εκεί έξαρχο με πρωτεύουσά του τη Ραβέννα αντίς τη Ρώμη, με το να
είταν η Ρώμη έρημη τώρα κι από κατοίκους κι απ' οχυρώματα.
Δεν πολυβάσταξε όμως μήτε του Ναρσή το κράτος. Πρώτοι οι Λομπαρδοί
τούκοψαν όλα τα βορεινά μέρη της Ιταλίας. Η καταμεσιανή Ιταλία
βάσταξε κάπως ως τον όγδοο τον αιώνα, ως τον καιρό δηλαδή της
εικονομαχίας, που πήρε ο Πάπας την κοσμική εξουσία της Δύσης. Όσο για
την κάτω Ιταλία, αυτή έμεινε βυζαντινή πιώτερον καιρό εξαιτίας την
εθνική τους συγγένεια με τα μας.
Της Ισπανίας η εκστρατεία είναι παραβλάσταρο της Ιταλικής. Όταν ο
Ναρσής καταχτούσε την Ιταλία, ένας ΒισιΓότθος ηγεμόνας
αποκαταστημένος στην Ισπανία, πολεμώντας μ' άλλους ομόφυλούς του
ζήτησε βοήθεια από τον Ιουστινιανό, και για πλερωμή του παραχωρούσε
Μουρκία, Γρανάτα και Σεβίλλη. Έρχεται λοιπό με στόλο ο Πατρίκιος ο
Λιβέριος, και με σκοπό μάλιστα να πάη πιο μακριά από τις επαρχίες που
αναφέραμε. Άξαφνα όμως μονοιάζουν οι ΒισιΓότθοι, πέφτουν καταπάνω των
Βυζαντινών και τους αναγκάζουνε να τραβηχτούν από τα πιώτερα μέρη.
Μόλις σε μερικές Ισπανικές πολιτείες βαστάχτηκαν καμιά εβδομηνταριά
χρόνια, ως τα 623. Φαίνεται πως κ' εδώ κάμποσο βασανίστηκαν οι
ντόπιοι με τους αλύπητους φόρους τους.
Αυτοί είναι οι καρποί της μεγάλης ιδέας του Ιουστινιανού, που
καταπιάστηκε να ξαναστηλώση το Ρωμαϊκό Κράτος με είκοσι χρόνωνε
γιγαντένιους αγώνες και σε καιρούς που παρουσιάστηκαν πολύ
σοβαρώτερες ανάγκες και πολύ μεγαλήτεροι κίντυνοι στην Ανατολή, καθώς
τώρα τώρα θα δούμε.
§4
Δεύτερος περσικός πόλεμος και Λαζικοί πόλεμοι
Ο μεγαλήτερος ο κίντυνος κ' οι σοβαρώτερες οι ανάγκες που είπαμε
παραπάνω είταν από την Ασία.
Η ειρήνη με το Χοσρόη δεν είταν πράμα που να κάθεται ο Ιουστινιανός
και να κοιτάζη κατά τη Δύση. Τα Δυτικά μάλιστα εκείνα μπερδέματα
δίνανε λαμπρή αφορμή του Χοσρόη να ξαναρχίση τα παλιά του. Πρώτο, που
γνώριζε πως μήτε ο Βελισάριος μήτε ο στρατός του δε βρίσκουνταν πια
στη γειτονιά του. Άλλο ένα, που κι ο Βιτίγης τούβαζε φιτίλια, κ' έτσι
στα 540 ξανακόρωσε η περσική η φωτιά. Χυμίζει ο Χοσρόης στη Συρία και
στην Παλαιστίνη, κουρσεύει και ρημάζει την Αντιόχεια, έπειτα παίρνει
τους κατοίκους της, τους φέρνει σιμά στην πρωτεύουσά του, κ' εκεί
τους χτίζει καινούρια Αντιόχεια, που την ονόμασε του Χοσρόη. Μα κι ως
την ακροθαλασσιά κατέβηκε τότες, και κάπου κοντά στη Σελεύκεια έκαμε
θαλασσινό λουτρό και θυσίασε στον Ήλιο ο φιλόδοξος κι ο μεγαλοπίχερος
αυτός πυρολάτρης. Τότες είναι που αναγκάστηκε ναφήση ο Βελισάριος την
Ιταλία και να κυνηγάη πάλε τον Πέρσο. Και καθώς πάντα, δοξάστηκαν
ταρματά του και τώρα. Άμα όμως τον ξαναχρειάστηκε ο Ιουστινιανός για
άλλους του πολέμους, ξανάρχισαν οι Πέρσοι τα συνηθισμένα τους. Μπήκαν
όμως τώρα στη Λαζική και στην Αρμενία. Είναι μεγάλη και μακρινή η
ιστορία των πολέμων εκείνων. Είκοσι χρόνια πάλευαν Πέρσοι και
Βυζαντινοί, πότ' ο ένας καταπονώντας πότ' ο άλλος, μια παίρνοντας
κάστρα, μια χάνοντας τα. Και μόλις στα 562 υπογράφτηκε πάλε πενήντα
χρονών ειρήνη, συφωνήσαντας ο Χοσρόης να τραβηχτή από την Αρμενία κι
από τη Λαζική, μα κι ο Βυζαντινός ο αυτοκράτορας να πλερώση τριάντα
χιλιάδες χρυσές λίτρες χρονιάτικο.
ΟΓΔΟΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ
Βαρβαρικά πλημμυρίσματα κι άλλα δυστυχήματα της βασιλείας του
Ιουστινιανού. Τέλη του
Και δε φοβέριζαν οι Πέρσοι μονάχα το Κράτος όλα εκείνα τα χρόνια. Το
φοβέριζαν οι βορεινοί οι βάρβαροι, που μα την αλήθεια ποτές δεν
έλειψαν από τη στιγμή που χτίστηκε η Νέα Ρώμη, παρά σαν τις σφήγγες
τους τραβούσε η ορεχτική μυρουδιά της. Καλά θα κάμουμε λοιπό να τους
πάρουμε από την αρχή αρχή του έχτου αιώνα, από τότες που οι Βούλγαροι
προχώρησαν ως την Ιλλυρική (599), και μεταγυρίζοντας πιαστήκανε με 15
χιλιάδες δικούς μας, που στρατηγός τους είταν ο Άριστος. Ταποτέλεσμα
όμως της μάχης εκείνης δε βγήκε κι αυτό σαν του στρατηγού τόνομα, και
μήτε νικήθηκε ο Άριστος από Βουλγαρικά μάγια, καθώς είπε κάποιος
ιστορικός των καιρών εκεινώνε.
Ύστερις από δυο τρία χρόνια, σα να γλυκάθηκαν, κατέβηκαν πάλε
ναλλάξουν αέρα στο Θράκη οι Βούλγαροι, καθώς οι Γότθοι κάμνανε στα
παλιά τα χρόνια. Δεκαπέντε όμως χρόνια αργότερα (517), τους βρίσκουμε
όχι πια στη Θράκη μονάχα, μα και στη Μακεδονία και στην
Ηπειροθεσσαλία. Χίλιες λίτρες χρυσές τους έστειλε τότες ο Αναστάσιος
για ν' αγοράση τους σκλάβους του και πάλι δεν έσωναν.
Ας είναι καλά ο Ιουστίνος που τα οχύρωσε όλα εκείνα τα μέρη, κ'
έπαψαν οι βουλγαρικές αυτές πλημμύρες. Η Θράκη όμως έμεινε πάντα
πρόχειρη και βολικιά στους βορεινούς, κι από τα πρώτα πρώτα χρόνια
του Ιουστινιανού (528) ξανάρχισε το κακό, όχι όμως τώρα από
Βουλγάρους, παρ' από άλλους Σλαβικούς λαούς, τους Άντηδες. Κι ως
τόσο, να πούμε την αλήθεια, βρήκε και δω κατάλληλο στρατηγό ο
Ιουστινιανός, τον ανιψιό του το Γερμανό, άνθρωπο που πολύ τον
παίνεσαν και για τις πολεμικές και για τις άλλες αρετές του· και τη
λαμπρότερη, που ποτές δεν ανεκατεύτηκε στις ραδιουργίες του παλατιού.
Σοβαρός και δίκιος, κ' ίσως για δαύτο όχι μεγάλος φίλος της φιλόδοξης
Θεοδώρας· γενναίος όμως, ευγενικός και συμπονετικός με τους
κατώτερούς του. Αυτός λοιπό με τη στρατηγική του αξιωσύνη τους έσπασε
θρούβαλα τους Άντηδες εκείνους στη Θράκη· κ' έτσι σύχασε το κράτος
μερικούς χρόνους.
Απέθανε ο Γερμανός στα 551, ό,τι τον έστελνε ο Ιουστινιανός να
πολεμήση τον Τωτίλα στην Ιταλία.
