εφοβέριζες να ανασύρης εκ των θεμελίων της την γην και την θάλασσαν
και να την σηκώσης μαζί με όλους τους θεούς διά της χρυσής εκείνης
αλυσίδας.
ΖΕΥΣ. Τώρα όμως, παιδί μου, δεν ξέρω πώς, είτε ένεκα του μεγέθους
των επικειμένων κινδύνων, είτε ένεκα του πλήθους των συνηγμένων —
διότι βλέπεις πόσον πολύθεος είνε η συνέλευσις — έχουν ταραχθή αι
σκέψεις μου, είμαι συγκεκινημένος και η γλώσσα μου παραλύει. Τόσον
τεταραγμένος είμαι, ώστε ελησμόνησα και το προοίμιον το οποίον είχα
ετοιμάση διά να κάμω εντύπωσιν και επιβληθώ ευθύς εξ αρχής.
ΕΡΜ. Αλλά τότε καταστρέφεις τα πάντα. Από τώρα δε η σιωπή σου
αρχίζει να εμπνέη υποψίας ότι πρόκειται περί πολύ μεγάλων δεινών
και διά τούτο διστάζεις να ομιλήσης.
ΖΕΥΣ. Τι λες; να επαναλάβω το Ομηρικόν προοίμιον;
ΕΡΜ. Ποίον;
ΖΕΥΣ. Κέκλυτέ μευ πάντες τε θεοί πάσαί τε θέαιναι. — (Ακούσατε με
πάντες οι θεοί και αι θεαί).
ΕΡΜ. Αρκετά μας το έχεις κοπανίση αυτό εις το παρελθόν. Αν θέλης
άφησε την ποιητικήν μεγαληγορίαν και έκλεξε ένα από τους
Φιλιππικούς λόγους του Δημοσθένους, οποίον θέλεις, και προσάρμοσε
τον εις την περίστασιν με ολίγας μεταβολάς. Έτσι κάνουν σήμερον οι
περισσότεροι ρήτορες.
ΖΕΥΣ. Καλά λέγεις• αυτός είνε εύκολος τρόπος διά να φανή κανείς
ρήτωρ και να εξέλθη από την αμηχανίαν.
ΕΡΜ. Άρχισε λοιπόν επί τέλους.
ΖΕΥΣ. Υποθέτω, άνδρες θεοί, ότι η περιέργειά σας είνε ζωηρά, και
ανυπόμονος διά να μάθετε τον σκοπόν διά τον οποίον συνεκλήθητε.
Αφού λοιπόν ούτως έχει το πράγμα επόμενον είνε και πρέπει να με
ακούσετε με προθυμίαν και προσοχήν. Η παρούσα περίστασις, ω θεοί,
μόνον ότι δεν εκπέμπει φωνήν διά να μας συμβουλεύση ότι πρέπει να
σκεφθώμεν σοβαρώς περί των συμφερόντων μας, ενώ ημείς πολύ αμελώς
φροντίζομεν περί αυτών. Και τώρα — επειδή αι αναμνήσεις μου από τον
Δημοσθένην εξηντλήθησαν — θα σας είπω τους λόγους οι οποίοι με
ηνάγκασαν να σας συγκαλέσω εις αυτήν την συνέλευσιν. Χθες, ως
γνωρίζετε, ο Μνησίθεος ο πλοίαρχος ετέλεσε θυσίαν διά την σωτηρίαν
του πλοίου του, το οποίον εκινδύνευσε να ναυαγήση εις τον Καφηρέα.
Μετέβην επομένως εις τον Πειραιά διά να παρακαθήσω εις την εστίασιν
μετά των άλλων εξ υμών τους οποίους ο Μνησίθεος εκάλεσεν εις την
θυσίαν• έπειτα μετά τας σπονδάς σεις μεν ανεχωρήσατε προς διαφόρους
διευθύνσεις, εγώ δε — διότι ήτον ενωρίς ακόμη — ανέβηκα εις τας
Αθήνας, διά να περιπατήσω κατά το δειλινόν εις τον Κεραμεικόν. Καθ'
οδόν εσκεπτόμην διά την γλισχρότητα του Μνησιθέου, ο οποίος
εκάλεσεν εις γεύμα δέκα έξ θεούς και εθυσίασε μόνον ένα πετεινόν,
και αυτόν γέρικον και πάσχοντα από κόριζαν, και τέσσαρα κομμάτια
λιβάνι, και αυτά μουχλιασμένα, ούτως ώστε έσβυσαν αμέσως και ο
καπνός των δεν επρόφθασε να φθάση εις την μύτην μας. Όταν όμως
εκινδύνευε το πλοίον και ευρίσκετο μεταξύ των υφάλων και ωθείτο
προς τους βράχους υπό της τρικυμίας υπέσχετο να μας προσφέρη
ολοκλήρους εκατόμβας. Ταύτα σκεπτόμενος έφθασα μέχρι της Ποικίλης
Στoάς, όπου βλέπω μέγα πλήθος ανθρώπων συνηθροισμένων• και άλλοι
μεν ήσαν εντός της στoάς, πολλοί δε έξω. Διέκρινα και άλλους τινάς
οι οποίοι καθήμενοι επί εδρών εφιλονείκουν και εκραύγαζαν•
συνεπέρανα λοιπόν ότι θα ήσαν φιλόσοφοι από τους συζητητικούς
εκείνους και φιλονείκους και απεφάσισα να πλησιάσω και ν' ακούσω τι
