κλίνοντας την με μεγάλο κρότο. Κατάφθασαν κ' οι άλλοι
λαχανιάζοντας. Πηδήματα ακούστηκαν πίσω προς τον κήπο, οι
καλαμιές έτριξαν δυνατά, κ' ύστερα ησυχία, τίποτε. Ο
υπενωμοτάρχης άρχισε να χτυπά τις γροθιές του στην πόρτα, οι
χωροφύλακες να γρατσουνίζουν με τα νύχια τους τα χαμηλά
παράθυρα. Σε λίγο η πόρτα άνοιξε. Μια μεσόκοπη γυναικούλα
τρομασμένη, κίτρινη, με ξέπλεκα μαλλιά μ' ένα ξετραχηλισμένο
ξεθηλύκωτο πολκάκι που μπρος φαίνουνταν τα μαραμένα κίτρινα
βυζιά της, νερουλά κρεμασμένα ως κάτω σα βυζιά αγελάδας, μ' ένα
κοντοφούστανο, με γυμνά ξυπόλητα καλαμένια ποδάρια.
— Τι είνε;, τι είνε; Χριστέ και Παναγιά μου.... Μπα! μου
κόπηκε το αίμα μου!...
Ο υπενωμοτάρχης φρενιασμένος, κατάχλωμος, είπε θυμωμένα:
— Το σταυρό σου και συ! μουστόγρια. Τι είνε, τι είνε;.
Ο γιόκας σου είνε, που με παιδεύει δυο μήνες. Τι είνε, τι είνε;
Ο γιόκας σου που γέμισε τον κόσμο από λαθραία. Τι είνε, τι
είνε; καμόνεσαι πως δε ξέρεις τίποτε.
— Και πού ξέρω εγώ η κακομοίρα!.... Μπα! μου κόπηκε το αίμα
μου!.....
Άλλες γυναικούλες, καμπόσοι άντρες μαζεύτηκαν ολοένα τριγύρω,
οι χωροφύλακες τους άμπωχναν κι ο υπενωμοτάρχης δεν έπαυε να
βρίζη, να λυσσάη.
— Έτσι και την άλλη φορά, πάντα μου ξεφεύγει μέσα απ' τα χέρια
μου.
— Καλά ντε, καλά, μη βρίζης κι όλας, είπε η γριά αρχίζοντας ν'
αγριεύη, καλά ντε, που μας κουβαληθήκατε πάλι για κωλόκουρο,
πεντοφραγκάδες, που για ένα τάλληρο, για τα σύλληπτρα γίνεστε
θερία ανήμερα.....
Ο υπενωμοτάρχης φρενιασμένος, έβγαζε αφρούς απ' το στόμα.
— Σκάσε, παλιόγρια, μη σ' ανοίξω σαν πετάλι, το σταυρό
σου!....
Η γριά θυμωμένη κι αυτή τόρα επέμεινε, έβριζε:
— Μούρθατε για το πεντόφραγκο, να σύρ' τε τον κόσμο στα
μπουντρούμια, σα να μην αφεθήτε ποτές και σεις. Φορέσατε το
στέμμα για να βασανίζετε τον κόσμο, πεντοφραγκάδες!...
Και η μορφή της είχε γίνη άγρια, δαιμονισμένη, φριχτή. Ο
υπενωμοτάρχης δεν κρατήθηκε τότε, άπλωσε προς τη συρμένη χάμου
σπάθα του, την τράβηξε, την σήκωσε ίσα κατά τη γριά:
— Το σταυρό σου θα στα κάμω λιανά κοψίδια αυτά τα
παλιοβύζια!....
Η γριά τότε τράβηξε ίσια κατ' απάνω του τρέμοντας. Τα μάτια της
πετούσαν φωτιές, το σαγόνι της έτρεμε. Έπιασε με τα δυο
ζαρωμένα χέρια της τα νερουλά και κρεμασμένα σαν αγελάδας βυζιά
της όξω από το ξετραχηλισμένο πολκάκι της, τάσυρε, τα τράβηξε
πολύ προς τα όξω, ίσα κατά τη σπάθα του υπενωμοτάρχου και
σφύριξε αυτά τα λόγια σαν οχιά:
— Να! χτύπα, μαγγούφη, χτύπα αν δεν έπιες ποτέ σου γάλα απ' τα
βυζιά της μάννας σου... χτύπα, μαγγούφη!...
Κι ο μανιωμένος υπενωμοτάρχης, το θεριό τ' ανήμερο, το σκιάχτρο
κι ο τρόμος όλου του κόσμου εκεί όλων των νταλματζήδων και των
λαθρεμπόρων του μαχαλά, στα λόγια εκείνα απόμεινε, ημέρεψε,
έγινε αρνάκι, έβαλε μέσα τη σπάθα του και τράβηξε βουβός, με
χαμηλωμένα μάτια σαν κορίτσι, προς την πόλη.
