ΛΟΥΚ. Εύγε, σοφώτατοι, αυτά τα οποία λέγετε τώρα είνε καλλίτερα και

νομιμώτερα. Τους λίθους φυλάξετε, όπως σας είπα, διότι θα τους

χρειασθήτε ολίγον αργότερα εις το δικαστήριον. Αλλά πού δύναται

κανείς να εύρη την Φιλοσοφίαν; Διότι δεν γνωρίζω πού κατοικεί,

καίτοι έχω περιπλανηθή επί πολύ προς αναζήτησίν της διότι επεθύμουν

να την γνωρίσω και την συναναστραφώ. Συνήντησα διαφόρους με μανδύας

και μεγάλας γενειάδας, οίτινες έλεγον ότι προήρχοντο εξ αυτής και,

νομίζων ότι την εγνώριζον πραγματικώς, τους ηρώτων αλλ' αυτοί την

ηγνόουν πολύ περισσότερον από εμέ και ή δεν μου έδιδον καμμίαν

απάντησιν διά να μη φανερώσουν την άγνοιάν των ή άλλην αντ' άλλης

θύραν μου εδείκνυον και ούτω μέχρι σήμερον δεν κατώρθωσα ακόμη να

εύρω την κατοικίαν της Φιλοσοφίας. Συνέβη πολλάκις ή μόνος να

εικάσω ή οδηγούμενος παρ' άλλου να φθάσω εις μίαν θύραν και να

νομίζω ότι επί τέλους ανεκάλυψα την ζητουμένην οικίαν, εσυμπέραινα

δε τούτο εκ του πλήθους των εισερχομένων και εξερχομένων, οίτινες

όλοι ήσαν σκυθρωποί και σοβαροί το παράστημα και εφαίνοντο

βυθισμένοι εις σκέψεις. Ανεμίχθην εις αυτούς και εισήλθα. Αλλ' αντί

της αληθινής Φιλοσοφίας ευρήκα γύναιον χωρίς καμμίαν απλότητα,

μολονότι εφαίνετο προσπαθούσα να φαίνεται αφελής και απεριποίητος.

Εντός ολίγου διέκρινα ότι και την κόμην της ήτις εφαίνετο

ατημέλητος δεν άφηνεν ακαλλώπιστον και το ένδυμά της δεν ήτο

ανεπιτήδευτον• και ήτο πρόδηλον ότι και την ατημελησίαν εκείνην

μετεχειρίζετο ως στολισμόν. Διεκρίνετο δε εις το πρόσωπόν της και

ολίγον ψιμύθιον και οι λόγοι της ήσαν όλοι εταίρας λόγοι• και όταν

την επαινούσαν διά το κάλλος της οι ερασταί της εφαίνετο

ευχαριστημένη και αν της έδιδε κανείς χρήματα και δώρα, προθύμως τα

εδέχετο και εκ των εραστών τους μεν πλουσίους εκάλει πλησίον της,

τους δε πτωχούς ούτε ητένιζε. Πολλάκις δε συνέβη να φανούν δήθεν

ακουσίως τα γυμνά μέλη της και τότε έβλεπα ότι εφόρει περιδέραια

χρυσά παχύτερα από τους κλοιούς των φυλακισμένων. Έφυγα λοιπόν

αμέσως, οικτείρων τους δυστυχείς εκείνους, οίτινες εσύροντο παρ'

αυτής ουχί από την μύτην, αλλ' από τα γένεια, και όπως ο Ιξίων,

συνευρίσκοντο με σκιάν νομίζοντες ότι ήτο η Ήρα.

ΠΛΑΤ. Αυτό που είπες είνε αληθές, διότι δεν είνε εις όλους γνωστόν

ούτε καθένας δύναται ν' ανακαλύψη την θύραν της. Αλλ' είνε περιττόν

να πάμε εις την κατοικίαν της• ας την περιμένωμεν εδώ εις τον

Κεραμεικόν, όπου θα έλθη μετ' ολίγον επιστρέφουσα εκ της Ακαδημίας,

διά να περιπατήση και εις την Ποικίλην, όπως καθ' εκάστην

συνειθίζει. Αλλ' ιδού έρχεται. Βλέπεις εκείνην την σεμνήν γυναίκα

με το γλυκύ βλέμμα, η οποία βαδίζει σιγά και σκεπτική;

ΛΟΥΚ. Βλέπω πολλάς ομοίας και κατά το ήθος και κατά το βάδισμα και

κατά την ενδυμασίαν. Βέβαια η αληθής Φιλοσοφία, θα είνε μία εξ

αυτών.

ΠΛΑΤ. Άμα θα ομιλήση θα εννοήσης ποία είνε.

ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ. Μπα! Πώς εδώ πάνω ο Πλάτων, ο Χρύσιππος, ο Αριστοτέλης

και όλοι οι άλλοι, οι κορυφαίοι εκ των μαθητών μου; Πώς ήλθατε

πάλιν εις την ζωήν; Μήπως δεν είσθε ευχαριστημένοι κάτω; Φαίνεσθε

θυμωμένοι. Και ποιος είνε αυτός τον οποίον έχετε μαζή σας ως

αιχμάλωτον; Μήπως είνε τυμβωρύχος, φονεύς ή ιερόσυλος;

ΠΛΑΤ. Μα τον Δία, Φιλοσοφία, είνε ο ασεβέστερος εξ όλων των

ιεροσύλων. Αυτός ετόλμησε να υβρίση και σε την θειοτάτην και ημάς

όλους, όσοι κάτι εδιδάχθημεν παρά σου και το αφήκαμεν εις τας

επερχομένας γενεάς.

