αποδεδειγμένον και φανερόν ότι έκαστον εκ τούτων έγινεν εκ
προνοίας• ότι τοιαύτα είνε τα γινόμενα το ομολογώ και εγώ• αλλ' εκ
τούτου δεν έπεται ότι γίνονται και υπό προνοίας τινός, διότι
δύναται και να υποτεθή ότι αφού έγιναν κατ' αρχάς εκ τύχης
εξακολουθούν να γίνωνται ομοίως και κατά τους αυτούς νόμους• συ δε
ονομάζεις τάξιν την ανάγκην και αγανακτείς έπειτα κατ' εκείνων οι
οποίοι δεν παραδέχονται την γνώμην σου, ότι τα φαινόμενα τα οποία
αριθμείς και εκθειάζεις αποτελούν και απόδειξιν ότι όλα έγιναν με
πρόνοιαν και τάξιν. Κατά τον κωμικόν ποιητήν, αυτό δεν περνά και
λέγε μας άλλο {77}.
ΤΙΜ. Εγώ το νομίζω αρκετόν, αλλ' όμως θα σε ερωτήσω και θέλω να μου
αποκριθής. Φρονείς ότι ο Όμηρος είνε άριστος ποιητής;
ΔΑΜ. Βέβαια.
ΤΙΜ. Λοιπόν εις εκείνον επείσθην εξηγούντα και διηγούμενον την
πρόνοιαν των θεών.
ΔΑΜ. Αλλ', ω λαμπρέ άνθρωπε, περί του Ομήρου όλοι θα συμφωνήσουν
ότι ήτο ποιητής, αλλά μάρτυς αψευδής περί των τοιούτων ούτε
εκείνος, ούτε άλλος ποιητής δύναται να θεωρηθή• διότι οι ποιηταί
δεν φροντίζουν τόσον περί της αληθείας, όσον διά να τέρπουν τους
ακούοντας τα ποιήματα, και διά τούτο τα στολίζουν με μέτρα και τα
παραγεμίζουν με μύθους και όλαι αι προσπάθειαί των ως σκοπόν έχουν
την τέρψιν. Αλλ' εν τοσούτω θα ήθελα να ακούσω οποία πράγματα από
τον Όμηρον σε έπεισαν. Μήπως εκείνα τα οποία λέγει περί του Διός,
ότι συνώμοσαν να τον δέσουν η κόρη του, ο αδελφός του και η σύζυγός
του; Και αν δεν ενόει τα τεκταινόμενα η Θέτις και εκάλει εις
βοήθειαν τον Βρυάρεων, θα ηχμαλώτιζαν τον καλό σου τον Δία ή και θα
τον έρριπταν εις τα δεσμά. Διά τούτο και ευγνωμονών προς την
Θέτιδα, εξηπάτησε τον Αγαμέμνονα και του έστειλε ψευδές όνειρον ότι
πολλοί εκ των Αχαιών θα απέθνησκον. Βλέπεις; Του ήτο αδύνατον να
ρίξη κεραυνόν και να κατακαύση τον Αγαμέμνονα, αντί να φανή
απατεών; Ή σε έκαμαν να πιστεύσης τα άλλα, τα οποία διηγείται, ότι
ο Διομήδης ετραυμάτισε την Αφροδίτην και έπειτα κατά παρακίνησιν
της Αθηνάς και αυτόν τον Άρην; Έπειτα δε ότι συμπλακέντες οι θεοί
εμονομάχησαν αρσενικοί και θηλυκοί ανακατωμένοι και η Αθηνά ενίκα
τον Άρην, ίσως διότι ούτος είχεν ήδη εξασθενήση εκ του τραύματος το
οποίον έλαβε παρά του Διομήδους,
Λητοί δ' αντέστη σώκος ερυούνιος Ερμής {78};
ή σου εφάνησαν αξιόπιστα όσα διηγείται περί της Αρτέμιδος, ότι
εχωλώθη διότι δεν εκλήθη εις γεύμα υπό του Οινέως και διά τούτο
απέλυσεν εις την χώραν αυτού αγριόχοιρον τρομερόν; Με αυτάς τας
διηγήσεις σε έπεισεν ο Όμηρος;
ΖΕΥΣ. Πωπώ! με ποίαν βοήν το πλήθος επεδοκίμασε τους λόγους του
Δάμιδος• ο δε δικός μας φαίνεται ότι περιέπεσεν εις αμηχανίαν•
φαίνεται ότι τα έχει χάση, είνε φοβισμένος, τρέμει. Έτοιμος να ρίψη
την ασπίδα, παρατηρεί γύρω διά να ιδή από πού να φύγη.
ΤΙΜ. Ώστε και ο Ευριπίδης σου φαίνεται ότι δεν λέγει τίποτε ορθόν
όταν παρουσιάζη τους θεούς επί της σκηνής και σώζουν τους αγαθούς
εκ των ηρώων, τους κακούς δε και ασεβείς, όπως συ, συντρίβουν;
ΔΑΜ. Αλλ' αν αυτά τα οποία γράφουν οι τραγικοί ποιηταί σε έπεισαν,
σοφώτατε Τιμοκλή, πρέπει έν εκ των δύο, ή τον Πώλον και τον
Αριστόδημον και τον Σάτυρον να νομίζης πραγματικούς θεούς, ή τα
προσωπεία, τους κοθόρνους, τους ποδήρεις χιτώνας• τας χλαμύδας και
τας χειρίδας και τους θώρακας, με τα οποία εκείνοι στολίζουν την
τραγωδίαν, νομίζεις ως αποτελούντα τους θεούς, πράγμα το οποίον θα
ήτο γελοιωδέστατον, μου φαίνεται.
