Ας παρατηρηθή πρώτα, αν και γνωστό μας, πως ο πολιτικός μας αυτός

Ιουλιανός δεν είταν και θρησκευτικός αρχαϊστής. Το ενάντιο μάλιστα,

χριστιανός ορθόδοξος, και τόσο ορθόδοξος, που γύριζε λίγο καταπίσω

μόνο και μόνο για να ενώση τη Χριστιανωσύνη. Κατάτρεχε μάλλους λόγους

κ' Εθνικούς κ' αιρετικούς για τον ίδιον πολιτικό σκοπό που πολεμούσε

Πέρσους, Βαντάλους και Γότθους, να ενώση δηλαδή Ανατολή και Δύση.

Στους κοσμοκρατορικούς του αγώνες το ξέρουμε πως δεν πολυπέτυχε. Ας

δούμε τώρα τι δρόμο πήρε η θρησκευτική του πολιτική.

Και πρώτα, για τους Εθνικούς. Δεν είταν ακόμα ολότελα σβυσμένη η

παλιά θρησκεία, μήτε στον έχτο αιώνα μήτε στον έβδομο, μα μήτ'

αργότερα δε λείπουν σημάδια της· και τόσο βαστιούνταν ακόμα τώρα, που

κάθε λίγο έβαζε και φιτίλια να ξετινάξη τη νέα θρησκεία. Οι πιο

φοβερώτεροι εχτροί της χριστιανωσύνης είταν πάντα οι φιλόσοφοι, και

μάλιστα οι νεοπλατωνικοί της Αλεξάντρειας. Μα κ' η Μικρασία είχε

κάμποσους Εθνικούς, κι όταν ο Ιουστινιανός διάταζε και μετρηθήκανε

βρέθηκαν εβδομήντα χιλιάδες στη Φρυγία, Λυδία και Καρία μονάχα.

Το ίδιο και στο Βυζάντιο. Είδαμε λόγου χάρη πως ο Τριβωνιανός είταν

Εθνικός. Έτσι και πολλοί άλλοι, και μάλιστα της Επιστήμης, αληθινής

και ψεύτικης. Όσο για την Ελλάδα, άλλο τίποτις Εθνικοί εκεί πέρα, κ'

η νεοπλατωνική φιλοσοφία ριζοβολούσε και φούντωνε αντίς να

μαραίνεται. Κ' είταν πολύ φυσικό να υποφέρνη κάπως ο χριστιανισμός

από το φιλοσοφικό εκείνο που είχε μέσα του ο Εθνικός κόσμος. Επειδή

δεν είτανε μονάχα οι ψευτοσόφοι, εκείνοι δηλαδή που παίζανε με τα

λόγια, παρά έβγαιναν και σπουδαίοι, καθώς να πούμε ο Ολυμπιόδωρος της

Αλεξάντρειας κι ο ακόμα πιο γνωστότερος Πρόκλος στην Αθήνα,

γεωμέτρης, αστρονόμος, σκολιαστής, και κατά τη δική του τη φράση

«όλου του κόσμου ιεροφάντης». Και ψέματα δεν έλεγε, αφού όχι μονάχα

την αρχαία, μόνο και τη νέα θρησκεία την είχε μελετημένη. Προπάντων

όμως έξοχος νεοπλατωνιστής. Τέτοιοι άνθρωποι δεν μπορούσανε να μην

αφίνουν πάτημα και να μην ταράζουν το δρόμο του χριστιανισμού.

Μα και κάτι μακρήτερα πήγαινε τότες ο Εθνισμός. Είχε το μάτι του στη

δύναμη την πολιτική, και κάθε πλαγινό τρόπο δοκίμαζε γι' αυτό το

σκοπό. Τέτοια δύναμη μέσα στο κράτος ο Ιουστινιανός δεν είταν

άνθρωπος να την αφήση αχτύπητη και τη χτύπησε. Αδιάφορο ποιος είταν ο

σκοπός του, την πράξη του καθαυτή δεν μπορούμε να την κατακρίνουμε. Ο

κόσμος είχε παρμένο όλως διόλου καινούριο δρόμο κι όλως διόλου

διαφορετικό από τον παλιό. Το καζάνι της νέας ρωμιοσύνης έβραζε

ακόμα, και χοχλακίζανε μέσα του ταρίθμητά της στοιχεία, πολιτισμένα

και βάρβαρα· εκεί λοιπόν που πήγαινε ομπρός το εθνικό αυτό

λαμπικάρισμα, ξεφύτρωναν ξεθυμασμένοι φιλόσοφοι και μας χύνανε νερό

στη φωτιά.

