Ο δε Κλεόδημος, όστις προ πολλού εζήτει αφορμήν να επιτεθή κατά των

Στωικών και έσκαζε διότι δεν εύρισκε την κατάλληλον πρόφασιν,

επωφελήθη την ευκαιρίαν την οποίαν του έδιδεν η επιστολή. Ιδού,

είπε, τα κατορθώματα του λαμπρού Χρυσίππου, του θαυμαστού Ζήνωνος

και του Κλεάνθους. Είνε μόνον φρασίδια και ερωτήσεις σκοτειναί και

εξωτερικόν φιλοσοφικόν, κατά δε τα άλλα οι πλείστοι είνε όμοιοι με

τον Ετοιμοκλήν. Βλέπετε δε και ποίαν σεμνότητα και μετριοφροσύνην

έχουν αι επιστολαί του• τον μεν Αρισταίνετον παρομοιάζει προς τον

Οινέα, τον εαυτόν του δε προς την Αρτέμιδα. Πολύ κατάλληλα αυτά, μα

τον Ηρακλέα, και πρέποντα εις εορτήν. Θα ήκουσεν, είπεν ο Έρμων,

ότι ο Αρισταίνετος είχεν ετοιμάση διά το δείπνον αγριόχοιρον και

ενόμισεν ότι δεν ήτο άκαιρον ν' αναφέρη τον Καλυδώνιον. Σπεύσε, σε

παρακαλώ, Αρισταίνετε, και στείλε ένα κομμάτι το καλλίτερον εις

αυτόν τον γέροντα διά να μη αποθάνη της πείνης, όπως ο Μελέαγρος.

Αλλ' έπρεπε να μη σκοτίζεται δι' αυτά, αφού ο Χρύσιππος τα θεωρεί

αδιάφορα. Πώς ομιλείτε έτσι περί του Χρυσίππου, είπεν, ανασηκωθείς

ο Ζηνόθεμις, με φοβεράν φωνήν, και πώς κρίνετε τον Κλεάνθην και τον

Ζήνωνα, σοφούς αληθινούς από άνθρωπον ως ο Ετοιμοκλής, ο οποίος δεν

είνε αληθής φιλόσοφος, αλλ' αγύρτης; Αλλά και ποίοι είσθε σεις οι

οποίοι ομιλείτε κατ' αυτόν τον τρόπον; Δεν είσαι συ, Έρμων, που

έκοψες και έκλεψες τους χρυσούς πλοκάμους των Διοσκούρων, διά το

οποίον και θα δικασθής και θα παραδοθής εις τον δήμιον; Και συ,

Κλεόδημε, δεν συνελήφθης να μοιχεύης την γυναίκα του μαθητού σου

Σωστράτου και δεν έπαθες τα αίσχιστα {52}; Διατί δεν σιωπάτε, αφού

γνωρίζετε ότι έχετε την ουρά σας κομμένην; Δεν είμαι εγώ μαστρωπός

της γυναικός μου, είπεν ο Κλεόδημος, όπως εσύ, ούτε κατεχράσθην τα

χρήματα τα οποία μου ενεπιστεύθη ο ξένος μαθητής και έπειτα

ωρκίσθηκα εις την Πολιούχον ότι δεν τα έλαβα, ούτε δανείζω με τόκον

τεσσάρων δραχμών κατά μήνα {53}, ούτε πνίγω τους μαθητάς εάν δεν μου

δώσουν εγκαίρως τον μισθόν της διδασκαλίας. Αλλά δεν θ' αρνηθής

είπεν ο Ζηνόθεμις ότι έδωκες δηλητήριον εις τον Κρίτωνα διά ν'

απαλλαγή από τον πατέρα του. Συγχρόνως, επειδή έτυχε να πίνη την

στιγμήν εκείνην έρριψε κατ' αυτών το περιεχόμενον του ποτηριού του,

το οποίον ήτο πλήρες κατά το ήμισυ. Ως πλησίον δε ευρισκόμενος ο

Ίων εδέχθη μέρος εκ του ρανΤιςματος εκείνου, του οποίου δεν ήτο

ανάξιος. Και ο μεν Έρμων έσκυψε και εσπόγγιζεν εκ της κεφαλής του

τον οίνον και επεκαλείτο την κρίσιν των παρόντων διά το πάθημά του.

Ο δε Κλεόδημος, επειδή δεν εκράτει την στιγμήν εκείνην ποτήρι,

εστράφη και έπτυσε τον Ζηνόθεμιν• τον ήρπασε δε από τα γένεια διά

να τον κτυπήση και θα εφόνευεν ίσως τον γέροντα εάν δεν τον

ανεχαίτιζεν εγκαίρως ο Αρισταίνετος, ο οποίος εσηκώθη και

ετοποθετήθη μεταξύ αυτών διά να χρησιμεύση ως διατείχισμα και τους

αναγκάση να ησυχάσουν.

Ενώ συνέβαινον αυτά, Φίλων, εγώ έκανα διαφόρους σκέψεις, αλλά

κυρίως εσκεπτόμην ότι ουδέν ωφελούν αι γνώσεις, όταν τις δεν

ρυθμίζη και τον βίον του προς το καλόν• ούτω δε εκείνοι, ενώ ήσαν

τόσον σοφοί εις τους λόγους, εις τα πράγματα εγίνοντο τόσον

γελοίοι. Έπειτα μου επήλθεν η σκέψις μήπως αληθεύει το υπό των

πολλών λεγόμενον, ότι η παιδεία απομακρύνει από την ορθοφροσύνην

εκείνους οι οποίοι μόνον εις τα βιβλία προσέχουν και περιορίζονται.