Διότι όταν αφ' εαυτού ομιλή ο Ευριπίδης και εκφράζη τας σκέψεις
του, χωρίς ν' αναγκάζεται υπό της ανάγκης των δραμάτων, άκουσέ με
ποίαν παρρησίαν αποφαίνεται:
Οράς τον υψού τόνδ' άπειρον αιθέρα
και γην πέριξ έχονθ' υγραίς εν αγκάλαις;
τούτον νόμιζε Ζήνα, τον δ' ηγού θεόν {79}.
και αλλαχού,
Ζευς, όστις ο Ζευς, ου γαρ οίδα, πλην λόγω κλύων {80}.
Και αλλά τοιαύτα.
ΤΙΜ. Λοιπόν όλοι οι άνθρωποι και όλα τα έθνη, τα οποία πιστεύουν
και λατρεύουν θεούς, πλανώνται;
ΔΑΜ. Ευχαριστώ, Τιμοκλή, διότι μου ενθύμισες τας δοξασίας των
διαφόρων εθνών, εκ των οποίων καθαρώτατα φαίνεται ότι δεν υπάρχει
τίποτε βέβαιον εις την περί των θεών ιδέαν• διότι υπάρχουν πολλαί
αντιθέσεις και άλλοι άλλα πιστεύουν. Οι Σκύθαι προσφέρουν θυσίας
εις τον ακινάκην, οι Θράκες εις τον Ζάμολξιν, ένα φυγάδα άνθρωπον,
όστις κατέφυγεν εις αυτούς εκ Σάμου, οι Φρύγες εις τον θεόν Μήνην,
οι Αιθίοπες εις την Ημέραν, οι Κυλήνιοι εις τον Φάλητα {81), οι
Ασσύριοι εις την περιστεράν, οι Πέρσαι εις το πυρ και οι Αιγύπτιοι
εις το ύδωρ. Και εις όλους μεν τους Αιγυπτίους είνε κοινή η λατρεία
του ύδατος, αλλ' εκάστου διαμερίσματος οι κάτοικοι έχουν
ιδιαιτέρους θεούς• οι Μεμφίται λατρεύουν το ρόδι, οι Πηλουσιώται το
κρομμύδι, άλλοι τον Ίβιν ή τον κροκόδειλον και άλλοι τον
κυνοκέφαλον, τον γάτον ή τον πίθηκον, υπάρχουν δε και χωρία εις τα
οποία θεωρείται θεός ο δεξιός ώμος, ενώ οι κατοικούντες επί της
άλλης όχθης του Νείλου θεωρούν ως θεόν τον αριστερόν ώμον. Άλλοι
λατρεύουν ως θεόν το ήμισυ της κεφαλής και άλλοι ποτήρι πήλινον ή
πινάκιον. Δεν είνε αυτά γελοία, καλέ Τιμοκλή;
ΜΩΜ. Δεν σας το έλεγα, ω θεοί, ότι όλα αυτά θα αποκαλυφθούν και θα
κριθούν αυστηρώς και λεπτομερώς;
ΖΕΥΣ. Βέβαια το έλεγες, Μώμε, και είχες δίκαιον, εγώ δε θα
προσπαθήσω να τα διορθώσω, αν διαφύγωμεν τον σημερινον κίνδυνον.
ΤΙΜ. Αλλά δεν μου λέγεις συ, εχθρέ των θεών, τους χρησμούς και τας
προρρήσεις των μελλόντων εις ποίον τους αποδίδεις παρά εις τους
θεούς και εις την πρόνοιαν αυτών;
ΔΑΜ. θα κάμης καλά, φίλε μου, να μη ομιλής περί των χρησμών, διότι
θα με αναγκάσης να σ' ερωτήσω ποίον εξ αυτών θέλεις να αναφέρης ως
επιχείρημα της γνώμης σου. Μήπως εκείνον τον οποίον έδωκεν ο Πύθιος
Απόλλων εις τον Λυδόν βασιλέα και ο οποίος ήτο εντελώς αμφίβολος
και διπρόσωπος, οποία είνε τινά εκ των αγαλμάτων του Ερμού, διττά
και όμοια οπόθεν και αν τα παρατηρήσης; Ποίον κράτος θα κατέλυεν ο
Κροίσος αν διέβαινε τον Άλυν, το ιδικόν του ή την επικράτειαν του
Κύρου; Και όμως ο διεφθαρμένος εκείνος βασιλεύς επλήρωσε τον
αμφίβολον τούτον χρησμόν με όχι ολίγα τάλαντα.
ΜΩΜ. Ακούετε, θεοί, ότι αυτός ο φιλόσοφος λέγει ακριβώς εκείνα τα
οποία εγώ εφοβούμην. Πού είνε τώρα ο ωραίος μας κιθαριστής; Ας
κατέβη να του δώση απάντησιν.
ΖΕΥΣ. Το ξέρεις, Μώμε, ότι μας παρασκότισες με τας ακαίρους σου
επικρίσεις;
ΤΙΜ. Πρόσεξε, αλιτήριε Δάμι, διότι με αυτά που λέγεις σχεδόν
κατεδαφίζεις τους ναούς και τους βωμούς των θεών.
