«Βασίλισσα Ιζόλδη, δε θυμόσαστε το μπάνιο όπου θέλατε να με σκοτώστε

με το σπαθί μου; Και την ιστορία της χρυσής τρίχας που σας μαλάκωσε

την καρδιά; Και πώς σας υπερασπίστηκα εναντίον του ανάντρου αυλάρχη;

— Παύτε, μοχθηρέ ψεύτη. Γιατί έρχεστε δω ν' αραδιάστε τα παραμύθια

σας; Δίχως άλλο μεθυσμένος θάσαστε χθες βράδυ, και το κρασί σας

έφερε όλα αυτά τα ονείρατα.

— Αλήθεια, ναι, είμαι μεθυσμένος, και με τέτοιο ποτό που ποτέ πεια

δε θα μου περάση αυτό το μεθύσι. Βασίλισσα Ιζόλδη δε θυμόσαστε

εκείνη την τόσο ωραία, την τόσο θερμή μέρα μέσα στην πλατειά

θάλασσα; Είχατε δίψα!, δε θυμώσαστε, ω κόρη Βασιληά; Στο ίδιο ποτήρι

ήπιαμε μαζύ. Από τότε είμαι παντοτεινά ζαλισμένος από κακό

μεθύσι...»

Μόλις άκουσε η Ιζόλδη αυτά τα λόγια, που μοναχά αυτή και κανένας

άλλος μπορούσε να καταλάβη, έκρυψε το κεφάλι μέσα στο μαντύα της,

σηκώθηκε και θέλησε να φύγη. Αλλά ο Βασιλέας την εκράτησε από τη

βελουδένια κάπα της και την ξανάβαλε να καθήση δίπλα του.

— Περιμένετε λίγο, Ιζόλδη φίλη, νακούσωμε αυτές της τρέλλες ως το

τέλος. Τρελλέ, τι δουλειά ξέρεις να κάνης;

— Υπηρέτησα κόμητες και Βασιληάδες.

— Αλήθεια, ξέρεις να κυνηγάς με σκυλλιά και με πουλιά;

— Βέβαια, όταν μ' αρέση να κυνηγάω στο δάσος, ξέρω να πιάνω με τα

λαγωνικά μου τους γερανούς που πετάνε στα σύννεφα, και τους κύκνους

τους άσπρους και τους σταχτερούς, και τ' αγριοπερίστερα. Με το τόξο

μου τα γεράκια και τους γυπαετούς!»

Για καλά γέλασαν όλοι, κι' ο Βασιληάς ρώτησε:

«Και τι πιάνεις, αδερφέ, όταν κυνηγάς στο ποτάμι.

— Ό,τι βρίσκω. Τους λύκους των δασών και της μεγάλες αρκούδες. Τ'

αγριογούρουνα και τα ζαρκάδια και τους λαγούς. Κι' όταν γυρίζω σ'

αυτόν που με φιλοξενεί, ξέρω πολύ καλά να παίζω με το ρόπαλο, να

μοιράζω τα κούτσουρα στους ιπποκόμους, να κουρδίζω την άρπα και να

τραγουδάω, και ν' αγαπώ της Βασίλισσες, και να ρίχνω στα ποταμάκια

καλοκομμένα κομματάκια ξύλο. Μα την αλήθεια, δεν είμαι καλός

τραγουδιστής; Σήμερα είδατε πώς ξέρω να παίζω το ραβδί».

Και χτυπάει γύρω του με το ρόπαλο:

«Φευγάτε από δω, Άρχοντες της Κορνουάλλης! Τι μένετε ακόμη; Δε

φάγατε αρκετά; Δεν χορτάσατε;»

Ο Βασιληάς, αφού διασκέδασε με τον τρελλό, καβάλλησε το άτι του κ'

ετοιμάστηκε για κυνήγι με τους βαρώνους και τους ιπποκόμους.

«Μεγαλειότατε, του είπεν η Βασίλισσα, είμαι κουρασμένη κι' αδιάθετη!

Αφήστε με να πάω να ναπαυθώ στο δωμάτιό μου. Δε μπορώ ν' ακούω

περισσότερο αυτές της τρέλλες».

Σκεφτική απεσύρθη στο δωμάτιο της, έπεσε στο κρεββάτι, κ' είχε

μεγάλη λύπη.

«Δυστυχισμένη! γιατί να γεννηθώ; Η καρδιά μου βαρειά είναι και

πληγωμένη. Βραγγίνα, αγαπητή αδελφή, η ζωή μου είναι τόσο σκληρή και

τραχειά που χίλιες φορές θα προτιμούσα το θάνατο. Είναι κει ένας

τρελλός, κουρεμένος σταυρωτά, που ήρθε δω μέσα στην κακή ώρα. Αυτός

ο τρελλός, αυτός ο αγύρτης είναι μάγος ή μάντης, γιατί ξέρει με το

νι και με το σίγμα όλη μου τη ζωή και την ύπαρξί μου. Ξέρει πράγματα

που μόνον εσύ, εγώ, κι' ο Τριστάνος γνωρίζουμε. Τα ξέρει, ο αλήτης,

με της μαγείες του».

Η Βραγγίνα απάντησε:

«Μην είναι ο ίδιος ο Τριστάνος;

— Όχι! Ο Τριστάνος είναι ωραίος, είναι ο καλλίτερος ιππότης, ενώ

αυτός είναι κακοφτιαγμένος, απαίσιος. Καταραμένος νάναι από το Θεό.