Εκ των τόσων φιλοσόφων οίτινες ήσαν εκεί ούτε ένα ηδύνατό τις να

ίδη άψογον, αλλ' οι μεν έπραττον αισχρά, οι δε έλεγον αισχρότερα.

Και ούτε εις τον οίνον ηδυνάμην ν' αποδώσω τα συμβαίνοντα,

ενθυμούμενος τα όσα έγραψεν ο Ετοιμοκλής, χωρίς να φάγη και να πίη.

Οι όροι είχον αναστραφή και οι μεν απλοί άνθρωποι εδείπνουν με

πολλήν σεμνότητα, χωρίς να λέγουν ή να πράττουν απρεπή, αλλά

περιωρίζοντο να γελούν και να εκπλήσσωνται δι' εκείνους τους

οποίους εθαύμαζον απατώμενοι υπό του εξωτερικού των και νομίζοντες

ότι είνε σπουδαίοι άνθρωποι, οι δε σοφοί παρεξετρέποντο και

αλληλοϋβρίζοντο, έτρωγαν και έπιναν κατά κόρον, εφώναζαν και

διεπληκτίζοντο• ο δε θαυμάσιος Αλκιδάμας και εκατουρούσε εις το

μέσον, χωρίς να εντρέπεται τας γυναίκας. Μου εφαίνετο δε ότι τα

συμβαίνοντα εις το συμπόσιον εκείνο ήσαν ομοιότατα προς εκείνα τα

οποία επροκάλεσεν άλλοτέ ποτε η Έρις, ως λέγουν οι ποιηταί. Επειδή

δεν εκλήθη εις του Πηλέως τον γάμον, έρριψε το μήλον επί της

τραπέζης του συμποσίου και επροκάλεσε τον μέγαν πόλεμον κατά της

Τρωάδος. Και ο Ετοιμοκλής λοιπόν μου εφαίνετο ότι έρριψεν εις το

μέσον την επιστολήν του ως μήλον το οποίον δεν επροξένησεν

ολιγώτερα κακά από τ' αναφερόμενα υπό της Ιλιάδος.

Διότι δεν έπαυσαν ο Ζηνόθεμις και ο Κλεόδημος να φιλονεικούν και

αφού τους εχώρισεν ο Αρισταίνετος. Τώρα, είπεν ο Κλεόδημος, αρκεί

να σας αποδείξω αμαθείς, αύριον δε θα εκδικηθώ όπως πρέπει. Ειπέ

μου λοιπόν, Ζηνόθεμι, ή συ σεμνότατε Δίφιλε, πώς, ενώ λέγετε ότι η

απόκτησις των χρημάτων είνε αδιάφορος, προ πάντων και μόνον δι'

αυτό φροντίζετε πώς να αποκτήσετε περισσότερα και διά τούτο πάντοτε

με τους πλουσίους έχετε να κάμετε και δανείζετε και τοκογλυφείτε

και επί πληρωμή διδάσκετε, και ενώ λέγετε ότι μισείτε την ηδονήν,

χάριν αυτής ενεργείτε και παθαίνετε τα αίσχιστα και αν δεν σας

καλέσουν εις γεύμα αγανακτείτε, εάν δε κληθήτε, δεν αρκεί ότι

τρώγετε τον περίδρομον, αλλά δίδετε και εις τους υπηρέτας σας. . .

. Και ενώ έλεγεν αυτά επεχείρησε ν' αποσπάση το μάκτρον το οποίον

εκράτει ο υπηρέτης του Ζηνοθέμιδος και το οποίον ήτο πλήρες από

διάφορα κρέατα, με σκοπόν να το λύση και αφήση να πέσουν εις το

έδαφος τα κρέατα• ο υπηρέτης όμως το εκράτει δυνατά και δεν το

αφήκε.

Εύγε, Κλεόδημε, είπεν ο Έρμων• ας μας είπουν διατί κατηγορούν την

ηδονήν αυτοί που εννοούν ν' απολαμβάνουν περισσότερον από τους

άλλους. Όχι, αλλά συ, Κλεόδημε, είπεν ο Ζηνόθεμις, να μας πης,

διατί θεωρείς αδιάφορον τον πλούτον. — Όχι, εσύ να μας πης. Και η

φιλονεικία παρετείνετο τοιουτοτρόπως, έως ου ο Ίων ανασηκωθείς ώστε

να γίνη ορατός είπε• Παύσετε να φιλονεικήτε, και εάν θέλετε, θα σας

δώσω θέμα ομιλίας άξιον της παρούσης εορτής• και περί αυτού θα

ερωτήσετε και θα λάβετε απαντήσεις χωρίς οργήν και φιλονεικίαν,

όπως εγίνετο εις τας συζητήσεις του ημετέρου Πλάτωνος. Όλοι οι

παρόντες επεδοκίμασαν και μάλιστα ο Αρισταίνετος και ο Εύκριτος, οι

οποίοι ήλπισαν ότι ούτω θα εσώζοντο από την αηδίαν των ύβρεων.

