Ο Άγγλος έσφιξε τότε τα χέρια του αντρόγυνου, έβγαλε γελαστός

την κάσκα του, χαιρέτησε κι ανέβηκε στη σούστα. Το κοριτσάκι

έπεσε στην αγκαλιά των γονιών του, τους φίλησε, το φίλησαν και

πάντα περήφανο, με την πρόστυχη πάντα πόζα του, ανέβηκε κι

αυτό, και κάθησε κοντά στον Άγγλο. Ο αμαξηλάτης κάθησε στη θέση

του, πήρε τα λουριά και το καμουτσίκι στα χέρια του και φώναξε

καμαρωτός και δυνατά: «Ντε!, ντε!» Τ' άλογα τράβηξαν αγάλι'

αγάλια, η σούστα κουνήθηκε, τ' αντρόγυνο απόμεινε εκεί, ο ένας

στο πλάι του άλλου, γελαστοί, ευχαριστημένοι κατάκαρδα με

κάποια λάμψη περηφάνειας στα μάτια τους, για τη μεγάλη εκείνη

τιμή της κόρης τους. Η γυναίκα φώναξε, σηκόνοντας το δεξί χέρι

της:

— Άιντε στο καλό, και ν' ακούς και να τιμάς τον πατέρα

σου!...... Ακούς; Αυτός είνε πατέρας σου από τα σήμερα....

άιντε!.... Στο καλό!...

Τόρα η σούστα κυλύστηκε γοργή, σηκόνοντας πυκνό κουρνιαχτό πίσω

της, τράβηξε, χάθηκε. Τ' αντρόγυνο γελαστό, ευχαριστημένο

πάντα, κάθησε τότε σ' ένα τραπεζάκι, ο άντρας σφούγγισε τον

ίδρωτα από το μέτωπο του, και χτύπησε με το χέρι του:

— Βάλε μας μισή οκά, παιδί!.... Παραζεματάει σήμερα

ήλιος!...

Άξαφνα στο πλάι μου, πίσω από την παράγκα, μου φάνηκε πως

άκουσα κάτι σαν αναφυλητό. Έσκυψα λίγο. Ένα τσοπανόπουλο

δεκατεσσάρων χρόνων απάνω, κάτω, με γυμνά πόδια, με λερές

βλαχόκαλτσες, με μιαν άσπρη φλοκατίτσα, μ' ένα σακκούλι

κρεμασμένο στον ώμο του, ακουμπώντας στην ψηλή γκλίτσα του,

έκλαιε μουρμουρίζοντας αγάλι' αγάλια:

— Πάει η.... Ρηνιώ!... πάει.... πάει... η Ρηνιώ!....

Η ΚΑΤΑΧΝΙΑ

Είμαστε στο έβγα του Γενάρη. Κυνηγούσαμε τρεις μέρες μέσα στο

λόγκο, αλλού τσαλαβουτώντας ως τη μέση μέσα στα νερά, κι αλλού

πατώντας γερό χώμα, πάντα ακολουθώντας την ακρολιμνιά. Περάσαμε

έτσι τρεις λόγκους ατέλειωτους και τρεις λίμνες μεγάλες, όταν

φθάσαμε στην τέταρτη. Οι μεγάλοι κάμποι στη Ρούμελη αρχίζουν

από τα ριζιά ψηλών βουνών ξετυλίγονται σα γαληνημένη θάλασσα,

κατάγυμνοι, και φτάνουν σε παμπάλαια δάση, που κολυμπούν μέσα

σε μεγάλες λίμνες που λάμπουν σαν απέραντες λυωμένες

ασημόπλακες τον χειμώνα. Τρυγύρω σ' αυτές τις λίμνες, εδώ στην

απαλή αρμουδιά, εκεί στις κατάπυκνες καλαμιές, αλλού στον

κόκκινο βράχο, πλέκουν τις καλύβες τους οι ψαράδες. Τα γιοβάρια

τους βγάζουν όλα τα είδη των ψαριών του γλυκού νερού. Χέλια

γλανούς, δρομίτσες, τσερούκλες, στρωσίδια και πού και πού, και

πέστροφες ακόμα. Από το καθημερινό αυτό ψάρεμμά τους τον

χειμώνα με τις μεγάλες σαρακοστές του, ζουν τα χωριά, πούνε

άφθονα σκορπισμένα δεξιά και αριστερά στις λίμνες.

