38. »Όλα όσα λέγω οι μεν Αθηναίοι τα ηξεύρουν και είμαι βέβαιος ότι

προσπαθούν να διασώσουν τα ίδια υπάρχοντά των, οι δε ενταύθα άνδρες

εφευρίσκουν ό,τι δεν υπάρχει και ό,τι δεν είναι δυνατόν να υπάρξη. Η

τακτική των ανθρώπων τούτων δεν είναι νέα· πάντοτε τους είδα ή διά

τοιούτων και επικινδυνοτέρων λόγων, ή και δι' έργων να εκφοβίζουν

τον λαόν, διά να καταλάβουν την εξουσίαν αυτοί. Και μα την αλήθειαν,

φοβούμαι μήπως μετά πολλάς προσπαθείας, επιτύχουν και δεν δυνηθώμεν

ημείς υπό αδυναμίας, πριν πάθωμέν τι, να προφυλαχθώμεν και να τους

τιμωρήσωμεν διά τα τεκταινόμενα. Τούτου ένεκα η πόλις ημών σπανίως

ησυχάζει και επιχειρεί στάσεις πολλάς και αγώνας ουχί περισσοτέρους

εναντίον των εχθρών παρ' όσους εναντίον εαυτής, και ενίοτε τυραννίας

και δυναστείας αδίκους. Θα προσπαθήσω λοιπόν, εάν θέλετε να ακούσετε

τας συμβουλάς μου, να μη συμβή τίποτε παρόμοιον επί των ημερών μας,

προς σας μεν τους πολλούς μεταχειριζόμενος την πειθώ, κατά των

μηχανωμένων δε τα τοιαύτα επιβάλλων τιμωρίας όχι μόνον οσάκις

συλλαμβάνω αυτούς επ' αυτοφώρω (όπερ δυσκόλως επιτυγχάνεται), αλλά

και διά τα εγκλήματα εκείνα, τα οποία θέλουν μεν να πράξουν, δεν

δύνανται δε, διότι πρέπει να προφυλάττεταί τις από τον εχθρόν όχι

μόνον ως προς τα έργα του, αλλά και ως προς τα διανοήματά του,

επειδή, αν δεν προφυλαχθή, διατρέχει τον κίνδυνον να πάθη πρώτος.

Τους ολιγαρχικούς λοιπόν άλλους θα ελέγχω, άλλους θα επιτηρώ και

άλλους θα παραινώ. Τούτον τον τρόπον νομίζω συντελεστικώτατον, διά

να τους αποτρέψωμεν από τους εγκληματικούς σκοπούς των. ’λλως τε και

πολλάκις εσκέφθην τούτο, τι θέλετε σεις οι νεώτεροι; να πάρετε τώρα

δημόσια υπουργήματα; Αλλ' ο νόμος το απαγορεύει, και ο νόμος ούτος

έγινε μάλλον διότι σας έκρινεν ανικάνους παρά διότι σας εθεώρει

ικανούς και ήθελε να σας στερήση της τιμής ταύτης. Θέλετε προνόμια;

αλλά πώς είναι δίκαιον οι πολίται της αυτής πόλεως να μη έχουν όλοι

τα αυτά δικαιώματα;

39. »Θα είπη τις ίσως ότι η δημοκρατία ούτε συνετόν πράγμα είναι

ούτε δίκαιον, και ότι μόνον οι έχοντες χρήματα είναι οι μάλλον

ικανοί να κυβερνούν. Εγώ όμως λέγω πρώτον ότι ο λαός είναι το κράτος

ολόκληρον, ενώ οι ολιγαρχικοί είναι μέρος μόνον αυτού· έπειτα ότι οι

πλούσιοι είναι φύλακες άριστοι των χρημάτων, οι συνετοί άριστοι

σύμβουλοι και το πλήθος άριστος κριτής των υποβαλλομένων εις αυτό

ζητημάτων. Εις την δημοκρατίαν όλαι αύται αι τάξεις έχουν εντελή

ισότητα, εκάστη κατά μέρος και όλαι κοινώς, ενώ η ολιγαρχία

διαμοιράζουσα εις τον λαόν τους κινδύνους δεν ευχαριστείται να κρατή

δι' εαυτήν τα πλείστα των κερδών, αλλά δημεύουσα τα πάντα έχει το

όλον της ωφελείας. Ιδού τι επιδιώκουν μετά προθυμίας οι ισχυροί

ανάμεσόν σας και οι νέοι, πράγμα αδύνατον να επιτύχη εις μεγάλην

πόλιν.

40. »Εν τούτοις και σήμερον ακόμη, ω πάντων ασυνετώτατοι, είσθε ή οι

τυφλότεροι πάντων των γνωστών εις εμέ Ελλήνων μη εννοούντες το

άνομον των σχεδίων σας, ή αδικώτατοι εννοούντες και επιμένοντες εις

την τόλμην σας. Καλύτερα λοιπόν διδασκόμενοι ή παραιτούντες τους

κακούς σκοπούς σας προσπαθήσατε να αυξήσετε το καλόν, της πόλεως και

εις όλους ωφέλιμον, έχοντες την πεποίθησιν ότι οι ανάμεσόν σας

αγαθοί άνδρες θα μετάσχουν ομοίως και μάλιστα περισσότερον του λαού.

