Περιττό ίσως ναναφερθή, πως πρωτοαίτιοι της επαναστατικής εκείνης

αλλαγής της τέχνης από κινητή και ζωηρή σ' ακίνητη και κρυσταλλωμένη

είταν οι ίδιοι οι Πατέρες, που έκαμαν ό,τι μπορούσανε για να μην πάρη

ειδωλολατρική μορφή το πρόσωπο του Χριστού, και μάλιστα να μην πάρη

μήτε καμιά μορφή, αφού κατά τα ιουδαϊκά φρονήματα η εικόνα είταν

ειδωλολατρικό πράμα. Όλοι οι μεγάλοι του τέταρτου αιώνα, Ευσέβιος,

Κλήμεντας, Αυγουστίνος, Επιφάνειος, Χρυσόστομος κλ. έδειξαν αποστροφή

προς τις εικόνες, αν και δεν τις κατάκριναν όλοι· μια σύνοδο μάλιστα

δυτική της Ελβίρας (305) πήγε κάτι μακρήτερα και τις αποκήρυξε. Ώστε

από τότες έπεφτε ο σπόρος της φοβερής εικονομαχίας του όγδοου αιώνα.

Ο λαός ως τόσο πάντα ζητούσε κάτι να βλέπη και να προσκυνάη, αφού

μόλις έβγαινε από τα Εθνικά του συστήματα· και σ' αυτό απάνω έδειξαν

οι δικοί μας Πατέρες κάμποση γνώση που δεν τις καταδίκαζαν ολότελα

τις εικόνες.

Όσο για την Αρχιτεχτονική, ως τον καιρό του Κωσταντίνου αυτή δεν

έπαθε σημαντική αλλαγή. Όσες εκκλησιές χτίστηκαν, κ' η Αγιά Σοφιά

ακόμα, χτίστηκαν οι πιώτερες κατά τα πρότυπο της _Βασιλικής_. Ένα

προστύλιο στην μπασιά, τετράγωνη αυλή παραμέσα με στοές ολοτρόγυρα,

κ' η _φιάλη_ (η βρύση) στη μέση για τις _Κάθαρσες_, συνήθειο πούμεινε

ως τα τώρα στους Δυτικούς· ύστερα η καθαυτό εκκλησιά με τρεις θύρες

και μοιρασμένη σε τρία μερίσματα με σειρές κολώνες. Το καταμεσιανό το

μέρισμα χωρισμένο στη μέσο με κάγκελα, κ' είτανε για τον κλήρο· το

δεξί το μέρισμα για τους άντρες, ταριστερό για τις γυναίκες. Στο

καταμεσιανό το μέρισμα, απάνω απάνω, είταν κ' η Αγιατράπεζα

(θυσιαστήριον) με δυο άμπωνες από τα πλάγια· μήτε θόλος μήτε τίποτε·

ίσια ξύλινη στέγη, πότε ολόγυμνη πότε σκεπασμένη απομέσαθε μ' άλλη

ξύλινη στέγη χρωματισμένη ή χρυσοστόλιστη.

Η δυσκολία πούβρισκε τότες ο αρχιτέχτονας της Βασιλικής είτανε να

φέρη μαζί την ίσια γραμμή και τη γυρτή· την κολώνα και την καμάρα.

Πρώτο τέτοιο κατόρθωμα έγινε στο περιστύλιο του παλατιού του

Διοκλητιανού.

Ο Κωσταντίνος όμως δεν περιορίστηκε, καθώς ξέρουμε, στις εκκλησιές.

Έχτισε και τα παλάτια του με τα λαμπρά τρίκλινα τους, το ιπποδρόμιο,

τους τρεις μεγάλους φόρους με τις στοές και με τα δημόσια χτίρια

τριγύρω, τέλος και το ξοχικό παλάτι της Μαγναύρας.

Έξω από την πρωτεύουσα την εποχή αυτή έχουμε τον οχτάγωνο ναό της

Αντιόχειας, μοναδικό στο είδος του και πρότυπο για παρόμοια χτίρια·

τον περίφημο ναό του Άγιου Τάφου που έχτισε η Ελένη, κι άλλους ναούς.

Όσο για τις εικόνες που στόλιζαν τους ναούς του Κωσταντίνου, πρέπει

να παρατηρηθή πως δεν παράσταιναν τόσο τους Άγιους και το Χριστό όσο

πρόσωπα και πράματα παρμένα από την Παλιά Διαθήκη, δηλαδή με σκοπό να

στολιστή ο ναός, κι όχι για προσκύνημα π. χ. του Αδάμ και της Εύας η

ιστορία, ο Δανιήλος στο λάκκο με τα λιοντάρια κτλ.

