— Βαράτε τα σκυλιά!, κάνει από πάνω ο μυλωνάς σαν τους είδε,

βαράτε τα σκυλιά!... Δέκα καρυοφύλλια ρυάστηκαν τότες μαζί, κ'

οι τούρκοι έπεφταν ο ένας απάνω στον άλλο μπαϊλισμένοι.

Κοκκίνησε το νερό του μύλου απ' το αίμα. Μ' απάνω στη ζάλη, ο

τοίχος πόμεινε ο Λιάκος, αναταράχτηκε σύρριζα. Τον είχε φάη η

φωτιά και σωριάστηκε μισός από δω, μισός από κει μαζί με το

Λιάκο στον αέρα, που φώναζε ακόμα μέσα στο κατρακύλημα των

λιθαριών:

— Βαράτε! τα σκυλιά, βαράτε!.....

Κι όντας αποτέλειωσε τη θλιβερή αυτή ιστορία, ο γέρος τσοπάνος,

της πέτρας αυτής που καθόμαστε ξαπλωμένοι κ' οι δυο, μου φάνηκε

πως ο αντίλαλος πέρα της ράχης έπαιρνε τα στερνά του λόγια και

τάφερνε μακριά, πολύ μακριά προς τα ελληνικά σύνορά μας,

διαλαλώντας τα βραχνά από μεγάλο πόθο κι εκδίκηση γεμάτα:

— Βαράτε! τα σκυλιά, βαράτε!...

ΤΟ ΧΑΛΑΖΙ

Το μάτι ελεύθερο ξάνοιγε την απέραντη πρασινάδα των σταφίδων

και τη θάλασσα τη βαθειά γαλάζια κι αφροστεφανωμένη. Τα

χελιδόνια φτερούγιζαν φλύαρα κ' οι γλάροι βουτούσαν κάτω στα

κύματα. Χαρά θεού, κι ομορφιά καλοκαιρινής ημέρας. Ο ουρανός,

ξάστερο κρούσταλλο, καταγάλαζος, τ' αεράκι της εξοχής μυρωμένο

από χορτάρι, από πρασινάδα. Κ' οι λινοί, όμορφα άσπρα, κόκκινα,

γαλάζια σπιτάκια, σκορπισμένα ανάκατα κάπνιζαν· κόντευε

μεσημέρι. Οι αργάτες τρυγούσαν παλληκάρια και κορίτσια, με τα

καλάθια που τα γέμιζαν τα φορτόνουνταν στον ώμο τους, κι

έρχουνταν κι άδειαζαν τις σταφίδες στ' αλώνια. Άσπριζε η εξοχή

από τ' άσπρα μαντήλια των κοριτσιών που φορούσαν στο κεφάλι για

τον ήλιο, έφερνε στα φτερά του το μυρωμένο αγέρι στιχάκια

αγάπης και καημού από τα τραγούδια των τρυγητών:

Ψηλά την χτίζεις τη φωλιά και θα λυγίση ο κλώνος

και θα σου φύγη το πουλί και θα σου μείνη ο πόνος...

Ο ήλιος φλογερός· λιοβόρι πυρωμένο σκορπούσε χρυσά, φωτεινά,

θαμπωτικά κύματα, φλόγες κατάχρυσες, ο ίδρωτας στεφάνονε τα

μέτωπα των δουλευτών η ευτυχία χαμογελούσε στα σπιτάκια και στα

καλύβια.

Καθόμαστε με το νοικοκύρη του λινού από κάτω από μια θεόρατη

βελανιδιά. Είχε αποστάση ο χωρικός μέσα στον ήλιο και περίμενε

τη γυναίκα του, τα παιδιά του, και τα κορίτσια του ν' αφήσουν

τον τρύγο για να ξεμεσημεριάσουν για να φάνε. Είταν χαρούμενος

ο χωρικός, η εσοδεία φέτο πήγαινε καλά, ο καιρός τη

σιγουντάριζε πολύ, τ' αλώνι του γέμιζε από διαλεχτό πράμμα·

λίγες μέρες ακόμα θ' αποτρυγούσαν, θα λιάζουνταν το πράμμα, θα

το κουβαλούσε στην πόλη, θα το πωλούσε τέλος, θα ξέβγαινε απ'

τα βάσανα. Και πόσα βάσανα! Κι ενώ κοίταζε μ' αγάπη τη σταφίδα

του που σούρωνε στ' αλώνι κι έπαιρνε στον ήλιο ένα γλυκό μπλε

χρώμα, έκανε τόσους καλούς λογισμούς, χαμογελώντας. Με τη

σταφίδα αυτή θα πλήρονε τον τόκο στης χώρας τον τοκογλύφο, θ'

αγόραζε στο στάρι του για το ψωμί του τον χειμώνα, θάντυνε, θα

πόδαινε τα παιδιά του, και κάτι τι ακόμα π' όσο το στοχάζουνταν

τόσο και χαμογελούσε γλυκύτερα. Το πρώτο του κορίτσι, η

ξανθομαλλούσα η Βασιλική, δυο χρόνια τόρα αρραβωνιασμένη

θάνοιγε το σπίτι της κι αυτή, θάβγαινε το κορίτσι από τη

συλλογή του, θάβγαινε κι αυτός απ' αυτή την παντρειά. Πέρυσι η

σταφίδα τίποτε, λιγοστή, πρόπερσι τα ίδια. Τόρα έδοσε ο θεός κι

όλα καλά πήγαιναν. Και τα τραγούδια έρχουνταν γλυκύτερα, από

μακριά, κ' η εξοχή χαμογελούσε όμορφη κι ευτυχισμένη.