ΔΑΜ. Όχι όλους τους βωμούς, Τιμοκλή. Διότι δεν βλέπω να προέρχεται
τίποτε κακόν απ' αυτών, αφού είνε πλήρεις από θυμιάματα και
ευωδίας. Αλλά θα έβλεπα ευχαρίστως να ανατραπούν εκ βάθρων οι βωμοί
της Αρτέμιδος εις την Ταυρίδα, επί των οποίων τοιαύτας ευωχίας
δέχεται ευχαρίστως η παρθένος εκείνη {82}.
ΖΕΥΣ. Τι κακό είνε αυτό που μας ήλθε; Βλέπετε ότι δεν φείδεται
κανενός εκ των θεών, αλλ' εις όλους κατά σειράν ψάλλει τα εξ αμάξης
και
Μάρπτει εξείης, ος τ' αίτιος ος τε και ουκί {83}.
ΜΩΜ. Και όμως ολίγους δύνασαι να εύρης μεταξύ ημών, ω Ζευ, οι
οποίοι να μη είνε άξιοι κατηγορίας. Ίσως δε μετ' ολίγον θα θίξη και
κανένα από τους μεγαλειτέρους μας.
ΤΙΜ. Ουδέ όταν βροντά ο Ζευς δεν ακούεις, θεομάχε Δάμι;
ΔΑΜ. Πως δεν ακούω τας βροντάς, Τιμοκλή; Αλλ' εάν εκείνος ο οποίος
βροντά είνε ο Ζευς, συ θα το γνωρίζης καλλίτερα ο οποίος μας ήλθες
από την διαμονήν των θεών• διότι εκείνοι τουλάχιστον οι οποίοι
έρχονται από την Κρήτην άλλα μας διηγούνται• μας λέγουν ότι εκεί
δεικνύουν ένα τάφον και επ' αυτού στήλην της οποίας η επιγραφή
λέγει ότι δεν βροντά πλέον ο Ζευς, διότι προ πολλού απέθανεν.
ΜΩΜ. Αυτό επερίμενα ότι θα το είπη. Αλλά διατί ωχρίασες, ω Ζευ, και
τα δόντια σου συγκρούονται εκ του τρόμου; Πρέπει να δείξης θάρρος
και να περιφρονήσης αυτούς τους ανθρωπίσκους.
ΖΕΥΣ. Τι λέγεις, Μώμε; Να περιφρονήσω; Δεν βλέπεις πόσοι τον
ακούουν και πώς πείθονται εις όσα λέγει καθ' ημών και φαίνονται ως
να κρέμωνται από τα χείλη του;
ΜΩΜ. Αλλά συ, ω Ζευ, όταν θελήσης, ρίπτεις χρυσήν αλυσίδα και
δύνασαι όλους αυτούς ν' ανασύρης ομού με την γην και την θάλασσαν.
ΤΙΜ. Ειπέ μου, κατηραμένε, εταξείδευσες ποτέ σου;
ΔΑΜ. Πολλάκις, Τιμοκλή.
ΤΙΜ. Λοιπόν όταν εταξείδευες, σας ωδήγει ο άνεμος, ο οποίος
εφούσκωνε τα πανιά, και η κωπηλασία ή ο κυβερνήτης ο οποίος ήτο είς
και μόνος διηύθυνε και έσωζε το πλοίον;
ΔΑΜ. Ο κυβερνήτης βέβαια.
ΤΙΜ. Ώστε το πλοίον αν δεν εκυβερνάτο δεν θα ηδύνατο να ταξειδεύση,
και νομίζεις ότι το σύμπαν αυτό το οποίον βλέπεις κινείται χωρίς
κυβερνήτην και χωρίς να το διευθύνη κανείς;
ΖΕΥΣ. Εύγε, Τιμοκλή, το παράδειγμά σου είνε πολύ δυνατόν.
ΔΑΜ. Αλλά, θεοφιλέστατε Τιμοκλή, ξέρεις ότι ο κυβερνήτης ενός
πλοίου φροντίζει πάντοτε δι' ό,τι συμφέρει το πλοίον του, προ
πολλού παρασκευάζεται και δίδει οδηγίας εις τους ναύτας, τίποτε δε
ανωφελές και παράλογον δεν υπάρχει εις το πλοίον, αλλά μόνον ό,τι
είνε χρήσιμον και αναγκαίον διά τα ταξείδια. Ο ιδικός σου όμως ο
κυβερνήτης, ο οποίος ως διατείνεσαι διευθύνει, αυτό το μέγα πλοίον,
και οι σύντροφοί του δεν έχουν τακτοποιήση τίποτε κατά το πρέπον
και την ανάγκην, αλλ' ο μεν πρότονος συμβαίνει ενίοτε να είνε
παραριμμένος εις την πρύμνην, οι δε ποδεώνες εις την πρώραν και οι
δύο• έστιν ότε δε αι άγκυραι είνε χρυσαί και ο χηνίσκος {84}
μολύβδινος• και τα μεν ύφαλα του πλοίου είνε καταστόλιστα, τα δε
έξω του ύδατος τελείως αστόλιστα. Και εκ των ναυτών δε βλέπεις τον
μεν αργόν και αμαθή και άτολμον εις το έργον του να λαμβάνη διπλούν
και τριπλούν μισθόν, εις εκείνον δε ο οποίος είνε άριστος
κολυμβητής και ευκολώτερα αναβαίνει εις τας κεραίας και γνωρίζει
παν ό,τι απαιτεί το έργον του, είνε ανατεθειμένον να αντλή το νερόν
το οποίον εισχωρεί εις το κύτος του πλοίου. Τα αυτά συμβαίνουν και
με τους επιβάτας• βλέπομεν ένα άξιον μαστιγώσεως να κάθηται εις την
καλλιτέραν θέσιν και πλησίον του κυβερνήτου ο οποίος του κάμνει
παντοίας περιποιήσεις και άλλον κακοηθέστατον ή πατροκτόνον ή
ιερόσυλον ν' απολαμβάνη μεγάλας τιμάς και να κατέχη τα επιφανέστερα
μέρη του πλοίου, πολλούς δε ευγενείς ανθρώπους συστιβαγμένους και
στενοχωρουμένους εις το βάθος του σκάφους και καταπατουμένους υπό
των πραγματικώς υποδεεστέρων. Ενθυμίσου πώς ο Σωκράτης και ο
Αριστείδης και ο Φωκίων εταξείδευσαν• ούτε άρτον είχαν πάντοτε και
τοποθετημένοι επί των γυμνών σανίδων εις το κύτος, ούτε να
εκτείνουν τους πόδας των είχον χώρον• με πόσα δε αγαθά εταξείδευσαν
ο Καλλίας, ο Μειδίας και ο Σαρδανάπαλλος, διασκεδάζοντες και
πτύοντες επί εκείνων οίτινες ευρίσκοντο κάτω από αυτούς.