Σε μια απ' αυτές τις ψαράδικες καλύβες θα περνούσαμε τη βραδιά

μας, εκείνη τη νύχτα του Γενάρη. Σταματήσαμε μπροστά στην

καλύβα αποσταμένοι. Ωραία χειμωνιάτικη βραδιά. Η βροχή μας

έλουσε όλη την ημέρα. Ο ουρανός απλόνουνταν απάνω από τα δίχως

φύλλα κλαδιά των παμπάλαιων δέντρων μ' ένα κρούσταλλο διάφανο,

βαμμένο σ' ανοιχτό μπλε. Καμμιά εικοσαριά λαμπρά αστέρια

φεγγοβολούσαν σκορπισμένα στην αγκαλιά του, σα χρυσά καρφιά, το

φεγγάρι έλαμπε αχνό, απλόνοντας στα ήσυχα νερά της λίμνης ένα

τεράστιο αργυρό χέλι. Ολίγες ανθισμένες μυγδαλιές τρυγύρω

σκορπούσαν στο κρύο αεράκι της βραδιάς ανάλαφρη μυρουδιά από

πικρομύγδαλο. Ολόγυρα το δάσος άπλονε τον κατάγυμνο

χειμωνιάτικο σκελετό του, π' ανάμεσα του ξάνοιγαν φανταστικά,

μακριά οι χιονισμένες κορυφές των μεγάλων βουνών πλημμυρισμένες

στο φως του φεγγαριού. Σκεπασμένη από πράσινο χνουδωτό τάπητα η

γις, κι από ένα χρωματιστό στρώμα απ' ανεμώνες, ξάτμιζε ολοένα

πιο πολύ, την πυκνή εκείνη αντάρα, που σκεπάζει τη φύση τις

βραδιές του χειμώνα κοντά από βροχή. Κι όλη η μαγεία αυτή

σκοτίστηκε σε λιγάκι, και θεόρατες βαμβακένιες τουλούπες

ξεχύθησαν ολόγυρα. Η καλύβα πλεγμένη όλη από ψαθί με χαριτωμένη

τέχνη, μόλις ξάνοιγε κοντά στην ακρολιμνιά. Από την ανοιχτή της

πόρτα φαίνουνταν η γωνιά πλημμυρισμένη από κόκκινες φλόγες π'

αγκάλιαζαν με γλυκό βόμβο τα κούτσουρα του λόγκου. Ένας παχύς

ψαράς με μια χοντρή και ως τα πόδια λινατσένια πουκαμίσα, μας

δέχτηκε μαζί με τη γριά του, χαρούμενοι κι οι δυο. Φιλόξενοι

άνθρωποι αυτοί οι ψαράδες χειμώνα καλοκαίρι σ' όλο το πλήθος

των κυνηγών που ξεπέφτει στις καλύβες τους. Ριχτήκαμε κι οι

τρεις στη φωτιά. Καθήσαμε και οι τρεις στις στρωμένες χοντρές

ψάθες, ο σύντροφός μου ο μηχανικός, καμιά σαρανταριά χρόνων

άνθρωπος, πάντα χωρατατζής, πάντα ακούραστος στο κυνήγι και στο

γλέντι, ο δούλος του, μια γροθιά ανθρωπάκι, με δυο ματάκια σαν

κουκούτσια από ελιά, αλλά σκυλί μονάχο, κυνηγός με τ' όνομα, κι

εγώ. Τα σκυλιά μας, μπήκαν κι αυτά μαζί μας καταλασπωμένα και

τρεμουλιασμένα από το νερό κι από το κρύο. Ξεφορτωθήκαμε το

κυνήγι μας. Φαλαρίδες, παπιά και μπεκάτσες, ένας μεγάλος άσπρος

κύκνος κι ένα σωρό κοτσύφια, κρεμάστηκαν ψηλά στο καπνισμένο

δοκάρι της καλύβας. Κι όπως είταν όλα ανάκατα δεμένα, με τα

κεφάλια προς τα κάτω, με τις κατατσακισμένες φτερούγες τους, με

τα ματωμένα φτερά τους, άλλα μικρά εδώ, κι άλλα μεγάλα εκεί, με

τα τουφέκια και τα σελάχια στο πλάι μέσα στη μεγάλη αναλαμπή

της φωτιάς, που πλημμύριζε την καλύβα έπαιρναν την ξεχωριστή

εκείνη ομορφιά, το ξεχωριστό εκείνο μεθύσι που ένας αληθινός

κυνηγός μονάχα το νιώθει. Η γριά του ψαρά, μισότριβη

γυναικούλα, μ' ένα φιλικό χαμόγελο στα χείλη, πήρε πέντε

μπεκάτσες, τις μάδησε, τις ξοκοίλιασε, τις σούβλισε, έκαμε μια

θράκα γι αρνί στη γωνιά, κάθησε κοντά στο γωνολίθι, και

απιθόνοντας τη σούβλα, άρχισε να την γυρίζη, αγάλι' αγάλια. Από

την ανοιχτή πάντα πόρτα της καλύβας, για να βγαίνη ο καπνός,

φαίνουνταν η πυκνή θαμπή αντάρα που σκέπαζε το λόγκο και τη

λίμνη. Ζέστη γλυκειά μας μαλάκονε όλους τριγύρω.

— Μπέλικο κυνήγι, φέτο, έλεε ο ψαράς. Προχτές πέρασαν από δω

πεντέξη. Κάθησαν όλη την ημέρα· βάρεσαν κάμποσες μπεκάτσες στο

λόγκο και χτες πήραν ένα μονόξυλο και τράβηξαν μέσα στο πέλαγο

για παπιά και φαλαρίδες. Από χτες, και δε γύρισαν ακόμα...

— Τότε θα τράβηξαν από την άλλη στεριά, είπε ο δούλος του

συντρόφου μου. Κυνηγώντας, κυνηγώντας θα βγήκαν εκείθε.

— Μπορεί, είπεν ο ψαράς. Μπορεί, γιατί πήραν και ζαϊρέ μαζί

τους. Ίσια με το δειλινό, άκουα τουφεκιές πέρα κατά τις

καλαμιές. Αν δε βγήκαν ακόμα, και τους βρήκε αυτή η

διαολοαντάρα, θεός να γλύση μονάχα.