Ήρθε το μεσημέρι κ' οι αργάτες έφτασαν, τα παιδιά, τα κορίτσια

χαρούμενα, μουσκεμμένα στον ίδρωτα. Ξανάσαναν στον ίσκιο της

μεγάλης βελανιδιάς, ένυψαν τα χέρια τους κι άρχισαν να τρώνε μ'

όρεξη μαύρο ψωμί κι άσπρο τυρί με μεγάλες μπουκιές, με κόκκινα

μάγουλα και μ' άσπρα δόντια, όλο υγία, θεριοσύνη.

Μ' άξαφνα πέρα από τα βάθη τ' ουρανού, σκούρα συγνεφάκια

άρχισαν να ξεμυτίζουν να προβάλλουν περισσότερο. Σε λίγο ο

ήλιος αυτός κρύφτηκε στα σύγνεφα, μαύρες, μαύρες σκιές

απλώθηκαν στην εξοχή. Αστραπές και βροντές ακούστηκαν. Σε μισή

ώρα η όμορφη εξοχή, οι κόποι και τα βάσανα των χωρικών η

σταφίδα τους η πολυβασανισμένη, όλα, όλα χόρευαν μέσα στη

νεροποντή τ' ουρανού. Ξαφνικό χαλάζι πυκνό και κατάχοντρο

παράδερνε τα χτήματα, τσάκιζε τις ελιές και τα δέντρα,

παράσυρνε τη σταφίδα απ' τ' αλώνια στα χαντάκια, κάτω στο

ποτάμι, πέρα στη θολή και μανιωμένη θάλασσα. Αντάρα πυκνή, θολό

χάος σκέπαζε και γις και ουρανό. Η δυστυχία άπλωσε το βαρύ χέρι

της και τσάκισε, και συνέτριψε και κόπους κι αγώνας, και όνειρα

κι ελπίδες. Βαρειά θλίψη πλάκωνε τους λινούς, τα σπιτάκια και

τις καλύβες των χωρικών.

Μια ώρα κράτησε η ανεμοζάλη, η πλυμμύρα. Ύστερα αγάλι' αγάλια

ξάνοιξε, ξαστέρωσε, τα σύγνεφα σκίστησαν, μάζεψαν, τράβηξαν

δρόμο, σε λίγο χάθηκαν πέρα στις άκρες τ' ουρανού. Ο ήλιος

διάφανος, δροσερός αγκάλιασε πάλι την εξοχή, μεγάλοι κόμποι

νερού τρεμούλιαζαν στην άκρη των μαδημένων φύλλων των δέντρων

των κλημάτων, ο ουρανός άπλονε τη θολωτή αγκαλιά του πιο

γαλάζια, τα πουλιά λουσμένα στη βροχή, φτερούγιζαν να

στεγνώσουν ήλιο. Κ' η λαμπράδα αυτή του καθάριου ουρανού, του

μεγάλου ήλιου, έπεφτε με μια μεγάλη λύπη απάνω στην

κατατσακισμένη, την καταστραμμένη φύση.

Οι χωρικοί καταλυπημένοι, ξαφνισμένοι από τ' ανεπάντυχο κακό,

απόμειναν σαστισμένοι, ταμπλοβαρεμένοι. Ο νοικοκύρης του λινού,

η γυναίκα του, τα παιδιά του, τα κορίτσια, ο σκύλος του, ο

μεγαλόσωμος και κατσαρός σκύλος, με χαμηλωμένο κεφάλι, με θολά

μάτια κι αυτός, εγώ, όλοι βγήκαμε όξω, τραβήξαμε στ' αλώνι. Δεν

είχε μείνη τίποτε· η σταφίδα, όση δεν την πήρε η νεροποντή,

είχε κολλήση, με το χώμα, είχε γίνη ντιπ λάσπη, αυτή που εδώ

και λίγη ώρα άφινε στου ήλιου τις αχτίδες εκείνο το γλυκό μπλε

χρώμα. Σε τέτοια καταστροφή, σε τέτοιο χαλασμό, ο πόνος μας

τράνταξε βαθειά, βαθειά, όλους. Ω! ο Θεός είταν πολύ άδικος,

πολύ άδικος! Τα παιδιά βλαστημούσαν η γυναίκα χτυπούσε με τα

χέρια της το κεφάλι της, τα κορίτσια έκλαιαν. Δεξιά, αριστερά,

πέρα, η ίδια θλίψη, ο ίδιος πόνος, η ίδια κατάρα. Ο νοικοκύρης

κίτρινος, κίτρινος, με σκυμμένο κεφάλι, και τα χέρια σταυρωμένα

πίσω, κοίταζε μ' ανοιχτά μάτια, χωρίς να βλέπη. Είταν σαν

τρελλός. Φωνές και κατάρες έρχουνταν απ' όλη την εξοχή κι ο

αέρας φαίνουνταν πως γέμιζε από κύματα οργής και θυμού και

απελπισμού. Α! ο Θεός είταν πολύ άδικος, πολύ άδικος.

