έχουν πολλά χρήματα• εγώ δεν είμαι κατάλληλος ν'αγοράσω ένα τέτοιον
γλεντζέν.
ΕΡΜ. Φαίνεται ότι θα μας μείνη απώλητος αυτός.
ΖΕΥΣ. Ας αποσυρθή και φέρε άλλον. Ας έλθουν αυτοί οι δύο, αυτός από
τα Άβδυρα που γελά και ο άλλος από την Έφεσον που κλαίει, θέλω να
τους πωλήσωμεν και τους δύο ομού.
ΕΡΜ. Κατεβήτε εις το μέσον. Πωλούνται δύο άριστοι βίοι, οι
σοφώτατοι εξ όλων.
ΑΓΟΡ. Τι αντίθετοι που είνε! Ο ένας δεν παύει να γελά. Ο άλλος
φαίνεται ως να κλαίη τον πατέρα του. Δεν μου λες εσύ, γιατί γελάς;
ΔΗΜΟΚΡΙΤΟΣ. Ερωτάς; Διότι όλα όσα κάνετε μου φαίνονται γελοία και
σεις γελοίοι.
ΑΓΟΡ. Πώς είπες; Μάς εμπαίζεις όλους και περιφρονείς τα πράγματα
εις τα οποία ασχολούμεθα;
ΔΗΜ. Αυτό είνε• δεν βλέπω τίποτε το σπουδαίον εις αυτά και τα πάντα
είνε κενά και ατόμων φορά και απειρία.
ΑΓΟΡ. Όχι δα• συ είσαι αληθινά κενός και άπειρος του κόσμου. Αλλά
δεν θα παύσης να γελάς; Τι αυθάδεια είνε αυτή; Και συ, φίλε μου,
διατί κλαίεις; Μου φαίνεται ότι είνε προτιμότερον να ομιλή κανείς
με σένα.
ΗΡΑΚΛΕΙΤΟΣ. Τα ανθρώπινα πράγματα μου φαίνονται, ξένε, θλιβερά και
αξιοδάκρυτα και τίποτε εξ αυτών δεν τρέχει προς το καλόν. Σας
λυπούμαι λοιπόν και οδύρομαι• και τα μεν παρόντα δεν θεωρώ
σπουδαία, τα δε μέλλοντα προβλέπω τρομερά• εννοώ την πυρπόλησιν και
την καταστροφήν του σύμπαντος. Δι' αυτά κλαίω και διότι τίποτε δεν
είνε στερεόν και όλα συστρέφονται εις ένα κυκεώνα και είνε το αυτό
η τέρψις και η θλίψις, η γνώσις και η άγνοια, το μέγα και το
μικρόν. Όλα περιστρέφονται και συναλλάσσονται εις το παιγνίδι των
αιώνων.
ΑΓΟΡ. Και τι είνε ο αιών;
ΗΡΑΚΛ. Ένα παιδί το οποίον παίζει πεσσούς {95} και φιλονεικεί.
ΑΓΟΡ. Και οι άνθρωποι;
ΗΡΑΚΛ. Θεοί θνητοί.
ΑΓΟΡ. Οι δε θεοί;
ΗΡΑΚΛ. Άνθρωποι αθάνατοι.
ΑΓΟΡ. Αινίγματα μου λέγεις, φίλε μου, ή γρίφους συνθέτεις; Οι λόγοι
σου είνε σκοτεινοί όπως οι χρησμοί του Λοξίου Απόλλωνος.
ΗΡΑΚΛ. Διότι δεν έχετε καμμίαν σημασίαν δι' εμέ.
ΑΓΟΡ. Αλλά τότε δεν θα σ' αγοράση κανείς που τα έχει σωστά.
ΗΡΑΚΛ. Και εγώ σας περιφρονώ εξ ίσου και τους αγοράζοντας και τους
μη αγοράζοντας.
ΑΓΟΡ. Αυτός μου φαίνεται ότι δεν είνε καλά στα μυαλά του. Ούτε τον
ένα, ούτε τον άλλον θ' αγοράσω.
ΕΡΜ. Και αυτοί θα μείνουν απώλητοι.
ΖΕΥΣ. Κάλεσε άλλον.
ΕΡΜ. Θέλεις να καλέσω τον Αθήναιον εκείνον τον πολύλογον;
ΖΕΥΣ. Μάλιστα.
ΕΡΜ. Έλα λοιπόν συ. Πωλείται βίος αγαθός και συνετός. Ποιος θ'
αγοράση ένα τόσον αξιοσέβαστον πρόσωπον;
ΑΓΟΡ. Δεν μου λες τι κυρίως ξέρεις εσύ;
ΣΩΚΡΑΤΗΣ. Είμαι παιδεραστής και σοφός εις τα του έρωτος.
ΑΓΟΡ. Ωραία! Και θέλεις να σε αγοράσω εγώ και να σε πάρω παιδαγωγόν
εις το παιδί μου, που είνε καλοκαμωμένο;
ΣΩΚΡ. Και ποιος από εμένα είνε καταλληλότερος να συναναστρέφεται
ένα ωραίον νέον; Διότι δεν είμαι των σωμάτων εραστής αλλά των
ωραίων ψυχών, θα τους ακούσης να λέγουν ότι και όταν συνέβη να
κοιμηθούν μαζή μου υπό το αυτό σκέπασμα δεν έπαθαν τίποτε κακόν εκ
μέρους μου {96}.
ΑΓΟΡ. Αυτά να τα λες αλλού, ότι είσαι παιδεραστής και περιορίζεσαι
μόνον εις την ψυχήν των παιδιών, ενώ δύνασαι να πας και πάρα πέρα,
αφού κοιμάσθε υπό το αυτό σκέπασμα.