Επανήλθε δε τότε ο Αρισταίνετος εις την θέσιν του, πιστεύσας ότι τα

πράγματα θα ησύχαζαν. Συγχρόνως μας έφεραν το λεγόμενον εντελές

δείπνον {54} δηλαδή μίαν όρνιθα δι' έκαστον και κρέας αγριοχοίρου,

λαγόν και ψάρια τηγανητά, σησαμωτά γλυκίσματα και διάφορα

τραγήματα, τα οποία επετρέπετο ν' αποκομίσουν όσοι εκ των συμποτών

ήθελαν. Δεν είχε δε παρατεθή εις έκαστον ιδιαίτερον πινάκιον, αλλ'

έν εις εκάστην τράπεζαν. Διά τον Αρισταίνετον και τον Εύκριτον

υπήρχεν ένα πινάκιον επί μιας τραπέζης κοινόν και έκαστος ηδύνατο

να λάβη εκ των φαγητών και τραγημάτων των ευρισκομένων εις το μέρος

του. Ομοίως κοινόν είχον το πινάκιον ο Ζηνόθεμις ο Στωικός και ο

Έρμων ο Επικούρειος• έπειτα ο Κλεόδημος και ο Ίων και μετ' αυτούς ο

γαμβρός και εγώ, ο δε Δίφιλος είχε διά δύο, διότι ο Ζήνων είχεν

απέλθη. Και σε παρακαλώ να το ενθυμήσαι αυτό, Φίλων, διότι θα μας

χρησιμεύση εις την διήγησιν.

ΦΙΛ. θα το ενθυμούμαι.

ΛΥΚ. Είπε λοιπόν ο Ίων• Αρχίζω πρώτος, αν θέλετε. Και αφού εσκέφθη

επ' ολίγον εξηκολούθησεν• Έπρεπεν ίσως, ενώπιον σοφών ως οι

παρόντες να ομιλήσω περί ιδεών, αΰλων και αθανασίας της ψυχής• αλλά

διά ν' αποφύγω τας αντιλογίας εκείνων οίτινες έχουν αντιθέτους

ιδέας, θα ομιλήσω περί γάμου. Το προτιμότερον θα ήτο να μη έχωμεν

ανάγκην γάμου, αλλ' ακολουθούντες την γνώμην του Πλάτωνος και του

Σωκράτους να παιδεραστώμεν διότι μόνον ο τοιούτος έρως δύναται να

οδηγήση εις την τελείαν αρετήν, εάν δε θεωρήται απαραίτητος και ο

μετά γυναικός γάμος, να έχωμεν τουλάχιστον, κατά την γνώμην του

Πλάτωνος, κοινάς τας γυναίκας, ώστε να είμεθα απηλλαγμένοι

ζηλοτυπιών.

Γέλωτες υπεδέχθησαν τους λόγους τούτους, ως αναρμόστους εις την

περίστασιν. Ο δε Διονυσόδωρος ανεφώνησε• Παύσε αυτάς τας αηδίας. —

Και συ μιλάς κάθαρμα; απήντησεν ο Ίων. Ο Διονυσόδωρος ήτο έτοιμος

να του τα ψάλλη επίσης, αλλ' ο αγαθός Ιστιαίος ο γραμματικός

διέκοψε την λογομαχίαν αναφωνήσας• Παύσετε διότι θα σας αναγνώσω

ένα επιθαλάμιον. Και ήρχισεν αμέσως ν' αναγινώσκη• αν δε καλώς

ενθυμούμαι, οι στίχοι τους οποίους ανέγνωσεν ήσαν οι εξής•

Ή οίη πότ' άρ' Αρισταινέτου εν μεγάροισι

δία Κλεανθίς άνασσ' ετρέφετ' ενδυκέως

προύχουσ' αλλάων πασάων παρθενικάων,

κρέσσων της Κυθέρης ηδ' άμα της Ελένης.

Νυμφίε, και συ δε χαίρε, κράτιστε τεών συνεφήβων,

κρέσσων Νιρήος και Θέτιδος πάϊδος.

Άμες δ'αυθ' υμίν τούτον θαλαμήιον ύμνον

ξυνόν επ' αμφροτέροις πολλάκις ασόμεθα {55}.

Οι ακροαταί ως ήτο επόμενον εγέλασαν {56}• επειδή δε ήτο καιρός της

λεηλασίας, ο Αρισταίνετος και ο Εύκριτος επήραν έκαστος τα επί της

τραπέζης των υπολείμματα, επήρα κ' εγώ όσα μου ανήκον και ο Χαιρέας

τα προ αυτού, ομοίως δε ο Ίων και ο Κλεόδημος. Ο Δίφιλος όμως ενόει

να παραλάβη και τα ανήκοντα εις τον Ζήνωνα και έλεγεν ότι του

ανήκον, αφού μόνον δι' αυτόν παρετέθησαν και ηγωνίζετο προς τους

υπηρέτας και έσυραν την όρνιθα και αυτοί και εκείνος ως τον νεκρόν

του Πατρόκλου, επιτέλους δε ο Δίφιλος ενικήθη και έδωκεν αφορμήν

πολλού γέλωτος εις τους ομοτραπέζους, μάλιστα όταν έπειτα ηγανάκτει

ως μεγάλως αδικηθείς.

