&Αλληλεγγύη μεταξύ ηδονής και ενεργείας&. ― Δηλαδή αυτά φαίνεται

ότι είναι αλληλένδετα και δεν επιδέχονται χωρισμόν. Διότι χωρίς

ενέργειαν δεν υπάρχει ηδονή, και πάλιν πάσαν ενέργειαν την

τελειοποιεί η ηδονή. Διά τούτο φαίνεται ότι είναι διαφόρων ειδών.

Διότι όσα είναι διαφόρου είδους νομίζομεν ότι τελειοποιούνται από

διαφόρων ειδών αιτίας. Δηλαδή τοιαύτα φαίνονται και τα φυσικά και τα

τεχνητά, λόγου χάριν τα ζώα και τα δένδρα και η εικών και το άγαλμα

και η οικία και το έπιπλον. Ομοίως δε και αι ενέργειαι αι οποίαι

είναι διαφόρου είδους τελειοποιούνται από διαφόρου είδους αιτίας.

Διαφέρουν δε αι ενέργειαι της διανοίας από τας ενεργείας των

αισθητηρίων, και αι τελευταίαι πάλιν μεταξύ των ως προς το είδος.

Επομένως διαφέρουν και αι ηδοναί αι οποίαι τας τελειοποιούν. Τούτο

δε ημπορεί να εννοηθή και εκ του ότι εκάστη ηδονή είναι αλληλένδετος

με την ενέργειαν, την οποίαν τελειοποιεί. Διότι, όσον αυξάνει η

σχετική ηδονή, τόσον αυξάνει και την ενέργειάν της. Δηλαδή

περισσότερον κρίνουν τα καθέκαστα και τα λεπτολογούν όσοι ενεργούν

με ηδονήν λόγου χάριν γεωμετρικοί γίνονται όσοι ευχαριστούνται με

την γεωμετρίαν, και αυτοί πάλιν καλλίτερον εννοούν τας λεπτομερείας

της, ομοίως δε και οι φιλόμουσοι και οι φιλοικοδόμοι και από τους

άλλους προοδεύουν εις το έργον των, όσοι ευρίσκουν ευχαρίστησιν εις

αυτό. Επομένως αι ηδοναί μεγαλόνουν μαζί με την ενέργειαν και όσα

μεγαλόνουν μαζί είναι συγγενικά. Όσα όμως είναι διαφόρου είδους,

επίσης και τα συγγενικά των είναι διαφόρου είδους. Τούτο δε ημπορεί

να εννοηθή καλλίτερον εκ του ότι αι ηδοναί αι παραγόμεναι από

διαφορετικάς ενεργείας γίνονται εμπόδια εις τας ενεργείας. Λόγου

χάριν όσοι αγαπούν τον αυλόν δεν ημπορούν να προσέχουν εις τους

λόγους, όταν ακούσουν να διέρχεται αυλητής, διότι περισσότερον τους

ευχαριστεί η αυλητική παρά η εντός της διδασκαλίας ενέργεια.

Επομένως η ηδονή η παραγομένη από την αυλητικήν τέχνην καταστρέφει

την ενέργειαν της ψυχής την περιστρεφομένην εις τους λόγους. Ομοίως

δε συμβαίνει τούτο και εις όλα τα άλλα, όταν κανείς ενεργή συγχρόνως

ως προς δύο πράγματα. Δηλαδή η ηδονικωτέρα ενέργεια εκτοπίζει την

άλλην, και εάν είναι πολύ μεγάλη η διαφορά της ως προς την ηδονήν,

την εκτοπίζει περισσότερον, εις τρόπον ώστε ούτε καν να ενεργή

κανείς ως προς την άλλην. Διά τούτο, όταν μας ευχαριστή υπερβολικά

έν οποιονδήποτε πράγμα, δεν προσέχομεν πολύ εις το άλλο, και πάλιν,

όταν έν πράγμα μας αρέση ολίγον, τότε ασχολούμεθα εις άλλα, καθώς

λόγου χάριν όσοι μασούν διαρκώς φαγώσιμα εις τα θέατρα, όταν οι

ηθοποιοί είναι μηδαμινοί, αυτό κυρίως κάμνουν τότε. Αφού δε η μεν

συγγενική ηδονή κάμνει ακριβείς τας ενεργείας και διαρκεστέρας και

καλλιτέρας, αι δε ξενικαί τας βλάπτουν, είναι φανερόν ότι απέχουν

πολύ. Δηλαδή σχεδόν αι ξενικαί ηδοναί εκτελούν ό,τι εκτελούν αι

συγγενικαί λύπαι. Διότι και αι συγγενικαί λύπαι καταστρέφουν τας

ενεργείας• λόγου χάριν εάν εις κανένα το να γράφη είναι δυσάρεστον

και οχληρόν ή το να υπολογίζη. Δηλαδή εκείνος μεν δεν γράφει, αυτός

δε δεν υπολογίζει, διότι είναι ενοχλητική αυτή η ενέργεια. Επομένως

εις τας ενεργείας προστίθεται από τας συγγενικάς ηδονάς το αντίθετον

παρά ό,τι προστίθεται από τας συγγενικάς λύπας. Συγγενικαί δε είναι

όσαι συμβαίνουν εξ αιτίας της ενεργείας καθ' εαυτήν. Αι δε ξενικαί

ηδοναί είπαμεν ότι προξενούν κάτι τι παρόμοιον με την λύπην. Δηλαδή

καταστρέφουν, όχι όμως ομοίως.

&Η αξία της ηδονής εξαρτάται από την ενέργειαν η οποία την γεννά&. ―

Καθώς δε αι ενέργειαι έχουν διαφοράν μεταξύ των ως προς την

ευπρέπειαν και την χυδαιότητα, και αι μεν πρώται είναι προτιμητέαι,

αι δε δεύτεραι άξιαι αποστροφής, ομοίως συμβαίνει και εις τας

ηδονάς. Διότι εις εκάστην ενέργειαν υπάρχει συγγενική ηδονή. Και

λοιπόν η ηδονή η συγγενική με την σπουδαίαν ενέργειαν, είναι

ευπρεπής, η συγγενική όμως με την ποταπήν ενέργειαν είναι χυδαία.

Διότι και αι επιθυμίαι ακόμη των μεν καλών πραγμάτων είναι

αξιέπαινοι, των δε αισχρών αξιοκατάκριτοι. Είναι δε συγγενικώτεραι

διά τας ενεργείας αι κατά την διάρκειαν αυτών υπάρχουσαι ηδοναί παρά

αι επιθυμίαι. Διότι αι μεν επιθυμίαι είναι χωρισμέναι και χρονικώς

και κατά φύσιν, αι δε ηδοναί είναι αλληλένδετοι με τας ενεργείας και

τόσον πολύ αδιαχώριστοι, ώστε να επιδέχεται αμφισβήτησιν μήπως είναι

το ίδιον πράγμα η ενέργεια με την ηδονήν. Και όμως δεν φαίνεται να

είναι η ηδονή διάνοια ούτε αίσθησις ― διότι αυτό είναι παράλογον ―

αλλά μόνον επειδή δεν ξεχωρίζουν, φαίνονται εις μερικούς ότι είναι

το ίδιον πράγμα. Καθώς λοιπόν αι ενέργειαι είναι διαφόρων ειδών,

ομοίως και αι ηδοναί. Διαφέρει δε ως προς την διαύγειαν η όρασις από

την αφήν και η ακοή και η όσφρησις από την γεύσιν. Ομοίως δε

διαφέρουν και αι ηδοναί, δηλαδή και από αυτάς διαφέρουν αι

περιστρεφόμεναι εις την διάνοιαν, και πάλιν διαφέρουν τα διάφορα

είδη των δύο αυτών τάξεων μεταξύ των. Φαίνεται μάλιστα ότι εις

έκαστον ζώον υπάρχει ιδιαιτέρα ηδονή, καθώς και έργον, διότι η ηδονή

παράγεται εν καιρώ της ενεργείας. Αλλά και όταν κανείς προσέξη εις

έκαστον ζώον ημπορεί να εννοήση αυτό. Διότι διάφορος είναι η ηδονή

του ίππου και του κυνός και του ανθρώπου, και καθώς λέγει ο

Ηράκλειτος ο όνος θα προτιμήση ένα αχυρόδεσμον παρά τον χρυσόν.

Διότι η τροφή είναι διά τους όνους ηδονικωτέρα από τον χρυσόν.

Λοιπόν αι μεν ηδοναί των ετεροειδών ενεργειών είναι ετεροειδείς, αι

δε ηδοναί των ομοειδών ενεργειών είναι λογικόν να μη διαφέρουν. Και

όμως δεν έχουν μικράν ποικιλίαν τουλάχιστον εις τους ανθρώπους.

Διότι τα ίδια πράγματα άλλους μεν ευχαριστούν, άλλους δε ενοχλούν,

και εις άλλους μεν είναι λυπηρά και μισητά, εις άλλους δε ηδονικά

και αγαπητά. Και εις τα γλυκά ακόμη το ίδιον συμβαίνει. Δηλαδή δεν

φαίνονται όμοια εις τον θερμασμένον και εις τον υγιή, ούτε το ίδιον

φαίνεται θερμόν εις τον αδύνατον και εις τον εύρωστον. Ομοίως δε

τούτο συμβαίνει και εις άλλα. Φαίνεται δε ότι εις όλας αυτάς τας

περιπτώσεις πραγματικόν είναι εκείνο, το οποίον κρίνει ο σπουδαίος.

Εάν δε τούτο είναι ορθόν, καθώς και φαίνεται, και αν μέτρον διά κάθε

πράγμα είναι η αρετή και ο αγαθός, καθόσον είναι αγαθός, τότε και

ηδοναί είναι όσαι φαίνονται εις αυτόν τοιαύται, και ηδονικά όσα

ευχαριστούν αυτόν. Όσα όμως αυτός αποτροπιάζεται δεν είναι

παράδοξον, αν εις κάποιον άλλον φαίνωνται ηδονικά. Διότι υπάρχουν

πολλαί βλάβαι και εκφυλισμοί των ανθρώπων. Αυτά όμως δεν είναι

πραγματικώς ηδονικά, παρά φαίνονται μόνον εις τούτους και τους

έχοντας ομοίαν διάθεσιν με αυτούς. Και λοιπόν όσαι μεν είναι

ομολογουμένως αισχραί, δεν πρέπει να τας ονομάσωμεν ηδονάς, παρά

μόνον διά τους διεφθαρμένους. Από τας φαινομένας όμως ευπρεπείς

ποίου είδους ή ποία ηδονή θα παραδεχθώμεν ότι ανήκει εις τον

άνθρωπον; Ή μήπως αναλόγως των ενεργειών, διότι αυτάς παρακολουθούν

αι ηδοναί; Λοιπόν είτε μία είναι είτε πολλαί αι ενέργειαι του

τελείου και αξιομακαρίστου ανθρώπου, αι ηδοναί αι οποίαι

τελειοποιούν αυτάς ημπορούν κυρίως να λέγωνται ηδοναί ανθρώπινοι, αι

δε άλλαι κατά δεύτερον και ελάχιστον λόγον, καθώς και αι ενέργειαι.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ς'.

&Η ευτυχία ως ενέργεια&. ― Αφού δε ωμιλήσαμεν περί των αρετών και

περί φιλίας και ηδονής, υπολείπεται να ομιλήσωμεν με γενικόν τύπον

περί της ευδαιμονίας, διότι αυτήν παραδεχόμεθα ως σκοπόν των

ανθρωπίνων πραγμάτων, εάν δε αναθεωρήσωμεν τα προηγούμενα, ημπορεί ο

λόγος μας να γίνη συντομώτερος. Είπαμεν λοιπόν ότι δεν είναι

διάθεσις, διότι τότε θα ημπορούσε να υπάρχη η ευτυχία και εις τον

κοιμώμενον καθ' όλην του την ζωήν, όταν φυτοζωή κανείς, έστω και αν

υποφέρη τας μεγαλιτέρας δυστυχίας. Αφού λοιπόν αυτά δεν

επιδοκιμάζονται και πρέπει μάλλον να την θεωρήσωμεν ως κάποιαν

ενέργειαν, καθώς είπαμεν προηγουμένως, και αφού από τας ενεργείας

άλλαι μεν είναι αναγκαίαι και προτιμητέαι χάριν άλλων πραγμάτων,

άλλαι δε καθ' εαυτάς, είναι φανερόν ότι πρέπει να θεωρήσωμεν την

ευτυχίαν ως κάποιαν από τας καθ' εαυτάς προτιμητέας και όχι χάριν

άλλου. Διότι η ευδαιμονία δεν στερείται τίποτε, αλλ' είναι αυτάρκης.

Είναι δε προτιμητέαι καθ' εαυτάς εκείναι, από τας οποίας δεν

ζητείται τίποτε άλλο έξω από την ενέργειαν. Τοιαύται δε φαίνονται αι

ενάρετοι πράξεις. Δηλαδή αι καλαί και σπουδαίαι πράξεις είναι από

τας καθ' εαυτάς προτιμητέας. Επίσης δε και τα ηδονικά παιγνίδια.

Διότι δεν προτιμούν αυτά χάριν άλλων πραγμάτων. Δηλαδή μάλλον

βλάπτονται από αυτά παρά ωφελούνται, επειδή παραμελούν τα σώματά των

και τα υπάρχοντά των. Καταφεύγουν δε εις τοιαύτα χασομέρια οι

περισσότεροι από τους μακαριζομένους, και διά τούτο πλησίον των

τυράννων ευδοκιμούν όσοι είναι ευτράπελοι εις τοιαύτα χασομέρια.

Διότι εις όσα εκείνοι επιθυμούν, εις αυτά παρουσιάζουν τον εαυτόν

τους ηδονικόν. Και έχουν ανάγκην τοιούτων. Φαίνονται λοιπόν αυτά ότι

είναι χαρακτηριστικά της ευτυχίας, διότι όσοι ευρίσκονται μέσα εις

τας εξουσίας περνούν τας ώρας των με αυτά, ίσως όμως αι τοιαύται δεν

αποτελούν καμμίαν απόδειξιν. Διότι δεν υπάρχει εις τας εξουσίας η

αρετή ούτε ο νους, εκ των οποίων προέρχονται αι σπουδαίαι ενέργειαι,

ούτε πάλιν, επειδή αυτοί είναι άγευστοι καθαρείας και ευγενούς

ηδονής και καταφεύγουν εις τας σωματικάς, διά τούτο πρέπει να τας

θεωρήσωμεν αυτάς προτιμοτέρας. Διότι και τα παιδιά θεωρούν ως

καλλίτερα όσα εκτιμούν αυτά. Είναι λογικόν λοιπόν καθώς μεταξύ

παιδίων και ανδρών υπάρχει διαφορά γνωμών ως προς τα τιμαλφή

πράγματα, το ίδιον να υπάρχη και μεταξύ χυδαίων και ευπρεπών. Καθώς

λοιπόν είπαμεν πολλάκις, και τίμια και ηδονικά είναι όσα φαίνονται

ως τοιαύτα εις τον σπουδαίον. Δι' έκαστον δε είναι προτιμοτέρα η

ενέργεια, η οποία συμφωνεί με την ιδικήν του διάθεσιν, επομένως και

εις τον σπουδαίον η σύμφωνος με την αρετήν. Επομένως δεν υπάρχει εις

το παιγνίδιον η ευδαιμονία. Διότι ακόμη εξ άλλου είναι παράλογον να

είναι σκοπός το παιγνίδι και να καταγινώμεθα και να κακοπαθούμεν εις

όλην μας την ζωήν χάριν των παιγνιδίων. Δηλαδή όλα γενικώς τα

προτιμώμεν χάριν άλλου εκτός της ευτυχίας. Διότι αυτή είναι ο

σκοπός. Και βεβαίως το να καταγινώμεθα και να κοπιάζωμεν χάριν του

παιγνιδιού φαίνεται ηλιθιότης και πολύ παιδαριώδες. Το να παίζη όμως

κανείς χάριν σπουδής, καθώς ο Ανάχαρσις, φαίνεται ότι είναι ορθόν.

Διότι το παιγνιδι ομοιάζει με ανάπαυσιν και επειδή οι άνθρωποι δεν

ημπορούν να κοπιάζουν συνεχώς, έχουν ανάγκην αναπαύσεως. Επομένως

δεν είναι αποτέλεσμα η ανάπαυσις, διότι γίνεται προς χάριν κάποιας

ενεργείας. Φαίνεται όμως ότι ο ευτυχής βίος είναι σύμφωνος με την

αρετήν. Αυτός δε υπάρχει με την σπουδαιότητα και όχι με τα

παιγνίδια. Έπειτα θεωρούμεν ως καλλίτερα τα σπουδαία, παρά τα γελοία

και τα παιδαριώδη. Και πάντοτε θεωρούμεν καλλιτέραν την ενέργειαν

του καλλιτέρου ψυχικού μέρους και του σπουδαιοτέρου ανθρώπου, η

ενέργεια όμως του καλλιτέρου είναι καλλιτέρα και συντελεστικωτέρα

εις την ευτυχίαν. Έπειτα τας σωματικάς ηδονάς ημπορεί να τας

απολαύση και ο τυχών και ένα ανδράποδον όχι ολιγώτερον από τον

καλλίτερον άνθρωπον. Την ευτυχίαν όμως κανείς δεν την μεταδίδει εις

έν ανδράποδον, εκτός εάν μεταδώση και βίον. Διότι δεν συνίσταται η

ευτυχία εις τοιούτου είδους χασομέρια, αλλά εις τας εναρέτους

ενεργείας, καθώς είπαμεν και προηγουμένως.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζ'.

&Η ευτυχία ως η καλλίστη ενέργεια&. ― Αφού δε η ευτυχία είναι

ενέργεια σύμφωνος με την αρετήν, είναι εύλογον να είναι σύμφωνος με

την ανωτάτην αρετήν. Αυτή δε θα είναι η αρετή του αρίστου μέρους.

Είτε λοιπόν ο νους είναι αυτό, είτε άλλο τίποτε, το οποίον φαίνεται

ότι εκ φύσεως κυριαρχεί και πρωτοστατεί και εννοεί τα καλά και τα

θεία, και είτε είναι το ίδιον θείον πράγμα, είτε είναι από τα

θεϊκώτερα εξ όσων έχομεν εντός μας, η ενέργεια αυτού θα είναι τελεία

ευτυχία συμφώνως με την ειδικήν αρετήν. Ότι δε είναι θεωρητική, το

είπαμεν. Τούτο δε φαίνεται ότι συμβιβάζεται και με τα προηγούμενα

και με την αλήθειαν. Διότι αυτή η ενέργεια είναι ακόμη και ανωτάτη,

διότι και ο νους είναι το ανώτατον από όσα έχομεν εντός μας. Και

περιστρέφεται εις τα υποκείμενα εις την γνώσιν, εις τα οποία

περιστρέφεται και ο νους. Έπειτα είναι και η πλειότερον συνεχής.

Δηλαδή περισσότερον ημπορούμεν να συλλογιζώμεθα διαρκώς, παρά να

εκτελούμεν οτιδήποτε. Έπειτα φρονούμεν ότι με την ευδαιμονίαν πρέπει

να συνυπάρχη και ηδονή, ηδονικωτέρα όμως από όλας τας ευαρέστους

ενεργείας είναι ομολογουμένως η σοφία. Τουλάχιστον η φιλοσοφία

φαίνεται ότι παρέχει θαυμασίας ηδονάς υπό έποψιν ξεκαθαρίσματος και

πεποιθήσεως, είναι δε ακόμη ευλογοφανές να διάγουν τερπνότερον οι

γνωρίζοντες παρά οι ερευνώντες. Έπειτα και η λεγομένη αυτάρκεια ίσως

περιστρέφεται κυρίως εις την θεωρίαν. Διότι τα μεν προς το ζην

αναγκαία τα χρειάζεται και ο σοφός και ο δίκαιος, καθώς και πας

άλλος. Από όσους όμως είναι προικισμένοι με τοιαύτας αρετάς, ο μεν

δίκαιος έχει ανάγκην των ατόμων, εις τα οποία θα εφαρμόση την

δικαιοσύνην του και θα συμπράξη, ομοίως δε και ο σώφρων και ο

ανδρείος και ο καθείς από τους άλλους. O σοφός όμως, και μόνος του

αν είναι, ημπορεί να συλλογίζεται, και τόσον περισσότερον ημπορεί,

όσον περισσότερον είναι σοφός. Ίσως όμως είναι προτιμότερον να έχη

και συνεργάτας, οπωσδήποτε όμως είναι ο πλέον αυτάρκης. Ημπορεί δε

να νομισθή ότι μόνη αυτή η αρετή αγαπάται καθ' εαυτήν, διότι τίποτε

δεν παράγεται από αυτήν ξεχωριστόν από την θεωρίαν, ενώ από τας

εφηρμοσμένας αρετάς περισσεύομεν κάτι τι, ή ως περίσσευμα ή ως

ζημίαν έξω από την πράξιν. Έπειτα η ευτυχία φαίνεται ότι συνίσταται

εις την σχόλην. Διότι ασχολούμεθα διά να απολαύσωμεν σχόλην, καθώς

πολεμούμεν διά να αποκτήσωμεν ειρήνην. Και λοιπόν των μεν

εκτελεστικών (πρακτικών) αρετών η ενέργεια υπάρχει εις τα πολιτικά

και εις τα πολεμικά πράγματα. Αι πράξεις όμως αι οποίαι

περιστρέφονται εις αυτά φαίνονται ότι απαιτούν σχόλην. Και αι μεν

πολεμικαί φαίνονται τελείως τοιαύται, διότι κανείς δεν αποφασίζει

τον πόλεμον διά να έχη πόλεμον διαρκώς, ούτε δι' αυτό ετοιμάζονται

προς πόλεμον. Διότι τότε θα εφαίνετο ότι είναι εντελώς αιμοβόρος,

αφού τους συμφιλιωμένους τους κάμνει αντιπάλους, διά να συμβούν

συμπλοκαί και φόνοι. Επίσης όμως ζητεί σχόλην και η πράξις του

πολιτικού, και έξω από την ανάμιξιν εις τα πολιτικά αποκτά δυνάμεις

και τιμάς ή ακόμη και αυτήν την ευτυχίαν διά το ιδικόν του άτομον

και διά τους πολίτας, η οποία ευτυχία δεν είναι το ίδιον με την

πολιτικήν, και την ζητούμεν βεβαίως, διότι είναι διαφορετική. Αφού

λοιπόν από τας εναρέτους πράξεις αι πολιτικαί και πολεμικαί

υπερέχουν ως προς την υπόληψιν και την σπουδαιότητα, αυταί δε

τείνουν εις την σχόλην και επιθυμούν κάποιον τέλος, και προς τούτοις

δεν είναι καθ' εαυτάς προτιμητέαι, και αφού εξ άλλου η ενέργεια του

νου φαίνεται ότι υπερέχει κατά την σπουδαιότητα, διότι είναι

θεωρητική, και έξω από τον εαυτόν της δεν επιθυμεί κανέν άλλο

αποτέλεσμα, ακόμη δε φαίνεται ότι περιέχει τελείαν ηδονήν ― η δε

ηδονή μεγαλύνει μαζί της και την ενέργειαν ― αφού τέλος η αυτάρκεια

και η σχόλη και η αφροντισία, όσον είναι δυνατόν να υπάρχουν εις τον

άνθρωπον και όλα τα άλλα αποδίδονται εις τον αξιομακάριστον συμφώνως

με αυτήν την ενέργειαν, έπεται τότε ότι αυτή θα είναι η τελεία

ευτυχία του ανθρώπου, αρκεί να αποκτήση τέλειον μήκος βίου. Διότι

από όλα όσα ανήκουν εις την ευτυχίαν τίποτε δεν είναι ατελές. Ίσως

δε ο τοιούτος βίος είναι ανώτερος από τας δυνάμεις του ανθρώπου.

Δηλαδή δεν θα απολαύση κανείς αυτήν την ζωήν καθόσον είναι άνθρωπος,

αλλά καθόσον έχει εντός του κάτι τι θεϊκόν. Όσον δε υπερέχει τούτο

από το μίγμα, τόσον υπερέχει και αυτή η ενέργεια από την ενέργειαν

της άλλης αρετής. Εάν λοιπόν ο νους είναι θεϊκόν πράγμα εν συγκρίσει

προς τον άνθρωπον, έπεται ότι και ο σύμφωνος με τον νουν βίος είναι

θείος συγκρινόμενος με τον ανθρώπινον. Και δεν πρέπει να ακούωμεν

όσους μας συμβουλεύουν να έχωμεν ανθρώπινα φρονήματα ούτε πρόσκαιρα,

ως θνητοί, αλλά όσον μας επιτρέπεται, να επιδιώκωμεν την αθανασίαν

και να εκτελούμεν όσα απαιτούνται διά να ζώμεν συμφώνως προς το

καλλίτερον μέρος της ψυχής μας. Διότι, αν και είναι κατά τον όγκον

μικρόν, κατά την δύναμιν όμως και την αξίαν είναι ανώτερον από όλα.

Ίσως δε νομισθή και δι' έκαστον ότι αυτό αποτελεί τον ατομισμόν του,

αφού είναι το κυρίαρχον και το καλλίτερον, επομένως θα ήτο παράλογον

να προτιμήσωμεν όχι τον βίον, ο οποίος ιδιάζει εις αυτό, αλλά εις

κανέν' άλλο. Και ό,τι είπαμεν προηγουμένως εφαρμόζεται και τόρα.

Δηλαδή το συγγενικόν εκ φύσεως δι' έκαστον πράγμα είναι το

καλλίτερον και ηδονικώτερον δι' έκαστον, επομένως και διά τον

άνθρωπον τοιούτος είναι ο βίος ο σύμφωνος με τον νουν, αφού βεβαίως

αυτός κυρίως αποτελεί τον άνθρωπον. Αυτός λοιπόν ο βίος είναι και ο

ευτυχέστερος.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η'.

&Η ανθρωπίνη ευτυχία ως θεία εν σχέσει προς τα ζώα&. ― Κατά

δεύτερον δε λόγον έρχεται ο βίος ο σύμφωνος με την άλλην αρετήν.

Διότι αι ενέργειαι αυτής είναι ανθρώπινοι. Δηλαδή τα δίκαια και τα

ανδρεία και τα άλλα ενάρετα έργα εκτελούμεν μεταξύ μας εις τας

διαφόρους συναλλαγάς και ανάγκας και πράξεις, και διατηρούμεν ως

προς τα πάθη μας το ορθόν μέτρον δι' έκαστον, όλα δε αυτά φαίνονται

ανθρώπινα. Μερικά μάλιστα φαίνονται ότι προέρχονται από το σώμα, και

εις πολλά φαίνεται ότι εξοικειώθη με τα πάθη η ηθική αρετή. Ακόμη δε

και η φρόνησις συνεδέθη με την ηθικήν αρετήν, και αυτή πάλιν με την

φρόνησιν, αφού αι μεν αρχαί της φρονήσεως είναι σύμφωνοι με τας

ηθικάς αρετάς, το δε ορθόν μέτρον των ηθικών συμφωνεί με την

φρόνησιν. Ίσως δε αυταί, αφού είναι συνηρμοσμέναι με τα πάθη,

περιστρέφονται εις το σύνθετον. Και βεβαίως αι αρεταί του συνθέτου

είναι ανθρώπινοι. Επομένως ανθρώπινος είναι και ο σύμφωνος με αυτάς

βίος και η ομοία ευτυχία, ενώ η αρετή του νου είναι χωρισμένη. Και

βεβαίως είναι αρκετά αυτά περί αυτής, διότι αι λεπτομέρειαι είναι

ανώτεραι από το προκείμενον θέμα. Φαίνεται δε ότι και από την

εξωτερικήν βοήθειαν έχει πολύ ολίγην ανάγκην ή τουλάχιστον

ολιγωτέραν παρά η ηθική. Δηλαδή ναι μεν των απολύτως αναγκαίων

ημπορούμεν να δεχθώμεν ότι υπάρχει ανάγκη και εις τας δύο και

μάλιστα εξ ίσου, αν και περισσότερον φροντίζει διά το σώμα ο

πολιτικός (ηθικολόγος) και δι' όσα είναι σχετικά ― διότι είναι μικρά

η διαφορά, αν υπάρχη ― ως προς τας ενεργείας όμως έχουν μεγάλην

διαφοράν, λόγου χάριν εις μεν τον φιλελεύθερον θα χρειασθούν χρήματα

διά να εφαρμόση την γενναιοδωρίαν του, και βεβαίως και εις τον

δίκαιον διά να ανταποδίδη ― διότι αι απλαί προαιρέσεις είναι

αφανείς, και ημπορούν να προσποιούνται και όσοι δεν είναι δίκαιοι

ότι θέλουν να εκτελούν τα δίκαια ― και ο ανδρείος θα χρειασθή

δύναμιν, εάν πρόκειται να εκτελέση κάτι τι σύμφωνον με την αρετήν

του, και ο σώφρων θα χρειασθή εξουσίαν. Διότι πώς θα φανερωθή η

ιδιότης ή αυτού ή κανενός από τους άλλους; Διαφιλονικείται δε, αν

είναι σπουδαιότερον μέρος της αρετής η προαίρεσις ή αι πράξεις,

διότι αυτή συνίσταται και εις τα δύο. Και βεβαίως το τέλειον είναι

φανερόν ότι θα συνίσταται και εις τα δύο. Αλλά διά τας πράξεις

χρειάζεται πολλά πράγματα, και όσον αυταί είναι σπουδαιότεραι και

καλλίτεραι, τόσον περισσότερα χρειάζεται, θεωρητικώς όμως δεν

χρειάζεται τίποτε από αυτά διά να ενεργή τουλάχιστον, αλλά

ημπορούμεν να ειπούμεν μάλιστα ότι τα άλλα είναι και εμποδιστικά διά

την θεωρίαν. Καθόσον όμως είναι άνθρωπος και συζή με περισσοτέρους

προτιμά να πράττη τα σύμφωνα με την αρετήν, επομένως θα χρειασθή

αυτά διά να φέρεται ως άνθρωπος. Ότι όμως η τελεία ευτυχία είναι

κάποια θεωρητική ενέργεια, ημπορεί να εννοηθή και από το εξής.

Δηλαδή τους θεούς προ πάντων τους θεωρούμεν μακαρίους και ευτυχείς.

Αλλά τόρα ποίας πράξεις πρέπει να αποδώσωμεν εις αυτούς; Άραγε τας

δικαίας; Ή μήπως θα μας φανούν γελοίοι, αν κάμνουν συναλλαγάς και

επιστρέφουν παρακαταθήκας και όλα τα παρόμοια;

Αλλά μήπως τας ανδρείας πράξεις θα αποδώσωμεν εις αυτούς και ότι

υποφέρουν τα επίφοβα και ότι ριψοκινδυνεύουν, διότι αυτό είναι

ένδοξον πράγμα; Ή μήπως τας ελευθεριότητας; Αλλά εις ποίον θα

δωρίσουν; Είναι δε ακόμη και παράλογον να νομίζωμεν ότι και αυτοί

έχουν νόμισμα ή κάτι τι παρόμοιον. Αν δε είναι σώφρονες, τι θα

κάμουν; Ή μήπως είναι οχληρός έπαινος το ότι δεν έχουν ποταπάς

επιθυμίας; και εν γένει, αν εξετάσωμεν όλας τας πράξεις, θα φανούν

μικραί και ανάξιαι των θεών. Και όμως όλοι πιστεύουν δι' αυτούς ότι

ζουν, επομένως και ότι ενεργούν, και όχι βεβαίως ότι κοιμώνται καθώς

ο Ενδυμίων. Και λοιπόν εις τον έχοντα ζωήν, όταν αφαιρεθή η πράξις

και πολύ περισσότερον η δημιουργία, τι άλλο μένει παρά η θεωρία;

Επομένως η ενέργεια του θεού, η οποία υπερέχει κατά την μακαριότητα,

φαίνεται ότι είναι θεωρητική. Αλλά και από τας ανθρωπίνους ενεργείας

ευτυχέστατη είναι η όσον το δυνατόν συγγενής με αυτήν.

Απόδειξις δε τούτου είναι και ότι τα άλλα ζώα δεν μετέχουν της

ευτυχίας, διότι είναι εντελώς εστερημένα της τοιαύτης ενεργείας.

Δηλαδή εις μεν τους θεούς ολόκληρος ο βίος είναι αξιομακάριστος,

διότι η ενέργεια των είναι τοιούτου είδους, εις τους ανθρώπους όμως

είναι αξιομακάριστος, εφ' όσον υπάρχει εις αυτούς κάποιον ομοίωμα

της τοιαύτης ενεργείας. Εκ δε των άλλων ζώων κανέν δεν ευτυχεί,

διότι κατ' ουδένα τρόπον δεν μετέχει της θεωρίας. Επομένως, όπου

εξαπλούται η θεωρία, εκεί υπάρχει και η ευτυχία, και όσοι έχουν

περισσοτέραν την θεωρίαν, έχουν και την ευτυχίαν όχι κατά σύμπτωσιν,

αλλά εξ αιτίας της θεωρίας, διότι αυτή είναι πολύτιμος καθ' εαυτήν.

Επομένως η ευτυχία θα είναι κάποια θεωρία.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Θ'.

&Η ευτυχία και τα εξωτερικά αγαθά&. ― θα χρειασθή όμως και την

εξωτερικήν ευτυχίαν, αφού είναι άνθρωπος. Διότι δεν είναι αυτάρκης η

φύσις διά την θεωρίαν, αλλά χρειάζεται και το σώμα να είναι υγιές

και να υπάρχη η τροφή και όλη η περιποίησις. Αλλά δεν πρέπει να

νομίσωμεν ότι θα έχη πολλάς και μεγάλας ανάγκας ο ευτυχής, εκ του

ότι δεν είναι δυνατόν να είναι ευτυχής χωρίς εξωτερικά αγαθά. Διότι

η αυτάρκεια δεν συνίσταται εις την υπερβολήν ούτε ημπορεί να κριθή

από τας πράξεις. Και είναι βεβαίως δυνατόν και χωρίς να εξουσιάζη

κανείς γην και θάλασσαν να εκτελή τα καλά. Διότι και με μέτρια μέσα

ημπορεί κανείς να εξασκή την αρετήν. Τούτο δε είναι δυνατόν να

εννοηθή καθαρά. Διότι τα άτομα φαίνονται ότι εκτελούν τα πρέποντα

όχι ολιγώτερον από τους πανισχύρους, αλλά και περισσότερον ακόμη.

Είναι δε αρκετόν να υπάρχουν τόσα μόνον. Διότι τότε θα είναι ευτυχής

ο βίος εκείνου, όστις ενεργεί συμφώνως με την αρετήν. Και ο Σόλων δε

ακόμη ίσως εχαρακτήριζε καλώς τους ευτυχείς, λέγων ότι τοιούτοι

είναι όσοι έχουν μέτρια εξωτερικά χορηγήματα, αφού όμως εκτελέσουν

όσον είναι δυνατόν τα λαμπρότερα κατά την γνώμην του και ζήσουν

σωφρόνως. Διότι είναι δυνατόν και όσοι έχουν μέτρια να κάμνουν ό,τι

πρέπει. Φαίνεται δε ότι και ο Αναξαγόρας δεν εθεώρησε πλούσιον ούτε

πανίσχυρον τον ευτυχή, και είπε ότι δεν είναι παράδοξον να νομισθή

παράλογος εις τους περισσοτέρους. Διότι αυτοί κρίνουν από τα

εξωτερικά, επειδή αυτά μόνον αντιλαμβάνονται. Επομένως φαίνεται ότι

συμφωνούν με τους λόγους μας αι γνώμαι των σοφών. Λοιπόν είναι μεν

και αυτά κάπως πιστευτά, η αλήθεια όμως εις τα εκτελεστά κρίνεται

από τα έργα και τον βίον. Διότι εις αυτά έγκειται η σπουδαιότης.

Λοιπόν πρέπει να προσέχωμεν εις όσα ελέχθησαν προηγουμένως, και να

τα εφαρμόζωμεν εις τα έργα και τον βίον, και εις όσους μεν συνάδουν

με τα έργα να τα παραδεχώμεθα, εις όσους δε διαφωνούν να τα

θεωρούμεν απλώς λόγια. Όστις δε ενεργεί συμφώνως με τον νουν, και

αυτόν καλλιεργεί και είναι εις καλλίστην διάθεσιν, ως προς αυτό,

φαίνεται ότι είναι και θεοφιλέστατος. Διότι, εάν υπάρχη κάποια

φροντίς εις τους θεούς διά τα ανθρώπινα, καθώς φαίνεται να υπάρχη,

τότε θα είναι λογικόν να ευχαριστούνται αυτοί με το άριστον και

συγγενέστατον ― τούτο δε ίσως είναι ο νους ― και προ πάντων

ανταμείβουν εκείνους οι οποίοι προ πάντων αυτόν αγαπούν και τιμούν,

διότι αυτοί περιποιούνται πράγματα αγαπητά εις αυτούς και κάμνουν

ορθά και καλά. Ότι δε όλα αυτά υπάρχουν προ πάντων εις τον σοφόν δεν

είναι δυσνόητον, ώστε είναι επόμενο, ο ίδιος άνθρωπος να είναι

θεοφιλέστατος και συγχρόνως ο ευτυχέστατος. Ώστε και με αυτόν τον

τρόπον ίσως αποδεικνύεται ευτυχής προ πάντων ο σοφός.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ι'.

Ηθικά Νικομάχεια, Τόμος Δεύτερος · 第 7 / 8 段