ΣΩΚΡ. Σου ορκίζομαι εις τον σκύλον και εις τον πλάτανον ότι αυτή
είνε η αλήθεια {97}.
ΑΓΟΡ. Τι θεοί είνε αυτοί εις τους οποίους ορκίζεσαι;
ΣΩΚΡ. Γιατί; Δεν νομίζεις ότι είνε θεός ο σκύλος; Δεν γνωρίζεις ότι
ο Άνουβις ο θεός των Αιγυπτίων είνε κυνοκέφαλος, επίσης δε ο
Σείριος εις τον ουρανόν και ο Κέρβερος εις τον Άδην;
ΑΓΟΡ. Καλά λες, το λάθος είνε δικό μου. Αλλά κατά ποίον τρόπον ζης;
ΣΩΚΡ. Κατοικώ εις μίαν πόλιν την οποίαν κατεσκεύασα διά τον εαυτόν
μου, μεταχειρίζομαι δε πολίτευμα εντελώς ιδιαίτερον και νόμους
δικούς μου.
ΑΓΟΡ. Ήθελα ν' ακούσω κανένα από τους νόμους σου.
ΣΩΚΡ. Άκουσε ένα από τους κυριωτέρους, ο οποίος αφορά τας γυναίκας.
Κατά τους νόμους μου, καμμία εκ των γυναικών δεν πρέπει να ανήκη
εις ένα και μόνον άνδρα, αλλά να παραδίδεται εις πάντα βουλόμενον.
ΑΓΟΡ. Τι είνε αυτά που λες; Καταργείς τους περί μοιχείας νόμους;
ΣΩΚΡ. Βέβαια και όλας τας περί των τοιούτων μικρολογίας.
ΑΓΟΡ. Και τι φρονείς περί των ωραίων παιδιών;
ΣΩΚΡ. Η αγάπη των πρέπει να είνε η αμοιβή των εναρέτων ανδρών και
των ανδραγαθούντων.
ΑΓΟΡ. Ωραία αμοιβή. Η δε σοφία σου εις τι κυρίως συνίσταται;
ΣΩΚΡ. Εις τας ιδέας και εις τα παραδείγματα των όντων• διότι πάντα
όσα βλέπεις, η γη και τα υπάρχοντα επί της γης, ο ουρανός και η
θάλασσα, έχουν εικόνας αι οποίαι στέκονται αόρατοι έξω των όλων.
ΑΓΟΡ. Και πού στέκονται;
ΣΩΚΡ. Πουθενά. Διότι αν ήσαν κάπου, δεν θα ήσαν.
ΑΓΟΡ. Αυτάς τας εικόνας και τα παραδείγματα που λέγεις δεν τα
βλέπω.
ΣΩΚΡ. Επόμενον είνε, διότι είσαι τυφλός την ψυχήν. Εγώ όμως βλέπω
εικόνας, βλέπω το δικό σου το αόρατον αντίτυπον, όπως και το δικό
μου και εν γένει όλα τα βλέπω διπλά.
ΑΓΟΡ. Πρέπει να σε αγοράσω, διότι βλέπω ότι είσαι σοφός και
οξυδερκής. Τι ζητείς δι' αυτόν συ ο κήρυξ;
ΕΡΜ. Δόσε δύο τάλαντα.
ΑΓΟΡ. Τον αγόρασα εις αυτήν την τιμήν, αλλά τα χρήματα θα τα
πληρώσω αργότερα.
ΕΡΜ. Το όνομά σου;
ΑΓΟΡ. Δίων ο Συρακούσιος {98}.
ΕΡΜ. Να τον χαίρεσαι. Έλα τώρα συ ο Επικούρειος. Ποιος τον θέλει
αυτόν; Είνε μαθητής εκείνου που γελά και του άλλου του μεθυσμένου,
τους οποίους προ ολίγου είχαμεν εκθέση εις δημοπρασίαν. Διαφέρει
μόνον από αυτούς ότι είνε ασεβέστερος. Κατά τα άλλα είνε και αυτός
ευχάριστος και καλοφαγάς.
ΑΓΟΡ. Και η τιμή;
ΕΡΜ. Δύο μναι.
ΑΓΟΡ. Λάβε τις• αλλά θέλω να μάθω ποία φαγητά του αρέσουν
περισσότερον.
ΕΡΜ. Αγαπά τα γλυκά και τα μελιτώδη, προ πάντων δε τα σύκα.
ΑΓΟΡ. Δεν θα είνε δύσκολον να τον τρέφωμεν θα του αγοράσω κάμποσες
τσαπέλες σύκα της Καρίας.
ΖΕΥΣ. Άλλον κάλεσε, εκείνον που είνε κουρεμμένος σύρριζα και
σκυθρωπός, τον Στωικόν.
ΕΡΜ. Καλά λέγεις, διότι πολλοί από τους αγοραστάς αυτόν περιμένουν.
Πωλείται η προσωποποίησις της αρετής, η τελειωτάτη ζωή. Ποιος θέλει
να γνωρίζη τα πάντα μόνος εξ όλων των ανθρώπων;
ΑΓΟΡ. Πώς το είπες αυτό;
ΕΡΜ. Αυτός είνε ο μόνος σοφός, ο μόνος ωραίος, ο μόνος δίκαιος,
ανδρείος, βασιλεύς, ρήτωρ, πλούσιος, νομοθέτης και ό,τι άλλο
θέλετε {99}.
ΑΓΟΡ. Λοιπόν θα είνε και μάγειρος και βυρσοδέψης και ξυλουργός και
τα τοιαύτα.