Βλέπουμε λοιπόν ως την ώρα αρχαϊκές συνήθειες στην τέχνη. Στα 140

όμως χρόνια που ακολουθήσανε, δηλαδή από Κωσταντίνο ως Ιουστινιανό,

μορφώθηκε η καθαυτό βυζαντινή τέχνη με ταληθινά της σημάδια και

γνωρίσματα. Άρχισε ναλλάζη με την προστασία πούδωσε ο Θεοδόσιος του

χριστιανισμού, και πηγαίνοντας ομπρός ήρθε στον κολοφώνα της με τον

Ιουστινιανό. Βρήκε ο Ιουστινιανός πόρους ατέλειωτους, βρήκε το έθνος

έτοιμο για μεγάλα έργα, κι ωφελήθηκε την ευκαιρία. Ως και τα

δυστυχήματα σε καλό του βγαίνανε. Δίχως τη Στάση του Νίκα δε θα

καίγουνταν η παλιά η Αγιά Σοφιά. Αμέσως τάρχισε, καθώς είδαμε, ο

αυτοκράτορας το νέο της χτίσιμο. Είταν ο καινούριος ρυθμός

καλλιεργημένος στην Ασία τώρα και κάμποσα χρόνια. Πρώτη φορά δεν

είταν που ήρθαν οι επαρχίες να στολίσουν την Πρωτεύουσα· από τον

καιρό της Ρώμης αυτό. Έτσι κι ο Ιουστινιανός τώρα έφερε Ανθέμιους κ'

Ισίδωρους από τις επαρχίες· και τόσο κατάκαρδα πήρε τη δουλειά που

και σπίτι έχτισε και προσκυνητάρι δικό του στη γειτονιά, να βρίσκεται

κοντά και να πιστατή μονάχος. Και καθώς είδαμε δεν πέρασαν έξη χρόνια

κ' έμπαινε με τη λαμπρή συνοδιά του να εγκαινιάση το νέο του

μεγαλούργημα. Μα ας έρθουμε στην περιγραφή της περιξάκουστης αυτής

εκκλησιάς.

Η Αγιά Σοφιά έχει μάκρος 241 πόδια και φάρδος 224. Το σκήμα της

σταυρωτό. Με τρία χωρίσματα κι αυτή, και πλατύτερο το καταμεσιανό. Το

χτίριο είναι στη μέση σκεπασμένο με θόλο καμιά κατοστή πόδια

διάμετρο. Ο θόλος αυτός μαγκωμένος σε τετράγωνο μέσα, και στηριγμένος

απάνω σε τέσσερεις θεόρατους _πινσούς ή ορθοστάτες_, δηλαδή χτιστές

κολώνες. Αυτοί οι πινσοί συνανταμώνουνται στα ύψη με τέσσερεις

διάπλατες καμάρες που καθώς είπαμε αφίνουν τέσσερα γυρτά ή σφαιρικά

τρίγωνα, κι αυτά τα τρίγωνα γεμίζουν τον τόπο μεταξύ κάθε καμάρας.

Πέρα από την ανατολική την καμάρα ξεπροβάλλει ένας μισόθολος, κι από

τη δυτική πάλε άλλος ένας μισόθολος. Η βορεινή όμως κ' η μεσηβρινή η

καμάρα τριγυρίζουνται αυτές από τοίχους κολωνοστόλιστους. Δηλαδή δυο

σειρές κολώνες, η μια απάνω στην άλλη. Μέσα στου ανατολικού του

μισόθολου το βάθος έχουμε τρεις καμάρες, κ' η καταμεσιανή είναι η

λεγάμενη _κόγχη, ή αχηβάδα_. Οι άλλες δυο οι πλαγινές δεν κρατιούνται

από τοίχο καθώς η αχηβάδα, παρ' από δυο κολώνες η καθεμιά, κι αποπάνω

τους άλλες σειρές κολώνες.

Παρόμοια κατασκευή κι ο δυτικός ο μισόκυκλος. Στη μέση όμως αντίς

αχηβάδα αυτός έχει τοίχο στο βάθος με τρεις από τις εννιά _βασιλικές_

λεγάμενες πύλες, που πάνε στα μέσα του νάρθηκα, με τους ψηφιδωμένους

τους θόλους, και τις εφτά θύρες από τα δυτικά ως όξω στο μικρό το

νάρθηκα (εκεί που είναι η μαρμαρένια η φιάλη με την περίφημη την

μπροσοπισινή επιγραφή της (6)) όλονα μωσαϊκό χάμου, κολώνες και

θόλοι γύρωθε κι απάνωθε, και μέσα στις αχηβάδες των τοιχώνε δώδεκα

λιονταρήσια κεφάλια που από το στόμα τους έτρεχε πάντα νερό(7).

Ας ξαναμπούμε όμως στο ναό μέσα, έχοντας το πρόσωπό μας γυρισμένο

κατά τ' Αγιοβήμα. Δεξιά κι αριστερά, δηλαδή βορεινά και μεσηβρινά,

πίσωθε από τις δυο εκείνες απανωτές σειρές κολώνες (σπάνιο θεσσαλικό

μάρμαρο οι πιώτερες, ασπρόφλεβο βαθυπράσινο) που σηκώνουν τις πλευρές

του καθαυτό ναού, δηλαδή του καταμεσιανού του χωρισμάτου, από χάμου

ως εκεί απάνου που αρχινούν και ριζώνουν οι μεγάλες οι καμάρες,

έχουμε δυο πατώματα, και ταπάνω πάτωμα είναι ο γυναικωνίτης. Γυρίζει

αυτός και πηγαίνει κι απάνω από το νάρθηκα. Μαρμαρόστρωτος και

γεμάτος λογής λογής λαμπρές κολώνες, κ' οι στέγες του καταστόλιστες

με πολυσφάνταχτα ξόμπλια ψηφιδωτό πετράδι. Ανέβαιναν εκεί οι γυναίκες

με γυριστές σκάλες απέξω. Είχε όμως κι απομέσα πόρτες για νανεβαίνουν

οι διάκοι και να θεμιάζουν.