Ο Έρμων και ο Ζηνόθεμις, ως είπα, ήσαν κατακεκλιμένοι πλησίον, προς

το επάνω μέρος ο Ζηνόθεμις, κατωτέρω ο Έρμων• επειδή δε τα

παρατεθέντα εις αυτούς ήσαν μοιρασμένα, τα παρέλαβον ειρηνικώς•

κατά τύχην όμως, υποθέτω, η όρνιθα του Έρμωνος ήτο παχυτέρα, έπρεπε

δε να παραλάβη έκαστος εκείνην που ευρίσκετο ενώπιόν του. Αλλ' ο

Ζηνόθεμις — και εδώ σε παρακαλώ, Φίλων, να προσέξης, διότι

πρόκειται περί της κυριωτέρας αφορμής των γενομένων — ο Ζηνόθεμις,

λέγω, αφήκε τη δική του και ήρπασε την όρνιθα του Έρμωνος, η οποία,

ως είπα, ήτο παχυτέρα. Ο Έρμων όμως αντέστη κατά της πλεονεκτικής

εκείνης αυθαιρεσίας. Έγινε δε μέγας θόρυβος και οι δύο φιλόσοφοι

συνεπλάκησαν και ήρχισαν ν' αλληλοκτυπούνται με τας όρνιθας εις τα

πρόσωπα και σύροντες ο είς τον άλλον από τα γένεια εκάλουν εις

βοήθειαν ο μεν Έρμων τον Κλεόδημον, ο δε Ζηνόθεμις τον Αλκιδάμαντα

και τον Δίφιλον• και έλαβαν το μέρος οι μεν του ενός, οι δε του

άλλου, εκτός μόνου του Ίωνος, ο οποίος έμεινεν ουδέτερος. Ούτω η

συμπλοκή εγενικεύθη• και ο Ζηνόθεμις αρπάσας από την τράπεζαν

ποτήρι, ευρισκόμενον προ του Αρισταινέτου, το εξεσφενδόνισε κατά

του Έρμωνος•

κακείνου μεν άμαρτε, παραί δε οι ετράπετ' άλλη {57}.

Έσχισε δε του γαμβρού την κεφαλήν με βαθύ και σοβαρόν τραύμα. Αι

γυναίκες ήρχισαν να κραυγάζουν και η περισσότεραις έτρεξαν προς τον

νέον και πρώτη η μητέρα του, η οποία αλλοφρόνησεν όταν είδε το

αίμα• και η νύμφη δε έτρεξε προς αυτόν φοβηθείσα διά την ζωήν του.

Εν τω μεταξύ ο Αλκιδάμας ηνδραγάθησεν ως σύμμαχος του Ζηνοθέμιδος

και τον μεν Κλεόδημον εκτύπησεν εις την κεφαλήν με την βακτηρίαν,

του δε Έρμωνος την σιαγόνα συνέτριψε και μερικούς εκ των υπηρετών,

οίτινες έτρεξαν να βοηθήσουν, επλήγωσε. Δεν υπεχώρησαν όμως και οι

άλλοι• αλλ' ο μεν Κλεόδημος εξώρυξε με το δάκτυλον τον οφθαλμόν του

Ζηνοθέμιδος και του εδάγκασε την μύτην, μέρος της οποίας απέκοφε, ο

δε Έρμων ιδών τον Δίφιλον ερχόμενον εις βοήθειαν του Ζηνοθέμιδος

ώρμησε και τον έρριψε κάτω. Επληγώθη δε και ο Ιστιαίος ο

γραμματικός επιχειρήσας να τους χωρίση, ο δε Κλεόδημος υποθέσας ότι

ήτο ο Δίφιλος του έδωκε λάκτισμα εις τα δόντια και έπεσεν ο

δυστυχής «αιμ' εμέων», όπως θα έλεγεν ο Όμηρός του. Η αίθουσα του

συμποσίου ήτο πλήρης από ταραχήν και θρήνον. Και αι μεν γυναίκες

περιεστοίχισαν τον Χαιρέαν και εθρηνολόγουν, οι δε άλλοι

κατεγίνοντο να παύσουν την συμπλοκήν. Ο Αλκιδάμας όμως είχεν

αποθηριωθή• και αφού έτρεψεν εις φυγήν τους αντιπάλους του, ήρχισε

να κτυπά αδιακρίτως• θα έπιπτον δε πολλοί, εάν δεν έσπαζεν η

βακτηρία του. Εγώ είχα σταθή πλησίον του τοίχου και παρετήρουν τα

καθέκαστα, χωρίς ν' αναμιχθώ, διότι το πάθημα του Ιστιαίου με είχε

διδάξη ότι είνε επικίνδυνος τοιαύτη ανάμιξις. Το θέαμα των

ανατρεπομένων τραπεζών, του χυνομένου αίματος και των ριπτομένων

ποτηριών, ενθύμιζε την μάχην των Κενταύρων και των Λαπιθών.

Εις το τέλος ο Αλκιδάμας ανέτρεψε τον λυχνοστάτην και έγινε μέγα

σκότος, το οποίον επέτεινε την αταξίαν• διότι εβράδυναν να φέρουν

άλλο φως και εις το σκότος συνέβησαν πολλά. Όταν δε αιφνιδίως

εισήλθε κάποιος με λύχνον, εφάνη ο Αλκιδάμας προσπαθών να γυμνώση

μίαν αυλητρίδα και να την βιάση. Ο δε Διονυσόδωρος εφωράθη ότι είχε

πράξη άλλο γελοίον• όταν εσηκώθη έπεσεν εκ του κόλπου του ποτήριον•

δικαιολογούμενος δε είπεν ότι κατά την στιγμήν της ταραχής του το

έδωκεν ο Ίων διά να το φυλάξη να μη χαθή, και ο Ίων τον ελυπήθη και

δεν ηρνήθη ότι ούτω συνέβη το πράγμα.