ΕΡΜ. Φαίνεται.
ΑΓΟΡ. Πλησίασε, φίλε μου, και λέγε μου ποίος είσαι και εν πρώτοις
εάν λυπήσαι διότι πωλείσαι ως δούλος.
ΧΡΥΣΙΠΠΟΣ. Παντάπασι, διότι αυτά τα πράγματα δεν εξαρτώνται από
ημάς και όσα δεν εξαρτώνται από ημάς είνε αδιάφορα {100}.
ΑΓΟΡ. Δεν σ' εννοώ.
ΧΡΥΣ. Δεν ξέρεις ότι εκ των τοιούτων άλλα μεν είνε προηγμένα, άλλα
δε εξ εναντίας αποπροηγμένα;
ΑΓΟΡ Ούτε τώρα σ' εννοώ.
ΧΡΥΣ. Δεν είνε παράδοξον, διότι δεν είσαι συνειθισμένος εις τους
ημετέρους όρους, ούτε έχεις την καταληπτικήν φαντασίαν. Οι
σπουδαίοι όμως οι οποίοι εδιδάχθησαν την λογικήν θεωρίαν, όχι μόνον
αυτά γνωρίζουν αλλά και το σύμβαμα και παρασύμβαμα και την διαφοράν
η οποία υπάρχει μεταξύ των.
ΑΓΟΡ. Σ' εξορκίζω εις την σοφίαν σου να μου εξηγήσης τουλάχιστον τι
είνε το σύμβαμα και τι το παρασύμβαμα, διότι δεν ξέρω πώς ο ρυθμός
αυτών των λέξεων μου έκαμεν εντύπωσιν.
ΧΡΥΣ. Δεν έχω καμμίαν δυσκολίαν• αν ένας χωλός σκοντάψη με το
κουτσό του το πόδι εις πέτραν και πληγωθή, το μεν προηγούμενον
δυστύχημα το οποίον τον έκαμε να χωλαίνη είνε σύμβαμα, η δε δευτέρα
πληγή παρασύμβαμα.
ΑΓΟΡ. Θαυμάζω την σοφίαν σου. Και τι άλλο ξέρεις;
ΧΡΥΣ. Τας πλεκτάνας των λόγων εις τας οποίας συλλαμβάνω και δεσμεύω
εκείνους οι οποίοι συζητούν μετ' εμού και τους αποστομόνω ως με
φίμωτρον• η δύναμις δε αύτη είνε ο περίφημος συλλογισμός.
ΑΓΟΡ. Πολύ δυνατόν όπλον και επίφοβον, μα τον Ηρακλήν.
ΧΡΥΣ. Ορίστε εν παράδειγμα• έχεις παιδί;
ΑΓΟΡ. Γιατί ρωτάς;
ΧΡΥΣ. Διά να υποθέσωμεν ότι περιπλανάται πλησίον του ποταμού και το
αρπάζει ένας κροκόδειλος, ο οποίος έπειτα σου υπόσχεται να σου το
αποδώση εάν του είπης τι ακριβώς σκέπτεται, να σου δώση ή να μη σου
δώση το παιδί. Λοιπόν τι θα πης ότι σκέπτεται;
ΑΓΟΡ. Δύσκολη απάντηση μου ζητάς. Δεν γνωρίζω τι να πω διά να σώσω
το παιδί μου. Λοιπόν πες μου συ, σε παρακαλώ, πώς να το σώσω πριν
προφθάση και το καταπιή.
ΧΡΥΣ. Μη φοβάσαι, {101} θα σου μάθω και άλλα πολύ θαυμαστότερα
πράγματα.
ΑΓΟΡ. Ποία;
ΧΡΥΣ. Τον θεριστικόν και τον κυριεύοντα {102} συλλογισμόν, εκτός δε
τούτων την Ηλέκτραν και τον εγκεκαλυμμένον.
ΑΓΟΡ. Τι εννοείς με αυτόν τον εγκεκαλυμμένον και ποιά είνε αυτή η
Ηλέκτρα;
ΧΡΥΣ. Είνε η περίφημος Ηλέκτρα, η κόρη του Αγαμέμνονος, η οποία τα
αυτά πράγματα εγνώριζε και δεν εγνώριζε• διότι όταν ευρίσκετο
ενώπιόν της ο Ορέστης, ο οποίος δεν την εγνώριζεν, αυτή εγνώριζε
μεν τον Ορέστην ότι ήτο αδελφός της, αλλ' ότι εκείνος ήτο ο Ορέστης
το ηγνόει. Τώρα θα σου εξηγήσω και τον εγκεκαλυμμένον συλλογισμόν,
ο οποίος είνε εκ των πλέον Θαυμαστών. Ειπέ μου, γνωρίζεις τον
πατέρα σου;
ΑΓΟΡ. Ναι.
ΧΡΥΣ. Λοιπόν εάν σου παρουσιάσω ένα άνθρωπον σκεπασμένον θα τον
γνωρίσης; Τι θα πης;
ΑΓΟΡ. Βέβαια θα πω ότι δεν τον γνωρίζω.
ΧΡΥΣ. Αλλ' όμως αυτός είνε ο πατέρας σου• ώστε εάν τον αγνοής,
επόμενον είνε ότι αγνοής τον πατέρα σου.
