&Η εύνοια&. ― Η δε εύνοια ομοιάζει μεν προς κάτι τι φιλικόν, δεν

είναι όμως φιλία. Διότι η εύνοια ημπορεί να υπάρξη και προς εκείνους

οι οποίοι δεν το γνωρίζουν, και να είναι μυστική, η φιλία όμως όχι.

Αυτά δε τα είπαμεν και προηγουμένως. Αλλ' ούτε αγάπη είναι πάλιν.

Διότι δεν έχει έντασιν ούτε επιθυμίαν, ενώ εις την αγάπην υπάρχουν

αυτά. Και η μεν αγάπη αποκτάται με την συνήθειαν, ενώ η εύνοια

έρχεται και απροόπτως, καθώς συμβαίνει και εις τους συναγωνιστάς.

Δηλαδή αυτοί γίνονται μεταξύ των ευνοϊκοί και θέλουν να βλέπωνται,

δεν ημπορούν όμως εις τίποτε να συμπράξουν. Διότι, καθώς είπαμεν,

γίνονται αιφνιδίως ευνοϊκοί και αγαπώνται επιπολαίως. Φαίνεται δε

ότι η εύνοια είναι αρχή της φιλίας, καθώς και του έρωτος αρχή είναι

η ηδονή της οράσεως. Δηλαδή χωρίς να ευχαριστηθή από την μορφήν

κανείς δεν ερωτεύεται, όστις δε ευχαριστείται με την μορφήν δεν

ερωτεύεται ακόμη τελείως, παρά όταν και απόντα τον ποθή, και όταν

επιθυμή την παρουσίαν του. Ομοίως λοιπόν και φίλοι δεν ημπορούν να

γίνουν, εάν δεν γίνουν προηγουμένως ευνοϊκοί. Αλλά οι ευνοϊκοί δεν

είναι ακόμη τέλειοι φίλοι. Διότι εύχονται μόνον τα αγαθά δι'

εκείνους τους οποίους ευνοούν, δεν ημπορούν όμως να συμπράξουν

διόλου, ούτε να ενοχληθούν προς χάριν αυτών. Διά τούτο ημπορεί να

ειπή κανείς μεταφορικώς ότι αυτή είναι ανεκδήλωτος φιλία, όταν δε

πολυχρονίση και καταντήση συνήθεια, γίνεται φιλία, όχι όμως του

είδους της χρησιμότητος ούτε της ηδονής. Διότι και η εύνοια δεν

γίνεται δι' αυτά. Διότι όστις μεν ευεργετηθή, αποδίδει την εύνοιαν

δι' όσα ευεργετήθη, και εκτελεί τα δίκαια. Όστις όμως αποδίδει

εύνοιαν, διότι επιδιώκει να ευεργετηθή κάπως, και έχει ελπίδα να

ευπορήση διά μέσου εκείνου, αυτός δεν φαίνεται να είναι ευνοϊκός εις

εκείνον, αλλά μάλλον εις τον εαυτόν του, καθώς δεν είναι ούτε φίλος,

εάν περιποιήται αυτόν διά να ωφεληθή κάπως. Εν γένει δε η εύνοια

αποκτάται από κάποιαν αρετήν και καλωσύνην, όταν φανή εις κανένα

καλός ή ανδρείος ή κάτι τι παρόμοιον, καθώς είπαμεν και διά τους

συναγωνιστάς.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ς'.

&Ομόνοια&. ― Φαίνεται δε ότι είναι φιλικόν αίσθημα και η ομόνοια.

Και αυτή μεν ημπορεί να υπάρξη και μεταξύ προσώπων τα οποία δεν

γνωρίζονται. Εξ άλλου όμως δι' όλους όσοι έχουν ομοίαν γνώμην, δεν

λέγομεν ότι έχουν ομόνοιαν, λόγου χάριν όσοι έχουν ομοίαν γνώμην διά

τα ουράνια σώματα ― διότι δεν είναι χαρακτηριστικόν φιλίας το να

συμφωνούν εις αυτά ― αλλά δια τας πόλεις λέγομεν ότι έχουν ομόνοιαν,

όταν έχουν οι πολίται ομοίαν γνώμην ως προς τα συμφέροντα, και

αποφασίζουν τα ίδια, και εκτελούν τα κοινώς αποφασισθέντα. Επομένως

η ομόνοια εφαρμόζεται εις τα εκτελεστά, και πάλιν από αυτά εις όσα

έχουν αρκετόν μέγεθος και είναι δυνατόν να υπάρχουν και εις τας δύο

μερίδας ή εις όλους, καθώς εις τας πόλεις, όταν όλοι αποφασίζουν να

γίνωνται οι άρχοντες κατ' εκλογήν, ή να συμμαχήσουν με τους

Λακεδαιμονίους, ή να είναι άρχων ο Πιττακός, όταν θέλη και ο ίδιος.