Ούτω διελύθη το συμπόσιον και τα δάκρυα κατέληξαν εις γέλωτας εις

βάρος του Αλκιδάμα, του Διονυσοδώρου και του Ίωνος. Οι πληγωμένοι

απεκομίζοντο επί φορείων και ήσαν εις κακήν κατάστασιν, μάλιστα ο

γέρων Ζηνόθεμις, όστις με τα δύο του χέρια εκράτει την μύτην και

τον οφθαλμόν του και εφώναζεν ότι υπέφερε φρικτούς πόνους. Ο δε

Έρμων, μολονότι και αυτός ήτο εις κακήν κατάστασιν (διότι δύο του

δόντια είχον εκριζωθή), του εφώναξε• Να ενθυμήσαι, Ζηνόθεμι, ότι

δεν θεωρείς αδιάφορον τον πόνον {58}. Και ο γαμβρός, αφού ο Διόνικος

του επέδεσε το τραύμα, ετέθη εις το όχημα {59}, επί του οποίου

έμελλε να μεταφέρη την νύμφην, και ωδηγήθη εις την πατρικήν του

κατοικίαν, έχων δεμένην την κεφαλήν με ταινίας. Πικρούς ο δυστυχής

εώρτασε τους γάμους του.

Ο Διόνικος επεριποιήθη και τους άλλους και ωδηγούντο διά να

κοιμηθούν, εμούντες οι περισσότεροι καθ' οδόν. Ο Αλκιδάμας όμως

έμενεν εκεί• εστάθη αδύνατον να τον σηκώσουν, αφού επλάγιασεν εις

μίαν κλίνην και απεκοιμήθη. Τοιούτον τέλος έλαβεν, αγαπητέ Φίλων;

το συμπόσιον, εις το οποίον αρμόζουν οι στίχοι του τραγικού ποιητού

{60)•

πολλαί μορφαί των δαιμονίων

πολλά δ' αέλπτως κραίνουσι θεοί

και τα δοκηθέντα ουκ ετελέσθη {61}•

διότι αληθώς ήσαν απροσδόκητα όσα συνέβησαν. Τώρα όμως εξ αυτών

ενόησα, ότι δεν είνε ασφαλές να συντρώγη με τοιούτους σοφούς,

άνθρωπος με ειρηνικόν χαρακτήρα.

ΖΕΥΣ ΤΡΑΓΩΔΟΣ

ΕΡΜΗΣ. Ω Ζευ, γιατί συλλογισμένος φαίνεσαι και μόνος σου μιλάς;

γιατί περιπατείς ωχρός και φιλοσόφου χρώμα έχεις; Σ' εμένα την

καρδιά σου άνοιξε και λέγε μου μ' εμπιστοσύνη τον πόνο και τη σκέψι

που σε βασανίζει {62}.

ΑΘΗΝΑ. Κ' εγώ, πατέρα μας Κρονίδη ύψιστε, σε ικετεύω, η θεά η

γαλανή, η τριτογέννητη. Λέγε και μη μας κρύπτης τίποτε, διά να

μάθωμεν κ'εμείς ποιά σκέψις σου πικραίνει την καρδιά και

συνταράσσει σου τας σκέψεις, γιατί στενάζεις κι' ωχρός φαίνεσαι.

ΖΕΥΣ. Φαίνεται ότι δεν υπάρχει δυστυχία, κακόν και συμφορά καμμία

τραγική που να μην απειλή και τους θεούς με τους ανθρώπους όμοια.

ΑΘΗΝΑ. Με τι προοίμια αρχίζει, ω θεέ μου!

ΖΕΥΣ. Όντα παγκάκιστα, όπου η γη σας έθρεψεν... ω Προμηθεύ, ποία

κακά μου έκαμες, προδότη.

ΑΘΗΝΑ. Τι τρέχει τέλος πάντων; Δικοί σου είμεθα και θαρρετά να πης.

Γιατί δεν μας 'μπιστεύεσαι;

ΖΕΥΣ. Ω κεραυνέ μου φοβερέ, εις τι μου χρησιμεύεις;

ΗΡΑ. Τι έχει πάλιν; Παύσε τον θυμόν και τας τραγικότητας. Τι; δράμα

θα παίξωμεν; Δεν δυνάμεθα όλοι, όπως αυτοί, ν' απαγγέλλωμεν στίχους

τραγικούς, διά να σε συνοδεύσωμεν. Δεν έχομεν καταπιή όλον τον

Ευριπίδην. Αλλά μη νομίζης ότι δεν γνωρίζω την αιτίαν της λύπης

σου.

ΖΕΥΣ. Δυστυχισμένη• αν ήξευρες θάκλαιγες και θα εθρήνεις.

ΗΡΑ. Δεν αμφιβάλλω ότι η πραγματική αφορμή θα είνε πάλιν κάποια

ερωτοδουλειά• αλλά μου έχεις κάνη τόσες φορές αυτήν την ύβριν, ώστε

συνείθισα πλέον και δεν κλαίω. Φαίνεται ότι κάποιαν Δανάην ή

Σεμέλην ή Ευρώπην θα ανεκάλυψες πάλιν κ' ερωτεύθηκες, και τώρα

σκέπτεσαι πώς να μεταβληθής εις ταύρον ή σάτυρον ή και χρυσός να

χυθής από την στέγην εις τον κόρφον της ερωμένης σου. Οι στεναγμοί,

τα δάκρυα και η ωχρότης, αυτά σημαίνουν και μόνον έρωτα μαρτυρούν.

ΖΕΥΣ. Ευτυχισμένη, που νομίζεις ότι πρόκειται περί έρωτος και

μικρολογιών τοιούτων.

ΗΡΑ. Αλλά τι άλλο δύναται να σε λυπή;

ΖΕΥΣ. Τα συμφέροντα των θεών, Ήρα, διατρέχουν τον έσχατον κίνδυνον,

και ως κοινώς λέγεται επί ξυρού ακμής ευρίσκονται. Πρόκειται περί

του αν πρέπη να λατρευώμεθα και ν' απολαμβάνωμεν τιμάς επί της γης

ή να παραμεληθώμεν τελείως και να θεωρούμεθα ως μη υπάρχοντες.