ΑΓΟΡ. Όχι δα, διότι θα τον ξεσκεπάσω και θα μάθω την αλήθειαν. Δεν
μου λες τώρα και τον σκοπόν της σοφίας σου και τι θα πράξης όταν θα
φθάσης εις την κορυφήν της αρετής; {103}
ΧΡΥΣ. θα απολαύσω εκείνα τα οποία ως εκ της φύσεώς των κατέχουν την
πρώτην θέσιν εις την ευτυχίαν, εννοώ τον πλούτον, την υγείαν και τα
τοιαύτα. Αλλά προ τούτου είνε ανάγκη να κοπιάση κανείς, πολύ,
σκυμμένος επί βιβλίων ψιλογραμμένων, να συναθροίζη σχόλια και να
παραγεμίζη την μνήμην του από σολοικισμούς και ανοήτους λέξεις
{104}• και το σπουδαιότερον είνε ότι δεν επιτρέπεται να γίνης σοφός
εάν δεν πίης τρις κατά σειράν ελλέβορον.
ΑΓΟΡ. Πολύ ευγενή αυτά και εξόχως ανδροπρεπή. Αλλά το να γίνη
κανείς, Γνίφων {105} και τοκογλύφος — διότι και αυτό, βλέπω, το
προσόν το έχεις — πώς πρέπει να το θεωρήσωμεν δι' άνθρωπον ο οποίος
ήδη κατέπιε τον ελλέβορον και κατέστη τέλειος διά την αρετήν;
ΧΡΥΣ. Μόνον εις τον σοφόν αρμόζει να δανείζη με τόκον διότι αφού ο
συλλογισμός είνε η κυριωτέρα αυτού ασχολία, τα δε δάνεια και οι
λογαριασμοί φαίνονται συγγενή προς τους συλλογισμούς, μόνον εις
τους σπουδαίους ανήκει και τούτο όπως εκείνο, και δεν πρέπει μόνον
να λαμβάνη απλούς, όπως οι άλλοι, τους τόκους, αλλά διπλούς, τόκους
των τόκων. Δεν πιστεύω ν' αγνοής ότι είνε δύο ειδών τόκοι, οι
πρώτοι και οι δεύτεροι, οι οποίοι είνε ως απόγονοι των πρώτων. Αλλά
και κατά τον φιλοσοφικόν συλλογισμόν, ο λαμβάνων τον πρώτον τόκον
θα λάβη και τον δεύτερον• αλλά θα λάβη τον πρώτον, άρα θα λάβη και
τον δεύτερον.
ΑΓΟΡ. Λοιπόν και περί των μισθών, τους οποίους συ λαμβάνεις παρά
των νέων διά να τους διδάσκης την σοφίαν σου, πρέπει το αυτό να
είπωμεν και πρέπει να συμπεράνωμεν ότι μόνον οι σοφοί πρέπει να
αμοίβωνται με χρήματα διά την αρετήν των;
ΧΡΥΣ. Αυτό ακριβώς• διότι δεν λαμβάνω την αμοιβήν χάριν του εαυτού
μου, αλλά χάριν του δίδοντος. Επειδή εκ των ανθρώπων άλλοι μεν
πρέπει να εκχύνουν τον πλούτον, άλλοι δε να δέχωνται, εγώ φροντίζω
να γίνωμαι δεκτικός, τον δε μαθητήν διδάσκω να εκχύνη.
ΑΓΟΡ. Και όμως το εναντίον έπρεπε να γίνεται, ο νέος να είνε
δεκτικός συ δε ο οποίος είσαι ο μόνος πλούσιος να εκχύνης.
ΧΡΥΣ. Εμπαίζεις, αλλά πρόσεξε μήπως σου εκσφενδονίσω κανένα
αναπόδεικτον συλλογισμόν.
ΑΓΟΡ. Και τι έχω να φοβηθώ από τοιούτον κτύπημα;
ΧΡΥΣ. θα περιπέσης εις αμηχανίαν και σιωπήν και θα περιέλθη εις
σύγχυσιν το πνεύμα σου. Και το σοβαρώτερον είνε ότι, αν θέλω, θα σε
αποδείξω εις μίαν στιγμήν λίθον.
ΑΓΟΡ. Πώς λίθον; Διότι δεν μου φαίνεσαι να είσαι ο Περσεύς,
αγαπητέ.
ΧΡΥΣ. Ιδού πώς• ο λίθος είνε σώμα;
ΑΓΟΡ. Ναι.
ΧΡΥΣ. Το δε ζώον δεν είνε σώμα;
ΑΓΟΡ. Είνε.
ΧΡΥΣ. Συ δε είσαι ζώον;
ΑΓΟΡ. Φαίνεται.
ΧΡΥΣ. Άρα είσαι λίθος, αφού είσαι σώμα.
ΑΓΟΡ. Σ' εξορκίζω μη μ' αφήσης να μείνω λίθος, αλλ' ανάλυσε με και
κάμε με εκ νέου άνθρωπον.
ΧΡΥΣ. Δεν είνε δύσκολον θα γίνης πάλιν άνθρωπος. Λοιπόν ειπέ μου,
παν σώμα είνε ζώον;
ΑΓΟΡ. Όχι.
ΧΡΥΣ. Ο δε λίθος είνε ζώον;
ΑΓΟΡ. Όχι.
ΧΡΥΣ. Συ δε είσαι σώμα;
ΑΓΟΡ. Ναι.
ΧΡΥΣ. Αφού δε είσαι σώμα, είσαι ζώον;
ΑΓΟΡ. Ναι.
ΧΡΥΣ. Επομένως δεν είσαι λίθος, αφού είσαι ζώον.
ΑΓΟΡ. Ευχαριστώ, αδελφέ, διότι είχαν αρχίση τα πόδια μου να
ξεπαγιάζουν και ν' απολιθούνται, όπως της Νιόβης. Τέλος πάντων θα
σ' αγοράσω. Αλλά δεν μου λες, πόσον θα πληρώσω;
ΕΡΜ. Δώδεκα μνας.