— Ε! τι καταχνιά είν' αυτούνη, έκαμε ο μηχανικός. Ίσα με δυο

ώρες και πέφτει, ξαστερόνει.

— Αμ' δε, είπε ο ψαράς, κουνώντας το δασωμένο από γένεια

κεφάλι του. Σούνε μιαν αντάρα αυτή, σούνε μιαν αντάρα! Τη

φοβήθηκε το μάτι μου αυτή την καταχνιά. Έχω είκοσι χρόνια τόρα

που τη γνωρίζω. Να μη βάλη το ποδαράκι της... Τόρα δα δε το

Γεννάρη, και βδομάδα κάνει να σηκωθή.

— Περίεργο! αυτή η λίμνη, δυο κουταλιές νερό! έκαμε ο

μηχανικός.

— Όπως ντέση, κυρ μηχανικέ, όπως ντέση. Είνε χρονιές που

περνάμε μια χαρά. Όση βροχή κι αν ρίχνη, ξαστεριά πάντα, μια

χαρά. Είνε και χρονιές, σούπα, ο Θεός να γλύση. Αυτές οι δυο

κουταλιές νερό, που λες, λίγο ακόμα να με κάμουν να φάω τη

γυναίκα μου, εμένα...

Η γυναίκα του, που γύριζε τη σούβλα, χαμογέλασε, μας κοίταξε

κατάμματα, και κούνησε κι αυτή το κεφάλι της, σα νάλεγε: «Ναι!»

Εμείς γελάσαμε.

— Τι; δε το πιστεύετε; Δίκιο έχετε, γι ακούτε δω όμως. Είνε

περίπου από είκοσι χρόνια. Τη χρονιά που παρθήκαμε με τη

γυναίκα μου. Γενάρης είταν σαν τόρα. Ένα φεγγαράκι για κλεψιά

που λένε. Καθόμαστε απόξω απ' την καλύβα, την είχαμε πιο απάνω

τότες, όσο πάει, βλέπεις, και τα νερά της λίμνης τραβιώνται.

Είχαμ' αποφάη και καθόμαστε πλάι, πλάι. Καψονιόπαντροι μαθές.

Είταν τόση ξαστεριά, πόλεες άνοιξη, πως ξαναγύρισε το

καλοκαιράκι. Του λόγου της από κει γύρεψε ένα σεργάνι στη

λίμνη. Γυναίκα, βλέπεις, ούλο στο κακό. Εμένα έδερνε το μάτι

μου...

— Σάματ' τόξερα κ’ εγώ η κακομοίρα, αποκρίθηκε, πειραγμένη η

γυναίκα του, και χαμογελώντας.

— Θεός να σε φυλάη από γυναίκα.

Ας είνε· Παίρνω ένα μονόξυλο, τη βάζω μέσα την καλή σου, κι

αγάλι' αγάλια αμπώχνοντας πήραμε τις καλαμιές της ακρολιμνιάς.

Του λόγου της τραγούδαγε, εγώ είχα και το νου μου γύρω μου, για

κάνα παπί, γιατ' είχα πάρη κ' ένα δίκαννο μαζί μου. Ύστερ' από

λίγο απόστασα, άφησα το δίκαννο κι έκατσα κοντά της. Είμουνα

αΰπνωτος, δε μπόρεσα να υπνώσω την περασμένη νύχτα και σάμπως

κι αποκαρώθηκα. Εκείνη την ώρα έβαλε ένα αεράκι σιγανό κι

ανάλαφρο, και το μονόξυλο πήγε τ' ανοιχτά. Θέλησα να το γυρίσω,

μα του λόγου της με μπόδισε. Της άρεγε έτσι, μ' άρεγε και μένα

έτσι τότες. Καψονιόπαντροι, να τα λέμε τόρα; Έτσι τραβήξαμε

αρκετά, όντας ξάφνω σηκόνεται του λόγου της η κυρά αντάρα, κυρ

μηχανικέ. Και να πης, σηκώθηκε λίγη, λίγη; Σα να την ξέρασε

ξαφνικά κάνας δαίμονας. Ξάπλωσε, ξάπλωσε πυκνή πυκνή,

κατάχοντρη. Τάχασα. Τόρα, γυναίκα; της κάνω. Αυτή γελούσε. Κάνω

να δω για το σταλήκι στο πλάι, πουθενά σταλήκι. Απάνω στην

αφηρεμάρα μας, κάπου γλύστρησε και πάει. Κοιτάζω καλά.

Κατάμπροστα αντάρα, πίσω καταχνιά, απανωθιό μου αντάρα.. Αρχίζω

τα βλαστήμια. Κατέβασα Χριστούς και Παναγίες. Αρχίζει κ' ένα

κρύο ψηλό, ψηλό και τσουχτερό. Μας πιάνει μια κρυάδα,

κοκκαλιάσαμε κι οι δυο. Του λόγου της τα χρειάστηκε μαζί μου.

Στρυμωχτήκαμε και οι δυο καταμεσής του μονόξυλου. Άρχιζε να

κάνη νερά, και τάζω για λαούτο, να βγάλω το νερό, δεν

βρίσκουνταν στο μονόξυλο λαούτο. Σούπα δα! Σα να μας είχε ο

διάολος ωρμηνεμένους. Αρχίσαμε να βγάζουμε το νερό με τις

απαλάμες μας.