Τόρα πάνε τα γλυκά όνειρα, οι καλές ελπίδες. Ο δανειστής δε θα

πληρωθή και φέτο, ο τόκος δε θα δοθή, το χρέος θ' αυγατήση,

λεφτά δε θα βρεθούν το χινόπωρο για την καλλιέργεια, το ψωμί θα

λείψη τον χειμώνα, παπούτσια και φουστάνια τίποτε. Ο γάμος δε

θα γίνη και φέτο, ο γαμπρός θα θέλη τα λεφτά που τούταξαν, το

κορίτσι θα μαραζόνη η φαμελιά θα ντροπιαστή· ίσως και διαλύση

την αρραβώνα ο γαμπρός· ο κόσμος τότες θα πη τα δικά του. Η

φτώχεια βαρειά, βαρειά θάνε η φτώχεια, η δυστυχία μεγάλη φέτο,

το ψωμί ακριβό...

Κ' οι πικροί αυτοί λογισμοί βαραίνουν πολύ, το κεφάλι του

δυστυχισμένου πατέρα. Γυρίζει και βλέπει τα μάτια της κόρης του

βουρκωμένα, το πρόσωπό της χλωμό, μαραμένο. Δυστυχισμένο παιδί.

Δε σκέφτεται τόρα άλλο τίποτε παρ' αυτή, αυτή μονάχα. Τι

δυστυχία! Τα βλαστήμια, οι κλάψες αυξάνουν ολόγυρά του· η

καρδιά του φουσκόνει. Τούρχεται πολύ κακό, πολύ κακό· έτσι να

βλαστημήση κι αυτός, να κολαστή, να μη λυώση αύριο μεθαύριο που

θα πεθάνη, να βράση η ψυχή του σε καζάνια με πίσσα στον αιώνα

τον άπαντα.

Αλλ' όχι δε κάνει, αυτό δε γίνεται. Η δυστυχία, το κακό πού

αλλού θα πάη παρά στον άνθρωπο; Πρέπει να το δοκιμάση κι αυτό

το κακό ακόμα. Ο Θεός το έδωσε κι ό, τι δίνει ο θεός, καλό

καμωμένο. Η ζωή θέλει κουράγιο, αυτή η πολυβασανισμένη ζωή. Και

γυρίζει άξαφνα με την τρεμάμενη φωνή του μέσα στην κλάψα και

στον πόνο της φαμελιάς του και λέει χαμογελώντας πικρά:

— Ε! κουράγιο, βρε παιδιά, κουράγιο. Μη σας πήρε όλους η

λιγοψυχιά. Έχει ο Θεός και για μας τους φτωχούς!...

ΜΙΑ ΝΥΧΤΑ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ

Στον Κ. Μάνον

Το γεροντάκι αποκοιμήθηκε στα ύστερα στην άκρη του και η μεγάλη

λάμπα αντικρύ του με το πράσινο κομψό αμπαζούρ της, φώτιζε

γελαστό το μισοασπρισμένο κεφάλι του· κοιμούνταν τον

ευτυχισμένο αγροτικό ύπνο του. Η πλακόστρωτη ταράτσα

καταστοιβαγμένη από πρασινάδες και λουλούδια ολόγυρα, είταν το

μόνο φωτισμένο μέρος του μικρού σπιτιού, που κοιμούνταν σε

βαθειά σιγαλιά. Το τραπεζάκι με τ' απομεινάρια του δείπνου

απόμεινε ακόμα εκεί, και μια γατίτσα με κόκκινη κορδέλλα στον

ασπρόμαλλο λαιμό της, στριφογύριζε και νιαούριζε, πηδώντας από

καρέκλα σε καρέκλα.

Αγροτική ερημιά περιχυμένη άφθονη στο μικρό σπιτάκι, σ' όλο το

χωριό. Ο κήπος με τα καρποφόρα δέντρα του, τα λαχανικά του και

τα θεόρατα πλατάνια του κάτω εκεί που έσμιγε σ' αδελφωμένο

νανούρισμα με της νεροσυρμής τον αχό, ο κήπος μέσα στην

ομορφότερη αστροφεγγιά του καλοκαιριού, έπαιρνε μια φανσταστή

όψη και το μικρό σπιτάκι ανάμεσά του, παράστεκε σα μια μικρούλα

ονειρευτή φωλιά παντοτεινής αγάπης.