Εάν σκέπτεσθε άλλως, διακινδυνεύετε να στερηθήτε των πάντων. Παύσατε

λοιπόν διαδίδοντες τοιαύτας αγγελίας προς ανθρώπους πού μαντεύουν τα

σχέδιά σας και δεν θα τα ανεχθούν· διότι η πόλις, και επί τη

υποθέσει ότι οι Αθηναίοι έρχονται, θα δυνηθή να τους αποκρούση αξίως

αυτής, και έχομεν στρατηγούς, οίτινες θα φροντίσουν περί τούτου.

Εάν, ως πιστεύω, δεν είναι αληθές τίποτε, η πόλις δεν θα δειλιάση

υπό των αγγελιών σας ουδέ θα υποβληθή εις εκουσίαν δουλείαν

εκλέγουσα σας ως αρχηγούς. Αυτή εαυτήν συμβουλευομένη και τους

λόγους σας θα θεωρήση ως πραγματικάς αποπείρας και την υπάρχουσαν

ελευθερίαν δεν θα την χάση ακούουσα σας, αλλά δι' έργων

προφυλασσομένη και μη επιτρέπουσα τούτο, θα προσπαθήση να διασώση

αυτήν».

41. Ταύτα μεν είπεν ο Αθηναγόρας, είς δε εκ των στρατηγών αναστάς

και μη αφήσας άλλον να προχωρήση διέλυσε την έριδα ειπών ταύτα :

«Δεν είναι φρόνιμον ούτε διαβολάς να ρίπτωμεν κατ' αλλήλων ούτε να

χειροκροτώμεν ακούοντες αυτάς, αλλά μάλλον κατά τα διαδιδόμενα να

ίδωμεν πώς θα προετοιμασθώμεν καλώς καθένας ιδιαιτέρως και όλη η

πόλις κοινώς, διά να αποκρούσωμεν τους επερχομένους. Και τούτο όμως

εάν δεν είναι απαραίτητον, πάλιν δεν θεωρώ ως επιβλαβές να

προμηθευθή η πόλις ίππους, όπλα και παν άλλο αναγκαίον εις τον

πόλεμον. Ημείς θα φροντίσωμεν και θα προνοήσωμεν περί πάντων τούτων,

ημείς θα πέμψωμεν εις τας πόλεις, διά να επισκοπήσωμεν και θα

πράξωμεν παν το απαιτούμενον. Ήδη επρονοήσαμεν εν μέρει, και παν

ό,τι μάθωμεν θα σας το αναφέρωμεν». Και οι μεν Συρακούσιοι, ότε είπε

ταύτα ο στρατηγός, διέλυσαν την συνέλευσιν.

42. Οι δε Αθηναίοι ήσαν ήδη εις Κέρκυραν, αυτοί και οι σύμμαχοι

όλοι· και πρώτον μεν οι στρατηγοί έκαμαν νέαν επιθεώρησιν του

στρατεύματος και εκανόνισαν την τάξιν, με την οποίαν ώφειλαν να

προσορμίζωνται και να στρατοπεδεύουν· διαιρέσαντες δε τον στόλον εις

τρεις μοίρας έλαβον καθένας μίαν εξ αυτών διά κλήρου, ίνα μη

πλέοντες όλοι ομού στερηθούν ύδατος, λιμένων και τροφών εις τα μέρη

όπου ήθελον προσεγγίζει και ίνα ο στρατός έχη περισσοτέραν τάξιν και

ευπείθειαν, με το να έχη καθεμία μοίρα ένα στρατηγόν. Έπειτα δε

προαπέστειλαν εις την Ιταλίαν και την Σικελίαν τρία πλοία, διά να

μάθουν ποίαι πόλεις θα τους εδέχοντο, και διέταξαν αυτά να έλθουν

εις συνάντησιν του στόλου μετά των αναγκαίων πληροφοριών.

43. Μετά ταύτα δε οι Αθηναίοι μεθ' όλων των δυνάμεων των

εκπλεύσαντες από την Κέρκυραν διηυθύνθησαν προς την Σικελίαν έχοντες

εν συνόλω τριήρεις μεν εκατόν τριάκοντα τεσσάρας και δύο

πεντηκοντόρους των Ροδίων (εκ τούτων Αττικαί μεν ήσαν εκατόν, εξ ων

πάλιν αι μεν εξήκοντα ήσαν ταχείαι, αι δε άλλαι έφεραν στρατιώτας·

το δε άλλο ναυτικόν συνέκειτο εκ Χίων και άλλων συμμάχων), οπλίτας

δε εν όλω πεντακισχιλίους και εκατόν (και εκ τούτων χίλιοι

πεντακόσιοι μεν ήσαν Αθηναίοι εκ των εγγεγραμμένων εις τους

καταλόγους, επτακόσιοι δε θήτες στρατιώται του ναυτικού· οι δε

επίλοιποι οπλίται συνέκειντο εκ συμμάχων υπηκόων, πεντακοσίων

Αργείων και διακοσίων πεντήκοντα Μαντινέων και μισθοφόρων), τοξότας

δε εν όλω τετρακοσίους ογδοήκοντα (εξ ων οι όγδοήκοντα ήσαν Κρήτες),

σφενδονήτας Ροδίους επτακοσίους και τέλος εκατόν είκοσι φυγάδας των

Μεγαρέων ψιλούς. Διά την μεταφοράν των ίππων έν μόνον πλοίον υπήρχε

φέρον τριάκοντα ιππείς.

