Οι πιώτεροι ιστορικοί του πέμτου αιώνα στάθηκαν Εθνικοί, ο

Ολυμπιόδωρος, ο Ευνάπιος, ο Πρίσκος στην αρχή του· ο Μάλχος κι ο

Ζώσιμος στα τέλη του.

Ο Ευνάπιος ιστόρησε το ρωμαϊκό κράτος από το γοτθικό Κλαύδιο (270 μ.

Χ.) ως τα χρόνια του Αρκαδίου (404). Ύφος χρωματισμένο τόσο ζωηρά με

τη ρητορική παίδεψη της εποχής του, που το δάκριο δε δίσταξε να

τονομάση «ποταμώδες!» Φανατικός Εθνικός κ' εγκωμιαστής του Ιουλιανού.

Όσο για τους χριστιανούς αυτοκρατόρους, λόγους δε βρίσκει να τους

ψεγαδιάση.

Ύστερ' απ' αυτή την ιστορία ήρθε η ιστορία του Ζώσιμου, που μας είναι

σήμερα από τις πιο σημαντικές πηγές της ιστορίας του τέταρτου αιώνα.

Ο Ζώσιμος πάλε τάβαλε με τους καιρούς του όχι τόσο από φανατισμό, όσο

από τις πίκρητες που έπαθε σαν είχε πολιτικό αξίωμα. Πρότυπο του είχε

αυτός τον Πολύβιο.

Του Ολυμπιόδωρου η ιστορία είναι κάτι πιο άταχτη, και σαν είδος

χρονικά, με λεχτικό όχι πολύ χτενισμένο. Σπουδαίο όμως το υλικό τους

(από 407 ως 425).

Εθνικός κι ο Πρίσκος, κι από τα έργα του σώζουνται όσα δηγήθηκε σαν

πήγε πρέσβης στη χώρα των Ούνων. Το παινούν το ύφος του.

Ο Μάλχος έγραψε στις μέρες του Αναστασίου. Αυτός είναι που μας

δηγάται τα καμώματα τω δυο Θεοδορίχων. Κι' αυτός ρητορικά μαθημένος,

μα της μπιστοσύνης και με ύφος καθάριο κι απλό.

Μερικά τώρα και για τη φιλολογία του έχτου αιώνα, μαζεμένα από την

ίδια πηγή που μας χρησίμεψε παραπάνω. Αναφέρθηκε αλλού κάτι για τους

λίγους εκείνους φιλοσόφους που απελπισμένοι έφυγαν από το κράτος τον

έχτο αιώνα και σύρανε κατά την Περσία, να ζητήσουν την προστασία, του

Χοσρόη φημισμένου σαν είδος Μάρκος Αυρήλιος· φήμη μυθική που τους

έκαμε και γύρισαν πίσω, μ' ένα καλό όμως, που τους θυμήθηκε ο Χοσρόης

σαν έκαμε ειρήνη στα 532 με τον Ιουστινιανό, κ' έβαλε όρο να μείνουν

ανέγγιχτοι από τους χριστιανούς οι εφτά εκείνοι φωστήρες του

μισοζώντανου Εθνισμού, ο Σιμπλίκιος της Καλλικίας ένας τους.

Όσοι άλλοι φιλοσόφοι βγήκαν αυτόν τον αιώνα δε φαίνουνται τόσο

κομματικοί στα θρησκευτικά καθώς πρώτα. Παράδειγμα ο Ιωάννης ο

φιλόπονος, που αν και γράφοντας για τη χριστιανωσύνη, βούτηξε όμως σε

βαθιά φιλοσοφικά ζητήματα, πολεμώντας Αριστοτελικές ιδέες και

θεωρίες. Σαν τέτοιος είταν κι ο καλόγερος ο Κοσμάς ο

«Ινδικοπλεύστης», που ζήτησε, δίχως να πάη ενάντιο σε θεολογικά

συστήματα και δόγματα, να προσδιορίση τη θέση της γης στάπειρο μέσα,

καθώς και το σκήμα της. Την ήθελε παραλληλόγραμμο αυτός.

Οι ιστορικοί, είταν ακόμα πιο διχρώματοι, ή καλλίτερα, πιο

αχρωμάτιστοι στις θρησκευτικές διαφορές απάνω. Ο Προκόπιος, ο

Αγαθίας, ο Μέναντρος, όλοι τους γράψανε δίχως θρησκευτικό πάθος.

Για τον Προκόπιο είπαμε αλλού μερικά. Άλλα γενικά προσόντα του είναι

που πάσκιζε να μιμηθή τα παλιά τα πρότυπα όχι μονάχα κατά το

καλλιεργημένο το ύφος, μα και κατά την ιστορική μέθοδο, τον Ηρόδοτο

άξαφνα στα εθνογραφικά, τον Πολύβιο στη συνήθεια να ταποδίνη όλα στην

τύχη ή στο θεό, κι άλλα τέτοια αρχαϊκά συστήματα, ίσως όχι τόσο γιατί

πίστευε να πούμε στο «Γραφτό» όσο για ν' αρχαΐζη· μανία ρωμαίικη από

τα τότες.