Το γεροντάκι αποκοιμήθηκε κι αυτός κι εκείνη απόμειναν μονάχοι,

βουβοί και βυθισμένοι σ' όνειρα, σ' αφηρεμάδα, σε λογισμούς

ατέλειωτους. Πρώτη φορά που βλέπουνταν στη ζωή τους· περνούσε

αποβραδίς απ' το χωριό το παλληκάρι, κι ο γέρος της που

φημίζουνταν για ψωμοδότης και φιλόξενος άνθρωπος, τον κράτησε

μια νύχτα στο σπίτι του. Αυτή γύριζε εκείνη τη στιγμή απ' τ'

αμπέλια πέρα, καβάλλα στον ψαρή της, χωριατοπούλα όμορφη και

δροσερή, αρχοντοπούλα ζηλευτή, γραμματισμένη περισσότερο απ'

όλες τις φιλενάδες της. Ξεππέζεψε πεταχτή, τίναξε χαριτωμένα τ'

άσπρο φουστανάκι της, και βρέθηκε στο πλάι του πατέρα της. Το

γεροντάκι τους γνώρισε χαμογελώντας, κι ανέβηκαν στο σπίτι και

οι τρεις· στρώθηκε το τραπέζι στην πρασινοστολισμένη ταράτσα,

ενώ η νύχτα άπλονε το μαλακό της πέπλο στην εξοχή, και

σκορπούσε αγάλι' αγάλια ολοένα γλυκύτερο και βαθύτερο μυστήριο

στο μεγάλο κάμπο.

Το γεύμα είταν όμορφο κι αυτό, αγροτικό κ' ευτυχισμένο, θάλεγε

κανείς πως στη μικρούλα αυτή άκρη της γις έρχουνταν και

κρύβουνταν ζηλότυπα του κόσμου η ευτυχία. Δεν είχαν γνωριστή

περισσότερο από δυο τρεις ώρες και ο καθείς του ένιωθε μεγάλη

ηδονή να βλέπη και να μη χορταίνη μέσα στ' ολίγο φως της

λάμπας, τα μάτια του άλλου. Είχαν πη τόσα αδιάφορα πράγματα στο

τραπέζι, είχαν αραδιάση τόσα λόγια και τόρα ξεκουράζουνταν μέσα

σε μεγάλη σιωπή. Γύρω τους όλο το μεγαλείο και το μάγεμμα της

νύχτας, τους μεθούσε και τους συνέπαιρνε από στιγμή σε στιγμή,

κ' οι καρδιές τους ανάλυοναν από μεθυστικούς χτύπους, μέσα στην

αδιάκοπη αναπνοή του κοιμισμένου γέρου, π' αντηχούσε στο πλάι

τους ήσυχη κι ευτυχισμένη.

Κι αγάλι' αγάλια μέσα στο νανούρισμα της καλοκαιριάτικης

αστροφωτισμένης νύχτας, οι ψυχές τους ξεχωριστά ανόμοιες η κάθε

μια, γέμιζαν από μεθύσι επιθυμίας κι αγάπης. Εκείνος άνθρωπος

του κόσμου, της ζωής, του ξεφαντώματος, νιος της ξενευρισμένης

εποχής, εκείνος που δεν άφησε να μη δοκιμάση σταλαματιά,

σταλαματιά τη ζωή παράφορα και την ηδονή αχόρταγα, κουρασμένος

και ξασθενισμένος, φαίνουνταν πως είχε βρη ξαφνικά το γιατρικό

της παραλυμένης ζωής του μέσα στην ερημική αυτή γωνιά της γις.

Και με πόση χαρά θ' άλλαζε όλη την άταχτη και νευροφάγα ζωή του

κόσμου μ' αυτή την ήσυχη, την τρυφερή, τη μαγεμμένη ερημικιά

φωλιά της ευτυχίας. Να λησμονήση όλα, όλα· να λείψη από τη

σάχλα και την ανορεξιά της καθημερινής ζωής του, να χάση από τα

μάτια του τον κόσμον και την αηδία του, να μείνη σφιχτά δεμένος

παντοτεινά σ' αυτή την όμορφη εξοχή, σ' αυτόν τον χαριτωμένο

τόπο, ανάμεσα σε πρασινάδα και σε ομορφιά αγροτική, χωριάτικη,

ξένοιαστη, μέσα στα σπαρμένα ξανθά σιταροχώραφα και στα πράσινα

αμπέλια, σ' αυτό το μικρουλάκι σπιτάκι, ανάμεσα στην αληθινή,

στην αφκιασίδωτη φύση και εξοχή. Ο πόθος της αγροτικής ζωής

ποτέ δεν έπιασε τόσο αλαίμαργα άλλη ψυχή. Και ποια ακόμα τέλεια

ευτυχία, να γέρνη ν' αναπαύεται στα μικροκαμωμένα γόνατα της

όμορφης χωριατοπούλας, και να τον μεθούν και να τον

αποκοιμίζουν τα ολόμαυρα αυτά μάτια, που τον κοιτάζουν τόρα

τόσο λιγωμένα και λαχταριστά......