Πήρα το μαντήλι της, έκοψα το κοντό μου, το βρακί μου και

βούλωσα τα ξύλα. Μα τι το θέλης, η καταχνιά έστεκε πάντα και το

μονόξυλο ούτε μπρος ούτε πίσω τόρα. Δε βλέπαμε τι γίνουνταν.

Πέρασαν ώρες κι ώρες. Μας πήρε η αυγή φαίνεται γιατί άσπρισε

γύρω μας η καταχνιά. Θάρρεψα πως θάβαζε κάνα βορριδάκι να μας

πετάξη σε τίποτα μάζες, σε τίποτα φύκια, σε καμμιά καλαμιά. Εσύ

σαι που το λες!... Πέρασε κ' η μέρα, ήρθε κι η νύχτα,

ξαναμαύρισε η αντάρα, ξανάρθε κι η άλλη αυγή, ματάσπρισες

ματαμαύρισε και τ' όριο μας διαολοκούναγε. Τρέμαμε σα γύφτοι,

τρόμος με πιάνει τόρα που τα μολογάω. Μας άρχισε και τους δυο η

πείνα. Μαϊδέ τρεψόμυχα στο στόμα μας. Κόλλησε το λαρύγκι μας,

σκύβαμε, πίναμε νερό, αλλά με νερό βαστιέται ο άνθρωπος; Κάμαμε

πέντε μερούλες εκεί μέσα. Ένιωθα στα σπλάχνα μου ένα μαχαίρι να

με σφάζη, από την πείνα. Αυτή κοιτάστηκε στα ποδάρια μου

αναίστητη. Μήτε μιλιά, μήτε κρίση. Μια στιγμή δε βάσταξα. Της

ρίχνουμαι, την πιάνω απ' το λαιμό με τα δόντια. Είχα γίνη άλλος

άνθρωπος· θεριό μονάχο· ούτ' ήξερα τ' έκανα, ούτ' ήξερα τι μου

γίνουνταν, ο Θεός να με συχωρέση. Της έβγαλα αίμα κι άρχισα να

γλύφω το αίμα... το αίμα της γυναίκας μου.... Φτου!... γαμώ το

γόνα του, φτου!... Αναίστητη πάντα αυτή. Θα την έτρωγα δίχως

άλλο τότες, αλλ' ο Θεός δε θέλησε να με κολάση περισσότερο.

Φύσηξε άξαφνα ένας βορριάς!... ένας βορριάς! Είδες το πέλαγο κι

αναταράζουνταν σα νερό που βράζει στο καζάνι. Αγάλι' αγάλια κι

η καταχνιά πήρε δρόμο, ο ουρανός ξάνοιξε, φάνηκε το γαλάζιο

χρώμα του. Εκειός ο αέρας μ' έσωσε. Σηκώθηκα ορθός, λίγο ν'

αναποδογυρίσω το μονόξυλο.. Να! και φάνηκε η στεριά, οι

καλαμιές, τα δέντρα. Είμαστε ανάμεσα πελάου. Του λόγου της

πάντα αναίστητη. Στην αρχή την πήρα πως τα τίναξε. Άρχισα να

την τρίβω. Τη βάρεσε ο αέρας κι αυτή, άρχισε νάρχεται στα σέστα

της. Και το μονόξυλο έφευγε, έφευγε, όσο που μας πέταξε πέρα σε

κάτι μάζες από φύκια... Την σκαπουλήσαμε για καλά, που λες, κυρ

μηχανικέ!....

Κι ο ψαράς γέλασε δυνατά. Οι μπεκάτσες είχαν ψηθή κ' η γριά με

κάποια ταραχή τις απίθωσε σε μια γαβάθα. Έβγαλε τα σηκότια τους

και τα δούλεψε με λεμόνι και έκαμε έτσι μια σάλτσα περίφημη,

την απίθωσε κι αυτή στο πλάι, κι αρχίσαμε να τρώμε. Βούτηξε την

πρώτη μεγάλη μπουκιά μέσα στην περίφημη σάλτσα ο ψαράς, την

έχωσε στο στόμα του, και μασσώντας είπε:

— Α! και να βρίσκουνταν τέτοιος μεζές καψόγρια μέσα στο

μονόξυλο, δε πάει να κρατούσε βδομάδες η καταχνιά!

ΕΠΑΡΧΙΩΤΙΚΟ ΕΙΔΥΛΛΙΟ

Απόνα γράμμα μιας κυρίας υπαλλήλου.

Αγάπη μου,

Κ' ύστερα θάχης παράπονα, από μένα, δε σε θυμούμαι, και τέτοια.

Νάμαι πάλι. Χτες φτάσαμε στη νέα μας θέση κι άρπαξα την πέννα.