ΦΙΛΟΣ. Και εθυμώσατε διότι ένας άνθρωπος σας εκακολόγησε, ενώ

γνωρίζετε πόσα μου ψάλλει εμένα η Κωμωδία εις τα Διονύσια και όμως

την θεωρώ φίλην και ούτε εις το δικαστήριον την εκάλεσα, ούτε επήγα

να της παραπονεθώ, αλλά την αφήνω να λέγη τα συνειθισμένα της και

τα πρέποντα εις την εορτήν; Διότι γνωρίζω ότι από τα σκώμματα δεν

δύναται να προέλθη τίποτε κακόν, αλλ' εξ εναντίας το καλόν, όπως ο

χρυσός όταν τρίβεται και καθαρίζεται, γίνεται λαμπρότερος και

περισσότερον φαίνεται η αξία του. Δεν εννοώ πώς εγίνατε τόσον

ευερέθιστοι και θυμώδεις. Διατί τον έχετε αυτόν δεμένον από τον

λαιμόν;

ΠΛΑΤ. Ελάβαμεν την άδειαν επίτηδες να έλθωμεν επάνω και να τον

τιμωρήσωμεν κατά τα έργα του• διότι εμανθάναμεν τα όσα έλεγεν εις

τα πλήθη εναντίον μας.

ΦΙΛΟΣ. Και χωρίς να δικασθή και ν' απολογηθή θα τον θανατώσετε;

Αλλά μου φαίνεται ότι κάτι θέλει να είπη.

ΠΛΑΤ. Όχι, απεφασίσαμεν να αναθέσωμεν την υπόθεσιν εις την κρίσιν

σου• και αν θέλης δίκασε τον όπως νομίζεις πρέπον.

ΦΙΛΟΣ. Τι λέγεις εσύ;

ΛΟΥΚ. Αυτό είπα και εγώ, δέσποινα Φιλοσοφία, διότι μόνον συ δύνασαι

να εύρης την αλήθειαν. Με πολλάς παρακλήσεις και με πολλήν

δυσκολίαν κατώρθωσα να ανατεθή εις εσέ η δίκη.

ΠΛΑΤ. Τώρα, αχρείε, την λέγεις δέσποιναν, προ ολίγων ημερών όμως

την εξηυτέλιζες ενώπιον πολυαρίθμων θεατών, διατιμών έκαστον

σύστημα αυτής δύο οβολούς.

ΦΙΛΟΣ. Προσέξετε μήπως αυτός ο άνθρωπος δεν εκακολόγει την

Φιλοσοφίαν, αλλά διαφόρους αγύρτας, οίτινες με το όνομά μας

πράττουν πολλάς και διαφόρους μυσαράς πράξεις.

ΠΛΑΤ. θα το μάθης παρά του ιδίου, αν μόνον θέλησης ν' ακούσης την

απολογίαν του.

ΦΙΛΟΣ. Πηγαίνομεν εις τον Άρειον Πάγον ή μάλλον εις την Ακρόπολιν,

διά να βλέπωμεν συγχρόνως και τι γίνεται εις την πόλιν. Σεις δε,

αγαπηταί, πηγαίνετε να περιπατήσετε εις την Ποικίλην και θα έλθω να

σας εύρω μετά το τέλος της δίκης.

ΛΟΥΚ. Και ποιες είνε αυτές, Φιλοσοφία; Και αυτές φαίνονται πολύ

σεμνές.

ΦΙΛΟΣ. Αυτή η ανδροπρεπής είνε η Αρετή, εκείνη δε η άλλη είνε η

Σωφροσύνη, και η Δικαιοσύνη αυτή που στέκεται πλησίον της. Αυτή που

πηγαίνει μπροστά είνε η Παιδεία, η άλλη δε που μόλις διακρίνεται

και έχει το χρώμα αμφίβολον είνε η Αλήθεια.

ΛΟΥΚ. Δεν βλέπω ποίαν λέγεις.

ΦΙΛΟΣ. Δεν βλέπεις εκείνην την αστόλιστη γυναίκα, η οποία διαφεύγει

και διολισθαίνει;

ΛΟΥΚ. Τώρα μόλις την διακρίνω. Αλλά διατί δεν παραλαμβάνεις και

αυτάς διά να γίνη πλήρες και τέλειον το δικαστήριον; θέλω δε να

διορίσω και συνήγορόν μου κατά την δίκην την Αλήθειαν.

ΦΙΛΟΣ. Έχεις δίκαιον, ακολουθήσετε και σεις• δεν θα είνε κοπιώδες

να δικάσωμεν μίαν δίκην, αφού μάλιστα θα πρόκειται περί των ιδικών

μας υποθέσεων.

ΑΛΗΘΕΙΑ. Φύγετε σεις• εγώ δεν έχω ανάγκην ν' ακούσω πράγματα, τα

οποία προ πολλού γνωρίζω.