Εκείνη κόρη του αγρού, γεννημένη στη δροσοστόλιστη και

ηλιολουσμένη πρασινάδα του βουνού, κόρη αγνή κι ανήξερη,

σταλαματιά νερού στον ήλιο, είχε ζήση τόσα χρόνια τόρα στον

ήσυχο ορίζοντα του χωριού της. Μοναχοκόρη κι αρχοντοπούλα

μικρορφανεμένη από μητέρα, το καμάρι κ' η χαρά του γέροντά της,

άκακη κι απονήρευτη σαν τ' ανοιξάτικο πουλάκι, αγνή σαν

χριστογεννιάτικο χιόνι, είχε γνωρίση τον κόσμο που ξαπλόνουνταν

άγνωστος και με μυθική ομορφιά πέρα απ' τα βουνά του χωριού

της, μονάχα απ' τα βιβλία που διάβαζε στην ερημιά της. Κ' η

παιδική ψυχή της θαμπωμένη στ' αγνώριστα αυτά μάγια γι αυτή,

στην ευτυχία αυτή και την ονειρευτή χαρά που είταν άγνωστη

στους δρόμους και στα σπιτάκια [του] χωριού της, διψασμένη από

τ' ανήξερο αυτό νερό ξένης ζωής, ξένου γι αυτή κόσμου, που

τόσες νύχτες τον ωνειρεύουνταν με τόσο πόθο στο μικρό

κρεββατάκι της, και η ψυχή της ανοιχτή και ανυπόμονη αιώνια για

την αλιώτικη αυτή ζωή, πλημμύριζε αχόρταγα από το άρωμα του

παλληκαριού αυτού, που έρχουνταν εκεί στην ερημιά της ξαφνικά

σαν άγγελος επίτηδες σταλμένος από την ποθητή χώρα των ονείρων

της....

Και το χαριτωμένο κεφαλάκι της, γέμιζε από τόσους μεθυστικούς

λογισμούς, κι έπλεε όλη σ' ένα πέλαγο επιθυμιάς και δίψας

μπροστά σ' αυτό το ζωντανό όνειρό της, που τόσα χρόνια το

πόθησε και το ζωγράφισε κατάβαθα στο νου της, η παιδική της

φαντασία. Με πόση όρεξη θάπεφτε στην αγκαλιά τόμορφου και του

καλού αυτού νιου, που ξέρει τόσα όμορφα πράμματα, που λέει τόσα

έξυπνα λογάκια, που γνώρισε του κόσμου όλα τα καλά κι όλα τα

ξεφαντώματα, για να την φέρη πέρα, πέρα στον άγνωστο μεγάλο

κόσμο, να δη και να γνωρίση τα μάγια καινούργιας ζωής, του

κόσμου τις χαρές και τις τρέλλες.

Κι όσο έβλεπε κατάμματα το καλοκαμωμένο και κομψό παλληκάρι,

τόσο η επιθυμιά της άναβε στη ψυχή της, και δείχνουνταν φλογερή

κι αστραφτερή στα ολόμαυρα ματάκια της.

Γύρω ο κήπος γεμάτος σκοτεινό μυστήριο, αναδεύουνταν στα

φιλήματα της αύρας, σα ν' ανατρίχιαζε από γλυκειά επιθυμία κι

αυτός, κ' η μαγεμμένη νύχτα με την πλούσια αστροφεγγιά της,

ανάλυονε ολοένα τις ψυχές τους, και κοίταζε τόρα ο ένας τον

άλλον με πικρό παράπονο, με περίσσια ζήλεια. Κι άξαφνα το

γεροντάκι που κοιμούνταν τόσο ήσυχα, ξυπνά. Ανοίγει τα μάτια

του χαμογελώντας και ξαφνισμένος και καλός, ψιθυρίζει:

— Μπα! με πήρε ο ύπνος· πέρασε η ώρα. Πάμε να κοιμηθούμε...

Μες στης αυγής την όμορφη ροδόλαμψη, μέσα στα πρώτα κελαδήματα

των πουλιών προτού ακόμα να φανή η μέρα και να πετάξη η νύχτα,

μέσα στ' ατέλειωτα λαλήματα των κοκόρων του χωριού, τ' όμορφο

και καλοκαμωμένο παλληκάρι, ευχαριστεί και σφίγγει δυνατά το

γεροντικό χέρι του ψωμοδότη του, καβαλλικεύει στ' άλογό του

ανόρεχτα, με τη ψυχή γεμάτη απόνα αίσθημα παράξενης λύπης, και

παίρνει σκυφτό το δρόμο του. Λαλούν ακόμα οι κοκόροι του

χωριού, ο μεγάλος κήπος με το μικρό σπιτάκι πλέει όλος σ' ένα

μισοφωτισμένο πέλαγος ευτυχίας πιο αρπαχτικής, κι αυτός προτού

να χάση μια τέτοια αγαπημένη ζωγραφιά για πάντα απ' την όψη

του, στην άκρη του πυκνοφυτεμμένου μονοπατιού, γυρίζει πίσω μια

φορά ακόμα τα μάτια του...

Ψηλά στην πρασινοστόλιστη ταράτσα ολόρθη, αχνή και λυπημένη

στέκεται η κόρη σαν ολοζώντανο μάρμαρο του Παράπονου, με

καρφωμένα τα ματάκια της απάνω του. Και μέσα στο στερνό εκείνο

και φλογερό κοίταγμά τους, όλα τα γλυκά όνειρα κ' οι φλογερές

και διαφορετικές επιθυμίες της περασμένης νύχτας, λυόνουν στα

μάτια τους για μια στιγμή σε δάκρια πικρά, όσο που ο πράσινος

τοίχος του μονοπατιού, χωρίζει αιώνια αυτόν που φεύγει για τον

αηδιασμένο κόσμο του, κι αυτή που απομένει στην άχαρη εξοχή

της.