Οι οχτώ οι _πινσοί_ του ναού, οι τέσσερεις δηλαδή που αναφέραμε κ' οι

άλλοι τέσσερεις από τις δυο άκρες, ανατολική και δυτική, καθώς κ' οι

τοίχοι, κατασκέπαστοι όλοι από πορφυρίτη, γέσμι κι άλλα πολύτιμα

μάρμαρα. Οι οχτώ μεγαλήτερες κολώνες από τη μια κι από την άλλη του

καταμεσιανού ναού, οι βαθυπράσινες, είτανε μεταφερμένες από το ναό

της Έφεσος. Οι οχτώ κόκκινες κολώνες κάτω από τις δυο καμάρες δίπλα

στους δυο μισόθολους, αυτές είταν από το ναό της Ηλιούπολης, παρμένες

πρώτα στη Ρώμη από τον Αυρήλιο, κατόπι φερμένες εδώ από πλούσια

αρχόντισσα. Λογής περίτεχνα σκαλίσματα και ξόμπλια στα κεφαλοκόλωνά

τους, από μάρμαρο αυτά της Προκόννησος, και βυζαντινής κατασκευής.

Χάμου πάλε σκούρο μολυβί μάρμαρο με φλέβες (ασπρουλές οι πιώτερες)

για να σφαντούν ακόμα καλλίτερα τα χρώματα τριγύρω κι απάνω.

Εκατόν εφτά είναι του Ναού οι κολώνες, όλες σπάνιο μάρμαρο και παντής

λογής θωριές.

Το φως του το παίρνει ο Ναός από αμέτρητες θυρίδες στα ύψη, άλλες

ολοτρόγυρα στη βάση του θόλου, άλλες σκόρπιες απάνω στους μισόθολους

και σ' άλλα μέρη της στέγης.

Ο μεγάλος θόλος, 179 πόδια του ύψου, είναι καμωμένος μ' αλαφρά

πλιθάρια της Ρόδος, κ' οι τέσσερεις πινσοί του με πολύ στεριό υλικό

που να καλοβαστιέται ο θόλος, να είναι κι όσο γίνεται αλαφρός (8).

Πίσωθε από τα τέσσερα μισόκυκλα που κάμνουν οι τέσσερεις οι μεγάλες

καμάρες σε κάθε κόχη, υπάρχει κι απόνα θολωτό τετράγωνο μέρος,

φωτισμένο κι αυτό από παραθύρια. Από την ανατολική και τη δυτική

πλευρά του κάθε τέτοιου τετράγωνου πάλε, δηλαδή από το βορεινό και

μεσηβρινό πλευρό του ναού, έχουμε άλλα δυο τετράγωνα μέρη, στηριγμένα

με τέσσερεις κολώνες γρανίτη. Τις έξη τετράγωνες αυτές αυλές τις

έλεγαν _Κουβίκουλα·_ είδος παρεκκλήσια.

Τέτοιος περίπου ο χωρισμός του ναού. Να περιγράψουμε τώρα όσο του

αξίζει και το μεγαλόπρεπο στολισμό του καθώς είταν τότες, σα δύσκολο·

το πολύ μερικά από τα κυριώτερα. Και πρώτο ταργυρό το καγκελωτό

Κονοστάσι, που κ' οι πλάκες του κ' οι δώδεκα οι κολώνες τριγύρω του

όλα ασήμι. Σταπάνω μέρος και λίγο παρακάτω από τα στολίδια που

στεφάνωναν το έργο, σειρά δώδεκα χάλκινοι δίσκοι μ' ανάγλυφες

προτομές Αποστόλων κι Αγγέλων, κι ο καταμεσιανός με την προτομή του

Χριστού. Αλλού πάλε είταν παρόμοιος δίσκος της Παναγιάς· και

καταμεσής μεγάλος δίσκος με σταυρό και με τα μονογράμματα του

Ιουστινιανού και της Θεοδώρας.

Η Αγιατράπεζα άλλο θεόλαμπρο έργο· όχι μονάχα η αρχιτεχτονική της, μα

και τα ολόχρυσα κι αργυρά της στολίδια, τ' αρίθμητά της διαμάντια και

μαργαριτάρια. Απάνω της στέκουνταν το λεγάμενο _Κιβώριο_, τέσσερεις

καμάρες στηριγμένες σε τέσσερεις αργυρές κολώνες, κι από κάθε της

πλευρά κρέμουνταν τέσσερα χρυσοΰφαντα σκεπάσματα με μεγάλη μαστοριά

δουλεμένα. Ένα παράσταινε την εικόνα του Χριστού μεταξοκέντητη, με

ολόχρουσο φόρεμα, ανασηκωμένο όμως κατά τα πλευρό με τρόπο που να

φαίνεται πορφυρένιος χιτώνας, σιμά στα δεξί χέρι που δαχτυλόδειχνε τη

Βίβλο καθώς την κράταγε τάλλο το χέρι. Πλάγι του Χριστού στέκουνταν ο

Απόστολος Παύλος κρατώντας ραβδί στα χέρι με σταυρό στην απάνω άκρη.