ΑΓΟΡ. Λάβε.
ΕΡΜ. Μόνος σου τον αγόρασες;
ΑΓΟΡ. Όχι, αλλ' όλοι αυτοί που βλέπεις.
ΕΡΜ. Είνε πολλοί και με ώμους δυνατούς και άξιοι του θεριστικού
συλλογισμού.
ΖΕΥΣ. Μη χρονοτριβής, αλλά κάλεσε εκείνον τον Περιπατητικόν.
ΕΡΜ. Έλα συ ο ωραίος και πλούσιος. Ποιος θέλει ν' αγοράση τον
σοφώτατον αυτόν, ο οποίος γνωρίζει τα πάντα;
ΑΓΟΡ. Και ποίας ιδιότητας έχει;
ΕΡΜ, Είνε μετριοπαθής, πράος, καλόβολος και, το σπουδαιότερον,
διπλούς.
ΑΓΟΡ. Δηλαδή;
ΕΡΜ. Άλλος ο φαινόμενος και άλλος ο εσωτερικός• ώστε, αν τον
αγοράσης, να ενθυμήσαι να διακρίνης εις αυτόν τον εσωτερικόν και
τον εξωτερικόν άνθρωπον.
ΑΓΟΡ. Ποία δε είνε η κυριωτέρα γνώσις του;
ΕΡΜ. Ότι τα αγαθά είνε τρία, τα ψυχικά, τα σωματικά και τα έξω
τούτων.
ΑΓΟΡ. Λογικά είνε αυτά. Και η τιμή του;
ΕΡΜ. Είκοσι μνας.
ΑΓΟΡ. Πολλά ζητάς.
ΕΡΜ. Όχι, φίλε μου, διότι αυτός φαίνεται ότι έχει χρήματα και καλά
θα κάμης να τον αγοράσης το ταχύτερον. Εκτός δε των άλλων θα μάθης
παρ' αυτού πόσον καιρόν ζη το κουνούπι, εις πόσον δε βάθος της
θαλάσσης φθάνει το φως του ήλιου και τι είνε η ψυχή των στρειδιών.
ΑΓΟΡ. Πολύ λεπτολόγος.
ΕΡΜ. Και τι θα πης αν ακούσης άλλα πράγματα πολύ λεπτότερα, περί
σπέρματος και γονιμοποιήσεως και περί σχηματισμού του εμβρύου εντός
της μήτρας, και ότι ο μεν άνθρωπος είνε ον γελαστικόν, ο δε όνος
όχι γελαστικόν, ούτε γνωρίζει να οικοδομή ή να ταξειδεύη.
ΑΓΟΡ. Πολύ θαυμάσια αυτά τα μαθήματα και πρακτικά {106}, ώστε τον
αγοράζω είκοσι μνας.
ΕΡΜ. Καλά.
ΖΕΥΣ. Ποίος μας μένει ακόμη;
ΕΡΜ. Αυτός ο Σκεπτικός. Έλα συ, Πυρρία {107}, πλησίασε και κάνε
γλίγορα να τελειώνωμεν. Οι περισσότεροι επωλήθησαν και δεν έχομεν
καιρόν να χάνωμεν. Ποιος θέλει ν' αγοράση αυτόν εδώ;
ΑΓΟΡ. Εγώ• αλλά πες μου πρώτον τι ξέρεις εσύ;
ΦΙΛΟΣΟΦΟΣ. Ουδέν.
ΑΓΟΡ. Πώς είπες;
ΦΙΛ. Διότι δεν πιστεύω ότι υπάρχει τίποτε απολύτως.
ΑΓΟΡ. Ώστε ούτε ημείς υπάρχομεν;
ΦΙΛ. Ούτε αυτό το γνωρίζω.
ΑΓΟΡ. Ούτε ότι συ υπάρχεις;
ΦΙΛ. Ακόμη περισσότερον αγνοώ τούτο.
ΑΓΟΡ. Τι άγνοια είνε αυτή; Και τι τις θέλεις αυτές τις ζυγαριές;
ΦΙΛ. Ζυγίζω εις αυτάς τας σκέψεις και τας εξισώνω• όταν δε τας εύρω
εντελώς ομοίας και ισοβαρείς, τότε προ πάντων δεν γνωρίζω ποία είνε
η αληθεστέρα.
ΑΓΟΡ. Και από τα άλλα εις τι προ πάντων καταγίνεσαι επιτυχώς;
ΦΙΛ. Πράττω τα πάντα και αποφεύγω μόνον να καταδιώκω φυγάδα {108}.
ΑΓΟΡ. Και διατί τούτο σου είνε αδύνατον;
ΦΙΛ. Διότι, φίλε μου, δεν δύναμαι να τον συλλάβω.
ΑΓΟΡ. Αυτό το εννοώ, διότι φαίνεσαι βραδύς και νωθρός. Αλλ' ο
σκοπός της επιστήμης σου ποιος είνε;
ΦΙΛ. Η άγνοια και ούτε ν' ακούω ούτε να βλέπω.
ΑΓΟΡ. Λοιπόν θέλεις να πης ότι είσαι τυφλός και κωφός συγχρόνως;
ΦΙΛ. Και άκριτος προσέτι και αναίσθητος και εν γένει ουδόλως
διαφέρω από τον σκώληκα.
ΑΓΟΡ. Δι' όλα αυτά αξίζεις να σε αγοράσω. Πόσον πωλείται αυτός εδώ;
ΕΡΜ. Μίαν μναν αττικήν.
ΑΓΟΡ. Λάβε την. Ήκουσες; Σε αγόρασα.
ΦΙΛ. Αυτό δεν είνε βέβαιον.