Ακολουθούσε το Βελισάριο ο Προκόπιος στις εκστρατείες του και

σημείωνε. Αυτό το σημειωματάρι που βάσταγε χρησίμευε για το

μεγαλήτερο έργο του, την Ιστορία τω Γοτθικών Πολέμων. Το δεύτερο έργο

του, τα «Κτίσματα», φαίνεται σαν εγκώμιο του Ιουστινιανού, αφορμή από

τα χτίρια του Αυτοκράτορα. Για το τρίτο του έργο, τ' απόκρυφο, είπαμε

αρκετά.

Την Ιστορία του Προκοπίου την ξακολούθησε (από τα 550) ο Αγαθίας.

Είτανε «σχολαστικός», δηλαδή δικηγόρος. Δηγάται εφτά χρονών πολέμους

κι άλλα αξιοσημείωτα στα χρόνια εκείνα. Χριστιανός κι αυτός, και

καλλίτερος χριστιανός από τον Προκόπιο, αφού δε συνήθιζε να τα

φορτώνη της τύχης μόνε στο θέλημα του Θεού, ή και στην οργή του αν

είτανε μεγάλα δεινά. Τανθρώπινα πάλι έργα ταπόδινε όλα στην ανθρώπινη

θέληση κι όχι στο « πεπρωμένο ». Κατά το ύφος όμως αγαπούσε να

μιμάται τον Προκόπιο, και με το παραπάνω. Γεμάτος ο Αγαθίας ποιητικές

εικόνες. Έγραψε μάλιστα και ποιήματα.

Δικηγόρος σπούδαξε κι ο Μέναντρος· πλούσιος όμως όντας δεν

πολυσκοτίστηκε, μόνε τόρριξε στο ξεφάντωμα και στα ιπποδρόμια. Και

μόλις σαν απέθανε ο Αγαθίας καταπιάστηκε ιστορικές μελέτες κ' έφερε

την ιστορία του ως τα 582. Κάτι πιο αργότερος λοιπόν αυτός από τον

Ιουστινιανό, καθώς κι ο Βυζάντιος ο Θεοφάνης, πούγραψε ιστορία από τα

566 ως τα 581.

Ο Ιωάννης ο Λυδός έγραψε κατά διαταγή του Αυτοκράτορα «περί Αρχών» κι

άλλα μερικά που χαθήκανε. Δικηγόρος κι αυτός. Άρχισε από στενογράφος

του πραιτωριανού Επάρχου Ζωτικού, και κέρδιζε πολλά μ' αυτή τη

δουλειά. Ξέροντας και πώς να κολακεύη το Ζωτικό έβαλε στο χέρι, εξόν

από μια πλούσια γυναίκα, κι απόνα χρυσό νόμισμα την αράδα για ένα

εγκώμιο που τούγραψε. Αργότερα όμως σα να λιγόστεψαν τα πλούτη του,

και τότες έγραψε «Περί Αξιωμάτων». Έγραψε και Πανηγυρικό του

Ιουστινιανού κ' ιστορία του Περσικού πολέμου. Στα τέλη του διορίστηκε

Καθηγητής στο Πανεπιστήμιο. Η θρησκευτική του χρωματιά κι αυτουνού

ανεκατεμένη.

Ποίηση δε μας έβγαλε αυτός ο αιώνας. Έγραψε, καθώς είπαμε, μερικούς

στίχους ο Αγαθίας, κ' είναι αλήθεια πως τους παινούνε. Πιώτερο όμως

απ' όλους φαίνεται πως τους παίνεσε ο ίδιος του.

Ο Παύλος Σιλεντιάριος έψαλε την Άγια Σοφιά και τα εγκαίνια της. Οι

πρώτοι ογδόντα στίχοι είναι εγκώμιο του Ιουστινιανού· στιχουργημένες

υπερβολές και τίποτις άλλο. Η ποίηση του καιρού εκείνου βρισκότανε

όχι σε στίχους μέσα, παρά στα χτίρια και στους πολέμους και στα

μεγάλα τα κατορθώματα.