Άλλα σκεπάσματα πάλε παράσταιναν τον Ιουστινιανό με τη Θεοδώρα.

Στον καιρό της λατινοκρατίας το έξοχο αυτό έργο κομματιάστηκε και το

μοιράστηκαν ανάμεσα τους οι Δυτικοί.

Άλλο περίτεχνο έργο, ο άμπωνας με τη μαρμαρένια του σκάλα, με την

πυραμιδένια στέγη, που οχτώ πετραδοστόλιστες κολώνες τη σήκωναν. Σε

ποιο μέρος του ναού είτανε στημένος ο άμπωνας δεν είναι καλά καλά

γνωστό. Ίσως κατά τη μέση του ναού, προς τανατολικά. Καθώς μήτε το

διακονικό δεν καλοξέρουμε πού βρίσκουνταν, δηλ. το μέρος που

παραστέκουνταν κι ο αυτοκράτορας κι ο πατριάρχης σα δεν καθίζανε στο

θρόνο τους.

Στολισμένη καθώς ο άμπωνας με χρυσάφι, με σαρδονύχι και με ζαφείρι,

είταν κ' η _σολέα_, ο καγκελωτός ο περίγυρος για τους κληρικούς και

τους ψάλτες, μεταξύ άμπωνα κι Αγιοβήμα, μα κάτι πιο σιμά στ'

Αγιοβήμα.

Όσο για τους θρόνους, ο θρόνος του πατριάρχη στεκότανε δίπλα στ'

Αγιοβήμα από τη νότια τη μεριά ανάμεσα σε τέσσερεις αργυρές κολώνες,

και του αυτοκράτορα από την αντικρυνή τη μεριά.

Ψηφιδώματα πως είχε αμέτρητα ο ναός σε κάθε του μέρος είναι βέβαιο,

αν και δεν είναι γνωστό σε ποιά εποχή βάλθηκαν όλα. Οι Τούρκοι όμως

τάχρισαν όταν έκαμαν το ναό τζαμί, κ' έγραψαν αποπάνω αραβικά ρητά,

κ' έτσι έμειναν ως τα 1847, που ο Σουλτάν Μετζίτης έβαλε Γάλλο

μάστορη, το Φασσάτη, κ' έξυσε το χρίσιμο και ξανακαθάρισε τις

ζουγραφιές. Μια τους παρασταίνει Άγγελο μέσα σε χρυσωμένο ουρανό με

σφαίρα στ' αριστερό και κοντάρι στο δεξί χέρι, και τα διάπλατα

φτερούγια του κατεβαίνουν ως χάμου. Άλλη ιστορεί το Χριστό σε

μεγαλόπρεπο θρόνο, και βλογάει κρατώντας ανοιχτό βαγγέλιο, με

γράμματα μέσα «Ειρήνη υμίν, Εγώ ειμί το φως του κόσμου.» Ζερβόδεξα

αυτής της εικόνας είναι οι προτομές της Παναγιάς και του Αρχάγγελου

Μιχαήλ μέσα σε δίσκους, κι αυτοκράτορας στεφανωμένος και

λαμπροφορεμένος προσπέφτει στα πόδια του Ιησού. Σ' άλλα μέρη πάλε

στις καμάρες απάνω βλέπεις εικόνες Αγίων, Αποστόλων, ή της Παναγιάς

με το Χριστό στην αγκαλιά. Στα τέσσερα γυρτά ή σφαιρικά τρίγωνα

παρασταίνουνται τέσσερα Σεραφείμ· στου γυναικωνίτη τους θόλους η

Πεντηκοστή· και στους θόλους του μεγάλου νάρθηκα ο Χριστός με τη

Θεοτόκο και με τον Πρόδρομο, κι αυτοκράτορας προσπεσμένος στου

Χριστού τα πόδια.

Σαν τέτοιος ο ναός της Άγιας Σοφιάς. Η ιδέα, είπε ένας, όταν

πρωτομπής και κοιτάξης περίγυρα είναι φως, αλαφράδα κι αρμονία. Άλλος

ακόμα πιο φιλοσοφικός παρατήρησε πως κάθε ευλαβής άνθρωπος εκεί μέσα

μπορεί να λατρέψη τον Ύψιστο δίχως να φέρη χαμόγελο στον αλλόθρησκο,

αφού βρίσκεται εκεί συναρμολογημένο ταρχαίο πνέμα, το ελληνικό, μαζί

με το νέο, το χριστιανικό — που γεννήσανε τέλειο έργο για θεία

λατρεία. Αφίνουμε τα εγκώμια και τις ποιητικές περιγραφές των

συγκαιρινών, που ένας τους είπε πως φαινότανε σα να το κρατούσε χρυσή

αλυσίδα από τα ουράνια κρεμασμένη, κι άλλος πως έπρεπε να δη άνθρωπος

για να πιστέψη πως υπάρχει τέτοιο μεγαλούργημα στον κόσμο.

Συγκρίνοντας κάποιος γνωριστής το θόλο της Άγιας Σοφιάς με το θόλο

του Άγιου Πέτρου της Ρώμης, παρατηρεί πως άμα μπαίνοντας ανασηκώσης

τα μάτια σου κι αγναντέψης τη στέγη του δικού μας ναού, αμέσως

παίρνει το μάτι σου όλη τη θολωσιά του. Ενώ στον Άγιον Πέτρο πρέπει

ως καταμεσής να προχωρήσης, και μόλις τότες αναγυρίζοντας το κεφάλι

μπορείς να κοιτάξης το θόλο. Είναι και ζήτημα αν ο Άγιος Πέτρος σου

φέρνει την ανατριχίλα, το θρησκευτικό ενθουσιασμό, τη θεοφοβωσύνη που

σε κυριεύει στη Αγιά Σοφιά μέσα.

Μερικά χρόνια κατόπι ο περήφανος εκείνος θόλος γκρεμήστηκε, καθώς

ξέρουμε, από σεισμό, κ' ένα του μέρος θρουβάλιασε τον άμπωνα καθώς

και τη σολέα. Είταν τότες αποθαμμένοι κι ο Ανθέμιος κι ο Ισίδωρος.

Ζούσε όμως ο ανιψιός του Ισιδώρου, Ισίδωρος κι αυτός. Σε κείνονα

λοιπόν ανάθεσε ο Ιουστινιανός το χτίσιμο του καινούριου θόλου.

Δυνάμωσε ο Ισίδωρος τη βορεινή και τη μεσηβρινή την καράρα,

γεμίσαντας ταδειανά μέρη με τοίχο, έπειτα στήριξε τον καινούριο θόλο

απάνω σε διπλή σειρά κολώνες. Μ' αυτόν τον τρόπο και τον αψήλωσε το

θόλο και σύγκαιρα τονέ στέριωσε.

Έχτισε ο Ιουστινιανός κι άλλες πάμπολλες εκκλησιές κι όχι μονάχα στην

Πρωτεύουσα μέσα. Κάμποσες μάλιστα και με ρυθμούς διαφορετικούς από

την Αγιά Σοφιά. Απ' άλλα χτίρια έχει χτισμένο το _Βαλανείο_, δηλ.

λουτρά, με πλήθος χάλκινα και μαρμάρινα καλλιτεχνήματα μέσα.

Ξανάχτισε και τα λουτρά Ζεύξιππος, κι αυτά καταστόλιστα με αγάλματα.

Άλλο έξοχο έργο του είναι το ξαναχτίσιμο της _Χαλκής_, που κάηκε κι

αυτή στη Στάση του Νίκα. Στοά σαν είδος προπύλαια μπροστά στο παλάτι

τετράγωνη. Η σφαιρωτή του στέγη ακουμπησμένη σε οχτώ καμάρες

στολισμένες με εικόνες πολεμικές· μια άξαφνα του Βελισάριου σανέ

γύριζε από τις νίκες του με το στρατό και με τα λάφυρα, και στη μέση

ο Ιουστινιανός κ' η Θεοδώρα καμαρώνοντας την παράταξη, και μάλιστα το

Γότθο και το Βάνταλο βασιλέα που τους φέρνανε σκλάβους· χαρούμενοι κ'

οι συγκλητικοί σεριανίζουν από τριγύρω το δοξασμένο το θέαμα. Της

Χαλκής πρωτομάστορης είταν ο Αιθέριος.

Εξαιρετικά εδώ πρέπει ναναφερθούν οι ναοί της Θεσσαλονίκης· επειδής

εκεί βλέπουμε όχι μονάχα την πρώτη τέχνη, δηλαδή τότες που είταν

ακόμα μισή μισή, μα και τη νέα τέχνη βλέπουμε στην εντέλεια της, και

μάλιστα το κυριώτερο χαραχτηριστικά της, τα μωσαϊκά στους θόλους· αν

κ' είναι δύσκολο να καλοριστή η εποχή τους. Οι πιο ξακουστές

εκκλησιές είναι του Άγιου Δημήτρη και του Άγιου Γιώργη. Ο Άγιος

Δημήτρης έχει ρυθμό Βασιλικής (δρομικό), και χτίστηκε τον πέμτο

αιώνα. Οι κολώνες του νάρθηκα ιωνικές, και τα κολωνοκέφαλα είδος

κορινθιακά μ' ανάμεσα αϊτούς και ξόμπλια. Μάρμαρο χρωματιστό ο

στολισμός μέσα, και χτυπάει λέγουν αυτό στο μάτι κι από μωσαϊκά

καλλίτερα.

Ο Άγιος Γιώργης πάλε είναι τρουλλωτός ή θολωτός σαν τις εκκλησιές του

Ιουστινιανού. Όλα του τα στολίσματα μωσαϊκό του πρώτου νερού. Οχτώ

τέτοιες ψηφιδωτές ζουγραφιές απάνω στο θόλο παρασταίνουν παλάτια

μεγαλόπρεπα, κολώνες στολισμένες με μυριοχρωμάτιστα πετράδια,

σκηνώματα με πορφυρένια παραπετάσματα, διαζώματα πολυσφάνταχτα με

πουλιά, δελφίνια, φοινικόδεντρα κι άλλα παρόμοια στολίδια μέσα· κι

αποκάτω από τη μέση καθεμιάς τέτοιας ζουγραφιάς παρασταίνεται

οχτάγωνο ή στρογγυλό τουρλοσκέπαστο χτίριο τριγυρισμένο με κολώνες

και παρέξω με κάγκελα· παραπετάσματα κρέμουνται ανάμεσα από τις

κολώνες και σκεπάζουν ταπομέσα, που φαίνεται σα να φωτίζεται από

καντήλι κρεμασμένο από το θόλο.

Μα κι Αγιά Σοφιά είπαμε πως έχουμε στη Θεσσαλονίκη, χτισμένη όχι πολύ

αργότερα από το περίφημο πρότυπό της. Στον ίδιο ρυθμό κι αυτή, και μ'

εξαίρετα ψηφιδώματα.

Μερικά ακόμα να σημειώσουμε για τα μωσαϊκά δεν είναι άσκοπα εδώ στο

τέλος. Τα πιο ξακουστά στην Πόλη είταν τα πολεμικά εκείνα ψηφιδώματα

της Χαλκής. Μήτ' αυτά όμως, μήτε της Άγιας Σοφιάς δεν τα κρίνουν έργα

του έχτου αιώνα μόνε αργότερης εποχής. Λαμπρά δείγματα της τέχνης του

έχτου αιώνα είναι τα ψηφιδωτά της Θεσσαλονίκης και της Ραβέννας. Άμα

μπης στην εκκλησιά του Άγιου Βιτώλιου της Ραβέννας παρατηρείς αμέσως

απάνω στην καμάρα δυο μεγάλες ιστορικές εικόνες. Η μια παρασταίνει

τον Ιουστινιανό ανάμεσα στους μεγιστάνους του και τους δορυφόρους

του, η άλλη την πεντάμορφη Θεοδώρα με τις ακόλουθες της, και της

προσφέρουν τα δώρα που έφεραν οι βασιλιάδες στην εκκλησιά. Η

αυτοκρατόρισσα στέκεται σε νάρθηκα με «φιάλη» στη μέση, και μια

θεραπαινίδα ανασηκώνει το παραπέτασμα της θύρας του ναού. Το δούλεμα

τω φορεμάτων της Θεοδώρας είναι όσο γίνεται πλούσιο. Στην πλατειά

ούγια του ποδόγυρου σειρά ζουγραφιές παρασταίνουν την προσκύνηση τω

Μάγων. Στα στήθια της άλλο δεν βλέπεις παρά πολύτιμα πετράδια, και τα

μαλλιά της αστράφτουνε στο διαμάντι και στο μαργαριτάρι. Έτσι κ' η

αψηλή και καταστόλιστη κορώνα της λάμπει μέσα στ' αλώνι που την

τριγυρίζει. Κάθε πρόσωπο της εικόνας εκείνης, σύμμετρο και κανονικό,

με μάτια μεγάλα, μόνε σα ορθάνοιχτα κάπως. Οι φορεσιές όχι μονάχα της

βασίλισσας, παρά όλης της συνοδιάς, λαμπρές κι ανάλογες με τους

μεγαλόπρεπους εκείνους χρόνους. Σ' άλλη εκκλησιά της Ραβέννας, στον

Άγιο Απολλινάριο, σώζουνται ψηφιδώματα του έχτου αιώνα που

παρασταίνουνε μακρινή σειρά γυναίκες πλουσιοφορεμένες και με «μίτρα»

στο κεφάλι, φέρνοντας ανθοστέφανα στην Παρθένο. Κ' εδώ η ίδια

συμμετρία στα πρόσωπα, με κάποιο μάλιστα γέρμα του κεφαλιού που σου

θυμίζει την παλιά τέχνη, την κλασσική.

Δυο λόγια τώρα για τους τεχνίτες. Πρώτα για τον Ανθέμιο. Από τις

Τράλλες της Λυδίας αυτός, καθώς είδαμε. Είχε σκεδιασμένα ο Ανθέμιος

κι άλλα πολλά χτίρια. Συνήθιζε να τοιμάζη τα έργα του κάθε τεχνίτη ή

μάστορη με προπλάσματα και με δείγματα που χάραζε. Έξοχος όχι μονάχα

αρχιτέχτονας, μα και μηχανικός και μαθηματικός. Δηγούνται μάλιστα

μερικά περίεργα μηχανικά του παιχνίδια, καθώς όταν τον πείραζε

κάποιος του γείτονας με φωνές απάνω από την κατοικία του, κ' έκαμε

τεχνητό σεισμό μ' ατμό για τον τρομάξη και να γλυτώση από τη γειτονιά

του.

Άλλος μεγάλος αρχιτέχτονας και μηχανικός της ίδιας εποχής είταν ο

Ιωάννης ο Βυζάντιος, που μαζί με το νεώτερο Ισίδωρο έχτισε μεγάλα

οχυρωματικά έργα στη Ζηνοβία, καθώς και ναούς και λουτρά και στοές.

Μεγάλος μηχανικός κι ο Χρύσης της Αλεξάντρειας, που κατασκεύασε τα

μεγάλα υδραυλικά έργα της Δάρας για να μποδίζη τις πλημμύρες του

Κόρδου του ποταμού.

4

Φιλολογία και γλώσσα

Από τέλη τέταρτου ως έχτου αιώνα

Δεν ταιριάζει να μείνη έξω από τη γενική αυτή περιγραφή της πρώτης

βυζαντινής εποχής η φιλολογία κ' η γλώσσα. Δύσκολο θέμα, μα πρέπει.

Για να καταφερθή όμως ο σκοπός μας δίχως πελαγώματα χρειάζουνται και

δω λίγα λόγια, κι αυτό θα πασκίσουμε.

Το καθαυτό χαραχτηριστικό της φιλολογίας του πέμτου αιώνα είναι η

αττική ρητοράδα τους, μάλιστα των Πατέρων· και φυσικό, αφού οι

δάσκαλοι τους είταν αληθινά παιδιά της αρχαιότητας. Τόσο μάλιστα

βουτηγμένος είταν ο ρωμαίικος ο νους μέσα στην κλασσική φιλολογία,

που για να πούνε πράματα που είτανε της θρησκείας μας παράχωναν

άξαφνα και μια εικόνα, μια παρομοίωση παρμένη από τα μυθολογικά του

παλιού καιρού.

Έπαιρνε κάμποσα μ' άλλους λόγους κ' η ρητορική από τα παλιά καθώς κ'

οι άλλες τέχνες, μόνο αυτή σε πολύ μεγαλήτερο βαθμό· γιατί ας μη

λησμονούμε πως ο εθνικομάχος ο Θεοδόσιος δεν έβγαλε και κανένα νόμο

να παιδεύη τους όσους παρομοίαζαν τις νίκες του με τους αγώνες του

Ηρακλέα.

Εξόν από λόγους μερικών Πατέρωνε μήτε τα τέλη του τέταρτου, μήτε ο

πέμτος ο αιώνας δεν είδαν τίποτις έργα του πρώτου νερού. Δε γεννούσε

ο νους μεγάλα φιλολογικά καλλιτεχνήματα. Όχι πως δεν είχε ο κόσμος

μεγάλες ιδέες, κι ορίστε μια, η χριστιανική ξαναγέννηση και της

Ρωμιοσύνης και του κόσμου όλου. Η ιδέα αυτή όμως, όσο γιγαντένια κι

αν είτανε, είχε το κακό να κομποδένη το νου σα δημιουργούσε, αντίς να

του δίνη δύναμη, φτερά και λεφτεριά.

Δεν μπορούσανε να βγουν έξω από το βαγγέλιο. Έπειτα, όσες ιδέες είχε

τότες ο κόσμος, τις αρμήνευε με τη ζωή του κι όχι πας το χαρτί. Τις

έκαμνε πράξη, δεν τις έγραφε. Ήρθε και το δόγμα και τονέ σφιχτόδεσε

το νου ακόμα πιώτερο. Σωστή στερεοτυπία πια τότες. Τίποτις καινούριο,

τίποτις τολμηρό. Μάλιστα είχε και τιμωρία. Αν πήγαινες κατά τον

εθνισμό, κατατρεγμός· αν κατά την αίρεση, πάλε κατατρεγμός. Α γράφηκε

και τίποτις με κάποια ζωή, πάλε από εθνικούς γράφηκε, καθώς άξαφνα τα

στοϊκά συγράματα της εποχής εκείνης.

Μα α δεν έχουμε Ιλιάδες κι Οδύσσειες, δεν είναι δα και τόσο αχαμνά

μερικά έργα του τέταρτου και του πέμτου αιώνα. Τη σάτυρα του

Ιουλιανού «_Ο Μισοπώγων_» δεν την έχουν κι όλως διόλου για πέταμα,

καθώς μήτε το _Συμπόσιο των Αυτοκρατόρων_. Ο Ιουλιανός που δεν είχε

αρκετό νου για να νοιώση την εποχή του, το νου που είχε δεν τον

έδεναν τα δόγματα, και κάτι μας έφτειαξε.

Μα και στον πέμτον αιώνα τα βρίσκουμε τα κλασσικά αυτά τα στοιχεία,

κι ας είναι πιο ανάργια, πιο αδύνατα. Βρίσκουμε το Συνέσιο, το μαθητή

της Υπατίας, της στερνής αχτίδας του κλασσικού ήλιου. Καλός

στιχουργός, μα όχι και ποιητής· φιλοσοφιστής, μα όχι και φιλόσοφος. Ο

Πρόκλος, κάτι καλλίτερα. Κάτι πιο δυνατός και πρωτότυπος. «Ο αληθινός

ο φιλόσοφος, (είπε ο Πρόκλος) δεν μπορεί να κολλήση σε μια και μονάχη

θρησκεία. Είναι ιεροφάντης του κόσμου ο φιλόσοφος». Ο Συνέσιος δεν

μπορούσε, μα και δεν τολμούσε να την πη τέτοια ιδέα. Έτσι και τα

ποιήματα του Πρόκλου, όσα έμειναν. Είδος Ορφικά και κάμποσο σκοτεινά·

μα πάντα καλλίτερα φιλολογικά έργα από τα χριστιανικά στιχουργήματα.

Είτανε φτερουγιάσματα φαντασίας κι όχι απλή κατάνυξη.

Σπούδαξε ο Πρόκλος στην Αθήνα και δίδαξε εκεί μάλιστα. Την είδαμε την

Αθήνα πολλές φορές στην ιστορία απάνω. Τα φιλολογικά της συστατικά

δεν είτανε και να τα ζουλέψης. Κι ως τόσο φύλαγε πάντα κάποια ηθική

δύναμη η παλιά «Εστία τω Φώτων» και μάλιστα με το σπρώξιμο πούδωσε ο

Πρόκλος του νεοπλατωνισμού.

Πολύ μεγαλήτερη ηθική δύναμη όμως είχε, καθώς κι αλλού είδαμε, η

Αλεξάντρεια. Το φιλολογικό το κέντρο είταν εκεί. Ό,τι γράφηκε της

ανθρωπιάς τον τέταρτο και τον πέμπτο αιώνα, στην Αλεξάντρεια γράφηκε.

Αφίνοντας την Υπατία, του κόσμου όλου αστέρι, ας έρθουμε σ' έναν όχι

και πολύ γνωστό, μα αξιοσημείωτο κατά τη γνώμη των όσοι τονέ

μελέτησαν· το Νόννο τον Πανοπολίτη. Εθνικός όντας στη νιότη του

έγραψε τα _Διονυσιακά_. Αργότερα, σανέ βαφτίστηκε, έγραψε σε είδος

εποποιία το βαγγέλιο «κατά Ιωάννην». Ανάγκη δεν είναι να πούμε πως τα

Διονυσιακά είναι το καθαυτό έργο του. Δουλεύει εκεί η φαντασία κ'

εικονίζει μαγευτικές σκηνές κ' ιδέες· τόσο, που και μ' αρχαιότερους

τεχνίτες τονέ συγκρίνουνε.

Μελετούσαν κι όλο μελετούσαν τους αρχαίους. Σα να τόξεραν πως τους

έφευγε η κλασσική η χρωματιά μια για πάντα και βαλθήκανε να τη

φυλάξουνε με δαιμονισμένους αγώνες. Δος του Όμηρο λοιπό, δος του

Ευριπίδη, κι από κει στόλιζαν τα χριστιανικά τους δοκίμια. Η

χριστιανική εποποιία ως τόσο του Νόννου βγήκε ανώτερη απ' άλλα

παρόμοια έργα, και πολύ φυσικό αυτό, αφού τη φαντασία του την είχε ο

Νόννος αναθρεμμένη ανεμπόδιστα μέσα στον Εθνισμό.

Τονέ μιμήθηκαν το Νόννο κάμποσοι στα κλασσικά του. Ο πιο

αξιοσημείωτος είναι ίσως ο Μουσαίος, που μας αφήκε την Ηρώ και το

Λέαντρο, το χαριτωμένο εκείνο το επικό του ποίημα.

Αν υπάρχη κλώνος στη φιλολογία που στ' αλήθεια ανθοβόλησε τα χρόνια

εκείνα, είναι το μυθιστόρημα. Μπορούμε μάλιστα να πούμε πως

πρωτοφάνηκε κιόλας τότες, ή καλλίτερα από τον τρίτο αιώνα.

Ανεκατεμένες εκεί μέσα η παλιά κ' η νέα ζωή, η βουκολική φαντασία με

την τυχοδιωχτική τη φαντασία που πήρε δρόμο αυτούς τους καιρούς. Από

τη μια αγάπες κι αγκαλιάσματα μέσα σε πρασινάδες και σε λιβάδια, από

την άλλη χωρισμοί κι απελπισίες που προξενούνε ληστάδες και

κακούργοι. Τρομαχτικά μπερδέματα κι απερίμενα ξεμπερδέματα. Τέτοιο

περίπου είναι το ρομάντζο του τρίτου, του τέταρτου και του πέμτου

αιώνα. Λέχτηκε πως δε θα ξεφύτρωνε ίσως τότες το δροσερό και μυρωδάτο

αυτό λούλουδο α δεν είχε η Ρώμη σκοτωμένο από χρόνους το δράμα.

Τα πιο κυριώτερα είναι· Τα «Κατά Δάφνιν και Χλόην» του Λόγγου (και

ποιος δεν το διάβασε το βλογημένο εκείνο ειδύλλιο), του Αχιλλέα

Τάτιου τα «Κατά Λευκίππην και Κλειτοφώντα», και του επισκόπου του

Ηλιοδώρου τα «Αιθιοπικά». Άκαιρο κι άτοπο ναναλυθούν τα μαγευτικά

εκείνα έργα, τα γεμάτα κλασσική χάρη κι αφροδιτοσύνη μαζί με πόθους

και λαχτάρες και στεναγμούς, που μα την αλήθεια φαίνουνταν σαν

προανακρούσματα του ρομαντισμού. Ένα μονάχα που παρατηρήθηκε ας

αναφερθή, η μεγάλη σημασία που δίνεται εκεί μέσα στις παρθενικές

χάρες, χαραχτηριστικά που οι χριστιανικοί εκείνοι αιώνες το φέρανε

στη Δύση κατόπι και ριζώθηκε το μεσαιωνικό το ρομάντσο.

Ας έρθουμε τώρα στην ιστορία που και τόσα της χρωστούμε, αφού κι από

τα όσα γνωρίζουμε πολύ λιγώτερα θα ξέραμε δίχως τα ιστορικά εκείνα

έργα — ευτύχημα που βάσταξε ως τα τέλη της ρωμαίικης αυτοκρατορίας,

με όχι και τόσα χάσματα όσα μπορούσε άνθρωπος να προσμένη.

Ιστορία της Ρωμιοσύνης, Πρώτος τόμος · 第 25 / 26 段