ΜΙΚ. Σου μοιάζω• σαν κι' εσένα κλέβω κι' εγώ τα πιάτα.

ΠΕΤ. Σώπα, Μίκυλλε, να μη μας ακούση.

ΣΙΜ. Το καλλίτερο είνε να μη κοιμούμαι και να κάθωμαι να τα φυλάττω

όλα. Και τώρα ας σηκωθώ να κάμω ένα γύρο στο σπίτι. Ποιος είνε

εκεί; Σε βλέπω κλέφτη... αλλ' όχι είνε στύλος. Καλά. Πρέπει να

ξεθάψω και να μετρήσω πάλιν τα χρήματα για να δω μήπως έχω κάμη

κανένα λάθος. Αλλ' ακούω πάλιν θόρυβον• τι συμβαίνει; με πολιορκούν

και με κατατρέχουν όλοι. Πού είνε το μαχαίρι μου; Αν πιάσω

κανένα... Ας θάψω πάλιν τα χρήματα.

ΠΕΤ. Είδες, Μίκυλλε, την κατάστασιν του Σίμωνος. Ας πάμε τώρα και

εις άλλον, ενόσω είνε ακόμη ολίγη νύκτα.

ΜΙΚ. Τι ζωή περνά ο κακομοίρης! Μόνο οι εχθροί μου θα ήθελα να

έχουν τέτοια ευτυχία. Αλλά πριν φύγω θέλω να του δώσω ένα σκαμπίλι.

ΣΙΜ. Ποιός μ' εκτύπησε; Με ληστεύουν τον δυστυχή.

ΜΙΚ. Σκούζε και ξενύχτα, λυώνε κοντά στο χρυσάφι και παίρνε το

χρώμα του. Εμείς δε ας πάμε, αν θέλης, εις του Γνίφωνος του

τοκιστού. Δεν είνε μακράν απ' εδώ το σπίτι του.-Μας άνοιξε και αυτή

η θύρα.

ΠΕΤ. Τον βλέπεις και αυτόν πώς αγρυπνά από τας φροντίδας. Κάθεται,

και λογαριάζει τους τόκους και βλέπει τα δάκτυλα του πώς έχουν

μείνη πετσί και κόκκαλο. Και μετ' ολίγον καιρόν θα ταφήση όλα αυτά

για να γίνη βρωμούσα ή σκνίπα ή σκυλόμυγα.

ΜΙΚ. Τον βλέπω τον κακομοίρη και ανόητον άνθρωπον, που και τώρα δεν

ζη καλλίτερα από την βρωμούσαν ή την σκνίπαν. Πάμε τώρα εις άλλον.

ΠΕΤ. Πάμε, αν θέλης, εις τον δικόν σου τον Ευκράτην.-Ιδού ήνοιξε

και αυτή η θύρα• ώστε πάμε μέσα.

ΜΙΚ. Όλα αυτά προ ολίγου ήσαν δικά μου.

ΠΕΤ. Ακόμη ονειρεύεσαι τα πλούτη; Λοιπόν κύτταξε τον Ευκράτην τι

παθαίνει από τον δούλον του, γέρων άνθρωπος.

ΜΙΚ. Τι αίσχος και ατιμία τερατώδης! Και από το άλλο μέρος η

γυναίκα του τον κερατόνει με τον μάγειρον.

ΠΕΤ. Λοιπόν θέλεις να τα κληρονομήσης και αυτά και να γίνης καθ'

όλα όμοιος με τον Ευκράτην;

ΜΙΚ. Όχι, αδερφέ, όχι• καλλίτερα να πάω από πανούκλα• αν πρόκειται

να καταντήσω έτσι. Στον άνεμο το χρυσάφι και τα πλούσια γεύματα.

Προτιμώ να έχω μόνο δυο οβολούς, παρά να με κλέφτουν οι υπηρέται.

ΠΕΤ. Επειδή αρχίζει να ξημερώνη, ας πάμε πίσω στο σπίτι μας• κι'

άλλη φορά βλέπεις και άλλων πλουσίων την κακομοιριά.

ΣΥΜΠΟΣΙΟΝ Ή ΛΑΠΙΘΑΙ

Φίλων και Λυκίνος.

ΦΙΛΩΝ. Ήκουσα, Λυκίνε, ότι διεσκεδάσατε χθες πολύ εις το γεύμα του

Αρισταινέτου, ότι έγιναν συζητήσεις φιλοσοφικαί και επηκολούθησε

φινονεικία πολύ ζωηρά και, αν έλεγε την αλήθειαν ο Χαρίνος ο οποίος

τα διηγείτο, η φιλονεικία έφθασε μέχρι ξύλου και τέλος διελύθη με

αιματοχυσίαν η συναναστροφή.

ΛΥΚΙΝΟΣ. Και από πού τα έμαθε αυτά ο Χαρίνος, Φίλων• Διότι δεν ήτο

μαζή μας εις τον δείπνον.

ΦΙΛ. Τα ήκουσεν από τον Διόνικον τον ιατρόν, ως έλεγε. Ο Διόνικος

μου φαίνεται ότι ήτον εις το δείπνον.

ΛΥΚ. Βέβαια• και αυτός όμως δεν ήτο από την αρχήν, αλλ' έφθασεν εις

το μέσον περίπου της μάχης, ολίγον προ των τραυματισμών, ώστε

αμφιβάλλω αν ηδύνατο να διηγηθή ακριβώς πώς έγιναν τα πράγματα,

αφού δεν τα παρηκολούθησεν αφ' ης στιγμής ήρχισεν η φιλονεικία έως

ότου ετελείωσεν εις το αίμα.

ΦΙΛ. Και ο Χαρίνος, Λυκίνε, μας είπεν ότι αν θέλωμεν να μάθωμεν

όλην την αλήθειαν και πώς έγιναν τα καθέκαστα, νάρθωμε να σ'

ερωτήσωμεν. Επίσης ο Διόνικος έλεγεν ότι αυτός δεν παρευρέθη εις

όλα και ότι συ γνωρίζεις όσα έγιναν και θυμάσαι τα λόγια που είπαν,

διότι τα τοιαύτα τ' ακούς με ενδιαφέρον και προσοχήν. Ώστε πολύ θα

μας ευχαριστήσης αν μας προσφέρης ένα τοιούτον γεύμα, το οποίον θα

είνε από τα πλέον ευχάριστα δι' εμέ, τοσούτω μάλλον καθ' όσον θα

γευμαΤιςωμεν με ησυχίαν και ασφάλειαν και έξω βολής, και να μας

διηγηθής τα πάντα, είτε γέροντες παρεξετράπησαν κατά το δείπνον,

είτε νέοι είπαν και έπραξαν απρεπή πράγματα παρασυρθέντες υπό της

οινοποσίας.

ΛΥΚ. Άτοπα πράγματα ζητείς, Φίλων, όταν με παρακαλής να καταστήσω

γνωστά εις τους πολλούς και να διηγηθώ πράγματα τα οποία έγιναν εν

καιρώ μέθης, ενώ πρέπει να τα θάψωμεν εις την λήθην και να τα

θεωρήσωμεν ως έργα του θεού Διονύσου, ο οποίος, ως γνωρίζεις, και

εις τους φρονιμωτέρους επιβάλλει τα όργιά του. Σκέψου λοιπόν μήπως

είνε άτοπον και ασεβές να πολυεξετάζη κανείς τα τοιαύτα, τα οποία

καλόν είνε ν' αφήνωμεν εις το συμπόσιον, όταν αναχωρούμεν. «Μισώ

λέγει και ο ποιητής, μνάμωνα συμπόταν» {39}. Δεν έκαμε δε καλά και ο

Διόνικος να διηγηθή όσα συνέβησαν εις τον Χαρίνον και να εκθέση

κατά τοιούτον τρόπον ανθρώπους φιλοσόφους. Εγώ τουλάχιστον ποτέ δεν

θα πω τέτοια πράγματα.

ΦΙΛ. Αλλού αυτά, Λυκίνε. Να μη τα λες σ' εμένα που σε ξέρω ότι

επιθυμείς να τα πης πολύ περισσότερον παρ' όσον εγώ επιθυμώ να τα

ακούσω. Έχω την ιδέαν ότι εάν δεν έχης ακροατάς, θα πας να τα

διηγηθής σε κανένα στύλον ή σε κανένα ανδριάντα διά να ξεθυμάνης.

Και αν εγώ τώρα επιχειρήσω να φύγω, θα με κρατήσης• και αν φύγω θα

με παρακολουθήσης και θα με παρακαλής να σε ακούσω• τότε δε και εγώ

θα κάνω ότι δεν θέλω. Λοιπόν πηγαίνω να τα μάθω από άλλον και συ

κράτα τα μυστικά.

ΛΥΚ. Μη θυμώνης, βρε αδελφέ, και θα σου τα διηγηθώ, αφού τόσον

επιμένεις. Θα σε παρακαλέσω μόνον να μη τα πης σε πολλούς.

ΦΙΛ. Σε ξέρω πολύ καλά, Λυκίνε, και θα θεωρήσω περιττόν να τα πω

εις άλλους, διότι συ θα τα διηγηθής προ εμού εις όλους και θα τα

διηγηθής και καλλίτερα. Αλλά λέγε μου εν πρώτοις γιατί έγινε το

γεύμα; Ο Αρισταίνετος επάντρευε το γυιό του Ζήνωνα;

ΛΥΚ. Όχι, την θυγατέρα του την Κλεανθίδα με τον γυιό του Ευκρίτου

του τοκιστού που κάνει και τον φιλόσοφον.

ΦΙΛ. Πολύ ωραίο παιδί, αλλά πολύ μικρό ακόμη για γάμο.

ΛΥΚ. Ο Αρισταίνετος τον εθεώρησε ως τον καταλληλότερον, διότι και

φρόνιμος είνε και εις την φιλοσοφίαν έχει επιδοθή, είνε δε και

μοναχογυιός και έχει πλούσιον πατέρα. Δι' αυτά ο Αρισταίνετος τον

επροτίμησεν από όλους ως γαμβρόν.

ΦΙΛ. Και μόνον ότι ο πατέρας του ο Εύκριτος είνε πλούσιος είνε

σπουδαίον προσόν για ένα γαμβρό. Και οι προσκεκλημένοι ποίοι ήσαν;

ΛΥΚ. Περιττόν να σου αναφέρω τους άλλους• θα περιορισθώ μόνον εις

τους φιλοσόφους και τους ρήτορας, διότι ξέρω ότι και συ αυτούς

θέλεις να μάθης. Ήτο λοιπόν ο Ζηνόθεμις ο γέρων Στωικός και μαζή μ'

αυτόν ο Δίφιλος ο επονομαζόμενος Λαβύρινθος, ο οποίος είνε

διδάσκαλος του Ζήνωνος του υιού του Αρισταινέτου. Από τους

Περιπατητικούς ήτο ο Κλεόδημος• τον ξέρεις τον λογάν εκείνον, τον

φιλόνεικον, τον οποίον οι μαθηταί του ονομάζουν ξίφος και κοπίδα.

Αλλά και ο Επικούρειος Έρμων ήτο εκεί και όταν ήλθε ήρχισαν να τον

στραβοκυττάζουν οι Στωικοί και ν' αποστρέφουν το πρόσωπον και

εφαίνοντο ότι τον εμίσουν ως να ήτο πατροκτόνος και ιερόσυλος.

Αυτοί ήσαν προσωπικοί φίλοι και σχετικοί του Αρισταινέτου και είχαν

προσκληθή εις το γεύμα, μαζή δε με αυτούς ο γραμματικός Ιστιαίος

και ο ρήτωρ Διονυσόδωρος. Είχε προσκληθή και ο Ίων ο Πλατωνικός

διδάσκαλος του Χαιρέα του γαμβρού, πολύ σοβαρός άνθρωπος και

σεβάσμιος, του οποίου η φυσιογνωμία παρουσιάζει μεγάλην σεμνότητα.

Τον ονομάζουν Κανόνα διά την ορθότητα της κρίσεώς του. Όταν

εισήλθε, επροσηκώθηκαν όλοι και τον εχαιρετούσαν ως εξαιρετικόν

πρόσωπον και εθεωρήθη ως μεγάλη τιμή και ως θεού εμφάνισις η

παρουσία του θαυμαστού Ίωνος.

Όταν έφθασεν η ώρα να κατακλιθώμεν γύρω εις τα τραπέζια, αι

γυναίκες κατέλαβαν όλον τον κλιντήρα ο οποίος είνε δεξιά μετά την

είσοδον, ήσαν δε κάμποσες, και μεταξύ αυτών η νύμφη η οποία ήτο

εντελώς σκεπασμένη με πέπλον. Οι άλλοι ετοποθετήθησαν απέναντι της

θύρας, έκαστος κατά την αξίαν του. Απέναντι των γυναικών

ετοποθετήθη πρώτος ο Εύκριτος και κατόπιν ο Αρισταίνετος. Έπειτα

έγινε ζήτημα ποίος έπρεπε να τοποθετηθή πρώτος, ο Ζηνόθεμις ο

Στωικός, ως γέρων, ή ο Έρμων ο Επικούρειος, ο οποίος ήτο ιερεύς των

Διοσκούρων και ανήκεν εις μίαν από τας πρώτας οικογενείας της

πόλεως. Αλλ' ο Ζηνόθεμις έλυσε το ζήτημα. Εάν, είπε, μου δώσης

θέσιν μετά αυτόν τον άνθρωπον, Αρισταίνετε, τον Επικούρειον, διά να

μη είπω τίποτε άλλο κακόν περί αυτού, φεύγω και εγκαταλείπω το

συμπόσιόν σου. Και συγχρόνως εκάλεσε τον υπηρέτην του και εφαίνετο

έτοιμος να εξέλθη. Τότε ο Έρμων είπε• Σου αφήνω την πρώτην θέσιν,

Ζηνόθεμι, μολονότι, αν όχι δι' άλλο, διότι είμαι ιερεύς έπρεπε να

με σεβασθής, όσον και αν καταφρονής τον Επίκουρον. «Επικούρειος

ιερεύς! ας γελάσω, είπεν ο Ζηνόθεμις!» και ενώ έλεγεν αυτά

κατεκλίνετο και κατόπιν αυτού ο Έρμων, έπειτα o Κλεόδημος ο

Περιπατητικός, έπειτα ο Ίων και μετ' αυτόν ο γαμβρός, έπειτα εγώ

και πλησίον μου ο Δίφιλος και κατόπιν αυτού ο Ζήνων ο μαθητής του

και μετ' αυτούς ο ρήτωρ Διονυσόδωρος και ο γραμματικός Ιστιαίος.

ΦΙΛ. Αυτό, βλέπω, το συμπόσιον, Λυκίνε, ήτο μουσείον σοφών και είνε

άξιος επαίνου ο Αρισταίνετος ότι εις μίαν τοιαύτην οικογενειακήν

εορτήν εκάλεσε προ πάντων σοφούς, εκλέξας το άνθος από εκάστην

σχολήν, χωρίς να προτιμήση τους μεν και να παραλείψη άλλους εκ των

διακρινομένων.

ΛΥΚ. Διότι ο Αρισταίνετος δεν είνε όπως οι περισσότεροι από τους

πλουσίους, αλλ' ενδιαφέρεται και διά τα γράμματα και τας επιστήμας

και κατά το πλείστον σοφούς συναναστρέφεται. Κατ' αρχάς λοιπόν

ετρώγαμεν με ησυχίαν και τα φαγητά ήσαν πολύ ποικίλα. Περιττόν να

σου αναφέρω τους διαφόρους ζωμούς, τα γλυκύσματα και τα

καρυκεύματα• αρκεί να σου είπω ότι όλα ήσαν άφθονα. Μετ' ολίγον ο

Κλεόδημος έσκυψε προς τον Ίωνα και του είπε• Βλέπεις τον γέροντα —

ενόει τον Ζηνόθεμιν, διότι ήκουα τα λεγόμενα — με τι λαιμαργίαν

τρώγει κι' εκαταλέρωσε το φόρεμά του με ζουμιά. Δεν αρκείται δε

μόνον να τρώγη, αλλά δίδει και εις τον υπηρέτην του που στέκει πίσω

και νομίζει ότι δεν τον βλέπουν• λησμονεί ότι είνε και άλλοι δίπλα

του. Δείξε τον και εις τον Λυκίνον διά να είνε μάρτυς. Εγώ όμως δεν

είχα ανάγκην να μου δείξη ο Ίων, διότι πολύ προηγουμένως είχα 'δη

τα συμβαίνοντα.

Μόλις είπεν αυτά ο Κλεόδημος, εισώρμησεν ο Κυνικός Αλκιδάμας

απρόσκλητος και διά να τρέψη το πράγμα εις το αστείον είπε το

Ομηρικόν, ότι «ο Μενέλαος έρχεται απρόσκλητος». Εις τους άλλους

όμως η διαγωγή του έκαμεν εντύπωσιν αναισχυντίας και εψιθύριζον

ό,τι έκαστος είχεν εις την μνήμην πρόχειρον, ο μεν «Αφραίνεις {40}

Μενέλαε», ο δε,

Αλλ' ουκ Ατρείδη Αγαμέμνονι ήνδανε θυμώ {41}.

Και άλλα τοιαύτα κατάλληλα εις την περίστασιν και αστεία

εκρυφομιλούσαν• φανερά όμως δεν ετόλμα κανείς να είπη τίποτε• διότι

εφοβούντο τον Αλκιδάμαντα ως κακήν γλώσσαν και υλακτικώτερον όλων

των σκύλων• διά τούτο θεωρείται και ο καλλίτερος των Κυνικών

φιλοσόφων και τον τρέμουν όλοι. Ο Αρισταίνετος του είπεν ότι καλά

έκαμε, και τον εκάλεσε να πάρη μίαν καθέκλαν και να καθήση πλησίον

του Ιστιαίου και του Διονυσοδώρου. Αλλ' αυτός απήντησεν ότι είνε

γυναικώδες και μαλθακόν να κάθεται κανείς εις καθέκλαν ή σκαμνί,

«όπως σεις που είσθε σχεδόν ανάσκελα ξαπλωμένοι πάνω σ' αυτά τα

μαλακά κρεββάτια και εις πορφύραν και τρώγετε• εγώ και όρθιος μπορώ

να δειπνήσω και να περπατώ συγχρόνως• και αν κουρασθώ θα στρώσω

χάμω τον μανδύαν μου και θα ξαπλωθώ, ακουμβώντας εις τον αγκώνα

μου, όπως ζωγραφίζουν τον Ηρακλή». «Κάμε όπως σου είνε πλέον

ευχάριστον» είπεν ο Αρισταίνετος. Από της στιγμής εκείνης ο

Αλκιδάμας περιεφέρετο και εδείπνα, όπως οι Σκύθαι, μετατοπιζόμενος

προς τα αφθονώτερα τρόφιμα και ακολουθών τους περιφέροντας τα

φαγητά. Αλλά και ενώ έτρωγε δεν έπαυε να ομιλή περί αρετής και

κακίας και να κατακρίνη τον χρυσόν και τον άργυρον. Και ηρώτα τον

Αρτσταίνετον τι τα ήθελε τα τόσα πολύτιμα ποτήρια, ενώ τα χωματένια

θα έκαναν την ίδια δουλειά. Αλλ' ο Αρισταίνετος διά να παύση την

φλυαρίαν του ένευσεν εις ένα υπηρέτην να του γεμίση με άκρατον και

του προσφέρη ένα μεγάλο ποτήρι• εφάνη δε προς στιγμήν ότι η ιδέα

του ήτο καλή και ότι θα έφερεν αποτέλεσμα, αλλά δεν εφαντάζετο

πόσων κακών θα εγίνετο αρχή το ποτήρι εκείνο. Όταν έλαβε το ποτήρι

ο Αλκιδάμας εσιώπησεν επί πολύ• έπειτα επλάγιασε κατά γης και

στηριζόμενος εις τον αγκώνα του έμεινεν εις την θέσιν εκείνην,

ημίγυμνος και κρατών το ποτήρι όπως οι ζωγράφοι παριστούν τον

Ηρακλήν φιλοξενούμενον υπό του Φόλου {42}.

Τώρα δε το ποτήρι είχεν αρχίση να κυκλοφορή και μεταξύ των άλλων

συμποτών και προπόσεις εγίνοντο, αι ομιλίαι εζωήρευσαν και φώτα

έφεραν οι υπηρέται, διότι είχεν αρχίση να νυκτώνη. Εν τω μεταξύ εγώ

παρετήρησα ότι ο νεαρός οινοχόος, ο οποίος εστέκετο πλησίον εις τον

Κλεόδημον εχαμογέλα από καιρού εις καιρόν — (πρέπει, μου φαίνεται,

να αναφέρω και τα μικρά επεισόδια του γεύματος και μάλιστα εκείνα

τα οποία έχουν κάποιο αστείον ενδιαφέρον) — και επρόσεχα ν'

ανακαλύψω την αιτίαν των μειδιαμάτων του.

Μετ' ολίγον επλησίασε διά να πάρη το ποτήρι του Κλεοδήμου, και ο

Κλεόδημος του έσφιγξε το δάχτυλον και συγχρόνως με το ποτήρι τού

έδωκε δυο δραχμάς, νομίζω. Το παιδί εμειδίασεν εκ νέου διά το

σφίξιμον του δακτύλου, δεν αντελήφθη όμως, φαίνεται, και το νόμισμα

και, επειδή δεν το εκράτησε, έπεσε και έκαμε θόρυβον, εκοκκίνησαν

δε και οι δύο κατά τρόπον ο οποίος τους επρόδιδε. Οι πλησίον

ευρισκόμενοι ηρώτησαν τίνος ήτο το νόμισμα• αλλά το μεν παιδί

ηρνήθη ότι του έπεσε νόμισμα, ηρνήθη δε και ο Κλεόδημος, πλησίον

του οποίου εκτύπησε. Το πράγμα δεν έκαμεν εντύπωσιν και επέρασεν

απαρατήρητον και μόνον ο Αρισταίνετος, ως ενόησα, το παρετήρησε•

διότι μετ' ολίγον μετετόπισε το παιδί, διατάξας αυτό κρυφίως να

εξέλθη, αντ' αυτού δε διέταξε με νεύμα έναν οινοχόον εκ των

ενηλίκων και δυνατών, ο οποίος εφαίνετο ως ημιονηγός ή ιπποκόμος,

να υπηρετή τον Κλεόδημον. Το επεισόδιον ετελείωσε τοιουτοτρόπως• θα

εγίνετο δε αίτιον μεγάλης καταισχύνης εις τον Κλεόδημον εάν εγίνετο

γνωστόν μεταξύ όλων των συμποτών και δεν επρολάμβανεν ο

Αρισταίνετος με πολλήν δεξιότητα να δώση τέλος εις την παρεκτροπήν.

Ο δε Κυνικός Αλκιδάμας, ο οποίος είχεν ήδη πίη αρκετά, αφού ηρώτησε

και έμαθε πώς ωνομάζετο η νύμφη, εφώναξε με φωνήν μεγάλην να γίνη

σιωπή και στραφείς προς τας γυναίκας είπε• Προπίνω εις υγείαν σου,

Κλεανθίς, εν ονόματι του Ηρακλέους του προστάτου και αρχηγού μας.

Επειδή δε εγέλασαν διά τούτο όλοι, Γελάτε, γαϊδούρια, είπε, διότι

προέπια υπέρ της νύμφης εν ονόματι του θεού μας του Ηρακλέους; Και

όμως πρέπει να ξέρετε ότι αν δεν λάβη από το χέρι μου το ποτήρι

{43}, δεν θα γέννηση ποτέ υιόν όμοιον μ' εμένα, δηλαδή με δύναμιν

ακαταγώνιστον, με χαρακτήρα ελεύθερον και σώμα τόσο ρωμαλέον. Και

διά να δείξη την αθλητικήν του διάπλασιν, ήνοιξε το ένδυμά του και

εγυμνούτο μέχρις αναισχυντίας. Πάλιν εγέλασαν δι' αυτά οι

ομοτράπεζοι, αυτός δε εξοργισθείς εσηκώθη και τους ητένιζε με

βλέμμα άγριον και παράφορον και ήτο φανερόν ότι θα ήρχιζεν

εχθροπραξίας, θα κατέφερε δε την βακτηρίαν του εις την κεφαλήν

κανενός, εάν εγκαίρως δεν ενεφανίζετο μέγα γλύκισμα κομιζόμενον,

και άμα το είδεν έγινεν ημερώτερος, ο θυμός του έπαυσε και ήρχισε

να το παρακολουθή περιφερόμενον και να τρώγη. Και οι πλείστοι εκ

των άλλων είχον ήδη μεθύση και η αίθουσα του συμποσίου ήτο πλήρης

θορύβου. Ο Δισνυσόδωρος ο ρήτωρ απήγγελλε μέρη των λόγων του και

εχειροκροτείτο υπό των υπηρετών, οίτινες εστέκοντο όπισθέν του• ο

δε Ιστιαίος, ο οποίος κατείχε την τελευταίαν θέσιν απήγγελλε

ποιήματα, αναμιγνύων στίχους του Πινδάρου, του Ησιόδου και του

Ανακρέοντος και σχηματίζων εξ όλων αυτών ποίημα αστειότατον, εις το

οποίον ως να προέβλεπε τα μέλλοντα να συμβούν έλεγε•

Συν δ' έβαλον ρινούς {44}

και

ένθα δ' αρ' οιμωγή τε και ευχωλή πέλεν ανδρών {45}

Ο δε Ζηνόθεμις ανεγίνωσκε βιβλίον ψιλογραμμένον {46}, το οποίον

είχε λάβη από τον υπηρέτην του.

Και επειδή, όπως συνειθίζεται, οι υπηρέται έπαυσαν επ' ολίγον να

κουβαλούν φαγητά, ο Αρισταίνετος ο οποίος είχε προνοήση να μη μείνη

και το διάλειμμα εκείνο χωρίς τέρψιν και απασχόλησιν, διέταξε να

εισέλθη ο γελωτοποιός και να είπη ή να κάμη τίποτε αστείον προς

μεγαλειτέραν διασκέδασιν των προσκεκλημένων του. Εισήλθε λοιπόν

ένας ασχημάνθρωπος, ο οποίος είχε ξυρισμένον το κεφάλι και ολίγας

τρίχας ορθάς εις την κορυφήν. Αυτός εχόρευσε με διάφορα τσακίσματα

και μορφασμούς γελοίους διά να φαίνεται αστειότερος και απήγγειλε

σατυρικά ποιήματα, μιμούμενος την προφοράν των Αιγυπτίων και τέλος

ήρχισε ν' απευθύνη σκώμματα εις τους παρισταμένους. Και οι μεν

άλλοι, εγελούσαν όταν εσκώπτοντο, ο Αλκιδάμας όμως, όταν ο

γελωτοποιός τον έσκωψε και αυτόν και τον ωνόμασε σκυλάκι της

Μάλτας, εθύμωσε — ήτο δε και πριν φανερόν ότι εζήλευε τον

γελωτοποιόν διά την εντύπωσιν που έκανε και διότι συνεκέντρωνε την

προσοχήν των συμποτών — επέταξε τον μανδύαν του και επροκάλεσε τον

γελωτοποιόν εις πυγμαχίαν. Τον εφοβέριζε δε, αν δεν εδέχετο, να τον

δείρη. Ούτω ο ταλαίπωρος Σατυρίων — διότι τούτο ήτο το όνομα του

γελωτοποιού — ηναγκάσθη να δεχθή την πρόκλησιν και ήρχισε να

πυγμαχή. Και το θέαμα ήτο αστειότατον να βλέπη κανείς ένα φιλόσοφον

να αγωνίζεται με ένα γελωτοποιόν, να κτυπά και να κτυπάται. Εκ των

παρόντων άλλοι μεν ησθάνοντο εντροπήν, άλλοι δε εγέλων, έως ου ο

Αλκιδάμας απέκαμε να κτυπάται υπό του ανθρωπίσκου, ο οποίος ήτο

γυμνασμένος εις την πυγμαχίαν και υπεχώρησεν ηττημένος. Γέλοια

ακράτητα υπεδέχθησαν την έκβασιν της μάχης.

Τότε εισήλθεν ο Διόνικος ο ιατρός, ολίγον μετά την πυγμαχίαν• είχε

δε βραδύνη, ως έλεγε, διότι επήγε να επισκεφθή τον αυλητήν

Πολυπρέποντα, ο οποίος είχε πάθη παραφροσύνην. Διηγήθη δε και κάτι

κωμικοτραγικόν το οποίον του συνέβη. Όταν εισήλθεν εις την

κατοικίαν του αυλητού, δεν εγνώριζεν ότι την στιγμήν εκείνην ο

παράφρων κατείχετο υπό παροξυσμού και άμα τον είδεν έτρεξε και

έκλεισε την θύραν, έπειτα έσυρε μαχαίρι, έδωκε δε εις τον ιατρόν

αυλούς και τον διέταξε να παίξη. Και επειδή ο ιατρός δεν ηδύνατο ν'

αυλήση, ο παράφρων ήρχισε να τον κτυπά εις τας παλάμας με μάστιγα

από λουρί. Ο ιατρός ευρεθείς εις τοιούτον κίνδυνον εσκέφθη το εξής

διά να σωθή• εκάλεσεν εις αγώνα μουσικόν τον παράφρονα υπό τον όρον

ο ηττώμενος να λαμβάνη ωρισμένον αριθμόν μαστιγώσεων. Και εν

πρώτοις αυτός έπαιξεν αυλόν όπως ηδύνατο, δηλαδή αθλίως• έπειτα

εδώκεν εις τον τρελλόν τους αυλούς και έλαβε παρ' αυτού την

δερματίνην μάστιγα και το μαχαίρι, τα οποία έσπευσε και έρριψε διά

του φεγγίτου έξω εις την αυλήν και ούτω χωρίς μεγάλον κίνδυνον

πλέον ηδύνατο ν' αμύνεται εναντίον του παράφρονος και συγχρόνως να

φωνάζη και να καλή εις βοήθειαν τους γείτονας, οι οποίοι εβίασαν

την θύραν και τον εβοήθησαν να σωθή. Εδείκνυε δε σημεία των

κτυπημάτων και μερικάς αμυχάς εις το πρόσωπον. Ο Διόνικος αφού

έκαμεν όχι ολιγωτέραν από τον γελωτοποιόν εντύπωσιν με την διήγησίν

του, εχώθη πλησίον του Ιστιαίου και εδείπνα με τα υπολείμματα.

Φαίνεται δε ότι κάποιος θεός μας τον έστειλε, διότι μας εφάνη πολύ

χρήσιμος αργότερα.

Μετ' ολίγον παρουσιάσθη ένας δούλος ο οποίος είπεν ότι είχε σταλή

από τον Ετοιμοκλέα τον Στωικόν και έφερεν επιστολήν με την

παραγγελίαν του κυρίου του να την αναγνώση ενώπιον και εις επήκοον

όλων και έπειτα να φύγη. Ο Αρισταίνετος του έδωκε την άδειαν, αυτός

δε επλησίασεν εις τον λύχνον και ήρχισε ν' αναγινώσκη.

ΦΙΛ. θα ήτο βέβαια κανέν εγκώμιον της νύμφης ή επιθαλάμιον εξ

εκείνων τα οποία συνειθίζονται εις τοιαύτας περιστάσεις.

ΛΥΚ. Και ημείς κάτι τοιούτον ενομίσαμεν, αλλά κάθε άλλο ήτο. Ιδού

τι έγραφεν η επιστολή.

«Ετοιμοκλής ο φιλόσοφος προς τον Αρισταίνετον.

»Τι ιδέαν έχω περί των γευμάτων όλον το παρελθόν μου μαρτυρεί,

διότι ενώ σχεδόν καθ' εκάστην μ' ενοχλούν με προσκλήσεις πολύ

πλουσιώτεροί σου, όμως ουδέποτε δέχομαι, διότι γνωρίζω τους

θορύβους και τας παρεκτροπάς, αίτινες γίνονται εις τα συμπόσια.

Αλλά νομίζω ότι έχω το δικαίωμα ν' αγανακτήσω εναντίον σου, διότι

ενώ τόσον καιρόν σε περιποιούμαι, δεν κατεδέχθης να με συναριθμίσης

εις τους άλλους σου φίλους, αλλά μόνος εγώ έμεινα απρόσκλητος και

μάλιστα ενώ είμαι και γείτων σου. Ό,τι δε προ πάντων με λυπεί από

την διαγωγήν σου είνε η αχαριστία, διότι εγώ δεν εξαρτώ την

ευτυχίαν από μερίδα αγριοχοίρου ή λαγού ή γλυκίσματος, τα οποία

απολαμβάνω άφθονα εις τα τραπέζια άλλων γνωριζόντων τα καθήκοντά

των. Και σήμερον ακόμη είχα κληθή παρά του μαθητού μου Παμμένους

εις γεύμα πολυτελές, αλλά δεν εδέχθην προς χάριν σου ο ανόητος. Συ

όμως παραλείψας εμέ εκάλεσες άλλους, διότι δεν δύνασαι να διακρίνης

το καλλίτερον και δεν έχεις καταληπτικήν φαντασίαν {47}. Αλλά

γνωρίζω εις ποίους οφείλω αυτήν την ύβριν• βεβαίως εις τους

θαυμαστούς σου φιλοσόφους Ζηνόθεμιν και Λαβύρινθον, τους οποίους

χωρίς να καυχηθώ δύναμαι δι' ενός συλλογισμού ν' αποστομόσω. Ας

είπη κανείς εξ αυτών τι εστί φιλοσοφία ή τα στοιχειώδη ταύτα, τι

διαφέρει η σχέσις της έξεως, διά να μη είπω τίποτε εκ των δυσκόλων

ερωτημάτων, κανένα κερατίναν ή σωρείτην ή θεριστικόν συλλογισμόν

{48}. Αλλ' εγώ ο οποίος μόνον το ωραίον νομίζω καλόν, θα υποφέρω

ευκόλως την ύβριν. Διά να μη έχης όμως κατόπιν την πρόφασιν ότι

ένεκα των πολλών φροντίδων και των περισπασμών μ' ελησμόνησες, σ'

εχαιρέτησα σήμερον δις, την πρωίαν εξερχόμενον εκ της οικίας σου

και έπειτα όταν εθυσίαζες εις τον ναόν των Διοσκούρων. Αυτά και

μόνον έχω να σου υπενθυμίσω διά ναπολογηθώ ενώπιον των

προσκεκλημμένων σου. Εάν δε νομίζης ότι οργίζομαι εξ αιτίας του

γεύματος, σου υπενθυμίζω την ιστορίαν του Οινέως, όπου θα ίδης και

την Άρτεμιν να αγανακτή, διότι εκείνος μόνον αυτήν παρέλειψεν εις

την θυσίαν την οποίαν ετέλεσε προς τους άλλους θεούς. Ιδού τι λέγει

ο Όμηρος περί της παραλείψεως εκείνης•

ή λάθετ' ή ουκ ενόησεν, αάσατο δε μέγα θυμώ {49)•

Και ο Ευριπίδης•

Καλυδών μεν ήδε γαία Πελοπίας χθονός

εν αντιπόρθμοις πεδί' έχουσ' ευδαίμονα {50}•

Και ο Σοφοκλής•

Συός μέγιστον χρήμ' επ' Οινέως γύαις

ανήκε Λητούς παις εκηβόλος θεά {51}•

»Ταύτα εκ πολλών ολίγα σου αναφέρω διά να εννοήσης ποίον άνθρωπον

παρέλειψες και αντ' αυτού εκάλεσες εις το γεύμα σου τον Δίφιλον και

τον υιόν σου παρέδωκες εις αυτόν• αλλά τούτο ήτο επόμενον, διότι

είνε ευχάριστος εις τον νέον και ευχάριστα διδάσκεται παρ' αυτού.

Εάν δεν ήτο αισχρόν εκ μέρους μου να λέγω τοιαύτα πράγματα, θα

προσέθετα και κάτι τι το οποίον συ, εάν θέλης, δύνασαι να μάθης

παρά του παιδαγωγού Ζωπύρου ότι είνε αληθές. Αλλά δεν πρέπει να

ταράττη κανείς την χαράν ενός γάμου και να κατηγορή άλλους, μάλιστα

διά πράξεις τόσον αισχράς. Μολονότι ο Δίφιλος μου έχει δώση

αφορμάς, διότι μου απέσπασεν ήδη δύο μαθητάς, εγώ χάριν της

φιλοσοφίας θα σιωπήσω.

»Διέταξα τον κομίζοντα την επιστολήν άνθρωπόν μου, εάν του δώσης

μερίδα αγριοχοίρου ή ελάφου ή σησαμωτού διά να μου τα φέρη και

δικαιολογηθής ούτω διά την παράλειψίν σου, να μη δεχθή διά να μη

φανή ότι επί τούτω τον έστειλα».

Ενώ, φίλε μου, ανεγινώσκοντο αυτά, τοιαύτη στενοχώρια εντροπίας με

κατείχεν, ώστε με περιέλουεν ιδρώς και κατά το λεγόμενον ηυχόμην ν'

ανοίξη η γη και με καταπίη. Οι άλλοι όμως εγελούσαν δι' εκάστην

περικοπήν της επιστολής, μάλιστα εκείνοι οίτινες εγνώριζον τον

Ετοιμοκλέα ως άνθρωπον ηλικιωμένον και θεωρούμενον σοβαρόν.

Εθαύμαζαν πώς ενώ ήτο τοιούτος τους εξηπάτα με την γενειάδα του και

την σοβαρότητα της μορφής του. Και ο Αρισταίνετος μου εφάνη ότι δεν

παρέλειψε να τον καλέση από λησμοσύνην, αλλά διότι δεν ήλπιζεν ότι

αν τον εκάλει θα κατεδέχετο να έλθη• διά τούτο ούτε καν απεπειράθη

να τον καλέση.

Αφού λοιπόν ο υπηρέτης ετελείωσε την ανάγνωσιν, όλοι οι

συμποσιάζοντες εστράφησαν προς τον Ζήνωνα και τον Δίφιλον, οι

οποίοι είχον καταληφθή υπό ταραχής και ήσαν ωχροί, επιβεβαιούντες

ούτω τας κατηγορίας του Ετοιμοκλέους. Ο δε Αρισταίνετος κατεταράχθη

και εφαίνετο εις άκρον θυμωμένος, αλλ' όμως μας είπε να

εξακολουθήσωμεν να πίνωμεν και επροσπάθει να δείξη ότι δεν

επειράχθη, υπεμειδίασε μάλιστα και απέπεμψε τον υπηρέτην του

Ετοιμοκλέους και του είπεν ότι θα εφρόντιζε περί αυτών των

πραγμάτων. Μετ' ολίγον δε και ο Ζήνων εσηκώθη και έφυγε με τρόπον•

του ένευσεν ο παιδαγωγός κατά διαταγήν του πατρός του να εξέλθη.

Λουκιανός - Άπαντα, Τόμος Έκτος · 第 6 / 13 段