Η ΚΟΥΚΟΥΒΑΓΙΑ
Μέσα στο τρομασμένο ξύπνημά της θυμούνταν πολύ καλά, πως όταν
της έδωσε το ύστερο φιλί, από πολύωρο ξεφάντωμα, όπως κάθε
νύχτα, είδαν κ' οι δυο μαζί μέσ' απ' τα γυαλιά και τις
κουρτίνες του παραθυριού ν' αχτινοβολούν τ' αστέρια. Τα είδαν
και ξαναφιλήθηκαν. Γαλήνη γαλανή είταν χυμένη έξω, γαλήνη
αγάπης και ευτυχίας μέσα στη μικρούλα κάμαρα. Την φίλησε, όπως
συνήθιζε όντας τον έπαιρνεν ο ύπνος, μια στα χείλη, μια στα
μάτια και μια στο ροδαλό αυτάκι της, ψιθυρίζοντας κάτι τρυφερό
και ξελογιασμένο ακόμα, κι αυτή γαργαλίζουνταν και τον
αγκάλιαζε φρενιασμένη. «Καλή νύχτα, αντρούλη μου». «Καληνύχτα,
γυναικούλα μου». Και αποκοιμήθηκαν τότε σαν μικρά παιδάκια πλάι
πλάι στου κρεββατιού την πλατειά στρώση.
Άξαφνα απόψε ξύπνησε κατατρομασμένη. Ανασήκωσε βαρειά τόμορφο
κεφάλι της σα νάθελε να διώξη τρομαχτικά όνειρα και τέντωσε τα
μάτια της κοιτάζοντας άγρια έξω απ' το κρεββάτι. Το κανδηλάκι
πούκαιε εκεί σε μιαν άκρη, έρριχνε θαμπές και τρεμάμενες
αχτίδες μέσα σε θεόρατες σκιές που ξαπλόνουνταν τρεμουλιαστές
απάνω στα ντουβάρια, στα μόμπιλα, στο πάτωμα. Από στιγμή σε
στιγμή από τα γυαλιά του παραθυριού χύνουνταν ξαφνικά απέραντη
λάμψη αστραπής, η κάμαρα τότε φωτίζουνταν φανταστικά,
πλημμύριζε από στιγμοφώτιστα κύματα χλωμά και θαμπωτικά, ύστερα
οι σκιές ξανάπεφταν τρεμουλιαστές τριγύρω, και μέσα σε ολίγων
λεφτών φριχτή σιγή, ένιωθε κατάβαθα της καρδιάς της τον
ανατιναγμό της φοβερής βροντής που απλόνουνταν με τρομαχτικό
μεγαλείο στ' ουρανού τα πλάτη σε βροντώδη κύματα που
ξεκούφαιναν ενώ ο άνεμος έκανε να τρίζουν τα γυαλιά του
παραθυριού, σα να χόρευε· το σπίτι από σεισμό. Κι ανάμεσα στης
ανεμοζάλης τα μουγγρίσματα, ταχτικό κι επίμονο αντηχούσε τόση
ώρα τόρα από τα κεραμίδια της στέγης το ρέκασμα μιας
κουκουβάγιας περιχύνοντας τα νεύρα από ανατριχίλα κρύα και
παράξενη, τη ψυχή από θλίψη και λαχτάρα.
Παράξενο ξύπνημα. Και είχαν αποκοιμηθή με τόση γαλήνη, με τόση
ξαστεριά. Μισοσηκωμένη στα προσκέφαλα του κρεββατιού με το
λαιμό και τα στήθη ολόγυμνα, με τα μαλλιά μπερδεμμένα στο
κεφάλι, τα μάτια άγρια και ξαφνισμένα, φαίνουνταν εκεί μέσα στ'
αδιάκοπο πλημμύρισμα της κάμαρας από τ' ωχρό αστραποφώτισμα,
σαν φάντασμα. Κάτι τι αθώρητο της βάραινε σα μολύβι το κεφάλι
της, της ξέραινε το λάρυγγα, το στόμα, της έσφιγγε την καρδιά,
βόμβος σα μελισσιού φτερούγισμα τριγυρνούσε στ' αυτιά της, κ'
ένιωθε πως δεν είχε τη δύναμη να γυρίση, να κουνηθή, να σαλέψη
τόσο κι απόμεινε εκεί σαν καρφωμένη, σα ναρκωμένη, φοβισμένη,
θαρρώντας πως ένα γύρισμα των ματιών της μονάχα, θα της έφερνε
μεγάλο κακό, θα κατακρεμνίζουνταν κάτω απ' το κρεββάτι σ'
αμέτρητο γκρεμό, σ' απέραντο χάος.