ΑΓΟΡ. Πώς δεν είνε βέβαιον, αφού εμέτρησα τα χρήματα;
ΦΙΛ. Διστάζω δι' αυτό και σκέπτομαι {109}.
ΑΓΟΡ. Και όμως πρέπει να με ακολουθήσης αφού είσαι δούλος μου.
ΦΙΛ. Ποίος γνωρίζει αν αυτά τα οποία λέγεις είνε αληθή;
ΑΓΟΡ. Το γνωρίζουν ο κήρυξ, η μνα που έδωκα και οι παρόντες.
ΦΙΛ. Υπάρχουν και άλλοι εδώ;
ΑΓΟΡ. Μετ' ολίγον θα σε βάλω να γυρίζης τον μύλον κι' εκεί θα
πεισθής με δυσάρεστα επιχειρήματα ότι είμαι ο αφέντης σου.
ΦΙΛ. Να είσαι διστακτικός δι' αυτό.
ΑΓΟΡ. Το απεφάσισα ήδη.
ΕΡΜ. Παύσε ν' αντιτείνης και ακολούθησε τον αγοραστήν σου. Εσάς δε
τους άλλους θα σας καλέσωμεν αύριον, όταν θα εκθέσωμεν εις
δημοπρασίαν τα λαϊκά και βάναυσα και αγοραία επαγγέλματα.
ΑΛΙΕΥΣ Ή ΑΝΑΖΗΣΑΝΤΕΣ
ΣΩΚΡΑΤΗΣ. Κτυπάτε, κτυπάτε τον αχρείον με λίθους πολλούς, κτυπάτε
τον με βώλους και κεραμίδια, κτυπάτε τον με ξύλα, διά να μη μας
ξεφύγη. Εμπρός, Πλάτων, κτύπα• και συ Χρύσιππε, και συ ο άλλος.
Όλοι ας ορμήσωμεν εναντίον του,
ως πήρη πήρηφιν αρήγη, βάκτρα δε βάκνροις {110}•
διότι είνε κοινός εχθρός και δεν αφήκε κανένα εξ ημών ανύβριστον.
Συ δε, Διογένη, ιδού σου παρουσιάζεται η καλλιτέρα ευκαιρία διά να
μεταχειρισθής το ξύλον. Μη τον αφήνετε• ας τιμωρηθή, αναλόγως των
συκοφαντιών του. Τι, εκουρασθήκατε, Επίκουρε και Αρίστιππε; και
όμως δεν έπρεπε.
Ανέρες έστε, σοφοί, μνήσασθε δε θούριδος οργής {111}•
Αριστοτέλη, κάμε πιο γρήγορα. Λαμπρά, συνελήφθη το θηρίον. Επί
τέλους σε κρατούμεν, αχρείε, και θα μάθης εντός ολίγου ποίοι είμεθα
ημείς τους οποίους εκακολόγεις. Αλλά κατά ποίον τρόπον πρέπει να
τον τιμωρήσωμεν; Πρέπει να επινοήσωμεν ένα θάνατον με διαφόρους
βασάνους, ώστε να μας ικανοποίηση όλους• διότι δι' όσα έπραξεν εις
έκαστον εξ ημών ιδιαιτέρως είνε άξιος θανάτου.
ΦΙΛΟΣΟΦΟΣ Α'. Κατά τα την γνώμην μου πρέπει να ανασκολοπισθή.
ΦΙΛ. Β'. Αφού όμως μαστιγωθή πρώτα.
ΦΙΛ. Γ'. Να του εξορυχθούν οι οφθαλμοί.
ΦΙΛ. Δ'. Προηγουμένως όμως να του αποκόψωμεν την γλώσσαν.
ΣΩΚΡ. Συ δε, Εμπεδοκλή, ποίαν γνώμην έχεις;
ΕΜΠΕΔΟΚΛΗΣ. Πρέπει να ριφθή εις τους κρατήρας της Αίτνας, διά να
μάθη να μη υβρίζη τους καλλιτέρους του.
ΠΛΑΤΩΝ. Και όμως το καλλίτερον θα ήτο, ως ο Πενθεύς ή ο Ορφεύς,
λακιστόν εν πέτραισιν ευρέσθαι μόρον {112},
διά να λάβη έκαστος ένα κομμάτι και να φύγη...
ΛΟΥΚΙΑΝΟΣ. Όχι σας παρακαλώ• σας εξορκίζω εις τον ικέσιον Δία να με
λυπηθήτε.
ΣΩΚΡ. Μη χάνης τα λόγια σου• τώρα πλέον δεν σώζεσαι. Ξέρεις και τι
λέγει ο Όμηρος,
ως ουκ έστι λέουσι και ανδράσιν όρκια πιστά {113}.
ΛΟΥΚ. Και εγώ με στίχους του Ομήρου θα σας ικετεύσω και ίσως εκ
σεβασμού προς τα Ομηρικά έπη θα φανήτε επιεικείς.
Ζωγρείτ' ου κακόν άνδρα και άξια δέχθε άποινα
χαλκόν τε χρυσόν τε, τα δη φιλέουσι σοφοί περ {114}.
ΠΛΑΤΩΝ. Αλλ' ούτε ημείς Θα δυσκολευθώμεν να σου απαντήσωμεν με
Ομηρικούς στίχους. Άκουσε λοιπόν:
μη δη μοι φύξιν γε, κακηγόρε, βάλλεο θυμώ
χρυσόν περ λέξας, επεί ίκεο χείρας ες αμάς {115}.
ΛΟΥΚ. Ω δυστυχία μου! ο Όμηρος εις τον οποίον είχα τας μεγαλειτέρας
μου ελπίδας εις ουδέν με ωφέλησε. Πρέπει να καταφύγω εις τον
Ευριπίδην και ίσως εκείνος με σώση.