έλεγαν. Και επειδή ήμουν περιτυλιγμένος με παχείαν νεφέλην, έδωκα
εις το εξωτερικόν μου φιλοσοφικόν σχήμα και απλώσας τα γένεια μου
έγινα ομοιότατος προς φιλόσοφον. Διαγκωνίσας δε το πλήθος εισήλθα
χωρίς να εννοηθώ ποίος ήμουν και ευρήκα τον φαυλότατον Επικούρειον
Δάμιν και τον Τιμοκλήν τον Στωικόν, ένα εξαίρετον άνθρωπον, οι
οποίοι εφιλονείκουν με πολλήν ζωηρότητα. Και ο μεν Τιμοκλής είχεν
ιδρώση και η φωνή του ήτο εξησθενημένη εκ των κραυγών, ο δε Λάμις
εγέλα εμπαικτικώς, πράγμα το οποίον παρώξυνεν έτι περισσότερον τον
Τιμοκλήν. Η συζήτησίς των ήτο περί ημών. Ο επικατάρατος Δάμις
διετείνετο ότι ούτε φροντίζομεν διά τους ανθρώπους, ούτε
επιτηρούμεν τα συμβαίνοντα επί της γης και με άλλους λόγους έλεγεν
ότι ούτε καν υπάρχομεν• τα λεγόμενά του τουλάχιστον τούτο
εσήμαινον. Ήσαν δε καί τινες μεταξύ των ακροατών οι οποίοι
επεδοκίμαζον και επευφήμουν τους λόγους του. Ο άλλος, ο Τιμοκλής
ήτο με το μέρος μας, μας υπερήσπιζε και ηγανάκτει και με πάντα
τρόπον συνηγόρει υπέρ ημών, eπαινών την επιμέλειάν μας και
προσπαθών να δείξη ότι με σοφίαν και με την προσήκουσαν τάξιν
διευθύνομεν και κανονίζομεν τα πάντα. Είχε δε και αυτός μεταξύ των
ακροατών ομόφρονάς τινας οι οποίοι τον ενεθάρρυναν αλλ' είχεν ήδη
καταπονηθή και η φωνή του ήτο εξησθενημένη και το πλήθος εφαίνετο
ότι απέκλινε προς τον Δάμιν. Εννοήσας δε εγώ τον κίνδυνον, διέταξα
την νύκτα να διαχύση το σκότος και να διαλύση την συνάθροισιν.
Ανεχώρησαν λοιπόν αφού συνεφώνησαν να συνεχίσουν την επιούσαν την
συζήτησιν. Εγώ δε αναμιχθείς εις το πλήθος ήκουα τους επιστρέφοντας
να επαινούν τα λεχθέντα υπό του Δάμιδος και ν' αποκλίνουν προς τας
ιδέας αυτού. Ήσαν όμως και άλλοι, οι οποίοι επερίμεναν ν' ακούσουν
την συνέχειαν της συζητήσεως και εκείνα τα οποία θα έλεγε την
επιούσαν ο Τιμοκλής, διά να σχημαΤιςουν οριστικήν γνώμην.
Αυτά είνε διά τα οποία σας συνεκάλεσα και δεν είνε ασήμαντα, ω
θεοί, εάν σκεφθήτε ότι πάσα τιμή και πρόσοδος και δόξα ημών από
τους ανθρώπους προέρχεται. Εάν δε ούτοι πεισθούν ή ότι είμεθα
εντελώς ανύπαρκτοι ή ότι υπάρχομεν, αλλ' ουδόλως φροντίζομεν περί
αυτών, θα παύση πάσα θυσία και προσφορά και λατρεία εκ μέρους αυτών
και εις μάτην θα καθήμεθα εις τον ουρανόν να λιμώττωμεν και να
στερούμεθα εορτών, πανηγύρεων, αγώνων και θυσιών, ολονυκτιών, και
λιτανειών. Αφού λοιπόν περί τόσο σπουδαίων συμφερόντων ημών
πρόκειται, πρέπει να σκεφθώμεν όλοι διά να εύρωμεν μέσον σωτηρίας
εκ των κινδύνων τούτων και να νικήση μεν ο Τιμοκλής και να φανή ότι
υποστηρίζει τα αληθέστερα, να γίνη δε καταγέλαστος ο Δάμις• διότι
εγώ δεν έχω πολλήν πεποίθησιν εις τον Τιμοκλήν ότι θα νικήση, αν
αφεθή μόνον εις τας δυνάμεις του και δεν λάβη συνδρομήν εκ μέρους
ημών. Λοιπόν, Ερμή, κάλεσε τους δικαιουμένους κατά τον νόμον να
εγερθούν και να εκφράσουν γνώμην.
ΕΡΜ. Να γίνη ησυχία, να παύση πας θόρυβος {68}. Προσοχή. Τις θέλει
να λάβη τον λόγον εκ των τελείων θεών {69}, οίτινες έχουν το
δικαίωμα τούτο; Αλλά τι συμβαίνει; Δεν εγείρεται κανείς; Τόσον σας
κατέπληξε το μέγεθος των κινδύνων τους οποίους ηκούσατε;
ΜΩΜΟΣ. Στάκτη να γίνετε όλοι {70}. Εγώ αν μου δοθή άδεια να ομιλήσω
ελεύθερα, έχω πολλά να είπω, ω Ζευ,
ΖΕΥΣ. Λέγε, Μώμε, άφοβα• φαίνεσαι ότι κάτι θα πης με την συνήθη σου
ειλικρίνειαν προς το κοινόν συμφέρον.