Θεέ μου, τι είχε! Ότι μπορούσε να νιώση καλά είταν πως μέσα
στον παραδαρμό έξω της φύσης, μέσα στα μουγγρίσματα της
ανεμοζάλης, το ταχτικό κι επίμονο εκείνο ρέκασμα, σα νάρχουνταν
από παράξενους, φανταστικούς κόσμους, σχίζοντας όλο τ' απέραντο
βάθος της ανεμοζάλης με δύναμη και φρίκη υπερφυσική, την
έγγιζε, κατάκαρδα, και άφινε στο αίμα του κορμιού της το
άγγιγμα ακονισμένης κόψης κρύου μαχαιριού. Και όλη η αγωνία της
ξετυλίγουνταν σε μια ιδέα ολοφάνερη, σ' ένα αόριστο όσο και
φαρμακερό προγνώρισμα πως κάτι κακό θα την κατάφτανε τόρα γοργό
και γλήγορο και βέβαιο. Και τρομασμένη και βουβή κι ασάλευτη
μαζεύουνταν τόρα όλη, σύσσωμη με τα μάτια της ολάνοιχτα προς τη
κραυγή έξω που φαίνουνταν πως είχε πλημμυρίση γύρω και ως πέρα
την κάμαρα, από ωκεανό φρίκης, θέλησε να γυρίση προς τον άντρα
της, να του μιλήση λίγο, να τον ξυπνήση, ν' αναθαρρήση και να
πετάξη, σαν ψεύτικο φάντασμα, όλη η αγωνία της. Αλλά τον έβλεπε
μονάχα με την άκρη του ματιού της, κοιμισμένον τόσο ήσυχα κι
ευτυχισμένα. Γιατί να ταράξη την γαλήνη του, τον ύπνο του; Θα
την έπαιρνε για παιδί, για φοβιτσάρα, και θα γελούσε. Όχι. Τόρα
θ' απλώση το χέρι της και έτσι μ' ένα κούνημα θα διώξη μακριά
της όλη αυτή τη φρίκη, και θα σβυστούν όλα, όλα τότε απ' εμπρός
της. Αλλ' η κραυγή έξω πάντα επίμονη και σαν αχός λυπητερός
σημάντρου, την περίχυνε ακόμα πιο πολύ απ' ατέλειωτη
ανατριχίλα, την κάρφονε ασάλευτη στου κρεββατιού τη στρώση, της
έσβυνε τη φωνή στον λάρυγγα μ' ένα ξερό βήξιμο, απαράλλαχτα
όπως κάνη σβύνοντας τ' αναμμένο κάρβουνο στο νερό.
Έξω πια έσβυσε, λούφαξε το μούγγρισμα του άνεμου, σιγή θανάτου
απλώθηκε για λίγο, και μόνο η αστραπόλαμψη πλημμύριζε ολοένα
πλιότερη και πιο άφθονη την κάμαρα.
Έξω τα σκοτεινά βάθη τ' ουρανού φαίνουνταν πως κάθε
δευτερόλεφτο σχίζουνταν απότομα, και κύματα λάμψης ηλεκτρικής
αγκάλιαζαν τη φύση και σβύνουνταν γοργά σαν ένα στιγμιαίο
απέραντο φωτεινό φίλημα. Και θαμπωμένη εμπρός σ' αυτό το γεμάτο
μυστήριο και ξάφνισμα απειροφώτισμα, κάρφωσε ασυνείδητα τα
μάτια της ίσα στα γυαλιά του παραθυριού με όψη τρελλής,
ασάλευτη σαν παραλυμένη.
Η βροχή με γοργό κατρακύλημα πυροβολαρχίας, χτυπούσε τόρα και
παράδερνε το σπίτι, τα κεραμίδια μέσα στη νεροποντή χόρευαν και
τα γυαλιά του παραθυριού έχυναν μελωδία τυμπανοκρούσματος. Και
το αστραποφώτισμα τόρα άνοιγε έξω στο νυχτερινό σκοτάδι κάθε
τόσο τρομερό χάος από βροχή ηλεκτροφωτισμένη. Και η κραυγή
εκείνη έξω πάντα επίμονη, ακούραστη, πάντα γεννώντας τη φρίκη
και την ανατριχίλα, αντηχούσε παράξενη, περονιάζοντας το κορμί
της και τη ψυχή της. Κι έτσι παραλυμένη κι ασάλευτη απόμεινε με
τα μάτια της καρφωμένα ασυνείδητα ίσα στα γυαλιά του
παραθυριού, ως που ο ύπνος της έκλεισε βαρειά τα βλέφαρά της.
Όταν ξύπνησε, γαλήνη απέραντη είταν απλωμένη στην κάμαρα, η
ανεμοζάλη είχε περάση, η κραυγή της κουκουβάγιας είχε σβυστή κι
αυτή, ο ήλιος χάιδευε απαλά το πάτωμα και στα γυαλιά του
παραθυριού βομβούσε τριγυρίζοντας να πετάξη έξω στο γαλάζιο τ'
ουρανού μια πεταλούδα. Ανέπνευσε η όμορφη κόρη και γύρισε να
ξυπνήση μ' ένα χαμόγελο τον άντρα της, αλλ' είτανε νεκρός....