Μη κτείνε• τον ικέτην γαρ ου θέμις κτανείν {116}.
ΠΛΑΤ. Μήπως ο Ευριπίδης δεν είπε και τα εξής :
Ού δεινά πάσχειν δεινά τοις ειργασμένοις {117};
ΛΟΥΚ. Λοιπόν διά τοιούτους ματαίους λόγους Θα με καταδικάσετε εις
θάνατον;
ΠΛΑΤ. Διατί όχι; Μήπως ο ίδιος δεν λέγει και το εξής;
Αχαλίνων στομάτων
ανόμου τ' αφροσύνας
το τέλος δυστυχία {118}.
ΛΟΥΚ. Λοιπόν, αφού απεφασίσθη ο θάνατός μου και δεν υπάρχει τρόπος
να τον αποφύγω, σας παρακαλώ τουλάχιστον να μου ειπήτε ποίοι είσθε
και τι τόσον μέγα κακόν σας έκαμα, ώστε η οργή σας εναντίον μου να
είνε τόσον αμείλικτος και να ζητήτε τον θάνατόν μου.
ΠΛΑΤ. Διά τα κακά τα οποία μας έκαμες να ερωτάς τον εαυτόν σου,
κακούργε, και τους ωραίους εκείνους λόγους σου, εις τους οποίους
και αυτήν την φιλοσοφίαν εκακολόγεις και ημάς ύβριζες και μας
επώλεις εις δημοπρασίαν άνδρας σοφούς και το σπουδαιότερον
ελευθέρους. Διά τούτο αγανακτήσαντες εζητήσαμεν άδειαν από τον
Πλούτωνα, ο Χρύσιππος αυτός, ο Επίκουρος και ο Πλάτων εγώ και ο
Αριστοτέλης εκείνος και αυτός που σιωπά ο Πυθαγόρας, ο Διογένης και
όλοι όσους διέσυρες εις τα έργα σου.
ΛΟΥΚ. Ανέπνευσα• διότι δεν θα με θανατώσετε εάν μάθετε ποία
αισθήματα έθρεφα προς υμάς. Ώστε πετάξετε τους λίθους, αλλά μάλλον
φυλάξετέ τους, διότι θα τους μεταχειρισθήτε κατ' εκείνων που είνε
άξιοι λιθοβολισμού.
ΠΛΑΤ. Αυτά να σου λείψουν. Συ πρέπει σήμερον να τιμωρηθής με
θάνατον και μάλιστα αμέσως.
Λάϊνον έσσο χιτώνα κακών ένεχ' όσα έοργας {119}.
ΛΟΥΚ. Και όμως πρέπει να γνωρίζετε ότι αν φονεύσετε εμέ θα
φονεύσετε εκείνον εις τον οποίον προ πάντων έπρεπε να ευγνωμονήτε,
ο οποίος είνε οικείος προς υμάς και φίλος και ομόφρων και, αν μου
επιτρέπετε να το είπω, προστάτης και φύλαξ της διδασκαλίας σας και
πολύ εκοπίασα εξ αγάπης προς υμάς. Προσέξετε λοιπόν να μη φανήτε
όμοιοι με τους σημερινούς φιλοσόφους, δηλαδή αχάριστοι και κακοί
προς άνθρωπον ο οποίος σας ευηργέτησε.
ΠΛΑΤ. Τι αναισχυντία! Ώστε χάριν σου οφείλομεν διά τας ύβρεις;
Νομίζεις ότι ομιλείς προς κτήνη και θέλεις να θεωρήσωμεν ως
ευεργεσίαν τας τόσας ύβρεις και συκοφαντίας;
ΛΟΥΚ. Και πού ή πότε εγώ σας ύβρισα, ο οποίος πάντοτε υπήρξα
θαυμαστής της φιλοσοφίας και σας υπερεπαινώ; και τα έργα τα οποία
λέγω και γράφω πόθεν άλλοθεν ή από σας έλαβα και ως μέλισσα τα
απήνθισα και τα επιδεικνύω εις τους ανθρώπους; Οι δε άνθρωποι
επαινούν και αναγνωρίζουν έκαστος το άνθος πόθεν, πώς και εκ τίνος
το έδρεψα, και φαίνονται μεν ότι επαινούν εμέ διά την ανθολογίαν,
πραγματικώς όμως γνωρίζουν χάριν εις υμάς και τον ανθώνα σας, οι
οποίοι τοιαύτα άνθη ποικίλα και πολύχρωμα έχετε παραγάγη, δυνάμενα
να χρησιμεύσουν και προς δόξαν εκείνου όστις δύναται να συλλέξη και
τα συναρμόση, ούτως ώστε να συμφωνούν μεταξύ των και να σχηματίζουν
σύνολον αρμονικόν. Είνε λοιπόν δυνατόν άνθρωπος ο οποίος τοιαύτας
ευεργεσίας έλαβε παρ' υμών να κατηγορήση τους ευεργέτας του, εξ
αιτίας των οποίων και αυτός φαίνεται τώρα ότι είνε κάτι τι; Εκτός
εάν έχη τον χαρακτήρα του Θαμίριδος ή του Ευρύτου, ο οποίος ενώ
είχε διδαχθή το άσμα παρά των Μουσών, εφέρετο προκλητικώς προς τας
Μούσας και ετάνυεν εναντίον του Απόλλωνος το τόξον του, ενώ παρ'
αυτού είχε διδαχθή την τοξευτικήν...