Αυτά γίνονται εις το πλοίον σου, σοφώτατε Τιμοκλή, και διά τούτο τα
ναυάγια είνε απειράριθμα. Εάν όμως υπήρχε κανείς κυβερνήτης ο
οποίος να επιβλέπη και να κανονίζη πάντα τα καθέκαστα, πρώτον δεν
θα ηγνόει ποίοι είνε οι καλοί και ποίοι οι φαύλοι εκ των επιβατών
του πλοίου του, και έπειτα εις έκαστον θα έδιδε θέσιν κατά την
αξίαν του και εις μεν τους καλλιτέρους θα έδιδε την καλλιτέραν
θέσιν επάνω, και πλησίον του, την κάτω δε εις τους χειροτέρους και
θα προσελάμβανεν ομοτραπέζους και συμβούλους τους καλλιτέρους• εκ
δε των ναυτών ο μεν πρόθυμος θα διωρίζετο επόπτης της πρώρας ή μιας
εκ των πλευρών του πλοίου και πάντως θα είχε θέσιν ανωτέραν των
άλλων, ο δε οκνηρός και αμελής θα εμαστιγόνετο πεντάκις της ημέρας
με το καραβόσχοινον. Ώστε, λαμπρέ μου άνθρωπε, το παράδειγμα του
πλοίου κινδυνεύει να ναυαγήση, διότι του έτυχε κακός κυβερνήτης.
ΜΩΜ. Τα πράγματα διά τον Δάμιν πηγαίνουν λαμπρά και πλησίστιος
προχωρεί προς την νίκην.
ΖΕΥΣ. Δυστυχώς, Μώμε, αι εικασίαι σου θα επαληθεύσουν. Αυτός ο
Τιμοκλής δεν δύναται να επινοήση κανέν ισχυρόν επιχείρημα, αλλ'
επαναλαμβάνει τα κοινά και τετριμμένα, όλα ευκόλως ανατρεπόμενα.
ΤΙΜ. Λοιπόν αφού το παράδειγμα του πλοίου δεν σου εφάνη πολύ
ισχυρόν, άκουσε τώρα και εκείνο το οποίον δύναται να ονομασθή ιερά
άγκυρα, διότι δεν θα δυνηθής με κανένα τρόπον να το συντρίψης.
ΖΕΥΣ. Τι άρα γε θα είπη;
ΤΙΜ. θα ίδης εάν αυτός ο συλλογισμός μου είνε ανακόλουθος και αν
δύνασαι να τον ανατρέψης. Εάν υπάρχουν βωμοί, υπάρχουν και θεοί•
αλλ' υπάρχουν βωμοί, άρα υπάρχουν και θεοί. Τι έχεις ν' απαντήσης
εις αυτά;
ΔΑΜ. Άφησε να γελάσω πρώτον όσον αξίζει ο συλλογισμός σου και
έπειτα σου απαντώ.
ΤΙΜ. Αλλά φαίνεται ότι δεν θα παύσης ποτέ να γελάς. Δεν μου λέγεις
τι το γελοίον βλέπεις εις αυτό το οποίον είπα;
ΔΑΜ. Γελώ διότι δεν εννοείς ότι εκρέμασες την άγκυράν σου και
μάλιστα την ιεράν από λεπτήν κλωστήν. Ενόμισες ότι αν συνδέσης την
ύπαρξιν των θεών με την ύπαρξιν των βωμών θα κάμης δυνατώτερον το
σχοινί και όμως το αποτέλεσμα είνε αντίθετον, ώστε εάν δεν έχης
άλλο τίποτε λογικώτερον να είπης, καιρός να φύγωμεν.
ΤΙΜ. Ομολογείς λοιπόν ότι ηττήθης και αποφασίζεις ν' απέλθης
πρώτος;
ΔΑΜ. Ναι, Τιμοκλή• διότι συ όπως οι καταδιωκόμενοι κατέφυγες εις
τους βωμούς. Ώστε, μα την ιεράν άγκυραν, θέλω να συνάψω συνθήκην
μετά σου επ' αυτών των βωμών ότι δεν θα συζητήσωμεν πλέον περί
τοιούτων θεμάτων.