ΜΩΜ. Λοιπόν ακούσετε, ω θεοί, να σας ομιλήσω με όλην την
ειλικρίνειαν. Εγώ προ πολλού επερίμενα ότι τα πράγματά μας θα
έφθαναν μίαν ημέραν εις αυτήν την αμηχανίαν και ότι πολλοί τοιούτοι
αυθάδεις σοφισταί θα εφύτρωναν, οι οποίοι από ημάς θα ελάμβανον την
αφορμήν και το θάρρος της τόλμης των• και μα την Θέμιν ούτε κατά
του Επικούρου είνε δίκαιον να θυμόνωμεν, ούτε κατά των οπαδών και
διαδόχων της διδασκαλίας του, διότι τοιαύτην γνώμην εσχημάτισαν
περί ημών. Τι θέλετε να φρονούν όταν βλέπουν τόσην αδικίαν εις τον
κόσμον και οι μεν δίκαιοι παραμελούνται και βασανίζονται εις πενίαν
και νοσήματα και δουλείαν, φαυλότατοι δε και μωροί άνθρωποι
κατέχουν τα πρωτεία και γίνονται υπέρπλουτοι και εξουσιάζουν τους
εναρέτους; Και οι μεν ιερόσυλοι δεν τιμωρούνται, αλλά διαφεύγουν,
ανασκολοπίζονται δε και μαστιγούνται οι αθώοι. Επόμενον λοιπόν είνε
όταν βλέπουν τοιαύτα να υποπτεύωνται ότι ουδόλως υπάρχομεν και
μάλιστα όταν ακούουν χρησμούς ως εκείνος ο οποίος έλεγεν ότι αν
περάση ο Κροίσος τον Άλυν θα καταλύση μέγα κράτος, χωρίς να εξηγή
αν επρόκειτο περί του ιδικού του κράτους ή περί του εχθρικού και
όπως ο άλλος ο οποίος έλεγεν :
«Ω θεία Σαλαμίς, θα καταστρέψης τέκνα γυναικών».
Και οι Πέρσαι δε και οι Έλληνες μου φαίνεται ότι ήσαν τέκνα
γυναικών. Όταν πάλιν ακούουν από τους ποιητάς ότι και ερωτευόμεθα
και πληγωνόμεθα και δεσμευόμεθα και γινόμεθα δούλοι και στασιάζομεν
και εις πλείστα αλλά πάθη υποκείμεθα, ενώ θέλομεν να θεωρούμεθα
αθάνατοι και πανευτυχείς, δεν έχουν δίκαιον να μας περιγελούν και
να μας γράφουν εις τα παληά των τα παπούτσια; Και έπειτα
αγανακτούμεν εάν ευρίσκωνται μερικοί άνθρωποι όχι πολύ ανόητοι, οι
οποίοι εξετάζουν αυτά τα πράγματα και αρνούνται την πρόνοιάν μας,
ενώ έπρεπε να είμεθα ευχαριστημένοι διότι υπάρχουν ακόμη ολίγοι
τινες, οι οποίοι μας προσφέρουν θυσίας, μεθ' όλα τα καθημερινά μας
σφάλματα.
Και τώρα σε παρακαλώ, ω Ζευ — αφού είμεθα μόνοι και δεν υπάρχει
κανείς άνθρωπος εις την συνέλευσιν, εκτός ολίγων παρείσακτων, του
Ηρακλέους, του Διονύσου, του Γανυμήδης και του Ασκληπιού — να μου
'πης με ειλικρίνειαν εάν ποτέ εσκοτίσθης τόσον διά τα συμβαίνοντα
εις την γην ώστε να εξετάσης ποίοι εκ των ανθρώπων είνε φαύλοι και
ποίοι ενάρετοι. Αλλά δεν έχεις ν' απαντήσης. Εάν ο Θησεύς, όταν
επήγαινε από την Τροιζήνα εις τας Αθήνας, δεν εφρόντιζεν από
καλωσύνην του να ξεπαστρέψη τους κακούργους και εξηρτάτο το πράγμα
από σε και από την πρόνοιάν σου, ο Σκύρων, ο Πιτυοκάμπτης, ο
Κερκυών και οι άλλοι λησταί θα εξηκολούθουν να ζουν και να
διασκεδάζουν, θανατόνοντες τους διαβάτας. Και αν ο Ευρυσθεύς,
άνθρωπος παλαιικός και προνοητικός, ο οποίος εγνώριζε τα
συμβαίνοντα εις τους διαφόρους τόπους κακά, δεν εσκέπτετο από
φιλανθρωπίαν ν' αποστείλη αυτόν εδώ τον δούλον του {71}, άνθρωπον
δυνατόν και πρόθυμον εις τους κόπους, συ ο Ζευς ολίγον θα
εφρόντιζες περί της Ύδρας, διά τα όρνεα της Στυμφαλίας, διά τους
ίππους της Θράκης και διά την θηριωδίαν και την ακολασίαν των
Κενταύρων. Η αλήθεια είνε ότι καθήμεθα και παρατηρούμεν μόνον αν
γίνη καμμία θυσία και αν από κανένα βωμόν αναδίδεται κνίσα. Τα άλλα
αφήνονται εις την τύχην.