Ο ΣΙΔΕΡΟΔΡΟΜΟΣ

Από το μικρό χωριδάκι περνά πολύ θαμπά το τραίνο, κι ο σταθμός

του σιδηρόδρομου με τα κόκκινα κεραμίδια του, τον κλαρωμένο

στους τοίχους του πράσινο κισσό, και με το γέρο σταθμάρχη του,

είνε πολύ μακριά απ' το χωριό.

Κ' οι χωρικοί περπατούσαν γλήγορα να προφτάσουν το τραίνο. Ένας

από τη χώρα τεχνίτης είχε παντρευτή το βράδι στο χωριό κι

έφευγε τόρα μαζί με τη νύφη. Μπροστά το μικρό χωριατόπουλο με

γυμνά ποδάρια κι άφθονα μαλλιά, κρατώντας μέσα σ' ένα

τενεκεδένιο κουτί τα στεφάνια του γάμου, τη μόνη ενθύμηση

πόπαιρνε μαζί της από το χωριό της η νύφη, αχνή, αχνή παιδούλα.

Ο γαμπρός κ' η νύφη περπατούν μαζί, ο ένας κοντά στον άλλον

χωρίς μιλιά. Πίσω έρχεται η μάννα με τα δάκρια στα μάτια που

τρέχουν στο ζαρωμένο πρόσωπό της. Η αυγούλα αρχίζει να ροδίζη

στον ουρανό κι αυτοί φεύγουν φεύγουν να προφτάσουν το τραίνο. Ο

κοκκινοχώματος δρόμος του χωριού με τη μακριά σειρά των φραχτών

του κι από τις δυο μεριές είνε σκοτεινός ακόμα. Κοιμούνται γύρω

τα περιβολάκια με τα ψηλά κυπαρίσσια τους, πέρα τ' αμπέλια

μόλις χωρίζουν και το ποταμάκι κάτω πόπλυνε τόσες όμορφες μέρες

τα ρούχα της η νύφη, ακούεται σα να κλαίη παραπονεμένα κι αυτό,

για τον ξενιτεμό της.

Φεύγουν φεύγουν κι από μπρος της φεύγει κ' η αγαπημένη όψη του

χωριού της, πόζησε σ' αυτό όλη τη ζωή της για ν' ακολουθήση

τόρα τον ξένο αυτόν τον άντρα της. Και τα ματάκια της ραντίζουν

το κοκκινόχωμα του χωριού της. Ε! έτσι είταν της μοίρας της! Θα

χωριστή τόρα απ' τη μαννούλα της, θα πάη πέρα σε ξένη χώρα γι

αυτή και σε ξένο κόσμο.

Λίγα βήματα ακόμα και φτάνουν στο σταθμό. Το τραίνο ήρθε

λαχανιάζοντας, κατάμαυρο. Τα δυο μεγάλα κόκκινα μάτια του

μπροστά, οι λυχνίες του στη γραμμή, απλόνουν κόκκινες φωτερές

πλατειές λωρίδες στα χαλίκια. Τα παράθυρα, οι πόρτες του

ανοιγοκλείουν βιαστικά, κοιμισμένα κεφάλια, νυσταγμένα σώματα

βγαίνουν. Ο καμπουριασμένος σταθμάρχης με το μικρό φαναράκι του

στα χέρια και τη σφυρίχτρα του στα χείλη πάει κ' έρχεται..

Η φωνή του τόρα ακούεται βραχνή:

— Στις θέσεις σας, κύριοι!.....

Στη θέση τους γρήγορα, τόσο γρήγορα!.... Ο γαμπρός την σέρνει

βιαστικά, το χωριατόπουλο τεντόνει το χέρι του με το

τενεκεδένιο κουτί των στεφανιών η γριά μάνα κολλιέται στο λαιμό

της αγαπημένης κόρης, της και κλαίει, κλαίει. Πόσο γρήγορα,

πόσο αρπαχτικά της την παίρνουν.

— Στις θέσεις σας, κύριοι!....

Κ' η φωνή του γέρου σταθμάρχη της σκίζει τα στήθη. Δύο τρία

φιλιά μόλις προφταίνει να της δώση ακόμα στα χλωμά της μάγουλα.

Κι αυτά βιαστικά, σα να της τάκλεφτε. Δυο φιλιά; Τι να της

κάμουν αυτής δυο φιλιά· πως να την παρηγορήσουν; Κ' η γις κι ο

κόσμος όλος της φαίνεται, πως βυθίζεται μπροστά στα ποδάρια

της. Πώς! για μια νύχτα είταν όλη η ευτυχία του γάμου της κόρης

της; Να την δη νυφούλα, όσο βλέπει κανείς την αστραπή; Όλα

βιαστικά, όλα γρήγορα, όλα παράξενα. Έτσι παντρεύουν τόρα τα

κορίτσια στο χωριό; Μια νύχτα μονάχα θα κρατή η χαρά κ' η

ευτυχία του γάμου; Έτσι βιαστικά θα χωρίζουνται τα κορίτσια από

την αγκαλιά των γονιών τους; Μήτε χαρές πια, μήτε γάμοι, μήτε

χοροί, μήτε μεθύσια, μήτε κοσμοχαλασιά, μήτε θόρυβος; Πάει και

το ξεπροβόδισμα της νύφης με τα όμορφα νυφιάτικά της, καβάλλα

σε ψαρή άλογο, με τις καβάλλες των παληκαριών του συμπεθερικού,

της λεβεντιάς, με τις άσπρες φουστανέλλες και τις χρυσές

φέρμπελες; Πόσο άλλαξαν τα πράμματα· να φεύγουν οι νυφάδες

νύχτα νύχτα σαν φαντάσματα, σα δολοφόνοι, κατάμονοι! Έφταιξε

τόσο πολύ, αμάρτησε τόσο πολύ ο κόσμος για να τιμωριέται τόσο

σκληρά αυτή η δυστυχισμένη!

