Από τον καιρό του Αύγουστου είχαν καταγραφή στην Ανατολή όλα τα

χτήματα κι όλοι οι αχτήματοι κάτοικοι σε φορολογικές μονάδες. Capita

τις έλεγαν τότες, ζυγοκέφαλα αργότερα. Απάνω σε κείνη την καταγραφή

μαζεύουνταν οι φόροι, προσωπικοί και χτηματικοί· οι πρώτοι σε χρήμα,

οι άλλοι σε καρπό ή και ζώα.

Στην αρχή κάθε λίγο δευτερώνουνταν αυτή η καταγραφή κι άλλαζαν τα

βιβλία. Ύστερα όμως από το Μεγάλο τον Κωσταντίνο έπαψε αυτή η ταχτική

ξαναδιόρθωση, και γίνουνταν άταχτα, κάποτες μόνο δω και κει. Τα

μπαλλώνανε μ' άλλους λόγους. Έπαψε κ' η μονάδα να είναι η ίδια πάντα,

κι ορίζουνταν εδώ τόση, εκεί τόση, σε ξεχωριστές διαταγές· διαταγές

ταχτικές, δηλαδή ένας ορισμένος φόρος για τόσα χρόνια· κ' έχταχτες,

δηλαδή ένα τόσο παραπάνω από τον ωρισμένο φόρο για τα χρόνια εκείνα.

Οι πρώτες οι διαταγές ονομάζουνταν _Ινδικτιώνες_, οι άλλες

_Σουπερινδικτιώνες_. Στου Κωσταντίνου τις μέρες η Ιδιχτιώνα βαστούσε

δεκαπέντε χρόνια. Αργότερα οι ταχτικές επιταγές έγιναν παντοτεινές κι

ονομάστηκαν _Κανόνες_. Οι έχταχτες όμως έβγαιναν πάντα κάθε λίγο,

αγκαλά κολνούσαν κι αυτές κάποτες και γίνουνταν _Κανόνες_. Και μ'

αυτόν τον τρόπο ο χτηματικός ο φόρος καταντούσε παντοτεινός.

Αυτά τα είπαμε κάπως περιστατωμένα για χάρη της _Ινδικτιώνας_, που

και σαν έπαψε να δουλεύη για τη φορολογία, απόμεινε όμως μέτρημα

επίσημο χρονολογικό από το Μεγάλο Κωσταντίνο ως την Άλωση. Κ' έτσι

στα βασιλικά τα διατάγματα είχαμε πρώτη, δεύτερη, τρίτη, ως δεκάτη

πέμτη «Ινδικτιώνος». Υπάρχει μάλιστα το σύστημ' αυτό ως τα σήμερα στα

εκκλησιαστικά μας. Άρχιζε η Ιδιχτιώνα πρώτη του Σταυρού.

Στην αρχή το μάζεμα τω φόρων εκείνων τόπαιρναν απάνω τους οι Αρχόντοι

κάθε χωριού. Κατόπι τους πλέρωναν οι μεγαλήτεροι χτηματίες ίσια στο

βασιλικό ταμείο και για τα χτήματά τους και για τους ανθρώπους τους.

Έτσι ξεχωρίστηκαν τα μεγάλα χτήματα κι ονομάστηκαν _ιδιόστατα·_ και

μείνανε στα χέρια των αρχόντω μόνο τα μικρά χτήματα (_Στάσεις_).

Το σύστημα καθαυτό, αν κι όχι από τα πιο φωτισμένα (αφού ο φόρος

είταν απάνω στο χτήμα κι όχι απάνω στο σόδημά του) δε φαίνεται όμως

κι ολότελα παράλογο, με το ν' ανάγκαζε νοικοκυρέους. και δουλευτάδες

να βγάζουν όσο μπορούσαν πιώτερο εισόδημα. Κι αν

το παραξήλωσαν πολλοί αυτοκρατόροι κι αρχόντοι βρίσκοντας από κάθε

περιστατικό αφορμή να μεγαλώνουν τις μονάδες, καθώς κ' οι υπάλληλοι

κλέβοντας όσο χωρούσε η τσέπη τους, αυτά μπορούσανε να γίνουν και μ'

άλλα συστήματα· έτσι κι αν έπαθε τους καιρούς εκείνους η γεωργία και

το εμπόριο, έφταιγαν οι βαρβαρικές οι πλημμύρες, κι όχι η φορολογία

καθώς είπανε μερικοί. Όσο για τον άλλο λόγο που αναφέρθηκε, το πόση

φτώχεια δηλαδή υπόφερνε ο τόπος τους πρώτους αιώνες από τον υψωμό της

μονέδας, αυτό φυσικά σήμαινε πως όσο ακρίβαινε το μάλαμα και τασήμι,

τόσο κατέβαιναν όλες οι άλλες τιμές. Κ' επειδή οι πιώτεροι, δηλαδή οι

γεωργοί, δεν κέρδιζαν το καθημερνό τους σε χτήματα, παρά σε καρπό,

πρέπει να υπόφερναν πολύ από τον κεφαλικό φόρο. Μα μήτε δω δεν

έφταιγε, λέγουν οι άλλοι, το φορολογικό σύστημα, μόνο τα αίτια που

έφεραν την ακρίβεια στα πολύτιμα μέταλλα.

Μεγαλήτερο όμως κακό απ' αυτά πρέπει να στάθηκε η ασυνείδητη η

επιμονή του βασιλικού ταμείου ναπαιτή τους καταγραμμένους φόρους από

χτήματα που ρήμαξαν οι βάρβαροι κι από σκλαβωμένα σπιτικά, που

καταντούσε να φεύγουν πια οι γεωργοί από τα χτήματα να γλυτώσουν, να

ταφίνουν ύστερα κ' οι νοικοκυρέοι τους. Κ' επειδή η μια αδικία φέρνει

πάντα την άλλη, έβγαζε η κυβέρνηση ακόμα πιο τυραννικούς νόμους για

να μαζεύη με τη βία τους φόρους από τέτοιους νοικοκυρέους. Και σα δεν

τους έμνησκε πια τίποτις, πρόσφερνε η κυβέρνηση το παραιτημένο το

χτήμα σ' όποιον αναλάβαινε να πλερώση τους απλέρωτους φόρους. Κι α δε

βρίσκουνταν τέτοιος νοικοκύρης, το χάριζαν το χτήμα με τη βία σ' έναν

από τους άλλους νοικοκυρέους! Αυτό είταν η λεγάμενη _Επιβολή_, και

βρισκότανε στην ακμή της τον έχτο αιώνα.

Τα ίδια πάθαιναν κ' οι εργάτες των χτημάτων, οι γεωργοί. Έχοντας οι

αρχόντοι του κάθε χωριού, καθώς κ' οι μεγάλοι νοικοκυρέοι, παρμένους

απάνω τους τους δουλευτάδες, όντας δηλαδή υποχρεωμένοι να εγγυούνται

τους φόρους τους, για να τους αλαφρύνη η κυβέρνηση από τέτοιο βάρος,

τους έδινε το δικαίωμα να πιάνουν και να ξαναφέρνουν πίσω στο χτήμα

τους όσους φεύγανε για να μην πλερώσουνε. Μ' αυτόνα τον τρόπο κάθε

εργάτης είτανε να πούμε κολλημένος στο χτήμα που δούλευε. Κι όταν

ακόμα στον τέταρτο αιώνα άλλαξε το σύστημα και δεν έδιναν εγγύηση οι

αρχόντοι, πάλι έμειναν οι εργάτες κολλημένοι πια στα χτήματα σα μισό

σκλάβοι μισό λεύτεροι, κι ονομάζουνταν _πάροικοι, δουλοπάροικοι,

εναπόγραφοι_, και τέτοια. Μα κ' οι μικροί νοικοκυρέοι παρακάτω δεν

υποφέρνανε (_Μητροκωμίαι, Χωρία Ελευθερικά_, αργότερα _Κεφαλοχώρια_),

κι αναγκάζοντανε να ζητούνε βοήθεια από τους αρχόντους ή κι από

μοναστήρια, γινόντανε δηλαδή είδος υποταχτικοί τους. Και το χερότερο,

καταντούσαν καλόγεροι και χάριζαν τα χτήματά τους στις εκκλησιές και

στα μοναστήρια.

Έτσι είταν τα πράματα ως τον έχτο αιώνα. Από τότες όμως και κάτω το

μετρίασαν το κακό, πότε λιγοστεύοντας το ποσό του _ζυγοκεφάλου_, πότε

και σβύνοντας απλέρωτους φόρους (_λοιπάδες_), κι αυτό έγινε και

ξανάγινε αιώνες πολλούς. Μα κ' η επιβολή δεν είχε πια πολλή πέραση

ύστερις από τον έχτο αιώνα· κάποτες μάλιστα, καθώς στον όγδοον αιώνα,

έμεινε κι όλως διόλου νεκρό γράμμα· κι αν ξαναφάνηκε αργότερα, δε

δούλευε όμως πια με την παλιά της σκληρότητα, ώσπου καταργήθηκε

ολότελα στον εντέκατο αιώνα.

Πρι νάρθουμε στα εμπορικά και στα βιομηχανικά των καιρών εκεινώνε

αξίζει να σημειώσουμε κάτι για τα δημόσια τ' αξιώματα, πώς δηλαδή

πουλιούνταν κι αγοράζουνταν. Είναι αλήθεια πως κι ο Αναστάσιος κι

άλλοι αυτοκρατόροι κατόπι ζητήσανε να το ρίξουν αυτό το σύστημα, μα

τόσο απότυχαν, που πέντε αιώνες πέρασαν κι ακόμα τιμοκαταλόγους

αξιωμάτων έγραφε ο Πορφυρογέννητος! Συνηθισμένα πράματα κι αυτά ως τα

σήμερα, και σε κράτη μάλιστα από τα πρώτα. Όσοι κάθισαν κ' έγραψαν

εναντίο των Βυζαντινών εξαιτίας αυτά τα άτοπα, ή μα την αλήθεια από

το φεγγάρι κατέβηκαν ή ξεπίτηδες δεν τα βλέπανε τα δικά τους.

Δυο λόγια τώρα για το εμπόριο του έχτου μας αιώνα. Όταν έρθουμε στον

έβδομο και στον όγδοο θα βρούμε αφορμή να πούμε κάτι για το εμπόριο

και τη βιομηχανία που άνθιζαν και τότες κι αργότερα, μάλιστα κατά την

Πελοπόννησο και την καθαυτό Ελλάδα. Εδώ όσα μόνο σώνουνε να μας

δείξουν τι έκαμε ο Ιουστινιανός για τον τόπο, κι όχι μονάχα με

δρόμους και με γιοφύρια και με μερικά άλλα μέτρα που έτυχε αφορμή να

ειπωθούνε αλλού, παρά και φέρνοντας στο κράτος την πολύτιμη

βιομηχανία του μεταξιού, που στάθηκε στη χώρα μέσα πηγή πλουτισμού κι

από χρυσωρυχεία πολύ σημαντικώτερη. Είταν ως τα τώρα αγνώριστη αυτή η

τέχνη έξω από την Κίνα. Το μετάξι καθαυτό είτανε γνωρισμένο, αφού σε

πολύ πιο παλιούς καιρούς κατασκευάζανε λαμπρά μεταξωτά και στη Συρία

κι αλλού· πολυέξοδο όμως, επειδή έφερναν το υλικό από την Κίνα με

μεγάλους κόπους, με βαρειές θυσίες, και μέσον Περσίας. Πλέρωνε δηλαδή

η πραμάτεια φοβερούς φόρους, και καμιά φορά σαν είχαμε Περσικούς

πολέμους δεν περνούσε κιόλας. Από θάλασσα πάλε η μεταφορά του ακόμη

πιο δυσκολώτερη. Στοχάστηκε λοιπόν ο Ιουστιανός να βρεθή τρόπος να

μάθουν ατοί τους οι υπηκόοι του την τέχνη του μεταξιού, και βρέθηκε

ίσια ίσια ο τρόπος που χρησιμεύει και στο σημερνό τ' αγγλικό εμπόριο

με τα βάρβαρα έθνη, δηλαδή οι Μισιονάριοι του Ιουστινιανού, οι

καλόγεροι που είτανε σκορπισμένοι από χρόνους και χρόνους στα σωθικά

της Ασίας, με κοινότητες χριστιανικές στην Ιντική κι αλλού, που

σημάδια τους ακόμα σώζουνται δω και κει.

Προχωρώντας λοιπόν αυτοί οι καλόγεροι κάποτες ως την Κίνα παρατήρησαν

κ' έμαθαν το μυστικό τω σκουληκιών, έμαθαν και τι λογής θρέφουνται.

Άμα τάκουσε αυτό ο Ιουστινιανός συναγροικιέται με δυο καλόγερους και

του φέρνουνε στα 551 αυγά σκουληκιώνε στην Πόλη. Ζέσταναν τ' αυγά με

κοπριά και γεννήθηκαν τα σκουλήκια. Τα ταγίσανε με συκαμηνόφυλλα,

μεγάλωσαν κ' έκαμαν κουκούλια, βγήκαν οι πεταλούδες, και κρατήσανε

μερικές για τ' αυγά τους. Φύτεψαν έπειτα και συκαμηνιές, κ' έτσι

ριζώθηκε μέσα στο κράτος όχι η βιομηχανία μονάχα, μα κ' η καλλιέργεια

της πολύτιμης της κλωστής. Από τη στιγμή εκείνη έγινε σωστή

Καλλιφορνία ο τόπος, κ' η Πόλη ατέλειωτη πηγή που φόδιαζε όχι μονάχα

το κράτος, παρά όλη την Ανατολή και τη Δύση, επειδή με το να είταν

ντόπια η παραγωγή τώρα έβγαινε το πράμα και πιο φτηνό και πιο πολύ,

κ' έτσι πήρε το Βυζάντιο όλου του κόσμου το μονοπώλα.

Αυτό το μεγάλο αγαθό σαν ανιστορεί κανένας πηγαίνει να του τα

συχωρέση όλα του τα ελαττώματα του Ιουστινιανού, και να πη πως καλά

τους ξεπλέρωσε του τόπου τους μεγάλους του φόρους. Μα να στοχαστούμε

πως εξόν από τα μεταξωτά της έστελνε η ρωμιοσύνη του κόσμου, και

μάλιστα της Ευρώπης, λογής λογής μάλλινα, λινά και πορφυρένια

βιομηχανήματα, κι αμέσως καταλαβαίνουμε γιατί κατόρθωσε να φυλάγη τη

δύναμη της τόσους αιώνες, ως τους δύστυχους χρόνους που άρχισε και

χάριζε εμπορικά, προνόμια σε Γενοβέζους και σε Βενετούς.

Δεν είναι και πολύ εύκολο να ιστορηθούνε με το νυ και με το σίγμα όλα

τα εμπορικά και βιομηχανικά συστήματα των καιρών εκείνων. Είπαμε ό,τι

μας έμεινε γνωστό για το μετάξι, που είταν και το πιο σημαντικό.

Άλλος κλάδος πολύ σημαντικός κι αυτός είταν τα πιατικά, που ήξεραν

και τάβγαζαν οι δικοί μας γυαλιστερά, κ' είτανε χρώμα μαύρο ή σκούρο.

Ακόμα πιο σημαντικό είδος όμως είταν οι «ψηφίδες», που είχανε μεγάλη

ζήτηση σ' όλον τον κόσμο για τα μωσαϊκά που στόλιζαν εκκλησιές,

παλάτια, λουτρά κι αρχοντόσπιτα. Έπειτα σταυροί κι άλλα θρησκευτικά

στολίδια ή χρειαζούμενα· από την Πόλη κι αυτά. Οι σταυροί μάλιστα

είτανε μεγάλο εμπόριο· μαλαματένιοι, ασημένιοι, πετραδοκόλλητοι,

φιλτισένιοι, παντής λογής. Κι όχι μονάχα σταυροί από φίλτισι, παρά κι

άλλα ομοιώματα και θρησκευτικά σημάδια και σύβολα, από το Βυζάντιο τα

καλλίτερα πάντα. Μα και τα πολύτιμα στολίδια, από τα σκουλαρήκια και

τα βραχιόλια ως τα μαργαριτάρια και τα χρυσάφια που κεντούσανε στα

πέδιλά τους, πρέπει να τους δίνανε πάμπολλη δουλειά τους βυζαντινούς

χρυσοχούς, καθώς βλέπουμε κι από την εικόνα της Θεοδώρας στο μωσαϊκό

της Ραβέννας. Τέλος όπλα, αρματωσιές, πολιορκητικές μηχανές και κάθε

άλλο πολεμικό μηχάνημα, το Βυζάντιο τα κατασκεύαζε κ' εκείνα.

Ας αναφέρουμε τώρα και κάτι άλλο πολύ σπουδαίο για φυλή που φαίνεται

πως από την ώρα που φύτρωσε το _παντρεύτηκε_ το εμπόριο! Όλη η

Ανατολή στα χέρια μας είταν. Όντας μάλιστα οι Περσικοί πολέμοι έκοψαν

το δρόμο από την Περσία, όχι μονάχα τα μετάξια, παρά και τα

μουσελίνια κι άλλα ασιατικά προϊόντα, αντίς να τα εμπορεύουνται

Ασσύριοι κ' Εβραίοι από στεριάς τάφερναν οι δικοί μας πότε από την

Κασπία, και πότε από την Ερυθρή θάλασσα με τα πλοία τους.

Είναι όμως αλήθεια πως μήτε οι Εβραίοι μέσα στο κράτος παρακάτω δεν

πήγαιναν. Είχανε μάλιστα αυτοί και την προστασία του βαρβαρικού του

στοιχείου, όσο δεν είταν ακόμα ανακατεμένο με το ντόπιο· και τους

προστάτευαν αυτούς οι βάρβαροι και μάλιστα ο Θοδορίχος, όχι από άλλο

λόγο παρά για να μην αναγκάζουνται να προσμένουν το κάθε πράμα από τη

δική μας ενέργεια.

Ονομάσαμε τους ξένους βαρβαρικά στοιχεία, όχι από καταφρόνια, ύστερ'

από το καλό που μας έκαμαν οι ολοζώντανοι εκείνοι λεβέντηδες με το

καινούριο τους αίμα μόνε από συνήθεια. Κ' είταν η Πόλη αλήθεια

πασπερμία τους καιρούς εκείνους. Κάθε καρυδιάς καρύδι είχε μέσα του

το ένα της μιλλιούνι. Γέπηδες, Γότθοι, Λομπάρδοι, Σλάβοι, Ούνοι,

Ασιανοί, Εβραίοι, όλες οι γλώσσες μιλιόντανε στην ανατολική την

πρωτεύουσα. Κι ως τόσο από επαρχία νάρθη Ρωμιός και να μείνη στην

Πόλη ταπαγόρευε ο νόμος, εξόν αν είτανε για πολύ σημαντικό σκοπό.

3

Τέχνη από την αρχή ως τον έχτο αιώνα

Γενική ιδέα

Η βυζαντινή η τέχνη, της αξίζει κάποια σαν πιο αναλυτική μελέτη,

επειδή, μαζί με τη θρησκεία στέκεται περίτρανο σημάδι της εθνικής μας

ιδιοφυίας, και κάτι πιώτερο από τη φιλολογία. Μ' άλλους λόγους την

ιδέα της η ρωμιοσύνη την αποκρυστάλλωσε με την τέχνη, και μάλιστα με

την αρχιτεχτονική. Εκεί απάνω έγραψε το έθνος την ιστορία του πολλούς

αιώνες, και την έγραψε σε δική του γλώσσα. Δε ζήτησ' εκεί να μιμηθή

δουλικά την αρχαιότητα καθώς έκαμε γράφοντας στην αττική τα χρονικά

του από Ευσέβιο ως Χαλκοκοντύλη. Παρθενώνα δε γυρέψανε να στήσουνε.

Δε φυλάξανε μήτε τοσοδά από το κυριώτερο στοιχείο της παλιάς τέχνης,

την ίσια γραμμή. Δικό τους δρόμο χαράξανε και στην αρχιτεχτονική, και

στη ζουγραφική και στη μουσική. Θόλοι και καμάρες τα χτίρια.

Ψηφιδωτοί και μυριόπλουμοι οι τοίχοι κ' οι οροφές τους. Περίλαμπρες

οι κολώνες. Στοιχεία από παντού παρμένα, κι ως τόσο το σύνολο τους

βυζαντινό. Όσο για τις εικόνες, σοβαρές πάντα και κανονικές, μα το

ύφος τους, ο χαρακτήρας, από το χριστιανισμό φυσημένος, συμμαζεμένος

δηλαδή και σεμνός, όχι πολυθεϊκός κι ολάνοιχτος. Το ίδιο κ' η

μουσική· πήρε κι αυτή μέρος από τα παλιά και ταπόσωσε με τον

ασιατισμό που σε κάθε κλωνάρι της εθνικής μας τέχνης κρυφοχώθηκε κ'

έμεινε. Ίδια κι απαράλλαχτη καθώς την έχουμε στις εκκλησιές μας

σήμερα και μας συγκινεί όσους δε μας αποξένωσε η φράγκικη μουσική·

μόνο που τότες τη συνήθιζαν κι όξω από τη θρησκεία. Στις τελετές του

ιπποδρομίου π. χ., είτε ύμνος είτανε προς τη Θεοτόκο από Πράσινους ή

Βένετους, είτε χαιρετισμός προς τον αυτοκράτορα, ψελνότανε σε πλάγιο

ήχο, ή στο βαρύ.

Τον είδαμε τον ασιατισμό και στην Αυλή, θα τονέ δούμε και στα

φορέματα και σ' άλλα συνήθεια, από βασιλικά και κάτω. Τι παράξενο

λοιπόν αν κι ο Χριστός ζουγραφιζότανε σε μιαν εποχή με χρυσοκέντητα

βασιλικά φορέματα και με κορώνες πετραδοκόλλητες;

Παραλείποντας τη μουσική, που δε μελετήθηκε ακόμα καταπώς της αξίζει,

αγγίζουμε τους άλλους σπουδαίους κλώνους της Βυζαντινής τέχνης,

ζουγραφική κι αρχιτεχτονική· εδώ πέρα με γενικό τρόπο, κατόπι με

κάποια ιστορική και περιγραφική χρωματιά, με τη χρειαζούμενη όμως

συντομία πάντα.

Της ζουγραφικής εκείνης σύχρονο και σύρριζο παραβλάσταρο, και τόσο

σπουδαίο που δύσκολα ξεχωρίζουνται οι δυο οι τέχνες, είταν τα

μωσαϊκά, οι ψηφιδωτές ζουγραφιές που στόλιζαν τοίχους, πατώματα κι'

οροφές. Τέχνη ελληνική φερμένη στη Ρώμη, κι από τη Ρώμη μεταφερμένη

στην Πόλη. Παλάτια, λουτρά, εκκλησιές κι αρχοντόσπιτα, κατάστρωτα όλα

με ψηφιδωτά έργα τεχνικά ξομπλιασμένα που παρασταίνανε ζώα, πουλιά,

κάποτες και μυθολογικές ιστορίες. Στο μουσείο της Νεάπολης βρίσκεται

τέτοια βυζαντινή ζουγραφιά. Μα και σε ναούς μέσα σώζουνται καθώς σε

λίγο θα δούμε.

Οι θόλοι των εκκλησιώνε δίνανε λαμπρή αφορμή για τέτοια τέχνη.

Καταστολιστήκανε λοιπόν από ψηφιδωτές ζουγραφιές αμίμητες. Και τόση

αγάπη, τόσο σεβασμό την είχαν αυτή την τέχνη, που ο μεγάλος ο

Κωσταντίνος δε φορολογούσε τους τεχνίτες της. Στη δόξα της όμως είταν

αυτή η τέχνη τον έχτον αιώνα.

Και δεν είταν οι βυζαντινές οι «ψηφίδες» απλά πετράδια καθώς των

Ελλήνων και τω Ρωμαίων, παρά τεχνητά· δηλαδή γυαλοκόμματα χρωματιστά

ή και χρυσωμένα. Έτσι και σφαντούσανε πιώτερο, έδιναν και μεγαλήτερη

ποικιλία στα χρώματα. Και με το νάβαζαν τις καλλίτερες στ' αψηλά, το

σφάνταγμά τους από μακριά είταν πάντα λαμπρό. Τη χρωματική ποικιλία

την έβλεπες μονάχα απάνω στην καθαυτό ζουγραφιά. Το έδαφος της

ζουγραφιάς, είταν πάντα χρυσωμένο ή βαθύ γαλάζιο.

Έλειπε ως τόσο από τα ψηφιδωτά εκείνα, καθώς κι από τις κοινές

εκκλησιαστικές ζουγραφιές, το λεύτερο το κίνημα, η πεταχτάδα, η

αλλαγή. Κ' έλειπαν όλ' αυτά επειδής έλειπαν από τη βυζαντινή τη ζωή.

Ψυχή της ζωής εκείνης είταν ο συντηρητισμός, σε όλα όσα πήραν είτε

από τη Ρώμη είτε από το χριστιανισμό είτε κι από την Ασία.

Συντηρητισμός που πρέπει να τονέ σεβούμαστε, επειδή πολλά μας φύλαξε

κι' από πολλά μας γλύτωσε. Από της Νίκαιας τη σύνοδο ακόμα είταν

κανονισμένο σε τι λογής τύπους απάνω έπρεπε να ζουγραφιέται ο

Χριστός. Και παράδειγμα, πόσο δηλαδή τον έτρεμε τότες ο κόσμος το

νεωτερισμό, έχουμε το ιστορικό του ζουγράφου που ζήτησε να ζουγραφήση

το Σωτήρα κατά το πρότυπο του Δία κ' έμεινε ξερό το χέρι του. Αυτό

μονάχα σώνει να μας δείξη τον κατατρεγμό που της είχε της παλιάς

τέχνης ο νέος κόσμος.

Στην κοσμική ως τόσο ζουγραφική δεν είταν και τόσο δεμένη η φαντασία

του Βυζαντινού του τεχνίτη. Σάνε ζουγραφούσε πολέμους, κυνήγια, και

τέτοιες σκηνές ο βυζαντινός δεν είχε συνοδικούς κανόνες να τονέ

χαλινώνουν. Τέτοιες όμως κοινές ζουγραφιές για κακή μας τύχη δε

σώζουνται εξόν κάτι μικρογραφίες.

Εξόν από τις ψηφιδωτές και τις κοινές ζουγραφιές (δηλαδή της

μεμπράνας), είχαν οι προγονοί μας και τις λεγάμενες _κηρόχυτες_.

Ανεκατεύανε δηλ. το χρώμα με λιωμένο κερί, και με τη μάζα εκείνη

ζωγραφούσαν τοίχους ή πλάκες ή σανιδοπινάκια. Είχαν όμως κι άλλα

συστήματα για μικρογραφίες, καθώς λόγου χάρη τα λεγάμενα «χειμευτά

έργα», χρωματιστές δηλαδή μικρογραφίες με χημικούς τρόπους βαλμένες

απάνω σε μάλαμα ή σ' ασήμι.

Την αγάπη που είπαμε πως είχε ο Κωσταντίνος στους ψηφιδοζουγράφους

την είχανε στ' αλήθεια τον καιρό εκείνο σ' όλους τους μαστόρους της

τέχνης. Και σημαίνει αυτό πολύ, επειδή μας αποδείχνει πόσο σπουδαίο

στοιχείο της βυζαντινής ζωής είταν η τέχνη. Σε κάθε τελετή είχε

ξέχωρη τιμητική θέση ο ζουγράφος και παρουσιαζότανε λαμπροφορεμένος.

Στο ιπποδρόμιο η κάθε φατρία είχε και τους ζουγράφους της, καθώς είχε

τους «ποιητάδες» της. Μα και στις θανές των Αυτοκρατόρων είχαν οι

ζουγράφοι χρέη να κάμουνε, ίσως να ιστορούνε σε πλάκες ταυτοκρατορικά

κατορθώματα.

Όσο για τους ποιητάδες που αναφέραμε, η δουλειά τους είτανε να

γράφουν ύμνους κ' εγκώμια στους αυτοκρατόρους. Σα να λέμε δαφνηφόροι.

Μα είχαν κι άλλα χρέη· σαν τίναζαν π. χ. ψεγαδιάσματα η μια φατρία

της αλληνής, αυτοί τους τα στιχουργούσανε.

Για την αγαλματική δε λέμε τίποτις, επειδή ξεψύχησε κι αυτή μαζί με

την αρχαϊκή ζωή και με τους γυμνικούς αγώνες που την έθρεφαν κι αν

έμνησκε ακόμα κάποια όρεξη στον κόσμο για γυμνές ομορφιές, την έπνιγε

το χριστιανικό το μίσος προς κάθε «αφομοίωμα».

Ας έρθουμε τώρα στον πιο ξακουσμένο κλώνο της προγονικής τέχνης, την

αρχιτεχτονική. Καθώς είπαμε, μήτε χνάρι της παλιάς τέχνης δεν

παρατηρείς μέσα στη νέα τέχνη εξόν από τις κολώνες. Έφυγαν οι γραμμές

κ' ήρθαν οι καμάρες κ' οι θόλοι. Ήρθαν από τη Ρώμη καθώς τόσα και

τόσα άλλα. Ήρθαν όμως κι από την Ασσυρία κι απ' αλλού. Για δαύτο και

του Διοκλητιανού το περίφημο παλάτι στα Σάλωνα (κι από το Διοκλητιανό

πιο ασιατικώτερο μονάρχη δύσκολο νάβρουμε), είταν καμαροσκέπαστο σαν

Αραβικό προσκυνητάρι. Οι βυζαντινοί ως τόσο πήγαν ακόμα πιο

μακρήτερα, και μαζί με τις καμάρες βάλανε στους ναούς τους θόλους και

παραθόλους. Το σύστημά τους αυτό πουθενά δε φαίνεται τόσο περίτρανα

αποδειγμένο καθώς στο ναό της Αγιάς Σοφιάς, που από του Ιουστινιανού

τον καιρό χρησίμεψε πρότυπο για κάθε άλλο ναό. Τολμηρό, μεγαλόπρεπο

και δυνατό έργο, μνημείο που του άξιζε η δόξα που το στεφάνωσε, του

άξιζε η μίμηση που τούκαμναν οι κατοπινοί οι χρόνοι. Αγιά Σοφιά και

στη Θεσσαλονίκη, Αγιά Σοφιά και στην Τραπεζούντα, που σώζουνται κι

αυτές ως τα σήμερα. Ολοξέχωρο μεγαλούργημα, που αν και μικρότερος ο

θόλος του από το Πάνθεο της Ρώμης, με το να στέκεται όμως απάνω στα

κυρτά εκείνα τα τρίγωνα που αφίνουν οι καμάρες δένοντας στ' αψηλά τις

πελώριες κολώνες, φαίνεται πολύ μεγαλήτερος. Θα ιστορηθούν όμως

παρακάτω τα πιο αξιοσημείωτα του εθνικού μας αυτού μνημείου, που

σώνει μονάχο του ναντιπροσωπέψη όλη την αρχιτεχτονική του καιρού

εκείνου. Λέμε του καιρού εκείνου επίτηδες, επειδή κάτι αργότερα αν κ'

έμεινε πάντα ο ίδιος ο ρυθμός, και σε τούτο στάθηκε η Αγιά Σοφιά

πρότυπο, άλλαξαν όμως οι θόλοι, και σε πολλούς ναούς τους έστηναν

απάνω σ' οχτάγωνους γύρους· αλλού πάλε βάζανε σωρό θόλους και

στόλιζαν τους γύρους εκείνους με διπλά ή μονά παραθυράκια· καθώς κι

άλλες παρόμοιες αλλαγές. Της εποχής ως τόσο που ιστορούμε καθαυτό

αρχιτεχτονικός τύπος είταν η Αγιά Σοφιά.

Ένα από τα χαραχτηριστικά της εποχής εκείνης είναι η φτωχουλή κι

αστόλιστη θεωρία του χτίριου _απέξω_. Κάμποσο παράξενο τούτο, σα

στοχαστούμε πόσο τους άρεζε η θεωρία τω βυζαντινών. Ίσως επειδή απέξω

δεν πολυμαζεύουνταν ο λαός, μόνο μέσα πάντα, κ' έτσι μαζεύτηκε μέσα

κι όλος ο στολισμός. Άλλαξε ως τόσο κάπως κι αυτό το σύστημα λίγο

αργότερα.

Σε τρεις περίοδες τη χώρισαν τη Βυζαντινή την αρχιτεχτονική. Πρώτη

περίοδο, της _Βασιλικής_. Ελληνορωμαϊκά χτίρια αυτά, πρώτα χτισμένα

για δικαστήρια ή για παρόμοιους δημόσιους σκοπούς, κι αργότερα

καμωμένα εκκλησιές. Είδος μισή εποχή που λες και μετάβαινε ο κόσμος

από τον παλιό στο νέο ρυθμό. Άκμασε αυτό το σύστημα από Κωσταντίνο ως

Ιουστινιανό. Δεύτερη έρχεται η περίοδο του _θόλου_, καμωμένου με

πλίθους (αντίς τον παλιό τον _ξυλότρουλλο_), και στηριγμένου απάνω

στα κυρτά τα τρίγωνα που ξηγήσαμε· κ' είταν αυτός ο θόλος στη μέση

της εκκλησιάς καθώς της Αγιάς Σοφιάς ο θόλος. Κατόπι, κατά τον όγδοο

αιώνα ήρθε η τρίτη η περίοδο, και βάσταξε ως τον εντέκατο αιώνα.

Πολλοί θόλοι δηλαδή ακκουμπισμένοι απάνω σε γύρους στημένους σε

τέσσερεις μεγάλες κολώνες απομέσα. Είχε κι άλλα χαραχτηριστικά η

τρίτη εποχή, μα αυτά άλλοτες.

***

Ύστερ' απ' αυτή τη μικρή Εισαγωγή, ας ξετάσουμε κάπως πιο

συστηματικά, σύντομα όμως πάντα, την ιστορία και τα συστατικά της

ρωμαίικης τέχνης, από τον πρώτον ως τον έχτον αιώνα.

Τους πρώτους πρώτους χρόνους της χριστιανωσύνης, όταν η ελληνική

τέχνη ακόμα έπαιρνε κ' έδινε, τότες που οι κλασσικοί εκείνοι

χριστιανοί του πρώτου αιώνα τελούσανε στα κατώγια με λαμπάδες

αναμμένες τις λεγάμενες _Αγάπες_ (είδος μνημόσυνα για τους μαρτύρους

τους), τότες ίσια ίσια έβγαινε κ' η χριστιανική τέχνη από της παλιάς

τέχνης τα σπλάχνα, και το καλλίτερο παράδειγμα αυτής της πρώτης

χριστιανικής τέχνης λεν πως είναι μια ζουγραφιά μέσα στις Κατακόμπες

της Ρώμης που παρασταίνει τους Αποστόλους και τον Καλό Ποιμένα στη

μέση με ταρνάκι στον ώμο. Η σωματική η γύμνια των προσώπων, ταστάχια

που θερίζουνται καθώς και τα σταφύλια που τρυγιούνται περίγυρα, όλα

παρμένα από την παλιά την τέχνη που ζούσε ακόμα, καθώς ζούσε κ' η

παλιά η θρησκεία. Εικόνα μ' άλλους λόγους που μας θυμίζει τον

«Κριοφόρο» τον Ερμή. Μα κι άλλες παρόμοιες ζουγραφιές βρεθήκανε στη

Ραβέννα και στην Αλεξάντρεια. Έργα που δε μαρτυρούνε καμιάν αλλαγή

μήτε στο ρυθμό μήτε στο χαρακτήρα της τέχνης, και που μήτε τον

παρασταίνουν πάντα το Σωτήρα τον ίδιο, μόνε αλλού νέο και δίχως

γένεια, αλλού πάλε γέρο και με γένεια. Μ' ένα καινούριο συστατικό

όμως αυτά τα έργα, το _συβολισμό_. Συνήθιζαν π. χ. να ιστορούν απάνω

στις εικόνες τους ψάρι, επειδή τότες το ψάρι λέγουνταν από το λαό

_ιχθύς_· και το κάθε γράμμα αυτής της λέξης είχε το συβολικό του

νόημα· δηλαδή, Ι(ησούς) Χ(ριστός) Θ(εού) Υ(ιός) Σ(ωτήρ). Έτσι κι ο

Ποιμένας συβολική σημασία είχε βέβαια.

Σιγά σιγά όμως, όσο μεγάλωνε ο χριστιανισμός και πλήθαιναν οι

χριστιανικές εικόνες, γίνουνταν κι ο κλώνος αυτός της τέχνης

ανεξάρτητο τμήμα με δικά του στοιχεία, με δικές του φαντασίες κ'

ιδέες. Άρχιζε κ' έφευγε η τέχνη από το κλασσικό της πρότυπο, κ' ένα

από τα σημαντικώτερα σημάδια της αλλαγής είταν η απόφασή τους να

συστήσουν ξέχωρον τύπο για το πρόσωπο του Σωτήρα. Εδώ όμως δε

συφωνούσαν, επειδή άλλοι τον ήθελαν άσκημο για να φαίνεται πως έπαθε

στον κόσμο, κι άλλοι θεόμορφο καθώς παράσταιναν τους Ολύμπιους. Στην

εποχή του Κωσταντίνου ο παραδεγμένος τύπος είταν πρόσωπο

συλλογισμένο, ωραία μάτια, σγουρά μαλλιά, μαύρα γένεια. Και τέλος η

επίσημη βυζαντινή μορφή του Χριστού ορίστηκε κατά την ιδέα της

ανθρώπινης ματαιότητας — πρόσωπο αυγουλό, κοντά κι ανάργια γένεια,

μαλλιά μακριά χωρισμένα στη μέση, φυσιογνωμία σοβαρή και μελαχολικιά.

Αυτή είναι περίπου η μορφή που ακολουθάει ως τα σήμερα η

εκκλησιαστική μας η τέχνη.

Ανάλογο δρόμο πήραν και τάλλα τα ιερά πρόσωπα, της Παναγιάς, των

Αποστόλων κ.λ., που δεκαπέντε τώρα αιώνες ιστορούνται καταπώς τα

γνωρίζουμε. Θα μας πη ίσως ο κριτικός πως η ορθοδοξία κι ο

συντηρητισμός αυτός των προπατόρω μας την έβλαψε την τέχνη, με τα να

της έκοψε τα φτερά της. Τα μεγάλα καλά όμως δεν έρχουνται πάντα και

δίχως μερικά κακά. Και το καλό του συντηρητισμού το δείξαμε παραπάνω.

Ιστορία της Ρωμιοσύνης, Πρώτος τόμος · 第 24 / 26 段