ΦΙΛΟΣ. Αλλ' ημείς έχομεν ανάγκην να λάβης μέρος εις την δίκην διά

να καταγγείλης και τα καθέκαστα.

ΑΛΗΘ. Λοιπόν θα συμπαραλάβω και αυτάς τας δύο θεραπαινίδας, αι

οποίαι μου είνε αχώριστοι.

ΦΙΛΟΣ. Και όσας άλλας θέλεις.

ΑΛΗΘ. Ακολουθήτε λοιπόν, Ελευθερία και Παρρησία, διά να

προσπαθήσωμεν να σώσωμεν αυτόν τον ταλαίπωρον άνθρωπον, ο οποίος

είνε θιασώτης μας και κινδυνεύει χωρίς δικαίαν αφορμήν. Συ δε,

Έλεγχε, περίμενε αυτού.

ΛΟΥΚ. Όχι, δέσποινα, αλλ' ας έλθη και αυτός και οιοσδήποτε άλλος•

διότι δεν έχω να αγωνισθώ με θηρία συνήθη, αλλά με ανθρώπους

αγύρτας και δυσκόλως εξελεγχομένους, οι οποίοι πάντοτε ευρίσκουν

υπεκφυγάς• ώστε η παρουσία του Ελέγχου είνε αναγκαία.

ΦΙΛΟΣ. Βέβαια πολύ αναγκαία• το καλλίτερον δε θα ήτο να παραλάβης

και την Απόδειξιν.

ΑΛΗΘ. Ακολουθείτε όλοι, αφού θεωρείσθε τόσον αναγκαίοι, διά την

δίκην.

ΦΙΛΟΣ. Φοβείσθε λοιπόν ακόμη, συ Πλάτων και Χρύσιππε και

Αριστοτέλη, μήπως ο δικαστής μεροληπτήση υπέρ αυτού, αφού δικαστής

είνε η Αλήθεια;

ΠΛΑΤ. Δεν λέγομεν αυτό, αλλ' είνε πανούργος και κολακευτικός και

είνε φόβος μήπως την παραπείση.

ΦΙΛΟΣ. Μη ανησυχήτε και δεν θα γίνη καμμία αδικία, αφού και η

Δικαιοσύνη θα συμπαρίσταται εις την δίκην. Ας ανεβαίνωμεν λοιπόν.

Αλλά δεν μου λέγεις εσύ πώς ονομάζεσαι;

ΛΟΥΚ. Εγώ ονομάζομαι Παρρησιάδης Αληθίωνος του Ελεγξικλέους.

ΦΙΛΟΣ. Η δε πατρίς σου;

ΛΟΥΚ. Είμαι Σύρος από τα περίχωρα του Ευφράτου. Αλλά τι σημαίνει

αυτό; Γνωρίζω ότι και εκ των αντιδίκων τινές είνε όχι ολιγώτερον

εμού βάβαροι την καταγωγήν• αλλ' ο τρόπος και η μόρφωσίς των δεν

είνε όπως των Σολέων, των Κυπρίων, των Βαβυλωνίων ή των Σταγειριτών

{120}. Άλλως τε εις την ιδικήν σου εκτίμησιν δεν εκπίπτει κανείς αν

κατά την γλώσσαν είνε βάρβαρος, αρκεί να έχη ευθύν και δίκαιον

χαρακτήρα.

ΦΙΛΟΣ. Βεβαίως, αλλ' η ερώτησίς μου εις άλλο απέβλεπε. Το επάγγελμα

σου ποίον είνε; Διότι πρέπει να το γνωρίζω αυτό.

ΛΟΥΚ. Μισώ τους φαντασμένους και τους αγύρτας και τους ψεύστας και

τους επηρμένους, μισώ όλα αυτά τα είδη των σιχαμερών ανθρώπων, οι

οποίοι, ως γνωρίζεις, είνε πάρα πολλοί.

ΦΙΛΟΣ. Πάρα πολύ μίσος υπάρχει εις το επάγγελμά σου.

ΛΟΥΚ. Είνε αληθές• βλέπεις λοιπόν πόσους αποστρέφομαι και πόσον

κινδυνεύω χάριν της επιστήμης μου. Αλλά γνωρίζω πολύ καλά και την

αντίθετον τέχνην, η οποία ως βάσιν έχει την αγάπην• αλλά πολύ

ολίγοι είνε άξιοι αυτής της τέχνης. Οι άλλοι όμως οι αξιομίσητοι

είνε μυριάδες. Κινδυνεύω λοιπόν την μεν μίαν τέχνην να λησμονήσω εξ

αχρηστίας, εις δε την άλλην να γίνω καθ' υπερβολήν εντριβής.

ΦΙΛΟΣ. Και όμως έπρεπε να μη παραμελής την μίαν χάριν της άλλης και

να μη διαιρής τας τέχνας, διότι ενώ φαίνονται δύο είνε μία.

ΛΟΥΚ. Καλλίτερα τα ξέρεις αυτά συ, Φιλοσοφία. Αλλά τέλος πάντων το

έργον μου είνε αυτό, τους μεν κακούς να μισώ, να επαινώ δε και ν'

αγαπώ τους καλούς.

ΦΙΛΟΣ. Ελάτε λοιπόν, διότι εφθάσαμεν. Εδώ κάπου εις τον πρόναον της

πολιούχου ας γίνη η δίκη. Συ, ιέρεια, τακτοποίησε μας τα καθίσματα,

κατά το διάστημα δε τούτο ημείς θα εισέλθωμεν εις τον ναόν να

προσκυνήσωμεν την θεάν.

ΛΟΥΚ. Ω Αθηνά, βοήθησε με εις τον αγώνα μου κατά των αγυρτών,

ενθυμουμένη τας επιορκίας τας οποίας κάμνουν καθ' εκάστην και όσα

άλλα πράττουν συ μόνη τα βλέπεις, η παρακολουθούσα αφ' υψηλού τα

πράγματα. Είνε καιρός να τιμωρηθούν. Εάν δε ίδης ότι νικώμαι και

ότι αι μαύραι ψήφοι είνε περισσότεραι, συ πρόσθεσε την ιδικήν σου

και σώσε με.

ΦΙΛΟΣ. Το δικαστήριον είνε έτοιμον ν' ακούση τους διαδίκους• σεις

δε εκλέξετε ένα εξ υμών ο οποίος να δύναται να αναπτύξη καλλίτερα

την κατηγορίαν διότι δεν είνε δυνατόν να ομιλήτε όλοι συγχρόνως.

Έπειτα δε θα απολογηθής συ, Παρρησιάδη.

ΧΡΥΣΙΠΠΟΣ. Ποίος άλλος εξ ημών είνε καταλληλότερος από σε, Πλάτων;

Διότι και ευφυίαν έχεις θαυμαστήν και η γλώσσα σου είνε κομψή και

καθαρά Αττική, η δε χάρις και το πειστικόν, η σύνεσις και η

ακρίβεια, το θέλγητρον και τα επίκαιρα αποδεικτικά επιχειρήματα τα

έχεις άφθονα• ώστε δέξου την αντιπροσωπείαν και ομίλησε υπέρ ημών

όλων. Να ενθυμηθής όλα εκείνα τα οποία είπες εναντίον του Γοργίου,

του Πώλου, του Ιππίου και του Προδίκου και να τα συνθέσης εις την

σημερινήν κατηγορίαν, διότι ο κατηγορούμενος είνε δεινότερος από

όλους αυτούς. Επίχυσε εις όλα αυτά την Σωκρατικήν ειρωνείαν και

φέρε τον εις αμηχανίαν με τας συνεχείς και ευφυείς εκείνας

ερωτήσεις σου, και αν το νομίσης αναγκαίον παράχωσε εις τον λόγον

σου και εκείνο το οποίον είπες κάπου ότι ο μέγας Ζευς, ο οποίος

διατρέχει τον ουρανόν επί πτερωτού άρματος, θ' αγανακτήση εάν

αθωωθή ο κατηγορούμενος {121}.

ΠΛΑΤ. Είνε προτιμότερον να διορίσωμεν ένα εκ των σφοδροτέρων

ρητόρων, τον Διογένην τούτον λόγου χάριν ή τον Αντισθένην ή τον

Κράτητα ή και σε, Χρύσιππε• διότι εις την προκειμένην περίπτωσιν

δεν χρειάζεται κάλλος και δεινότης συγγραφική, αλλά δικανικά και

πειστικά προσόντα, αφού και ο Παρρησιάδης είνε ρήτωρ.

ΔΙΟΓΕΝΗΣ. Εγώ θα αναλάβω την κατηγορίαν νομίζω δε ότι δεν έχω

ανάγκην να μακρηγορήσω πολύ διά να προκαλέσω την καταδίκην του.

Άλλως τε και περισσότερον από κάθε άλλον έχω υβρισθή παρ' αυτού,

αφού και προ ολίγων ημερών με επώλησε δύο οβολούς.

ΠΛΑΤ. Ο Διογένης, Φιλοσοφία, θα ομιλήση εξ ονόματος όλων ημών. Αλλά

να ενθυμήσαι, φίλε μου, να μη περιορισθής μόνον εις τα αφορώντά σε,

αλλά να ομιλήσης γενικώς δι' όλους και αν έχωμεν διενέξεις τινάς

εις τας ιδέας, να το λησμονήσης και να μη το λάβης υπ' όψιν, ούτε

να εξετάσης τώρα ποίος εξ ημών ευρίσκεται περισσότερον προς το

μέρος της αληθείας, αλλά να περιορίσης την αγανάκτησίν σου διά τας

ύβρεις και τας συκοφαντίας τας οποίας απευθύνει κατ' αυτής εις τους

λόγους του αυτός ο Παρρησιάδης. Ν' αφήσης τα ζητήματα εις τα οποία

διαφωνούμεν και να υποστηρίξης το συμφέρον το οποίον έχομεν κοινόν.

Βλέπεις ότι σ' επροτιμήσαμεν και εις χείρας σου ανεθήκαμεν όλοι τα

συμφέροντά μας και από σου εξαρτάται ή να διατηρηθή η καλή μας

υπόληψις ή να πιστευθούν περί ημών όσα ούτος μας απέδωκε.

ΔΙΟΓ. Να είσθε ήσυχοι• δεν θα παραλείψω τίποτε και υπέρ όλων θα

ομιλήσω. Και αν η Φιλοσοφία, η οποία εκ φύσεως είνε ήμερος και

επιεικής, παραπεισθή υπό των λόγων του και σκεφθή να τον αθωώση,

πάλιν εγώ θα φροντίσω ώστε να μη μείνη ατιμώρητος• θα του δείξω ότι

δεν φέρομεν την βακτηρίαν χωρίς σκοπόν.

ΦΙΛΟΣ. Αυτά να λείψουν• όχι ξύλον, αλλά λόγον πρέπει να

μεταχειρισθής. Αλλά μη χρονοτριβής διότι το νερόν εχύθη εις την

κλεψύδραν και το δικαστήριον περιμένει να σε ακούση.

ΛΟΥΚ. Οι λοιποί φιλόσοφοι ας παρακαθήσουν και αυτοί ως δικασταί,

και ας ψηφίσουν μαζή σας, Φιλοσοφία. Μόνος ο Διογένης ας αναλάβη

την κατηγορίαν.

ΦΙΛΟΣ. Δεν φοβείσαι μήπως σε καταδικάσουν;

ΛΟΥΚ. Ουδόλως• θέλω ν' αθωωθώ με περισσοτέρας ψήφους.

ΦΙΛΟΣ. Εύγε διά το θάρρος σου. Καθήσετε λοιπόν συ δε, Διογένη,

έχεις τον λόγον.

ΔΙΟΓ. Οποίοι ημείς υπήρξαμεν και πώς εζήσαμεν, πολύ καλά γνωρίζεις,

ω Φιλοσοφία, και δεν είνε ανάγκη να το αναφέρω. Ποιος αγνοεί πόσας

ο Πυθαγόρας ούτος, ο Πλάτων, ο Αριστοτέλης και ο Χρύσιππος, διά να

μη αναφέρω τον εαυτόν μου, ευεργεσίας, έκαμαν εις την ανθρωπότητα;

Θα αναφέρω μόνον τας ύβρεις, τας οποίας εξεστόμισεν εναντίον ημών

αυτός ο τρισκατάρατος Παρρησιάδης, ενώ τόσα και τοιαύτα μας οφείλει

ο κόσμος. Ήτο ρήτωρ ως λέγεται και αφήσας τα δικαστήρια και τας

δικανικάς επιτυχίας έστρεψεν εναντίον ημών όλην την δύναμιν και την

τέχνην την οποίαν απέκτησεν εις τους λόγους και δεν παύει να μας

κακολογή και να μας αποκαλή αγύρτας και απατεώνας, παρασύρει δε τα

πλήθη να μας καταγελούν και να μας περιφρονούν ως ουτιδανούς.

Μάλιστα κατώρθωσεν ώστε οι περισσότεροι των ανθρώπων να μισήσουν

και ημάς και σε την Φιλοσοφίαν. Τάς σπουδαιοτέρας ιδέας, τας οποίας

και εις ημάς εδίδαξες, αποκαλεί φλυαρίας και σαχλαμάρες και τα

πάντα διασύρει και χλευάζει, ώστε αυτός μεν χειροκροτείται και

επευφημείται υπό τον θεατών, ημείς δε υβριζόμεθα• διότι φύσει

τοιούτος είνε ο πολύς λαός• αρέσκεται εις τας ύβρεις και τους

χλευασμούς και μάλιστα όταν διασύρωνται τα πλέον σεμνά και σοβαρά

πράγματα, όπως και εις τους αρχαίους χρόνους ο όχλος ετέρπετο όταν

ο Αριστοφάνης και ο Εύπολις ανεβίβαζαν εις την σκηνήν τον Σωκράτην

τούτον και τον διεκωμώδουν αποδίδοντες εις αυτόν αλλοκότους πράξεις

και λόγους. Αλλ' εκείνοι απετόλμουν τα τοιαύτα εναντίον ενός

ανθρώπου και κατά τας εορτάς του Διονύσου, ο οποίος επιτρέπει

τοιαύτας διακωμωδήσεις, και τα σκώμματα εθεωρούντο μέρος της

εορτής, ίσως δε και ο θεός εκείνος, ο οποίος είνε φιλόγελως,

ετέρπετο εις τα τοιαύτα. Αλλ' ο Παρρησιάδης ούτος, συγκαλών τους

επιφανεστέρους, αφού προ πολλού παρεσκεύασε και συνέγραψε ύβρεις

εις ογκώδες βιβλίον, τας απαγγέλλει μεγαλοφώνως και υβρίζει τον

Πλάτωνα, τον Πυθαγόραν, τον Αριστοτέλην, τον Χρύσιππον και όλους εν

γένει, χωρίς ούτε εορτή να είνε, ούτε να του έχωμεν κάμη τίποτε

κακόν, ότε θα είχε μίαν δικαιολογείαν, διότι θα είχε θέσιν

αμυνομένου και δεν θα είχε δώση αυτός τας πρώτας αφορμάς. Και το

σοβαρώτερον εξ όλων είνε, ότι ενώ πράττει ταύτα, τολμά και να

σφετερίζεται το όνομά σου, ω Φιλοσοφία, και υποκλέψας τον Διάλογον,

ο οποίος ήτο ιδικός μας, τον μεταχειρίζεται ως σύμμαχον και ως

όργανον εναντίον μας. Εκτός τούτου και τον Μένιππον, φίλον ημών,

έπεισε να τον βοηθή πολλάκις εις τους σατυρισμούς του, διά τούτο δε

και μόνος αυτός δεν παρίσταται εδώ και δεν μετέχει εις την

κατηγορίαν, αλλ' επρόδωσε τα κοινά συμφέροντα.

Δι' όλα ταύτα είνε δίκαιον να τιμωρηθή. Τι δύναται δε να απολογηθή

όταν διέσυρε τα σεπττότερα ενώπιον τόσον μαρτύρων; Και η τιμωρία

του θα χρησιμεύη προς σωφρονισμόν και των άλλων διότι αν τον ίδουν

να τιμωρηθή, ουδείς άλλος θα τολμήση να περιφρονήση την Φιλοσοφίαν.

Το ν' ανέχεται κανείς τας ύβρεις και να μη ταράσσεται δεν θεωρείται

ως μετριοπάθεια, αλλ' ευλόγως εξηγείται ως ανανδρία και βλακεία.

Αλλ' αι πλέον ανυπόφοροι εκ των πράξεων αυτού του ανθρώπου είνε αι

τελευταίαι. Ως δούλους μας ωδήγησεν εις το δημοπρατήριον και με

κήρυκα μας επώλησεν, ως λέγεται, άλλους μεν εις μεγάλην τιμήν,

άλλους δε αντί μιας μνας αττικής, και εμέ ο αχρειέστατος μόνον αντί

δύο οβολών. Και οι παριστάμενοι εγέλων. Δι' αυτά αγανακτήσαντες

ήλθαμεν εκ του Άδου και σου ζητούμεν να μας ικανοποιήσης διά τας

αισχίστας προσβολάς τας οποίας υπέστημεν.

ΑΝΑΖΗΣΑΝΤΕΣ. Εύγε, Διογένη, ωραία ωμίλησες δι' όλους.

ΦΙΛΟΣ. Παύσετε τους επαίνους και τώρα ας χυθή νερόν διά την

απολογίαν. Συ δε, Παρρησιάδη, έχεις τον λόγον το νερόν τρέχει εις

την κλεψύδραν, ώστε μη χάνης καιρόν.

ΠΑΡΡΗΣΙΑΔΗΣ. Ο Διογένης εις την κατηγορίαν του, ω Φιλοσοφία, δεν

ανέφερεν όλα τα εγκλήματά μου, αλλά τα περισσότερα και τα

σοβαρώτερα αγνοώ διατί παρέλειψεν. Εγώ όμως δεν θα τα αρνηθώ, ούτε

ήλθα παρεσκευασμένος διά ν' απολογηθώ δι' αυτά, αλλά και όσα αυτοί

παρέλειψαν ή εγώ δεν επρόφθασα ήδη να ομολογήσω θα τα είπω σήμερον•

διότι ούτω θα μάθης ποίους εξέθηκα εις δημοπρασίαν και εκακολόγουν

αποκαλών απατεώνας και αγύρτας. Και να εξετάσης μόνον τούτο, εάν

λέγω την αλήθειαν περί αυτών. Εάν δε οι λόγοι μου φαίνωνται ότι

έχουν τίποτε τραχύ και υβριστικόν, όχι εγώ ο ελέγχων, αλλ' εκείνοι

νομίζω ότι είνε δικαιότερον να κατακριθουύν διότι τοιαύτα πράττουν.

Εγώ άμα ενόησα τας αηδίας και τας κακίας αίτινες συνοδεύουν το

επάγγγελμα του ρήτορος, την απάτην και το ψεύδος, την θρασύτητα και

τας φωνασκίας και τον συναγωνισμόν και μυρία άλλα, απεσύρθην από το

επάγγελμα τούτο και ετράπην προς σε, ω Φιλοσοφία, με τον πόθον να

διέλθω το υπόλοιπον της ζωής μου υπό την σκέπην σου• όπως οι

καταφεύγοντες μετά τρικυμίαν και ανεμοζάλην εις ήσυχον λιμένα. Όταν

δε κατ' αρχάς σε αντίκρυσα, ήμην πλήρης θαυμασμού προς εσέ και

όλους αυτούς, οίτινες έδωκαν τους κανόνας του αρίστου τρόπου του

ζην και προς εκείνους οίτινες σπεύδουν προς αυτούς τείνουν την

χείρα και δίδουν τας καλλιτέρας και ωφελιμωτέρας συμβουλάς, τας

οποίας ακολουθών τις δεν φοβείται να ολισθήση, πράγμα το οποίον εκ

των σήμερον φιλοσοφούντων ολίγοι κάμνουν. Όταν δε είδα ότι πολλοί

εκ τούτων δεν ακολουθούν την Φιλοσοφίαν εξ αγάπης προς αυτήν, αλλά

χάριν της εξ αυτής προερχομένης δόξης και κατά μεν τα πρόχειρα, τας

φανεράς πράξεις και όσα είνε, εύκολον να μιμηθή πας τις, φαίνονται

αγαθοί και σεβάσμιοι άνθρωποι, εννοώ την γενειάδα, το βάδισμα και

το ένδυμα, εις δε τον ιδιαίτερον βίον των και εις τα πράγματα

διαψεύδουν το εξωτερικόν των και πράττουν τα εναντία και ατιμάζουν

την αξιοπρέπειαν του επαγγέλματός των, ήρχισα ν' αγανακτώ. Το

πράγμα μου εφάνη όμοιον ως να έβλεπα ηθοποιόν τραγικόν τρυφηλόν και

θηλυπρεπή να υποκρίνεται τον Αχιλλέα ή τον Θησέα ή τον Ηρακλήν,

χωρίς να έχη τίποτε το ηρωικόν εις το βάδισμα και την φωνήν, αλλά

να κάμνη κινήσεις γυναικώδεις υπό τοιούτον προσωπείον. Τον τοιούτον

ούτε η Ελένη, ούτε η Πολυξένη θα υπέφερε να υποδυθή το πρόσωπον

αυτών και θα τον εθεώρουν καθ' υπερβολήν θηλυπρεπή, πολύ δε μάλλον

ο θαυμάσιος ήρως Ηρακλής• το πιθανώτερον είνε ότι ούτος αμέσως θα

τον συνέτριβε μετά του προσωπείου του διά του ροπάλου, οργιζόμενος

διότι τόσον ατιμωτικώς θα τον εξεθήλυνε.

Βλέπων ότι και υμείς υβρίζεσθε κατά τον αυτόν τρόπον υπό των

φιλοσόφων εκείνων, δεν ηδυνήθην να υποφέρω τοιαύτην επαίσχυντον

υπόκρισιν και να βλέπω πιθήκους τολμώντας να φορούν προσωπεία ηρώων

ή μιμούμενους τον όνον του μύθου, ο οποίος φορέσας λεοντήν

εξέπεμπεν ογκυθμόν μεγαλόφωνον και φοβερόν, θέλων να πιστευθή ως

λέων, υπό των Κυμαίων, οίτινες δεν εγνώριζον τι είνε λέων, έως ου

κάποιος ξένος, ο οποίος είχεν ιδή πολλάκις λέοντα και όνον, τον

απεκάλυψε και ήρχισε να τον ξυλοκοπή. Αλλ' εκείνο το οποίον προ

πάντων μου εφαίνετο φοβερόν, ω Φιλοσοφία, είνε ότι οι άνθρωποι,

οσάκις εβλεπον κανένα εξ αυτών φαύλον και άσεμνον και ασελγή,

κατηγόρουν την Φιλοσοφίαν και τον Χρύσιππον, τον Πλάτωνα ή τον

Πυθαγόραν ή άλλον οιονδήποτε, του οποίου εκείνος έλεγεν ότι είνε

οπαδός και μιμητής. Από τας κακίας εκείνου εσχημάτιζον κακήν ιδέαν

και περί υμών των προ πολλού αποθανόντων, διότι δεν ευρίσκεσθε εις

την ζωήν, ώστε να δυνηθούν να σας συγκρίνουν• εκείνον δε έβλεπον να

πράττη άτιμα και άσεμνα, ώστε ερήμην κατεδικάζεσθε μετ' αυτού και

εις την αυτήν κατηγορίαν κατελέγεσθε•

Μη υποφέρων να βλέπω ταύτα, τους κατέκρινα, αποκαλύπτων την

αγυρτείαν αυτών και τους διέκρινα από σας• ενώ δε σεις έπρεπε να με

τιμάτε διά ταύτα, με εισάγετε εις δίκην. Λοιπόν και αν ίδω τινά εκ

των μεμυημένων εις τα ιερά μυστήρια ν' αποκαλύπτη τα απόρρητα των

θεών και αγανακτήσω διά τούτο και τον κατηγορήσω, θα νομίσετε ότι

έχω άδικον; Αλλά τούτο δεν θα ήτο ορθόν αφού και οι αθλοθέται

συνειθίζουν, όταν κανείς ηθοποιός, ο οποίος υποδύεται το πρόσωπον

της Αθηνάς, του Ποσειδώνος ή του Διός, δεν υποκρίνεται καλώς και

όπως πρέπει να παρίστανται οι θεοί, να τον μαστιγώνουν και δεν

οργίζονται κατ' αυτών οι θεοί ούτοι διότι παρέδωκαν εις τους

μαστιγοφόρους εκείνον ο οποίος παρουσιάζεται με το προσωπείον και

το σχήμα αυτών, αλλ' εξ εναντίας ευχαριστούνται όταν τον βλέπουν

μαστιγούμενον. Το πταίσμα είνε μικρόν όταν ο ηθοποιός δεν

υποκρίνεται καλώς το πρόσωπον ενός δούλου ή αγγελιαφόρου, αλλ' είνε

ασεβές και αποτρόπαιον να μη παραστήση όπως πρέπει προς τους θεατάς

τον Δία ή τον Ηρακλήν.

Αλλά και τούτο είνε εκ των πλέον ατόπων, ότι, ενώ τα έργα σας

γνωρίζουν με πολλήν ακρίβειαν, οι περισσότεροι εξ αυτών ζουν κατά

τρόπον τοιούτον, ώστε να δύναται να υποτεθή ότι αναγινώσκουν και

μελετούν αυτά διά να πράττουν τα εναντία. Πάντα όσα λέγουν και

διδάσκουν, ότι πρέπει να περιφρονώμεν τα χρήματα και την δόξαν και

μόνον το αγαθόν να νομίζωμεν ωφέλιμον, να μη οργιζώμεθα και να

καταφρονώμεν τους ισχυρούς και να φερώμεθα προς αυτούς ως ίσοι προς

ίσους, είνε καλά αναμφιβόλως και σοφά και θαυμάσια. Αλλ' αυτοί και

αυτά διδάσκουν επί πληρωμή και τους πλουσίους κολακεύουν και

φοβούνται και προς το χρήμα χάσκουν και είνε πλέον οξύθυμοι από τα

κυνάρια και πλέον δειλοί από τους λαγούς, πλέον κόλακες από τους

πιθήκους και ασελγέστεροι από τους όνους, αρπακτικώτεροι από τους

γάτους και φιλονεικότεροι από τους πετεινούς. Και γίνονται γελοίοι

αγωνιζόμενοι δι' αυτά και διαγκωνιζόμενοι εις τας θύρας των

πλουσίων, παρακαθήμενοι εις γεύματα πολυάνθρωπα, επαινούντες και

κολακεύοντες υπερβολικώς κατά την διάρκειαν αυτών, υπερπληρούντες

τας γαστέρας των και μεμψιμοιρούντες και κατά την ώραν του πότου

εγείροντες φιλοσοφικάς συζητήσεις ατερπείς και ατόπους και

υποκύπτοντες εις την μέθην. Οι δε απλοί άνθρωποι, οίτινες

συντρώγουν, γελούν και χλευάζουν την Φιλοσοφίαν, η οποία τοιαύτα

καθάρματα δημιουργεί. Και το αισχρότατον εξ όλων είνε ότι, ενώ

έκαστος εξ αυτών λέγει ότι ουδενός έχει ανάγκην και ότι μόνον η

σοφία είνε πλούτος, μετ' ολίγον πηγαίνει και ζητεί και αγανακτεί

εάν δεν λάβη. Είνε το αυτό ως εάν τις παρουσιάζεται ως ηγεμών και

φορή τιάραν και διάδημα και όλα τα άλλα όσα αποτελούν τα γνωρίσματα

της βασιλείας, έπειτα δε ζητεί από τους υποδεεστέρους και επαιτεί.

Όταν λοιπόν πρόκειται να ζητήσουν τίποτε, διδάσκουν διά πολλών

επιχειρημάτων ότι ο άνθρωπος πρέπει να είνε μεταδοτικός, ότι ο

πλούτος είνε πράγμα μάταιον και ασήμαντον και ότι ο χρυσός και ο

άργυρος ουδόλως διαφέρουν από τα χαλίκια της παραλίας. Αλλ' όταν

κανείς παλαιός των φίλος προσέρχεται και ζητή να του δώσουν μικράν

συνδρομήν, σιωπούν και φαίνονται ως μη εννοούντες ή υποστηρίζουν τα

αντίθετα• οι δε πολλοί λόγοι περί φιλίας, περί αρετής και

αγαθοεργίας εξαφανίζονται διά μιας, ως πτερόεντα αληθώς έπη και εις

μάτην νομίζεις τα επαναλαμβάνουν καθ' εκάστην εις τας ομιλίας των.

Έφ' όσον δεν πρόκειται περί αργύρου ή χρυσού είνε φίλοι• εάν δε

κανείς και μόνον οβολόν επιδείξη, η ειρήνη παύει, αι συνθήκαι

ακυρούνται, τα βιβλία εξαφανίζονται και η αρετή φεύγει. Συμβαίνει

εις αυτούς ό,τι και εις τους σκύλους• όταν εις το μέσον αυτών ριφθή

κόκαλον αναπηδούν και αλληλοδαγκώνονται και όλοι γαυγίζουν εκείνον

ο οποίος επρόλαβε και ήρπασε το κόκαλον. Λέγεται δε ότι και κάποιος

βασιλεύς της Αιγύπτου εδίδαξέ ποτε πιθήκους να χορεύουν πυρρήχιον,

και τα ζώα, τα οποία ευκόλως μιμούνται τας πράξεις των ανθρώπων,

ταχέως συνείθισαν να χορεύουν και να φορούν πορφύρας και

προσωπίδας, και το θέαμα επετύγχανεν έως ότου εις εκ των θεατών,

άνθρωπος αστείος, έρριψεν εις το μέσον αυτών καρύδια, τα οποία είχε

κρυμμένα εις τον κόλπον του. Τότε οι πίθηκοι ιδόντες τα καρύδια

ελησμόνησαν τον χορόν και αντί χορευτών έγιναν εκ νέου πίθηκοι και

ήρχισαν να σχίζουν τα προσωπεία και τα ενδύματά των και να μάχωνται

μεταξύ των περί του ποίος ν' αρπάση τα καρύδια• ούτω δε ο θίασος

των χορευτών διελύθη και οι θεαταί εγέλων.

Λουκιανός - Άπαντα, Τόμος Έκτος · 第 11 / 13 段