Καταραμένη η ώρα που γεννήθηκε, καταραμένο το καράβι που μας τον

έφερ' εδώ αντί να τον πνίξη 'κει κάτω στα βαθειά κύματα.

— Ήσυχάστε, κυρία, είπεν η Βραγγίνα. Πάρα πολλές κατάρες κι'

αφορεσμούς λέτε σήμερα. Πού μάθατε αυτό το επάγγελμα; Ποιος ξέρει αν

αυτός ο άνθρωπος δεν είναι αποσταλμένος από τον Τριστάνο;

— Δεν πιστεύω, δεν τον ανεγνώρισα. Αλλά πηγαίνετε να τον βρήτε,

ωραία φίλη, μιλήστε του, κυττάχτε αν θα τον αναγνωρίστε».

Η Βραγγίνα πήγε στη σάλα όπου ο τρελλός μεινεμένος μονάχος, είχε

καθήσει σε έναν πάγκο. Ο Τριστάνος την ανεγνώρισε, άφησε κάτω το

ρόπαλο κ' είπε:

«Βραγγίνα, άδολη Βραγγίνα, σας εξορκίζω στο Θεό, λυπηθήτε με!

— Βρωμερέ τρελλέ, ποιος διάβολος σας είπε τόνομά μου;

— Ωραία, είναι πολύς καιρός που το ξέρω τόνομά σου. Ορκίζομαι στα

μαλλιά μου που άλλοτε ήτανε ξανθά, ότι αν το λογικό έφυγε απ' αυτό

το κεφάλι, σεις είσαστε η αιτία, ωραία. Σεις δεν ωφείλατε να φυλάχτε

το ποτό που ήπια στην ανοιχτή θάλασσα; Το ήπια, με τη μεγάλη ζέστη,

σ' ένα χρυσό ποτήρι, κ' έπειτα τώδωσα στην Ιζόλδη. Σεις μόνη το

μάθατε, ωραία. Δε θυμόσαστε πεια;

— Όχι!» απάντησε η Βραγγίνα, και καταταραγμένη, ώρμησε προς το

δωμάτιο της Ιζόλδης. Αλλά ο τρελλός έτρεξε πίσω της, φωνάζοντας

«Έλεος!»

Μπαίνει, βλέπει την Ιζόλδη, ορμά απάνω της, με τα χέρια τεντωμένα,

θέλει να την σφίξη στο στήθος του. Αλλά ντροπιασμένη, βρεγμένη από

ιδρώτα αγωνίας, οπισθοχωρεί κατά πίσω, τον αποφεύγει. Ο Τριστάνος

βλέποντας ότι αποφεύγει την προσέγγισί του, τρέμει από θυμό κι' από

πείσμα, κι' υποχωρεί κατά τον τοίχο, κοντά στην πόρτα. Και με την

παραλαγμένη φωνή του:

«Βέβαια, είπε, έζησα πάρα πολύ, αφού είδα την ημέρα όπου η Ιζόλδη με

διώχνει, δεν καταδέχεται να μαγαπήση, με μεταχειρίζεται σαν χυδαίο.

Α! Ιζόλδη όποιος αγαπάει πολύ, αργά ξεχνάει. Ιζόλδη, είναι ωραίο και

πολύτιμο πράγμα μια πηγή, μια πηγή άφθονη που ξεχύνεται και τρέχει,

με μεγάλα και καθαρά κύματα. Την ημέρα που ξεραίνεται δεν αξίζει

τίποτε πεια. Έτσι είναι η αγάπη όταν ξεραθή».

Η Ιζόλδη απάντησε:

«Αδελφέ, σας κυττάζω, αμφιβάλλω, τρέμω, δεν ξέρω, δεν αναγνωρίζω τον

Τριστάνο.

— Βασίλισσα Ιζόλδη, είμαι ο Τριστάνος αυτός που τόσο σας αγάπησε.

Δε θυμόσαστε το νάνο που έσπειρε τη φαρίνα μέσα στα κρεββάτια μας;

Και το πήδημα που έκαμα, και το αίμα που έτρεξε από την πληγή μου, —

και το δώρο που σας έστειλα, το σκύλλο Πτικρού με το μαγικό

κουδουνάκι; Δε θυμόσαστε τα χαλοκομμένα ξυλάκια που έρριχνα στο

ρυάκι;»

Η Ιζόλδη τον κυττάζει, αναστενάζει, δεν ξέρει τι να πη και τι να

πιστέψη, βλέπει ότι τα ξέρει όλα, μα θάτανε τρέλλα να ομολογήση πώς

είναι ο Τριστάνος. Κι' ο Τριστάνος της λέει:

«Βασίλισσα κι' Αρχόντισσα, γνωρίζω δα με ξεχάσατε, και σας κατηγορώ

για προδοσία. Γνώρισα μολαταύτα, ωραία, ημέρες που μ' αγαπούσατε με

έρωτα: Ήτανε τότε στο δάσος, στην καλυβίτσα με τα φύλλα. Θυμόσαστε

ακόμη την ημέρα που σας έδωκα το Χουσδάν, το καλό μου το σκυλλί; 'Α!

αυτός μ' αγάπησε πάντοτε, και προς χάρι μου θα την άφηνε την Ιζόλδη

την Ξανθή. Πού είναι; Τι τον κάματε; Αυτός τουλάχιστον θα με

ανεγνώριζε.

— Θα σας ανεγνώριζε; Λέτε μια τρέλλα. Γιατί από τότε που λείπει ο

Τριστάνος είναι ξαπλωμένος κει κάτω μέσ' την καλύβα του κι' όποιος

τον πλησιάση του ρίχνεται, Βραγγίνα, φέρε μου τον εδώ.

Η Βραγγίνα τον φέρνει.

«Έλα δω, Χουσδάν, λέει ο Τριστάνος. Ήσουν δικός μου, σε ξαναπέρνω».

Ακούγοντας τη φωνή του, ο Χουσδάν, τραβάει την αλυσσίδα του από τα

χέρια της Βραγγίνας, τρέχει στον κύριό του, κυλιέται στα πόδια του,

λείχει τα χέρια του, γαυγίζει χαρωπά.

«Χουσδάν, φωνάζει ο τρελλός, ευλογημένος νάναι ο κόπος που έκανα για

να σ' αναστήσω. Με δέχτηκες πειο καλά παρά εκείνη που τόσο αγαπούσα.

Εκείνη δε θέλει να μαναγνωρίση. Θαναγνωρίση τουλάχιστον αυτό το

δαχτυλίδι που μούδωσε άλλοτε, με κλάμματα και με φιλιά, την ημέρα

του χωρισμού; Αυτό το δαχτυλιδάκι με την πράσινη πέτρα ποτέ δε

μάφησε. Πολλές φορές του ζήτησα συμβουλή στης συφορές μου. Πολλές

φορές αυτή την πράσινη πέτρα την έβρεξα με τα θερμά δάκρυα μου».

Η Ιζόλδη είδε το δαχτυλίδι. Ανοίγει τα χέρια της:

«Νάμε! Πάρε με, Τριστάνε!»

Τότε ο Τριστάνος έπαψε να παραλλάζη τη φωνή του:

«Φίλη, πώς έκανες τόσον καιρό να με γνωρίσης, πειο πολύ από το

σκύλλο; Τι σημασία έχει το δαχτυλίδι; Δεν αισθάνεσαι πως θα ήτανε

πειο γλυκό για μένα να μαναγνωρίσης από μόνη την ανάμνησι των παληών

μας ερώτων; Τι σημαίνει ο ήχος της φωνής μου; Τον ήχο της καρδιάς

μου έπρεπε ν' ακούσης.

— Φίλε, είπεν η Ιζόλδη, ίσως τον άκουσα γρηγορώτερα απ' ό,τι

νομίζεις. Αλλ' απ' όλες της μεριές μας τριγυρίζουν πονηρίες. Έπρεπε

να ακολουθήσω την επιθυμία μου σαν αυτόν το σκύλλο, με κίνδυνο να σε

πιάσουν και να σε σκοτώσουν μπροστά στα μάτια μου; Ούτε η ανάμνησι

της περασμένης ζωής, ούτε ο ήχος της φωνής σου, ούτε κι' αυτό το

δαχτυλίδι ακόμη αποδεικνύουν τίποτε, γιατί όλα αυτά μπορεί να είναι

κατεργαριές μοχθηρού μάγου. Μολαταύτα, παραδίνομαι, στη θέα του

δαχτυλιδιού. Ωρκίστικα ότι, άμα το ξαναϊδώ, έστω κι' αν πρόκειται να

χαθώ, θα κάνω ό,τι μου πης, είτε γνωστικό είτε τρέλλα είναι.

Φρονιμάδα ή τρέλλα, — να με! Πάρε με, Τριστάνε!»

Έπεσε λιποθυμισμένη στο στήθος του φίλου της. Όταν συνήλθε, ο

Τριστάνος την κρατούσε αγκαλιασμένη και φιλούσε τα μάτια της και το

πρόσωπό της. Κρύφτηκαν πίσω από το παραπέτασμα. Κρατεί την Βασίλισσα

στα χέρια του.

Για να κάνουν γούστο με τον τρελλό, οι υπηρέτες τον έβαλαν να

κοιμάται στα σκαλιά της σάλας, σαν οκυλλί στη σκυλλοκαλύβα. Γλυκά

υπόμενε της ειρωνείες τους και τα χτυπήματά τους. Κάποτε κάποτε

πέρνοντας το σχήμα του και την καλλονή του, περνούσε από την τρώγλη

του στην αίθουσα της Βασιλίσσης.

Αλλά, έπειτα από λίγες ημέρες δυο καμαριέρες υπωπτεύτηκαν την

πανουργία. Ειδοποίησαν τον Αντρέ, ο οποίος έβαλε μπρος στα δωμάτια

των γυναικών, τρεις σπιούνους, αρματωμένους. Όταν ο Τριστάνος θέλησε

να περάση την πόρτα:

«Πίσω, τρελλέ, φώναξαν γύρισε στο σκυλλόσπιτό σου να κοιμηθής στ'

άχερα.

— Αι τι, ωραίοι άρχοντες, είπεν ο τρελλός δε θα πάω απόψε ν'

αγκαλιάσω την Βασίλισσα; Δεν ξέρετε ότι μαγαπάει και με περιμένει;»

Ο Τριστάνος σήκωσε το ρόπαλό του. Φοβήθηκαν και τον αφήκαν να

περάση.

Πήρε την Ιζόλδη στα χέρια του:

«Φίλη, πρέπει κι' όλα να φεύγω. Σε λίγο θα μανακαλύψουν. Πρέπει να

φύγω και ποτέ πεια δε θα σε ξαναϊδώ βέβαια. Ο θάνατος μου είναι

κοντινός: μακρυά μας, ο πόθος θα με πεθάνη.

— Φίλε, κλείσε τα χέρια και σφίξε με τόσο δυνατά ώστε απάνω σ'

αυτό το αγκάλιασμα να σπάσουν η καρδιές μας κ' η ψυχές μας να

φύγουν. Πάρε με στον ευτυχισμένο τόπο για τον οποίο μου μιλούσες

άλλοτε. Στον τόπο από τον οποίο δε γυρίζουν, όπου λαμπροί μουσικοί

τραγουδούν ρυθμούς χωρίς τέλος. Πάρε με!

— Ναι, θα σε πάρω στον ευτυχισμένο τόπο των ζωντανών. Πλησιάζει ο

καιρός. Μήπως μένουν πεια κι' άλλες πίκρες να πιούμε; κι' άλλες

χαρές; Πλησιάζει ο καιρός. Όταν έρθη το πλήρωμα του χρόνου, αν σε

καλέσω Ιζόλδη, θάρθης;

— Φίλε, φώναξέ με, το ξέρεις πώς θάρθω!

— Φίλη, ο Θεός να σε ανταμείψη!

Όταν πέρασε το κατώφλι, οι σπιούνοι, ερρίχτηκαν απάνω του. Ο τρελλός

έσκασε τα γέλοια, στριφογύρισε το ρόπαλό του και είπε:

«Με διώχνετε, ωραίοι άρχοντες. Γιατί τάχα; Δεν έχω να κάνω πεια

τίποτα κει μέσα, αφού η κυρά μου με στέλνει μακρυά να ετοιμάσω το

ολοφώτεινο σπήτι που της υποσχέθηκα, το κρυστάλλινο σπήτι, το

στολισμένο με ρόδα, φωτεινό το πρωί όταν λάμπη ο ήλιος.

«Φεύγα, λοιπόν, τρελλέ. Στο διάβολο!»

Οι υπηρέτες άνοιξαν τόπο κι' ο τρελλός χωρίς βία, έφυγε

χοροπηδώντας.

ΙΘ'.

Ο ΘΑΝΑΤΟΣ

[Amor condusse noi ad una morte.

D a n t e.]

Μόλις γύρισε ο Τριστάνος στη Μικρή Βρεττάνη, στο Κάρχαιξ, πήγε να

βοηθήση τον αγαπητό του σύντροφο Καερδέν, εναντίον ενός βαρώνου

Μπενταλίς. Μία μέρα έπεσε σε ενέδρα που του στήσανε ο Μπενταλίς κι'

οι αδερφοί του. Ο Τριστάνος σκότωσε τα εφτά αδέρφια. Αλλά πληγώθηκε

κι' αυτός με μια κονταριά, και το κοντάρι ήτανε δηλητηριασμένο.

Με μεγάλον κόπο έφθασε ως το παλάτι του Κάρχαιξ, όπου τούδεσαν της

πληγές. Πλήθος έτρεξαν οι γιατροί, μα κανείς δε μπόρεσε να γιατρέψη

το φαρμάκι, γιατί ούτε το ανακάλυψαν καθόλου. Δεν καταλάβανε ούτε

ένα κατάπλασμα να βάλουν για να τραβήξουν το δηλητήριο έξω. Άδικα

κοπανίζουν της ρίζες τους, άδικα μαζεύουν χόρτα, άδικα φτιάνουν

ποτά. Ο Τριστάνος όλο και χειροτερεύει. Το δηλητήριο απλώνεται στο

σώμα του. Πρασινίζει. Αρχίζουν να φαίνονται τα κόκκαλά του.

Αισθάνθηκε ότι έφευγε η ζωή του. Κατάλαβε ότι πέθαινε. Θέλησε τότε

να ξαναϊδή την Ιζόλδη την Ξανθή. Μα πώς να πάη ως εκεί; Στην

αδυναμία που βρίσκεται, η θάλασσα θα τον σκότωνε. Κι' άλλωστε κι' αν

έφτανε ακόμη στην Κορνουάλλη, πώς θα γλύτωνε από τους εχθρούς του;

Θρηνεί. Το φαρμάκι τον βασανίζει, ω αγωνία! — και περιμένει το

θάνατο.

Κάλεσε κρυφά τον Καερδέν να του πη τον καϋμό του, γιατί κι' οι δύο

αγαπιώντανε με μια άδολη αγάπη, θέλησε να μη μείνη κανείς μέσ' το

δωμάτιο, εκτός από τον Καερδέν, και μάλιστα ούτε στα γειτονικά

δωμάτια να μη μείνη κανείς. Η Ιζόλδη, η γυναίκα του, θαύμαζε μέσα

της γι' αυτό το αλλόκοτο θέλημα. Ήρθε όξω από το δωμάτιο και κόλλησε

τ' αυτί της στον τοίχο. Ακούει. Ένας από τους πιστούς της παραφυλάει

απ' όξω, γι' ασφάλεια.

Ο Τριστάνος συγκεντρώνει της δυνάμεις του, σηκώνεται, στηρίζεται

στον τοίχο. Ο Καερδέν κάθεται δίπλα του και κλαίνε μαζύ τρυφερά.

Κλαίνε τη συντροφιά τους στ' άρματα, που τόσο γρήγωρα πήρε τέλος, τη

μεγάλη φιλία τους, και της αγάπες τους. Κι' ο ένας θρηνεί για τον

άλλο.

«Ωραίε γλυκέ φίλε, λέει ο Τριστάνος, είμαι σε ξένον τόπο όπου δεν

έχω μήτε φίλο μήτε συγγενή κανένα, εκτός από σε. Μόνον συ μούδωσες

χαρά και παρηγοριά σ' αυτή τη χώρα. Πεθαίνω. Θα ήθελα να ξαναϊδώ την

Ιζόλδη την Ξανθή. Μα πώς, με τι τέχνασμα να κάνω να μάθη τη θέσι

μου; Α! αν είχα έναν απεσταλμένο, που νάθελε να πάη κει πέρα, αμέσως

θαρχότανε η Ιζόλδη, τόσο πολύ μαγαπάει. Καερδέν, ωραίε σύντροφε, στη

φιλία μας, στην ευγένεια της καρδίας σου, στη συμμαχία μας, σε

παρακαλώ! Κάμετε προς χάρι μου αυτό το τόλμημα, κι' αν της πας το

μήνυμά μου, σκλάβος σου θα γίνω και θα σ' αγαπώ πειο πολύ απ' όλους

τους ανθρώπους».

Ο Καερδέν βλέπει τον Τριστάνο να κλαίη, ν' απελπίζεται, να θρηνή.

Λυώνει η καρδιά του από την τρυφερότητα, κι' απαντά γλυκά, με αγάπη:

«Μην κλαις άλλο, ωραίε σύντροφε, θα κάνω το θέλημά σου. Φίλε, για

την αγάπη σου θα πήγαινα βέβαια να σκοτωθώ. Καμμιά συφορά, καμμιά

αγωνία δε θα μ' εμποδίση να κάνω ό,τι μπορώ. Πέστε ό,τι θέλετε να

μηνύσω στη Βασίλισσα, κι' ετοιμάζομαι!»

Ο Τριστάνος απάντησε:

«Φίλε, ευχαριστώ. Λοιπόν, άκουσε την παράκλησί μου. Πάρε αυτό το

δαχτυλίδι. Είναι ένα σύνθημα μεταξύ εμένα και κείνης. Όταν θα φθάσης

στον τόπο της, κατάφερε να περάσης μέσα στην Αυλή, ως έμπορος.

Παρουσίασε της μεταξωτά, κάνε ώστε να ιδή το δαχτυλίδι. Αμέσως

εκείνη θα βρη τρόπο για να σου μιλήση κρυφά. Τότε πες της ότι η

καρδιά μου τη χαιρετά. Ότι μονάχα αυτή μπορεί να μου κάνη καλό. Πες

της ότι, αν δεν έρθη πεθαίνω. Πες της να θυμηθή της περασμένες μας

χαρές, της μεγάλες λύπες, τους μεγάλους πόνους, και της χαρές, και

της πίκρες της άδολης και τρυφερής μας αγάπης· να θυμηθή το μαγεμένο

κρασί που μαζύ ήπιαμε στη θάλασσα· να θυμηθή τον όρκο που της έδωσα

ότι μόνον αυτή θ' αγαπώ. Εκράτησα την υπόσχεσί μου!»

Πίσω από τον τοίχο, η Ιζόλδη με τα Λευκά Χέρια άκουσε αυτά τα λόγια.

Σχεδόν ελιποθύμησε.

«Κάνε γρήγωρα, σύντροφε, και γύρισε αμέσως εδώ. Αν αργήσης, δε θα με

ξαναϊδής πεια. Πάρε προθεσμία σαράντα μέρες, και φέρε μου την Ιζόλδη

την Ξανθή. Κρύψε την αναχώρησί σου από την αδερφή σου, ή πέσε ότι

πας να ζητήσης κάποιο γιατρό. Θα πάρης το ωραίο μου καράβι. Πάρε

μαζύ σου δυο πανιά, το ένα μαύρο το άλλο άσπρο. Αν φέρνης τη

Βασίλισσα Ιζόλδη σήκωσε το άσπρο πανί, κι' αν δεν την φέρνης βάλε το

μαύρο, ν' αρμενίσης μ' αυτό. Φίλε, δεν έχω τίποτ' άλλο να σου ειπώ.

Ο Θεός να σε οδηγήση και να σε ξαναφέρη υγιή και γερό!»

Αναστενάζει, κλαίει και θρηνεί, κι' όμοια κλαίει ο Καερδέν, φιλεί

τον Τριστάνο και τον αποχαιρετά.

Με τον πρώτο άνεμο, έβαλε μπρος. Οι ναύτες σηκώσανε της άγκυρες,

τέντωσαν το πανί, κι' αρμένισαν με τ' ανάλαφρο αεράκι. Η πλώρη

έσκισε τα ψηλά βαθειά κύματα. Είχαν πάρει μαζύ πλούσια υφάσματα,

μεταξωτά με σπάνιους χρωματισμούς, σερβίτσια από το Τουρ, κρασιά του

Ποατού, πουλιά σπάνια της Ισπανίας, και μ' αυτό το τέχνασμα πίστευε

ο Καερδέν ότι θάφθανε μέχρι τη Βασίλισσα. Οχτώ μέρες, οχτώ νύχτες,

έσκισαν τα κύματα, και με φουσκωμένα πανιά αρμένισαν για την

Κορνουάλλη.

Οργή γυναίκας, τρομερό πράγμα: και καθένας ας φυλάγεται. Όπου μια

γυναίκα αγαπάει πειο πολύ, κει θα εκδικηθή πειο σκληρά. Γρήγωρα

έρχεται η αγάπη στης γυναίκες, γρήγωρα και το μίσος. Κ' η έχθρα

τους, άμα έρθη μια φορά, βαστάει πειο πολύ, παρά η αγάπη. Ξέρουνε η

γυναίκες να μετριάζουνε τον έρωτα, μα όχι το μίσος. Όρθια πίσω από

τον τοίχο, όλα τα άκουσεν η Ιζόλδη με τα Λευκά Χέρια. Κράτησε καλά

στο μυαλό της τα λόγια του Τριστάνου. Αν μπορέση μια μέρα, πώς θα

εκδικηθή κείνον που περισσότερο από κάθε τι αγαπάει στον κόσμο!

Μολαταύτα δεν έδειξε τίποτα, και μόλις άνοιξαν της πόρτες μπήκε στο

δωμάτιο του Τριστάνου, και κρύβοντας την οργή της, εξακολούθησε να

τον υπηρετή και να τον περιποιέται, καθώς πρέπει σε μια που αγαπάει.

Του μιλούσε γλυκά, τον φιλούσε στα χείλη, και τον ρωτούσε αν θα

γύριζε γρήγωρα ο Καερδέν με το γιατρό που θα τον εγιάτρεβε. Μα πάντα

ζητούσε να βρη την εκδίκησι.

Ο Καερδέν ταξείδευε αδιάκοπα ως που έρριξε άγκυρα στο λιμάνι του

Τινταγκέλ. Πήρε ένα λαμπρό ύφασμα με σπάνιο χρώμα, ένα ωραίο

μετάλλινο ποτήρι, κ' ένα μεγάλο γυπαετό στο χέρι, και τα χάρισε στο

Βασιληά Μάρκο, παρακαλώντας τον με ευγένεια να του παραχωρήση την

προστασία του και την ειρήνη του, για να μπορέση να εμπορευθή στον

τόπο δίχως να φοβάται τίποτα ούτε από αυλικό ούτε από υποκόμη. Κι' ο

Βασιληάς του το παραχώρησε μπροστά σ' όλους τους ανθρώπους του

παλατιού του.

Τότε ο Καερδέν προσέφερε στη Βασίλισσα μια ωραία πόρπη δουλεμένη με

φίνο χρυσάφι.

«Βασίλισσα, είπε, το χρυσάφι είναι καλό» και βγάζοντας το δαχτυλίδι

του Τριστάνου, τώβαλε δίπλα. «Κυττάχτε, Βασίλισσα: το χρυσάφι αυτής

της πόρπης είναι πολυτιμότερο, κι' όμως κι' αυτού του δαχτυλιδιού το

χρυσάφι την έχει την αξία του...»

Όταν η Ιζόλδη ανεγνώρισε το δαχτυλίδι με την πράσινη πέτρα,

τρεμούλιασε η καρδιά της κι' άλλαξε το χρώμα της, — φόβος την έκοψε

τι θάκουγε. Τράβηξε παράμερα τον Καερδέν, κοντά σ' ένα παράθυρο, για

να ιδή τάχα καλλίτερα και να παζαρέψη το δαχτυλίδι.

Ο Καερδέν της είπεν απλά:

«Βασίλισσα, ο Τριστάνος είναι πληγωμένος με φαρμακερό σπαθί, και

πεθαίνει. Σας μηνά ότι μονάχα σεις μπορείτε να του κάνετε καλό.

Σας θυμίζει της μεγάλες πίκρες και τους μεγάλους πόνους που

υποφέρατε μαζύ. Κρατήστε αυτό το δαχτυλίδι. Σας το δίνει».

Μισολιποθυμισμένη, απάντησε η Ιζόλδη:

«Φίλε, θα σας ακολουθήσω. Αύριο, το πρωί, έχετε έτοιμο το καράβι σας

γι' αναχώρησι!»

Την άλλη μέρα το πρωί, η Βασίλισσα είπε πως ήθελε να κυνηγήση με τα

γεράκια κ' είπε να ετοιμάσουν τα σκυλιά της. Αλλά ο Δούκας Αντρέ την

παραμόνευε, και την συνώδευσε. Όταν βγήκαν στα χωράφια, όχι μακρυά

από την παραλία, ένας φασιανός πέταξε ψηλά. Ο Αντρέ αμπόλησε ένα

γεράκι για να τον πιάση, αλλά ο καιρός ήταν ωραίος και λαμπρός: το

γεράκι πήρε φόρα και χάθηκε.

«Κυττάχτε, Άρχοντα Αντρέ, είπεν η Βασίλισσα, το γεράκι κούρνιασε κει

κάτω, στο λιμάνι, στο κατάρτι ενός άγνωστου καραβιού. Τίνος είναι;

— Κυρία, είπεν ο Ανρέ, είναι το καράβι του εμπόρου της Βρεττάνης

που χθες σας χάρισε τη χρυσή πόρπη. Πάμε να πιάσουμε το γεράκι μας».

Ο Καερδέν είχε ρίξει μια τάβλα, σαν γεφυράκι, από το καράβι του στη

στεριά. Πήγε ν' απαντήση τη Βασίλισσα.

«Βασίλισσα, αν θέλατε, να μπαίνατε στο καράβι μου να σας έδειχνα τα

πλούσια εμπορεύματά μου;

— Ευχαρίστως, άρχοντα, απάντησεν η Βασίλισσα.

Κατεβαίνει από τ' άλογο, πάει κατ' ευθείαν στη μικρή γέφυρα, την

περνάει, μπαίνει στο καράβι. Ο Αντρέ θέλει να την ακολουθήση, και

πατάει στην τάβλα. Αλλά ο Καερδέν, όρθιος στην κουπαστή, τον χτυπάει

με το κουπί του. Ο Αντρέ κλονίζεται και πέφτει στη θάλασσα. Ο

Καερδέν τονέ χτυπάει πάλι με το κουπί και τον βουλιάζει μέσα στα

κύματα, φωνάζοντας:

«Πέθανε, προδότη! Να η αμοιβή σου για το κακό που έκανες στον

Τριστάνο και στη Βασίλισσα Ιζόλδη!»

Τέτοια εκδίκησι έδωσε ο Θεός εναντίον των προδοτών που τόσο τους

είχαν μισήσει: Σκοτωτοί πήγαν κ' οι τέσσεροι. Ο Γκενελόν, ο

Γκοντοΐν, ο Ντενοαελέν, κι' ο Αντρέ.

Μάζεψαν την άγκυρα, σήκωσαν το κατάρτι, τέντωσαν το πανί. Ο δροσερός

πρωινός άνεμος εβούιζε στα σκοινιά, και φούσκωναν τα πανιά. Έξω από

το λιμάνι στην ανοιχτή θάλασσα, ολόασπρη και φωτεινή πέρα, κάτω από

της ακτίνες του ήλιου, ώρμησε το καράβι.

Στο Κάρχαιξ, ο Τριστάνος λυώνει από το κακό του. Περιμένει με πόθο

τον ερχομό της Ιζόλδης. Τίποτε δε τον παρηγορεί πεια, κι' αν ζη

ακόμη, είναι γιατί περιμένει. Κάθε μέρα έστελνε στην παραλία να

κυττάξουν μήπως έρχεται το καράβι, και τι χρώμα έχει το πανί του.

Καμμιά άλλη επιθυμία δεν είχε πεια στην καρδιά του. Έπειτ' από λίγο

είπε και τον πήγαν στην ακτή του Πέμμαρχ, κι' όσο ήταν ο ήλιος στον

ουρανό, κύτταζε μακρυά στη θάλασσα.

Ακούστε, Άρχοντες, μια θλιβερή ιστορία, που θα κάνη να κλάψουν όσους

αγαπούν.

Η Ιζόλδη πλησίαζε κι' όλα. Η ακτή του Πέμμαρχ φαινότανε μακρυά, και

πειο χαρωπά αρμένιζε το καράβι. Ξαφνικά άνεμος καταιγίδας σηκώνεται.

Χτυπάει τα πανιά, στριφογυρίζει το καράβι. Οι ναύτες τρέχουνε στο

«προσήνεμο» και με θλιμμένη καρδιά, κάνουν πίσω. Λυσσάει ο άνεμος.

Τα βαθειά κύμματα αναταράζονται, ο ουρανός σκοτεινιάζει βαθειά,

μαυρίζει η θάλασσα, κ' η βροχή πέφτει κατακλυσμός. Σκοινιά και

κατάρτια τσακίζονται, οι ναύτες χαμηλώνουν το πανί, κι' αφήνονται

στη διάκρισι των κυμάτων και του ανέμου. Για δυστυχία τους, είχαν

ξεχάσει να σηκώσουν στο κατάστρωμα τη βάρκα που είχε δεθή στην πρύμη

κ' έσκιζε τη θάλασσα. Ένα μεγάλο κύμα την ξεκόβει από το καράβι και

την πέρνει μακρυά.

Η Ιζόλδη φωνάζει:

«Αλλοίμονο! Δυστυχισμένη εγώ! Ο Θεός δε θέλει να ζήσω αρκετά για να

ιδώ τον Τριστάνο, το φίλο μου, μια φορά ακόμη, μοναχά μια φορά.

Θέλει να πνιγώ σ' αυτή την θάλασσα. Τριστάνε, μια φορά αν σας

μιλούσα, λίγο θα μ' έμελλε πεια να πεθάνω. Φίλε, αν δε φθάσω μέχρις

εσένα, θα πη πώς δεν το θέλει ο Θεός, κι' αυτή είναι η πειο μεγάλη

μου λύπη. Λίγο με μέλει για το θάνατο. Αφού ο Θεός το θέλει θα τον

δεχτώ. Αλλά, φίλε, όταν θα το μάθετε, θα πεθάνετε, το ξέρω καλά.

Τέτοιος είναι ο έρωτάς μας που δε μπορείτε να πεθάνετε δίχως εμένα,

ούτ' εγώ δίχως εσάς. Βλέπω το θάνατό σας μπροστά μου την ίδια ώρα με

τον δικό μου. Αλλοίμονο! φίλε, δε θα ικανοποιηθή ο πόθος μου: ήτανε

να πεθάνω μέσα στα χέρια σας, να με θάψουν στον ίδιο τάφο με σας.

Αλλά θα πεθάνω μόνη, και δίχως εσάς θα χαθώ στη θάλασσα. Ίσως δε θα

μάθετε το θάνατό μου, θα ζήστε ακόμη, περιμένοντας ολοένα να έρθω.

Αν μάλιστα το θέλη ο Θεός, ίσως και να γιατρευτήτε. Α! ίσως έπειτα

από μένα θ' αγαπήστε άλλη γυναίκα, θ' αγαπήστε την Ιζόλδη με τα

Λευκά χέρια. Δεν ξέρω τι θ' απογίνετε. Όσο για μένα, φίλε, αν

μάθαινα το θάνατό σας, δε θα ζούσα ούτε στιγμή έπειτα. Παρακαλώ το

Θεό, ή να προφθάσω να σε κάνω καλά ή να πεθάνουμε μαζύ από τον ίδιο

θάνατο!».

Έτσι θρηνεί η Βασίλισσα, όσο βαστάει η καταιγίδα. Αλλά έπειτα από

πέντε μέρες έπαψε το κακό. Ψηλά-ψηλά στο κατάρτι ο Καερδέν σηκώνει

το άσπρο πανί, για να το γνωρίση από μακρυά ο Τριστάνος από το

χρώμα. Ο Καερδέν βλέπει κι' όλα στα βάθη, τη Βρεττάνη ....

Αλλοίμονο! σχεδόν αμέσως η κάλμα ακολουθεί την καταιγίδα, η θάλασσα

γίνεται γλυκειά και ήσυχη σαν λάδι. Ο άνεμος έπαψε να φουσκώνη τα

πανιά, κι' οι ναύτες πηγαίνουν άδικα βόλτες το καράβι δεξιά κι'

αριστερά, μπρος και πίσω. Μακρυά πέρα έβλεπαν την ακτή, αλλά η

φουρτούνα είχεν αρπάξει τη βάρκα, και δε μπορούσαν να βγουν έξω. Την

τρίτη νύχτα, η Ιζόλδη ονειρεύτηκε ότι κρατούσε στα γόνατά της το

κεφάλι μεγάλου αγριογούρουνου που λέρωνε τη ρόμπα της με αίμα, κ'

έτσι κατάλαβε πώς δε θα ξανάβλεπε πεια το φίλο της ζωντανό.

Ο Τριστάνος είχε πολύ αδυνατίσει και δε μπορούσε πεια να μένη στην

ακτή του Πέμμαρχ, κι' από πολλές μέρες κλεισμένος στο παλάτι έκλαιγε

για την Ιζόλδη που δεν ερχότανε. Τσακισμένος, παραλυμένος, θρηνεί,

αναστενάζει. Λίγο θέλει για να πεθάνη από τον καϋμό του.

Επί τέλους, φύσηξεν ο άνεμος και φάνηκε το άσπρο πανί. Τότε η Ιζόλδη

με τα Λευκά Χέρια εκδικήθηκε.

Έρχεται στο κρεββάτι του Τριστάνου και λέει:

«Φίλε, ο Καερδέν φθάνει. Είδα το καράβι του στη θάλασσα. Σιγά-σιγά

προχωρεί. Μολαταύτα το αναγνώρισα. Ο Θεός να δώση να σου φέρη τη

γιατρειά σου»

Αναταράζεται ο Τριστάνος.

«Ωραία φίλη, είσαστε βέβαιη ότι είναι το καράβι του;! Λοιπόν, πέστε

μου τι πανί έχει.

— Το είδα καλά. Το έχουν ολάνοιχτο και τεντωμένο πολύ ψηλά, γιατί ο

άνεμος είναι αλαφρός. Μάθετε ότι είναι κατάμαυρο».

Ο Τριστάνος γύρισε κατά τον τοίχο και είπε:

«Δε μπορώ να κρατηθώ πεια άλλο στη ζωή». Είπε τρεις φορές: «Ιζόλδη,

φίλη!» Την τέταρτη, παράδωσε την ψυχή.

Τότε, σ' όλο το παλάτι έκλαψαν οι ιππότες, οι σύντροφοι του

Τριστάνου. Τον εσήκωσαν από το κρεββάτι του, τον εξάπλωσαν σ' έναν

πλούσιο τάπητα, και σκέπασαν το σώμα του μ' ένα σάβανο.

Στη θάλασσα, είχε για καλά σηκωθή ο άνεμος και χτυπούσε δυνατά τα

πανιά. Το καράβι έφτασε γρήγωρα στη στεριά. Η Ιζόλδη η Ξανθή βγήκε

όξω. Άκουσε μεγάλους θρήνους στους δρόμους. Άκουσε να χτυπούν η

καμπάνες λυπητερά στης εκκλησιές και στα μοναστήρια.

Ρωτάει τους περαστικούς γιατί η πένθιμες καμπάνες, γιατί οι θρήνοι.

Ένας γέρος της λέει:

«Αρχόντισσα, μεγάλο κακό μας ηύρε. Ο Τριστάνος, ο αντρείος, ο

τίμιος, πέθανε. Ήτανε ανοιχτοχέρης στους φτωχούς, και βοηθούσε όσους

υπέφεραν. Ποτέ τέτοια συφορά δεν έπεσε σ' αυτόν τον τόπο, άλλοτε.

Τον ακούει η Ιζόλδη, δίχως να μπορή να βγάλη μιλιά. Ανεβαίνει πατά

το παλάτι. Πέρνει τον ανηφορικό δρόμο. Ο μπούστος της έχει ξελυθή.

Οι Βρεττανοί την κυττάζουν θαυμάζοντας. Ποτέ τους δεν είχαν ιδή τόσο

ώμορφη γυναίκα. Ποία είναι; Πούθ' έρχεται;

Το μυθιστόρημα του Τριστάνου και της Ιζόλδης · 第 9 / 10 段