Τους χτύπησε ο Ιουστινιανός μ' όλη τη δύναμη του. Από την αρχή της

βασιλείας του κιόλας έβγαλε διάταγμα που όριζε θάνατο για όσους

αψηφούσαν τους παλιούς νόμους των κατατρεγμών. Κάμποσα χρήματα και

χτήματα εθνικά πέρασαν τότε στο δημόσιο ταμείο, και πολλοί Εθνικοί,

εβραίοι κ' αιρετικοί γενήκανε χριστιανοί να γλυτώσουν. Άλλοι πάλε

σηκώθηκαν και φύγανε στην Περσία, κι από κει αντενεργούσαν του

Αυτοκράτορα. Ακολούθησαν και μερικές στάσες, καθώς στη Συρία, που

εβραίοι κ' αιρετικοί έγιναν ένα, και θρονιάσανε μάλιστα και βασιλέα

τους έναν Ιουλιανό, και τους στοίχισε κατόπι κάμποσο αίμα εκείνο το

κίνημα. Υπάρχει όμως και μια γνώμη πως η στάση αυτή είχε αφορμή το

τυράννισμα τω χωριανών από τους μεγαλοπολίτες, και με το να είταν οι

άνθρωποι της εξοχής Εθνικοί, κ' οι πιώτεροι άλλοι χριστιανοί, πήρε

θρησκευτική χρωματιά εκείνο το κίνημα.

Τσικουριά ακόμα δυνατώτερη κατάφερε ο Ιουστινιανός στην Αθήνα (529)

με νόμο που απαγόρευε να διδάσκεται η φιλοσοφία. Ίσως δεν είναι και

τόσο τυραννικά τάλλα του μέτρα όσο τα παράστησαν, ίσως δεν

κλειστήκανε τα πανεπιστήμια της Αθήνας, και δε φύγανε γι' αυτό

μερικοί Αθηναίοι σοφοί στην αυλή του Χοσρόη, κι από κείθε στη Λιβύα

και στην Ευρώπη, καθώς λέχτηκε. Ξέρουμε όμως πως ψαλίδισε αλύπητα τα

φτερά τους όταν τους έκοψε προνόμια και μιστούς, και ξανάστησε το

νόμο που απαγόρευε ετερόδοξους να παίρνουν πολιτικά αξιώματα. Με

τέτοια μέτρα πώς να βασταχτούν τα φιλοσοφικά και τα νομικά

καταστήματα της Αθήνας; Στείρεψε μονάχη της η πηγή εκείνη, που όσο

και να τη λυπούνται οι ξένοι κ' οι σκολαστικοί, για τα μας είταν άγιο

πράμα που γκρεμήστηκαν, πρώτο, επειδή ο κλασσικισμός είχε πια

τελειωμένη τη δουλειά του στον κόσμο, κ' ύστερα, επειδή οι πατριώτες

εκείνοι δεν περιοριζόντανε στη φιλοσοφία τους, παρά ονειρεύουνταν και

μεγαλήτερες, και πιο κοσμικές δόξες, να πέση δηλαδή το χριστιανικό

κράτος του Κωσταντίνου και να ξαναθρονιαστή στην Ανατολή το ιδανικό

του Ιουλιανού, σα να λέμε το χάος. Ίσια ίσια ό,τι έλπιζε κι ο Χοσρόης

κ' οι άλλοι εχτροί μας.

Ας έρθουμε τώρα στην πολιτική του Ιουστινιανού με τους αιρετικούς,

και στην άλλη τη γενικώτερη, την ενωτική του πολιτική.

Ό,τι έκαμε των αιρετικών τόκαμε από ενωτικό σκοπό. Ενωτικό όμως όχι

με τα συστήματα του Ζήνωνα και του Αναστάσιου, παρά με το σύστημα του

κατατρεγμού. Φαίνεται δηλαδή σα να ζητούσε να φέρη την ειρήνη και την

ένωση της Εκκλησίας με τους τρόπους της παπωσύνης, που άλλο γιατρικό

δεν ήξερε από κατατρεγμό. Και θα είχαμε ίσως πολλές και μεγάλες

τραγωδίες να διηγηθούμε α δεν τύχαινε να βρίσκουνται και διαφορετικές

γνώμες στο παλάτι μέσα. Και πρώτη η Θεοδώρα. Η Θεοδώρα, σα

Μονοφυσίτισσα που είταν η ίδια της, εννοούσε να παραχωρηθούνε μερικά

στους ομόδοξούς της για να τους έχη κάπως πιο συβιβασμένους με την

ορθοδοξία. Είχε εννοείται, κι ο Ιουστινιανός το κόμμα του στο παλάτι,

κι αυτοί άλλο από κατατρεγμό δε θέλανε νακούσουν. Η δύναμη όμως της

Θεοδώρας απάνω στον Ιουστινιανό δεν είταν ασήμαντη, κι αυτό μας

ξηγάει γιατί ο Ιουστινιανός έβγαζε απανωτά διατάγματα που 'τόνα

έρριχτε τάλλο, μια καταδιωγμός, μια συβιβασμός. Το βέβαιο είναι πως

στο τέλος νίκησε της Θεοδώρας το κόμμα. Τον έπεισε δηλαδή η Θεοδώρα

τον άντρα της πως παραχωρώντας πού και πού μπορεί να φέρη τους

Μονοφυσίτες από της ορθοδοξίας το μέρος. Κ' έτσι στα 544 αποφασίστηκε

να καταδικαστούν τα λεγάμενα Τρία Κεφάλαια, που τα δυο τους είταν

ορθόδοξα ζητήματα κανονισμένα από τη Χαλκηδόνα και μισητά στους

Μονοφυσίτες. Θέλοντας μη θέλοντας συφωνήσανε σ' αυτά κ' οι ορθόδοξοι

επίσκοποι. Της Ρώμης όμως ο επίσκοπος ο Βιγίλιος, άρχισε κι' αγρίευε

που ο φίλος του ο Ιουστινιανός (φίλος του επειδή τον κολάκευε για

πολιτικούς σκοπούς) φέρθηκε κι αυτός τέλος σαν τους άλλους

βυζαντινούς αυτοκρατόρους.