_Γλώσσα_. Αν κρίναμε για τη γλώσσα του έχτου αιώνα από τα έργα του

Αγαθία και του Προκόπιου, θα κάμναμε περίπου το ίδιο λάθος που θα

κάμναμε αν κρίναμε τη γλώσσα του δέκατου πέμτου αιώνα από τη

Θουκυδίδικη ιστορία του Λαόνικου του Χαλκοκοντύλη. Δεν πρέπει όμως να

θαρρέψουμε πάλε πως η γλώσσα του έχτου αιώνα είταν τόσο αλλαγμένη που

να πλησιάζη τη ρωμαίικη μας γλώσσα. Πολύ μακριά. Η γλώσσα είταν ακόμα

η παλιά η ελληνική στη μορφολογία της· είταν η λεγάμενη κοινή, και

κατά την Ιστορική Γραμματική του αθάνατου μας Ψυχάρη έτσι απάνω κάτω

πήγε ως τον εντέκατο αιώνα, τότες που πρωτοφαίνουνται με κάποια σειρά

και συνέχεια σημάδια αλάθευτα της σημερνής της ρωμαίικης στο ποίημα

του πρώτου Σπανέα. Δηλαδή βάση η παλιά η κοινή με τύπους καινούριους

που τους συνηθίζουμε και τώρα Το πρώτο _ρωμαίικο_ που γράφηκε στην

καθαυτό τη σημερνή μας τη δημοτική, δε γράφηκε πριν από το 16ο ή 17ο

αιώνα· θέλω να πω τον Ερωτόκριτο και την Ερωφίλη· κ' είναι μάλιστα

πολύ περίεργο που άργησε τόσο να γραφή, δηλ. να γίνη γλώσσα

καινούρια. Πριν από τον Ερωτόκριτο και την Ερωφίλη δε βρίσκουμε

τίποτις παρά τύπους ανακατεμένους, μισό ρωμαίικους μισό ελληνικούς,

όπως και στο Σπανέα τον ίδιο.

Άρχισε ως τόσο, αν όχι η καθαυτό αλλαγή, δίχως άλλο όμως η

προετοιμασία της αλλαγής από τους πρώτους χρόνους μετά Χριστό, από

τότες δηλαδή που χάθηκαν οι διάλεχτες και καταστρώθηκε η κοινή, που

είναι και του Βαγγέλιου η γλώσσα. Σιγά σιγά τότες χάθηκαν και τα

μακρά και τα βραχιά φωνήεντα, και πήραν οι τόνοι τον τόπο τους, καθώς

παρατηρούμε κι από τα εκκλησιαστικά μας άσματα κι από το

δεκαπεντασύλλαβο στίχο.

Ας δούμε τώρα τι λογής λεχτικές αλλαγές παρατηρούνται στον έχτον

αιώνα· να σημειώσουμε όμως πάλι πρώτα πως αν η γλώσσα του τόπου είταν

τα ελληνικά, δηλαδή η κοινή, επίσημη γλώσσα είταν η λατινική. Είδαμε

πόσο πολεμήσανε μερικοί αυτοκρατόροι να την κάμουνε γλώσσα του

κράτου. Με τέτοια δύναμη πολέμησαν, κι ως τόσο η ρωμαίικη την είχε

καταδικασμένη σε θάνατο άμα πρωτοφάνηκε στην Ανατολή. Η γλώσσα που

λες και κυρίεψε τον κόσμο, κυριεύτηκε τέλος κι αυτή από τη ρωμιοσύνη.

Άρχισε ο τελικός ο αφανισμός της λατινικής στην Ανατολή ύστερ' από

τον έχτον αιώνα.

Δεν έμεινε ως τόσο η εθνική μας γλώσσα και δίχως σημάδια ολοφάνερα

της λατινικής ανεκατωσιάς, και μήτε μπορούσε να μη γίνη τέτοιο πράμα.

Τα βρίσκουμε όχι μονάχα στους τίτλους, όχι μονάχα στους στρατιωτικούς

όρους (δουξ, κόμης, κάστρον, φρατρία, μανδάτα, μανδάτορας, νοβίσκουμ,

οπτίματοι, όρδισον, σίγνον, σιλέντια, τέντα, κτλ.) στους διοικητικούς

(στράτα, ρούγα, σπίτι, πόρτα, κτλ.) και σ' άλλους, μα και στη γενική

φιλολογία και στη λαϊκή τη γλώσσα μέσα· στη γλώσσα δηλαδή που

μιλιούνταν καθεμέρα στην Πόλη.

Της καθημερνής αυτής γλώσσας, αφίνοντας πια τα λατινικά κατά μέρος,

μας έδωσε κάποιο δείγμα ο διάλογος εκείνος μεταξύ Πράσινους κι

Αυτοκράτορα στη Στάση του Νίκα. Άλλο δείγμα βρίσκεται στο Θεοφάνη,

εκεί που περιγράφει τον τρόπο που πείραζαν οι Πράσινοι το δύστυχο

εκείνονα πούμοιαζε του Μαυρίκιου, και που αφού τονέ φορέσανε «σαγίον

μαύρον» και τονέ στεφανώσανε με σκόρδα, τονέ καθίσανε σε γαδούρι και

του φώναζαν· «Εύρηκε την δαμαλίδα απαλήν, και ως το καινόν αλεκτόριν

ταύτη πεπήδηκεν, και εποίησε παιδία ως τα ξυλοκούκουδα. Και ουδείς

τολμά λαλήσαι, αλλ' όλους εφίμωσεν· άγιέ μου, άγιε φοβερέ και δυνατέ,

δος αυτώ κατά κρανίον, ίνα μη υπεραίρεται· καγώ σοι τον βουν τον

μέγαν προσαγάγω εις ευχήν».

Από επιγραφή του έχτου αιώνα που βρέθηκε στη Νουβία μαθεύτηκε πως το

ύδωρ «τόλεγαν» από τότες «_νηρόν_». Πως τον «όνο» τον έλεγαν από

τότες «γαυδάριν» ή «σγουδάριν», αν όχι «γάιδαρο», το ξέρουμε κι από

την περίφημη εκείνη φράση που πέταξαν του Ιουστινιανού στη Στάση του

Νίκα.

Μα και στη γλώσσα των πιο γραμματισμένωνε νάρθουμε, και κει τα

βρίσκουμε τα σημάδια της σιγανής, μα και βέβαιης αλλαγής. Εκεί άξαφνα

που ο Μέναντρος παστρικά το λέει πως δίνει τα λόγια του πρέσβη

καταπώς τα είπε, κι όχι «επί το αττικώτερον».

Αξιοσημείωτες είναι κ' οι αλλαγές όχι μονάχα από μια λέξη σ' άλληνα,

μόνο κι από μια σημασία σ' άλληνα· π. χ. _ωραίος_ αντίς _καλός_,

_πονώ_ αντίς _άλγω_, _θεραπεύομαι_ αντίς _ευφραίνομαι_, κτλ.

Τους λατινισμούς οι γραμματισμένοι δεν τους καταδέχουνταν, κι από

ανάγκη έλεγε ο Προκόπιος «ραιφερενδάριον τη Λατίνων φωνή την τιμήν

ταύτην καλούσι Ρωμαίοι» και σ' αυτό κάπως μας θυμίζει το λογιώτατο

της Βαβυλωνίας. Πολλές φορές μάλιστα το ρίχνει στην περίφραση για ν'

αποφύγη λατινική λέξη. Έτσι πήγε η αττική αυτή η καθαρογλωσσιά των

ιστορικών πότε λίγο πότε πολύ, ως τον καιρό του Χαλκοκοντύλη. Ώστε

όποιος διαβάζοντας τους βυζαντινούς χρονογράφους θαρρέψη πως θα

παρακολουθήση και την ιστορία της καθαυτό γλώσσας, κάμνει μεγάλο

λάθος.

Από της μεσαιωνικής εκείνης γλώσσας τα σπλάχνα βγήκε, καθώς είπαμε,

πολύ αργότερα, κι από τότες λουλουδίζει η νέα η γλώσσα, όχι πια

σιδεροδεμένη με μισοζώντανους τύπους, μόνο λεύτερη, σπαρταριστή και

βουνήσια, και μορφώθηκε με τόση χάρη και τόση δύναμη που καταντάει

από τις ομορφότερες γλώσσες του σημερνού κόσμου(9).

ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΥ ΤΟΜΟΥ

ΠΙΝΑΚΑΣ

Σελ.

ΑΦΙΕΡΩΜΑ....................................................3

ΠΡΟΛΟΓΟΣ...................................................13

ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΡΩΜΑΙΟΚΡΑΤΙΑ

1. Αριστίωνας και Σύλλας...................................15

2. Ρωμαϊκός φιλελληνισμός..................................20

3. Νέρωνας.................................................23

4. Άλλοι ψεύτικοι κι αληθινοί καλοθελητάδες................26

5. Αεροκοπανίσματα.........................................29

6. Ηρώδης. Καλλιτεχνήματα. Γλώσσα..........................33

7. Μερικοί στοχασμοί.......................................36

8. Γότθοι..................................................39

9. Η γη που ριζοβόλησε ο Χριστιανισμός.....................44

10. Ο Χριστιανισμός........................................52

ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ

ΑΠΟ ΒΥΖΑΝΤΙΟ ΚΩΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗ 323 — 337

ΠΡΩΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ. Πρωτοφαίνεται ο Μέγας Κωσταντίνος..........61

ΔΕΥΤΕΡΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ. Κανονίζουνται τα θρησκευτικά.............71

ΤΡΙΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ. Χτίζεται η Κωσταντινούπολη.................76

ΤΕΤΑΡΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ. Αρχίζει και βράζει το λεβέτι

της Ρωμιοσύνης.............89

ΠΕΜΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ, Τα υστερνά του Κωσταντίνου.................99

ΕΧΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ. Βιογραφικά σημπληρώματα....................101

ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ

ΑΠΟ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ ΚΩΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΩΣ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ ΘΕΟΔΟΣΙΟΥ

337 — 395

ΠΡΩΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ. Ο Κωστάντιος..............................106

ΔΕΥΤΕΡΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ. Τα πρώτα χρόνια του Ιουλιανού...........110

ΤΡΙΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ. Η Βασιλεία του Ιουλιανού..................115

ΤΕΤΑΡΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ. Ιοβιανός και Βάλεντας...................121

ΠΕΜΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ, Θρησκευτικοί αρχηγοί......................126

ΕΧΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ. Ούνοι και Γότθοι...........................133

ΕΒΔΟΜΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ. Ο Μέγας Θεοδόσιος κ' οι Γότθοι...........138

ΟΓΔΟΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ. Θεοδόσιος κι Ορθοδοξία....................142

ΕΝΑΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ. Άλλα καμώματα του Θεοδοσίου...............154

ΤΡΙΤΟ ΜΕΡΟΣ

ΑΠΟ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ ΘΕΟΔΟΣΙΟΥ ΩΣ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ ΛΕΟΝΤΑ 395 — 474

ΠΡΩΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ. Αρκάδιος, Ρουφίνος, Ευτρόπιος.............160

ΔΕΥΤΕΡΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ. Άλλα Γοτθικά δράματα.....................167

ΤΡΙΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ. Συνέσιος και Χρυσόστομος..................173

ΤΕΤΑΡΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ. Μερικά συμπληρώματα της Ιστορίας του

Χρυσοστόμου...............................................183

ΠΕΜΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ. Συνήθειες του πέμπτου αιώνα...............187

ΣΗΜΕΙΩΜΑΤΑ. Διοίκηση, τίτλοι κι αξιώματα του τέταρτου και του

πέμπτου αιώνα.............................................194

ΕΧΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ. Ο δεύτερος Θεοδόσιος κ' η Πουλχερία........197

ΤΕΤΑΡΤΟ ΜΕΡΟΣ

ΑΠΟ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ ΛΕΟΝΤΑ ΩΣ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ ΙΟΥΣΤΙΝΙΑΝΟΥ

474 — 565

ΠΡΩΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ. Ο Ζήνωνας.................................215

ΔΕΥΤΕΡΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ. Η Γοτθική πολιτική του Ζήνωνα............220

ΤΡΙΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ. Ο Ζήνωνας και τα θρησκευτικά..............225

ΤΕΤΑΡΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ. Ο Αναστάσιος............................229

ΠΕΜΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ. Ιουστίνος και πρώτα χρόνια Ιουστινιανού...237

ΕΧΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ. Η Στάση του Νίκα...........................247

ΕΒΔΟΜΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ. Εξωτερικά έργα του Ιουστινιανού..........257

§ 1. Πρώτος περσικός πόλεμος..............................257

§ 2. Βανταλική εκστρατεία.................................261

§ 3. Ιταλοϊσπανικές εκστρατείες...........................265

§ 4. Δεύτερος περσικός πόλεμος και Λαζικοί πολέμοι........268

ΟΓΔΟΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ. Βαρβαρικά πλημμυρίσματα κι άλλα δυστυχήματα

της βασιλείας του Ιουστινιανού. Τέλη του..................269

ΕΝΑΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ. Νόμοι τον Ιουστινιανού....................276

ΔΕΚΑΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ. Θρησκευτική πολιτική τον Ιουστινιανού....279

ΕΝΔΕΚΑΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ. Χτισίματα τον Ιουστινιανού.............283

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

1. Στρατιωτικά και δοικητικά τον έχτου αιώνα..............289

2. Φορολογικά συστήματα — Εμπόριο — Bιομηχανία............291

3. Τέχνη από την αρχή ως τον έχτον αιώνα..................297

4. Φιλολογία και γλώσσα ως τον έχτον αιώνα................312

ΕΒΔΟΜΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ. Τα θρησκευτικά στον καιρό του Θεοδοσίου

και της Πουλχερίας........................................206

ΟΓΔΟΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ. Ο Μαρκιανός κι ο Λέοντας..................210

ΔIΟΡΘΩΜΑΤΑ

Σημειώνουμε μερικά από τα σημαντικώτερα λάθια που έμειναν, όσο κι αν

προσπαθήσαμε να ταποφύγουμε.

Σελ 5 κι αλλού Αντίς χαρακτήρα γρ. χαρακτήρα

» 8 » σαν δεν σα δεν

» 9 κι αλλού » χερώτερη χερώτερη

» 10 » θηριά θεριά

» » κι αλλού » Γότθους Γότθους

» 13 » των Βυζαντινών τω Βυζαντινών

» 16 κι αλλού » μηνύσουν μηνύσουν

» 18 » γένηκαν λοιπόν γένηκαν λοιπόν

» 22 » πυχνά πυκνά

» 27 » τον λάτρευε τον λάτρευε

» 34 » δεν θύμωσε δε θύμωσε

» 32 » δευτέρας δεύτερης

» » » αχορτασία αχορτασιά

» » » χόνευε χώνευε

» 47 » σπουδαγμένοι σπουδασμένοι

» 50 » στρατεύματα στρατέματα

» 54 κι αλλού » καινούργιο καινούριο

» 64 » θρονιαζότανε θρονιαζόντανε

» 69 » των ζώων τω ζώων

» » » Ρωμιωσύνης Ρωμιοσύνης

» 70 » στενοχωρημένος στενοχωρεμένος

» » κι αλλού » πέρνει παίρνει

» 71 » τα γερά τους τα γερά της

» 72 » Αλέξανδρος Αλέξαντρος

» 76 » φοβέριζε φοβέριξε

» » » στερεώση στεριώση

» » » Πρωτευούσης Πρωτεύουσας

» 83 » από τότες έστησε από τότες που έστησε

» 84 » κτίρια χτίρια

» » » της πιο περίφημες τις πιο περίφημες

» 86 » φαίνονται φαίνουνται

» » » παρηγοριτικούς παρηγορητικούς

» 108 » Εκκλησία του εκκλησιά του

» 110 » ό,τε άρχιζε ό,τι άρχιζε

» 115 » τους λεγεώνες τις λεγεώνες

» 130 » Αλκμέωνα Αλκμαίωνα

» 143 » συνθήκες συθήκες

» » » Πηγαίνης Πηγαίνεις

» 149 » ειδωλολατρία ειδωλολατρεία

» 153 κι αλλού » κλασικής κλασσικής

» 154 » καθώς θα δούμε που καθώς θά δούμε

» 164 κι αλλού » Ούννοι Ούνοι

» » » ουδέτερους λόγγους σύδεντρους λόγγους

» 169 » κολώνει κωλώνει

» 176 » δεν το γνωρίζουμαι είνε

δεν το γνωρίζουμε είναι

» 181 » έφερεν έφερε

» 184 » σφίγγες σφήγγες

» 197 » Διοκλητικού Διοκλητιανού

» 200 » όχι τον αποκοίμισε όχι να τον αποκοιμίση

» 206 » θαυμάση θαμάση

» 229 » μαύρο μάτι μάτι μαύρο

» 244 » αγάπησε αγάπισε

» 248 » ιπποδρομίου Ιπποδρομίου

» 284 » Λάρισα Λάρισσα

» » » Θεοδοσούπολη Θεοδοσιούπολη

» 286 » της Έφεσον της Έφεσος

» 292 » ωρισμένο ορισμένο

» 309 » ακουμπησμένη ακκουμπησμένη

» 311 » για τον τρομάξη για να τον τρομάξη

Έμειναν και μερικά κοινά ονόματα μ' αρχικό κεφαλαίο σα να είταν

Κύρια. Ας τα παράβλεψη κι αυτά ο αναγνώστης.

ΑΛΛΑ ΕΡΓΑ ΤΟΥ ΙΔΙΟΥ

Νησιώτικες Ιστορίες..........................Δρ. 2.

Φυλλάδες του Γεροδήμου.........................» 2.5

Η Μαζώχτρα κι Άλλες ιστορίες. Ο Βουρκόλα —

κας δράμα............. 3.

Αθήνα Τυπογραφείο «Εστία» Κ. Μάισνερ και Ν. Καρδαγούρη — 2680.

1) Από τότες που γράφηκε αυτός ο Πρόλογος φάνηκε μέρος της αξιόλογης

Αστρονομίας του Πάλλη, που ακόμα πιο περίτρανα μας αποδείχνει πόσο

κατάλληλη είναι η καταφρονεμένη αυτή γλώσσα για επιστημονικά

αντικείμενα.

2) Τα φιλολογικά έργα των πρώτων αυτών αιώνων (ας πούμε από τον

πρώτο ως τον τρίτο μ. Χ.) είταν ακόμα στης κλασσικής απάνω τα πρότυπα

γραμμένα, άλλα πιώτερο, άλλα λιγώτερο δόκιμα, και δύσκολο να oριστή

δίχως κάποια ανάλυση, ως πόσο τους ερχότανε φυσικό να γράφουν έτσι,

κι ως πόσο είτανε σπουδής αποτέλεσμα. Ίσως κατά το συγγραφέα και κατά

την πατρίδα του. Ζήτημα όμως δεν είναι πως από τότες εγκαινιάστηκε το

σύστημα που μας τυραννεί ως τα σήμερα, να γράφουμε όσο γίνεται

αρχαϊκά, κι όχι τη γλώσσα της εποχής μας.

Από τα χρόνια που άρχισε να ξεπέφτη το έθνος, έχασε και την

πρωτοτυπία του, δηλ. την τέχνη να δουλεύη και να παράγη _από δικές

του πηγές_. Σ' αυτή την κατάσταση απάνω κατέβηκαν οι Ρωμαίοι, και

πασκίσανε να το ζωερέψουνε καθώς είδαμε, μα με ψόφιους τρόπους. Το

φιλότιμό μας το ξύπνησαν, την ψυχή όμως την αφήσανε να κοιμάται. Η

λαχτάρα της μεγαλωσύνης δεν έσωνε. Έπρεπε να είναι κ' η ψυχή

ολοζώντανη και μεγάλη. Τι βλέπουμε το λοιπόν τότες; Όλα τα μεγάλα που

έκαμναν οι αρχαίοι, εξόν τα μεγάλα τα κατορθώματα. Ένα είδος

γαλβανισμός της μορφής, όχι όμως και της ψυχής. Μάλλους λόγους,

έπαιρνε κ' έδινε η _Μίμηση_ και τότες.

Η ψυχική αυτή αδυναμία, η λατρεία αυτή της μορφής, ρίζωσε ακόμα πιο

βαθύτερα στην Αλεξάντρεια και στις άλλες Ελληνικές πολιτείες της

Αφρικής και της Μικρασίας. Όσο μάλιστα για τη γλώσσα, από φυσικό κι

αβίαστο όργανο της Ελληνικής ψυχής, κατάντησε, ψιλοδούλευτη τέχνη, με

τους μύριους κανόνες της και με τις γραμματικές της. Γεμάτες οι

Ελληνικές ιστορίες μας εγκώμια της κλασσικής χρωματιάς των τόπων

εκείνωνε στους αιώνες που ιστορούμε. Όλη όμως την κλασσική αυτή

χρωματιά την είχαν οι σπουδαγμένοι μονάχα. Ο κοινός λαός, αφού

μάλιστα δεν είταν και καθάριος Ελληνικός, δεν φαίνεται μήτε φυσικό

μήτε δυνατό να μιλούσε την αττική να πούμε του Αριστοφάνη.

Καθιερώθηκε λοιπόν από τότες ένα είδος _διγλωσσία_, με το νάγραφαν οι

Συγγραφέοι, όχι γλώσσα ανάλογη, με την _Κοινή_ της Διαθήκης, — τη

γλώσσα δηλ. περίπου που μιλιότανε στα Ελληνικά τα κέντρα, και που το

κάτω κάτω χρησίμεψε και για το Χριστιανισμό, παρά είδος κλασσική, όσο

γίνεται μελετημένη και σκαλισμένη.

Την αδυναμία αυτή την πήρε φυσικά μαζί του κι ο Βυζαντισμός, μαζί

μάλλ' απομεινάρια της εθνικής μας ζωής. Ο Βυζαντισμός όμως, καθώς θα

δούμε, δεν άργησε να τραβήξη δικό του ολότελα δρόμο, και να τους

αφήση τους κλασσικούς να τον ακολουθάνε λαχανιασμένοι, ψέλνοντας του

αρχαϊκές ιστορίες και ρητορικές. Και μόνο σαν ξεψύχησε η πεντάψυχη

δύναμή του αιώνες κ' αιώνες κατόπι, ξαναπήραν απάνω τους οι μιμητάδες

των αρχαίων.

Αν το έθνος μας είχε βάρβαρα περασμένα, αν ο πολιτισμός του είτανε

σύχρονος κι όχι τραβηγμένος από πηγάδια παλαιικά, η διγλωσσία δε

θάπιανε τους καιρούς εκείνους. Θα μιλούσε και θάγραφε κατά τα παρόντα

του, καθώς κάμνει όλος ο κόσμος. Μα οι δικοί μας, μια και

στοχάζουνταν τίποτις, χρέος τους το θαρρούσανε να το στρώσουν κατά

τον κανόνα τον περασμένο, τον ιερό, τον απαραβίαστο, αδιάφορο αν

ερχότανε φυσικός, α ζούσε ή όχι.

Μ' άλλους λόγους, έχυσε εκείνη η αρχαιολατρεία ένα Σκολαστικισμό στο

αίμα μας μέσα, που καταντάει να φαίνεται σήμερα σαν αγιάτρευτος. Να

πούμε αλλοίθωροι, με τόνα το μάτι τριγύρω μας, τάλλο στηλωμένο στην

αρχαιότητα πάντα. Σαν αγιάτρευτο πάθος είπαμε, λησμονώντας πως τέτοια

πολλά μας τα γιατρεύει πια τώρα η _Επιστήμη_.

3) Καθαυτό το σύστημα του Αρείου είτανε φιλοσοφικό, κι όχι

σοφιστικό. Σοφιστικός κι ανήθικος είταν ο τρόπος του, η πολιτική του.

Μα και το σύστημα ψεύτικο καταντούσε, αφού δεν μπορούσε να μπη στην

καρδιά του λαού. Αν ο σημερινός ο αιώνας με τα πιο ξαπλωμένα του φώτα

τάκαμε λογικά και φυσικά αυτά τα προχωρημένα θρησκευτικά συστήματα σε

μερικούς τόπους, τους χρόνους εκείνους όμως, καθώς και σήμερ' ακόμα

σε πάμπολλα έθνη, καταντούνε βλαβερά κι ολέθρια, επειδή όσο και να

φιλοσοφήσουνε μερικοί, μια και ζη σε χαμηλότερα στρώματα ο λαός, μήτε

τη Θεότητα του Χριστού μήτε τάλλα συστατικά της Θρησκείας δεν μπορεί

να φυλάξη, όταν ακούγη στην Εκκλησιά του μεταφυσικές ερμηνείες.

Ζήτησε ο Άρειος να την αρμηνέψη τη θρησκεία σα να είταν οι Χριστιανοί

του καιρού του προχωρημένοι καθώς οι σημερινοί Αγγλοσαξόνοι. Τα

πρεσβεύουν τα παρόμοια οι αγγλοσαξόνοι σήμερα· μα έχουν και τέτοια

μόρφωση, που και τη θεότητα του Σωτήρα να μην πιστέψουν, πάλε

σέβουνται τις θείες αλήθειες του. Ανίσως και νικούσε ο Αρειανισμός

μέσα στην κοινωνία εκείνη και μας συνέπαιρνε, Κύριος οίδε τι Θεό θα

λατρεύαμε σήμερα! Αυτά ο Άρειος δεν τάβλεπε, μήτε του σύφερε να τα

βλέπη. Ο Αθανάσιος όμως τα είδε, τα διάκρινε, τα μελέτησε, και τα

πολέμησε καθώς πολεμάει κάθε μεγάλος άνθρωπος που έχει να φανερώση

μια αλήθεια στον κόσμο.

4) Σ' εκείνη περίπου την εποχή έτρεξε και τακόλουθο νόστιμο. Είχε

τιμήσει ο Θεοδόσιος το γιο του τον Αρκάδιο με τον τίτλο _Αύγουστος_.

Σύγκαιρα τον έβαλε και παρακάθισε σιμά του σε θρόνο, κ' έρχουνταν ο

λαός και τους πρόσπεφτε. Ήρθε τότε κι ο Επίσκοπος του Ικονίου,

προσκύνησε με σεβασμό τον Αυτοκράτορα, έπειτα πήγε και χάδεψε τον

Αρκάδιο, σα να πούμε μικρό παιδί. Παρατηρήσαντας ο Βασιλέας αυτό το

φέρσιμο, προστάζει αμέσως να διώξουν το χωριάτη τον ιερέα. Εκεί όμως

που τον σκουντούσαν οι φύλακες να τον πετάξουν όξω, φωνάζει ο

Δεσπότης του Ικονίου και λέει· «Έτσι, Βασιλέα μου, θα παιδευτούν από

τον Ύψιστο κι όσοι καμώνουνται. πως λατρεύουν τον Πατέρα, δε δοξάζουν

όμως εξίσου και τον Υιό του». Κατέβηκε τότες από το θρόνο ο Θεοδόσιος

κι αγκάλιασε το Δεσπότη.

5) Και δεν είτανε μονάχα από το εμπόριο της, μα είχε ο τόπος, καθώς

αλλού θα δούμε, και βιομηχανία σημαντική, και χρυσωρυχεία, π. χ. στη

Θράκη. Αιώνες κ' αιώνες κυκλοφορούσε η Βυζαντινή η μονέδα σ' όλην την

Ευρώπη. Άξιζε τότες το μάλαμα προς τασήμι, όσο ένα προς

δεκατεσσεράμιση περίπου.

6) Νίψον ανομήματα, μη μόναν όψιν.

7) Σ' έναν απ' αυτούς τους νάρθηκες είταν το μικρό το _βαφτιστήρι_,

ανοιχτό πάντα για τα καθημερνά τα βαφτήσια. Το μεγάλο το βαφτιστήρι

είτανε στην έξω την αυλή, κι άνοιγε μονάχα Μέγα Σαββάτο και Θεοφάνεια

για τους κατηχουμένους.

8) Στο κάθε πλιθάρι είχε χαραγμένη επιγραφή κ' έλεγε « Ο Θεός εν μέσω αυτής και ου σαλευθήσεται»

(Ψαλμ.).

9) Άλλες μερικές περιγραφές της βυζαντινής ζωής φυλαχτήκανε για

κατοπινούς τόμους.

End of Project Gutenberg's Romiosini's History, by Argyris Eftaliotis

Ιστορία της Ρωμιοσύνης, Πρώτος τόμος · 第 26 / 26 段