Επομένως δίκαια πάσχομεν, θα πάθωμεν δε ακόμη περισσότερα όταν οι
άνθρωποι ολίγον κατ' ολίγον θ' ανοίξουν τα μάτια των και θα βλέπουν
ότι ουδέν όφελος έχουν αν προσφέρουν θυσίας και αν μας κάνουν
λιτανείας. Και εντός ολίγου θα ίδης τους Επικούρους, τους
Μητροδώρους {72} και τους Δάμιδας να μας εμπαίζουν, να νικώνται δε
και ν' αποστομόνωνται απ' αυτούς οι συνήγοροί μας. Ώστε σεις
οίτινες εφέρατε τα πράγματα εις αυτήν την κατάστασιν, πρέπει και να
τα θεραπεύσετε και να παύσετε των ανθρώπων την δυσπιστίαν. Διά τον
Μώμον ο κίνδυνος δεν είνε μέγας, αν παύση η λατρεία των ανθρώπων•
διότι και πριν δεν ήτο από εκείνους οίτινες ετιμώντο• σεις είσθε οι
ευτυχείς και μόνοι σας απολαμβάνετε τας θυσίας.
ΖΕΥΣ. Ας αφήσωμεν αυτόν να φλυαρή. Είνε γνωστή η κακή του γλώσσα
και το φιλοκατήγορον• αλλ' ως ο θαυμάσιος Δημοσθένης είπε, το να
κατηγορή κανείς και να επικρίνη είνε εύκολον εις πάντα βουλόμενον•
να συμβουλεύση όμως πώς η παρούσα κατάστασις θα βελτιωθή μόνον
φρόνιμος πραγματικώς σύμβουλος δύναται να το πράξη, αυτό δε ελπίζω
ότι θα πράξετε οι άλλοι, ενώ αυτός θα σιωπά.
ΠΟΣΕΙΔ. Εγώ, ως γνωρίζετε, ζω εντός του ωκεανού και διαμένω μόνος
εις τα βάθη, καταγινόμενος όσον δύναμαι να σώζω τους ταξειδεύοντας,
να βοηθώ τα πλοία και να κατευνάζω τους ανέμους. Αλλ' όμως — διότι
ενδιαφέρομαι και διά τα εδώ — είμαι της γνώμης ότι αυτός ο Δάμις
πρέπει να ξεπαστρευθή είτε διά του κεραυνού, είτε κατ' άλλον
τρόπον, πριν να επανέλθουν εις την συζήτησιν και υπερισχύση διά του
λόγου — διότι ως είπες, ω Ζευ, είνε, φαίνεται, πολύ πειστικός.
Κατ' αυτόν τον τρόπον θα δείξωμεν συγχρόνως εις τους ανθρώπους πώς
τιμωρούμεν αυτούς οι οποίοι ομιλούν κατά τοιούτον τρόπον περί ημών.
ΖΕΥΣ. Αστειεύεσαι Ποσειδών, ή ελησμόνησες ότι ουδόλως εξαρτώνται
από ημάς τα τοιαύτα, αλλ' αι Μοίραι ορίζουν εις έκαστον ν' αποθάνη
με κεραυνόν ή με ξίφος, από πυρετόν ή από φθίσιν; Αν ήτο εις την
εξουσίαν μου, νομίζεις ότι θ' άφηνα προ ολίγου καιρού να φύγουν
ακεραυνοβόλητοι από την Πίσαν οι ιερόσυλοι που μου έκοψαν δύο
πλοκάμους, εκ των οποίων έκαστος είχε βάρος έξ μνων; Ή και συ θα
παρέβλεπες εκείνον τον εξ Ωρεού αλιέα, ο οποίος εις την Γεραιστόν
{73} σου έκλεψε την τρίαιναν; Άλλως τε ούτω θα φανούμεν ότι
ταρασσόμεθα και φοβούμεθα τους λόγους του Δάμιδος και διά τούτο
εφροντίσαμεν να τον θέσωμεν εκτός μάχης πριν ή συναγωνισθή με τον
Τιμοκλήν. Δεν θα φανούμεν ούτω ότι μόνον ερήμην του αντιπάλου
ενικήσαμεν;
ΠΟΣΕΙΔ. Εγώ ενόμισα ότι αυτός ήτο ο συντομώτερος τρόπος διά να
φθάσωμεν εις αποτέλεσμα.
ΖΕΥΣ. Α μπα, η γνώμη σου είνε πολύ απλοϊκή, Ποσειδών, και εντελώς
χονδροειδής, να φονευθή προκαταβολικώς ο ανταγωνιστής και ν'
αποθάνη χωρίς να νικηθή πραγματικώς, αλλά να καταλίπη αμφίβολον και
άκριτον την συζήτησιν.
ΠΟΣΕΙΔ. Λοιπόν σκεφθήτε σεις τίποτε καλλίτερον, αφού τα δικά μου
σας φαίνονται τόσον ανόητα.