44. Τοιαύτη η πρώτη πολεμική παρασκευή, η οποία εξεκίνησε διά τον

πόλεμον τούτον. Ηκολουθείτο δε υπό τριάκοντα ολκάδων σιταγωγών, αι

οποίαι είχαν τας τροφάς, τους αρτοποιούς, τους λιθοτόμους, τους

τέκτονας και όλα τα απαιτούμενα οχυρωματικά εργαλεία, υπό εκατόν

πλοιαρίων, τα οποία εξ ανάγκης συνέπλεον μετά των ολκάδων και υπό

πολλών άλλων πλοιαρίων και ολκάδων χάριν εμπορίου συνοδευόντων τον

στρατόν. Όλα ταύτα τα πλοία εξελθόντα τότε εκ Κερκύρας διεπέρασαν

τον Ιόνιον κόλπον. Αφού δε έφθασαν τα μεν εις την Ιαπυγίαν άκραν, τα

δε εις τον Τάραντα, και τα άλλα όπου αλλαχού ηδυνήθησαν, ήρχισαν να

παραπλέουν την Ιταλίαν. Αι πόλεις δεν επέτρεπον να εισέρχωνται μήτε

εις το άστυ μήτε εις την αγοράν, αλλά μόνον εις τους λιμένας, διά να

προμηθεύωνται ύδωρ, το οποίον μάλιστα τους ηρνήθησαν ο Τάρας και οι

Λοκροί. Τέλος έφθασαν εις το Ρήγιον ακρωτήριον της Ιταλίας και

συνηθροίσθησαν εκεί· επειδή δε δεν τους εδέχθησαν εντός της πόλεως,

έστησαν το στρατόπεδόν των έξω, εις το ιερόν της Αρτέμιδος, όπου

τους εδόθη και αγορά. Ανελκύσαντες δε τα πλοία ησύχαζον και ήρχισαν

διαπραγματεύσεις μετά των Ρηγίνων ζητούντες παρ' αυτών, επειδή ήσαν

Χαλκιδείς, να βοηθήσουν τους Λεοντίνους, οι οποίοι ήσαν ωσαύτως

Χαλκιδείς. Οι Ρηγίνοι όμως απεκρίθησαν ότι θα έμεναν ουδέτεροι και

ότι θα ενήργουν συσκεπτόμενοι από κοινού μετά των Ιταλιωτών. Οι δε

Αθηναίοι επεσκόπουν τα εν τη Σικελία πράγματα, διά να μεταχειρισθούν

τα καλύτερα μέσα προς επιτυχίαν, και συγχρόνως επερίμεναν εκ της

Εγέστης την επιστροφήν των προαποσταλέντων πλοίων, θέλοντες να

μάθουν αν υπήρχον όλα τα χρήματα, όσα οι εις τας Αθήνας

επιστρέψαντες πρέσβεις ανήγγειλαν.

45. Εν τούτοις οι Συρακούσιοι ελάμβανον ήδη πολλαχόθεν και παρά των

ιδίων κατασκόπων θετικάς ειδήσεις ότι τα πλοία των Αθηναίων ήσαν εις

το Ρήγιον. Συνεπεία τούτου ήρχισαν να ετοιμάζωνται μετά μεγίστης

δραστηριότητος και δεν είχαν πλέον απιστίαν περί της εκστρατείας.

Έπεμψαν πανταχού προς τους Σικελούς, αλλού μεν φύλακας, αλλού δε

πρέσβεις· έθεσαν φρουράς εις τα φρούρια της χώρας· επεθεώρησαν εν τη

πόλει τα όπλα και τους ίππους και παρετήρησαν αν ήσαν όλα εντελή·

και τέλος διέθεσαν τα πάντα καταλλήλως, ως εάν επέκειτο πόλεμος

άφευκτος και σχεδόν αρχίσας.