Γυρεύεις τόρα, φίλη μου, τι λογής εντύπωση μου έκαμε ο

καινούργιος για μένα αυτός τόπος; Πολύ όμορφη. Δε ξέρω, αν είνε

ο ηλιολουσμένος Μάρτης, που του δίνει τόση μπόλικη ομορφιά,

αλλ' ένα ξέρω μονάχα, πως είμαι ξετρελλαμένη. Ησυχία

επαρχιώτικη, φως, ήλιος, χρώματα, αέρας. Και τι χαρά που έχουν

όλα τριγύρω μας. Φαίνονται να χαίρουνται για τον ερχομό μου,

φαίνονται πως στολίστηκαν για μένα. Μπροστά στα μάτια μου τόρα,

που σου γράφω, έχω μια χαριτωμένη αγροτική ζωγραφιά από την

ανοιχτή μπαλκονόπορτα. Από την πλατεία κάτω με κοιτάζουν — με

κοιτάζουν; όχι, η λέξη δε λέει τίποτε, με κατατρώγουν με τα

μάτια, ήθελα να πω, ένα σωρό επαρχιώτες, καθισμένοι στ'

αντικρυνό καφενείο. Χώρια ο καφετζής που πάει να χάση το μυαλό

του, από τη ξαφνική δουλειά που κάνει. Μου ρίχνει κάτι ματιές

που η ευγνωμοσύνη του ξεπερνά τον έρωτα. Γιατί με συμπάθειο

είνε κι αυτός ερωτεμμένος μαζί μου. Χα... χα... χα!... Το σπίτι

μας είνε πολύ κεντρικό, το λούζει ο μαρτιάτικος ήλιος από το

πρωί ως το βράδι, το ζώνουν ψηλά γυμνά δέντρα, που τόρα μόλις

βλαστάνουν και είνε μια χαρά στα μακριά γυμνά κλαδιά τους

κρεμασμένα τα πρώτα φυλλαράκια, σαν διάφανοι κόμποι πράσινου

ατμού. Είνε κάποια γιορτή σήμερα κ' η αγορά είνε γεμάτη από

καπότα. Τι ωραία χρώματα, Θεέ μου, μ' αυτές τις καπότες. Λιάρες

ανοιχτές-ανοιχτές, λιάρες ντιπ φλώρες, λιάρες σκουρότερες,

λιάρες πιο σκούρες που ανατριχιάζεις να τις βλέπης. Ύστερα

άνοστες, ξεκιτρινισμένες, σχεδόν κόκκινες, μα όχι κόκκινες, ένα

είδος τρίχα από κόκκινο άλογο — κατάλαβες; — ύστερα μαύρες

ανοιχτές, μαύρες σκουρότερες, και μαύρες τέλος φονσέ! Καπότα

φονσέ! Χα...χα... χα!... Και τι είδος σχήματα ύστερα! Άλλες

φαρδειές χοντροκομένες, χοντρορραμμένες, που πλέουν μέσα τους

κάτι αγριοσώματα, και ξεβγαίνουν κάτι αγριοκεφάλια

πλημμυρισμένα από μεγάλα πολυχρονίτικα μαλλιά και γένεια, και

κάτι σκουφίτσες μαύρες-μαύρες και κεντημένες, και λυγδερές, που

γυαλίζουν στον ήλιο σα διαμάντια. Κι ακόμα καθώς είνε άλλες

κοντές, κι άλλες κουρελλιασμένες, κι άλλες κατακαίνουργες κι

ασπροκεντισμένες και καθώς είνε όλες μαλλιαρές κι άγριες, και

περίφημες, και έξοχες, είνε να διασκεδάζη μια χαρά την

επαρχιώτικη τεμπελιά του κανένας. Έλα τόρα, μην πάρης το γούστο

μου, σαν καμιάς φανταστικής ωραίας του μεσαίωνος που

ξετρελλαίνεται με κανένα λαϊκόν ιππότη, που να φορή και καπότα

ακόμα! Όχι... όχι.. Αν έμαθα να διακρίνω τα χρώματα και τις

φόρμες της καπότας εγώ που είμαι μια γνησία Ατθίς, τόφερε αυτό

η κατάρα, ή καλλίτερα η πολιτική συναλλαγή, που πολύ καλά την

χτυπούν τόρα αυτοί οι ανεξάρτητοι, που πέταξε εδώ πέρα τον

άντρα μου. Αλήθεια για τον καημένο τον Γιώργο δε σούπα τίποτες

ακόμη. Έχει καλά στην υγειά του, δόξα σοι ο Θεός. Με βλέπει δυο

φορές την ημέρα, το μεσημέρι και το βράδι, κι ύστερα γραφείο

και γραφείο. Συνήθισε και αυτός μ' αυτή τη βρωμοζωή. Σημείωσε,

ότι έχω να τον φιλήσω τόρα εδώ και μια εβδομάδα. Και αυτή

λέγεται ζωή ν ε ο ν ύ μ φ ω ν. Μα πώς κοιτάζει αυτός ο κόσμος

εδώ πέρα, θεέ μου!... Δε ξανάειδαν γυναίκα στη ζωή τους;

Μόρχεται να κοκκινήσω. Φαντάσου τόρα που σου γράφω, απάνω από

εκατό ζευγάρια μάτια με κατατρώγουν. Και δε φτάνουν οι

αρσενικοί, έχω και τους θηλυκούς. Τι χαριτωμένες γυναίκες οι

επαρχιώτισσες!...Βιζαβί μου μπόλικες. Να αυτή η χοντρή και

παχειά σαν βουτσί με τα δύο κορίτσιά της, κάτι μιξάρικα

σιχαμένα, που θάταν όμορφα κορίτσια, αν ήξεραν να ντυθούν και

να μιλήσουν. Με κοιτάζουν χαζεύοντας μια ώρα τόρα κι όλο κάτι

ψιθυρίζουν. Ιδιαίτερη εντύπωση θα τους κάνη το τελευταίο

φουστάνι που μόστειλες, γιατί σήμερα το πρωτοφόρεσα και είνε

μια σιχασιά. Τα συγχαρητήριά μου στη μοδίστρα σου και προ

πάντων στο φριχτό γούστο σου. Παραπέρα να μια ψηλή λιγνή χήρα,

μαυροντυμένη, άγρια κ' άνοστη, μ' έν' α ξ ά ν προφοράς

μαγευτικώτατο.