ΤΙΜ. Με ειρωνεύεσαι, τυμβωρύχε και μιαρέ και κατάπτυστε και κάθαρμα
άξιον μαστιγώσεως. Νομίζεις ότι δεν γνωρίζομεν τίνος πατρός είσαι
τέκνον, πως η μητέρα σου επορνεύετο, πως έπνιξες τον άδελφόν σου
και μοιχεύεις και τους νέους διαφθείρεις, λαιμαργότατε και
αναισχυντότατε; Αλλά διατί φεύγεις; Περίμενε, διότι θέλω και να σε
δείρω• θα σε σφάξω με αυτό το κεραμίδι, φαυλότατε.
ΖΕΥΣ. Ο Δάμις φεύγει και γελά, ο δε άλλος τον ακολουθεί και τον
υβρίζει• τον ερεθίζει τόσον η ευθυμία του Δάμιδος, ώστε φαίνεται
ότι και θα τον κτυπήση εις την κεφαλήν με το κεραμίδι το οποίον
κρατεί. Ημείς δε τι πρέπει να πράξωμεν τώρα;
ΕΡΜ. Μου φαίνεται ορθόν εκείνο το οποίον είπεν ένας κωμικός
ποιητής,
Ουδέν πέπονθας δεινόν, αν μη προσποιή {85}.
Διότι τι τόσον μέγα κακόν είνε εάν ολίγοι άνθρωποι επίστευσαν εις
αυτά τα οποία είπεν ο Δάμις; Είνε πολύ περισσότεροι όσοι πιστεύουν
τα εναντία, οι περισσότεροι εκ των Ελλήνων, ο πολύς και αμαθής
όχλος και όλοι οι βάρβαροι.
ΖΕΥΣ. Και όμως, Ερμή, εκείνο το οποίον είπε περί του Ζωπύρου ο
Δαρείος μου φαίνεται πολύ ορθόν ώστε και εγώ θα επροτίμων να έχω
ένα σύμμαχον οποίος ο Δάμις παρά μυρίας Βαβυλώνας.
ΣΥΣΤΗΜΑΤΩΝ ΔΗΜΟΠΡΑΣΙΑ {86}
ΖΕΥΣ. Συ τακτοποίησε τα θρανία και συγύρισε την αίθουσαν δι'
εκείνους οίτινες θα έλθουν. Συ έπειτα φέρε και τοποθέτησε κατά
σειράν τους φιλοσόφους, αφού προηγουμένως τους στολίσης διά να
κάνουν εντύπωσιν και να προσελκύσουν περισσοτέρους αγοραστάς. Συ
δε, Ερμή, διαλάλει και συγκάλεσε υπό αισίους οιωνούς τους αγοραστάς
να προσέλθουν εις το δημοπρατήριον. Θα εκπλειστηριάσωμεν
φιλοσοφικούς βίους παντός είδους και πάσης κατηγορίας. Εάν δε
κανείς δεν έχη να καταβάλη αμέσως το χρήμα, ας λάβη προθεσμίαν ενός
έτους, αφού δώση εγγυητήν.
ΕΡΜΗΣ. Πολλοί εμαζεύτηκαν, ώστε δεν πρέπει ν' αργοπορούμεν και να
τους αφήνωμεν να περιμένουν.
ΖΕΥΣ. Ας αρχίση λοιπόν η δημοπρασία.
ΕΡΜ. Ποίον θέλεις να εκθέσωμεν πρώτον εις πώλησιν;
ΖΕΥΣ. Αυτόν με την μακράν κόμην τον εξ Ιωνίας, ο οποίος φαίνεται
από τους σοβαρωτέρους.
ΕΡΜ. Συ ο Πυθαγορικός κατέβα και στάσου να σε εξετάσουν οι
αγορασταί.
ΖΕΥΣ. Λοιπόν διαλάλησε.
ΕΡΜ. Πωλείται ο άριστος βίος και ο σεμνότατος. Ποιος θέλει να γίνη
υπεράνθρωπος; Ποιος θέλει να γνωρίση την αρμονίαν του σύμπαντος και
να αναζήση μετά θάνατον εις νέαν ζωήν;
ΑΓΟΡΑΣΤΗΣ. Το εξωτερικόν του δεν είνε άσχημον, αλλά τι κυρίως
γνωρίζει;
ΕΡΜ. Αριθμητικήν, αστρονομίαν, θαυματοποιίαν, γεωμετρίαν, μουσικήν
και μαγείαν. Έχεις ενώπιόν σου ένα εξαίρετον μάντιν.
ΑΓΟΡ. Επιτρέπεται να του κάμω μερικάς ερωτήσεις;
ΕΡΜ. Ελεύθερα.
ΑΓΟΡ. Από πού είσαι;
ΠΥΘΑΓΟΡΑΣ. Σάμιος.
ΑΓΟΡ. Και πού εσπούδασες;
ΠΥΘ. Εις την Αίγυπτον κοντά εις τους εκεί σοφούς {87}.
ΑΓΟΡ. Λοιπόν, εάν σε αγοράσω, τι θα με διδάξης;
ΠΥΘ. Δεν θα σε διδάξω τίποτε, αλλά θα σε ενθυμήσω.