Στα 531 βρίσκουμε στρατηγό Θράκης το Χιλβούδιο, και φαίνεται πως κι
αυτός καλά τους παίδεψε τους βαρβάρους, και μάλιστα πέρ' από το
Δούναβη. Αν και στα 534 απέθανε κι ο Χιλβούδιος, αν κι ο Ιουστινιανός
είταν πια τώρα σύσσωμα βουτηγμένος στα βανταλικά του βάσανα, η Θράκη
όμως έμεινε ήσυχη ως τα 540. Όταν όμως τη χρονιά εκείνη ο Χοσρόης
συναγροικήθηκε με τους Γότθους της Ιταλίας και ξανάρχισε πόλεμο,
παρουσιάζουνται άξαφνα αρίθμητοι Ούνοι από το Δούναβη. Περνούν τον
ποταμό και ροβολούνε κατά τη Θράκη. Λείποντας ο στρατός στους
περσικούς πολέμους, βρέθηκε τότες η Θράκη ολότελα αδιαφέντευτη, και
κατέβηκαν οι Ούνοι ως της Πόλης τα ξώχωρα. Τριάντα δυο κάστρα της
Ιλλυρικής, η Κασσάντρεια, και τριάντα χιλιάδες σκλάβοι, είταν τα
σημαντικώτερα τρόπαιά τους.
Ή τον ίδιο χρόνο ή κάτι αργότερα περάσανε μερικοί τους από τη Σηστό
στην Άβυδο, άρπαξαν ό,τι βρήκαν και γύρισαν. Άλλη φορά πάλε φαίνεται
πως χώθηκαν ως τη Θεσσαλία και την καθαυτό Ελλάδα· κι αυτό πάει να πη
πως του Ιουστίνου τα κάστρα είταν τότες κάστρα δίχως φρουρούς.
Κάτι αργότερα, στα 546, βλέπουμε νέο κοπάδι — Σλαβικό αυτό — και
περνάει τον Ίστρο, ακούγοντας του Τωτίλα τις συβουλές. Είταν όμως
τότες στη Θράκη ένας στρατός από Έρουλους που τους φύλαγ' εκεί ο
Ιουστινιανός να τους στείλη στην Ιταλία με την άνοιξη. Αυτός λοιπόν ο
στρατός τους χτύπησε τους Σλάβους εκείνους και λευτέρωσε τους
αμέτρητους αιχμαλώτους τους. Τέτοια όμως μισοχτυπήματα και της ώρας
κινήματα δίχως ταχτικούς φρουρούς να τους αντισκόβουν άμα κατεβαίνανε
δεν μπορούσανε να γλυτώσουν τον τόπο.
Άλλα δυο χρόνια λοιπόν ακόμα, και βρίσκουνται σαν τις ακρίδες οι
Σλάβοι σ' όλη την Ιλλυρική ως την Επίδαμνο. Τίποτις δε γλύτωσε από
την αχορτασιά τους. Λεν πως τους κυνηγούσε ένας στρατός από δεκαπέντε
χιλιάδες, μα ο στρατηγός τους δε φαίνεται να είταν από τους καλούς
του Ιουστινιανού, επειδή άλλο από το να τρέχη κατόπι τους δεν έκαμε.
Άλλα πάλε δεινά στα 550, κι ακόμα πιο περίεργα. Δυο κοπάδια, λέει ο
Προκόπιος, Σλάβοι, κι όχι και πολυάριθμοι, μόλις 3 χιλιάδες όλοι
όλοι, ξεκινούν από τον Ίστρο, κι ανταμώσαντας τους δικούς μας στη
Θράκη, τους νικούνε, πεζούς και καβαλλαρέους! Σκορπίζουνται έπειτα
στη χώρα, και μήτε πολιτείες αφίνουνε μήτε κατοίκους, Γέμισε κορμιά
σκοτωμένων η Ιλλυρική κ' η Θράκη, γεμίσανε σκλαβωμένα γυναικόπαιδα τα
στρατόπεδά τους. Να τα πιστέψουμε άραγες κι αυτά, ή να τα βάλουμε στο
ράφι μαζί με τ' απόκρυφα;
Πως έκαμαν κάμποσο κακό οι Σλάβοι στα 550, το βλέπουμε από το
καινούριο τους κατέβασμα στα 551. Βρέθηκε όμως αυτή τη χρονιά στη
Σαρδική πηγαινάμενος στην Ιταλία ο Γερμανός. Ακούσαντας λοιπόν οι
Σλάβοι πως ο φοβερός εκείνος στρατηγός βρισκότανε στη γειτονιά τους
τραβηχτήκανε στη Δαλματία. Άμα όμως απέθανε ο Γερμανός στο ταξίδι
εκείνο απάνω, ξαναγυρίζουνε στη Θράκη, μα χτυπήθηκαν άσκημα αυτή τη
φορά, κι όσοι δε σκοτώθηκαν, οι πιώτεροι παρθήκανε σκλάβοι.