Όταν όμως εκάστη μερίς θέλη τον εαυτόν της, καθώς συμβαίνει εις τας

Φοινίσσας, τότε έχουν διχόνοιαν. Δηλαδή δεν είναι ομόνοια το να

σκέπτεται εκάστη μερίς διά τον εαυτόν της εις οτιδήποτε, αλλά και αι

δύο ομού εις τον ίδιον χώρον {8}, καθώς λόγου χάριν όταν μαζί και ο

λαός και οι εκλεκτοί αποφασίζουν να είναι άρχοντες οι καλλίτεροι.

Διότι ούτω πως όλοι απολαμβάνουν ό,τι επιθυμούν. Επομένως η ομόνοια

φαίνεται ότι είναι πολιτική φιλία, καθώς και λέγεται. Διότι

περιστρέφεται εις τα συμφέροντα και εις τα ανήκοντα εις τον βίον.

Υπάρχει δε η τοιαύτη ομόνοια εις τους ευπρεπείς, διότι αυτοί και με

τον εαυτόν των ομονοούν, και μεταξύ των, διότι τρόπον τινά

σκέπτονται εις τον ίδιον χώρον {9}. Διότι των τοιούτων είναι

σταθεραί αι αποφάσεις και δεν παλιρροούν, καθώς ο Εύριπος. Και

έπειτα επιδιώκουν τα δίκαια και συμφέροντα, αυτά δε τα θέλουν και

δι' όλους. Οι κακοί όμως δεν είναι δυνατόν να ομονοούν παρά ολίγον

καιρόν, καθώς και να είναι φίλοι, διότι ζητούν να πλεονεκτήσουν εις

τας ωφελείας, εις δε τους κόπους και τας προσφοράς να είναι

ελλιπείς. Επειδή όμως έκαστος τα επιθυμεί αυτά διά τον εαυτόν του,

εξετάζει τον πλησίον του και τον εμποδίζει, διότι, όταν δεν

φυλάττουν όλοι το κοινόν συμφέρον, καταστρέφεται. Επομένως συμβαίνει

να διχονοούν, διότι αναγκάζει μεν ο είς τον άλλον εις τα δίκαια, ο

ίδιος όμως δεν θέλει να κάμνη τα δίκαια.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζ'.

&Φιλία ευεργετών και ευεργετουμένων&. ― Οι δε ευεργέται φαίνεται

ότι αγαπούν περισσότερον τους ευεργετηθέντας, παρά οι ευεργετηθέντες

τους ευεργέτας των, και τούτο γεννά απορίαν, διότι γίνεται

παραλόγως. Οι περισσότεροι λοιπόν νομίζουν ότι αυτοί μεν χρεωστούν,

εκείνοι δε έχουν να λαμβάνουν. Καθώς λοιπόν εις τα δάνεια, όσοι μεν

χρεωστούν, δεν θέλουν να υπάρχουν εκείνοι εις τους οποίους

χρεωστούν, ενώ οι δανεισταί φροντίζουν και περί της σωτηρίας των

οφειλετών των, ομοίως και οι ευεργέται επιθυμούν να υπάρχουν οι

ευεργετηθέντες, διότι ελπίζουν να απολαύσουν αμοιβήν της χάριτος,

ενώ αυτοί δεν φροντίζουν πολύ να ανταποδώσουν. Και ο μεν Επίχαρμος

ημπορεί να νομίζη {10} ότι λέγομεν αυτά δι' αυτούς, διότι τους

εξετάζομεν από την κακήν των όψιν, το πράγμα όμως φαίνεται φυσικόν

εις τον άνθρωπον. Ίσως δε φανή ότι είναι πολύ φυσικόν το αίτιον, και

δεν ομοιάζει με ό,τι συμβαίνει εις τους δανειστάς. Δηλαδή δεν

υπάρχει αγάπη ως προς εκείνους, αλλά επιθυμούν να σωθούν διά να

έχουν να εισπράξουν. Ενώ οι ευεργέται έχουν φίλους και αγαπούν τους

ευεργετηθέντας και όταν ούτε χρήσιμοι είναι εις τίποτε, αλλ' ούτε

εις το μέλλον ημπορούν να γίνουν. Πράγμα το οποίον συμβαίνει και εις

τους τεχνίτας.