Και στο υστερνό στεναγμό της, στο υστερνό φίλημά της απάνω στα

λυπημένα μάτια της κόρης της, το τραίνο κυλά λαχανιασμένο,

αδιάφορο μπροστά. Χάνεται στη νύχτα μπροστά στα θολά μάτια της

το χλωμό κεφαλάκι της κόρης της που πνιγμένη στα δάκρια

ψιθυρίζει:

— Μάννα, γλυκειά μου μάννα!...

Κ' η φτωχιά χωριάτισσα συντριμμένη από τη λύπη, βλέποντας να

γκρεμίζεται μπροστά της ο καλός παλιός κόσμος άλλης ζωής κι

άλλων αισθημάτων απομένει βουβή στην αρχή. Ύστερα σηκόνει τη

ζαρωμένη γροθιά της θυμωμένη κατά το τραίνο που χάνουνταν πια,

και ξεθυμαίνει σ' αυτό:

— Ανάθεμά σε, σιδερόδρομε, εδώ που βρέθηκες!...

Τ' ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ

Καιρός τόρα και τη θυμούμαι αυτή την ιστορία. Σαββάτο βράδι

είταν την ώρα που κουρνιάζουν οι κότες, π' ανάβουν τους

φούρνους τους οι χωριάτισσες για το ψωμί τους, που παίζουν τις

αμάδες και πηδούν τις τρεις τα χωριατόπουλα, πόρχουνται

καταποσταμένοι απ' τα χωράφια τους με τ' αλέτρια τους και τα

ζώα τους οι χωριάτες. Σάββατο βράδι που χόρευε ο γονιός το

χοντρομπαλάτο μαξούμι του απάνω στα γόνατά του, και παρατούσε

τον αργαλιό της η λιγερή, για ν' ανάψη το καντήλι της εμπρός

στο κόνισμα του σπιτιού· το κόνισμα με την Παναγία και τα

στέφανα των γονιών της, καπνισμένο από τόσων χρόνων καπνό, που

τον είδαν ν' ανεβαίνη αγάλι' αγάλι' στα δοκάρια της στέγης,

πότε χαρούμενα και πότε κλαμένα τα μάτια της φαμελιάς.

Είτανε η καλή ώρα όλου του χωριού που γύριζε στο σπίτι του ν'

αλλάξη το λερωμένο μέσα στις λάσπες μια βδομάδα ντύμα του, να

πάη στην εκκλησιά του το πρωί της Κυριακής, να κρεοφαγήση το

μεσημέρι, να μεθοκοπήση κάμποσο τ' απόγιομα και να κοιμηθή μια

νύχτα ακόμα στο σπίτι του, για να ξεκινήση θαμπά τη Δευτέρα για

τα χωράφια του.

Εκεί απάνω ξεμπουκάρει τ' απόσπασμα στο χωριό. Δέκα ευζώνοι κι

ο δεκανέας έντεκα. Η πανούκλα νάτανε δε θα τρόμαζε τόσο το

χωριό. Φευγιό και πάλι φευγιό. Φτωχοί άνθρωποι. Μια φωνή

ακούστηκε:

— Τ' απόσπασμα!

Κι έσβυσαν οι φούρνοι, βουβάθηκαν τα παιδιά, ανεμοζάλη φύσηξε.

Το μισό χωριό πήρε το λόγκο κι όπου φύγη φύγη.

Ο δεκανέας κοντός, κοντός με το φέσι ριγμένο μπροστά στο

μέτωπο, τη μεγάλη φούντα του σκορπισμένη, την κάπα του ριγμένη

στον ένα ώμο, τον γκρα, αναρτισμένον σέρνοντας τη ψηλή του

γκλίτσα, φάνηκε πρώτος πρώτος. Ίδιοι κι απαράλλαχτοι οι από

πίσω με γκράδες και γκλίτσες. Απόσπασμα χωρίς γκλίτσα δε

γίνεται. Όσο πλειότερες τόσο και καλλίτερα. Με τη γκλίτσα

πατούν τα κατσάβραχα, μ' αυτή βαρούν τα σκυλιά, μ' αυτή τους

χωριάτες, άμα δε δουλεύει ο κόπανος του γκρα, και με την ίδια

γραπόνουν καμιά ψιμαδούλα αρνάδα για το σουβλί. Έφτασαν στου

κυρ πάρεδρου. Τα σκυλιά, τα μαντρόσκυλα του χωριού, χαλώντας

τον κόσμο με τ' αλυχτίσματά τους, τους έκλεισαν ζουνάρι. Έν'

απ' αυτά ψηλό, νευρωμένο κι άγριο άγριο, με μαλλί δασύ και

σταχτερό σαν το θαμπό φως της αυγής, χύθηκε απάνω τους ίσα,

ανοίγοντας τα σαγόνια του, πετώντας όξω κόκκινη φωτιά τη γλώσσα

του και τα κοφτερά δόντια του. Λίγο ακόμα και το σκυλί [θα]

κατάσκιζε τη χυτή και καλοκαμωμένη άντζα, με τη ρούχινη

Αστακιώτικη κάλτσα, του δεκανέα.