— Μορή Chουφία! φωνάζει την κόρη της. Και ορίστε η κόρη της.

Ένα τσιμπλιάρικο, κατάχλωμο πράμμα, που ανοίγει σαν πηγάδι το

στόμα του και κοιτάζει κι αυτό. Τι σαρμάντ μαμζέλ! Ήθελα, μα

την αλήθεια να ήξερα αυτή τη στιγμή τι είδος λειτουργία θα κάνη

η μηχανή του μυαλού αυτού του παχύδερμου κοριτσιού. Και με τι

χάρη θα βγάζη απ' το στοματάκι του, τις κουβέντες του. Χα..

.χα...χα! Αλλά σε καλό μου μ' αυτά τα γέλοια. Μα είνε να μη

γελάς, να μη λιγώνεσαι, να μη ξεψυχάς; Και απροπό, ξέρεις πώς

έδωσε τον ορισμό του στομαχιού μια επαρχιώτισσα κυρία, πολύ

καθώς πρέπει, χτες, πούρθε να μου κάνη βίζιτα; Άκου· το

στομάχι, κυρία μου, είνε το πηδάλιος του σώματος! Σικ, θεέ

μου!...

Πού καιρός να σου αραδιάζω τέτοια χαριτωμένα πραγματάκια. Ο

Δωδέ αυτός θα πελάγονε σ' αυτή τη τυποπλημμύρα. Και οι άντρες

τι σου λένε, θεέ μου. Δες τόρα. Με τι πόζα, με τι χάρη

κάθουνται όλοι στις καρέκλες. Όλοι σχεδόν κρατούν στα χέρια

τους απόνα κομβολόγι και τρικ, και τρακ και λιγόνουν τα ματάκια

τους που με κοιτάζουν. Χα... χα., χα...! Δύο τρεις μάλιστα είνε

και γκαντέ σήμερα. Ένας δικηγόρος κωμικώτατος με γυαλάκια και

μουστακάκια ποντικοφαγωμένα, ένας φαρμακοποιός, κοντός και

μελαγχολικώτατος σα μουσίτσα, σαν κανένας ήρως των

μυθιστορημάτων του Ντουμά περ, ένας φαφλατάς άεργος, που κουνά

πάντα τόνα ποδαράκι του απάνω στ' άλλο, ένας ψηλός υπάλληλος,

άλλος κοντός, τέτοιος άλλος μισότριβος, άλλος γεροντάκι. Και

κάτι αξιωματικοί κοντορεβιθούληδες μη στάξη και μη βρέξη. Κ'

ένας ψηλός υπάλληλος της Τραπέζης που τραγουδεί διαρκώς μα τόσο

περιπαθώς κι είνε τόσο έξυπνος, σπίρτο μονάχο από ευφυία. Και

οι κοιλαράδες μπακάληδες, ξαπλωμένοι με την άσπρη ποδιά τους κ'

οι τσαρουχάδες μέσα από τα κρεμασμένα σαν κομβολόγι κόκκινα

τσαρούχια των μαγαζιών τους, κι ένας καθαρώτατος κουρεύς που

παίζει σκάκι μ' έναν Άδωνιν δημοδιδάσκαλον, κι οι φοιτηταί, μια

εξαμηνία αξυράφιστοι, που παίζουν στον ήλιο το κ ι ά μ ο τους

κι ακούς άξαφνα κάτι αγριοφωνές!

— Τι να σ' κάμ' απ' δω!... Τι νάπαιζε; πούχες ούλες τις

σιγουριές!....

Και κερδισμένοι, και χαμένοι, οι πρώτοι κατακκόκινοι, οι

δεύτεροι κατακίτρινοι, σηκόνουν τα ματάκια τους κατ' απάνω μου,

λιγόνονται, και ξαναλιγόνονται. Παραπέρα ένα άλλο σωστό τ ρ ο

υ π ώ από φουστανελλοφόρους, πατατουκοφόρους, οι μισοί με

τσαρούχια, τομαράδες, καπνέμποροι και ζωέμποροι και

σιτηρέμποροι, γκαρσονάκια που να τα πίνης στο ποτήρι, ροφούν τα

ούζα τους και με κοιτάζουν με κάτι αγριοματιές, ενώ όλοι τους

φαίνονται να ψιθυρίζουν με τα χοντρά χείλη τους!

— Κόμματος που είνε!....

Ουφ! βαρέθηκα, τι αηδία, καλέ... Θ' αφήσω το γράμμα μου για τ'

απόγευμα, που κλείνει και το ταχυδρομείο.

............................

Θεέ μου! Πώς ν' αρχίσω, πώς να σου τα πω. Φρίκη, φρίκη, φρίκη!