ΗΡΑ. Μήπως εφύτρωσαν πάλιν εκ της γης Γίγαντες ή οι Τιτάνες έσπασαν

τα δεσμά των, ενίκησαν την φρουράν και εκ νέου επανεστάτησαν

εναντίον μας;

ΖΕΥΣ. Από τον Άδην κίνδυνος δεν απειλεί κανένας.

ΗΡΑ. Τι άλλο λοιπόν μπορεί να συμβαίνη; Αφού δεν έχεις τοιαύτας

αφορμάς θλίψεως δεν εννοώ διατί από Ζευς μας παρουσιάζεσαι σήμερον

ως Πώλος ή Αριστόδημος {63}

ΖΕΥΣ. Χθες ο Τιμοκλής ο Στωικός και ο Επικούρειος Δάμις δεν ξέρω

πώς ήρχισαν και κατέληξαν εις συζήτησιν περί θείας προνοίας ενώπιον

πολλών και διακεκριμένων ανθρώπων• τούτο δε προ πάντων μ'

εστενοχώρησε. Ο Δάμις υπεστήριζεν ότι ούτε υπάρχουν καθόλου θεοί,

ούτε επιβλέπουν και διευθύνουν τα συμβαίνοντα επί της γης. Ο δε

ευσεβέστατος Τιμοκλής επροσπάθησε ν' αναλάβη την υπεράσπισίν μας•

επειδή όμως συνηθροίσθη πολύς όχλος, η συζήτησις δεν ετελείωσε.

Εχωρίσθησαν συμφωνήσαντες να εξακολουθήσουν και συνεχίσουν άλλην

ημέραν την συζήτησιν, και τώρα όλοι περιμένουν την επανάληψιν διά

να ίδουν ποίος θα νικήση και θα φανή ότι έχει την άληθεστέραν

γνώμην. Βλέπετε λοιπόν ότι ο κίνδυνος είνε μέγας και τα συμφέροντά

μας εις δύσκολον θέσιν, αφού εξαρτώνται από ένα άνθρωπον. Έν εκ των

δύο, ή θα περιφρονηθώμεν και θα θεωρούμεθα ότι είμεθα μόνον κεναί

λέξεις ή θα εξακολουθήσουν οι άνθρωποι να μας τιμούν όπως πριν, εάν

ο Τιμοκλής νικήση.

ΗΡΑ. Αυτά πραγματικώς είνε σοβαρά και δεν είχες άδικον να φαίνεσαι

τόσον τραγικός.

ΖΕΥΣ. Και όμως εσύ ενόμισες ότι εξ αιτίας καμμιάς Δανάης ή Αντιόπης

ευρισκόμην εις τέτοιαν ταραχήν. Λοιπόν τι πρέπει να γίνη, ω Ερμή

και Ήρα και Αθηνά; Πρέπει να σκεφθήτε και σεις.

ΕΡΜ. Εγώ νομίζω ότι πρέπει να συνέλθωμεν όλοι και από κοινού να

σκεφθώμεν.

ΗΡΑ. Και εγώ συμφωνώ με τον Ερμήν.

ΑΘΗΝΑ. Εγώ όμως, πατέρα, νομίζω εξ εναντίας ότι δεν πρέπει να

ταράξωμεν τον ουρανόν και να φανούμεν ότι αποδίδομεν σημασίαν εις

το πράγμα, αλλά μυστικά να βοηθήσωμεν τον Τιμοκλήν να νικήση, ο δε

Δάμις να γίνη καταγέλαστος.

ΕΡΜ. Δεν μπορούν να μένουν μυστικά αυτά, αφού η φιλονεικία των

φιλοσόφων γίνεται φανερά και συ θα φανής δεσποτικός αν δεν

ανακοινώσης τα συμβαίνοντα εις τους άλλους θεούς, προκειμένου περί

κοινών και μεγάλων κινδύνων.

ΖΕΥΣ. Πολύ σωστά λέγεις. Λοιπόν διαλάλησε και κάλεσε όλους τους

θεούς εις συνέλευσιν.

ΕΡΜ. Θεοί, ο Ζευς σας συγκαλεί εις εκκλησίαν και πρέπει να

συνέλθετε όλοι χωρίς να βραδύνετε, διότι πρόκειται περί μεγάλων

ζητημάτων.

ΖΕΥΣ. Με τρόπον τόσον πεζόν, απλούν και ανεπίσημον κάνεις την

πρόσκλησιν, ενώ πρόκειται περί τόσο σοβαρών πραγμάτων;

ΕΡΜ. Αλλά πώς θέλεις να τους καλέσω;

ΖΕΥΣ. Πώς θέλω; Πρέπει να μεταχειρισθής ποιητικά μέτρα και

μεγαληγορίαν, διά να γίνη το κήρυγμα σοβαρώτερον και να

προθυμοποιηθούν περισσότερον οι θεοί να συνέλθουν.

ΕΡΜ. Ναι• αλλά δι' αυτό πρέπει να είνε κανείς ποιητής και ραψωδός

και εγώ δεν είμαι καθόλου ποιητής, και αντί τα κάμω ευγενέστερον το

κήρυγμα, θα το χαλάσω με στίχους ασυμμέτρους και χωλούς και θα

γελάσουν διά τους ατέχνους στίχους μου, όπως βλέπω να γελούν οι

άνθρωποι ενίοτε και διά τους εμμέτρους χρησμούς του Απόλλωνος, αν

και η μαντική συγκαλύπτη πολλά εκ των ελαττωμάτων και οι άνθρωποι

προσέχοντες εις αυτήν δεν εξετάζουν τα μέτρα.

ΖΕΥΣ. Λοιπόν πάρε στίχους απ' τον Όμηρον και ανάμιξε τους εις το

κήρυγμα, θα ενθυμήσαι τους στίχους με τους οποίους εκείνος μας

συνεκάλει.

ΕΡΜ. Δεν τους έχω πολύ προχείρους εις την μνήμην μου, αλλά θα

προσπαθήσω :

Μήτε τις ουν θήλεια θεός ... μήτε τις άρσην,

μηδ' αυτών ποταμών μενέτω νόσφ' Ωκεανοίο

μηδέ τε νυμφάων, αλλ' ες Διός έλθετε πάντες

εις αγορήν, όσσοι τε κλυτάς δαίνυσθ' εκατόμβας

όσσοι τ'αυ μέσατοι ή ύστατοι ή μάλα πάγχυ

νώνυμνοι βωμοίσι παρά κνίσησι κάθησθε {64}.

ΖΕΥΣ. Εύγε, Ερμή, ωραία τα κατάφερες• και ιδού αρχίζουν να έρχωνται

τρεχάτοι. Λοιπόν παραλάμβανέ τους και δίδε εις τον καθένα θέσιν

κατά την αξίαν του, αναλόγως της ύλης ή της τέχνης του. Την πρώτην

θέσιν να δώσης εις τους χρυσούς, την δευτέραν εις τους αργυρούς και

κατά σειράν έπειτα τοποθέτησε τους ελεφαντίνους, έπειτα τους

χαλκίνους ή μαρμαρίνους, μεταξύ δε των τελευταίων τούτων να

προτιμηθούν όσοι έχουν κατασκευασθή υπό του Φειδίου, του Αλκαμένους

ή του Μύρωνος ή του Ευφράνορος και άλλων τοιούτων τεχνητών, οι δε

χυδαίοι και άτεχνοι ας τοποθετηθούν εις μίαν απόκεντρον γωνίαν,

όπου να μένουν σιωπηλοί και απλώς να παραγεμίζουν την συνέλευσιν.

ΕΡΜ. Πολύ καλά• θα τους τοποθετήσω όπως πρέπει. Αλλά θέλω να

γνωρίζω εάν κανείς εξ αυτών είνε χρυσούς και πολύτιμος κατά την

ύλην, αλλ' άτεχνος την κατασκευήν, ασύμμετρος και βάναυσος, πρέπει

και αυτός να τοποθετηθή προ των χαλκίνων του Νέρωνος και

Πολυκλείτου και των λιθίνων του Φειδίου και Αλκαμένους ή πρέπει να

προτιμηθή η τέχνη;

ΖΕΥΣ. Ούτω έπρεπε, αλλ' όμως ο χρυσός πρέπει να προτιμάται.

ΕΡΜ. Εννοώ• πρέπει να τους κατατάξωμεν αναλόγως του πλούτου και όχι

αναλόγως της αξίας και της τιμής. Ορίστε λοιπόν εις την πρώτην

θέσιν σεις οι χρυσοί. Κατ' αυτόν τον τρόπον, ω Ζευ, θα είνε εις την

πρώτην θέσιν μόνον θεοί βαρβαρικοί• διότι βλέπεις ότι οι Έλληνες

θεοί είνε μεν ωραίοι και χαρίεντες και με τέχνην κατασκευασμένοι,

αλλ' όλοι είνε μαρμάρινοι ή χάλκινοι, οι δε πολυτελέστεροι εξ αυτών

είνε ελεφάντινοι, και μόνον ολίγος χρυσός, αποστίλβει επί του

ελεφαντοστού, όσον διά να δίδη λάμψιν και ποικιλίαν εις το χρώμα

των• εσωτερικώς δε και αυτοί είνε από ξύλον και δίδουν κατοικίαν

εις κοπάδια από ποντικούς. Αυτή όμως η Βενδίς και ο Άνουβις εκείνος

και ο Άττις και ο Μίθρης και ο Μην {65} είνε ολόχρυσοι και βαρείς

και αληθώς πολύτιμοι.

ΠΟΣΕΙΔΩΝ. Είνε δίκαιον, Ερμή, να λάβη θέσιν τιμητικωτέραν από εμέ

αυτός ο σκυλοπρόσωπος Αιγύπτιος, από εμέ τον Ποσειδώνα;

ΕΡΜ. Τι να γίνη, γαιωσείστα; Εσένα σε έκαμεν ο Λύσιππος χάλκινον

και πτωχόν, διότι κατά την εποχήν εκείνην οι Κορίνθιοι δεν είχαν

χρυσόν• αυτός δε είνε ολόκληρον μεταλλείον χρυσού. Πρέπει λοιπόν να

ανεχθής τον παραγκωνισμόν σου και να μη αγανακτής εάν άλλος ο

οποίος έχει χρυσήν μύτην τόσο μεγάλην προτιμάται από σε.

ΑΦΡΟΔΙΤΗ. Λοιπόν, Ερμή, κ' εμένα να μου δώσης μίαν από τας πρώτας

θέσεις, αφού είμαι χρυσή.

ΕΡΜ. Αυτό δεν το βλέπω, Αφροδίτη• αν πρέπη να έχω πεποίθησιν εις τα

μάτια μου, νομίζω ότι εκόπης από λευκόν πεντελίσσιον μάρμαρον και

έπειτα ο Πραξιτέλης σε κατεσκεύασεν Αφροδίτην και σε παρέδωκεν εις

τους Κνιδίους.

ΑΦΡ. Και όμως έχω να σου παρουσιάσω ένα αξιόπιστον μάρτυρα, τον

Όμηρον, ο οποίος εις διάφορα μέρη των ποιημάτων του με αποκαλεί

χρυσήν Αφροδίτην.

ΕΡΜ. Και τον Απόλλωνα ο ίδιος λέγει πολύχρυσον και πλούσιον αλλά

τώρα θα τον δης και αυτόν να λάβη θέσιν μεταξύ των ζευγιτών {66},

χωρίς στεφάνους, διότι τους έκλεψαν οι λησταί, και με κιθάραν χωρίς

στρηφτάρια, διότι και αυτά τα εσύλησαν ώστε να είσαι ευχαριστημένη

ότι δεν θα καταταχθής μεταξύ των πολύ πτωχών.

ΚΟΛΟΣΣΟΣ. Και σ' εμένα ποίος θα τολμήση να διαφιλονεικήση τα

πρωτεία, που είμαι Ήλιος και τόσον μεγαλοπρεπής;

Εάν οι Ρόδοιοι δεν απεφάσιζαν να με κατασκευάσουν τόσον γιγάντειον

και με αναλογίας τόσον υπερφυσικάς, με την δαπάνην την οποίαν

έκαμαν θα ηδύναντο να κατασκευάσουν δέκα έξ χρυσούς θεούς• ώστε

αναλόγως πρέπει να θεωρούμαι ως πολυτελέστερος• άλλως τε δε εκτός

του μεγέθους έχω και την τέχνην και την τελειότητα της εργασίας.

ΕΡΜ. Τι πρέπει να κάμωμεν, ω Ζευ; διότι μου φαίνεται δύσλυτον και

το ζήτημα τούτο• κατά την ύλην είνε χάλκινος, αλλ' εάν τον

λογαριάσωμεν κατά την δαπάνην η οποία έγινε διά την κατασκευήν του

υπερβαίνει τους πεντακοσιομεδίμνους {67}.

ΖΕΥΣ. Τι ήθελε και αυτός να έλθη, διά να καταστήση καταφανή την

σμικρότητα των άλλων και να μας φέρη εις δύσκολον θέσιν με τας

αξιώσεις του; Αλλά τέλος πάντων, μεγαλοπρεπέστατε Ρόδοιε, μολονότι

πρέπει να προτιμηθής από τους χρυσούς, πώς είνε δυνατόν να λάβης

την πρωτοκαθεδρίαν; Πρέπει να μείνουν όλοι όρθιοι διά να καθήσης

μόνος συ και να καταλάβης ολόκληρον την Πνύκα μόνον με τον ένα σου

γλουτόν. Ώστε καλά θα κάμης να μείνης όρθιος και να σκυφτής ν'

ακούς τι λέγεται εις την συνέλευσιν.

ΕΡΜ. Ιδού και άλλο ζήτημα επίσης δύσλυτον. Αυτοί εδώ, ο Διόνυσος

και ο Ηρακλής, είνε και οι δύο χάλκινοι και της ιδίας τέχνης, έργα

και οι δύο του Λυσίππου και το σπουδαιότερον ίσοι κατά την

ευγένειαν της καταγωγής, διότι και οι δύο είνε τέκνα σου, ω Ζευ.

Ποίος λοιπόν εκ των δύο θα λάβη την τιμητικωτέραν θέσιν; διότι ως

βλέπεις φιλονεικούν περί τούτου.

ΖΕΥΣ. Άδικα χάνομεν τον καιρόν μας, Ερμή, ενώ έπρεπε προ πολλού να

έχη αρχίση η σύσκεψις• ώστε ας καθήσουν όπως τύχη και όπου έκαστος

θέλει• άλλοτε δε θα γίνη ειδική περί τούτου συνευρίασις και

σύσκεψις και τότε θα σκεφθώ πώς να κανονισθή η τάξις εκάστου.

ΕΡΜ. Τι θόρυβο κάνουν και πώς φωνάζουν, ως όχλος, και ζητούν

διανομάς! Πού είνε το νέκταρ; φωνάζουν• θέλομεν νέκταρ. Η αμβροσία

εσώθη, δεν υπάρχει πλέον αρκετή αμβροσία. Πού είνε αι εκατόμβαι;

θέλομεν να γίνωνται κοιναί αι θυσίαι.

ΖΕΥΣ. Να επιβάλης σιωπήν, Ερμή, διά να παύσουν αυτάς τας φωνασκίας

και ν' ακούσουν τον σκοπόν διά τον οποίον τους εκαλέσαμεν.

ΕΡΜ. Δεν εννοούν όλοι, ω Ζευ, Ελληνικά, και εγώ δεν είμαι

γλωσσομαθής ώστε να ομιλώ προς Σκύθας και Πέρσας, προς Θράκας και

Κελτούς και να μ' εννοούν. Αλλά θα προσπαθήσω να επιβάλω σιωπήν διά

νευμάτων.

ΖΕΥΣ. Αυτό να κάμης.

ΕΡΜ. Ιδού εσιώπησαν• ώστε καιρός ν' αγορεύσης, διότι ως βλέπεις,

περιμένουν ν' ακούσουν τι θα ειπής.

ΖΕΥΣ. Μου συμβαίνει κάτι τι δυσάρεστον, Ερμή, το οποίον δεν

δυσκολεύομαι να σου ομολογήσω αφού είσαι παιδί μου. Γνωρίζεις πόσον

θάρρος και πόσην ευφράδειαν είχα πάντοτε εις τας συνελεύσεις.

Λουκιανός - Άπαντα, Τόμος Έκτος · 第 7 / 13 段