ΑΠΟΛΛΩΝ. Εάν και εις ημάς τους νέους και αγενείους επέτρεπεν ο
νόμος να λαμβάνωμεν τον λόγον, ίσως θα είχα να προσθέσω κάτι τι
συμφέρον εις την διάσκεψιν.
ΜΩΜ. Πρόκειται περί τόσων σπουδαίων συμφερόντων, ώστε δεν πρέπει να
λαμβάνεται υπ' όψιν η ηλικία, αλλά όλοι αδιακρίτως να εκφράσουν
γνώμην. θα ήτο αστείον, ενώ διατρέχομεν τους μεγίστους κινδύνους,
να χανώμεθα εις λεπτολόγους ερμηνείας των νόμων. Αλλά συ προ πολλού
ήδη έχεις το δικαίωμα να δημηγορής, διότι προ πολλού εξήλθες εκ της
εφηβικής ηλικίας και ενεγράφης εις το ληξιαρχικόν βιβλίον των
δώδεκα θεών και παρ' ολίγον να είσαι από το συμβούλιον του Κρόνου•
ώστε μη μας κάνης το παιδί, αλλά λέγε με θάρρος την γνώμην σου και
μη διστάζης να ομιλήσης διότι είσαι αγένιος, αφού έχεις υιόν με
γενειάδα μεγάλην και ωραίαν, τον Ασκληπιόν. Άλλως τε η περίστασις
είνε κατάλληλος διά να δείξης την σοφίαν σου, εκτός αν άδικα
κάθεσαι και φιλοσοφής με τας Μούσας εις τον Ελικώνα.
ΑΠΟΛ. Αλλά δεν ανήκει εις εσέ, Μώμε, να δίδης τοιαύτην άδειαν• είνε
δικαίωμα του Διός και αν αυτός επιτρέπη, ίσως θα είπω κάτι τι όχι
ανόητον, αλλ' άξιον της διατριβής μου εις τον Ελικώνα.
ΖΕΥΣ. Λέγε, παιδί μου• έχεις την άδειαν.
ΑΠΟΛ. Ο Τιμοκλής είνε μεν έντιμος και ευσεβής και γνωρίζει κατά
βάθος την σοφίαν των Στωικών• διά τούτο και πολλοί τον έχουν
διδάσκαλον και πολλάς αποδοχάς έχει εκ τούτου, είνε δε πολύ
πειστικός, ιδίως όταν ομιλή προς τους μαθητάς του. Αλλ' όταν
πρόκειται να ομιλήση προς το πλήθος είνε ατολμότατος και ομιλεί
τοιουτοτρόπως ώστε να φαίνεται αμαθής και σχεδόν βάρβαρος. Διά
τούτο εις τας δημοσίας διαλέξεις προκαλεί τον γέλωτα με την
ακρισίαν, τους τραυλισμούς και την ταραχήν του και μάλιστα όταν με
αυτά του τα ελαττώματα προσπαθή να επιδείξη και καλλιλογίαν. Έχει
μεν οξυτάτην την αντίληψιν και λεπτήν την κρίσιν, ως λέγουν οι
καλλίτερα γνωρίζοντες την διαλεκτικήν των Στωικών, αλλ' η ομιλία
και η απαγγελία του είνε τόσον ασθενείς, ώστε καταστρέφει και
συγχέει τας ιδέας του και δεν εκφράζει σαφώς ό,τι θέλει, αλλ' αι
μεν ερωτήσεις του ομοιάζουν με αινίγματα, αι δε απαντήσεις του είνε
ακόμη ασαφέστεραι• και οι ακροαταί μη εννοούντες γελούν εις βάρος
του. Νομίζω δε ότι οι ομιλούντες πρέπει προ πάντων να είνε σαφείς
και να φροντίζουν κυρίως ώστε να τους εννοούν οι ακροαταί.
ΜΩΜ. Πολύ σωστά το είπες αυτό και δικαίως επαινείς τους ομιλούντας
σαφώς, αν και δεν το εφαρμόζεις εις τους χρησμούς, αλλ' είσαι λοξός
και αινιγματώδης και τα περισσότερα αφήνεις αμφίβολα, ούτως ώστε
όσοι ζητούν την γνώμην σου να έχουν ανάγκην άλλου Πυθίου Απόλλωνος
διά να εξηγή τας απαντήσεις σου. Αλλά τέλος πάντων τι συμβουλεύεις
διά το ζήτημα περί του οποίου πρόκειται; Ποίαν θεραπείαν προτείνεις
διά την ρητορικήν δύναμιν του Τιμοκλέους;
ΑΠΟΛ. Αν είνε δυνατόν να του δώσωμεν ένα συνήγορον εκ των δεινών
ρητόρων, ο οποίος να λέγη όσα εκείνος θα του υπαγορεύη αφού τα
σκεφθή.