Είδες πάφησα το γράμμα μου; Ε, μπήκα μια στιγμή στη σάλα γιατί

σούγραφα απ' την τραπεζαρία. Άξαφνα ακούω ένα μπαμ! μπουμ! κάτω

στο καφενείο. Τρομάζω, με μισοπιάνουν τα νεύρα μου, πετιούμαι

στο μπαλκόνι, τι να δω; Ένα σούσουρο, ένα κακό. Κόσμος, κόσμος,

καπότες, σκουφίτσες, καπέλλα, φέσια, μαλλιά κουβάρια. Κι όλοι

με κοίταζαν εμένα, εμένα. Μα τι έκαμα, θεέ μου, τι έκαμα! Να!

οι αστυφύλακες, οι αστυνόμοι. Κάνω καλά, τι να δω; Δύο

θαυμασταί μου ξαπλωμένοι στις πλάκες έπλεαν στο αίμα τους.

Φόνος, φόνος! Μόλις στεκόμουνα στα πόδια μου. Σύρθηκα μέσα στη

σάλα κι έπεσα, σ' ένα διβάνι. Έφτασε κι ο Γιώργος ανήσυχος,

τρελλός. Γιώργο μου, Γιώργο μου, να φύγουμε απ' αυτόν τον

φονικότοπο, γρήγορα, γρήγορα. Τέλος πάντων ζητήσαμε

τηλεγραφικώς τη μετάθεσή μας κ' ελπίζομε να γείνη αύριο

μεθαύριο, κι όπου φύγη, φύγη. Ελησμόνησα να σου πω, πως

σκοτώθηκαν γιατί νόμισαν πως κοίταζα τον ένα περισσότερο απ'

τον άλλο. Τι επαρχιώτικη αποχτήνωση, αγαπητή μου Ελένη...

Σε φιλώ γλυκά

Μαρί

Ο ΥΠΕΝΩΜΟΤΑΡΧΗΣ

Ο τόσο ήσυχος πάντα εκεί απάνω μαχαλάς, τα Γύφτικα, με τα στενά

και βουρκωμένα σοκάκια του, τα χαμηλά, βρώμικα, μισορειπωμένα

σπιτάκια του, με τα μωρά που κυλιούνται στις λάσπες και τα

χαμίνια που παίζουν στα νερά, τις γυναίκες που μαζεύουνται στις

βρύσες παντρεμένες κι ανύπαντρες, όμορφες και άσχημες, κορίτσια

δέκα τεσσάρων χρόνων με φλογερά αφίλητα μεγάλα μάτια, με κοντά

φουστανάκια, και δυο τορνευτές παχειές ατσίμπητες ακόμα γάμπες,

γριούλες αγαθές όλο γλύκα και γριές όλο φαρμάκι και γρουσουζιά,

με τους άντρες, σωστά κοπρόσκυλα, ξαπλωμένους στον ήλιο, με

τους τραμπούκους τους απανωχωρίτας πόχουν το μαχαίρι στο

ζουνάρι και το κουμπούρι στο κλούβι, παίζοντας κοντσίνα με τα

λερωμένα χαρτιά του αντικρυνού μπακάλη, τα Γ ύ φ τ ι κ α, ο

τόσο ήσυχος μαχαλάς που προς το μέρος προς τη χώρα ζουν φτωχές

φαμελιές δουλευτάδων και τεμπελχανάδων και προς το μέρος προς

την εξοχή έχουν φωλιάση καμιά χιλιάδα γύφτοι, εκείνο το βράδι

σηκώθηκε όλος στο πόδι.

Ένας ψηλός υ π ε ν ω μ ο τ ά ρ χ η ς έ φ ι π π ο ς με την

σπάθα του συρμένη, με τα σπιρούνια του λαμποκοπώντας, με το

ψηλό τ' ανάστημα και τα λαιμό δεμένο κουτσαβάκικα μ' ένα

μαντήλι, μαζί με δυο χωροφύλακας, και οι τρεις της κ α τ α δ ι

ώ ξ ε ω ς μπήκαν ξαφνικά στο μαχαλά με το σουρούπωμα, χωρίς να

τους πάρη κανείς μυρουδιά. Στα Γύφτικα πολλοί είνε οι άεργοι,

πολλοί είνε οι φυγόδικοι. Απ' όλη την πόλη, από άλλα μέρη ακόμα

κρύβουνται στα στενά και χαμηλά εκείνα σπιτάκια λαθρέμποροι,

φυγόδικοι, φυγόστρατοι, κάθε λογής άνθρωποι, που δε μπορούν να

βγουν στους δρόμους. Αδύνατο είνε να τους πιάση κανείς εκεί

μέσα. Καθώς έχει δυο μονάχα ανοιχτά μέρη και χίλιες τρύπες ο

μαχαλάς αυτός, μόλις πατήση χωροφύλακας, ο ένας με τον άλλον

παίρνει χαμπάρι κι από πόρτα σε πόρτα, από παραθύρι σε

παραθύρι, από κήπο σε κήπο, από καλαμιές σε καλαμιές φεύγουν

τρυπόνουν αναφαντόνονται οι νταλματζήδες κ' οι λαθρέμποροι.