ΟΙ ΚΛΗΡΩΤΟΙ
Ήσυχος και καταγάλανος ο κόρφος. Η θάλασσα έπαιρνε του γαλάζιου
ουρανού το χρώμα και της δύσης τη χρυσόσκονη στη δροσερή
αγκαλιά της. Από του Παρνασσού τα κορφοβούνια, από της Γκιόνας
τα έλατα δροσερές πνοές κατέβαιναν και χαράκοναν ανάλαφρα πέρα
για πέρα τον κόρφο, κι ακόμα πέρα τ' ανοιχτά της θάλασσας, που
ξέφευγε σε διάπλατο ασπρογάλαζο ξετύλιγμα προς τα
πευκοστολισμένα βουνά του Μωριά. Τα ξεροβούνια γύρω από την
Κρύσση ως το Γαλαξείδι, έπαιρναν γλυκύτατο ροδόχρωμα μέσ' στις
στερνές αχτίδες του ήλιου, και τα γυαλιά των πλιθοχτισμένων
σπιτιών της Ιτιάς αντανακλούσαν αμέτρητους φλογερούς ήλιους,
που βασίλευαν κι αυτοί. Τα καϊκάκια κ' οι βαρκούλες στο λιμάνι
σειώνταν καμαρωτά και καθρεφτίζουνταν χαϊδευτικά απάνω στα
γαλαζένια εδώ, και στα ολόχρυσα παραπέρα κυματάκια. Η
ακρογιαλιά άπλονε στενή κατάμακρη λωρίδα, άσπρη από τον
κουρνιαχτό, και τα μαγαζάκια και τα καφενεδάκια της γέμιζαν από
κόσμο που δροσίζουνταν στην καλοσύνη της βραδιάς. Τα
μπαλκονάκια αραδωτά είταν γεμάτα από τ' ανοιχτόχρωμα φορέματα
κι από τ' άσπρα μαντήλια των λιγερών. Στην άκρη της θάλασσας
σωριάζουνταν στη γραμμή αμέτρητα κρασοβάρελα που τα περίχυνε
και τάπλυνε το κύμα. Πέρα από τα πράσινα αμπέλια και τ'
ασημωμένα λιοστάσια των Σαλώνων οι τρυγητές γυναίκες κι άντρες
γύριζαν μπλούκια, μπλούκια προς την Ιτιά. Κάρρα και ζώα, άμαξες
κατέβαιναν. Κ' οι καμήλες κατάψηλες κι άχαρες, ξαπλόνουνταν
αποσταμένες στην ακροθαλασσιά, κι άνοιγαν θεόρατες τις μασέλες
τους, και ρουφούσαν ηδονικά κι αυτές τη δρόσο της βραδιάς.
Βαρκούλες ολοένα σίμοναν από τ' ανοιχτά της θάλασσας, τράτες
κατάφταναν πανιά μαζεύουνταν άγκουρες έπεφταν καραβόσκοινα
δένουνταν σε πάλους. Άλλες πάλε αμολιώνταν πέρα στο Γαλαξείδι
με τα πανάκια τους φουσκωμένα στο βραδινό αγέρι. Ξυπόλητοι κι
ως το γόνα γυμνοί, οι ψαράδες ξεφόρτωναν από τις βάρκες στην
ακρογιαλιά τα κοφίνια τους γεμάτα από σπαρταριστά μπαρμπούνια
και λεθρίνια και μελανούρια. Κι ο κόσμος πόπαιρνε τη δροσιά
του, άλλοι περπατώντας του μάκρου της ακρογιαλιάς, άλλοι
καθισμένοι στα μικρά καφενεδάκια, κοσμάκης επαρχιώτικος,
υπαλληλία ντόπια και Σαλωνίτικη, νοικοκυροσύνη, εμπόριο,
χτηματοσύνη, άλλοι που έμειναν μήνες στην Ιτιά για τα λουτρά
τους, για τα χτήματά τους, κι άλλοι που έρχουνταν κάθε βράδι με
τ' αμάξια για ν' αναπνεύσουν λίγη θάλασσα, όλοι τους έτρεχαν
πατείς με πατώ σε προς τα ψάρια, ενώ ανάμεσα στη βοή και στην
αντάρα τους, αντηχούσε δύο βήματα παρέκει η βροντοφωνή του
παιδιού του καφενείου.
— Ένας βαρυγλυκός... ένα εμπορικό!...
Πέρα από το στενόμακρο βράχο που πίσω του κρύβεται το
Γαλαξείδι, πρόβαλε το βαπόρι. Πρόβαλε μαύρο και κατάμαυρο μέσα
στη γαλήνη της βραδιάς. Έβγαλε βραχνό το σφύριγμά του, κι
αγκομαχώντας ήρθε και σταμάτησε προς το λιμάνι. Η ακρογιαλιά
τότες αναταράχτηκε. Οι επιβάτες, και δεν είταν λίγοι,
στοιβάχτηκαν στη μικρή ξύλινη γέφυρα της ακροθαλασσιάς, θάταν
καμιά εξηνταριά, όλο και λεβεντόπαιδα, αμούστακα όλ' ακόμα,
ξυραφισμένα, με καθαρές φουστανέλες, με κάτασπρες σκάλτσες, μ'
ανήσυχα πρόσωπα και κάτι ματιές γεμάτες φλόγες. Όλοι τους είταν
κληρωτοί, κ' έφευγαν από τον τόπο τους για το στρατό,
κατεβασμένοι άλλοι από της Αράχωβας τις ψηλές ράχες, άλλοι από
του Λοιδωρικιού τα βουνά, κι άλλοι από τις μυρωμένες πρασινάδες
και τα κρύα νερά του Χρισσού. Με το σακκούλι τους κρεμασμένο
στον ώμο ο καθένας, μ' ένα κόκκινο μεταξωτό μαντήλι στο λαιμό,
κρατημένοι με τα χέρια στους ώμους δυο δυο, τρεις τρεις,
μισομεθυσμένοι, μισοσαστισμένοι, τραγουδώντας, φωνάζοντας,
σωριάζουνταν στις βάρκες με τα μάτια περίλυπα γυρισμένα προς τη
στεριά. Απ' εκεί σωροί, σωροί από γυναίκες, και κορίτσια, τους
έσφιγγαν στην αγκαλιά τους, τους έβρεχαν με τα δάκρια τους,
τους χαμογελούσαν τους έδιναν παραγγελιές κι ορμήνιες φιλιά και
πάλι φιλιά. Και κάθε μια βάρκα που γέμιζε, ξεκινούσε αγάλι'
αγάλια με τραγούδια και φωνές, με μαντήλια στον αέρα, με
κουνήματα κεφαλιών και χεριών ξεκινούσε, μα ξαναγύριζε πάλι να
πάρη κάποιον ακόμα, που ξεχάστηκε μέσα στα δάκρια, κι αφού τον
έπαιρνε κι αυτόν ξεκινούσε γλυστρώντας αγάλι' αγάλια στην αρχή
στα κυματάκια της θάλασσας, κι έπαιρνε παραπέρα γοργό δρόμο κι
έπαιρνε φτερά και κολλούσε στου βαποριού τα πλάγια.
Ο ήλιος αποβασίλευε τόρα, σκιές μεγάλες απλόνουνταν στο γιαλό,
στη θάλασσα, στους βράχους· μονάχα οι ψηλότερες κορφές των
βουνών ρόδιζαν. Το βαπόρι πήρε τόρα όλο το φορτίο του, οι
βάρκες γύριζαν αδειανές, με κάποιον μοναχικό επιβάτη προς το
γιαλό, κι αυτό πάντα μαύρο και κατάμαυρο μέσα στη γαλανή
αγκαλιά της θάλασσας, σούριξε βραχνά, πήρε σιγά-σιγά τη βόλτα
του, άφρισε το νερό, και πήρε δρόμο, και ξέφυγε προς τ' ανοιχτά
του πελάου. Στο γιαλό οι σωροί των γυναικών τόρα, ένας κύκλος
μεγάλος, σωριασμένες εκεί στην ακροθαλασσιά, χωρίς αναπνοή,
χωρίς ένα κούνημα, μαρμαρωμένος, άπλονε βουβός κι αμίλητος
αμέτρητα μαντήλια προς το βαπόρι. Από τα μαύρα πλευρά του
βαποριού, που ολοένα χάνουνταν πέρα προς τ' ανοιχτά, άλλα
μαντήλια απλόνουνταν και σειώνταν κι άσπριζαν για ύστερο
χαιρετισμό. Και κάπου καμιά βοντοφωνή, έρχουνταν με τα φτερά
του βραδινού αεριού, μισοσβυσμένη και παραπονετική, και
παρήγορη:
— Καλή αντάμωση!...
Κι άμα πια σαν κρύφτηκαν στον πρώτο κάβο πέρα αγάλι' αγάλια τα
μαύρα πλευρά του βαποριού, και χάθηκαν τ' άσπρα μαντηλάκια, κ'
η θάλασσα απόμεινε σαν πρώτα ελεύθερη και γαλάζια, πικρά
σάλευσε τότε όλος εκείνος ο σωρός από μαννάδες και γυναίκες,
απ' αδερφές, απ' αρραβωνιασμένες κι αγαπητικές, από ξαδέρφες
και κουμπάρες, που από κείνη τη βραδιά θ' απόμειναν σα γύριζαν
στα χωριά τους χρόνια ολάκερα μοναχές, και χωρισμένες από τα
λεβεντόπαιδά τους, που ξενητεύουνταν πρώτη φορά από τον τόπο
τους, που έφευγαν για το στρατό.
Πικρά σάλευσε όλος ο σωρός, γεροντικά και σβυσμένα, και φλογερά
ματάκια πλημμύρισσαν στα δάκρια, αναφυλητά ακούστηκαν κ' η
θλίψη άπλωσε βαρειά τα φτερά της, εκεί στην απαλή ήσυχη κώχη
του γιαλιού. Κ' απάνω σ' όλ' αυτή την πίκρα, μια κοντούλα
γερόντισσα που θα συνέβγαλε ως τα σήμερα πολλά παιδιά κι
αγγόνια για το στρατό, τράβηξε μπροστά, και σέρνοντας αγάλι'
αγάλια τα τρεμάμενα ποδάρια της, ζήτησε να της σύρουν το χορό,
για να καλοστρατήσουν οι ξενητεμένοι. Μεγάλη αλυσίδα χορού
απλώθηκε τότε στην ακροθαλασσιά. Με τη γριούλα μπροστά, όλες
νιες και γερόντισες, μ' ένα χαμόγελο στα χείλη, και με τα
δάκρια κρυσταλλωμένα στα μάτια και στα μάγουλα, ανάμεσα στη
δροσιά της βραδιάς, τριγυρισμένοι απ' όλο τον κοσμάκη πόκανε
χάζι γύρω άρχισαν το τραγούδι τους, τραγούδι της παρηγοριάς
ανάμεσα στη λύπη τους, ενώ τα κυματάκια απλόνουνταν μαλακά εκεί
μπροστά τους κ' οι βαρκούλες και τα καϊκάκια στο λιμάνι
σειώνταν καμαρωτά και καθρεφτίζουνταν απάνω στα καταγάλανα τόρα
νερά της θάλασσας:
Παρακαλώ σε Παναγιά. Χριστέ μου, προσκυνώ σε,
του ξένου μας στη ξενιτιά αρρώστια μη του δίνης.