ΜΩΜ. Αυτό το οποίον είπες είνε αληθώς άξιον παιδιού αγενείου, το
οποίον έχει ανάγκην παιδαγωγού. Προτείνεις να παρουσιαστή εις μίαν
φιλοσοφικήν συζήτησιν ο Τιμοκλής με συνήγορον και ενώ ο Δάμις θα
ομιλή αυτοπροσώπως και μόνος του, ο Τιμοκλής θα μεταχειρίζεται
ηθοποιόν, εις τον οποίον θα χρησιμεύη ως υποβολεύς και θα του
ψιθυρίζη εις το ους τας γνώμας του, εκείνος δε θα τας απαγγέλλη,
χωρίς ίσως και να εννοή όσα εκείνος θα του λέγη και αυτός θα
επαναλαμβάνη. Αυτά δύνανται να μη κινήσουν τον γέλωτα του πλήθους;
Όχι, άλλο τι πρέπει να σκεφθώμεν. Συ δε ο οποίος λέγεις ότι είσαι
και μάντις και εκ τούτου έχεις μεγάλας αποδοχάς, ώστε και πλίνθους
χρυσάς έλαβες μιαν φοράν, ιδού έχεις ενώπιόν σου κατάλληλον
ευκαιρίαν διά να επιδείξης την μαντικήν σου τέχνην. Διατί λοιπόν
δεν μας προλέγεις ποίος εκ των δύο φιλοσόφων θα νικήση; Διότι
βέβαια γνωρίζεις από τούδε το αποτέλεσμα, αφού είσαι μάντις.
ΑΠΟΛ. Πώς είνε δυνατόν, Μώμε, να μαντεύσω, αφού ούτε τρίποδα έχω
εδώ, ούτε θυμιάματα, ούτε πηγήν μαντικήν, όπως η Κασταλία;
ΜΩΜ. Αυτά είνε προφάσεις και υπεκφυγαί, διότι δεν μπορείς να πης
τίποτε βέβαιον.
ΖΕΥΣ. Λέγε, παιδί μου, ό,τι έχεις να πης και μη δίδης αφορμάς εις
αυτόν τον συκοφάντην να διαβάλλη και να χλευάζη την δύναμίν σου ως
εξαρτωμένην από τρίποδα και νερόν και λιβανωτόν και ότι άνευ αυτών
η τέχνη σου δεν έχει καμμίαν δύναμιν.
ΑΠΟΛ. Είνε καλλίτερον να γίνωνται αυτά, πατέρα, εις τους Δελφούς ή
εις τον Κολοφώνα, όπου έχω όλα μου τα χρειώδη• αλλά και χωρίς αυτά,
χωρίς τα μέσα της τέχνης, θα προσπαθήσω να προείπω ποίος εκ των δύο
θα νικήση. θα μου επιτρέψετε δε να σας τα είπω έμμετρα.
ΜΩΜ. Λέγε, αρκεί μόνον να είνε σαφή, να μη έχουν δε και αυτά
ανάγκην εξηγητού ή διερμηνέως• διότι τώρα δεν πρόκειται περί
κρεάτων αμνού και χελώνης, τα οποία ψήνονται ομού εις την Λυδίαν,
αλλά γνωρίζεις περί τίνος συσκεπτόμεθα.
ΖΕΥΣ. Τι θα πης, τέκνον μου; Αλλ' από τούδε τα σημεία του χρησμού
φαίνονται φοβερά• το χρώμα σου μετεβλήθη, οι οφθαλμοί σου
περιστρέφονται, τα μαλλιά σου ανωρθώθησαν και αι κινήσεις σου είνε
Κορυβαντιώδεις• εντελώς ευρίσκεσαι υπό το κράτος της προφητικής
εμπνεύσεως και όλον σου το ήθος είνε φοβερόν και μυστηριώδες.
ΑΠΟΛ. Του μαντικού θεού Απόλλωνος ακούσετε τι προφητεύει διά την
έριδα την φοβεράν δυο φωνακλάδων, όπου με λόγους μάχονται πυκνούς,
ωσάν με δόρατα και βέλη. Κι' από τα δυο τα μέρη γίνεται αντάρα του
πολέμου και κακό μεγάλο. Αλλ' όταν τ' όρνεον τ' αρπακτικόν αρπάση
την ακρίδα, τότε το ύστερον θα κράξουν τα κοράκια που φέρνουν την
βροχήν. Και θα νικήσουν οι ημίονοι, κι' ο όνος τα παιδιά του τα
γληγορόποδα θα κουτουλήση {74}.
ΖΕΥΣ. Διατί γελάς, Μώμε; Δεν βλέπω τίποτε το γελοίον. Παύσε,
ταλαίπωρε• θα σε πνίξουν τα γέλοια.
ΜΩΜ. Είνε δυνατόν, ω Ζευ, να μη γελώ, όταν ακούω ένα χρησμόν τόσω
σαφή και τόσω ευεξήγητον;
ΖΕΥΣ. Λοιπόν να εξήγησης και εις ημάς τι λέγει.
ΜΩΜ. Είνε πολύ ευκολονόητα, ώστε να μην έχωμεν ανάγκην του
Θεμιστοκλέους διά να μας τα εξηγήση. Λέγει καθαρά ότι ο μεν Απόλλων
είνε αγύρτης, ημείς δε οι άλλοι που τον πιστεύομεν είμεθα γαίδούρια
και μουλάρια ξέστρωτα που δεν έχομεν ούτε μιας ακρίδας μυαλό.
ΗΡΑΚΛΗΣ. Εγώ, πατέρα, αν και είμαι ξένος εδώ και παρείσακτος, θα
τολμήσω να είπω την γνώμην μου. Όταν οι δύο φιλόσοφοι θα
συναντηθούν εκ νέου και αρχίσουν να συζητούν, εάν μεν ο Τιμοκλής
υπερτερή, ν' αφήσωμεν να προχωρήση η συζήτησις, ενόσω θα είνε υπέρ
ημών• αν όμως ίδωμεν ότι στρέφεται εναντίον μας, τότε εγώ
αναλαμβάνω, αν θέλετε, να διασείσω την στοάν και να την ρίξω επάνω
εις τον Δάμιν, διά να παύση ο αχρείος να μας υβρίζη.