ΠΛΑΤ. Ομιλείς ως ρήτωρ και αυτό το οποίον λέγεις είνε αντίθετον
προς το πράγμα και μεγαλείτερον αποδεικνύει το θράσος σου, καθότι
εις το αδίκημα προσθέτει και την αχαριστίαν, διότι, ενώ παρ' ημών
έμαθες να τοξεύης, εναντίον ημών έστρεψες το τόξον σου και ως μόνον
σκοπόν είχες να κακολογής όλους ημάς. Αυτήν την αμοιβήν ελάβομεν
παρά σου διά την χάριν την οποίαν σου εκάμαμεν να σου αφήσωμεν
ανοικτόν των ανθώνα εκείνον και να μη σ' εμποδίσωμεν να κόψης άνθη
και αφού έκαμες άφθονον προμήθειαν ν' απέλθης. Διά τούτο είνε
δίκαιον να τιμωρηθής διά θανάτου.
ΛΟΥΚ. Βλέπετε ότι ακούετε περισσότερον την οργήν σας παρά το
δίκαιον; Δεν εφανταζόμην ποτέ ότι ηδύνατο η οργή να κυριεύη τον
Πλάτωνα, τον Χρύσιππον ή τον Αριστοτέλην ή άλλον από σας, αλλ'
ενόμιζα ότι μόνοι σεις είσθε απηλλαγμένοι αυτού του πάθους. Σας
παρακαλώ μη με θανατώσετε άκριτον και αδίκαστον, διότι και τούτο
ήτο γνώμη σας ότι δεν πρέπει να επικρατή η βία και το δίκαιον του
ισχυροτέρου, αλλ' αι διαφοραί να λύωνται κατά το δίκαιον και αφού
ακουσθούν και τα δύο αντιμαχόμενα μέρη. Ώστε εκλέξατε ένα δικαστήν
και απαγγείλλετέ μου κατηγορίαν ή όλοι υμείς ή ένας, τον οποίον θα
διορίσετε αντιπρόσωπον οι λοιποί, εγώ δε θα απολογηθώ διά τας
κατηγορίας και αν μεν αποδειχθώ ένοχος και το δικαστήριον
αναγνωρίση την ενοχήν μου, θα υποστώ την δικαίαν τιμωρίαν• αλλά μη
προβήτε εις καμμίαν αυθαιρεσίαν. Εάν δε αποδειχθώ κατά την δίκην
αγνός και αθώος, οι δικασταί θα με απολύσουν και σεις τότε θα
στρέψετε την οργήν σας εναντίον εκείνων οίτινες σας εξηπάτησαν και
σας εξηρέθισαν εναντίον μου.
ΠΛΑΤ. Είνε ως ν' απολύσωμεν τον ίππον εις την πεδιάδα, κατά την
παροιμίαν, διά να τον φυλάξωμεν καλλίτερα. Θα γελάσης τους δικαστάς
και θα διαφύγης• διότι ως ηκούσαμεν είσαι ρήτωρ και δικηγόρος, πολύ
πανούργος εις τους λόγους. Ποίον δικαστήν να βάλωμεν να σε δικάση,
τον οποίον να μη δωροδοκήσης, κατά την συνήθειάν σας, και να τον
πείσης να ψηφίση υπέρ σου παρά την συνείδησίν του;
ΛΟΥΚ. Δι' αυτό μη ανησυχήτε• δεν θα ζητήσω να γίνη δικαστής κανέν
τοιούτον πρόσωπον ύποπτον και αμφιβόλου ακεραιότητος, το οποίον να
με αθωώση κατά χάριν ή με δωροδοκίαν. Προτείνω να με δικάση η
Φιλοσοφία και σεις μετ' αυτής.
ΠΛΑΤ. Και ποιος θα υποστηρίξη την κατηγορίαν, όταν ημείς θα είμεθα
δικασταί;
ΛΟΥΚ. Οι ίδιοι να είσθε κατήγοροι και δικασταί• δεν το φοβούμαι και
τούτο. Τόσην πεποίθησιν έχω εις το δίκαιόν μου και εις την δύναμιν
των επιχειρημάτων τα οποία θα μεταχειρισθώ εις την απολογίαν μου.
ΠΛΑΤ. Τι λέτε σεις, Πυθαγόρα και Σωκράτη; Μου φαίνεται ότι αι
αξιώσεις του δεν είνε παράλογοι.
ΣΩΚΡ. Τι άλλο παρά να πάμε εις το δικαστήριον, να παραλάβωμεν δε
και την Φιλοσοφίαν και εκεί ν' ακούσωμεν τι απολογείται αυτός ο
άνθρωπος; Να τον τιμωρήσωμεν αδίκαστον δεν αρμόζει εις ημάς, αλλ'
εις ανθρώπους αμαθείς και οργίλους, οι οποίοι λύουν τας διαφοράς
των με το δίκαιον του ισχυροτέρου. Θα δώσωμεν δε και αφορμάς
κατηγοριών εις τους κακοβούλους αν λιθοβολήσωμεν άνθρωπον χωρίς να
του επιτρέψωμεν ν' απολογηθή, ενώ καυχώμεθα ότι τόσον αγαπώμεν την
δικαιοσύνην. Και τι θα είπωμεν τότε περί του Ανύτου και Μελήτου,
των κατηγόρων μου, ή περί των τότε δικαστών, εάν αυτός θανατωθή
χωρίς ουδόλως να του επιτρέψωμεν ν' απολογηθή;
ΠΛΑΤ. Πολύ σωστά λέγεις, Σωκράτη• ώστε ας πάμε να εύρωμεν την
Φιλοσοφίαν. Αυτή ας δικάση και ημείς ας αποδεχθώμεν τας αποφάσεις
της.