Η αρρώστια θέλει στρώματα, θέλει μεγάλη πάστρα,
θέλει μαννούλα στο πλευρό, γυναίκα στο κεφάλι,
θέλει αδερφές ολόγυρα να τον καλοτηράνε...
ΧΙΝΟΠΩΡΟ
Στην Κυρίαν Ψυχάρη.
Τρεις ώρες θα περνούσαμε την άσωτη εκείνη κλεισούρα, προτού ν'
ανεβούμε ψηλά προς το Βελούχι, όλοι οι στρατοκόποι. Ο ουρανός
μολυβένιος, ο αέρας νοτερός, κρύος· χινοπωριάτικο μεσημέρι. Η
κλεισούρα όλη στρωμένη μ' άσπρα στρογγυλά χαλίκια, με λίγο νερό
πότρεχε στις άκρες, καταφυτεμμένη από πλατάνια. Τι μεγάλα, τι
πολυχρονίτικα, τι παμπάλαια πλατάνια! Ο αέρας σφύριζε μέσα στα
κλαδιά, συνέπαιρνε τα ξερά χρυσόχρωμα φύλλα τους μ' ένα ξερό
τρίξιμο και τάστρονε, τάστρονε σε πυκνό στρώμα στη μεγάλη
ρεμματιά. Χάμου μια χρυσοπλημμύρα, θάλεγες, μια χρυσοπλημμύρα
ψηλά, μια χρυσοπλημμύρα γύρω στα βουνά τα φουντωμένα από δέντρα
με χρυσοκόκκινα ξερά φύλλα. Χρυσάφι από ξερόφυλλα, χάμου,
ολόγυρα, ψηλά, πέρα, πιο πέρα ακόμα, ως εκεί που έβλεπε το μάτι
μέσ' απ' τις κουφάλες και τους κορμούς των πλατανιών. Τ' άλογα
περπατούσαν κουρασμένα γλυστρώντας στα φύλλα, αφίνοντας τα
πέταλά τους φωτιές και σπίθες στα στουρνάρια και στα χαλίκια,
οι στρατοκόποι άλλοι πεζοί κι άλλοι καβάλλα βουβοί, αμίλητοι
τραβούσαν πάντα μπροστά, κουρασμένοι, με πένθιμη όψη. Μαύρα
σύγνεφα από κοράκια πετούσαν ψηλά στον μολυβένιο ουρανό πότε
όλα συμμαζωχτά και πότε αραιωμένα, πότε ανεβαίνοντας τα ψήλου,
τα ψήλου, ίσα που μόλις φαίνονταν σα μαύρες κοκκίδες, πότε
χαμηλόνοντας ίσα με τις κορυφές των δέντρων μ' ένα λυπηρό,
πένθιμο κρα!.... κρα!.... Κι όσο τραβούσαμε μπροστά, τόσο η
κοκκινίλα, η χρυσοπλημμύρα μας χτυπούσε κατάμματα, τόσο κάτι σα
στενοχώρια, σαν αποκαμομάρα, σαν πένθος, σα θλίψη πλάκονε την
καρδιά μας, τα στήθη μας, τη ψυχή μας.
Και οι κορμοί των δέντρων των πλατανιών λυπημένα πρόβαλαν
ατέλειωτοι σε κάθε βήμα μας. Τ' άλογα στριφογύριζαν
ανεβαίνοντας τόρα ανηφοράκι, ύστερα παίρνοντας κατήφορο, τόρα
γυρίζοντας δεξιά, ύστερα αριστερά και πάντα τραβώντας ίσα
μπροστά το δρομάκι τους μέσα στην άσωτη, πάντα ρεμματιά. Κάθε
τόσο όσοι είμαστε καβάλλα σκύβαμε να περάσουμε από κάτου απ' τα
μεγάλα και τεντωμένα προς τη γις κλωνάρια. Και καθώς τα
σμπρώχναμε, για να περάσουμε, 'τινάζουνταν πένθιμα με μολυβένια
θλίψη και μ' έν' λυπηρό, λυπηρότατο τρίξιμο απάνω στα κεφάλια
μας, στους ώμους μας, απάνω στο σαμάρι, απάνω στα κορμιά των
αλόγων που τα κουδούνια τους κρεμασμένα προς τα κάτου έχυναν
έναν αχό μελαγχολικό, πολύ σιγαλό, αγάλι' αγάλια και πένθιμο,
απάνω κάτω σα νεκρικό σκοπό.