ΑΓΟΡ. Πώς θα μ' ενθυμήσης;
ΠΥΘ. Αφού σου εξαγνίσω πρώτον την ψυχήν και της αποπλύνω τον ρύπον.
ΑΓΟΡ. Υπόθεσε ότι τώρα είμαι καθαρός• κατά ποίον τρόπον θα μου
φέρης τις αναμνήσεις;
ΠΥΘ. Κατ' αρχάς θα υποβληθής εις ησυχίαν μακράν και σιωπήν και επί
πέντε ολόκληρα έτη δεν θα εκστομίσης λέξιν.
ΑΓΟΡ. Να πας, φίλε μου, να γίνης παιδαγωγός εις το παιδί του
Κροίσου {88}• εγώ είμαι φλύαρος και δεν θέλω να μεταβληθώ εις
άγαλμα. Αλλά τέλος πάντων μετά την σιωπήν και την πενταετίαν τι θα
γίνη;
ΠΥΘ. Θα εξασκηθής εις την μουσικήν και την γεωμετρίαν.
ΑΓΟΡ. Νόστιμο αυτό• διά να γίνω σοφός είνε ανάγκη προηγουμένως να
γίνω κιθαριστής.
ΠΥΘ. Μετά τούτο θα μάθης ν' αριθμής.
ΑΓΟΡ. Και τώρα ξέρω να μετρώ.
ΠΥΘ. Πώς μετράς;
ΑΓΟΡ. Ένα, δύο, τρία, τέσσερα.
ΠΥΘ. Βλέπεις; Εκείνα που νομίζεις τέσσερα είνε δέκα και τρίγωνον
τέλειον, εις το οποίον ημείς ορκιζόμεθα {89}.
ΑΓΟΡ. Μα το τέσσαρα, τον μέγαν αυτόν όρκον, πρώτην φοράν ακούω
λόγους τόσον θείους και τόσον ιερούς {90}.
ΠΥΘ. Έπειτα, φίλε μου, θα μάθης τι είνε η γη, ο αήρ, το ύδωρ και το
πυρ, ποία η κίνησίς των και ποία η μορφή των εν τη κινήσει.
ΑΓΟΡ. Πώς; Έχουν μορφήν το πυρ, ο αήρ και το νερόν;
ΠΥΘ. Και πολύ ορατήν• διότι εάν δεν είχον μορφήν και σχήμα, δεν θα
ηδύναντο να κινούνται. Μετά ταύτα θα μάθης ότι και ο θεός είνε
αριθμός, νους και αρμονία.
ΑΓΟΡ. Θαυμάσια αυτά που λέγεις.
ΠΥΘ. Εκτός δε των ειρημένων, θα μάθης και περί του εαυτού σου ότι
είσαι άλλος παρ' ό,τι νομίζεις και ό,τι φαίνεσαι.
ΑΓΟΡ. Τι λες; Άλλος είμαι και όχι εγώ που ομιλώ τώρα με σένα;
ΠΥΘ. Τώρα είσαι συ, άλλοτε όμως παρουσιάζεσο με άλλο σώμα και άλλο
όνομα• πάλιν δε μετά τινα καιρόν θα μεταβής εις άλλην ύπαρξιν.
ΑΓΟΡ. Θέλεις να πης ότι θα μένω αθάνατος και ότι θα μεταλλάσσω
μορφάς διαφόρους; Αλλ' αρκετά είπαμεν δι' αυτά. Δεν μου λες και
ποίαν δίαιταν ακολουθείς;
ΠΥΘ. Δεν τρώγω τίποτε το οποίον να έχη ζωήν και εκ των άλλων
αποφεύγω τους κυάμους.
ΑΓΟΡ. Διατί; Ή μήπως δεν σ' ερέσουν τα κουκκιά;
ΠΥΘ. Όχι, αλλ' οι κύαμοι είνε ιεροί και θεία η φύσις των. Εν
πρώτοις ολόκληρος ο κύαμος είνε σπέρμα ζωής και αν ξεφλουδίσης
κύαμον χλωρόν, θα ίδης ότι ομοιάζει πολύ προς τα γεννητικά όργανα
του ανδρός• εάν δε αφού ψηθή τον αφήσης υπό την σελήνην επί
ωρισμένας νύκτας μεταβάλλεται εις αίμα. Αλλά το σπουδαιότερον είνε
ότι οι Αθηναίοι διά κυάμων εκλέγουν τους άρχοντάς των.
ΑΓΟΡ. Ωραία τα είπες όλα και θαυμάσια. Αλλά τώρα γδύσου, διότι θέλω
να σε ίδω και γυμνόν. Μπα, ο μηρός του είνε χρυσός! Φαίνεται ότι
δεν είνε άνθρωπος, αλλά θεός. Εξάπαντος θα τον αγοράσω. Πόσον
θέλεις δι' αυτόν;
ΕΡΜ. Δέκα μνας.
ΑΓΟΡ. Τον αγοράζω εις αυτήν την τιμήν.
ΖΕΥΣ. Γράψε το όνομα του αγοραστού και την πατρίδα του.
ΕΡΜ. Φαίνεται ότι είνε Ιταλιώτης, ω Ζευ, από τα μέρη της εκεί
Ελλάδος, τον Κρότωνα ή την Τάραντα. Δεν είνε όμως ένας, αλλά
τριακόσιοι σχεδόν έκαμαν εταιρικώς την αγοράν.
ΖΕΥΣ. Ας τον πάρουν και ας έλθη άλλος.