&Παρομοίωσις του ευεργέτου προς τεχνίτην και του ευεργετηθέντος προς

τεχνούργημα&. ― Δηλαδή έκαστος αγαπά το ιδικόν του έργον

περισσότερον, από όσον ήτο δυνατόν να αγαπηθή αυτός από το έργον

του, αν εγίνετο έμψυχον. Κυρίως όμως ίσως τούτο συμβαίνει εις τους

ποιητάς. Διότι αυτοί υπεραγαπούν τα ιδικά των ποιήματα, και έχουν

στοργήν προς αυτά ως εις τέκνα των. Με τοιούτον λοιπόν ομοιάζει και

το αίσθημα των ευεργετών. Διότι ό,τι ευεργετήθη είναι ιδικόν των

έργον. Λοιπόν αυτοί αγαπούν αυτό περισσότερον παρά το έργον τον

κατασκευαστήν του. Αιτία δε τούτου είναι ότι η ύπαρξις είναι εις όλα

αγαπητή και προτιμητέα, ημείς δε υπάρχομεν με την ενέργειαν. Δηλαδή

με το να ζώμεν και εκτελούμεν. Όστις δε έκαμε το έργον, υπάρχει με

κάποιαν ενέργειαν. Λοιπόν αγαπά το έργον, διότι αγαπά και την

ύπαρξίν του. Τούτο δε είναι φυσικόν. Διότι, ό,τι υπάρχει κατά

δύναμιν, αυτό το αναγγέλλει το έργον. Συγχρόνως δε εις τον ευεργέτην

είναι και αυτή η πράξις καλή, ώστε ευχαριστείται κατά την ώραν

εκείνην, ενώ ο ευεργετηθείς δεν έχει τίποτε καλόν εις το πρόσωπον

του ευεργέτου, αλλά το πολύ έχει συμφέρον. Αυτό όμως δεν είναι τόσον

ηδονικόν και αγαπητόν. Ηδονική όμως είναι του μεν παρόντος η

ενέργεια, του δε μέλλοντος η ελπίς, του δε παρελθόντος η ανάμνησις.

Είναι δε ηδονικώτερον ό,τι υπάρχει με την ενέργειαν, ομοίως δε και

το αγαπητόν. Και λοιπόν διά μεν τον εκτελεστήν διατηρούνται τα έργα

― διότι το καλόν απαιτεί πολύν καιρόν ― ενώ διά τον ευεργετηθέντα

παρέρχεται η χρησιμότης. Έπειτα η ανάμνησις των μεν καλών είναι

γλυκεία, των χρησίμων όμως όχι τόσον, ή ολιγώτερον. Η προσδοκία

πάλιν φαίνεται ότι συμβαίνει αντιστρόφως. Και η μεν αγάπη ομοιάζει

με την ενέργειαν, το δε να αγαπάται με πάθος. Επομένως εις όσα είναι

ανώτερα εις την εκτέλεσίν των, ακολουθεί η αγάπη και τα φιλικά

αισθήματα. Έπειτα όσα γίνονται με κόπον τα αγαπούν περισσότερον,

καθώς αγαπούν τα χρήματα περισσότερον όσοι τα απέκτησαν, παρά όσοι

τα εκληρονόμησαν. Φαίνεται δε ότι το να ευεργετήται μεν κανείς δεν

είναι κοπιώδες, το να ευεργετή όμως είναι κουραστικόν. Δι' αυτό και

αι μητέρες είναι φιλοτεκνότεραι. Διότι η γέννησις είναι

κοπιωδεστέρα, και αυταί περισσότερον γνωρίζουν ότι είναι ιδικά των

τέκνα. Αυτό όμως φαίνεται ότι υπάρχει και εις τους ευεργέτας.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η'.

&Αν πρέπει να είναι κανείς φίλαυτος ή φίλαλλος&. ― Υπάρχει δε ακόμη

η απορία αν πρέπει κανείς να αγαπά προ πάντων τον εαυτόν του ή

κάποιον άλλον. Διότι ο κόσμος κατακρίνει εκείνους, οι οποίοι προ

πάντων αγαπούν τον εαυτόν των, και ωσάν ονειδιστικώς τους ονομάζει

φίλαυτους. Έπειτα φαίνεται ότι ο μεν κακός όλα τα εκτελεί χάριν του

ατόμου του, και τόσον περισσότερον μάλιστα, όσον είναι χειρότερος.

Λοιπόν τον κατακρίνουν ότι δεν εκτελεί τίποτε χωρίς να αποβλέπη εις

το συμφέρον του. O καλός όμως εκτελεί διά το καλόν, και τόσον

περισσότερον, όσον είναι καλλίτερος, και χάριν του φίλου του, το δε

ιδικόν του συμφέρον το παραμελεί. Προς αυτούς λοιπόν τους λόγους

διαφωνούν τα έργα, και ευλόγως. Διότι λέγουν ότι πρέπει κανείς να

αγαπά εξοχώτερον τον εξοχώτερον φίλον, εξοχώτερος δε φίλος είναι

όστις, όταν εύχεται, εξοχώτερον εύχεται τα αγαθά χάριν εκείνου, και

αν ακόμη δεν θα το γνωρίση κανείς. Αυτά δε κυρίως υπάρχουν εις

έκαστον διά τον εαυτόν του, και βεβαίως και όλα τα άλλα, με τα οποία

χαρακτηρίζεται ο φίλος. Διότι είπαμεν ότι από τον εαυτόν του

εκπορεύονται όλα τα φιλικά αισθήματα και διά τους άλλους. Αλλά και

αι παροιμίαι όλαι συμφωνούν• λόγου χάριν το : «μία ψυχή» και «κοινά

τα των φίλων», και «ισότης αδελφότης» και «το μήλο πέφτει κάτω απ'

τη μηλιά». Διότι όλα αυτά κυρίως υπάρχουν ως προς τον εαυτόν του.