— Τι το φυλάτε, μωρέ, και δε το σκοτόνετε, φωνάζει, κ' ένας

στρατιώτης σηκόνει τον κόπανο, του καταφέρνει μια και τ'

ανοίγει σε δυο το κεφάλι. Το σκυλί ξαπλώθηκε βαρειά, το αίμα

του πετάχτηκε ζεστό, ζεστό. Τ' άλλα σκυλιά το ζύγωσαν

βουβαμένα, το τριγύρισαν δυο τρεις φορές, κι άρχισαν να γλύφουν

το αίμα του, που πότιζε τη φράχτη του κήπου του πάρεδρου. Ο

στρατιώτης σφόγγισε με τη λερή φουστανέλλα του, τον ματωμένο

κόπανο του όπλου του, λέγοντας:

— Μια τόχω, πάει σκαστό ντιπ!...

Ζύγωσαν κ' οι άλλοι στρατιώτες, το σκουντούσαν με τις άκρες των

τσαρουχιών τους κι έλεγαν ξαφνισμένοι:

— Ορέ, τ' άτιμο, μήτε γκιχ! δεν έκαμε!...

Κανένας δεν έβγαινε όξω απ' τα σπίτια. Ο δεκανέας γύρισε κ'

είπε:

— Σούρα, μπρε, ένας σας!. Τι θανατικό έπεσε σ' αυτό το

διαλοχώρι!...

Σούριξε ένας στρατιώτης κι ο κυρ πάρεδρος που καθόμαστε μαζί κ'

οι δυο μέσα στο σπίτι του βγήκε έξω. Ο δεκανέας είπε θυμωμένα:

— Πού είσ 'να τρυπωμένος γέροντα;

— Πού νάμουνα, παιδί μου, γέροντας άνθρωπος, βαρυακούω κι

όλας...Καλώς ωρίσατε! Και τους έδοσε το χέρι του.

— Έλα, τόρα, κυρ πάρεδρε, του λόγου σου, να μας μοιράσης, τα

καταλύματα, είπε ο δεκανέας. Ήρθαμε για κάτι εντάλματα και θα

μείνουμε εδώ απόψε.

Ο πάρεδρος έκατσε μπροστά στη μακριά πεζούλα μπρος στο σπίτι

του μαζί με τον δεκανέα και ενώ χάραζε με την άκρη της γκλίτσας

του γραμμίτσες στο χώμα, είπε:

— Έντεκα είστε, ε; Του λόγου σου ναρθής στο φτωχικό μου. Έχω

και του λόγου του μουσαφίρη, από δω απόψε, κ' έδειξε εμένα

πούχα βγη έξω. Τόρα έχουμε άλλους δέκα. Δυο να πάνε στου

Παλούκα, άλλοι δυο στου Σταύρου, άλλοι δυο στου Μάνθου, άλλοι

δυο στου Μπανιά κ' οι άλλοι δυο στου Νικολού. Να! πόγιναν και

τα κονάκια. Άιστε τόρα, παιδιά. Του λόγου σου, κυρ δεκανέα

κόπιασε μέσα.

Το στράτεμμα σκόρπισε· οι χωριανοί άρχισαν να ξεθαρρεύουν, όσοι

είχαν πληρώση τα εντάλματά τους, και ξεπετάχτηκαν. Βγήκαν κ' οι

λιγερές κ' οι γυναίκες στα πηγάδια, το πήραν απάνω τους τα

παιδιά, ξανάναψαν οι φούρνοι, και μέσα στο ξεθάρρεμα του

χωριού, αγροικιώνταν κάπου κ' η φωνή κανενός στρατιώτη:

— Κότα πήττα, σταυρομάννα, θέλει η καρδούλα μου, κότα

πήττα!...

Μπήκαμε κ' εμείς στου κυρ πάρεδρου το σπίτι. Μια μεγάλη κάμαρα

όλο πέρα με τα ντουβάρια του αχύλωτα, με καπνισμένα τα δοκάρια

της στέγης, που κρέμουνταν απ' αυτά καμιά εικοσαριά βαντάκια

καπνού. Η γωνιά μεγάλη και χαμηλή στην άκρη· η γις χάμου είταν

αλειμμένη με γλίνα και γύμνια περίσσια ολόγυρα. Μονάχα στην

άκρη έν' αμπάρι μελό κι από πίσω τα ρούχα και τα σκαφίδια και

τα κόσκινα, και χίλιων ειδών σιγύρια του σπιτιού.

Στη γωνιά είταν κρεμασμένο ένα λυχναράκι, κούτσουρα φλογισμένα

στο βυθό της έκαιαν. Ένας γάτος μαύρος μαύρος, ξαπλωμένος μέσα

στη στάχτη κοιμούνταν βαθύτατα.

Ντόπιες Ζωγραφιές · 第 4 / 6 段