Κι ως τόσο στα 552 έχουμε πάλε τα ίδια! Γιουρούσι στην Ιλλυρία και
σκλαβομάζωμα. Κι όσο για το στρατό που στάλθηκε να τους κυνηγήση,
είταν τόσο μικρός, που μόνο από πίσω τους έτρεχε, και μόλις έπιανε
μερικούς.
Όλ' αυτά τι άλλο σημαίνουν παρά πως ταψηφούσε ο Ιουστινιανός τα
βορεινά εκείνα κοπάδια και το πολύ έστελνε μερικούς του στρατιώτες να
τους σκορπίζουν. Τόσο αχαμνά τους είχε μελετημένους τρεις τέσσερεις
αιώνες! Δεν άργησε όμως να τα νοιώση τα ολέθρια αποτελέσματα της
πολιτικής του όταν τέλος πάντων ο Ούνος ο Ζαβεργάτης πέρασε παγωμένο
το Δούναβη στα 559 με πλήθος δικούς του, καβάλλα όλους. Κατέβηκε ως
τη Θράκη κι αυτός, κι από κείθε στέλνει μέρος του στρατού κατά την
Ελλάδα, άλλο στη Θρακική Χερσόνησο μέσα, και το τρίτο μέρος, ως εφτά
χιλιάδες, το παίρνει ο ίδιος και κατεβαίνει ίσια στην Πόλη. Και τόσο
απροφύλαχτα είταν τα περίχωρα της Πρωτεύουσας, που πέρασε και του
Αναστάσιου τα τειχίσματα. Φόβος και τρόμος τους έπιασε τους Πολίτες.
Και μήτε στρατό είχανε μήτε δύναμη άλλη εξόν από τους φρουρούς του
παλατιού, τους Σχολάριους, ανθρώπους όχι του πολέμου παρά για τα
μάτια.
Είταν τότες ο Βελισάριος τραβηγμένος από το θέατρο των πολέμων και
ζούσε ιδιώτης ως δέκα χρόνια. Όση κρίση κι αν είχε ο Ιουστινιανός στο
διάλεγμα των ανθρώπων του, δεν είχε όμως και τη γνώση ναψηφάη τις
καταλαλιές του κόσμου, και τον καταλαλούσαν το Βελισάριο κάμποσοι.
Τους πίστευε λοιπόν αυτούς, και τον είχε γκρεμισμένο τον πιστό του
στρατηγό στην ιδιωτική εκείνη ζωή, ίσως με το να είχε τώρα και το
Ναρσή. Σαν είδε όμως άξαφνα τους Ούνους και χαλνούσαν τον κόσμο
περίγυρα, από ποιόν άλλονα να ζήτηση βοήθεια παρ' από το Βελισάριο;
Αν και γέρος πια τώρα εκείνος, αν κι αποκαμωμένος και βαριεστημένος,
σα λιοντάρι όμως σηκώθηκε να πολεμήση τους Ούνους. Μαζεύει τους
παλιούς του συντρόφους, και με σώμα από τρακόσους καβαλλάρηδες
βγαίνει κι ανταμώνει τους βαρβάρους σε τόπο στενό κι άβολο για
μεγάλους στρατούς, και τόσο τους στενοχώρεσε, που το βάλανε στο πόδι
κ' οι εφτά χιλιάδες.
Γύρισε στην Πόλη ο Βελισάριος με καινούριες κι ακόμα πιο δοξασμένες
δάφνες στεφανωμένος. Εδώ όμως άρχισαν πάλι και δούλευαν οι φαρμακερές
γλώσσες, κι ο Ιουστινιανός δίχως άλλο ξαναμωραμένος πια τώρα,
φοβηθέντας και τους εχτρούς του Βελισάριου, δεν τον αφήκε να κυνηγήση
παρακείθε τους βαρβάρους, Σαν είδανε λοιπόν οι Ούνοι πως έμνησκαν
πάλι απείραχτοι, άρχισαν το ρήμαγμα κατά τα δυτικά της Πρωτεύουσας.
Γυρίσανε σε λίγο και τάλλα δυο τους σώματα από την Ελλάδα κι από τη
Θρακική Χερσόνησο, άπραγα όμως αυτά, γιατί βρήκαν πιώτερη εναντίωση
απ' ό,τι πρόσμεναν, τόνα στη Θερρεπύλα, τάλλο στη Θρακική Χερσόνησο.