Δηλαδή κυρίως είναι φίλος του εαυτού του. Επομένως είναι εύλογον και

να αγαπά κυρίως τον εαυτόν του. Γεννάται όμως ευλόγως η απορία ποίον

από τα δύο πρέπει τάχα να ακολουθήσωμεν, όταν και τα δύο είναι

πιστευτά.

&Διάκρισις αγαθού φιλαύτου από τον συνήθη και ονειδιζόμενον

φίλαυτον&. ― Ίσως λοιπόν είναι ανάγκη να διαιρέσωμεν και να ορίσωμεν

τας τοιαύτας αποδείξεις, διά να εύρωμεν πόσον και εις τι λέγει

έκαστος την αλήθειαν. Και λοιπόν, αν εξετάσωμεν πώς εννοούν αυτά τα

δύο μέρη το επίθετον φίλαυτος, ίσως γίνη σαφές το πράγμα. Όσοι

λοιπόν το θεωρούν ως ονειδιστικόν, ονομάζουν φιλαύτους εκείνους οι

οποίοι αποδίδουν το περισσότερον εις τον εαυτόν των, προκειμένου

περί χρημάτων και τιμών και σωματικών ηδονών. Διότι οι περισσότεροι

αυτά επιθυμούν, και δι' αυτά φροντίζουν, ως να είναι τα καλλίτερα

και δι' αυτό είναι περιμάχητα. Λοιπόν όσοι είναι εις αυτά πλεονέκται

υποχωρούν εις τας επιθυμίας των και εν γένει εις τα πάθη και εις το

άλογον μέρος της ψυχής. Τοιούτοι δε είναι ο λαός. Διά τούτο και η

ονομασία εδόθη από την πλειονοψηφίαν, η οποία είναι χυδαία. Επομένως

δικαίως ονειδίζονται οι τοιούτου είδους φίλαυτοι. Ότι δε μόνον

εκείνους, οι οποίοι αποδίδουν τοιαύτα εις τον εαυτόν των, ονομάζουν

οι περισσότεροι φιλαύτους, δεν είναι δυσνόητον. Διότι, εάν κανείς

διαρκώς μελετά να εκτελή περισσότερον από όλους τα δίκαια ή τα

σωφρονικά, ή οποιαδήποτε άλλα, από όσα υπαγορεύουν αι αρεταί, και εν

γένει εάν αποκτά διά τον εαυτόν του πάντοτε το καλόν, αυτόν κανείς

δεν θα τον ονομάση φίλαυτον, ούτε θα τον κατακρίνη. Ημπορεί όμως

αυτός να φανή περισσότερον φίλαυτος. Τουλάχιστον αυτός αποδίδει εις

τον εαυτόν του τα καλλίτερα και τα κυρίως αγαθά. Και κάμνει χάριν

εις το κυριώτερον μέρος από τα ιδικά του, και δι' όλα πείθεται εις

αυτό. Καθώς δε η πόλις φαίνεται ότι είναι το κυριώτερον και εν γένει

παν σωματείον, ομοίως και ο ανθρωπισμός εις το άτομον. Επομένως και

φίλαυτος κυρίως είναι όστις αγαπά αυτό το μέρος του και εις αυτό

κάμνει χάριν.