Μην μπορώντας ως τόσο ο Ιουστινιανός να κάμη το θέλημα και του πάπα

και τωνέ δικών του, προσκάλεσε τον πάπα στα 548, και τον κατάφερε να

συφωνήση κι αυτός νακυρωθούν τα Τρία Κεφάλαια. Και βλέποντας πάλε

κατόπι, στα 551, πως του ξαναγλιστρούσε ο Βιγίλιος, προσκαλεί στα 553

σύνοδο στην Κωσταντινούπολη (πέμπτη οικουμενική σύνοδο). Εκεί

παρουσιάστηκε ο πάπας κ' υποστήριξε τα τρία κεφάλαια. Η σύνοδο όμως

επιμένει, αποφασίζει να κόψη την εκκλησιαστική συγκοινωνία με τη

Ρώμη, κ' επικυρώνει την καταδίκη των τριών εκείνων άρθρων. Ένα χρόνο

κατόπι, βλέποντας ο πάπας τις νίκες του Ναρσή στην Ιταλία,

συγκατανεύει κι αυτός, καθώς κι ο διάδοχος του ο πρώτος Πελάγιος. Δε

βάσταξε όμως πολύν καιρό, αφού μήτε του Ναρσή τα πολιτικά έργα δεν

πολυβαστάξανε.

Στάθηκε μ' άλλους λόγους η θρησκευτική του πολιτική μισή ζαβή και

μισή πιτυχημένη, και την πιτυχιά της πρέπει, θαρρώ, να την αποδώσουμε

στη φρόνιμη Θεοδώρα.

ΕΝΔΕΚΑΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ

Χτισίματα τον Ιουστινιανού

Ερχόμαστε τώρα στο στερνό κεφάλαιο της ιστορίας του Ιουστινιανού,

στερνό της σειράς του, αν κι από τα πρώτα στα μεγαλεία που δηγιέται·

μεγαλεία που τον έβγαλαν Περικλή στον κλάδο της τέχνης, καθώς βγήκε

Σόλωνας ή Λυκούργος στους νόμους, αν όχι όλως διόλου Αλέξαντρος στα

πολεμικά. Και Περικλής όμως, και Σόλωνας, και Καίσαρας ή Αλέξαντρος,

όχι αυτοπρόσωπος παρά μ' _Επιτρόπους_· πράμα που σ' άλλες ιστορίες δε

φαίνεται να παρουσιάστηκε. Και καθώς είχε στάλλα του έργα δεξί του

χέρι το Βελισάριο, τον Τριβωνιανό, τη Θεοδώρα, έτσι και στα δοξασμένα

χτισίματα του, στα μεγάλα εκείνα αρχιτεκτονικά του ποιήματα — που για

τα μας αξίζουν το καθένα, ή τουλάχιστο ένα τους, μια αλάκερη Ιλιάδα —

και δω βρήκε έτοιμο δεξί του χέρι τον αθάνατο Ανθέμιο, καθώς και τον

Ισίδωρο.

Ας αρχίσουμε όμως από τα μικρότερα και τα πιο χρήσιμα χτίρια του· τα

κάστρα και τα τειχίσματα και τους πύργους.

Λέχτηκε πως ή δεν είμαστε καλά πληροφορημένοι από τους χρονογράφους ή

όλα εκείνα τα βαρβαρικά πλημμυρίσματα που αναφέρθηκαν αλλού είναι

μεγαλωμένα ακόμα πιώτερο κι απ' ό,τι φαίνουνται σε πολλούς, και δεν

είταν άλλο παρ' απλές ληστείες, αφού τα κάστρα και τα προπύργια

πούστησε ο Ιουστινιανός στο Δούναβη, στα Μπαλκάνια, στη Μακεδονία,

στη Θεσσαλία είναι τόσο πολλά, που τα μισά να παραδεχτούμε, πρέπει να

είταν οχυρωμένο το Κράτος όπως ποτές δεν είταν άλλοτες. Μα καθώς κι

άλλου είπαμε, κάστρα και τοίχοι δίχως στρατιώτες δεν είναι μεγάλη

διαφέντεψη. Κ' οι στρατοί έλειπαν πάντα στα ξένα.

Εκείνα μονάχα τα χτίρια πρέπει να κόστισαν αμέτρητους θησαυρούς. Να

ταριθμήσουμε ένα προς ένα και δύσκολο και άσκοπο. Δυο λόγια μας

σώνουνε.

Είχε κι από τα πριν ο Δούναβης και προπύργια και κάστρα. Μονοπύργια

τάλεγαν. Αφανισμένα ως τόσο τα πιώτερα από τους Ούνους του Αττίλα.

Τώρα όμως, από το Βελιγράδι ως τη Μαύρη Θάλασσα βρίσκουμε σειρά

οχυρώματα και πόλες ξαναχτισμένες και ξανατειχισμένες. Δεύτερη

παρόμοια σειρά περνούσε από Δαρδανία κι από Μοισία και κατέβαινε ως

τον Αίμο. Και τρίτη σειρά κάστρα έσκιζε Μακεδονία και Θράκη και

πήγαινε ως τα Θρακικά φρούρια κι ως τις οχυρωμένες πολιτείες, καθώς

Ροδοστό, Ηράκλεια, Σηλυβριά. Κι άλλοι πάμπολλοι μικρότεροι πύργοι

σκόρπιοι ανάμεσα στις τρεις εκείνες οχυρωμένες σειρές, ως τα

μεσηβρινά της Μακεδονίας και ως την Ήπειρο. Απάνω στο νησί πάλε της

Καστοριάς Λίμνης χτίστηκε η Ιουστινιανούπολη με μεγάλα οχυρώματα.

Τέτοια οχυρώματα στήθηκαν και στις Κλεισούρες, σιμά στην Ηράκλεια,

απάνω στο δρόμο από Ιλλυρία σ' Ελλάδα. Στη Θεσσαλία μέσα κάθε μεγάλη

πόλη, Λάρισα, Φάρσαλα, Τρίκκαλα κλ, είταν οχυρωμένη. Κι όσο για τη

Θερμοπύλα, ταψηλά τειχίσματα κ' οι πύργοι που χτίστηκαν εκεί τάκαμναν

τα στενά της απέραστα. Είχαν όμως εδώ και φρουρά από δυο χιλιάδες

παντοτεινά. Μα κ' η καθαυτό Ελλάδα είταν ασφαλισμένη με παρόμοια

χτισίματα, και τέλος δεν αμελήθηκε μήτε η Πελοπόννησο, επειδή

ξαναχτίστηκαν του Ιστμού τα τειχίσματα, με πύργους κι αυτά.

Τα ίδια και στην Ασία. Η Αντιόχεια μάλιστα, αφανισμένη καθώς είταν

από σεισμούς κι από τον πόλεμο του Χοσρόη, ξανακαινουριώθηκε όλη κ'

έγινε, λέγουνε, λαμπρή καθώς άλλοτες. Η Μεσοποταμία γέμισε κι αυτή

νέα τειχίσματα και κάστρα σκορπισμένα στη Θεοδοσούπολη, στη

Κωσταντία, στον Καλλίνικο κι αλλού. Ως και την παλιά τη Ζηνοβία της

Ευφρατησίας, ρημαγμένη τώρα και χρόνους, την ξανάχτισε και την

ξαναδυνάμωσε ο Ιουστινιανός. Χαλκίδα, Κύρρος, Σούρα, Ευρωπός,

Τεράπολη, Νεοκαισάρεια, όλες οχυρωμένες κι αυτές. Ξαναχτισμένη και

τειχισμένη κ' η περίφημη η Παλμύρα, να φυλάη το κράτος από τους

Σαρακηνούς.

Αυτά είταν τα πολεμικά χτίρια. Όσο για τα στολίσματα και τα μνημεία,

πόλη μεγάλη δεν έμεινε δίχως το στόλισμά της. Το μεγαλήτερο όμως

μερίδιο τόλαβε η πρωτεύουσα, και κει πρέπει να πάμε για να θαμάσουμε

του Ιουστινιανού ταληθινά τα μεγαλουργήματα. Πλήθος ναοί και πλήθος

μνημεία. Και πρώτο πρώτο στο μέγεθος, στη λαμπρότητα και στην

αθανασία στέκεται ως τα σήμερα περήφανος και μεγαλόπρεπος ο ναός της

Άγιας Σοφιάς, το καμάρι κ' η ελπίδα της ρωμιοσύνης· που καθώς οι

εικόνες του, οι σταυροί του και τα μοιράσματά του στέκουνται σημάδια

της χριστιανικής θρησκείας, έτσι κ' οι τρούλλοι του, οι θόλοι, οι

καμαρωτές οι κολώνες, τα μυριόπλουμα ψηφιδώματα και τάλλα πολύτιμα

του στολίδια μνήσκουνε θεόρατα και θεόλαμπρα σημάδια της

μεγαλοπρέπειας και της δυναμωσύνης που ξεπρόβαλε από την ξαναζυμωμένη

και την ξαναχυμένη αυτή φυλή, που ζωή της και δόξα της στάθηκε

τανακάτεμά της με ξένα στοιχεία, και μάλιστα στοιχεία βαρβαρικά,

στοιχεία του χύσανε ζωή και δύναμη μέσα στην ομορφιά, τη χάρη και τη

νοημοσύνη. Πόσα και πόσα στολίδια της Άγιας Σοφιάς δεν ταποδίνει ο

τεχνίτης ο κριτικός σε συνήθειες βάρβαρες κι Ασιατικές! Κι ως τόσο

κοιτάξτε το σύνολο, κοιτάξτε το ξαναχύσιμο! Έτσι και το έθνος. Δικά

του τάκαμε όλα τα ξένα στοιχεία. Τόσο δικά του, που αδύνατο πια το

παραμικρό να του αφαιρέσης δίχως νασκημίσης την ξαναπλασμένη του

ομορφιά. Ας έρθουμε όμως στην ιστορία του μεγάλου ναού μας.

Πρώτος ο Κώστας τον είχε ξαναχτισμένο και μεγαλωμένο, κ' έτσι βάσταξε

ως τον καιρό του Αρκαδίου. Είδαμε στο δρόμο μας απάνω κάμποσες

σκηνές, και πολύ δραματικές μάλιστα, μέσα στο ιστορικό αυτό τέμενο.

Θυμούμαστε του Γρηγόριου τους Αρειανικούς αγώνες, του Χρυσόστομου τις

αλύπητες σαϊτιές, του Ευτρόπιου το τραγικό επεισόδιο, την πυρκαγιά

εκείνη ύστερ' από την εξορία του Χρυσόστομου, το νέο χτίσιμο του ναού

από το μικρό Θεοδόσιο, ακούσαμε κατόπι εκεί το Νεστόριο που δίδασκε

τα νέα του δόγματα, παρασταθήκαμε στο στεφάνωμα του Λέοντα, του

πρώτου που παράλαβε την κορώνα από τον πατριάρχη, ακούσαμε από τον

άμπωνα το περίφημο ενωτικό του Ζήνωνα, είδαμε τον πατριάρχη τον

Ακάκιο να λειτουργάη δίχως να μνημονεύη τον αρχιερέα της Ρώμης, κι

άλλα κάμποσα μαρτυρήσαμε μέσα στους ιερούς εκείνους τοίχους, από το

πρώτο χτίσιμο του ναού ως την καταστροφή του Νίκα. Τέτοιο εθνικό

μνημείο δεν είταν ο Ιουστινιανός άνθρωπος να το παραβλέψη ύστερ' από

κείνην την καταστροφή, κ' η φιλοδοξία του λαμπρότερο έργο δεν

καταπιάστηκε παρ' όταν προσκάλεσε τον Τραλλιανό, τον Ανθέμιο και τον

Ισίδωρο, να του τοιμάσουνε σκέδιο του καινούριου ναού της Άγιας

Σοφιάς.

Είταν ο Ανθέμιος από τους πρώτους αρχιμαστόρους της εποχής του και

φημισμένο το σόγι του από δυο τρεις άξιους και προκομμένους του

αδερφούς. Αυτός λοιπόν κι ο Ισίδωρος από τη Μίλητο, θείος του

Ισιδώρου που κατόπι ξανάχτισε με στερεώτερο σύστημα τον τρούλλο της

Άγιας Σοφιάς σαν γκρεμήστηκε από σεισμό στα 558, — αυτοί οι δυο

προσκαλέστηκαν από τον Ιουστινιανό να κάμουν το σκέδιο του καινούριου

ναού. Σκέδιο όχι πια «δρομικό», δηλαδή χτίριο παράλληλο με γύρο στην

άκρη, καθώς έκαμναν ως τα τότε τις εκκλησιές, παρά «σταυρωτό», καθώς

θα δούμε σε ξέχωρο κεφάλαιο της βυζαντινής τέχνης, εκεί που πρέπει ο

αναγνώστης να πάη να δη όσα καθέκαστα δεν πολυταιριάζουνε σε ιστορικό

κεφάλαιο μέσα.

Από τη μια λοιπό μελετούσαν το σκέδιο οι δυο οι πρωτομαστόροι, κι από

την άλλη άρχιζε ο Ιουστινιανός και μάζευε υλικό. Έφερε τα πιο πλούσια

μάρμαρα και τα πια αξετίμωτα αρχαϊκά καλλιτεχνήματα από τα τέσσερα

πέρατα της αυτοκρατορίας του. Ανάμεσα στις θεόρατες κολώνες που

κρατούν τον καταμεσινό το θόλο σώζουνται ακόμα μέρη μεταφερμένα από

τους περίφημους ναούς της Ηλιούπολης, της Εφέσου, κι άλλων πολιτειών.

Έπρεπε σύγκαιρα να τοιμαστή κι ο τόπος, κ' είχε ανάγκη από πολύ πιο

μεγαλήτερο τόπο η νέα η εκκλησιά. Απίστευτα ποσά ζητηθήκανε, κ' ίσως

και πλερωθήκανε, για οικόπεδα που πέφτανε μέσα στη χρειαζούμενη

περιφέρεια. Λένε μάλιστα πως ένας αυλικός ευνούχος Αντίοχος, έχοντας

εκεί οικόπεδο και ζητώντας δέκα φορές την αξία του, για να τονέ

φέρουνε στα συλλογικά του τονέ φυλάκισαν ίσια ίσια την παραμονή μιας

ιπποδρομικής γιορτής· και με το ναγαπούσε ο Αντίοχος το ιπποδρόμιο,

παρά να χάση τη διασκέδαση πρόσφερε το οικόπεδο σε πιο φτηνή τιμή.

Κάτι πιο χριστιανικώτερο είναι το ιστορικό της χήρας Άννας, που στην

αρχή ζητούσε 500 λίτρες χρυσές για το σπίτι της (ως 600 χιλιάδες

δραχμές) από 85 λίτρες που άξιζε. Μαθόντας όμως πως ο Ιουστινιανός

πήγαινε να την καταπείση ο ίδιος, βγήκε και πρόσπεσε στα πόδια του

αυτοκράτορα κ' έδωσε χάρισμα το οικόπεδο, και μόνο τον παρακάλεσε να

τη θάψουνε στο έμπασμα του ναού σαν πεθάνη για να συχωρεθούν οι

αμαρτίες της.

Αν είναι αλήθεια πως σαράντα μέρες ύστερ' από την πυρκαγιά είταν

αρχινημένο το θεμέλιωμα του καινούριου ναού, πρέπει να τοιμάζουνταν ο

Ιουστινιανός για το νέο χτίσιμο πριν την πυρκαγιά. Ή σαράντα όμως ή

πιώτερες, ξέρουμε πως σ' έξη περίπου χρόνια τέλειωσε ο ναός, και στα

537, 24 του Χρίστου, τελέστηκαν τα εγκαίνιά του. Κ' είναι να θαμάση

άνθρωπος πώς κατορθώθηκε τέτοιο μεγαλούργημα σε τόσο λίγον καιρό.

Πόσο στοίχισε το χτίριο δεν το καλογνωρίζουμε. Ο πιθανώτερος αριθμός

φαίνεται πως είναι τρεις χιλιάδες κεντηνάρια μάλαμα (ως 360

μιλλιούνια δραχμές).

Κάποια περιγραφή του ναού θα γίνη αλλού, καθώς είπαμε. Εδώ μπορούμε

το πολύ να μπούμε μέσα με τη φαντασία, και θωρώντας περίγυρα, να

θαμπώσουν τα μάτια μας από τ' αριθμητά χρυσά κι αργυρά σκεύη, από τα

διαμάντι κι από το μαργαριτάρι. Να θαμάσουμε τις θεόρατες κολώνες και

τις απανωτές καμάρες, που λες και λαφροπετώντας ανεβαίνουνε και

στηρίζουν το μεγάλο τον τρούλλο που στεφάνωνε το χτίριο. Να βλέπουμε

τ' αμέτρητά του στολίδια περιχυμένα από το φως που πέφτει από του

μεγάλου τρούλλου τα εικοσιτέσσερα παράθυρα, που λες από μέσαθε κι όχι

απέξω έρχονται οι αχτίδες του. Άλλο της κλασσικής αρχαιότητας να μη

βλέπης παρά την απλότητα, κι αυτή μετρημένα. Τάλλα όλα νέα και μ'

αλλαγμένη μορφή, μάλιστα οι καμάρες κ' οι θόλοι, άγνωστοι στους

ελληνικούς καιρούς, στην εποχή δηλαδή της απλής γραμμής, γνωστοί όμως

τώρα κι από τη Ρώμη κι από την Ασία, και πιο ταιριαστοί με το νέο

χαρακτήρα που πήρε το έθνος.

Κι άλλο δε μας μένει ύστερ' από τα λίγα αυτά που σώνουν εδώ, παρά να

προσπέσουμε και να προσκυνήσουμε με τη φαντασία μέσα σ' όλην εκείνη

τη λαμπρότητα, ίσως κι ακουστούν οι προσευκές μας ως εκεί που πρέπει,

και περάσουν τα ναμάζια και φύγουνε σα διαβατάρικη μπόρα από κει που

έντεκα αιώνες αντιλαλούσαν οι χριστιανικές οι δοξολογίες.

Της άξιζαν τα εγκαίνια που της έκαμαν τέτοιας μεγαλόπρεπης εκκλησιάς.

Αλύπητα μοιράστηκαν τα δώρα τη μέρα εκείνη. Ανάστατη όλη η Πόλη

ακολουθώντας τη λαμπρή συνοδιά — βασιλέα, πατριάρχη, αυλικούς κι

αρχόντους, από το παλάτι ως το ναό. Πρώτος ξεπέζεψε ο Ιουστινιανός

και μπήκε, προχώρησε ως τον άμπωνα, δόξασε το Θεό που τέλειωσε το

μέγα του έργο, και φώναξε από τη χαρά του «Σε νίκησα Σολομώντα».

Δεν είναι μήτε της δουλειάς μας, μήτε πολύ γνωστικό μας φαίνεται να

ξετάζουμε τι θα γινότανε αν τύχαινε και βασίλευε στην Κωσταντινούπολη

διαφορετικός άνθρωπος από τον Ιουστινιανό. Πρέπει να τον κοιτάζουμε

καταπώς είτανε. Μας έκαμε μεγάλα κακά, και το μεγαλήτερο, που έβαλε

μπόδια τεχνητά σε ίσιο και σε φυσικό δρόμο. Έρριξε βράχους και χώματα

να γυρίση τον ποταμό. Γύρεψε να ξαναφέρη το ρωμαϊκό κράτος με τις

παλιές του δόξες. Σηκώθηκαν κατόπι τα φυσικά τα στοιχεία, φούσκωσε η

πλημμύρα της Ρωμιοσύνης, του τάπνιξε όλα πρι να βγη ο αιώνας, και

πήρε τότες το δρόμο του το ξανανιωμένο το έθνος. Άρχισε τις φοβερές

του μονομαχίες μ' Ασιατισμό, με Σλαβισμό, και κατόπι με Φραγκισμό. Ως

το δέκατο πέμπτο αιώνα τους πολεμούσε σαν ήρωας τους δράκους του

κόσμου. Οι χιλιόχρονες εκείνες μονομαχίες είναι τα καθαυτά προγονικά

μεγαλεία μας. Και σα νάννοιωθε κι ο ίδιος ο Ιουστινιανός το τι λογής

αγώνες μας προσμένανε, μας έστησε το ιερό εκείνο μνημείο της Άγιας

Σοφιάς, που μας σκέπαζαν και μας φύλαγαν οι θόλοι του πίστη, ελπίδα

και θάρρος, για να παίρνη το έθνος δύναμη και να μαζεύη ηρωισμό στην

καρδιά του κάθε φορά που ζύγωνε ο εχτρός.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

1

Στρατιωτικά και δοικητικά του έχτου αιώνα

Από δυο στοιχεία είταν καμωμένος ο βυζαντινός στρατός· από ντόπιους

ταχτικούς κι από άταχτους ξένους, δηλαδή Φοιδεράτους. Μα δεν είταν

πάλε μήτε οι ταχτικοί όλως διόλου καθαροί από ξένους μήτε οι ξένοι

από ντόπιους. Και μήτε μαζεύουνταν οι ταχτικοί εκείνοι με

στρατολογικό σύστημα σαν τα σημερνά, μόνο τους έδιναν ως είδος φόρο

οι σενατόροι κ' οι αρχόντοι, άλλος έναν άλλος πιώτερους, κατά το έχει

του ο καθένας· κάποτες και πολλοί μαζί έδιναν έναν. Και τους διάλεγαν

όλους από τα πια χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα, αφού όχι οι καλόγεροι

μονάχα έμνησκαν έξω, μα κι όσοι μαζεύανε φόρους κ' οι γεωργοί.

Το σημαντικώτερο μέρος του στρατού είταν η καβαλλαρία. Διάλεγαν τους

πιο παλικαρήσιους για το ιππικό και με μεγάλη τέχνη τους γύμναζαν.

Είταν _κατάφραχτοι_ αυτοί, αρματωσιά δηλαδή ολόσωμη με κοντάρι.

Το πεζικό δεν είταν και περίφημο. Κ' επειδή μήτε τους πλέρωναν πάντα,

παρά τους άφιναν και άρπαζαν κάποτες καθώς στα 545 που τους έδωσε

φόρα ο Βελισάριος, δεν μπορούσανε να τους έχουν και μεγάλη πειθαρχία.

Δεν πρέπει όμως να κρίνουμε το στρατιωτικό τον οργανισμό του καιρού

εκείνου κατά τη σημερνή μας πείρα, παρά νανιστορούμε με τι λογής

εχτρούς πολεμούσανε. Θα νοιώσουμε τότες πως μ' όλα του τα ψεγάδια

πάντα καλλίτερος είταν ο στρατός εκείνος από _τασκέρια_ που

αντίκρυζε, που δεν είχανε μήτε μηχανικούς μήτε από τα καλλίτερα

άρματα πάντα.

Όσο για τους άταχτους, άλλοι απ' αυτούς είταν ξένες φυλές

αποκατεστημένες μέσα στον τόπο με τη συφωνία να φέρνουνε τόσους

άντρες, άλλοι από φυλές γειτονικές, που τους έστελναν οι αρχηγοί τους

του Αυτοκράτορα, με πληρωμή όμως από το δημόσιο ταμείο. Αίρουλοι,

Γέπηδες, Λομπαρδοί, Ούνοι, Σαρακηνοί, Μαυρούσιοι κι άλλοι. Άταχτοι

καθώς είπαμε κι αγύμναστοι αυτοί, αντρειωμένοι όμως και παλικαράδες,

που ανεκατέβοντάς τους με τέχνη οι δικοί μας τους έκαμναν πολύ

χρήσιμους.

Λογαριάζουν πως ο στρατός του Ιουστινιανού ανέβαινε ως 150 χιλιάδες

περίπου. Είπαν και πιώτερους μα δεν είναι βέβαιο.

Κάμποσα ξεράσματα λέχτηκαν εναντίο του βυζαντινού στρατού της εποχής

εκείνης, μα κι αυτά ξεθύμαναν πια τώρα σαν τόσα άλλα που μας

καταλαλήσανε σε καιρούς που δε ζητιούνταν η αλήθεια, παρά κρατώντας

το λυχνάρι η πρόληψη περπατούσε μέσα στα σκοτάδια σα νυχτοκλέφτης.

Αρκετή ιδέα μας δίνει ο βυζαντινός ο στρατός, το τι είταν άξιος να

κάμη, με την πολεμική ιστορία του έχτου αιώνα. Ώστε ταφίνουμε αυτά,

κι ερχούμαστε στη δοίκηση, τι λογής είταν αυτούς τους καιρούς.

Οι αλλαγές πούφερε ο Ιουστινιανός στη δοίκηση είταν είδος μισός

δρόμος από το σύστημα του Διοκλητιανού ως το θεματικό σύστημα που

ήρθε αργότερα.

Κατά τα συστήματα του Διοκλητιανού και του Κωσταντίνου είχαμε πρώτο,

στρατιωτική και πολιτική δοίκηση χωρισμένες· δεύτερο, είδος ιεραρχική

βαθμολογία στ' αξιώματα, π. χ. τον πραιτοριανό τον Έπαρχο μεταξύ

Αυτοκράτορα κ' επαρχιακό Κυβερνήτη, δηλαδή Αντέπαρχο, και πάλε το

_Βικάριο_, δηλ. το δοικητικό τον Ύπαρχο, μεταξύ Αντέπαρχο και

πραιτωριανό Έπαρχο· και τρίτο, την κάθε επαρχία μοιρασμένη σε

μικρότερα τμήματα.

Στο θεματικό πάλε σύστημα του 7ου και του 8ου αιώνα θα βρούμε όλο το

ενάντιο· πολιτική και στρατιωτική δοίκηση ανεκατεμένες, τις

«Διοίκησες» καταργημένες, τον πραιτωριανό Έπαρχο μήτε ψιλό όνομα, και

τις επαρχίες μεγαλήτερες.

Ο δρόμος λοιπόν που πήρε ο Ιουστινιανός είταν ο δρόμος που τοίμαζε

τον τόπο για τις μεγαλήτερες θεματικές αλλαγές. Π. χ. σε μερικές

επαρχίες έδωσε στον ίδιον άνθρωπο και στρατιωτική και πολιτική, μα κ'

οικονομική εξουσία. Κατάργησε μερικούς δοικητικούς Υπάρχους, και

τέλος μερικά επαρχιακά τμήματα τα συχώνεψε σε μια μεγάλη επαρχία.

Άλλο μέτρο ριζοσπαστικό του Ιουστινιανού είναι που κατάργησε την

_Υπατεία_. Ο Ύπατος από ανώτατος άρχοντας που είτανε στους παλαιούς

καιρούς της Ρωμαϊκής Δημοκρατίας κατάντησε ύστερ' από τον Αύγουστο

σιγά σιγά γυμνός τίτλος που τονέ δίνανε σ' έξοχους ανθρώπους· και σ'

άλλο δε χρησίμευαν παρά να γίνουνται αφορμή να πανηγυρίζη ο κόσμος

την Πρωτοχρονιά μ' έξοδά τους. Με τον καιρό όμως τόσο μεγάλωσαν αυτά

τα έξοδα, που την απόφευγε ο καθένας αυτή την τιμή. Κ' επειδή πολλές

φορές τους βοηθούσε και το δημόσιο ταμείο, κι ο Ιουστινιανός τάθελε

τα χρήματα για άλλους σκοπούς, πρώτα τα περιόρισε αυτά τα έξοδα, και

κατόπι αφήκε ταξίωμα και κοιμήθηκε. Επίσημα όμως η Υπατεία

καταργήθηκε πολύ αργότερα, και στο μεταξύ έβγαινε κάποτες κι από ένας

Ύπατος, καμιά φορά κι ο ίδιος ο Αυτοκράτορας.

2

Φορολογικά συστήματα — Εμπόριο — Βιομηχανία

Πριν πάμε στα πιο κυριώτερα απ' όσα ξεδιαλύθηκαν από τους σημερνούς

για το μεσαιωνικό μας φορολογικό σύστημα, ας ξανάρθουμε στο νόμο

εκείνο του Αναστασίου που επίτηδες δεν τον πολυσκαλίξαμε για

ναναφερθή σ' αυτό το κεφάλαιο. Δηλαδή στην κατάργηση του

_χρυσάργυρου_, φόρου που μερικοί Βυζαντινοί τον περιέγραψαν ως είδος

δόσιμο απάνω στο δικαίωμα του να κάμνη κανένας τις δυο φυσικές του

ανάγκες. Κ' είταν αυτός ο φόρος ένα νόμισμα αργυρό για τους ανθρώπους

κι από έξη φόλλες για τα ζώα. Φαίνουνται σαν πεισματάρικα λόγια αυτά,

και το πιο πιθανό είναι ό,τι άλλοι πάλε έγραψαν, πως είτανε δηλαδή

γενικός φόρος στα επαγγέλματα και στα ζώα, και πως μαζεύουνταν κάθε

τέσσερα πέντε χρόνια.

Ας δούμε τώρα τι άλλους άμεσους φόρους είχαν τότες και τι λογής τους

κανόνιζαν.

Ιστορία της Ρωμιοσύνης, Πρώτος τόμος · 第 23 / 26 段