Τοίχοι ψηλοί με πολλές σκάλες και σκαλάκια και δρομάκους και

ανήφορους και χάβρα εβραίων χωρίζει το μαχαλά απ' όλη την Πάτρα

απλόνεται κάτασπρη και μακριά ως τη θάλασσα με τους φαρδείς της

δρόμους, τις κόκκινες στέγες των σπιτιών τις καπνοδόχες των

φαμπρικών τις πλατείες της, το λιμάνι της γεμάτο καράβια,

καΐκια, βαπόρια, βαρκούλες, ως το φανάρι του μώλου που

αντικρύζει ψηλό κι ίσιο πέρα την ανοιχτή θάλασσα που μέσα της

βουτάει όλος μεγαλείο και μεθύσι κάθε βράδι ο ήλιος

καταφλογισμένος, και τη Βαράσσοβα και την Παλιοβούνα δυο βουνά,

δυο τεράστιους και περήφανους βράχους ορθοκοφτούς ίσους σαν από

μαχαίρι. Από πάνω του μαχαλά η εξοχή, οι σταφίδες, οι όμορφοι

λινοί, οι πρασινάδες της εξοχής φτάνουν ως απάνω στα ύψη του

Βοϊδιά, σπανό βουνό κατάκορφα που στεφανόνουν πού και πού τα

πλάγια του τούφες τούφες από έλατα μ' ένα χρώμα μπλε βαθύ καθώς

φαντάζουν από μακριά. Τα σφυρίγματα των τραίνων των βαποριών

κάτω, ο θόρυβος κ' η βοή της Πάτρας, των δρόμων της, των κάρρων

της, των αμαξών της, του κόσμου της, που ιδρόνει δουλεύοντας

σκυλίσια ολημερίς, μόλις φτάνει ίσα μ' εκεί απάνω και πνίγεται

μέσα στην ιδιαίτερη ζωή του μαχαλά, στο βοητό τ' αμονιού και

στον κρότο του σφυριού των γύφτων.

Μόλις ο υπενωμοτάρχης με τους δυο χωροφύλακας φάνηκαν σ' ένα

στενό σοκάκι και ζύγωσαν σ' ένα μικρό μπακάλικο κινήθηκαν τα

παιδιά, κινήθηκαν οι γυναίκες, τα κορίτσια, οι άντρες, οι

γέροντες, όλοι αναστατώθηκαν. Πόρτες ανοιγοκλείστηκαν παράθυρα

μανταλώθηκαν πηδήματα στους κήπους, στις καλαμιές ακούστηκαν,

όσοι τόχαν να φύγουν τόστριψαν κ' οι άλλοι αρσενικοί και

θηλυκοί απόμειναν στη θέση τους με κρυφό καρδιοχτύπι, κάμνοντας

πως δεν έβλεπαν τάχα τον υπενωμοτάρχη και τους χωροφύλακας,

κοιτάζοντας αλλού, φωνάζοντας θαρρευτά αναμεταξί τους.

Ο υπενωμοτάρχης με τους συντρόφους του έφτασε στο μπακάλικο και

ζήτησε απ' το μπακάλη τρία κρασιά, ρίχνοντας πεταχτή τη ματιά

του μέσα στο μαγαζί. Στο σκοτεινό του βάθος τρεις τέσσαρες

μεσόκοποι κι ένας νιός έπαιζαν χαρτιά κι έπιναν μαστίχα. Σαν

είδαν τους στρατιώτας όξω χαιρέτησαν, κρυφομίλησαν κάτι και

ξανάρχισαν τα χαρτιά. Μονάχα ο νιός τραβήχτηκε μ' ένα τσιγάρο

στο στόμα, και βγήκε προς την πόρτα κάπως ανήσυχος. Ο

υπενωμοτάρχης ενώ ροφούσε το κρασί του είχε κολλήση τα μάτια

του κατ' απάνω του φλογερά, και φαίνουνταν σαν κάτι να γύρευε

να θυμηθή καλά, σαν κάτι να ξεκαθαρίση στο μυαλό του.

Ο νιος βγαίνοντας έξω έρριξε μια ματιά προς τους στρατιώτες,

τους χαιρέτησε κ' έκαμε να τραβήξη το δρόμο του. Είταν ως

τριάντα χρόνων παιδί, μαύρος, με βλογοκομμένο πρόσωπο, με

χοντρά μουστάκια, με μια πατατούκα μαύρη και με χοντρά χέρια.

— Ε!, πατριώτη, μου δίνεις το τσιγάρο σου, ν' ανάψω έκαμε ο

υπενωμοτάρχης.

Εκείνος στάθηκε τότε, κιτρίνισε, ταράχτηκε, κι άπλωσε το χέρι

του κι έδοσε το τσιγάρο του προς τον υπενωμοτάρχη που τον

κοίταζε τόρα κατάμματα, φυσώντας τα ρουθούνια του. Αλλ' ενώ

άναβε το τσιγάρο του ο υπενωμοτάρχης, ο άλλος το βάζει άξαφνα

στα πόδια. Ο υπενωμοτάρχης αγρίεψε, έγινε θεριό· τον παίρνει

στο κατόπι μαζί με τους χωροφύλακες, λυσσώντας:

— Εσύ 'σαι, αντίχριστε! Καλά έλεγα εγώ... δύο μήνες τόρα

σάπισα για λόγου σου.

Έτρεξαν πολύ. Εκείνος μπροστά πηλαλώντας δαιμονισμένα, ο

υπενωμοτάρχης βλαστημώντας με τη σπάθα του κροταλίζοντας στα

λιθάρια, κι οι χωροφύλακες από πίσω.

Ντόπιες Ζωγραφιές · 第 2 / 6 段