δυστυχίαν& ― Αλλ' άραγε εις τας ευτυχίας χρειάζονται περισότερον οι
φίλοι, ή εις τας δυστυχίας; Διότι και εις τας δύο περιπτώσεις είναι
περιζήτητοι. Δηλαδή και όσοι ατυχούν, έχουν ανάγκην βοηθείας, και
όσοι ευτυχούν έχουν ανάγκην από συντρόφους και από ανθρώπους τους
οποίους να ευεργετήσουν. Διότι έχουν επιθυμίαν να ευεργετούν. Και
λοιπόν οι φίλοι είναι αναγκαιότατοι εις τας δυστυχίας, και διά τούτο
εις αυτάς χρειάζονται οι φίλοι της χρησιμότητος, καλλίτεροι όμως
είναι εις τας ευτυχίας και διά τούτο έκαστος ζητεί τους καλούς. Και
είναι καλλίτερον αυτούς να ευεργετή και να συναναστρέφεται κανείς.
Διότι και μόνη η παρουσία αυτών των φίλων είναι ηδονική και εις τας
ευτυχίας και εις τας δυστυχίας. Δηλαδή ανακουφίζονται όσοι έχουν
λύπην, όταν συμπονούν και οι φίλοι των. Διά τούτο ίσως θέση κανείς
το ερώτημα, άραγε είναι ωσάν να σηκώνουν μαζί ένα βάρος, ή δεν
συμβαίνει αυτό, αλλά μόνον η παρουσία αυτών είναι ηδονική και η
συναίσθησις ότι τους συλλυπούνται ελαττώνει την λύπην των. Και
λοιπόν αν δι' αυτό ή διά κανένα άλλον λόγον ανακουφίζονται, ας το
αφήσωμεν κατά μέρος. Οπωσδήποτε όμως φαίνεται ότι είναι γεγονός,
αυτό που είπαμεν. Φαίνεται δε ότι η παρουσία αυτών είναι κάπως
ανάμικτος. Δηλαδή το να βλέπη κανείς απλώς τους φίλους και μάλιστα
όταν ατυχή, είναι ηδονικόν και προξενεί κάποιαν βοήθειαν διά να μη
λυπήται ― διότι ο φίλος είναι παρηγορητικός και εις το βλέμμα και
με τους λόγους, όταν είναι επιτήδειος, διότι γνωρίζει το ήθος του
φίλου του και με ποία ευχαριστείται και λυπείται. ― Το να
αισθάνεται πάλιν όμως ότι αυτός λυπείται διά τας ιδικάς του ευτυχίας
είναι λυπηρόν. Διότι έκαστος αποφεύγει να γίνη αίτιος λύπης εις τους
φίλους του. Διά τούτο όστις μεν είναι ανδροπρεπής κατά την φύσιν,
αποφεύγει να μεταδίδη εις τους φίλους την λύπην του, και αν δεν
παρακάμνη την αποχήν των από την λύπην του, δεν ανέχεται όμως την
λύπην η οποία γεννάται εις εκείνους, και εν γένει δεν δέχεται
πλησίον συντρόφους των θρήνων του, διότι και ο ίδιος δεν είναι
κατάλληλος να θρηνή δι' εκείνους. Τα γύναια όμως και οι όμοιοι με
αυτά άνδρες ευχαριστούνται με εκείνους, οι οποίοι στενάζουν μαζί
των, και τους αγαπούν ως φίλους και πονετικούς.
Βεβαίως όμως πρέπει εις όλα να μιμούμεθα τον καλλίτερον. Η δε
παρουσία των φίλων εις τας ευτυχίας και την συναναστροφήν την
καθιστά ευχάριστον, και γεννά την συναίσθηση ότι ευχαριστούνται διά
τα αγαθά μας. Διά τούτο ίσως φανή ορθόν εις μεν τας ευτυχίας να
προσκαλούμεν προθύμως τους φίλους ― διότι είναι καλόν να είναι
κανείς ευεργετικός. Εις τας ατυχίας όμως ουχί με προθυμίαν ― διότι
πρέπει όσον το δυνατόν ολιγώτερον να μεταδίδωμεν τα κακά. Διά τούτο
είναι ορθόν το :
Φθάνει η δική μου συμφορά {17}....