Ερημιά βασίλευε και νέκρα και σιγαλιά μέσα στην άσωτη
κλεισούρα. Τα πουλιά κάπως σαστισμένα, σα πιασμένα από θλίψη
ανεπάντυχη, πετούσαν χωρίς χάρη, ανόρεχτα εδώ κ' εκεί, τόρα
τρύποναν μέσα στα χαμόκλαδα, ύστερα έφευγαν πέρα προς τις ράχες
με την ελπίδα να βρουν λίγο ήλιο, λίγη πρασινάδα, και γύριζαν
πίσω πάλι απελπισμένα, σαστισμένα, σα πιασμένα από ανεπάντυχη
θλίψη και τρύποναν πάλι στα χαμόκλαδα, στις γούβες της
ρεμματιάς. Από τα πλάγια των βουνών πέρα, όντας φτάναμε σε
κανένα μικρό άνοιγμα του δάσους, φαίνουνταν πού και πού και
καμιά κορδελίτσα σταχτόχρωμου καπνού να ξετυλιέται από καμιά
καλύβα τσοπάνου προς τον ουρανό. Ο αέρας πάντα νοτερός και
κρύος που περόνιαζε ως τα κόκκαλα τα κορμιά μας σφύριζε,
χτυπούσε στα κλαδιά των γυμνών δέντρων κ' άφινε ψιλά, ψιλά
παράπονα που σούρχουνταν ακούοντάς τα, ν' αρχίσης να κλαις
χωρίς να ξέρης γιατί. Αριά και που απαντούσαμε κάνα κοπάδι
πρόβατα μαζεμμένα όλα μαζί, σχεδόν κουλουριασμένα, που
τραβούσαν λυπημένα γρήγορα γρήγορα με σκυμμένα κεφάλια χωρίς να
κοιτάζουν να βοσκήσουν με τα κουδούνια τους αφίνοντας μέσα στη
ρεμματιά λυπημένους αχούς. Όλη η ατμόσφαιρα είταν γεμάτη από
βαθύ παράπονο, από απέραντη, θλίψη, από μεγάλο πόνο.
Κι άξαφνα χοντρές χοντρές στάλες βροχής άρχισαν να πέφτουν με
ξερό κρότο στο χρυσόστρωμα των ξερών φύλλων τρυπώντας τα. Κ' η
φύση όλη τότε άρχισε να κλαίη με βαθύτατη λύπη, μ' ένα παράξενο
κλάμμα την ομορφιά της που χάνουνταν πόσβυνε...
Ο ΡΙΖΟΜΥΛΟΣ
Κάθε δειλινό με τη λιακάδα έκανα περίπατο στα λιοστάσια της
εξοχής. Πολλές φορές μ' άρεζε να πηγαίνω προς το ποταμάκι
πότρεχε γοργό γοργό, και που στην ακροποταμιά του έπλυναν ως το
γόνα μέσα στο νερό, τα κορίτσια χτυπώντας δυνατά με τα παχουλά
τους μπράτσα τα ρούχα με τον κόπανο. Ξαπλονόμουνα σε μια
ρειπωμένη καμάρα ενός παλιού μύλου, του Ρ ι ζ ό μ υ λ ο υ,
καθώς λένε το μέρος αυτό εκεί πέρα, και περνούσα τις ώρες μου
βλέποντας τα βουνά, τα λιοστάσια, τις ανεμώνες και τα πράσινα
ρείκια γύρω μου, κι ακούοντας το μουρμούρισμα του ποταμιού.
Μια μέρα στην ίδια αυτή μεριά βρήκα ξαπλωμένον ένα γέρο τσοπάνο
που βοσκούσε τα πρόβατά του εκεί κοντά. Κι απάνω στην κουβέντα
που κάμαμε, μου είπε αυτή την ιστορία της μισοκρεμνισμένης
καμάρας του Ριζόμυλου:
— Τόρα δεν έμεινε, παιδάκι μου, παρ' αυτή η καμάρα, που
βλέπεις. Τον παλιό καιρό στα χρόνια της Τουρκιάς εδώ είταν του
Λιάκου ο Ριζόμυλος. Εδώ έπεφταν τα περισσότερα χωριά του τόπου,
ρωμιοί και τούρκοι, απ' τη χώρα κι απ' τα χωριά εδώ κουβαλούσαν
το στάρι τους με τα μουλάρια. Καθώς μολογάνε ο Ριζόμυλος είτανε
ο καλλίτερος μύλος με μεγάλη κάνουλα, με τριπλές και
τετράδιπλες μυλόπετρες, με μαϊντάνια και νεροτριβιά· το νερό
ποτέ δεν τούλειπε. Απ' την πολλή δουλειά καταντούσε να
περιμένουν μέρες ν' αλέσουν όσο να πάρη αράδα ο κόσμος. Ο
Λιάκος ο μυλωνάς, είταν άγιος άνθρωπος, όσο και παλληκάρι.
Εκείνα τα χρόνια και τα δυο αυτά πράμματα χρειάζουνταν. Η
φτώχεια μπορούσε ν' αλέση το φόρτωμά της χωρίς ν' αφήση ούτ'
ένα ξάγι, κι ο τούρκος θα το συλλογίζουνταν αν γύρευε να δείξη
την αδικιά του στο Λιάκο. Ο μυλωνάς είχε χάση πάρωρα τη γυναίκα
του· ένα κορίτσι είχε, μια ομορφονιά τη Λουλούδω, το
τριαντάφυλλο του Ριζόμυλου. Η ομορφιά της γρήγορα πήρε δρόμο
στον τόπο.
Το κορίτσι αγαπούσε ένα κλέφτη, τον Τσέλιο, τότες είτανε
κλέφτες. Ο Λιάκος που τον είχε νανουρίση στα γόνατά του μια
φορά, γιατ' είτανε παιδί φίλου του γκαρδιακού, αρραβώνιασε την
τσούπα του με δαύτον και γύρευε να βρη εποχή να τον κάμη ν'
αφήση τα βουνά και ναρθή να δουλέψη μαζί του στο μύλο για να
κάμη το γάμο. Αυτός γέρος είταν και μεις οι γέροι τι καρτερούμε
άλλο από τον τάφο!...