Αλλά και ο εγκρατής και ακρατής ονομάζεται εκ του ότι συγκρατεί ή

όχι τον νουν του, διότι αυτός (ο νους) αποτελεί κυρίως το άτομον,

και προ πάντων νομίζουν ότι εξετέλεσαν οι ίδιοι και εκουσίως όσα

μόνον εξετέλεσαν με το λογικόν. Ότι λοιπόν αυτά αποτελούν το άτομον

δεν είναι δυσνόητον, και ότι ο καλός αυτό αγαπά προ πάντων. Διά

τούτο ίσως αυτός κυρίως είναι φίλαυτος, και αποτελεί διάφορον είδος

από εκείνο το οποίον ονειδίζεται, και τόσον διάφορον, όσον διαφέρει

το να ζη κανείς μάλλον συμφώνως με το λογικόν παρά συμφώνως με το

πάθος του, και να επιθυμή το καλόν παρά το νομιζόμενον συμφέρον. Και

λοιπόν, εκείνους οι οποίοι κατ' εξοχήν φροντίζουν διά τας καλάς

πράξεις, όλοι τους εγκρίνουν και τους επαινούν. Εάν δε όλοι θελήσουν

να συναγωνίζωνται διά το καλόν και να προσπαθούν να εκτελούν τα

καλλίτερα, τότε και διά το κοινόν θα γίνουν όλα όσα χρειάζονται, και

ατομικώς δι' έκαστον τα μεγαλίτερα αγαθά, εάν βεβαίως η αρετή είναι

τοιούτον. Ώστε ο μεν αγαθός οφείλει να είναι φίλαυτος ― διότι και ο

ίδιος θα ωφεληθή εκτελών τα καλά, και τους άλλους θα ωφελήση. O

μοχθηρός όμως δεν πρέπει να είναι φίλαυτος ― διότι και τον εαυτόν

του θα βλάψη και τον πλησίον του, επειδή ακολουθεί ποταπά πάθη. Και

βεβαίως εις τον μοχθηρόν δεν συμφωνούν όσα πράττει με όσα πρέπει να

πράττη.

&Η αγαθή φιλαυτία ως αυταπαρνησία&. ― O καλός όμως, όσα πρέπει να

εκτελή, αυτά εκτελεί. Διότι πάντοτε ο νους προτιμά το καλλίτερον δι'

έκαστον άτομον, ο δε καλός πειθαρχεί εις τον νουν. Είναι δε ακόμη

αληθές διά τον σπουδαίον και ότι εκτελεί πολλά χάριν των φίλων του

και της πατρίδος του, και εν ανάγκη θυσιάζει την ζωήν του χάριν

αυτών. Δηλαδή αυτός περιφρονεί και χρήματα και τιμάς και εν γένει τα

περιζήτητα αγαθά, διότι προμηθεύει εις το άτομόν του το καλόν.

Δηλαδή θα προτιμήση να ευχαριστηθή δυνατά ολίγον καιρόν, παρά πολύν

καιρόν ελαφρά, και να ζήση μίαν χρονιάν καλά παρά πολλά έτη όπως

τύχη, και να κάμη μίαν πράξιν καλήν και σπουδαίαν παρά πολλάς και

μικράς. Και βεβαίως εις τους θυσιαζομένους χάριν άλλων ίσως αυτό

συμβαίνει. Επομένως εκλέγουν μέγα καλόν διά τον εαυτόν των. Και

χρήματα δε ημπορούν να περιφρονήσουν με σκοπόν να τα λάβουν οι φίλοι

των. Διότι τότε ο μεν φίλος λαμβάνει χρήματα, αυτός δε το καλόν.

Επομένως το μεγαλίτερον αγαθόν το αποδίδει εις τον εαυτόν του. Και

ως προς τας τιμάς δε και τας αρχάς κάμνει τα ίδια. Δηλαδή όλα αυτά

θα τα αφήση διά τον φίλον του. Διότι δι' αυτόν τούτο είναι καλόν και

αξιέπαινον. Επομένως δικαίως φαίνεται ότι είναι σπουδαίος, διότι

απέναντι όλων των άλλων προτιμά το καλόν.

Είναι δυνατόν δε και ευδοκιμήσεις να χαρίση εις τον φίλον του, και

επομένως ίσως θεωρεί ωραιότερον από την ιδικήν του ευδοκίμησιν το να

συντελέση εις την ευδοκίμησιν του φίλου του. Λοιπόν εις όλα τα

αξιέπαινα ο σπουδαίος αποδεικνύεται ότι κρατεί διά τον εαυτόν του

την περισσοτέραν μερίδα του καλού. Τοιούτου είδους λοιπόν φίλαυτος

πρέπει να είναι κανείς, καθώς είπαμεν, και όχι καθώς είναι οι

περισσότεροι.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Θ'.

&Αν ο ευτυχής έχη ανάγκην φίλων&. ― Υπάρχει δε ακόμη αμφισβήτησις

αν ο ευτυχής έχει ανάγκην φίλων ή όχι. Δηλαδή λέγουν πολλοί ότι δεν

έχουν καμμίαν ανάγκην φίλων οι αξιομακάριστοι και οι αυτάρκεις.

Διότι αυτοί έχουν τα αγαθά των. Αφού λοιπόν είναι αυτάρκεις, δεν

έχουν καμμίαν πρόσθετον ανάγκην, ο δε φίλος, αφού είναι άλλος εγώ,

δεν κάμνει παρά να προμηθεύη εις αυτόν όσα δεν ημπορεί μόνος του.

Δι' αυτό ελέχθη το εξής:

Όταν η τύχη βοηθή, τους φίλους τι τους θέλεις; {11}

Αλλά φαίνεται ως παράλογον, ενώ χαρίζουν όλα τα αγαθά εις τον

ευτυχή, να μη του χαρίζουν και φίλους, αφού αυτοί φαίνεται ότι είναι

το μεγαλίτερον από τα εξωτερικά αγαθά. Ακόμη δε, εάν ιδιότης του

καλού φίλου είναι μάλλον να ευεργετή παρά να ευεργετήται, και εάν

ιδιότης του αγαθού και της αρετής είναι να ευεργετή, καλλίτερον δε

είναι να ευεργετή κανείς φίλους παρά ξένους, έπεται ότι ο σπουδαίος

χρειάζεται φίλους διά να τους ευεργετή. Διά τούτο είναι ζήτημα αν

εις τας ευτυχίας χρειάζονται περισσότερον οι φίλοι ή εις τας

δυστυχίας, το οποίον αποδεικνύει ότι και όστις ατυχεί χρειάζεται

ευεργέτας, και όστις ευτυχεί χρειάζεται ανθρώπους διά να τους

ευεργετή. ― Αλλ' ίσως είναι παράλογον ακόμη και να θέλωμεν να

αφήσωμεν εις μοναξίαν τον αξιομακάριστον. Διότι μόνος του κανείς δεν

θα εδέχετο να έχη έστω και όλα τα αγαθά. Διότι ο άνθρωπος είναι

κοινωνικός και επλάσθη να συζή. Επομένως και εις τον ευτυχή υπάρχει

αυτό το φυσικόν. Διότι, αυτός έχει όλα τα φυσικά αγαθά. Είναι δε

φανερόν ότι είναι καλλίτερον να συναναστρέφεται φίλους και καλούς

ανθρώπους παρά ξένους και τυχαίους. Επομένως ο ευτυχής έχει ανάγκην

φίλων.

&O αγαθός δεν έχει ανάγκην χρησίμων φίλων ούτε ηδονικών αλλά

σπουδαίων&. ― Τι εννοούν λοιπόν οι πρώτοι και πώς λέγουν την

αλήθειαν; ή καθόσον πολλοί νομίζουν ως φίλους τους χρησίμους; και

βεβαίως τοιούτους φίλους ποτέ δεν θα χρειασθή ο αξιομακάριστος,

διότι αυτός τα έχει τα αγαθά. Επομένως δεν θα χρειασθή ούτε τους

φίλους της ηδονής, παρά μόνον ολίγον ― διότι, όταν ο βίος είναι

ηδονικός, δεν έχει καμμίαν ανάγκην πρωτοφερμένης ηδονής. Αφού δε δεν

έχει ανάγκην από τοιούτους φίλους, φαίνεται ως να μη χρειάζεται

φίλους.

Αυτό όμως ίσως δεν είναι αληθές. Διότι εις την αρχήν είπαμεν ότι η

ευτυχία είναι κάποια ενέργεια, αλλά η ενέργεια είναι φανερόν ότι

γίνεται, και δεν υπάρχει καθώς ένα κτήμα. Αφού δε η ευτυχία

συνίσταται εις την ζωήν και ενέργειαν, και αφού του αγαθού η

ενέργεια είναι καθ' εαυτήν σπουδαία και ηδονική, καθώς είπαμεν εις

την αρχήν, και αφού πάλιν το ιδικόν μας είναι ηδονικόν, και

περισσότερον ημπορούμεν να επιθεωρούμεν τον πλησίον μας παρά τον

εαυτόν μας, και τας πράξεις εκείνου παρά τας ιδικάς μας, αφού τέλος

αι πράξεις των σπουδαίων, όταν είναι φίλοι, είναι ηδονικαί εις τους

αγαθούς ― διότι και οι δύο έχουν τα κατά φύσιν ηδονικά, ― έπεται

ότι ο αξιομακάριστος

θα χρειασθή τοιούτους φίλους, αφού προτιμά να επιθεωρή πράξεις καλάς

και φιλικάς, και τοιαύται είναι αι πράξεις του αγαθού φίλου. Έπειτα

όλοι νομίζουν ότι πρέπει να ζη ηδονικώς ο ευτυχής, και λοιπόν εις

μεν την μοναξίαν είναι δύσκολος ο βίος, διότι δεν είναι εύκολον

μόνος του κανείς να ενεργή αδιακόπως, ενώ μαζί με άλλους και ως προς

άλλους είναι ευκολώτερον. Επομένως η ενέργεια θα γίνη συνεχεστέρα,

αφού και καθ' εαυτήν είναι ηδονική, το οποίον πρέπει να υπάρχη εις

τον αξιομακάριστον. Διότι ο σπουδαίος, καθόσον είναι σπουδαίος,

ευχαριστείται με τας ευαρέστους πράξεις, με τας μοχθηράς δε

δυσαρεστείται, καθώς ο μουσικός τέρπεται με τας ωραίας μελωδίας,

αλλά ενοχλείται με τας ποταπάς. Είναι δε δυνατόν να υπάρξη και

κάποια προάσκησις της αρετής, καθώς λέγει ο Θέογνις {12}. Εάν δε

εξετάσωμεν κάπως φυσικώς, φαίνεται ότι ο σπουδαίος φίλος είναι

προτιμότερος εις τον σπουδαίον εκ φύσεως. Διότι το εκ φύσεως αγαθόν

είπαμεν ότι είναι καθ' εαυτό αγαθόν και ηδονικόν εις τον σπουδαίον.

Την δε ζωήν την ορίζουν διά τα ζώα ως δύναμιν της αισθήσεως, διά δε

τους ανθρώπους ως δύναμιν της αισθήσεως και της νοήσεως συγχρόνως. Η

δε δύναμις εξηγείται ως ενέργεια, και το κύριον πράγμα είναι η

ενέργεια. Επομένως φαίνεται ότι η ζωή κυρίως είναι η αίσθησις και η

νόησις. Αλλά η ζωή είναι από τα καθαυτό αγαθά και ηδονικά, διότι

είναι ωρισμένη και παν ωρισμένον χαρακτηρίζει την φύσιν του αγαθού

{13}. Ό,τι δε είναι εκ φύσεως αγαθόν είναι και με την ορθότητά του

αγαθόν. Διά τούτο φαίνεται εις όλους ηδονικόν. Δεν πρέπει δε να

απολαμβάνωμεν μοχθηράν ζωήν και κατεστραμμένην ούτε γεμάτην από

λύπας, διότι αυτή είναι απροσδιόριστος, καθώς και τα υπάρχοντα εις

αυτήν. Τούτο δε θα γίνη καταληπτότερον εις όσα θα ειπούμεν κατόπιν

περί αυτής. Αφού δε και μόνη της η ζωή είναι αγαθή, έπεται ότι είναι

και ηδονική. Τούτο δε φαίνεται και εκ του ότι όλοι την επιθυμούν,

και μάλιστα οι καλοί και αξιομακάριστοι, διότι εις αυτούς ο τρόπος

της ζωής είναι προτιμότερος, και η ζωή αυτών είναι η μακαριωτέρα από

όλας. Αλλά όστις έχει το φως των οφθαλμών του αισθάνεται ότι βλέπει,

και όστις ακούει αισθάνεται ότι ακούει, και όστις βαδίζει αισθάνεται

ότι βαδίζει, ομοίως δε και εις όλα τα άλλα υπάρχει κάτι, το οποίον

αισθάνεται ότι ενεργούμεν. Επίσης φαίνεται ότι αισθανόμεθα και ότι

αισθανόμεθα και ότι εννοούμεν, το να αισθανώμεθα δε ότι αισθανόμεθα

ή εννοούμεν σημαίνει αισθανόμεθα ότι υπάρχομεν {14} ― διότι ύπαρξις

απεδείχθη ότι είναι η αίσθησις και η νόησις. Το να αισθάνεται δε

κανείς ότι ζη είναι από τα καθαυτό ηδονικά ― διότι είναι εκ φύσεως

αγαθόν η ζωή, το δε να αισθανώμεθα ότι το αγαθόν υπάρχει εντός μας

είναι ηδονικόν. Και είναι προτιμητέα η ζωή και προ πάντων εις τους

αγαθούς, διότι η ύπαρξις είναι εις αυτούς ηδονική ― διότι

ευχαριστούνται από την συναίσθησιν του καθαυτό αγαθού. Καθώς δε

φέρεται προς τον εαυτόν του ο σπουδαίος, φέρεται και προς τον φίλον

του ― διότι ο φίλος είναι άλλος εγώ. Καθώς λοιπόν είναι προτιμότερον

δι' έκαστον να υπάρχη ο ίδιος, ομοίως είναι προτιμότερον να υπάρχη ο

φίλος του, ή σχεδόν ομοίως. Η δε ύπαρξις είπαμεν ότι είναι

προτιμητέα, διότι αισθάνεται διά τον εαυτόν του ότι είναι αγαθός. Η

τοιαύτη δε αίσθησις είναι καθ' εαυτήν ηδονική. Επομένως πρέπει να

έχη συναίσθησιν και διά τον φίλον του ότι υπάρχει, τούτο δε ημπορεί

να υπάρχη διά της συναναστροφής και επιμιξίας με τους λόγους και με

την διάνοιαν. Δηλαδή ούτω πως φαίνεται ότι ημπορεί να εφαρμοσθή η

συμβίωσις εις τους ανθρώπους και όχι καθώς εις τα βοσκήματα το να

τρέφωνται εις τον ίδιον χώρον {15}. Αφού λοιπόν διά τον

αξιομακάριστον είναι προτιμητέα η ύπαρξις καθ' εαυτήν, διότι είναι

εκ φύσεως αγαθή και ηδονική, και αφού και η ύπαρξις του φίλου είναι

παρoμοία, έπεται, ότι και ο φίλος είναι πράγμα προτιμητέον. Και ό,τι

είναι διά κάποιον προτιμητέον, τούτο πρέπει να το έχη αυτός, άλλως

θα είναι ελλιπής ως προς αυτό. Επομένως όστις πρόκειται να είναι

ευτυχής χρειάζεται φίλους σπουδαίους.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ I'.

&O αριθμός των φίλων&- ― Αλλ' άραγε όσον το δυνατόν περισσοτέρους

φίλους πρέπει να αποκτήσωμεν; Ή μήπως, καθώς φαίνεται ότι

εφαρμόζεται αρμονικώς εις την φιλοξενίαν ο στίχος :

Ας μη με ειπούν πολύφιλον μήτε άφιλον τελείως,

ομοίως και επί της φιλίας εφαρμόζεται το να μην είναι κανείς ούτε

άφιλος ούτε υπερβολικά πολύφιλος; Και λοιπόν διά την φιλίαν της

χρησιμότητος φαίνεται ότι πάρα πολύ εφαρμόζεται αυτός ο στίχος ―

διότι είναι κοπιώδες το να εκδουλεύη κανείς αμοιβαίως πολλούς, και

δεν επαρκεί εις αυτόν όλη η ζωή διά να εκτελέση αυτό. Επομένως είναι

περιττοί και εμποδιστικοί οι περισσότεροι, από όσους είναι αρκετοί

εις τον οικιακόν μας βίον διά να ζήσωμεν καλώς. Επομένως δεν

χρειάζονται αυτοί.

Αλλά και οι χάριν ηδονής είναι αρκετοί, εάν είναι ολίγοι, καθώς εις

την τροφήν το καρύκευμα. Αλλά οι σπουδαίοι άραγε πρέπει να είναι

όσον το δυνατόν περισσότεροι, ή μήπως υπάρχει κάποιον μέτρον και διά

τον πληθυσμόν των φίλων, καθώς υπάρχει διά τον πληθυσμόν μιας πόλεως

; Δηλαδή ούτε με δέκα ανθρώπους αποτελείται πόλις, ούτε με εκατόν

χιλιάδας κατοίκους είναι πλέον πόλις {16}. Ίσως όμως το ορθόν ποσόν

δεν είναι έν ωρισμένον, αλλ' είναι ό,τι υπάρχει μεταξύ ποσών

ωρισμένων. Επομένως και των φίλων υπάρχει ωρισμένος πληθυσμός, και

ίσως αυτός είναι το ανώτερον ποσόν των φίλων, με τους οποίους

ημπορεί κανείς να συναναστρέφεται -αυτό δε απεδείχθη ότι είναι

χαρακτηριστικώτατον της φιλίας. Ότι όμως δεν είναι δυνατόν να

συναναστρέφεται κανείς πολλούς και να μοιράζη τον εαυτόν του, δεν

είναι δυσνόητον. Έπειτα και εκείνοι πάλιν πρέπει μεταξύ των να είναι

φίλοι, αφού πρόκειται να συναναστρέφωνται ο είς τον άλλον• Τούτο

όμως είναι δύσκολον να συμβή εις πολλούς. Είναι δε επίσης δύσκολον

και το να συγχαίρη και να συλλυπήται κανείς φιλικώς πολλούς. Διότι

είναι πιθανόν να συμπέση ανάγκη συγχρόνως άλλον να συγχαίρη και

άλλον να συλλυπήται. Ίσως λοιπόν είναι ορθόν να μη προσπαθούμεν να

έχωμεν όσον το δυνατόν περισσοτέρους φίλους, αλλά τόσους μόνον, όσοι

αρκούν εις την συναναστροφήν. Διότι ίσως φανή ακόμη, ότι ούτε είναι

καν δυνατόν να είναι, κανείς πολύ καλός φίλος με πολλούς. Διά τούτο

ούτε να ερωτεύεται κανείς περισσοτέρους φαίνεται δυνατόν, διότι ο

έρως σημαίνει υπερβολικήν φιλίαν, τούτο δε γίνεται μόνον ως προς

ένα. Επομένως και η στενή φιλία γίνεται μόνον με ολίγους. Αυτό δε

φαίνεται ότι συμβαίνει και εις τα πράγματα. Δηλαδή δεν γίνονται

πολλοί φίλοι με το είδος της συνεταιρικής φιλίας. Αι δε

εγκωμιαζόμεναι φιλίαι εφαρμόζονται πάντοτε εις δύο. Όσοι δε είναι

πολύφιλοι και όλους τους αντικρύζουν φιλικώς, φαίνεται ότι δεν είναι

φίλοι με κανένα, παρά μόνον πολιτικώς, και οι τοιούτοι λέγονται

ευχάριστοι πολιτικώς, και οι τοιούτοι λέγονται ευχάριστοι. Λοιπόν

είναι δυνατόν να είναι κανείς φίλος, και όταν δεν είναι ευχάριστος

αλλά πραγματικώς καλός. Χάριν όμως της αρετής και του ατόμου των δεν

είναι δυνατόν να είναι κανείς φίλος προς πολλούς, είναι δε αρκετόν

να εύρη έστω και ολίγους τοιούτους.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΑ'.

Ηθικά Νικομάχεια, Τόμος Δεύτερος · 第 5 / 8 段