Κυρίως δε πρέπει να τους προσκαλή κανείς, όταν πρόκειται ολίγον
στενοχωρούμενοι αυτοί να ωφελήσουν τον φίλον των μεγάλως. Ίσως δε
είναι ορθόν αντιστρόφως να πηγαίνη κανείς εις μεν τους ατυχούντας
απρόσκλητος και προθύμως ― διότι ιδιότης του φίλου είναι να
ευεργετή και προ πάντων τους ευρισκομένους εις ανάγκην, και αν ακόμη
δεν το εζήτησαν, διότι τούτο είναι και διά τους δύο καλλίτερον και
ηδονικώτερον. Εις δε τας ευτυχίας διά να συμπράξη μεν πρέπει να
πηγαίνη προθύμως ― διότι εις αυτό χρειάζονται οι φίλοι ― διά να
απολαύση όμως πρέπει να πηγαίνη απροθύμως ― διότι δεν είναι καλόν να
επιδιώκη προθύμως να ωφεληθή. Ίσως όμως πρέπει να προσέξωμεν μήπως
φανώμεν ότι δεν ευχαριστούμεθα με αυτόν, όταν τον αποφεύγωμεν. Διότι
αυτό συμβαίνει κάποτε. Επομένως η παρουσία των φίλων φαίνεται εις
όλας τας περιστάσεις προτιμοτέρα.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΒ'.
&Η συμβίωσις ως αληθής φιλία&. ― Αλλ' άραγε καθώς εις τους
ερωτευμένους, είναι αρεστότατον να βλέπουν, και προτιμούν
περισσότερον αυτήν την αίσθησιν από τας άλλας, διότι κυρίως με αυτήν
υφίσταται και γεννάται ο έρως, δεν είναι ομοίως και εις τους φίλους
προτιμοτέρα η συναναστροφή; Διότι η φιλία είναι επιμιξία. Και καθώς
κανείς φέρεται με τον εαυτόν του, ομοίως φέρεται και με τον φίλον
του. Ως προς τον εαυτόν του όμως είναι προτιμητέον το να αισθάνεται
ότι υπάρχει, επομένως και διά τον φίλον του το ίδιον συμβαίνει. Η δε
ενέργεια της αισθήσεως αυτής υφίσταται εις την συναναστροφήν,
επομένως ευλόγως επιθυμούν αυτήν. Και ό,τι χαρακτηρίζει την ύπαρξίν
των, ή ό,τι τους κάμνει να προτιμούν την ζωήν, εις αυτό θέλουν να
συναναστρέφονται τους φίλους των. Διά τούτο άλλοι μεν συμποσιάζουν,
άλλοι δε ταβλίζουν μαζί, άλλοι πάλιν γυμνάζονται μαζί και άλλοι
κυνηγούν ή φιλοσοφούν, και όλοι αυτοί περνούν τας ώρας των με εκείνο
το οποίον αγαπούν περισσότερον από όλα εις την ζωήν των. Διότι, αφού
θέλουν να περνούν μαζί με τους φίλους των, εκτελούν εκείνα και
συμμετέχουν με εκείνα, με όσα νομίζουν ότι υπάρχει συμβίωσις
αληθινή. Επομένως γίνεται η μεν φιλία των κακών κακή ― διότι
συμμετέχουν κακών πράξεων χωρίς να είναι σταθεροί, και έπειτα
γίνονται και κακοί, επειδή γίνονται όμοιοι μεταξύ των ― η δε φιλία
των καλών είναι καλή, διότι εποικοδομείται με τας συναναστροφάς.
Φαίνεται δε ότι αυτοί γίνονται καλλίτεροι, και διότι επενεργούν και
διορθόνουν ο είς τον άλλον. Διότι απανθίζουν από τους άλλους έκαστος
όσα του αρέσουν, διά τούτο είναι ορθόν το:
Απ' τους καλούς ωφέλιμα θα μάθης.
Αυτά λοιπόν είναι αρκετά περί φιλίας. Τόρα δε ίσως είναι κατάλληλον
να ομιλήσωμεν περί ηδονής.
ΒΙΒΛΙΟΝ Κ.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α'.
&Ηδονή.&
&Σπουδαιότης του ζητήματος&. ― Τόρα δε πλέον είναι καιρός να
ομιλήσωμεν περί ηδονής. Διότι φαίνεται ότι αυτή πολύ συνεδέθη με το
γένος μας, και διά τούτο εις την εκπαίδευσιν των νέων φροντίζουν να
τους πηδαλιουχήσουν με την ηδονήν και την λύπην. Φαίνεται ότι είναι
σπουδαιότατον και διά την χρηστότητα του ήθους το να ευχαριστούνται
με όσα πρέπει και να μισούν όσα πρέπει. Διότι αυτά διαρκούν εις όλην
την ζωήν, και εξασκούν ροπήν και δύναμιν διά την αρετήν και την
ευτυχισμένην ζωήν. Διότι τα μεν ηδονικά τα προτιμούν, τα δε λυπηρά
τα αποφεύγουν. Ίσως λοιπόν δεν πρέπει διόλου να παραμελήσωμεν αυτά,
αφού μάλιστα επιδέχονται πολλήν αμφισβήτησιν. Δηλαδή άλλοι μεν
θεωρούν την ηδονήν ως αγαθόν, άλλοι δε εξ εναντίας την θεωρούν ως
εντελώς ποταπόν, και από αυτούς ίσως μερικοί μεν το λέγουν διότι
είναι πεπεισμένοι ότι είναι ποταπόν, μερικοί δε διότι νομίζουν ότι
είναι συμφερώτερον διά τον βίον μας να ονομάζωμεν την ηδονήν
ποταπόν, έστω και αν δεν είναι πραγματικώς τοιαύτη. Διότι οι
περισσότεροι είναι επιρρεπείς προς αυτήν και είναι δούλοι των
ηδονών, και δι'αυτό πρέπει να τους σύρωμεν εις το αντίθετον, διότι
κατ' αυτόν τον τρόπον ημπορούν να έλθουν εις την μέσην. Αλλά μη
τυχόν αυτό δεν λέγεται ορθώς. Διότι οι λόγοι οι περιστρεφόμενοι εις
τα πάθη και τας πράξεις είναι ολιγώτερον πιστευτοί από τα έργα. Όταν
λοιπόν οι λόγοι διαφωνούν με όσα βλέπουν αισθητώς οι νέοι, τότε
περιφρονούνται και αναιρούν και το αληθινόν των μέρος. Δηλαδή όστις
κατηγορεί την ηδονήν, όταν μίαν φοράν παρατηρηθή ότι την επιθυμεί,
φαίνεται ότι έχει κλίσιν εις αυτήν, και ότι την θεωρεί προτιμητέαν
καθ' όλην την γραμμήν. Διότι εις τον καθορισμόν των ορίων δεν έχουν
ικανότητα οι περισσότεροι. Και βεβαίως οι αληθείς λόγοι φαίνεται ότι
δεν είναι μόνον χρήσιμοι διά την γνώσιν, αλλά και διά τον βίον.
Δηλαδή, όταν συνάδουν με τα έργα, γίνονται πιστευτοί, και διά τούτο
παρορμούν τους εννοούντας αυτούς να ζουν συμφώνως με αυτούς. Και
λοιπόν αυτά μεν είναι αρκετά, όσα δε ελέχθησαν από άλλους έως τόρα
περί της ηδονής, ας τα προσέξωμεν.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β'.
&Η ηδονή ως το αγαθόν κατά Εύδοξον&. ― Λοιπόν ο μεν Εύδοξος ενόμιζε
ότι η ηδονή είναι το κυρίως αγαθόν, διότι έβλεπε ότι τα πάντα
επιθυμούν αυτήν και τα λογικά και τα άλογα, έλεγε δε ότι εις όλα το
προτιμώμενον είναι το ορθόν και το κυρίως ωφέλιμον. Και εσυμπέραινε
ότι το να τείνουν όλα τα όντα εις το ίδιον πράγμα σημαίνει ότι αυτό
είναι το καλλίτερον ― διότι το καθέν ευρίσκει ποίον είναι διά τον
εαυτόν του αγαθόν καθώς ευρίσκει και την τροφήν του. Επομένως ό,τι
είναι δι' όλα τα όντα αγαθόν και ό,τι επιθυμούν όλα τα όντα, αυτό
είναι το κυρίως αγαθόν. Επιστεύοντο δε οι λόγοι του μάλλον διά την
χρηστότητα του ήθους του, παρά διά την αξίαν των. Διότι εφαίνετο ότι
είναι καθ' υπερβολήν σώφρων. Επομένως εφαίνετο ότι δεν τα έλεγε αυτά
ως φίλος της ηδονής, αλλά διότι αυτή είναι η αλήθεια. Εξ ίσου δε
ενόμιζε ότι αποδεικνύεται το πράγμα από το αντίθετον. Δηλαδή η λύπη
καθ' εαυτήν είναι άξια αποφυγής δι' όλα τα όντα, επομένως επίσης
είναι άξιον προτιμήσεως το αντίθετον. Κυρίως δε είναι προτιμητέον
εκείνο, το οποίον δεν προτιμούμεν ούτε εξ αιτίας άλλου, ούτε προς
χάριν άλλου. Τοιούτον δε ομολογουμένως έλεγε ότι είναι η ηδονή.
Διότι κανείς δεν ερωτά προσθέτως προς χάριν τίνος πράγματος
ευχαριστείται, διότι η ηδονή είναι καθ' εαυτήν προτιμητέα. Όταν δε
προστεθή εις έν οποιονδήποτε από τα αγαθά, το καθιστά περισσότερον
προτιμητέον, λόγου χάριν την δικαιοπραξίαν και σωφροσύνην. Επομένως
το αγαθόν επιδέχεται και αύξησιν εαυτού. Λοιπόν φαίνεται ότι αυτός ο
λόγος αποδεικνύει την ηδονήν ως έν από τα αγαθά, και κανέν αγαθόν
δεν θεωρεί ανώτερον από το άλλο, διότι λέγει ότι παν αγαθόν, όταν
είναι μαζί με άλλο αγαθόν, είναι προτιμότερον, παρά απομονωμένον.
Ακριβώς όμως με παρόμοιον επιχείρημα και ο Πλάτων {18} λέγει
αναιρετικώς ότι η ηδονή δεν είναι το κυρίως αγαθόν. Δηλαδή ότι ο
ηδονικός βίος είναι προτιμότερος όταν συνοδεύεται με φρόνησιν, παρά
μόνος του. Και ότι, αφού το μικτόν είναι καλλίτερον, δεν είναι η
ηδονή το κυρίως αγαθόν. Δηλαδή ότι το αγαθόν δεν γίνεται καλλίτερον
οτιδήποτε και αν προστεθή εις αυτό. Επομένως είναι φανερόν ότι το
αγαθόν δεν είναι ούτε κανέν άλλο πράγμα το οποίον καθίσταται
προτιμότερον όταν προστεθή εις αυτό έν από τα καθαυτό αγαθά. Τότε
λοιπόν ποίον είναι τοιούτον, ώστε να το απολαύσωμεν και ημείς;
Δηλαδή έν τοιούτον ζητούμεν να εύρωμεν.
&Υπεράσπισις της γνώμης του Ευδόξου&. ― Όσοι λοιπόν φέρουν ένστασιν
ότι δεν είναι αγαθόν εκείνο, το οποίον επιθυμούν όλα τα όντα, ας
προσέξωμεν μήπως λέγουν φλυαρίας. Διότι όσα φρονούν όλοι, αυτά
λέγομεν ότι είναι πραγματικά. Όστις, δε αναιρεί αυτήν την
πεποίθησιν, δεν θα ημπορέση να ειπή πολύ πειστικώτερα επιχειρήματα.
Διότι, εάν μόνον τα ανοητότερα όντα ωρέγοντο αυτό, ίσως είχε κάποιαν
αξίαν το επιχείρημα, αφού όμως το ορέγονται και τα φρόνιμα, πώς
είναι δυνατόν να λέγη αυτός τίποτε σπουδαίον; Ίσως όμως υπάρχει
και, εις τα μηδαμινά πράγματα κάποιον φυσικόν αγαθόν, καλλίτερον από
όσον αξίζουν τα ίδια, και το οποίον επιθυμεί το συγγενικόν του
αγαθόν. Επίσης δε δεν φαίνεται ότι είναι ορθόν και αυτό, το οποίον
λέγουν περί του αντιθέτου. Δηλαδή δεν λέγεται ορθώς, ότι, αφού η
λύπη είναι κακόν, θα είναι η ηδονή αγαθόν. Διότι ημπορεί να
αντιτίθεται και κακόν προς άλλο κακόν, και τα δύο κακά προς κάποιον
ουδέτερον, και πάλιν, ημπορεί αυτοί οι λόγοι να μην είναι εσφαλμένοι
και όμως να μην εφαρμόζωνται εις αυτά που είπαμεν. Διότι, αν ήσαν
και τα δύο κακά (η ηδονή και η λύπη), έπρεπε να είναι επίσης και τα
δύο άξια αποφυγής, εάν δε κανέν από τα δύο δεν είναι κακόν, έπρεπε
επίσης κανέν από τα δύο να μην είναι άξιον αποφυγής. Τόρα όμως
φανερά οι άνθρωποι την μεν λύπην αποφεύγουν ως κακόν, την δε ηδονήν
την ζητούν ως αγαθόν. Φανερά λοιπόν είναι και αντίθετα.
&Αναίρεσις των γνωμών του Πλάτωνος περί ηδονής&. ― Εκτός τούτου,
και αν δεν υπάρχη ηδονή των ποιοτήτων, δεν έπεται ότι δεν υπάρχει
ούτε των αγαθών. Διότι ούτε αι ενέργειαι της αρετής είναι ποιότητες,
ούτε η ευτυχία. Λέγουν δε ακόμη ότι το μεν αγαθόν είναι ωρισμένον, η
δε ηδονή αόριστος, διότι επιδέχεται αυξομείωσιν. Λοιπόν, εάν μεν
ούτω πως κρίνουν περί της ηδονής, τότε θα παραδεχθούν αυτό και διά
την δικαιοσύνην και τας άλλας αρετάς, ως προς τας οποίας
παραδέχονται ότι είναι αυξομειωτική η ποιότης των εχόντων αυτάς ―
δηλαδή και οι δίκαιοι επιδέχονται αυξομείωσιν και οι ανδρείοι,
επίσης δε είναι δυνατόν να δικαιοπραγή κανείς και να σωφρονή
αυξομειωτικώς. Ως προς τας ηδονάς όμως ας προσέξωμεν μήπως δεν
λέγουν την αληθινήν αιτίαν, όταν λέγουν ότι άλλαι μεν είναι αμιγείς
άλλαι δε μικταί. Και έπειτα τι εμπόδιον υπάρχει, καθώς η υγεία, αν
και είναι ωρισμένη, όμως επιδέχεται αυξομείωσιν, το ίδιον να
επιδέχεται και η ηδονή; Διότι δεν υπάρχει το ίδιον μέτρον εις όλα,
ούτε εις το ίδιον πράγμα υπάρχει πάντοτε το ίδιον μέτρον, αλλά μέχρι
τινός βαθμού μένει χαλαρόν και προξενεί διαφοράν αυξομειωτικώς.
Επομένως πιθανόν να συμβαίνη τοιούτον τι και ως προς την ηδονήν.
Έπειτα παραδέχονται το αγαθόν ως τέλειον, τας δε κινήσεις και
γενέσεις ατελείς, και ούτω πως προσπαθούν να παραστήσουν την ηδονήν
ως κίνησιν και γένεσιν. Φαίνεται όμως ότι δεν έχουν δίκαιον ούτε
όσοι λέγουν ότι η ηδονή δεν είναι κίνησις. Διότι εις όλα τα όντα
φαίνεται ότι υπάρχει ατομική ταχύτης και βραδύτης, και αν όχι καθ'
εαυτήν, καθώς είναι η ταχύτης του κόσμου, τουλάχιστον ως προς άλλο.
Εις την ηδονήν όμως κανέν από αυτά τα δύο δεν υπάρχει. Δηλαδή να
μεταβληθή μεν κανείς ταχέως εις ηδονικήν κατάστασιν είναι δυνατόν,
καθώς και να οργισθή, όχι όμως και ενεστωτικώς να απολαμβάνη ηδονήν
ταχέως. Ούτε πάλιν σχετικώς με άλλον, ημπορεί όμως να βαδίζη και να
μεγαλόνη σχετικώς με άλλον και να κάμνη ομοίως όλα τα παρόμοια. Και
λοιπόν να μεταβληθώμεν γλήγορα ή αργά εις κατάστασιν ηδονικήν είναι
δυνατόν, να ενεργούμεν όμως κατά την διάρκειαν αυτής γλήγορα δεν
είναι δυνατόν, εννοώ δε να ευχαριστούμεθα ενεστωτικώς. Έπειτα η
γένεσις ποίαν έννοιαν είναι δυνατόν να έχη; Δηλαδή φαίνεται ότι δεν
παράγεται έν τυχαίον από άλλο τυχαίον, αλλά από ό,τι παράγεται, εις
αυτό και επιστρέφει. Και εις ό,τι είναι γένεσις η ηδονή, εις τούτο
είναι καταστροφή η λύπη. Δι' αυτό και ονομάζουν την μεν λύπην
έλλειψιν της φυσικής υπάρξεως, την δε ηδονήν αναπλήρωσιν. Αυτά δε τα
πάθη είναι σωματικά. Αφού λοιπόν η ηδονή είναι αναπλήρωσις της
φυσικής καταστάσεως, τότε ίσως απολαύσει εκείνο, με το οποίον
γίνεται η αναπλήρωσις, επομένως το σώμα. Και όμως δεν φαίνεται
πιθανόν. Επομένως η ηδονή δεν είναι αναπλήρωσις, αλλά μόνον κατά την
διάρκειαν της αναπληρώσεως θα ευχαριστήται ίσως κανείς, καθώς και
την ώραν της εγχειρήσεως πονεί. Η γνώμη όμως αυτή φαίνεται ότι
προήλθε από τας λύπας και ηδονάς αι οποίαι περιστρέφονται εις την
τροφήν. Δηλαδή, ενώ έχομεν έλλειψιν και αισθανόμεθα προηγουμένως
λύπην, κατόπιν ευφραινόμεθα με την αναπλήρωσιν. Τούτο όμως δεν
συμβαίνει εις όλας τας ηδονάς. Διότι άνευ λύπης ηδοναί είναι αι
μαθηματικαί, και από τας ηδονάς των αισθητηρίων αι γινόμεναι με την
όσφρησιν, έπειτα δε και αι ακροάσεις και πολλά θεάματα και
αναμνήσεις και ελπίδες {19}. Τότε λοιπόν τίνος πράγματος γενέσεις θα
τας ονομάσωμεν αυτάς; Διότι δεν υπήρξε κανενός πράγματος έλλειψις,
του οποίου να επήλθε κορεσμός.
&Αναίρεσις των οχυρουμένων όπισθεν των αισχρών ηδονών&. ― Εις δε
τους φέροντας ως παράδειγμα τας αισχράς ηδονάς ημπορεί να απαντήση
κανείς ότι αυταί δεν είναι ηδοναί. Διότι, εάν αυταί φαίνονται ηδοναί
εις τους έχοντας κακήν διάθεσιν, δεν πρέπει γενικώς και άλλοι εκτός
αυτών να τας νομίζουν ηδονικάς, καθώς δεν πρέπει να νομίσουν υγιεινά
ή γλυκά ή πικρά όσα φαίνονται τοιαύτα εις τους ασθενείς, ούτε πάλιν
λευκά όσα φαίνονται λευκά εις τους πάσχοντας εις την όρασιν.
Επομένως πρέπει άραγε να λέγωμεν ούτω πως, ότι δηλαδή αι μεν ηδοναί
είναι προτιμητέαι, όχι όμως από το δείνα πράγμα, καθώς είναι καλόν
και να γίνη κανείς πλούσιος όχι από προδοσίας, ομοίως δε και να
είναι υγιής, όχι όμως αφού φάγη οτιδήποτε; Ή πρέπει να δεχθώμεν ότι
αι ηδοναί είναι διαφόρων ειδών; Διότι είναι διαφορετικαί αι
γεννώμεναι από τα καλά και αι γεννώμεναι από τα αισχρά, και ότι δεν
είναι δυνατόν να δοκιμάση κανείς την ηδονήν του δικαίου, αν δεν
είναι δίκαιος, ούτε την ηδονήν του μουσικού, αν δεν είναι μουσικός,
ομοίως δε και εις τα άλλα. Φαίνεται δε ότι κάμνει τούτο σαφές και ο
φίλος, ο οποίος διαφέρει από τον κόλακα, ότι δηλ. δεν είναι αγαθόν η
ηδονή, ή ότι υπάρχουν διαφόρων ειδών ηδοναί. Διότι εκείνος μεν
συναναστρέφεται χάριν του αγαθού, αυτός όμως χάριν της ηδονής, και
αυτός μεν ονειδίζεται, εκείνον όμως τον επαινούν, διότι
συναναστρέφεται χωρίς συμφέρον. Έπειτα κανείς δεν θα προτιμήση να ζη
έχων διάνοιαν ενός παιδίου, και προ πάντων να ευχαριστήται με όσα
ευχαριστούνται τα παιδία, ούτε να χαίρη, όταν εκτελή κανέν από τα
αίσχιστα, εάν πρόκειται να λυπηθή ποτέ εις το μέλλον. Έπειτα είναι
δυνατόν να καταγινώμεθα εις πολλά πράγματα, και όταν δεν μας φέρουν
προσθέτως καμμίαν ηδονήν, λόγου χάριν να βλέπωμεν, να
απομνημονεύωμεν, να μανθάνωμεν, να έχωμεν τας αρετάς. Εάν όμως κατ'
ανάγκην συνοδεύωνται αυτά από ηδονάς, αυτό δεν έχει καμμίαν
σημασίαν. Διότι ημείς θα τα επροτιμούσαμεν, και αν δεν προήρχετο από
αυτά καμμία ηδονή. Ότι λοιπόν ούτε το αγαθόν είναι η ηδονή, ούτε
πάσα ηδονή είναι προτιμητέα, φαίνεται ότι έγινε φανερόν, και ότι
υπάρχουν μερικαί ηδοναί προτιμητέαι καθ' εαυτάς, αι οποίαι είναι
διάφοροι κατά το είδος ή κατά την προέλευσιν. Και λοιπόν ημπορούμεν
να θεωρήσωμεν ότι είπαμεν αρκετά διά τας γνώμας των άλλων περί
ηδονής.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ'.
&Η φύσις των ηδονών&. ― Αλλά τόρα ποία είναι η ουσία ή η ποιότης της
ηδονής, ίσως εννοηθή σαφέστερον, αν αρχίσωμεν πάλιν από την αρχήν.
Δηλαδή φαίνεται ότι η μεν όρασις είναι τελεία εις οποιανδήποτε
στιγμήν ― διότι δεν έχει έλλειψιν κανενός πράγματος, το οποίον αφού
προστεθή κατόπιν εις αυτήν θα συμπληρώση την μορφήν της. Φαίνεται δε
ότι και ηδονή είναι κάτι τι παρόμοιον. Δηλαδή είναι ακεραία και δεν
υπάρχει στιγμή, κατά την οποίαν ημπορεί να απολαύση κανείς τοιαύτην
ηδονήν ώστε να τελειοποιήται η μορφή, όταν διαρκέση περισσοτέραν
ώραν. Διά τούτο η ηδονή δεν είναι ούτε κίνησις. Διότι πάσα κίνησις
συμβαίνει εις διάστημα χρονικόν και έχει κάποιον αποτέλεσμα, καθώς
λόγου χάριν η οικοδομική, και τότε μόνον γίνεται τελεία, όταν
εκτελέση ό,τι επιδιώκει, δηλαδή εις όλον το απαιτούμενον προς τούτο
ωρισμένον χρονικόν διάστημα. Όσαι δε κινήσεις γίνονται εις τεμάχια
χρόνου, είναι όλαι ατελείς, και διαφέρουν κατά το είδος και από την
ακεραίαν και μεταξύ των• λόγου χάριν η συναρμογή των λίθων διαφέρει
από τας ραβδώσεις του κίονος, και αυταί πάλιν διαφέρουν από την
κατασκευήν του ναού. Και η μεν κατασκευή του ναού είναι τελεία ―
διότι δεν έχει έλλειψιν κανενός πράγματος διά τον σκοπόν του ― η
κατασκευή όμως της κρηπίδος ή της τριγλύφου είναι ατελής ― διότι
εκάστη από αυτάς είναι κατασκευή ενός τεμαχίου. Επομένως διαφέρουν
κατά την μορφήν και δεν είναι δυνατόν εις οποιονδήποτε χρονικόν
τμήμα να αποκτήσουν τελείαν κίνησιν (σύνθεσιν) ως προς την μορφήν
των, αλλά το πολύ εις έν χρονικόν σύνολον. Ομοίως δε και εις τα είδη
των βαδισμάτων και εις τα άλλα. Διότι, εάν η μεταφορά είναι κίνησις
από τόπου εις τόπον, τότε και αυτής της κινήσεως υπάρχουν διάφορα
είδη, καθώς είναι η πτήσις, το βάδισμα, το πήδημα και τα παρόμοια.
Και όχι μόνον κατ' αυτόν τον τρόπον υπάρχει διαφορά, αλλά και εις το
ίδιον το βάδισμα. Διότι η αφετηρία και το τέρμα δεν είναι το ίδιον
εις ολόκληρον το στάδιον όπως εις έν μέρος αυτού, και πάλιν δεν
είναι εις έν μέρος όπως εις έν άλλο μέρος, ούτε το να διατρέχωμεν
αυτήν εδώ την γραμμήν είναι το ίδιον με εκείνην. Διότι δεν
διερχόμεθα απλήν γραμμήν, αλλά και την τοποθεσίαν της εις ένα τόπον,
και ο τόπος αυτής είναι διαφορετικός από τον τόπον εκείνης. Και
βεβαίως με ακρίβειαν περί κινήσεως ωμιλήσαμεν εις άλλα συγγράμματα
{20}. Φαίνεται όμως ότι δεν είναι τελεία η κίνησις ούτε εις το
σύνολον του χρόνου, αλλ' αι περισσότεραι είναι ατελείς και διαφόρου
είδους, αφού βεβαίως η αφετηρία και το τέρμα είναι χαρακτηριστικόν
γνώρισμα της διαφοράς του είδους. Της ηδονής όμως το είδος είναι
τέλειον εις οποιανδήποτε στιγμήν. Είναι λοιπόν φανερόν ότι είναι
διάφορα μεταξύ των αυτά τα δύο και ότι η ηδονή είναι κάτι τι από τα
ακέραια και τέλεια. Τούτο δε ημπορεί να το κρίνη κανείς και εκ του
ότι δεν είναι δυνατόν να υπάρχη κίνησις έξω από τον χρόνον, ηδονή
όμως υπάρχει. Διότι, η ηδονή αυτής της στιγμής είναι ακεραία. Εξ
όλων δε αυτών είναι φανερόν και ότι δεν είναι ορθή η γνώμη, ότι η
ηδονή, είναι κίνησις ή γένεσις. Διότι αυτά δεν εφαρμόζονται εις όλα
τα πράγματα, αλλά εις τα επιδεχόμενα διαίρεσιν και τα μη ακέραια.
Δηλαδή ούτε της οράσεως υπάρχει γένεσις, ούτε της στιγμής ούτε της
μονάδος, και κανέν από αυτά δεν είναι ούτε κίνησις ούτε γένεσις.
Επομένως ούτε εις την ηδονήν δεν εφαρμόζονται, διότι είναι ακεραία.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ'.
&Οι όροι της τελείας ενεργείας&. ― Επειδή δε πάσα αίσθησις ενεργεί
ως προς το αισθητόν, και τελείως ενεργεί η εν καλή καταστάσει
αίσθησις ως προς το καλλίτερον πράγμα από όσα υποπίπτουν εις την
αίσθησιν ― διότι κάτι τι παρόμοιον φαίνεται ότι είναι η τελεία
ενέργεια ― και είτε λέγομεν ότι η ιδία ενεργεί είτε με εκείνο με το
οποίον υφίσταται δεν έχει σημασίαν, διά τούτο έπεται ότι εις τα
καθέκαστα καλλιτέρα είναι η ενέργεια του ευρισκομένου εις την
καλλιτέραν κατάστασιν ως προς το καλλίτερον πράγμα από όσα
υποπίπτουν εις αυτήν. Αυτή δε ημπορεί να είναι η τελειοτάτη και η
ηδονικωτάτη. Διότι εις πάσαν αίσθησιν υπάρχει ηδονή, καθώς και εις
πάσαν διανόησιν και σκέψιν, ηδονικωτάτη δε είναι η τελειοτάτη,
τελειοτάτη δε η ηδονή του εις καλήν κατάστασιν ευρισκομένου ως προς
το ανώτερον από όλα όσα υπάγονται εις αυτήν. Τελειοποιεί δε την
ενέργειαν η ηδονή. Δεν τελειοποιεί όμως κατά τον ίδιον τρόπον η
ηδονή και το αισθητόν μαζί με την αίσθησιν, όταν είναι σπουδαία,
καθώς και η υγεία και ο ιατρός δεν είναι ομοίως αιτία του να είμεθα
υγιείς. Ότι δε εις εκάστην αίσθησιν υπάρχει ιδιαιτέρα ηδονή είναι
προφανές. Λέγομεν δηλαδή ότι τα δείνα θεάματα και ακροάματα είναι
ηδονικά. Είναι δε επίσης φανερόν ότι είναι και εις τον ανώτατον
βαθμόν ηδονικά, όταν και η αίσθησις είναι τελειοτάτη και το πράγμα
ως προς το οποίον ενεργεί. Αφού δε είναι τοιαύτα και το αισθητόν και
το αισθανόμενον, πάντοτε θα υπάρχη ηδονή, διότι υπάρχει βεβαίως το
ενεργητικόν και το παθητικόν. Τελειοποιεί δε την ενέργειαν η ηδονή
όχι ως διάθεσις ενυπάρχουσα εις αυτήν, αλλά ως κάποιον επερχόμενον
αποτέλεσμα, καθώς είναι εις τους ακμαίους η ανθηρότης. Εν όσω λοιπόν
είναι καθώς πρέπει το αισθητόν ή το νοητόν πράγμα, καθώς και η
κρίσις ή η σκέψις, θα υπάρχη και εις την ενέργειαν η ηδονή. Διότι,
αφού είναι όμοια και έχουν εκ φύσεως συμφωνίαν μεταξύ των το
παθητικόν και το ενεργητικόν, είναι προωρισμένον να συμβαίνη πάντοτε
το ίδιον.
&Αδύνατος η συνεχής ηδονή&. ― Πώς λοιπόν κανείς δεν ημπορεί συνεχώς
να αισθάνεται ηδονήν; Ή μήπως διότι και αποκάμνει; Διότι όλα τα
ανθρώπινα δεν είναι δυνατόν να ενεργούν κατά συνέχειαν. Επομένως δεν
υπάρχει ούτε συνεχής ηδονή. Διότι η ηδονή συμβαδίζει με την
ενέργειαν. Μερικά δε ευχαριστούν όσον είναι νέα, ύστερον δε όχι
τόσον πολύ δι' αυτούς τους λόγους. Διότι εις την αρχήν προκαλείται ο
νους. Και ενεργεί με έντασιν ως προς αυτά, καθώς εις την όρασιν όσοι
βλέπουν ασκαρδαμυκτί, κατόπιν όμως δεν είναι ομοία η ενέργεια αλλά
παρημελημένη.
Διά τούτο και η ηδονή επισκιάζεται. Ίσως δε νομίση κανείς ότι την
ηδονήν την επιθυμούν όλοι καθώς επιθυμούν την ζωήν. Η ζωή όμως είναι
ενέργεια και έκαστος ενεργεί ηδονικώς εις εκείνα τα πράγματα και με
εκείνα τα όργανα τα οποία αγαπά περισσότερον• λόγου χάριν ο μεν
μουσικός με την ακοήν του εις τας μελωδίας, ο δε φιλομαθής με την
διάνοιαν εις τας θεωρίας, ομοίως δε και έκαστος από τους άλλους. Η
δε ηδονή τελειοποιεί τας ενεργείας, επομένως και την ζωήν, την
οποίαν επιθυμούν. Επομένως ευλόγως επιθυμούν και την ηδονήν. Διότι
εις έκαστον αυτή τελειοποιεί την ζωήν του, η οποία είναι προτιμητέα.
Αν δε χάριν της ηδονής προτιμώμεν την ζωήν ή χάριν της ζωής την
ηδονήν, ας το αφήσωμεν κατά μέρος προς το παρόν.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε'.