ΖΕΥΣ. Τι ανοησία είνε αυτή που λες; Να φονεύσης μαζί με ένα κακόν
άνθρωπον τόσους άλλους και προσέτι να καταστρέψης την στοάν ομού με
τους Μαραθωνομάχους, τον Μιλτιάδην και τον Κυναίγειρον! Και άμα
χαθούν οι Μαραθωνομάχοι, πώς θα ρητορεύουν πλέον οι ρήτορες, αφού
θα χάσουν το σπουδαιότερον εφόδιον των λόγων των; Άλλως τε εφόσον
ήσουν εις την ζωήν, ίσως θα ηδύνασο να κάμης τοιούτον ανδραγάθημα•
αλλ' αφότου έγινες θεός, θα έμαθες υποθέτω ότι μόνον από τας Μοίρας
εξαρτώνται τα τοιαύτα και ημείς χωρίς την θέλησιν αυτών δεν
δυνάμεθα να κάμωμεν τίποτε.
ΗΡΑΚ. Λοιπόν και όταν εφόνευα τον λέοντα ή την ύδραν, αι Μοίραι
έκαναν τα κατορθώματα εκείνα;
ΖΕΥΣ. Εννοείται.
ΗΡΑΚ. Και τώρα αν κανείς με υβρίζη ή συλή τον ναόν μου ή ανατρέπη
το άγαλμα μου, εάν δεν το έχουν αποφασίση αι Μοίραι, δεν θα τον
συντρίψω;
ΖΕΥΣ. Καθόλου.
ΗΡΑΚ. Λοιπόν άκουσε, ω Ζευ, να σου ομιλήσω με ειλικρίνειαν, διότι
εγώ, ως ο κωμικός ποιητής είπε, είμαι αγροίκος και λέγω την σκάφην,
σκάφην• εάν τοιαύτη είνε η δύναμις των θεών, θα σας αφήσω να
χαίρεσθε μόνοι σας τας τιμάς του ουρανού, την κνίσαν και των
σφαγείων το αίμα και θα φύγω εις τον Άδην, όπου τουλάχιστον θα με
φοβούνται αι σκιαί των θηρίων τα οποία έχω φονεύση, όταν θα με
βλέπουν γυμνόν, αλλά και ωπλισμένον με τόξον.
ΖΕΥΣ. Εύγε. Ο Δάμις δεν θα ήθελε καλλίτερον μάρτυρα από σένα διά να
μας αποτελειώση. Αλλά ποίος είνε αυτός που έρχεται βιαστικός, ο
χάλκινος, με τας ωραίας γραμμάς και τας αρμονικάς αναλογίας, ο
οποίος έχει την κόμην αναδεμένην κατά τον αρχαίον τρόπον; Φαίνεται
ότι είνε ο αδελφός σου, Ερμή, ο οποίος μένει εις την αγοράν πλησίον
της Ποικίλης Στοάς. Είνε καταλερωμένος από πίσσαν, διότι καθ'
εκάστην του παίρνουν εκμαγεία οι αγαλματοποιοί. Γιατί μας έρχεσαι
τόσον βιαστικός, παιδί μου; μήπως μας φέρεις καμμίαν είδησιν από
την γην;
ΕΡΜΑΓΟΡΑΣ. Πολύ σπουδαίαν, ω Ζευ, και πρέπει να προσέξετε πολύ εις
αυτό το οποίον θα σας πω.
ΖΕΥΣ. Λέγε. Μήπως έγινε καμμία στάσις χωρίς να πάρωμεν είδησιν;
ΕΡΜΑΓ. Με είχαν προ ολίγου πασαλείψη με πίσσαν εις το στήθος και
τις πλάτες οι κατασκευασταί των χαλκίνων αγαλμάτων, διά να λάβουν
εκτυπώματα• και περιέβαλε το σώμα μου θώραξ γελοίος, τον οποίον μου
εφόρεσε η μιμητική τέχνη, διά να λάβη του σχήματός μου πιστόν
αποτύπωμα, ότε βλέπω πλήθος να συναθροίζεται και δύο ωχρούς
φωνακλάδες, πυγμάχους των σοφισμάτων, τον Δάμιν και ...
ΖΕΥΣ. Παύσε, παιδί μου, να μας ομιλής με στίχους. Γνωρίζω ποίους
λέγεις. Να μου πης μόνον αν προ πολλού έχει αρχίση η συζήτησίς των.
ΕΡΜΑΓ. Όχι, ήσαν ακόμη εις τους ακροβολισμούς και εξ αποστάσεως
εξεσφενδόνιζον ύβρεις κατ' αλλήλων.
ΖΕΥΣ. Δεν μας μένει λοιπόν τίποτε άλλο να πράξωμεν παρά να σκύψωμεν
εκ του ουρανού και να παρακολουθήσωμεν την συζήτησιν ώστε ας
αφαιρέσουν αι Ώραι τον μοχλόν και απομακρύνουσαι τα νέφη ας
ανοίξουν τας πύλας του ουρανού. Θεέ μου, πόσοι έχουν συναχθή διά να
τους ακούσουν! Αλλ' αυτός ο Τιμοκλής δεν μου αρέσει• όπως τρέμει
και συγκινείται, θα μας πάρη στο λαιμό του• πολύ το φοβούμαι• είνε
φανερόν ότι δεν μπορεί ν' αντιπαραταχθή προς τον Δάμιν. Αλλ' ας
ευχώμεθα υπέρ αυτού. το μόνον το οποίον δυνάμεθα να κάμωμεν• σιγά
όμως διά να μη ακούση ο Δάμις {75}.
ΤΙΜΟΚΛΗΣ. Τι λέγεις, ιερόσυλε Δάμι; ότι δεν υπάρχουν θεοί και ότι
δεν προνοούν περί των ανθρώπων;
ΔΑΜΙΣ. Δεν είπα τούτο• αλλά συ να μου είπης πώς επείσθης ότι
υπάρχουν.
ΤΙΜ. Όχι συ να μου αποκριθής, ασεβέστατε.
ΔΑΜ. Όχι συ.
ΖΕΥΣ. Έως εδώ ο δικός μας τα καταφέρει καλλίτερα και δυνατώτερα
φωνάζει και θυμώνει. Εύγε, Τιμοκλή• μη φείδεσαι ύβρεων• εις αυτάς
θα νικήσης, ενώ εις τα αλλά φοβούμαι ότι θα σε αποστομώση και θα σε
κάμη άφωνον ως ιχθύν.
ΤΙΜ. Μα την Αθηνάν δεν θ' απαντήσω πριν από σε.
ΔΑΜ. Λοιπόν ερώτα, Τιμοκλή. Με αυτόν τον όρκον ενίκησες {76}. Θα σε
παρακαλέσω μόνον να συζητής χωρίς ύβρεις.
ΤΙΜ. Καλά• ειπέ μου λοιπόν, δεν πιστεύεις, κατηραμένε ότι οι θεοί
προνοούν περί των θνητών;
ΔΑΜ. Καθόλου.
ΤΙΜ. Τι λέγεις; Όλα λοιπόν γίνονται χωρίς πρόνοιαν εκ μέρους των
θεών;
ΔΑΜ. Ναι.
ΤΙΜ. Και κανείς θεός δεν έχει την διεύθυνσιν των πάντων;
ΔΑΜ. Όχι.
ΤΙΜ. Ώστε όλα τρέχουν τυχαίως και ασκόπως;
ΔΑΜ. Ναι.
ΤΙΜ. Και ακούετε αυτά, άνθρωποι, χωρίς να λιθοβολήτε τον αλιτήριον;
ΔΑΜ. Διατί εξερεθίζεις εναντίον μου τους ανθρώπους, Τιμοκλή; Και
ποίος είσαι συ και αγανακτείς υπέρ των θεών, ενώ οι ίδιοι δεν
αγανακτούν; Με ακούουν προ πολλού να υποστηρίζω αυτάς τας ιδέας και
όμως δεν μου έκαμαν τίποτε κακόν, εκτός εάν είνε κωφοί και δεν
ακούουν.
ΤΙΜ. Σε ακούουν, Δάμι, σε ακούουν, αλλά θα σε τιμωρήσουν
βραδύτερον.
ΔΑΜ. Και πού θα εύρουν καιρόν ν' ασχοληθούν δι' εμέ, αφού, ως
λέγεις, έχουν τόσας ασχολίας και φροντίζουν να τακτοποιούν τόσην
απειρίαν πραγμάτων εις τον κόσμον; Ούτω δεν ετιμώρησαν και σε διά
τας τόσας σου επιορκίας και τας άλλας σου πράξεις, τας οποίας δεν
θ' αναφέρω διά να μη αναγκασθώ να υβρίσω παρά την συμφωνίαν μας.
Αλλά νομίζω ότι δεν ηδύναντο να δώσουν καλλιτέραν απόδειξιν της
προνοίας των παρά τιμωρούντες τας κακίας σου. Φαίνεται όμως ότι
έχουν ταξειδεύση μακράν, πέραν του ωκεανού εις την χώραν των αγαθών
Αιθιόπων• διότι συνειθίζουν να πηγαίνουν εκεί συχνά, προσκαλούμενοι
εις ευωχίας ή και αυθορμήτως.
ΤΙΜ. Τι να απαντήσω, Δάμι, εις την τόσην σου αναισχυντίαν;
ΔΑΜ. Εκείνο, Τιμοκλή, το οποίον προ πολλού επιθυμώ να μου εξηγήσης,
πώς επείσθης ότι οι θεοί προνοούν.
ΤΙΜ. Πρώτον η τάξις η επικρατούσα εις το σύμπαν• ο ήλιος ο οποίος
ακολουθεί πάντοτε την αυτήν οδόν και η σελήνη ομοίως, αι τροπαί των
ωρών του έτους, τα φυόμενα φυτά και τα γεννώμενα ζώα, αλλά και η
ευφυία μεθ' ης έχουν ταύτα δημιουργηθή, ώστε να τρέφωνται, να
σκέπτωνται, να κινούνται και να βαδίζουν, να κτίζουν και να ράπτουν
και τα τοιαύτα. Αυτά δεν σου φαίνονται ότι είνε έργα προνοίας;