Έτσι πήγαινε η δουλειά, όντας μια μέρα το μπεόπουλο της χώρας
γυρίζοντας απ' το κυνήγι, πέρασε με τ' ασκέρι του απ' το μύλο
κοντά το μεσημέρι. Ο μυλωνάς σα ραγιάς τους δέχτηκε χαρούμενος,
θέλοντας μη θέλοντας. Έσφαξε καπόνια κι έστειλε στη χώρα για
κρασί. Το μεσημέρι κάθισαν στην τάβλα το μπεόπουλο και τα
συντρόφια του καμιά εικοσαριά. Το κρασί, πόλεγαν πως δεν
τόπιναν οι Τούρκοι, άρχισε να τους βαράη στο κεφάλι. Εκεί απάνω
γυρίζει το μπεόπουλο και λέγει στο μυλωνά:
— Έχεις κανένα κορίτσι γέροντα;
Ο μυλωνάς τα χρειάστηκε κι είπε.
— Έχω κ' εγώ ένα ορφανό, μπέη μου.
— Κ' είνε όμορφη, σαν πως λένε, η Λουλούδω σου γέροντα;
Ο Λιάκος δεν έβγαλε μιλιά, μονάχα γύρισε τα μάτια του προς τον
τοίχο, που κρέμουνταν το καρυοφύλλι του και το γιαταγάνι του.
— Άιντε, ορέ μυλωνά, να μας φέρνης τη Λουλούδω, είπε γελούμενο
το μπεόπουλο. Ο άτυχος πατέρας σ' αυτά τα λόγια, ένιωσε το μύλο
του να γυρίζη σα σφοντήλι στα μάτια του.
— Όπως ορίζης, μπέη μου, αποκρίθηκε, μα το κορίτσι, δεν είνε
εδώ· πήγε χαράζοντας σε μια κουμπάρα μας.
Εκεί απάνω απ' την άλλη κάμαρα του μύλου κάτι βρόντηξε, και σε
λίγο έτριξε δυνατά η πόρτα του κήπου, και φάνηκε η Λουλούδω
ροβολώντας κάτου στο πλατανόρρεμμα.
— Η Λουλούδω! η Λουλούδω, κάνει κάποιος.
Το μπεόπουλο αλαφιάστηκε. Γύρεψε να τρέξη κ' αδρασκέλησε το
κατώφλι. Δυο σιδερένια χέρια τότες το κράτησαν στον τόπο του.
Οι τούρκοι μισομεθυσμένοι πετάχτηκαν όξω και χύθηκαν απάνω στο
Λιάκο. Δυο τιναξιές τους έχει και τους ξεφεύγει. Χύνεται μέσα
στο μύλο και πετρόνει γερά την πόρτα. Πετάει την αλευρωμένη
σεγκούνα του, αδράχνει το καρυοφύλλι του, χύνει κάμποσο μολύβι
και μπαρούτι στο σελάχι του, καβαλλάει ψηλά το δοκάρι της
στέγης και τρυπόνει αποπίσω από τον φεγγίτη. Οι τούρκοι χύθηκαν
να ρίξουν την πόρτα του μύλου. Βρήκαν στο περιβόλι ένα
τσεκούρι και ρίχτηκαν. Η πόρτα άρχισε να τρίζη κι ο μύλος να
χορεύη. Άξαφνα το καρυοφύλλι του γέροντα από πάνω άρχισε ν'
αστράφτη και να σκούζη σαν πεινασμένο θεριό. Τα βόλια του
μυλωνά αλάθευτα ξάπλοναν κι απόνα Τουρκαλά στο κατώφλι του. Μα
οι Τούρκοι, ένας έπεφτε, δυο χύνουνταν στην πόρτα, όσο που
απόδωσαν και κρύφτηκαν στα πλατάνια δαιμονισμένοι. Το
μπεόπουλο πίσω σ' ένα κουφοπλατάνι δάγκανε τα δάχτυλά του και
χτυπούσε τα ποδάρια του στο χώμα. Βγάζει μια φωνή τότες:
— Φωτιά να τον κάψουμε τον παλιογκιαούρη!... Έτρεξαν στο
περιβόλι· το μάτι του Λιάκου δεν τους έβλεπε. Κολλητά στο μύλο
είταν δυο θυμωνιές απ' άχυρα. Έκοψαν πρώτα το νερό του μύλου κ'
ύστερα έτσουξαν φωτιά. Καλοκαίρι καιρός π' άναβε το χώμα, και
σε λίγο ο μύλος πήρε λαμπάδα, φούντωσε ο καπνός, έτριξαν τα
ξύλα και γκρεμίζουνταν οι τοίχοι από δω κι από κει. Ο Λιάκος
αγάλι αγάλια απ' το δοκάρι τράβηξε στον τοίχο, έκατσε κοντά στο
φεγγίτη. Τον έπνιγε η φωτιά, ο καπνός, μα σώθηκε. Όντας άρχισε
να κατακάθεται η φωτιά, ζύγωσαν οι Τούρκοι. Κάνουν έτσι και τον
βλέπουν ζωντανό, σκύλιασαν. Ίσα να τον σκοτώσουν. Μα κοντά στο
πλατανόρρεμμα άξαφνα χυμάει η κλεφτουριά του Τσέλιου με τη
Λουλούδω αντάμα: