θάνατό σας, γιατί ποτέ δε μπήκατε δω μέσα χωρίς να μου φέρετε κάποιο
κακό μαντάτο. Πάντοτε εγίνατε νεκροπούλι και γκιώνης για να πήτε
κακά για τον Τριστάνο. Σήμερα, τι κακό νέο μου φέρνετε πάλι;»
Ο Καριάδος απάντησε:
«Βασίλισσα, είσαστε θυμωμένη, και δεν ξέρω γιατί. Αλλά πολύ τρελλός
είναι όποιος ταράζεται με τα λόγια σας. Ό,τι κι' αν γίνη με το
θάνατο που μου αγγέλλει το νεκροπούλι, να τι κακή είδησι σας φέρνει
ο γκιώνης: ο Τριστάνος, ο φίλος σας, είναι χαμένος για σας,
Αρχόντισσα Ιζόλδη. Πήρε γυναίκα σ' άλλον τόπο. Από δω και πέρα
μπορείτε να οικονομηθήτε απ' αλλού, γιατί αυτός περιφρονεί την αγάπη
σας. Πήρε με μεγάλες τιμές γυναίκα του την Ιζόλδη με τα Λευκά Χέρια,
την κόρη του Δουκός της Βρεττάνης». Ο Καριάδος φεύγει θυμωμένος. Η
Ιζόλδη η Ξανθή χαμηλώνει το κεφάλι κι' αρχίζει τα κλάμματα.
Την τρίτη μέρα ο Καερδέν κάλεσε τον Τριστάνο:
«Φίλε, συμβουλεύτηκα την καρδιά μου: Ναι, αν μούπατε την αλήθεια, η
ζωή που κάνετε σ' αυτό τον τόπο είναι παραφροσύνη και τρέλλα, και
τίποτε καλό δε μπορεί να βγη ούτε για σας ούτε για την αδερφή μου
την Ιζόλδη με τα Λευκά Χέρια. Λοιπόν ακούστε τι θα σας πω. Θα
περάσουμε τη θάλασσα και θα πάμε μαζύ στο Τινταγκέλ. Θα ξαναδήτε τη
Βασίλισσα και θα δοκιμάστε αν σας πεθυμάη πάντοτε ακόμη κι' αν σας
μένη πιστή. Αν σας λησμόνησε, ίσως τότε θα συμπαθήστε περισσότερο
την Ιζόλδη την αδερφή μου, την απλή, την ωραία. Θα σας ακολουθήσω.
Δεν είμαι ισάδελφος και σύντροφός σας;
— Αδερφέ, είπεν ο Τριστάνος, καλά έχει ειπωθή ότι η καρδιά ενός
άνθρωπου αξίζει όλο το χρυσάφι του κόσμου».
Σε λίγο, ο Τριστάνος κι' ο Καερδέν ντύθηκαν σαν προσκυνητές, πήραν
ρόπαλα και κάπες, σα νάθελαν να πάνε να προσκυνήσουν τ' άγια λείψανα
σε μακρυνό τόπο. Απεχαιρέτισαν τον Δούκα Χοέλ. Ο Τριστάνος πήρε μαζύ
τον Γκορνεβάλη, κι' ο Καερδέν έναν ιπποκόμο μοναχά. Μυστικά,
αρμάτωσαν ένα καράβι κι' αρμένισαν για την Κορνουάλλη.
Ο άνεμος τους ήρθε καλός κι' αλαφρός, κ' ένα πρωί, πριν από την
αυγή, οι τέσσερες σύντροφοι ανέβαιναν στο Λιντάν. Εκεί δίχως άλλο ο
καλός αυλάρχης, ο Ντινάς ντε Λιντάν, θα τους φιλοξενούσε και θα
μπορούσε να κρατήση μυστικό τον ερχομό τους.
Κατά την αυγή, οι τέσσερες σύντροφοι ανέβαιναν στο Λιντάν, όταν
είδαν νάρχεται πίσω τους ένας άνθρωπος που ακολουθούσε τον ίδιο
δρόμο καβάλλα στο άλογό του που πήγαινε βήμα σιγά σιγά. Ερρίχτηκαν
πίσω από τα δέντρα, κι' ο άνθρωπος πέρασε χωρίς να τους δη γιατί
ήταν κοιμισμένος. Ο Τριστάνος τον ανεγνώρισε.
— Αδερφέ, είπε σιγανά στον Καερδέν, είναι ο ίδιος ο Ντινάς ντε
Λιντάν. Κοιμάται. Δίχως άλλο γυρίζει από τη φίλη του και βλέπει
ακόμη όνειρα γι' αυτή. Δε θάτανε ευγενικό να τον ξυπνήσουμε. Μόνο
ακολούθα με από μακρυά».
Έφτασε τον Ντινάς, έπιασε σιγά το άλογο από τα γκέμια, κι' αθόρυβα
εβάδισε δίπλα του. Στο τέλος ένα σκόνταμα του αλόγου ξύπνησε τον
Ντινάς. Ανοίγει τα μάτια, βλέπει τον Τριστάνο, διστάζει:
«Συ, Τριστάνε, εσύ! Ο Θεός να ευλογήση την ώρα που σε ξαναβλέπω.
Είναι τόσος καιρός που την περίμενα!
— Φίλε ο Θεός να σας προστατεύη. Τι νέα έχετε από τη Βασίλισσα;
— Αλλοίμονο! Κακά νέα. Ο Βασιληάς την αγαπάει και την τιμάει. Μα
αυτή από τότε πώφυγες, μαραίνεται και κλαίει για σένα. Α! γιατί να
γυρίσης κοντά της; Γυρεύεις πάλι το θάνατό της και το δικό σου;
Τριστάνε λυπήσου τη Βασίλισσα, άφησέ την στην ησυχία της.
— Φίλε, είπεν ο Τριστάνος. Κάμετε μου μια χάρι. Κρύψετέ με στο
Λιντάν, πέστε της πώς ήρθα και κάμετε να την ξαναΐδώ μια φορά
ακόμη».
Ο Ντινάς απάντησε:
«Λυπάμαι τη Βασίλισσα και δε θα της πω τίποτε, αν δε βεβαιωθώ ότι
σου έχει μείνει αγαπητή πειο πολύ απ' όλες της γυναίκες του κόσμου.
— Α! Άρχοντα, πέστε της ότι μου έμεινε αγαπητή περισσότερο από όλες
της γυναίκες του κόσμου.
— Λοιπόν καλά, ακολούθα με, Τριστάνε. θα σε βοηθήσω».
Ο αυλάρχης έκρυψε στο Λιντάν τον Τριστάνο, τον Γκορνεβάλη, τον
Καερδέν και τον ιπποκόμο του, κι' όταν ο Τριστάνος του ιστόρησε λέξι
προς λέξι όλες της τελευταίες περιπέτειες του, ο Ντινάς πήγε στο
Τινταγκέλ για να μάθη νέα της Αυλής. Έμαθε ότι σε τρεις ημέρες, η
Βασίλισσα Ιζόλδη, ο Βασιληάς Μάρκος, όλη του η ακολουθία, οι
ιπποκόμοι, οι κυνηγοί θάφηναν το Τινταγκέλ για να εγκατασταθούν στο
Παλάτι του Άσπρου Κάμπου, όπου μεγάλα κυνήγια είχαν προετοιμαστή.
Τότε ο Τριστάνος εμπιστεύτηκε στη Βασίλισσα το δαχτυλίδι με το
πράσινο πετράδι και το μήνυμα που θα πήγαινε στη Βασίλισσα.
ΙΖ'.
ΝΤΙΝΑΣ ΝΤΕ ΛΙΝΤΑΝ
Ο Ντινάς εγύρισε λοιπόν στο Τινταγκέλ, ανέβη τα σκαλιά, και μπήκε
στην αίθουσα. Κάτω από το βασιλικό θόλο ο Μάρκος και η Ιζόλδη η
Ξανθή, καθισμένοι, έπαιζαν ζατρίκι. Ο Ντινάς πήρε θέσι κοντά στη
Βασίλισσα σ' ένα σκαμνί, για να παρακολουθήση τάχα το παιγνίδι, και
δυο φορές κάνοντας ότι της δείχνει τα κομμάτια έβαλε το χέρι του στο
ζατρίκι. Τη δεύτερη φορά η Βασίλισσα αναγνώρισε το δαχτυλίδι με το
πράσινο πετράδι. Τότε βαρυέστησε το παιγνίδι. Σκούντησε ελαφρά το
χέρι του Ντινάς με τέτοιον τρόπο που πολλά κομμάτια έπεσαν με αταξία
δω κ' εκεί.
«Κυττάχτε, αυλάρχη· μου χαλάσατε το παιγνίδι, είπε, και δε μπορώ
πεια να το εξακολουθήσω».
Ο Μάρκος εγκαταλείπει την αίθουσα, η Βασίλισσα αποσύρεται στο
δωμάτιο της, και καλεί τον Ντινάς κοντά της.
«Φίλε, σε στέλνει ο Τριστάνος;
— Ναι, Βασίλισσα. Βρίσκεται στο Λιντάν, κρυμμένος στον πύργο μου.
— Είναι αλήθεια πως παντρεύτηκε στη Βρεττάνη;
— Βασίλισσα, αλήθεια σας είπαν. Βεβαιώνει όμως ότι καθόλου δε σας
πρόδωσε: Ότι ούτε μια μέρα δεν έπαψε να σας αγαπά περισσότερο απ'
όλες της γυναίκες. Ότι θα πεθάνη αν δε σας ξαναϊδή, έστω και μια
φορά ακόμη. Σας εξορκίζει να δεχτήτε, στον όρκο που του κάνατε την
τελευταία φορά που σας μίλησε».
Η Βασίλισσα συλλογίστηκε την άλλη Ιζόλδη, και κάμποση ώρα έμεινε
αμίλητη. Έπειτα απάντησε:
«Ναι, την τελευταία φορά που μου μίλησε, θυμάμαι που του είπα: «Αν
ποτέ ξαναϊδώ το δαχτυλίδι με την πράσινη πέτρα, ούτε πύργος, ούτε
φρούριο, ούτε διαταγή Βασιλική θα μ' εμποδίσουν να κάνω το θέλημα
του φίλου μου κι' ας είναι φρονιμάδα ή τρέλλα.
— Βασίλισσα, σε δυο μέρες η Αυλή θαφήση το Τινταγκέλ για τον Άσπρο
Κάμπο. Ο Τριστάνος σας μηνάει ότι θάναι κρυμμένος στο δρόμο μέσα στα
βάτα. Σας μηνάει να τον λυπηθήτε.
— Είπα. Ούτε πύργος, ούτε φρούριο, ούτε διαταγή βασιλική θα μ'
εμποδίσουν να κάνω το θέλημα του φίλου μου».
Την παράλλη μέρα, ενώ όλη η Αυλή του Βασιληά Μάρκου ετοιμαζότανε για
την αναχώρησι από το Τινταγκέλ, ο Τριστάνος, ο Γκορνεβάλης, ο
Καερδέν κι' ο ιπποκόμος του, φόρεσαν τους θώρακες, πήρανε τα σπαθιά
και της ασπίδες τους, κι' από κρυφούς δρόμους τράβηξαν για τ'
ωρισμένο μέρος. Μέσα από το δάσος περνούσαν δυο δρόμοι για τον Άσπρο
Κάμπο. Ο ένας ωραίος και διατηρημένος καλά, όπου θα περνούσε η
βασιλική συνοδεία, ο άλλος παραμελημένος και γεμάτος πέτρες. Ο
Τριστάνος κι' ο Καερδέν ετοποθέτησαν σ' αυτόν τους δυο ιπποκόμους:
θα τους περίμεναν εκεί, φυλάγοντας τ' άλογα και της ασπίδες. Οι
ίδιοι τρύπωσαν μέσ' το δάσος και κρύφτηκαν σε μια συστάδα δέντρων
και βάτων. Μπροστά, στο δρόμο, ο Τριστάνος έστησε ένα κλαδί
μοσκοκαρυδιάς όπου ήτανε τυλιγμένο αγιόκλημα.
Σε λίγο εμφανίζεται στο δρόμο η πομπή. Πρώτα-πρώτα η συνοδεία του
Βασιληά Μάρκου. Με ωραία τάξι έρχονται οι σιτιστές και οι πεταλωτές,
οι μάγειροι κι' οι οινοχόοι, έρχονται οι γραφιάδες, έρχονται οι
οδηγοί των σκυλλιών κρατώντας λαγωνικά κι' άλλα σκυλλιά, έπειτα οι
γερακοτρόφοι κρατώντας τα πουλιά στο αριστερό χέρι, έπειτα οι
κυνηγοί, έπειτα οι ιππότες και οι βαρώνοι. Πηγαίνουν σιγά, με καλή
σειρά δύο-δύο, κ' είναι ωραίο να τους βλέπη κανείς, πλούσια
ντυμένους απάνω στα στολισμένα με χρυσοκεντημένο βελούδο περήφανα
άλογά τους. Έπειτα πέρασε ο Βασιληάς Μάρκος. Θαμπώθηκε ο Καερδέν
βλέποντας τους υπασπιστές γύρω του, δυο από τη μια μεριά, δυο από
την άλλη, ντυμένους στο χρυσάφι και στην πορφύρα.
Κ' έπειτα προχωρεί η πομπή της Βασίλισσας. Πρώτα-πρώτα πηγαίνουν η
πλύντριες κι' η καμαριέρες, κι' έπειτα η γυναίκες και η κόρες των
κομητών και των βαρώνων. Μία-μία περνούν, κ' ένας νεαρός ιππότης
συνοδεύει κάθε μια τους. Τέλος πλησιάζει ένα άλογο με την ωραιότερη
γυναίκα που έχει δει στη ζωή του ο Καερδέν: Καλοκαμωμένο σώμα και
πρόσωπο, μέση χαμηλή, φρύδια ζωγραφιστά, μάτια γελαστά, και μικρά
δοντάκια. Φορεί κόκκινη πλούσια ρόμπα. Λεπτό περιδέραιο από χρυσάφι
και πετράδια στολίζει το φωτεινό της μέτωπο:
— Η Βασίλισσα! λέει σιγανά ο Καερδέν.
— Η Βασίλισσα; λέει ο Τριστάνος. Όχι, είναι η Καμίλλη, η υπηρέτρια
της».
Έπειτα, σ' ένα ψαρρί άλογο έρχεται μια άλλη πειο άσπρη από το χιόνι
του Φλεβάρη, πειο ροδαλή από τα τριαντάφυλλα. Τα λαμπρά μάτια της
κάνουν μαρμαρυγές όπως τ' αστέρια στο καθαρό νερό της πηγής.
— Α! να την, η Βασίλισσα, τώρα τη βλέπω! λέει ο Καερδέν.
— Ε! όχι! είναι η Βραγγίνα η Πιστή, λέει ο Τριστάνος».
Αλλά τότε ο δρόμος έλαμψε με μιας, σα να ξεχείλισε ξαφνικά το φως
του ήλιου μέσ' από τα φυλλώματα των μεγάλων δέντρων: η Ιζόλδη η
Ξανθή παρουσιάστηκε! Ο Δούκας Αντρέ — ο Θεός να τον τιμωρήση! —
εκάλπαζε δεξιά της.
Κείνη τη στιγμή κελαδητά κορυδαλού κι' άλλων πουλιών βγήκαν από τη
συστάδα, κι' ο Τριστάνος έβαζε στης μελωδίες του όλη του την
τρυφερότητα. Η Βασίλισσα κατάλαβε το μήνυμα του φίλου της. Κυττάζει
χάμω το κλαδί της μοσκοκαρυδιάς σφιχτά αγκαλιασμένο από το
αγιόκλημα, και συλλογιέται μέσα της: «Ναι έτσι είμαστε μεις, φίλε.
Ούτε σεις δίχως εμένα. Ούτε εγώ δίχως εσέ». Σταματάει τ' άλογό της,
κατεβαίνει, πηγαίνει σε μια φοράδα που βάσταζε ένα μικρό σπητάκι
σκυλλιού στολισμένο με πολύτιμα πετράδια. Κει μέσα σ' ένα πορφυρό
χαλί ήτανε ξαπλωμένος ο Πτικρού. Τον πέρνει στα χέρια της, τον
χαϋδεύει, του κάνει χίλιες περιποιήσεις. Έπειτα τον ξαναβάζει στο
σπητάκι του, και γυρίζοντας κατά τη συστάδα λέει με δυνατή φωνή:
«Πουλιά του δάσους που τόση χαρά μου φέρατε με τα κελαδητά σας, σας
αγαπώ και σας χαιρετώ. Ενώ ο άρχοντάς μου Βασιληάς Μάρκος θα καλπάση
για τον Άσπρο Κάμπο, εγώ θα μείνω στον πύργο του Σαιν-Λουμπέν.
Πουλάκια, ελάτε κοντά μου κι' εκεί. Πλούσια θα σας ανταμείψω απόψε,
σαν καλούς τραγουδιστές που είστε».
Ο Τριστάνος κράτησε αυτά τα λόγια και χάρηκε. Αλλά ο Αντρέ ο
προδότης άρχισε κι' όλα ν' ανησυχή. Ξανάβαλε τη Βασίλισσα στη σέλλα,
κι' η πομπή απεμακρύνθη.
Λοιπόν ακούστε μια κακή περιπέτεια, Άρχοντες. Τον καιρό όπου
περνούσε η Βασιλική πομπή, κει κάτω στον άλλο δρόμο που ο
Γκορνεβάλης κι' ο ιπποκόμος του Καερδέν φύλαγαν τ' άλογα των κυρίων
τους, παρουσιάστηκε ξαφνικά, ένας ιππότης αρματωμένος: Μπλεχερή τον
έλεγαν. Αναγνώρισε από μακρυά τον Γκορνεβάλλη και το οικόσημο του
Τριστάνου. «Τι είδα σκέφτηκε. Είναι ο Γκορνεβάλης, κι' αυτός ο άλλος
θάναι ο ίδιος ο Τριστάνος·». Εσπηρούνισε τάλογό του κατά πάνω τους,
φωνάζοντας «Τριστάνε!» Αλλά οι δυο ιπποκόμοι είχαν κάμει κι' όλα
μεταβολή κ' έφευγαν. Ο Μπλεχερή ρίχτηκε κατά πίσω τους, φωνάζοντας:
«Τριστάνε! Στάσου! στην αντρεία σου σ' εξορκίζω».
Οι ιπποκόμοι έφευγαν πάντα.
«Στάσου, Τριστάνε! Στ' όνομα της Βασίλισσας σ' εξορκίζω, στ' όνομα
της Ιζόλδης της Ξανθής!»
Τρεις φορές επανέλαβε στους φυγάδες την πρόσκλησι, εξ ονόματος της
Ιζόλδης της Ξανθής. Άδικα. Εξαφανίστηκαν, κι' ο Μπλεχερή δεν μπόρεσε
να φτάση παρά μόνον ένα από τάλογά τους, και το πήρε λάφυρο. Έφτασε
στο παλάτι του Σαιν-Λουμπέν την ίδια στιγμή που είχε εγκατασταθή κει
η Βασίλισσα. Την ηύρε μοναχή και της είπε:
«Βασίλισσα, ο Τριστάνος είναι εδώ. Τον είδα στον παραμελημένο δρόμο
πώρχεται από το Τινταγκέλ. Τρεις φορές τον κάλεσα να σταθή,
ξορκίζοντάς τον στ' όνομα της Ιζόλδης της Ξανθής. Μα τον είχε πιάσει
φόβος, και δεν τόλμησε να με περιμένη.
— Ψέμματα και τρέλλες λέτε, ωραίε άρχοντα. Πώς μπορεί να βρίσκεται
δω ο Τριστάνος; Πώς θάφευγε μπροστά σας; Πώς δε θα σταματούσε άμα
άκουγε τόνομά μου;
— Μολαταύτα, Βασίλισσα, τον είδα, και μάλιστα του πήρα ένα από
τάλογά του. Κυττάχτε το κει κάτω σελλωμένο στ' αλώνι».
Αλλά ο Μπλεχερή είδε τη Βασίλισσα θυμωμένη. Λυπήθηκε, γιατί αγαπούσε
τον Τριστάνο και τη Βασίλισσα. Την άφησε, μετανοιώνοντας που μίλησε.
Τότε, η Ιζόλδη έκλαψε και είπε: «Δυστυχισμένη εγώ! Πάρα πολύ έζησα,
αφού είδα την ημέρα όπου ο Τριστάνος με κοροϊδεύει και με
ντροπιάζει. Άλλοτε, για τόνομά μου, και ποιον εχτρό δε θ'
αντιμετώπιζε; Είναι γενναίος. Αν έφυγε μπρος στο Μπλεχερή, αν δεν
καταδέχτηκε να σταθή στ' όνομα της φίλης του, α! — είναι γιατί τον
κατέχει η άλλη Ιζόλδη. Γιατί γύρισε; Με είχε προδώσει, και θέλησε
παραπανιστά, να μ' εξευτελίση: αυτό είναι! Δε τον έφταναν τα παληά
μαρτύριά μου; Ας γυρίση λοιπόν, ντροπιασμένος κι' αυτός, στην Ιζόλδη
με τα Λευκά χέρια!»
Εκάλεσε τον Περινίς τον Πιστό, και του είπε της ειδήσεις που είχε
φέρει ο Μπλεχερή. Προσέθεσε:
«Φίλε, πήγαινε να βρης τον Τριστάνο στο μεγάλο παραμελημένο δρόμο
που πάει από το Τινταγκέλ στο Σαιν-Λουμπέν. Να του πης πώς δεν τον
χαιρετώ, και μη τολμήση να με πλησιάση γιατί θα βάλω τους υπηρέτες
και τους βαλέδες να τον πετάξουν όξω».
Ο Περινίς έψαξε και ηύρε τον Τριστάνο και τον Καερδέν· τους είπε το
μήνυμα της Βασίλισσας.
«Αδελφέ, φώναξε ο Τριστάνος, τι μου λες εκεί; Πώς θα μπορούσα να
φύγω μπρος στον Μπλεχερή αφού, όπως βλέπεις και μόνος σου, δεν
έχουμε δω τάλογά μας. Ο Γκορνεβάλης και ένας ιπποκόμος τα φύλαγαν.
Δεν τους ξαναβρήκαμε στο ωρισμένο μέρος, κι' ακόμη τους γυρεύομε!»
Εκείνη τη στιγμή γύρισαν ο Γκορνεβάλης κι' ο ιπποκόμος του Καερδέν.
Ωμολόγησαν το πάθημά τους.
«Περινίς, ωραίε γλυκειέ φίλε, είπεν ο Τριστάνος, γύρισε γρήγορα στην
κυρία σου. Πέσ' της ότι της στέλνω αγάπη και χαιρετισμό, ότι πάντοτε
της έμεινα πιστός, ότι μου είναι η πειο αγαπητή απ' όλες της
γυναίκες. Πέσ' της να σε ξαναστείλη να μου φέρης τη συγγνώμη της. Θα
περιμένω δω να γυρίσης».
Ο Περινίς γύρισε λοιπόν στη Βασίλισσα και της ξαναείπε ό,τι είδε κι'
άκουσε. Κείνη όμως δεν τον επίστεψε.
«Α! Περινίς, ήσουν ο σπητικός μου κι' ο πιστός μου κι' ο πατέρας μου
σε είχε προορίσει, από παιδάκι ακόμη, να με υπηρετής. Αλλά ο
Τριστάνος ο μάγος σε κατάφερε με τα ψέμματα και τα δώρα του. Και συ,
με πρόδωσες. Φύγε από δω!»
Ο Περινίς γονατίζει στα πόδια της.
«Κυρία, σκληρά λόγια ακούω. Ποτέ δε δοκίμασα τέτοια λύπη στη ζωή
μου. Μα λίγο με μέλει για τον εαυτόμου. Λυπάμαι σας να κάνετε αυτή
την προσβολή στον άρχοντα Τριστάνο. Πολύ αργά θα είναι όταν
μετανοήστε.
— Φεύγα, δε σε πιστεύω. Και συ, Περινίς, συ ο Περινίς ο Πιστός, με
πρόδωσες!».
Πολύ περίμενε ο Τριστάνος τον Περινίς να του φέρη τη συγγνώμη της
Βασίλισσας. Ο Περινίς δε φάνηκε.
Το πρωί, ο Τριστάνος τυλίγεται σε μια κουρελιασμένη κάπα, βάφει
μεριές-μεριές το μούτρο του κόκκινο και μαύρο, και γίνεται σα
λεπρός. Πέρνει ένα ξύλινο δοχείο για να μαζεύη ελεημοσύνες.
Μπαίνει στους δρόμους του Σαιν-Λουμπέν κι' αλλάζοντας τη φωνή του
ζητεί ελεημοσύνη απ' όλους τους διαβάτες. Θα μπορέση τάχα να ιδή
πουθενά τη Βασίλισσα;
Επί τέλους η Ιζόλδη βγαίνει από το παλάτι. Η Βραγγίνα, η γυναίκες
της, οι βαλέδες της, τη συνοδεύουν. Πέρνει το δρόμο που πάει στην
Εκκλησιά. Ο λεπρός ακολουθεί τους βαλέδες, χτυπάει το τασσάκι του,
παρακαλεί με παραπονετική φωνή:
«Βασίλισσα, βοηθήστε με. Πεινάω!»
Από το ωραίο του σώμα, από το ανάστημά του, η Ιζόλδη τον ανεγνώρισε.
Σύσσωμη ανατριχιάζει, μα δεν καταδέχεται να χαμηλώση το βλέμμα της
απάνω του. Ο λεπρός την ικετεύει, σπαράζεται η καρδιά να τον ακούη
κανείς. Σέρνεται πίσω της.
«Βασίλισσα, αν τολμώ να σας πλησιάζω, μη θυμώνετε. Λυπηθήτε με, το
αξίζω!».
Αλλά η Βασίλισσα φωνάζει τους βαλέδες:
«Διώχτε από δω αυτόν το λεπριάρη!».
Οι βαλέδες τον σπρώχνουν, τον χτυπούν. Εκείνος αντιστέκεται και
φωνάζει:
«Βασίλισσα, λυπηθήτε με!».
Τότε η Βασίλισσα έσκασε τα γέλοια. Το γέλοιο της αντηχούσε ακόμη
όταν μπήκε στην εκκλησιά. Όταν την άκουσε να γελάη, ο λεπρός έφυγε.
Η Βασίλισσα έκανε μερικά βήματα μέσ' το ναό. Έπειτα λύθηκε όλο το
κορμί της, κ' έπεσε στα γόνατα, με το πρόσωπο χάμω, και τα χέρια
σταυρωμένα.
Την ίδια μέρα, ο Τριστάνος αποχαιρέτησε τον Ντινάς, σε τέτοιο χάλι
που φαινότανε σα να τα είχε χαμένα, και το καράβι του αρμένισε για
τη Βρεττάνη.
Αλλοίμονο! Αμέσως η Βασίλισσα μετάνοιωσε. Όταν έμαθε από τον Ντινάς
ντε Λιντάν με πόση λύπη έφυγε ο Τριστάνος άρχισε να πιστεύη ότι ο
Περινίς της είχε πη την αλήθεια. Ότι ο Τριστάνος δεν είχε φύγει,
προκαλεσμένος στ' όνομά της. Ότι πολύ άδικα τον έδιωξε: «Πώς,
συλλογιζότανε, σας έδιωξα λοιπόν σας, Τριστάνε, φίλε! Τώρα πεια με
μισείτε και ποτέ δε θα σας ξαναϊδώ. Ποτέ δε θα μάθετε πόσο
τουλάχιστον μετάνοιωσα, ούτε τι τιμωρία θα επιβάλω στον εαυτό μου,
και θα σας την προσφέρω ως ελάχιστο δείγμα της τύψεώς μου!»
Απ' αυτή την ημέρα για να τιμωρηθή για την τρέλλα της και την πλάνη
της, η Ιζόλδη η Ξανθή φόρεσε κατάσαρκα τον τρίχινο χιτώνα των
ασκητών.
ΙΗ'.
Ο ΤΡΙΣΤΑΝΟΣ ΤΡΕΛΛΟΣ
Ο Τριστάνσς γύρισε στη Βρεττάνη, στα Κάρχαιξ, κι' όλοι τον
υποδέχτηκαν: ο Δούκας Χοέλ, κι' η γυναίκα του η Ιζόλδη με τα Λευκά
χέρια.
Αλλά η Ιζόλδη η Ξανθή τον είχε διώξει. Τι άξιζε πεια γι' αυτόν όλος
ο άλλος κόσμος; Πολύν καιρό έλυωσε μακρυά της. Έπειτα μια μέρα,
σκέφτηκε ότι έπρεπε να την ξαναϊδή, έστω κι' αν έβανε πάλι τους
βαλέδες της να τον χτυπήσουν. Μακρυά της, ήξερε ότι ο θάνατός του
ήτανε βέβαιος και προσεχής. Καλλίτερα να πέθαινε με μιας, παρά σιγά-
σιγά κάθε μέρα. Όποιος ζη με πόνο είναι σαν πεθαμμένος. Ο Τριστάνος
επιθυμεί το θάνατο, θέλει το θάνατο. Αλλ' ας μάθη τουλάχιστον η
Βασίλισσα ότι πέθανε για την αγάπη της. Ας το μάθη! Ο θάνατός του θα
είναι έτσι πειο γλυκός.
Έφυγε από το Κάρχαιξ χωρίς να ειδοποιήση κανένα, ούτε τους
συγγενείς, ούτε τους φίλους, και μάλιστα ούτε τον Καερδέν, τον
αγαπημένο του σύντροφο.
Έφυγε άθλια ντυμένος, με τα πόδια, — γιατί κανείς δε δίνει προσοχή
στους φτωχούς Τρουάνδους που πλανιώνται στους μεγάλους δρόμους.
Βάδισε, βάδισε, ως που έφθασε στην ακτή της θάλασσας.
Στο λιμάνι, ένα μεγάλο εμπορικό καράβι ήταν έτοιμο να ξεκινήση. Οι
ναύτες άπλωναν κι' όλα τα πανιά, και σήκωναν την άγκυρα για ν'
αρμενίσουν στην ανοιχτή θάλασσα.
«Ο Θεός να σας φυλάη, άρχοντες, ο Θεός να σας βοηθήση να κάνετε καλό
ταξείδι. Για ποιον τόπο είσαστε;
— Για το Τινταγκέλ.
— Για το Τινταγκέλ; Α! άρχοντες πάρτε με και μένα!».
Μπαίνει μέσα. Ευνοϊκός αέρας φουσκώνει τα πανιά, το καράβι τρέχει
στα κύμματα. Πέντε νύχτες και πέντε μέρες αρμένισε κατ' ευθείαν στην
Κουρνουάλλη, και την έκτη έρριξε την άγκυρα στο λιμάνι του
Τινταγκέλ. Πέρα από το λιμάνι, υψώνεται προς τη θάλασσα το παλάτι,
φραγμένο απ' όλες της μεριές. Δεν μπορούσε να μπη κανείς παρά μόνον
από μια σιδερένια πόρτα που μέρα και νύχτα δυο άγρυπνοι φρουροί την
εφύλαγαν. Πώς να μπη;
Ο Τριστάνος κατέβη από το καράβι και κάθησε στην παραλία. Έμαθε από
έναν περαστικό ότι ο Μάρκος ήταν από παλάτι κι' ότι προ ολίγου είχε
προεδρεύσει σε μεγάλη δίκη.
«Αλλά πού είναι η Βασίλισσα; Και η Βραγγίνα η ωραία της υπηρέτρια;
— Κι' αυτές στο Τινταγκέλ βρίσκονται, δεν πάει πολύ που της είδα. Η
Βασίλισσα Ιζόλδη φαινότανε θλιμμένη, όπως πάντα».
Στ' όνομα της Ιζόλδης, ο Τριστάνος αναστέναξε, και σκέφτηκε πώς ούτε
με πονηρία, ούτε με αντρεία δε θα μπορούσε να ξαναϊδή τη φίλη του.
Γιατί ο Βασιληάς Μάρκος θα τον εσκότωνε.
«Αλλά τι κι' αν με σκοτώση; Δεν οφείλω να πεθάνω για την αγάπη σου,
Ιζόλδη; Και τι άλλο κάνω κάθε μέρα, από να πεθαίνω; Αλλά σεις
τουλάχιστον, Ιζόλδη, αν ξέρατε πως βρίσκομαι εδώ, θα καταδεχόσαστε
να μιλήστε στο φίλο σας; Δε θα βάνατε τους βαλέδες σας να με
διώξουνε πάλι; Ναι, θα επιχειρήσω μια κατεργαριά. Θα ντυθώ σαν
τρελλός, κι' αυτή η τρέλλα θάναι μεγάλη φρονιμάδα. Όποιος με πιστέψη
αποβλακωμένο θάναι λιγώτερο γνωστικός από μένα, κι' όποιος με
πιστέψη τρελλό θα είναι ο ίδιος πειο τρελλός παρά εγώ».
Ένας ψαρράς περνούσε, φορώντας κοντοκάπι από χονδρό χνουδωτό πανί,
και μεγάλη κουκούλα. Τον βλέπει ο Τριστάνος, του κάνει νόημα, τον
πέρνει κατά μέρος.
«Φίλε, θέλεις ναλλάξουμε ρούχα; Δώσε μου το κοντοκάπι σου. Μου
αρέσει πολύ».
Ο ψαρράς κύτταξε τα ρούχα του Τριστάνου, και βρίσκοντας τα καλλίτερα
από τα δικά του, τα πήρε αμέσως και γρήγορα-γρήγορα έφυγε, χαίροντας
για την αλλαγή.
Τότε ο Τριστάνος κούρεψε σύρριζα τα ωραία ξανθά μαλλιά του,
σχεδιάζοντας απάνω στο κεφάλι ένα σταυρό. Άλειψε τη φάτσα του μ' ένα
υγρό καμωμένο από μαγικό βότανο, φερμένο από τον τόπο του, κι'
αμέσως το χρώμα κ' η όψι του προσώπου του άλλαξαν τόσο αλλόκοτα που
κανείς στον κόσμο δε θα μπορούσε να τον αναγνωρίση. Έκοψε ένα κλαδί
καρυδιάς, το έφτιασε ρόπαλο, και το κρέμασε στο λαιμό του. Κ' έτσι,
ξυπόλητος, τράβηξε γραμμή στο παλάτι.
Ο πορτιέρης πίστεψε πώς δίχως άλλο ήταν τρελλός, και του φώναξε:
«Ελάτε κοντά, πού μείνατε λοιπόν τόσον καιρό;»
Απάντησε ο Τριστάνος, αλλάζοντας τη φωνή του:
«Στους γάμους του Αββά του Μον που είναι φίλος μου. Πήρε μια
παπαδιά, μια χοντρή κυρία με βέλο. Από το Μπεζανσόν μέχρι το Μον,
δεν έμεινε παππάς, αββάς, καλόγερος, καλογεροπαίδι, να μην πάη στους
γάμους. Κι' όλοι στον κάμπο, βαστώντας τα μπαστούνια τους και της
μαγκούρες τους, πηδούν, παίζουν, και χορεύουν στη σκιά των μεγάλων
δέντρων. Αλλά τους άφησα για νάρθω εδώ. Γιατί οφείλω το βράδυ να
σερβίρω στο τραπέζι του Βασιληά».
Ο πορτιέρης του είπε:
«Έμπάτε λοιπόν, άρχοντα, γυιέ του Ούργκαν του τριχωτού. Είσαστε
μεγαλόσωμος και τριχωτός, και μοιάζετε αρκετά του πατέρα σας».
Όταν μπήκε μέσα στο φρούριο, παίζοντας με το ρόπαλό του, βαλέδες και
ιπποκόμοι μαζεύτηκαν στο πέρασμά του, και τον κυνηγούσαν σαν λύκο
από δω κι' από κει.
«Κυττάχτε τον τρελλό, χου, χου, χου!»
Του ρίχνουν πέτρες, τον χτυπούν με τα ραβδιά. Αλλά τους ξεφεύγει με
τρόπο: αν του επιτίθενται, από τ' αριστερά, γυρίζει και χτυπάει
δεξιά.
Μέσα σε γέλοια και γιουχαητά, σέρνονται πίσω του ολόκληρο πλήθος,
φθάνει ως το κατώφλι της πόρτας, όπου κάτω από το θόλο του θρόνου,
και στο πλευρό της Βασίλισσας, ήταν καθισμένος ο Βασιληάς Μάρκος.
Πλησιάζει στην πόρτα, κρεμάει το ρόπαλο στο λαιμό του, και μπαίνει.
Ο Βασιληάς τον είδε και είπε:
«Να ένας καλός σύντροφος. Φέρτε τονε κοντά».
Τον οδηγούν, με το ρόπαλο στο λαιμό. «Φίλε καλώς ήρθατε!»
Ο Τριστάνος απάντησε με την αλλόκοτα αλλαγμένη φωνή του:
«Μεγαλειότατε, καλέ και ευγενή μέσα σ' όλους τους Βασιλιάδες, το
ήξερα πώς στην όψι σου θάλυωνε η καρδιά μου από τρυφερότητα. Ο Θεός
να σας προστατεύη, ωραίε Άρχοντα!
— Φίλε, τι ήρθατε να ζητήστε δω μέσα;
— Την Ιζόλδη, που τόσο πολυαγάπησα. Έχω μια αδερφή, και σας την
φέρνω, — την πανώρηα Βρουνεώτη. Ή Βασίλισσα είναι πληχτική για σας,
για δοκιμάστε αυτή. Ας κάμουμε αλλαγή, σας δίνω την αδελφή μου
δανείστε μου την Ιζόλδη. Θα την πάρω και θα σας υπηρετήσω με αγάπη».
Ο Βασιληάς γέλασε και είπε στον τρελλό:
«Αν σου δώσω τη Βασίλισσα, τι θα θελήσης να την κάμης; Πού θα την
πας;
— Κει πάνω, μέσα από τον ουρανό και τα σύννεφα, σ' ένα ωραίο
γυάλινο παλάτι. Ο ήλιος το περνάει με της αχτίνες του, οι άνεμοι δε
μπορούν να το σκίσουν. Θα πάω τη Βασίλισσα σ' ένα δωμάτιο όλο
κρύσταλλο, στολισμένο με ρόδα, ολόλαμπρο κάθε πρωί σαν το φωτίζη ο
ήλιος».
Ο Βασιληάς και οι βαρώνοι του είπαν μεταξύ τους:
«Να ένας τρελλός, που ξέρει και μιλάει με τέχνη».
Είχε καθήσει σ' ένα χαλί και κύτταζε τρυφερά την Ιζόλδη.
«Φίλε, του είπεν ο Μάρκος, πού σου ήρθε η ελπίδα ότι η Βασίλισσα θα
προσέξη έναν τρελλό απαίσιο σαν και σένα;
— Μεγαλειότατε, έχω μεγάλα δικαιώματα για να με προσέξη. Πολλά
έκαμα γι' αυτήν, κι' απ' αυτήν κατάντησα τρελλός.
— Ποιος είσαι λοιπόν;
— Είμαι ο Τριστάνος, εκείνος που τόσο αγάπησε την Ιζόλδη, κι' ως
που να πεθάνη θα την αγαπάη.
Αναστέναξε η Ιζόλδη, ακούγοντας τόνομα του Τριστάνου, άλλαξε το
χρώμα της, και θυμωμένη του είπε:
«Φύγε από δω. Ποιος σ' έμπασ' εδώ μέσα! Φύγε, βρωμοπαλαβέ!».
Παρατήρησε το θυμό της ο τρελλός κ' είπε:
«Βασίλισσα Ιζόλδη, δε θυμάσαι τότε που, μισοπεθαμμένος από το
φαρμακωμένο σπαθί του Μόρχολτ, περνώντας τη θάλασσα, με την άρπα μου
μοναχό σύντροφο, ήρθα μέχρι τ' ακρογυάλια σας, της Ιρλανδίας; Μ'
εγιατρέψατε. Δε θυμόσαστε πεια, Βασίλισσα;»
Η Ιζόλδη απάντησε;
«Φύγε από δω, τρελλέ, ούτε τ' αστεία σου μ' αρέσουνε ούτε συ ο
ίδιος».
Ο τρελλός γύρισε τότε κατά τους βαρώνους, και τους έσπρωξε προς την
πόρτα φωνάζοντας:
«Τρελλοί, όξω από δω. Αφήστε με να κουβεντιάσω με τη Βασίλισσα. Ήρθα
δω μέσα γιατί την αγαπάω».
Ο Βασιλείς εγέλασε. Κοκκίνησε η Ιζόλδη.
«Μεγαλειότατε, διώχτε αυτόν τον τρελλό».
Μα ο τρελλός ξανάρχισε με την αλλόκοτη φωνή του
«Βασίλισσα Ιζόλδη, δε θυμάστε το μεγάλο δράκοντά που σκότωσα στον
τόπο σας; Έκρυψα τη γλώσσα του στη μπότα μου, και ολόκαυτος από το
φαρμάκι, έπεσα χάμω κοντά στο έλος. Ήμουνα τότε ένας θαυμάσιος
ιππότης!. . . . Και περίμενα το θάνατο όταν ήρθατε σεις και με
βοηθήσατε».
Απάντησε η Ιζόλδη:
«Πάψε, μη βρίζης τους ιππότες. Είσαι ένας βρωμοτρελλός από γέννησή
σου. Καταραμένοι νάναι οι θαλασσινοί που σε κουβάλησαν δω πέρα, αντί
να σε πετάξουν στη θάλασσα!»
Έσκασε τα γέλοια ο τρελλός κι' εξακολούθησε: