&Διά την αρετήν δεν αρκεί απλή θεωρία, αλλά απαιτείται και πράξις&.

― Αλλά τόρα, αφού είπαμεν αρκετά περί αυτών και περί των αρετών,

προσέτι δε και περί φιλίας και ηδονής εις γενικάς γραμμάς, άραγε

πρέπει να νομίσωμεν ότι ετελείωσε το ζήτημα μας; Ή μήπως, καθώς

λέγεται, δεν είναι τέλος εις τα εκτελεστά το να ερευνήσωμεν τα

καθέκαστα και να τα εννοήσωμεν, αλλά μάλλον να τα εκτελούμεν;

Επομένως και περί της αρετής μήπως δεν αρκεί να την γνωρίζωμεν, αλλά

πρέπει να προσπαθήσωμεν να την αποκτήσωμεν και να την

μεταχειριζώμεθα ή να φροντίσωμεν με οποιονδήποτε άλλον τρόπον να

γίνωμεν αγαθοί; και λοιπόν, εάν οι λόγοι ήσαν αρκετοί διά να μας

καταστήσουν καλούς, δικαίως θα εκέρδιζαν πολλούς και μεγάλους

μισθούς, καθώς λέγει ο Θέογνις, και τότε θα ήτο ανάγκη να τους

προμηθευώμεθα. Τόρα όμως αποδεικνύονται ότι έχουν μεν την δύναμιν να

προτρέψουν και παρακινήσουν τους ευγενείς από τους νέους και να

καταστήσουν το ευγενές και πραγματικώς φιλοπρόοδον ήθος κατάμεστον

από αρετήν, τους περισσοτέρους όμως δεν ημπορούν να τους προτρέψουν

εις την καλοκαγαθίαν. Διότι αυτοί δεν επλάσθησαν να υποτάσσωνται

πειθαρχικώς εις την εντροπήν αλλά εις τον φόβον, ούτε να αποφεύγουν

τας χυδαιότητας από αίσχος αλλά ένεκα της τιμωρίας. Διότι ζουν με τα

πάθη των και επιζητούν τας σχετικάς ηδονάς και τα μέσα τα οποία

φέρουν αυτάς, αποφεύγουν δε τας αντιθέτους λύπας, το δε καλόν και

πραγματικώς ηδονικόν δεν το αντιλαμβάνονται, διότι δεν το

εδοκίμασαν. Και λοιπόν τους τοιούτους ποίος λόγος ημπορεί να τους

μεταρρυθμίση; Διότι είναι αδύνατον, ή δεν είναι εύκολον, όσα από

καιρόν εκυριεύθησαν από τα ήθη, αυτά να τα εκτοπίσωμεν με λόγους.

Ίσως δε είναι αρκετόν το να αποκτήσωμεν αρετήν, όταν έχωμεν όλα τα

μέσα διά να γίνωμεν καλοί. Νομίζουν δε άλλοι μεν ότι οι αγαθοί

γεννώνται πλασμένοι εκ φύσεως, άλλοι δε ότι γίνονται με την

συνήθειαν, και άλλοι ότι γίνονται με την διδασκαλίαν. Και λοιπόν παν

ό,τι εξαρτάται από την φύσιν, είναι φανερόν ότι δεν είναι εις την

εξουσίαν μας, αλλά ευρίσκεται εις τους πραγματικώς ευτυχείς διά

μέσου κάποιας θείας αιτίας, ο λόγος όμως και η διδαχή ας προσέξωμεν

μήπως δεν ισχύουν εις όλους, αλλά πρέπει να επεξεργασθώμεν

προηγουμένως την ψυχήν του ακροατού εις το να ευχαριστήται και να

μισή ορθώς, καθώς επεξεργαζόμεθα το χώμα, οποίον πρόκειται να θρέψη

τον σπόρον. Διότι δεν είναι δυνατόν να ακούση λόγον αποτρεπτικόν

ούτε να τον εννοήση όστις ζη με τα πάθη του. Και εκείνον όστις ούτω

πως διάκειται, πώς είναι δυνατόν να τον μεταπείσωμεν; Εν γένει δε

φαίνεται ότι το πάθος δεν υποχωρεί εις τον λόγον, αλλά εις την βίαν.

Επομένως πρέπει το προϋπάρχον ήθος να είναι κάπως συγγενικόν με την

αρετήν, και να αγαπά το καλόν και να αποτροπιάζεται το άσχημον.

Έπειτα δε εκ παιδικής ηλικίας να λάβη κανείς καλήν αγωγήν διά την

αρετήν είναι δύσκολον, όταν δεν μεγαλώση με αναλόγους νόμους. Διότι

η σωφρονική και εγκρατής ζωή δεν αρέσει εις τους πολλούς, και

μάλιστα εις τους νέους. Διά τούτο οι νόμοι πρέπει να ορίζουν την

ανατροφήν και τας ασχολίας. Διότι δεν θα είναι ενοχλητικά, όταν

συνηθισθούν. Ίσως όμως δεν είναι αρκετόν ενόσω είναι νέοι να

απολαύσουν ανατροφήν και επιμέλειαν ορθήν, αλλά επειδή χρειάζεται

και όταν γίνουν άνδρες να εκτελούν αυτά και να εξασκούνται, ίσως θα

είχαμεν ανάγκην νόμων και δι' αυτά, και εν γένει δι' όλην την ζωήν.

Διότι οι περισσότεροι υποτάσσονται μάλλον εις την ανάγκην παρά εις

τον λόγον, και μάλλον εις την τιμωρίαν παρά εις το καλόν. Διά τούτο

νομίζουν μερικοί, ότι οι νομοθέται οφείλουν μεν να παρακινούν και να

προτρέπουν εις την αρετήν χάριν του καλού, με την ελπίδα ότι θα

υπακούσουν όσοι είναι εκ των προτέρων καθώς πρέπει εις τα ήθη, εις

τους απειθείς όμως και αβελτέρους να επιβάλλουν τιμωρίας και

αποζημιώσεις, και όσοι είναι εντελώς αθεράπευτοι να τους εξορίζουν.

Διότι όστις είναι καθώς πρέπει και ζη συμφώνως με το καλόν θα

υποταχθή εις τον λόγον, ο κακός όμως, ο οποίος επιθυμεί την ηδονήν

μόνον, πρέπει να τιμωρήται με την λύπην, καθώς το ζώον. Διά τούτο

λέγουν ότι πρέπει να επιβάλλωνται αι ενοχλήσεις εκείναι, αι οποίαι

φαίνονται πλειότερον αντίθετοι εις τας αγαπωμένας από αυτούς ηδονάς.

&Η ανάγκη της νομοθεσίας&. ― Αφού λοιπόν όστις πρόκειται να γίνη

αγαθός, καθώς είπαμεν, πρέπει να ανατραφή και να συνηθίση καλά, τότε

ομοίως πρέπει να ζη με καλάς ασχολίας και ούτε ακουσίως ούτε

εκουσίως να πράττη ποταπάς πράξεις. Αυτά δε ημπορούν να γίνουν, όταν

ζουν με τον νουν και με ορθήν διάταξιν, η οποία να υπερισχύη. Και

λοιπόν η μεν πατρική προσταγή δεν έχει χαρακτήρα ισχυρόν και

αναγκαστικόν ούτε γενικώς η προσταγή ενός ανδρός, εκτός αν είναι

βασιλεύς ή κάποιος όμοιος με βασιλέα. O νόμος όμως έχει δύναμιν

καταναγκαστικήν, και είναι λόγος προερχόμενος από κάποιαν φρόνησιν

και νουν. Και από μεν τους ανθρώπους οι νέοι μεν μισούν εκείνους οι

οποίοι εναντιόνονται εις τας ορμάς των, και όταν εκτελούν αυτό το

καθήκον ορθώς. O νόμος όμως δεν είναι οχληρός, όταν διατάσση το

ορθόν. Μόνον δε εις το πολίτευμα των Λακεδαιμονίων και ολίγα άλλα

φαίνεται ότι ο νομοθέτης εφρόντισε περί της ανατροφής και των

ασχολιών. Εις τα περισσότερα όμως πολιτεύματα παρημελήθησαν τα

τοιαύτα, και έκαστος ζη καθώς θέλει, και εξουσιάζει τα παιδιά του

και την γυναίκα του ως Κύκλωψ {21}. Το καλλίτερον λοιπόν είναι να

γίνεται κοινή η επιμέλεια και ορθή, και να είναι δυνατόν να

εκτελήται τούτο. Όταν όμως το κοινόν παραμελή, φαίνεται ότι οφείλει

έκαστος να συντελή διά τα τέκνα του και τους φίλους του ως προς την

αρετήν, ή τουλάχιστον να έχη προαίρεσιν. Κυρίως δε φαίνεται από όσα

είπαμεν ότι θα ημπορέση να το εκτελέση εάν γίνη νομοθέτης. Διότι αι

μεν κοιναί επιμέλειαι είναι φανερόν ότι γίνονται με τους νόμους,

καλαί όμως είναι αι γενόμεναι με τους σπουδαίους νόμους. Είτε όμως

είναι γραπτοί είτε άγραφοι, δεν φαίνεται να έχη καμμίαν σημασίαν,

ούτε πάλιν αν με αυτούς θα ανατραφή ένας ή πολλοί, καθώς δεν έχει

σημασίαν τούτο ούτε εις την μουσικήν και την γυμναστικήν και τας

άλλας ασχολίας. Διότι καθώς εις τας πόλεις κατισχύουν τα νόμιμα και

τα ήθη, ομοίως και εις τας οικογενείας κατισχύουν οι πατρικοί λόγοι

και αι συνήθειαι, και πολύ περισσότερον εξ αιτίας της συγγενείας και

των ευεργεσιών. Διότι και εκ των προτέρων τους σέβονται και

υποτάσσονται εκ φύσεως• Έπειτα έχουν διαφοράν αι ατομικαί ανατροφαί

από τας κοινάς, καθώς συμβαίνει εις την ιατρικήν. Δηλαδή γενικώς μεν

εις τον θερμασμένον ωφελεί η νηστεία και η ησυχία, εις κάποιον όμως

όχι, και πάλιν ο πυγμάχος ίσως δεν εφαρμόζει εις όλους την ιδίαν

τακτικήν. Ίσως λοιπόν τελειοποιείται το καθέκαστον, όταν γίνη

ατομική η επιμέλεια. Διότι τότε περισσότερον επιτυγχάνει το ανάλογον

έκαστος. Αλλά ίσως μεν ημπορεί κάλλιστα να επιμεληθή έκαστον άτομον

και ο ιατρός και ο γυμναστής, και πας άλλος ο οποίος γνωρίζει το

γενικόν το οποίον εφαρμόζεται εις όλους, παρά εις τούτους εδώ, διότι

αι επιστήμαι λέγονται και περιστρέφονται εις κοινά πράγματα. Ουχ

ήττον όμως ίσως δεν είναι δύσκολον να επιμεληθή και ένα μόνον όστις

είναι ανεπιστήμων, αφού αντελήφθη όμως με ακρίβειαν εκ πείρας όσα

συμβαίνουν εις έκαστον, καθώς και μερικοί φαίνονται ότι είναι

κάλλιστοι ιατροί διά τον εαυτόν των, ενώ δια τους άλλους δεν

ημπορούν να βοηθήσουν διόλου. Ίσως λοιπόν νομισθή εξ ίσου ορθόν ότι,

όστις θέλει να γίνη τεχνικός και θεωρητικός, πρέπει να προχωρήση εις

τα γενικά, και να γνωρίση αυτά όσον είναι δυνατόν. Διότι είπαμεν ότι

εις αυτά περιστρέφονται αι επιστήμαι. Ίσως λοιπόν και όστις θέλει να

βελτιώση με την επιμέλειάν του είτε πολλούς είτε ολίγους, πρέπει να

προσπαθήση να γίνη νομοθέτης, αφού με τους νόμους ημπορούμεν να

γίνωμεν αγαθοί. Διότι το να διαθέσωμεν καλώς ένα οποιονδήποτε και

αυτόν που μας προτείνουν, δεν είναι έργον του τυχόντος, αλλά εάν

κατ' αρχήν ανήκη εις κάποιον, ανήκει εις τον έμπειρον, καθώς

συμβαίνει εις την ιατρικήν και εις τα άλλα έργα όσα έχουν διά κάποια

πράγματα φροντίδα και φρόνησιν.

&Πως γίνονται οι νομοθέται&. ― Λοιπόν μήπως τόρα πλέον πρέπει να

εξετάσωμεν από πού και πώς ημπορεί κανείς να γίνη νομοθέτης; Ή

μήπως θα γίνη από τους πολιτικούς, καθώς συμβαίνει και εις τα άλλα;

Διότι είπαμεν ότι η ηθική είναι ένα μέρος της πολιτικής. Ή μήπως δεν

υπάρχει ομοιότης μεταξύ της πολιτικής και των άλλων επιστημών και

δυνάμεων; Διότι εις μεν τα άλλα έργα φαίνεται ότι οι ίδιοι άνθρωποι

παραδίδουν (διδάσκουν) τας δυνάμεις, και οι ίδιοι ενεργούν με αυτάς,

καθώς λόγου χάριν οι ιατροί και οι ζωγράφοι. Τα πολιτικά όμως

υπόσχονται μεν ότι τα διδάσκουν οι σοφισταί, δεν τα εκτελεί όμως

κανείς από αυτούς, αλλά οι πολιτευόμενοι, οι οποίοι φαίνονται ίσως

ότι εκτελούν τούτο μάλλον με κάποιαν δύναμιν και πείραν, παρά με

νουν. Δηλαδή δεν φαίνεται ούτε να γράφουν ούτε να ομιλούν περί των

τοιούτων ― μολονότι ίσως ήτο καλλίτερον αυτά να λέγουν, παρά λόγους

δικανικούς και δημηγορικούς. Εξ άλλου δε πάλιν δεν φαίνονται να

κατέστησαν πολιτικούς τους υιούς των. Και όμως τούτο ήτο εύλογον,

εάν ήσαν ικανοί. Δηλαδή ούτε διά την πατρίδα των θα είχαν να αφήσουν

άλλο τίποτε καλλίτερον από αυτό, ούτε οι ίδιοι θα ήθελαν να έχουν

άλλο τίποτε παρά αυτήν την δύναμιν, αλλ' ούτε βεβαίως οι προσφιλείς

των. Φαίνεται όμως ότι δεν συντελεί ολίγον η εμπειρία. Διότι αλλέως

δεν θα ανεδεικνύοντο μάλλον διά της εμπειρίας οι πολιτικοί. Διά

τούτο όσοι θέλουν να σπουδάσουν πολιτικήν, φαίνεται ότι έχουν

ανάγκην πείρας. Από τους σοφιστάς όμως όσοι ρεκλαμάρονται ως

διδάσκαλοι, φαίνεται ότι είναι πολύ μακράν διά να διδάξουν αυτήν.

Διότι δεν γνωρίζουν εντελώς ούτε τι είναι ούτε εις ποία

περιστρέφεται. Διότι άλλως δεν θα την εθεωρούσαν το ίδιον με την

ρητορικήν ούτε χειροτέραν. Ούτε πάλιν θα ενόμιζαν ότι είναι εύκολον

να νομοθετήση κανείς, εάν συναθροίση νόμους δοκίμους. Διότι λέγουν

ότι πρόκειται να εκλέξη κανείς τους καλλιτέρους, ωσάν να μη είναι

ούτε η εκλογή έργον συνέσεως, και ως να μη είναι σπουδαιότατον το να

κρίνη κανείς ορθώς, καθώς γίνεται εις την μουσικήν. Δηλαδή οι

έμπειροι εις έκαστον πράγμα κρίνουν ορθώς τα έργα, και

αντιλαμβάνονται τα μέσα και τον τρόπον της εκτελέσεώς των, και ποία

με ποία συμφωνούν. Οι δε πρωτόπειροι είναι αρκετόν να μη απατώνται,

αν έγινε καλώς ή κακώς το έργον, καθώς όταν πρόκειται περί

ζωγραφικής. Οι δε νόμοι ομοιάζουν με τα πολιτικά έργα. Πώς λοιπόν με

αυτούς ημπορεί κανείς να γίνη νομοθέτης ή να κρίνη τους καλλιτέρους;

Διότι φαίνεται ότι και οι ιατροί δεν καταρτίζονται με τα

συγγράμματα. Και όμως προσπαθούν βεβαίως όχι μόνον να λέγουν τας

συνταγάς, αλλά και πώς είναι δυνατόν να θεραπευθή κανείς και πώς

πρέπει να νοσηλευθή έκαστος, χωρίζοντες τας κράσεις. Αυτά όμως εις

μεν τους εμπείρους φαίνεται ότι είναι ωφέλιμα, εις δε τους αμαθείς

είναι άχρηστα. Ίσως λοιπόν και των νόμων και των πολιτευμάτων αι

συλλογαί είναι χρήσιμοι εις τους δυναμένους να συλλογισθούν και να

κρίνουν τι είναι καλόν ή τι δεν είναι, και ποία με ποία

προσαρμόζονται. Εις όσους όμως χωρίς άσκησιν εξετάζουν αυτά, η μεν

ορθή κρίσις δεν είναι δυνατόν να υπάρξη, εκτός βεβαίως ως αυτόματος,

να γίνουν όμως εις αυτά περισσότερον συνετοί δεν είναι απίθανον.

Επειδή λοιπόν {22} οι προκάτοχοι μας παρέλειψαν ανεξερεύνητον το

ζήτημα της νομοθεσίας, ίσως είναι καλόν να εξετάσωμεν ημείς αυτό, εν

γένει δηλαδή περί πολιτεύματος, διά να τελειοποιηθή όσον είναι

δυνατόν η φιλοσοφία η περιστρεφομένη εις τα ανθρώπινα. Και λοιπόν

πρώτον μεν εάν μονομερώς ελέχθη τίποτε από τους προγενεστέρους, ας

προσπαθήσωμεν να το διέλθωμεν, έπειτα από την συλλογήν των

πολιτευμάτων ας προσπαθήσωμεν να εννοήσωμεν ποία σώζουν και

καταστρέφουν τας πόλεις, και ποία έκαστον πολίτευμα, και διά ποίας

αιτίας άλλαι μεν έχουν πολίτευμα καλόν, άλλαι δε αντιθέτως. Διότι,

όταν εννοηθούν αυτά, ίσως εννοήσωμεν και ποίον πολίτευμα είναι το

καλλίτερον και ποίαν διάταξιν εκάστη πόλις και ποίους νόμους και

έθιμα μεταχειρίζεται. Ας ομιλήσωμεν λοιπόν από την αρχήν.

Τ Ε Λ Ο Σ

[Τα παροράματα των σελίδων 188-189 έχουν διορθωθεί. Η διόρθωση του

κεφαλαίου Θ’ δεν έχει γίνει]

ΠΡΟΣΘΗΚΑΙ και ΠΑΡΟΡΑΜΑΤΑ

Σελ. 7 Στ. 2 έννοια (ιδέα) του αγαθού.

7 » 23 να είναι κανέν κοινόν.

76 » 33 να ευχαριστήται, με κανέν

78 » 1 εφαρμογή της ακολασίας.

79 3 &Ελευθεριότης& (φιλελευθερία, γενναιότης,

γενναιοδωρία ανδρείου, ευγένεια).

» 188 » 21 ούτε η ιδία διάθεσις.

» 189 » 3 να ζη ηδονικώς.

» 189 » 6 αφού δεν είναι ούτε η ηδονή.

» 189 » 19 εις όσας δε υπάρχει.

» 240 εις το κεφάλαιον Θ' προσθετέον το περιεχόμενον: Η

φιλία της ισότητος δεν είναι ομοία προς το δίκαιον.

Η Σειρά των Αρχαίων Ελλήνων Συγγραφέων, των Εκδόσεων Φέξη, υπήρξεν

ένας σταθμός στα ελληνικά χρονικά. Για πρώτη φορά προσφερόταν

συστηματικά στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό, η αρχαία ελληνική σκέψη

(ιστορία, φιλοσοφία, ποίηση, δράμα, δικανικός και πολιτικός λόγος)

σε δημιουργικές μεταφορές της, από τους άριστους μεταφραστές του

τόπου, στην πιο σύγχρονη μορφή που πήρε εξελισσόμενο το γλωσσικό της

όργανο. O Όμηρος, οι Τραγικοί κι ο Αριστοφάνης, ο Ηρόδοτος, ο

Θουκυδίδης, ο Πλάτων, ο Ξενοφών, ο Αριστοτέλης, ο Θεόκριτος, ο

Θεόφραστος, ο Επίκτητος, ο Πλούταρχος, ο Λουκιανός κλπ. προσφέρονται

και σήμερα, στις κλασικές πια μεταφράσεις των Πολυλά, Ραγκαβή,

Μωραϊτίδη, Κονδυλάκη, Ποριώτη, Γρυπάρη, Τανάγρα, Πολέμη, Καμπάνη,

Καζαντζάκη, Βάρναλη, Αυγέρη, Βουτιερίδη, Ζερβού, Φιλαδελφέως,

Τσοκόπουλου, Σιγούρου, Κ. Χρηστομάνου κλπ, σε μια σύγχρονη σειρά

εκδόσεων βιβλίου τσέπης, πράγμα που επίσης γίνεται για πρώτη φορά,

συστηματικά, στην Ελλάδα.

Ηθικά Νικομάχεια είναι το νεωτεριστικόν έργον του, εις το οποίον

εξετάζονται, αναλύονται και διατυπούνται από θεωρητικής συνάμα και

πρακτικής απόψεως αι αρχαί της κοινωνικής και της ατομικής ηθικής.

Η μετάφρασις φιλολογική και σαφής υπό του κ. Κ. Ζάμπα.

ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΠΩΛΗΣΙΣ

ΛΑΔΙΑΣ ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε.

ΙΠΠΟΚΡΑΤΟΥΣ 22 - ΤΗΛ. 614.686, 634.506

ΤΙΜΑΤΑΙ ΔΡΧ. 10

***

1} Ιδέ Βιβλίον Κ.

2} O Ηράκλειτος επεκρίνετο εις την αρχαιότητα διά τας δογματικάς του

γνώμας, αι οποίαι ήτο αδύνατον να αποδειχθούν επιστημονικώς. O

Πλάτων όμως με λεπτότητα παρουσιάζει τα ιδικά του δόγματα υπό μορφήν

μύθου.

3} Ο Αριστοτέλης ετυμολογεί το μακάριος από το μάλιστα χαίρειν =

μεγαχάριος.

4} Γίνεται υπαινιγμός εις τον γνωστότατον στίχον του Ησιόδου «Έργα»

25 : «κεραμεύς κεραμεί κοτέει»...

5} O αρχαίος λαϊκός στίχος λέγει : Πολλάς δη φιλίας απροσηγορία

διέλυσεν.

6} Ούτως ωνομάζετο η δημοκρατία, ως το κατ' εξοχήν πολίτευμα των

Αθηνών.

7} Ησιόδ. Έργα 368 : «Μισθός δ' ανδρί φίλω ειρημένος άρκιος έστω».

8} Εις το χωρίον τούτο ο Αριστοτέλης συγχρόνως με την αντίθεσιν της

ερμηνείας της λέξεως «ομονοείν» πλατωνικώτατα και κομψώς συνδυάζει,

και την αντίθεσιν των ετυμολογιών, και αντιτάσσει την εσφαλμένην

ετυμολογίαν αυτής, δηλ. το : «αυτώ ευ νοείν», εις την ορθήν δηλ. το

: «εν τω αυτώ νοείν». Προς τούτο όμως έλαβε την ανάγκην να χωρίση το

«νοείν» από το μόριον «ευ» διά να εννοήται απλούν και εις την

δευτέραν φράσιν. Τούτο δε παρενόησαν οι αντιγραφείς και διά τούτο

έχομεν τας γραφάς «ευνοείν» και «εννοείν».

9} Η ιδία παρεξήγησις αλλά μεγαλιτέρα καταστροφή συνέβη εις το

χωρίον τούτο, όπου ο Αριστοτέλης ετυμολογεί ακριβέστερον τα

ομονοούσιν. (ομο-νο-ούντες), ως τρισύνθετον εκ του «εν τω αυτώ ( ιδέ

και σημ. 1 ) νω-όντες». Ότι δε πρόκειται περί ετυμολογικής

ερμηνείας, το δεικνύει το «ως ειπείν» (=τρόπον τινά). Τούτο

παρανοήσαντες τελείως οι αντιγραφείς κατεσκεύασαν το

σολοικοειδέστατον «επί των αυτών όντες».

10} Γίνεται υπαινιγμός εις στίχους αγνώστους του Επιχάρμου.

11} Ευριπίδου Ορέστης στ. 667.

12} Εννοεί τον στίχον : «εσθλών μεν γαρ απ' εσθλά διδάξεαι» (=από

τους καλούς θα διδαχθής καλά διδάγματα.

13} Πρόκειται περί του δόγματος, των Πυθαγορείων, ότι το κακόν είναι

ιδιότης του απεράντου, το δε αγαθόν του περατωμένου.

14} Δικαίως η φράσις αυτή θεωρείται ως ισοδύναμος προς το του

Καρτεσίου : cogito, ergo sum,=νοώ, άρα υπάρχω.

15} Ούτως ερμηνεύομεν το «εν τω αυτώ» ως και εν σελ. 231 [σημ. 9]

16} Αι σημεριναί μεγαλοπόλεις δεν παρέχουν μεν στενήν γνωριμίαν όλων

των πολιτών χάριν της τελείας αυτής ενότητος, αλλ' όμως τα μέσα της

συγκοινωνίας του σημερινού πολιτισμού αρκετά καλά αναπληρόνουν

αυτήν.

17} Σοφ. Οιδ. Τύραννος 1061.

18} Φίληβος 60 c.

19} O Αριστοτέλης γνωρίζει κάλλιστα την πνευματικήν όρεξιν _(ειδέναι

ορέγεται)_, εδώ όμως δεν την αναγνωρίζει ως έλλειψιν και λύπην.

20} Φυσική ακρόασις. Βιβλίον 3.

21} Οδύσσεια, Α. 114―115.

22} Ο παρών επίλογος συνδέει τα Ηθικά Νικομάχεια προς τα Πολιτικά ως

μέρος πρώτον προς μέρος δεύτερον ενιαίου συγγράμματος.

Ηθικά Νικομάχεια, Τόμος Δεύτερος · 第 8 / 8 段