατ' εκείνων, οι οποίοι

ανθίστανται εις τα σχέδια των, και μέχρι σήμερον δεν άφησαν την

Σικελίαν να περιέλθη εις την εξουσίαν των. Ακούσατε λοιπόν συμβουλάς

υπαγορευομένας υπό ειλικρινούς ενδιαφέροντος διά την σωτηρίαν σας

και μη απορρίψετε τας ωφελείας της συμμαχίας μας. Σκεφθήτε ότι

ισχυροί όντες οι Συρακούσιοι δεν έχουν ανάγκην συμμάχων, διά να σας

προσβάλουν, και ότι η προς σας οδός είναι πάντοτε ανοικτή προς

αυτούς, ενώ σεις δεν θα ευρίσκετε πολλάκις τοσαύτας επικουρίας, διά

να υπερασπίζεσθε. Εάν, ένεκα των υποψιών σας, αφήσετε την παρούσαν

δύναμιν να απέλθη άπρακτος ή νικημένη, θα έλθη καιρός να επιθυμήσετε

έστω και το πολλοστημόριον αυτής, ότε η παρουσία της θα σας είναι

ανωφελής.

87. »Αλλ' όμως, ω Καμαριναίοι, δεν πρέπει μήτε σεις μήτε οι άλλοι

σύμμαχοι να απατηθήτε υπό των συκοφαντιών των Συρακουσίων. Σας

είπομεν δε όλην την αλήθειαν διά τας δυσπιστίας, των οποίων είμεθα

αντικείμενον, κεφαλαιωδώς δε υπενθυμίζοντες θέλομεν προσπαθήσει να

σας πείσωμεν. Σας λέγομεν λοιπόν ότι ηγεμονεύομεν της Ελλάδος, διά

να μη υπακούωμεν εις άλλους· ότι θέλομεν να καταστήσωμεν ελευθέρους

τους λαούς της Σικελίας ίνα μη πάσχωμεν υπ' αυτών ότι είμεθα

αναγκασμένοι να πράξωμεν πολλά, διότι και από πολλά οφείλομεν να

προφυλαττώμεθα· ότι σήμερον, ως και άλλοτε, ήλθαμεν ως σύμμαχοι

προσκληθέντες υπό των αδικουμένων και ουχί απρόσκλητοι. Σεις, οι

οποίοι δεν είσθε ούτε δικασταί ούτε επικριταί των πράξεων μας, μη

προσπαθήσετε να μας αποτρέψετε του σκοπού τούτου, διότι θα ήτο

δύσκολον· αλλά, εάν εις την πολυπραγμοσυνών ημών ή εις τον χαρακτήρα

μας εύρετέ τι δυνάμενον να σας ωφελήση, τούτο αποχωρίσαντες των

άλλων λάβετε. Πιστεύσατε ότι αι ιδιότητες ημών αύται, αντί να

βλάπτουν όλους ομοίως, εξ εναντίας είναι ωφέλιμοι εις τους πλείστους

των Ελλήνων. Εις κάθε τόπον, και εκεί ακόμη όπου δεν ευρισκόμεθα,

όλοι ομοίως, και ο αδικούμενος και ο επιβουλεύων, κυριεύονται ο μεν

υπό της ελπίδος ότι θέλομεν τον συνδράμει, ο δε υπό του φόβου ότι

κατά την άφιξίν μας θα κινδυνεύση η ασφάλεια του· αμφότεροι λοιπόν

αναγκάζονται ο μεν να σωφρονή άκων, ο δε να σώζεται χωρίς αγώνας. Μη

απωθήσετε την σωτηρίαν ταύτην, η οποία σας προσφέρεται σήμερον καθώς

και εις πάντα έχοντα ανάγκην· αλλ' ομοιωθέντες με τους άλλους, αντί

να μένετε πάντοτε αμυνόμενοι κατά των Συρακουσίων, ενωθήτε με ημάς

και αποδώσατε αυτοίς κακόν αντί κακού».

88. Ταύτα είπε και ο Εύφημος, οι δε Καμαριναίοι δεν ήξευραν τι να

αποφασίσουν. Φίλοι των Αθηναίων, μολονότι τους ενόμιζον ελθόντας με

σκοπόν να κατακτήσουν την Σικελίαν, είχον πάντοτε διαφοράς μετά των

Συρακουσίων ως γείτονές των, εν τούτοις, επειδή εφοβούντο μήπως οι

Συρακούσιοι, εγγύς όντες, αναδειχθώσι νικηταί και άνευ της συνδρομής

των, απέστειλαν κατ' αρχάς προς αυτούς ολίγους ιππείς αποφασίσαντες

ίνα εις το μέλλον βοηθήσουν αυτούς αποτελεσματικώτερον, μεθ' όλης

όμως της δυνατής προφυλάξεως· αλλ' εις την παρούσαν περίστασιν, διά

να μη φανούν ολιγώτερον ευνοϊκοί προς τους Αθηναίους, οίτινες είχον

νικήσει εις την εσχάτως γενομένην μάχην, ενόμισαν ότι ώφειλον να

δώσουν ομοίαν απόκρισιν εις αμφοτέρους. Ούτω λοιπόν διασκεφθέντες

απεκρίθησαν ότι, επειδή ήσαν φίλοι και των δύο πολεμούντων λαών,

δίκαιον είναι να μη βοηθήσουν ούτε τους μεν ούτε τους δε. Και οι

πρέσβεις εκατέρων απήλθον. Και οι μεν Συρακούσιοι κατεγίνοντο περί

τας πολεμικάς ετοιμασίας των, οι δε Αθηναίοι στρατοπεδευμένοι εις

την Νάξον διεπραγματεύοντο μετά των Σικελών, διά να προσελκύσουν

όσον το δυνατόν περισσοτέρους με το μέρος των. Και οι μεν Σικελοί οι

κατοικούντες εις την πεδιάδα, όντες οι πλείστοι υπήκοοι των

Συρακουσίων, απεσπάσθησαν απ' αυτών οι δε κατοικούντες εις τα

μεσόγεια, αυτόνομοι όντες πάντοτε, ηνώθησαν αμέσως μετά των

Αθηναίων, εκτός ολίγων και έστειλαν εις το στράτευμα των Αθηναίων

τροφάς, τινές δε μάλιστα και χρήματα. Εκστρατεύοντες δε οι Αθηναίοι

κατά των απειθούντων τινάς μεν αναγκαστικώς υπεχρέωναν, τινάς δε

εμπόδιζαν να ενωθούν με τους Συρακουσίους, οι οποίοι τους έστειλαν

φρουράς και βοηθείας. Κατά την διάρκειαν του χειμώνος, μεταθέσαντες

οι Αθηναίοι τον σταθμόν των εκ της Νάξου εις την Κατάνην ανεκαίνισαν

το υπό των Συρακουσίων πυρποληθέν στρατόπεδόν των και διεχείμασαν

εις τούτο το μέρος. Έπεμψαν τριήρη εις την Καρχηδόνα ζητούντες

φιλίαν και, ει δυνατόν, βοηθείας· έπεμψαν επίσης και εις την

Τυρρηνίαν, όπου πόλεις τινές τοις είχον υποσχεθή να συμπολεμήσουν

μετ' αυτών. Αποστείλαντες δε αγγελιαφόρους πανταχού προς τους

Σικελούς και τους Εγεσταίους εζήτουν να προμηθεύσουν εις αυτούς

ούτοι ίππους όσον το δυνατόν περισσοτέρους. Ητοίμαζον δε συγχρόνως

πλινθία και σίδηρον και πάντα τα αναγκαία διά τας πολιορκητικές

εργασίας, ίνα, άμα ήρχετο η άνοιξις, αρχίσουν τον πόλεμον. Οι δε

Συρακούσιοι πρέσβεις, οίτινες είχαν πεμφθή εις την Κόρινθον και την

Λακεδαίμονα, προσεπάθουν καθ' οδόν να πείσουν τους Ιταλιώτας να

προσέχουν εις τα υπό των Αθηναίων γινόμενα, διότι οι σκοποί των ήσαν

και προς αυτούς ωσαύτως εχθρικοί. Φθάσαντες εις την Κόρινθον

εξέθεσαν το αντικείμενον της αποστολής των και εζήτησαν, διά την

συγγένειαν την οποίαν είχον μετ' αυτών, να στείλουν εις αυτούς

βοηθείας. Και οι Κορίνθιοι, ευθύς ψηφίσαντες αυτοί πρώτοι να τους

βοηθήσουν προθύμως, συναπέστειλαν εις την Λακεδαίμονα πρέσβεις, ίνα

από κοινού πείσουν τους Λακεδαιμονίους να επαναλάβουν αναφανδόν τον

κατά των Αθηναίων πόλεμον και στείλουν εις την Σικελίαν βοηθείας

τινάς. Οι Κορίνθιοι πρέσβεις συνηντήθησαν εις την Λακεδαίμονα μετά

του Αλκιβιάδου, ο οποίος αναχωρήσας μετά των συμφυγάδων επί φορτηγού

πλοίου εκ της Θουρίας έφθασε πρώτον μεν εις την Κυλλήνην της Ηλείας,

έπειτα δε εις την Λακεδαίμονα προσκληθείς υπό των Λακεδαιμονίων, οι

οποίοι του υπεσχέθησαν ασφάλειαν ζωής· διότι τους εφοβείτο διά την

ανάμιξίν του εις τα Μαντινιακά πράγματα. Συνέπεσε λοιπόν εις την

εκκλησίαν των Λακεδαιμονίων να αποτείνουν τας αυτάς παρακλήσεις και

οι Κορίνθιοι και οι Συρακούσιοι και ο Αλκιβιάδης προς τους

Λακεδαιμονίους, διά να τους πείσουν να πολεμήσουν. Ενώ δε οι έφοροι

εσκέπτοντο να στείλουν πρέσβεις εις τας Συρακούσας, διά να

εμποδίσουν τον μετά των Αθηναίων συμβιβασμόν χωρίς όμως να έχουν

σκοπόν να στείλουν βοηθείας, σηκωθείς ο Αλκιβιάδης παρώξυνε τους

Λακεδαιμονίους και παρώρμησεν αυτούς λέγων ταύτα:

89. «Είναι απαραίτητον να ομιλήσω προς σας πρώτον περί της εναντίον

μου συκοφαντίας, ίνα μη η κατ' εμού δυσπιστία σάς αναγκάση να

ακροασθήτε μετ' ολιγωτέρας προσοχής όσα θα σας ειπώ περί των

συμφερόντων της πόλεως σας. Παραιτηθέντων των προγόνων μου από τον

δεσμόν της προξενίας, τον οποίον είχαν με σας εξ αιτίας δυσαρεσκείας

τινός, εγώ προσεπάθησα να επαναλάβω αυτήν με το να σας εξυπηρετήσω

εις πολλάς περιστάσεις και ιδίως εις την συμφοράν την δυστυχή

υπόθεσιν της Πύλου. Ενώ δε εγώ ήμην διά σας πλήρης ζήλου, σεις

συνδιηλλάγητε μετά των Αθηναίων· και μετά των εχθρών μου

διαπραγματευθέντες, εις αυτούς μεν προσήψατε τιμήν, εις εμέ δε

ατιμίαν. Τούτου ένεκα δικαίως εβλάπτεσθε υπ' εμού, ο οποίος έστρεψα

προς το μέρος των Μαντινέων και των Αργείων και αντέπραττα προς σάς

εις πολλάς άλλας περιστάσεις. Εάν τις τότε ωργίσθη αδίκως εναντίον

εμού, ότε έπασχεν, ας μεταβάλη γνώμην σκεπτόμενος συμφώνως με την

αλήθειαν· ή εάν τις εσχημάτισε κακήν ιδέαν περί εμού διά την

προσήλωσίν μου μάλλον εις την δημοκρατίαν, ας μη νομίση ορθήν την

ιδέαν του ως προς τούτο. Εγώ και οι πρόγονοι μου πάντοτε υπήρξαμεν

εχθροί των τυράννων, και επειδή παν ό,τι ανθίσταται εις τους

δυναστεύοντας καλείται λαός, διά τούτο ένεκα της έχθρας εκείνης

παρέμεινεν εις ημάς η προστασία του πλήθους. ’λλως, επειδή η πόλις

ημών κυβερνάται δημοκρατικώς, ανάγκη να ακολουθή τις εις πολλάς

περιστάσεις το επικρατούν σύστημα· και μολαταύτα επροσπαθούμεν εις

την πολιτικήν μας να φαινώμεθα μετριώτεροι παρ' όσον απήτει η

επικρατούσα ακολασία. ’λλοι ήσαν οι δημαγωγοί, οι οποίοι και κατά

την εποχήν των προγόνων ημών και σήμερον έσπρωχναν τον όχλον προς τα

πονηρά, και οι οποίοι εξώρισαν και εμέ. Ημείς δε οσάκις ευρέθημεν

εις την κυβέρνησιν της όλης πόλεως ενομίσαμεν δίκαιον ότι έπρεπε να

διατηρηθή το πολίτευμα εκείνο, το οποίον παρελάβομεν και το οποίον

είχε καταστήσει την πόλιν μας τόσον ισχυράν και τόσον ελευθέραν. Εν

τούτοις όσοι εξ ημών είχον ολίγην φρόνησιν ήξευραν τι είναι

δημοκρατία· εγώ προ πάντων την εγνώριζα πλειότερον παντός άλλου,

διότι πολλάς αφορμάς παραπόνων είχα κατ' αυτής. Αλλά περί

ομολογουμένου παραλογισμού ουδέν νέον έχω να προσθέσω. Εν τούτοις

δεν μας εφαίνετο ακίνδυνος η κατάργησις αυτής ενόσω πλησίον ημών

είχαμεν σας πολεμίους.

90. Και ταύτα μεν ήσαν τα αίτια των εναντίον εμού διαβολών τώρα δε,

εάν ηξεύρω τι περισσότερον, θα σας οδηγήσω τι πρέπει να αποφασίσετε.

Εις Σικελίαν μετέβημεν, πρώτον μεν διά να υποτάξωμεν, ει δυνατόν,

τους Σικελιώτας, κατόπιν δ' εκείνων τους Ιταλιώτας, έπειτα διά να

κάμωμεν απόπειραν κατά των επαρχιών της Καρχηδόνος και κατ' αυτής

της ιδίας. Εάν τα σχέδια ταύτα επετύγχανον, ή όλα ή και μόνον τα

περισσότερα, είχαμεν σκοπόν αμέσως να επιτεθώμεν κατά της

Πελοποννήσου, μεταφέροντες όλας τας εκεί σχηματισθησομένας εξ

Ελλήνων δυνάμεις, και μισθούντες πολλούς βαρβάρους, είτε Ίβηρας είτε

άλλους εκ των εκεί γνωστών την σήμερον ως μαχιμωτάτων βαρβάρων. Προς

τας υπαρχούσας τριήρεις ναυπηγούντες και άλλας πολλάς (διότι η

Ιταλία έχει άφθονα ξύλα) θα επολιορκούμεν πέριξ δι' αυτών την

Πελοπόννησον, και συγχρόνως δι' εφόδων, αι οποίαι θα εγίνοντο με το

πεζικόν διά ξηράς, θα είχαμεν ελπίδα να καθυποτάξωμεν αυτήν ευκόλως,

είτε κυριεύοντες τας πόλεις διά της βίας είτε περιτειχίζοντες αυτάς,

και ακολούθως να κυριαρχήσωμεν όλης της Ελλάδος. Ως προς τα χρήματα

δε και τα τρόφιμα, όσα ήσαν αναγκαία διά να διεξαχθή ευκολώτερον

καθένα των σχεδίων μας, αυτοί οι κατακτηθέντες τόποι θα εξήρκουν εις

τας ανάγκας μας, άνευ των εκ της Ελλάδος προσόδων.

Πελοποννησιακός Πόλεμος, Τόμος τρίτος · 第 10 / 11 段