46. Τα δε τρία προαποσταλέντα πλοία επέστρεψαν εις το Ρήγιον, διά να

αναγγείλουν εις τους Αθηναίους ότι εξ όλων των υποσχομένων χρημάτων

δεν εφαίνοντο υπάρχοντα ειμή μόνον τριάκοντα τάλαντα. Αμέσως οι

στρατηγοί περιήλθον εις αθυμίαν διά την πρώτην εκείνην αποτυχίαν και

διά την άρνησιν των Ρηγίνων, προς τους οποίους απετάθησαν κατά

πρώτον, ελπίζοντες ότι κατά πάσαν πιθανότητα ήθελον τους πείσει,

ένεκα της μετά των Λεοντίνων συγγενείας των και της αρχαίας φιλίας

των προς τους Αθηναίους. Και ο μεν Νικίας είχε προϊδεί τας εκ της

Εγέστης ειδήσεις, αλλ' οι δύο άλλοι στρατηγοί εξεπλάγησαν. Οι δε

Εγεσταίοι ιδού τι εσοφίσθησαν, ότε οι πρώτοι πρέσβεις των Αθηναίων

ήλθαν προς αυτούς, διά να πληροφορηθούν περί των χρημάτων.

Οδηγήσαντες αυτούς εις το εν τη Έρυκι ιερόν της Αφροδίτης επέδειξαν

τα αναθήματα, τας φιάλας, τας οινοχόας, τα θυμιατήρια και τα άλλα

όχι ολίγα αντικείμενα, τα οποία, αργυρά όντα, είχον όψιν πολύ

ανωτέραν της μικράς των αξίας· οι δε ιδιώται προσκαλέσαντες εις τας

οικίας των τους ναύτας των τριηρών και συλλέξαντες όσα υπήρχον εν

Εγέστη χρυσά και αργυρά εκπώματα και δανεισθέντες τα των εγγύς

Φοινικικών και Ελληνικών πόλεων, τα παρέθετον καθένας εις τα

συμπόσια ως ιδικά των. Επειδή δε ως επί το πολύ όλοι μετεχειρίζοντο

τα αυτά και επειδή πανταχού εφαίνοντο πολλά, οι Αθηναίοι των τριηρών

περιήλθον εις μεγάλην έκπληξιν, και επιστρέψαντες εις τας Αθήνας

διέδιδον ότι είδον πολλούς θησαυρούς. Απατηθέντες τοιουτοτρόπως οι

άνθρωποι ούτοι μετέδωκαν την απάτην των και εις τους άλλους· αλλ'

ότε εγνώσθη η αλήθεια ότι εις την Εγεσταν δεν υπήρχον οι θρυλούμενοι

θησαυροί, βαρείας επιπλήξεις έλαβον παρά των στρατιωτών. Οι δε

στρατηγοί συνεκρότησαν συμβούλιον περί του πρακτέου.

47. Και του μεν Νικίου η γνώμη ήτο να πλεύσουν με όλον τον στρατόν

κατά του Σελινούντος, διά το οποίον προ πάντων εστάλησαν· και εάν

μεν οι Εγεσταίοι παρείχον εις όλον το στράτευμα χρήματα, τότε θα

εσκέπτοντο τι ώφειλον να πράξουν· εάν δε δεν παρείχον, θα τους

εζήτουν τροφάς διά τα αιτηθέντα εξήκοντα πλοία· να παραμείνουν εις

Σελινούντα μέχρις ου συμφιλιώσουν τους κατοίκους αυτού μετά των

Εγεσταίων, είτε διά της βίας είτε διά συμβάσεως· να παραπλεύσουν

ακολούθως τας άλλας πόλεις, και, αφού επιδείξουν την δύναμιν της

πόλεως των Αθηναίων και δείξουν την υπέρ των φίλων και των συμμάχων

προθυμίαν των, ναποπλεύσουν εις την πατρίδα των (εκτός εάν δυνηθώσιν

εντός ολίγου χρόνου και απροσδοκήτως να φανούν ωφέλιμοι εις τους

Λεοντίνους ή να προσελκύσουν τινά εκ των άλλων πόλεων), και τέλος να

μη διακινδυνεύσουν την πόλιν των δαπανώντες μόνον εκ των ιδικών των

μέσων.

48. Ο δε Αλκιβιάδης είπεν ότι δεν ήρμοζεν, αφού εξέπλευσαν μετά

τοσαύτης δυνάμεως, να απέλθουν αισχρώς και απράκτως· αλλ' έπρεπε να

στείλουν πρέσβεις εις όλας τας πόλεις, εκτός του Σελινούντος και των

Συρακουσών, να κάμουν αποπείρας εις τους Σικελούς, ίνα άλλους μεν

αποσπάσουν από τους Συρακουσίους, άλλους δε καταστήσουν φίλους και

διά του τρόπου τούτου προμηθεύωνται σίτον και στρατόν· ότι κατά

πρώτον έπρεπε να προσελκύσουν τους Μεσσηνίους, των οποίων η πόλις

εκείτο επί της προς την Σικελίαν γραμμής και καθίστα εύκολον την εις

αυτήν άφιξιν, παρέχουσα λιμένα και όρμον καταλληλοτάτους διά τον

στρατόν· τέλος ότι, αφού κάμουν συμμαχίαν με τας πόλεις και

γνωρίσουν μετά τίνων θα πολεμήσουν, να προχωρήσουν κατά των

Συρακουσών και του Σελινούντος, εκτός εάν η μεν πόλις αύτη

συμβιβασθή μετά των Εγεσταίων, εκείνη δε επιτρέψη ναποκατασταθούν οι

Λεοντίνοι.

49. Ο δε Λάμαχος τουναντίον απεφάνθη ότι έπρεπε να πλεύσουν κατά των

Συρακουσών και να συγκροτήσουν μάχην τάχιστα πλησίον της πόλεως,

ενόσω ακόμη οι εχθροί είναι απαράσκευοι και μάλιστα διετέλουν εις

έκπληξιν, «Παν στράτευμα, είπεν, είναι κατ' αρχάς φοβερώτατον αλλά,

εάν βραδύνη να εμφανισθή, ο εχθρός λαμβάνει θάρρος πριν το ιδή και

το περιφρονεί ακόμη περισσότερον, αφού το ιδή. Εξ εναντία, η

αιφνιδία επίθεσις μετά την πρώτην στιγμήν του τρόμου παρέχει συνήθως

νίκην, είτε εκ του φόβου, ο οποίος αυξάνει τας δυνάμεις του

επερχομένου, είτε εκ της προσδοκίας των επικειμένων λεηλασιών, είτε

προ πάντων εκ του αφεύκτου κινδύνου της μάχης. Ως είναι επόμενον,

πολλοί θα ευρεθούν εκτός της πόλεως εις τους αγρούς, μη πιστεύοντες

την έλευσιν των Αθηναίων· άλλως δε οι Συρακούσιοι ματαίως θα

εισεκομίζοντο, διότι ο στρατός δεν θα εστερείτο λαφύρων, εάν

εστρατοπέδευε νικηφόρος πλησίον της πόλεως. Διά του τρόπου τούτου οι

άλλοι Σικελιώται θα συμμαχήσουν μάλλον με τους Αθηναίους παρά με

τους Συρακουσίους χωρίς να διστάσουν καραδοκούντες ποίοι ήθελον

νικήσει». Ο Λάμαχος επρόσθεσεν ότι έπρεπε να επιστρέψουν εις τα

Μέγαρα, να σταθμεύσουν εκεί και να καταστήσουν ορμητήριον την έρημον

εκείνην θέσιν, η οποία ούτε διά ξηράς ούτε διά θαλάσσης απείχε πολύ

των Συρακουσών.

50. Ταύτα είπεν ο Λάμαχος, αλλά συνετάχθη με την γνώμην του

Αλκιβιάδου, ο οποίος μετέβη ακολούθως μετά του πλοίου του εις

Μεσσήνην και έκαμεν εις τους κατοίκους προτάσεις συμμαχίας, αι

οποίαι δεν εγένοντο δεκταί· και επί τη αποκρίσει των ότι δεν θα

εδέχοντο τον στρατόν εντός της πόλεως, αλλά θα του παρείχον αγοράν

έξω της πόλεως, απέπλευσεν εις το Ρήγιον. Και εξοπλίσαντες ευθύς οι

στρατηγοί εξήκοντα ναυς, τας οποίας εξέλεξαν εξ όλου του στόλου, και

λαβόντες τροφάς παρέπλευσαν εις την Νάξον, καταλιπόντες εις το

Ρήγιον το άλλο στράτευμα και ένα εκ των συστρατήγων των. Γενόμενοι

δεκτοί εντός της πόλεως υπό των Ναξίων παρέπλευσαν μέχρι της

Κατάνης. Και επειδή οι Καταναίοι δεν τους εδέχθησαν (διότι υπήρχαν

εντός της πόλεως οπαδοί των Συρακουσίων) μετέβησαν προς τον Τηρίαν

ποταμόν και διανυκτερεύσαντες εκεί έπλευσαν την επομένην προς τας

Συρακούσας εν τάξει έχοντες τα άλλα πλοία· διότι είχαν προαποστείλει

δέκα ναυς εις τον μέγαν λιμένα με την διαταγήν να μεταβούν εκεί, να

κατασκοπεύσουν αν υπήρχον πλοία καθειλκυσμένα εις την θάλασσαν και

πλησιάζοντες εις τα παράλια να κηρύξουν από των πλοίων ότι οι

Αθηναίοι ήρχοντο, διά να αποκαταστήσουν τους Λεοντίνους εις την

πόλιν των, ένεκα της συμμαχίας και της συγγενείας πού υπήρχε μεταξύ

αυτών, και ότι επομένως ηδύναντο οι εν ταις Συρακούσαις ευρισκόμενοι

Λεοντίνοι να μεταβούν αφόβως προς τους φίλους και ευεργέτας αυτών

Αθηναίους. Αφού λοιπόν εκήρυξαν ταύτα και κατεσκόπευσαν την πόλιν,

τους λιμένας και τα πέριξ, εξ ων ορμώμενοι ηδύναντο να επιχειρήσουν

προσβολάς, επέστρεψαν εις την Κατάνην.

51. Και συγκαλέσαντες εκκλησίαν οι Καταναίοι τον μεν στρατόν

ηρνήθησαν να δεχθούν, εις δε τους στρατηγούς επέτρεψαν να εισέλθουν

εις την πόλιν, διά να εκθέσουν όσα ήθελον. Ενώ δε ο Αλκιβιάδης

ωμίλει και η προσοχή των κατοίκων ήτο εστραμμένη προς την

συνέλευσιν, συντρίψαντες οι στρατιώται μίαν θυρίδα κακώς

ωκοδομημένην και εισελθόντες απαρατήρητοι εις την πόλιν διεσπάρησαν

εις την αγοράν. Ιδόντες δε αυτούς οι τα των Συρακουσίων φρονούντες

Καταναίοι εγένοντο αμέσως περιδεείς και εδραπέτευσαν ολίγοι τινές·

οι δε άλλοι Καταναίοι εψήφισαν υπέρ της συμμαχίας μετά των Αθηναίων

και επέτρεψαν να έλθη εκ του Ρηγίου και το άλλο στράτευμα. Μετά

ταύτα δε πλεύσαντες οι Αθηναίοι εις το Ρήγιον επέστρεψαν μεθ' όλου

του στόλου εις την Κατάνην, όπου εστρατοπέδευσαν.

52. Ήλθον δε προς αυτούς δύο αγγελίαι, η μεν εκ Καμαρίνης, ότι η

πόλις αύτη θα παρεδίδετο εις αυτούς, εάν επροχώρουν, η δε ότι οι

Συρακούσιοι έθετον ναύτας εις τα πλοία των. Πανστρατιά λοιπόν

έπλευσαν πρώτον μεν εις τας Συρακούσας, όπου μη ευρόντες να

καταρτίζεται ναυτικόν εξηκολούθησαν τον πλουν των μέχρι της

Καμαρίνης, επλησίασαν εις τον αιγιαλόν και έστειλαν κήρυκα προς τους

Καμαριναίους. Αλλ' ούτοι δεν τον εδέχθησαν προφασιζόμενοι ότι κατά

τους όρκους, τους οποίους είχον, δεν ηδύναντο να δεχθούν τους

Αθηναίους ειμή εάν ήρχοντο επί ενός μόνου πλοίου, εκτός εάν αυτοί οι

ίδιοι εζήτουν περισσότερα. Επέστρεψαν λοιπόν οι Αθηναίοι άπρακτοι

και απεβιβάσθησαν εις ακρωτήριόν τι της χώρας των Συρακουσίων, όπου

έκαμαν αρπαγάς τινας· αλλ' επειδή έτρεξαν εκεί οι Συρακούσιοι ιππείς

και εφόνευσαν διεσπαρμένους τινάς ψιλούς, επέστρεψαν εις την

Κατάνην.

53. Και εκεί εύρον την Σαλαμινίαν ναυν ελθούσαν εξ Αθηνών με

διαταγήν να μεταφέρη τον Αλκιβιάδην, όπως απολογηθή δι' όσα τον

κατηγόρει η πόλις, καί τινας των συστρατιωτών του κατηγορουμένους

διά την βεβήλωσιν των μυστηρίων και των Ερμών. Τωόντι, μετά την

αποχώρησιν του στρατού, οι Αθηναίοι ουδόλως εχαλάρωσαν τας ερεύνας

των, διά να ανακαλύψουν τους διακωμωδήσαντας τα μυστήρια και

ακρωτηριάσαντας τους Ερμάς, αλλά χωρίς να εξετάζουν το ποιόν των

μηνυτών και υποπτευόμενοι τους πάντας εδέχοντο αδιακρίτως κάθε

μαρτυρίαν και δίδοντες πίστιν εις ανθρώπους πονηρούς συνελάμβανον

και εφυλάκιζον χρηστοτάτους ανθρώπους. Επροτίμων να ανακαλύψουν την

αλήθειαν διά πάσης θυσίας παρά να αφήσουν ανθρώπους ακηλιδώτου

υπολήψεως να διαφύγουν τας ερεύνας χάρις εις την ατιμίαν του

μηνυτού. Ο λαός εγίνωσκεν εξ ακοής ότι η τυραννία του Πεισιστράτου

και των παίδων αυτού κατήντησεν επί τέλους αφόρητος και ότι δεν

κατελύθη ούτε υπό των Αθηναίων ούτε υπό του Αρμοδίου, αλλ' υπό των

Λακεδαιμονίων διά τούτο εφοβείτο πάντοτε και εδυσπίστει προς όλους.

54. Το τόλμημα του Αριστογείτονος και του Αρμοδίου επεχειρήθη δι'

ερωτικήν αιτίαν, την οποίαν θέλω διηγηθή εν εκτάσει, διά να αποδείξω

ότι ούτε οι ξένοι ούτε αυτοί οι Αθηναίοι είπαν τίποτε ακριβές περί

των ιδίων των τυράννων και περί του γεγονότος τούτου. Αφού απέθανεν

ο Πεισίστρατος, γέρων και διατηρών το αξίωμα του τυράννου, κατέλαβε

την αρχήν, όχι, ως φρονούν οι πολλοί, ο Ίππαρχος, αλλ' ο Ιππίας, ο

οποίος ήτο πρεσβύτερος. Κατ' εκείνην δε την εποχήν ο Αρμόδιος ήτο

εις το άνθος της ηλικίας του και λαμπράς ωραιότητος, ο δε

Αριστογείτων, πολίτης της μεσαίας τάξεως, ηράσθη αυτού και τον

απήλαυσεν. Ίππαρχος ο υιός του Πεισιστράτου επεχείρησε και αυτός να

τον δελεάση, αλλ' ο Αρμόδιος δεν επείσθη και τον κατήγγειλεν εις τον

Αριστογείτονα. Ούτος, λυπηθείς ερωτικά υπερμέτρως και φοβηθείς μήπως

ο Ίππαρχος κάμη χρήσιν της δυνάμεώς του, όπως προσελκύση τον

Αρμόδιον διά της βίας, συνέλαβεν αμέσως το σχέδιον, εις τοιαύτην

κατάστασιν διατελών, να καταλύση την τυραννίαν. Εν τούτοις ο

Ίππαρχος, ο οποίος και εκ δευτέρου απεπειράθη και δεν έπεισε τον

Αρμόδιον, ουδεμίαν μεν ηθέλησε να μεταχειρισθή βίαν, αλλά διενοήθη

να τον προσβάλη εμμέσως, δι' άλλην δήθεν αιτίαν και όχι διότι δεν

τον κατέπεισεν. Η εξουσία των τυράννων τούτων δεν ήτο επαχθής εις

τους πολλούς, διότι επί πολύν χρόνον εκυβέρνων όχι αξιόμεμπτα, αλλά

μετά μετριοπαθείας και φρονήσεως. Μη λαμβάνοντες παρά των Αθηναίων

ειμή το εικοστόν των εισοδημάτων των, διεκόσμουν την πόλιν αυτών

καλώς, διεξήγαν τους πολέμους και έθυον εις τα ιερά· καθ' όλα δε τα

λοιπά η πόλις ενήργει αφ' εαυτής και σύμφωνα προς τους αρχαίους

νόμους. Εφρόντιζαν εν τούτοις πάντοτε να κατέχουν τα ανώτατα

αξιώματα διάφορα μέλη της οικογενείας των. Πολλοί εξ αυτών κατέλαβον

την ενιαυσίαν αρχήν των Αθηνών καθώς και ο υιός του τυραννεύσαντος

Ιππίου, ο έχων το όνομα του πάππου Πεισίστρατος, ο οποίος άρχων ων

έκαμε τον εις την αγοράν κείμενον βωμόν των δώδεκα θεών και τον εν

τη ιερά περιοχή του Πυθίου βωμόν του Απόλλωνος. Και του μεν εν τη

αγορά βωμού επεκτείνας ύστερον ο δήμος των Αθηναίων την οικοδομήν

ηφάνισε το επίγραμμα, του δε εν τω ναώ του Πυθίου το επίγραμμα

φαίνεται ακόμη και σήμερον δι' αμυδρών γραμμάτων λέγον τα εξής:

«Το μνημείον τούτο της ιδικής του αρχής ο Πεισίστρατος, υιός του

Ιπ-

πίου, ανέθηκεν εις το τέμενος του Πυθίου Απόλλωνος».

55. Ότι δε ο Ιππίας έλαβε την αρχήν ως πρωτότοκος, τούτο δύναμαι να

βεβαιώσω καθό γνωρίζων την παράδοσιν ακριβέστερον παντός άλλου·

δύναταί τις όμως να πεισθή και εκ των ακολούθων παρατηρήσεων. Είναι

βέβαιον ότι εκ των δύο τούτων γνησίων αδελφών ο ένας μόνον απέκτησε

τέκνα, ως δεικνύει ο βωμός και η στηθείσα εν τη ακροπόλει των

Αθηναίων στήλη προς ανάμνησιν της αδικίας των τυράννων. Ούτε του

Θεσσαλού ούτε του Ιππάρχου υπάρχει τέκνον αναφερόμενον εις καμμίαν

επιγραφήν, αλλά μόνον πέντε τέκνα του Ιππίου, τα οποία ούτος

εγέννησεν εκ της Μυρρίνης θυγατρός Καλλίου του Υπερεχίδου· είναι

λοιπόν φυσικόν ότι ο πρωτότοκος ενυμφεύθη πρώτος. ’λλως είναι

εγγραμμένος επί της στήλης πρώτος μετά τον πατέρα του, το οποίον και

είναι εύλογον, επειδή ως πρωτότοκος διεδέχθη τον πατέρα του εις την

τυραννίαν. Εκτός τούτου νομίζω ότι ουδέ θα κατελάμβανεν ο Ιππίας

αμέσως και ευκόλως την τυραννίδα, εάν ο μεν Ίππαρχος απέθνησκεν

άρχων, αυτός δε τον διεδέχετο αυθημερόν. Αλλ' ο φόβος, τον οποίον

προ πολλού χρόνου ενέπνευσεν εις τους πολίτας, και η ακριβής

πειθαρχία των δορυφόρων του διετήρησαν την εξουσίαν του εις

πληρεστάτην ασφάλειαν και δεν ησθάνθη τας δυσκολίας εκείνας, τας

οποίας θα ησθάνετο, εάν ήτο νεώτερος του αδελφού του και κατά

συνέπειαν είχεν ολιγωτέραν πείραν εις το να άρχη. Συνέβη λοιπόν ότι

ο Ίππαρχος, γενόμενος, ονομαστός διά την επισυμβάσαν εις αυτόν

δυστυχίαν, ενομίσθη κατόπιν ότι υπήρξε τύραννος.

56. Εν τούτοις ο Ίππαρχος προσέβαλεν όπως διενοείτο τον αρνηθέντα

την αποδοχήν των προτάσεων του (πείρασιν) Αρμόδιον, διότι μίαν

αδελφήν αυτού, κόρην, ενώ προσέταξαν να έλθη βαστάζουσα κάνιστρον

εις τελετήν τινα, εξεδίωξαν λέγοντες ότι δεν της ανέθεσαν τιμήν, της

οποίας δεν ήτο αξία. Ο Αρμόδιος θανάσιμον ησθάνθη λύπην διά την

προσβολήν εκείνην, και χάριν αυτού ακόμη περισσότερον εξωργίσθη ο

Αριστογείτων. Αφού συνεφώνησαν μετά των συνεταίρων των τι έπρεπε να

πράξουν, επερίμεναν τα μεγάλα Παναθήναια, μόνην ημέραν, καθ' ην η

ένοπλος συνάθροισις των συνοδευόντων την τελετήν δεν ενέπνεε

δυσπιστίαν· συνεφωνήθη αυτοί μεν να κάμουν αρχήν, οι δε συνωμόται να

προστρέξουν αμέσως εις βοήθειάν των κατά των δορυφόρων. Ήσαν δε όχι

πολλοί οι συνωμόται, χάριν ασφαλείας, διότι ήλπιζαν ότι και όσοι δεν

ήσαν μεμυημένοι εις την συνωμοσίαν, έχοντες όπλα, εις το ελάχιστον

κτύπημα θα έσπευδον να ενωθούν μετ' αυτών, διά να ανακτήσουν την

ελευθερίαν των.

57. Επελθούσης της εορτής ο μεν Ιππίας έξω της πόλεως, εις τον

καλούμενον Κεραμεικόν, ενησχολείτο μετά των δορυφόρων κανονίζων τα

της τελετής, ο δε Αρμόδιος και ο Αριστογείτων έχοντες ήδη τα

εγχειρίδια επροχώρησαν, διά να τον κτυπήσουν αλλ' ιδόντες ένα των

συνωμοτών συνδιαλεγόμενον κατά τρόπον οικείον μετά του Ιππίου (διότι

ο Ιππίας ήτο καταδεκτικός εις όλους) εφοβήθησαν και ενόμισαν ότι

κατηγγέλθησαν και μετ' ολίγον έμελλον να συλληφθούν. Ηθέλησαν λοιπόν

να εκδικηθούν πρότερον, εάν ηδύναντο, εναντίον εκείνου πού τους

επρόσβαλε και τους ηνάγκασε να ριψοκινδυνεύσουν την ζωήν των και

καθώς ήσαν, εισέρχονται ταχέως εις την πόλιν και συναντήσαντες τον

Ίππαρχον πλησίον εις το καλούμενον Λεωκόριον, επιπίπτουν κατ' αυτού·

και έξω φρενών αμφότεροι, ο μεν υπό ζηλοτυπίας, ο δε διά την ύβριν,

την οποίαν έλαβε, τον κτυπούν και τον φονεύουν. Και ο μεν

Αριστογείτων, επειδή έτρεξεν εκεί ο όχλος, διέφυγε προς στιγμήν τους

δορυφόρους, αλλ' ύστερον συλληφθείς ετιμωρήθη σκληρώς· ο δε Αρμόδιος

εφονεύθη αμέσως.

58. Ότε δε έμαθε την είδησιν ο Ιππίας εν τω Κεραμεικώ, διηυθύνθη

ουχί εις τον τόπον της σκηνής, αλλά προς τους μεθ' όπλων

συνοδεύοντας την πομπήν πριν ούτοι μάθουν τίποτε, διότι είχαν

απομακρυνθή· και πλάσας το πρόσωπόν του ούτως, ώστε να κρύπτη την

συμφοράν, διέταξεν αυτούς να μεταβούν εις μέρος τι, το οποίον τους

υπέδειξε. Και ούτοι μεν μετέβησαν, νομίζοντες ότι ήθελε να τους είπη

τι· αλλ' ο Ιππίας, διατάξας τους δορυφόρους του να τους αφοπλίσουν,

εξεχώρισεν αμέσως εκείνους, τους οποίους ενομιζεν υπόπτους, και

εκείνους, οι οποίοι ευρέθησαν έχοντες εγχειρίδια· διότι εις τας

τελετάς η συνήθεια ήτο να φέρουν μόνον ασπίδα και δόρυ.

Πελοποννησιακός Πόλεμος, Τόμος τρίτος · 第 8 / 11 段