ΕΡΜ. Θέλεις να φέρωμεν αυτόν τον ακάθαρτον τον καταγόμενον από τον
Πόντον;
ΖΕΥΣ. Μάλιστα.
ΕΡΜ. Συ με την σακκούλα, που έχεις γυμνούς τους ώμους, έλα και φέρε
ένα γύρο διά να σε ιδούν όλοι. Πωλείται βίος ανδροπρεπής, βίος
άριστος και θαρραλέος, βίος ελεύθερος. Ποιος θέλει να τον αγοράση;
ΑΓΟΡ. Πώς είπες, κήρυξ; Πωλείς άνθρωπον ελεύθερον;
ΕΡΜ. Μάλιστα.
ΑΓΟΡ. Και δεν φοβείσαι να καταδιωχθής ως εξανδραποδιστής και
εναχθής εις τον Άρειον Πάγον;
ΕΡΜ. Αυτός δεν σκοτίζεται διά την πώλησίν του• διότι νομίζει ότι
είνε τελείως ελεύθερος.
ΑΓΟΡ. Και εις τι μπορεί να χρησιμεύση άνθρωπος τόσο ρυπαρός και εις
τοιαύτην αθλίαν κατάστασιν; Το πολύ πολύ μόνον ως σκαφτιάν δύναται
κάνεις να τον χρησιμοποιήση ή διά να κουβαλή νερόν.
ΕΡΜ. Και θυρωρόν εάν τον κάμης θα είνε πολύ πιστότερος από ένα
σκύλον. Άλλως τε και αυτός κύων ονομάζεται.
ΑΓΟΡ. Και από πού είνε και τι επαγγέλλεται;
ΕΡΜ. Ρώτησε τον ίδιον• αυτό είνε το καλλίτερον.
ΑΓΟΡ. Είνε τόσον κατσουφιασμένος και άγριος, ώστε φοβούμαι να μη με
γαυγίση ή και να με δαγκάση, αν πλησιάσω. Δεν βλέπεις πως εσήκωσε
το ραβδί και συνεφρυώθη και κυτάζει κατά τρόπον άγριον και
απειλητικόν;
ΕΡΜ. Μη φοβάσαι• είνε ημερωμένος.
ΑΓΟΡ. Δεν μου λες, καλέ μου άνθρωπε, από πού είσαι;
ΔΙΟΓΕΝΗΣ. Απ' όπου θέλεις.
ΑΓΟΡ. Τι εννοείς;
ΔίΟΓ. Έχεις ενώπιόν σου ένα πολίτην του κόσμου.
ΑΓΟΡ. Και ποιον ακολουθείς και μιμείσαι;
ΔΙΟΓ. Τον Ηρακλέα.
ΑΓΟΡ. Κατά το ξύλον που κρατείς του ομοιάζεις• αλλά διατί δεν
φορείς και την λεοντήν;
ΔΙΟΓ. Η λεοντή μου είνε αυτός ο τρίβων. Το έργον μου δε είνε να
πολεμώ, όπως εκείνος, τας ηδονάς, όχι κατά διαταγήν άλλου, αλλ'
εκουσίως. Ο σκοπός μου είνε να καθαρίσω από αυτάς τον κόσμον.
ΑΓΟΡ. Ευγενής σκοπός. Αλλά τέλος πάντων εις τι συνίστανται κυρίως
αι γνώσεις σου και ποίαν τέχνην μετέρχεσαι;
ΔΙΟΓ. Είμαι ελευθερωτής των ανθρώπων και ιατρός των παθών• εν γένει
δε θέλω να είμαι της αληθείας και του θάρρους ο κήρυξ.
ΑΓΟΡ. Και αν σ' ερωτήσω, στόμα της αληθείας, κατά ποίον τρόπον θα
με εξασκήσης;
ΔΙΟΓ. Αφού σε παραλάβω θα σε γδύσω πρώτον από την καλοπέρασιν, θα
σε αναγκάσω έπειτα να ζης με στερήσεις και θα σου φορέσω τρίβωνα
όπως αυτόν που φορώ, κατόπιν δε θα σε υποβάλλω εις κόπους και
κακοπαθείας, θα κοιμάσαι κατά γης, θα πίνης μόνον νερόν και θα
τρέφεσαι με ό,τι τύχη. Αν έχης χρήματα θα σε συμβουλεύσω να πας να
τα ρίψης εις την θάλασσαν, θ' αδιαφορήσης διά γυναίκα, τέκνα και
πατρίδα και όλα αυτά θα τα θεωρής σαχλαμάρες, θ' αφήσης το σπίτι
του πατέρα σου και θα κατοικήσης εις κανένα τάφον ή ερημόπυργον ή
και πίθον. θα έχης την σακκούλαν γεμάτην από λούπινα και από βιβλία
ολόγραφα {91} και εις την κατάστασιν αυτήν θα θεωρής τον εαυτόν σου
ευδαιμόνέστερον από τον βασιλέα των Περσών. Εάν δε κανείς σε δείρη
ή σε βασανίση, να μη το θεωρής δυσάρεστον.
ΑΓΟΡ. Τι λες; Να μη πονώ όταν με δέρνουν; Δεν έχω το δέρμα της
χελώνης ή του κάβουρα.
ΔΙΟΓ. Ν' ακολουθής με μικράν παραλλαγήν εκείνο που είπεν ο
Ευριπίδης.
ΑΓΟΡ. Τι;
ΔΙΟΓ. Το πνεύμα σου θα πονέση αλλ' η γλώσσα θα μείνη ανάλγητος {92}.
Προ πάντων όμως πρέπει να είσαι αυθάδης και θρασύς και να υβρίζης
τους πάντας αδιακρίτως, βασιλείς και ιδιώτας, διότι ούτω ο κόσμος
θα σε προσέξη και θα σε νομίση άφοβον. Η γλώσσα σου να είνε χυδαία
και βάρβαρος και η φωνή σου δυνατή και εντελώς ομοία προς το
γαύγισμα του σκύλου. Το πρόσωπόν σου να είνε αγριωπόν και το
βάδισμα ανάλογον προς την τοιαύτην του προσώπου έκφρασιν. Εν γένει
δε όλα σου να είνε θηριώδη και άγρια. Η εντροπή, η μετριοπάθεια και
η πραότης ας είνε μακράν σου• και το ερύθημα να το αποξύσης εντελώς
από το πρόσωπόν σου. Να συχνάζης κατά προτίμησιν εις τα
πολυανθρωπότερα μέρη και εις αυτά πάλιν να ζης μόνος και
ακοινώτητος, χωρίς κανένα να πλησιάζης και κανένα να έχης φίλον
διότι αυτά είνε εναντίον των αρχών μας. Ενώπιον δε όλων να πράττης
με θάρρος εκείνα τα οποία οι άλλοι και ιδιαιτέρως εντρέπονται να
πράττουν. Και εις τας ηδονάς της Αφροδίτης να εκλέγης τους
γελοιωδεστέρους τρόπους. Και τέλος, όταν θελήσης, να φάγης ένα
κταπόδι ωμό ή σουπιά και ν' αποθάνης. Αυτή είνε η ευτυχία την
οποίαν θα σου δώσω.
ΑΓΟΡ. Να την κρατήσης για τον εαυτό σου. Αυτά που μου λες είνε
απάνθρωπα και συχαμερά.
ΔΙΟΓ. Εύκολα όμως και όλοι δύνανται να τα βάλλουν εις πράξιν. Δεν
θα έχης ανάγκην από μάθησιν και σοφίαν γελοίαν, αλλ' η οδός που θα
σε φέρη εις την δόξαν θα είνε σύντομος• διότι και κοινός άνθρωπος
εάν είσαι, όπως βυρσοδέψης ή παστοπώλης, μαραγκός ή
αργυραμοιβός {93}, τούτο δεν θα σε εμποδίση να γίνης περίφημος, αρκεί
να έχης αναίδειαν και θράσος και να μάθης καλά να υβρίζης.
ΑΓΟΡ. Δι' αυτά δεν σε χρειάζομαι• ναύτης όμως ή κηπουρός δύνασαι εν
ανάγκη να γίνης, εάν θέλουν να σε δώσουν το πολύ για δυο οβολούς.
ΕΡΜ. Πάρε τον. Ευχαρίστως θα τον ξεφορτωθούμε, διότι μας ζαλίζει με
τας κραυγάς του και όλους αδιακρίτως υβρίζει και κακολογεί.
ΖΕΥΣ. Κάλεσε άλλον, εκείνον τον Κυρηναίον, ο οποίος φορεί πορφύραν
και έχει στέφανον επί της κεφαλής του. {94}
ΕΡΜ. Παρακαλώ να γίνη ησυχία, διότι το αντικείμενον είνε πολυτελές
και έχει ανάγκην πλουσίων αγοραστών. Πρόκειται περί βίου
ευχαρίστου, βίου τρισευτυχούς. Ποιος θέλει μίαν ζωήν ηδυπαθή; Ποιος
θέλει ν' αγοράση αυτό το αβρότατον υποκείμενον;
ΑΓΟΡ. Πλησίασε και λέγε τι γνωρίζεις και θα σε αγοράσω αν δύνασαι
να μου είσαι χρήσιμος.
ΕΡΜ. Μη τον ενοχλής, φίλε μου, και μη χάνης τα λόγια σου, διότι
είνε μεθυσμένος και δεν θα σου απαντήση• ως βλέπεις, τραυλίζει.
ΑΓΟΡ. Και ποιος έχασε τα μυαλά του ν' αγοράση ένα δούλον τόσον
διεφθαρμένον και ακόλαστον; Αλλά και τι μυρωδιές έχει πάνω του! Και
πώς τρικλίζει και φαίνεται έτοιμος να πέση! Αλλά λέγε μου
τουλάχιστον συ, ω Ερμή, τι γνωρίζει και ποίαν τέχνην επαγγέλεται.
ΕΡΜ. Κυρίως είνε καλός φίλος και ευχάριστος συμπότης και χορευτής•
θα είνε πολύ διασκεδαστικός εις ένα αφέντην ο οποίος ρέπει εις τους
έρωτας και εις την ασωτείαν. Αλλ' είνε και τέλειος σοφός εις την
παρασκευήν των φαγητών και των γλυκυσμάτων και εν γένει είνε
επιστήμων εις την καλοπέρασιν. Εσπούδασε εις τας Αθήνας και
υπηρέτησεν έπειτα τους τυράννους της Σικελίας και εξετιμάτο
πολύ παρ' αυτών. Το κυριώτερον δόγμα του είνε να καταφρονή τα πάντα
και συγχρόνως να επωφελήται τα πάντα και να λαμβάνη την ηδονήν όπου
την ευρίσκει.