Και μόλις τους ξέκαμε ο Ιουστινιανός αφού τους πλέρωσε βαριά ποσά για
να ξελυτρώση τους αρίθμητους σκλάβους του. Τράβηξε τότες ο Ζαβεργάνης
με τους Ούνους του και ξανανέβηκε στα φωλιάσματά του, με την ησυχία
του όμως και λεηλατώντας στο δρόμο.
Βρίσκουνται ως τόσο και μερικά περιστατικά που μας δείχνουν πως δεν
τους άφινε και πάντα ο Ιουστινιανός τους γειτόνους του να κάμνουν του
κεφαλιού τους. Ας αφήσουμε τους Πέρσους. Έχουμε πρώτο τους Λάζους,
που παραδεχτήκανε βασιλέα υποταγμένο στο βυζαντινό αυτοκράτορα.
Έπειτα τους Τζάνους, που έγινε η υποταγή τους αφορμή και να
χριστιανιστούν. Μα και σ' άλλες βαρβαρικές φυλές ξαπλώθηκαν τα καλά
του Βυζαντινού του πολιτισμού εκείνους τους χρόνους, και κοντά και
μακριά, καθώς να πούμε στη Μεσηβρινή Αραβία, τότες που ο βασιλέας ο
Δαμιανός λήστευε τους εμπόρους που ανέβαιναν από την Αβυσσινία και
μπλέχτηκε σε πόλεμο με το Βασιλέα της Αβυσσινίας τον Αδάδη. Έταξε
λοιπόν τότες ο Αδάδης πως α νικήση θα γίνη χριστιανός. Κ' επειδή
νίκησε, κ' έπιασε μάλιστα αιχμάλωτο το Δαμιανό, έστειλε πρεσβεία του
Ιουστινιανού ζητώντας του κλήρο κ' Επίσκοπο, κ' έτσι συστήθηκε η
Εκκλησία της Αβυσσινίας.
Η γενική όμως κατάσταση της Ανατολής δεν είταν της προκοπής και
μεγάλη τιμή του Ιουστινιανού δεν του δίνει. Όλη η χώρα από το Δούναβη
και κάτω υπόφερνε καθώς είδαμε. Όλος ο κόσμος βογκούσε από τα βαριά
δοσίματα κι από τα μονοπώλια που σκότωναν το εμπόριο. Αγκαλά όσο για
το εμπόριο, παρατηρούμε από την άλλη μεριά πως έκαμνε ό,τι μπορούσε
να το βαστάη και να το μεγαλώνη με γιοφύρια και με δρόμους. Ειπώθηκε
μάλιστα πως εμπορικοί λόγοι γέννησαν και τους Περσικούς τους
πολέμους.
Και σα να μην έσωναν τα τόσα βάσανα της πολυτάραχης εκεινής εποχής,
αναστατώθηκαν και τα στοιχεία κ' έφεραν κι αυτά μερικό χαλασμό, εξόν
αν τάχουν και κείνα μεγαλωμένα. Από τα πρώτα χρόνια του Ιουστίνου
έχουμε ένα σεισμό που ξολόθρεψε 24 κάστρα της Δαρδανίας, καθώς και
την πρωτεύουσα της, τους Σκούπους. Άλλος σεισμός στα 524 χάλασε την
Κόρινθο, το Δυρράχιο, κι άλλα μέρη, έφερε και θαλασσινή πλημμύρα στην
Έδεσσα που έπνιξε πάμπολλους. Τρίτος σεισμός, ένα χρόνο κατόπι,
ξολόθρεψε μεγάλο μέρος της Αντιόχειας. Τέταρτος ύστερις από τρία
χρόνια (529), γκρέμησε κάμποσες πολιτείες στον Πόντο και στη Λυκία.
Εφτά χρόνους κατόπι (536) θάμπωσε ο ήλιος σε τόσο βαθμό, που μόλις,
λέει, έφεγγε σα φεγγάρι, κι όχι μονάχα τα πωρικά δεν ωριμάσανε, μα
πήγε να παγώση κι ο κόσμος σάνε χειμώνιασε.
Αυτό φυσικά πρέπει νάρθουν άλλες επιστήμες να το ξηγήσουν, καθώς και
τάλλο, που στα 551, χινόπωρο καιρό, έσκανε ο τζίτζικας από τη ζέστα,
ξαναβλάστησαν κι άνθισαν τα δέντρα και γέμισαν ταμπέλια σταφύλια! Μα
ας ξανάρθουμε στους σεισμούς. Έχουμε λοιπόν άλλο φοβερό σεισμό στα
551, που σταλήθεια ρήμαξε πολλά μέρη της Αχαΐας και της Βοιωτίας, και
που στην Πάτρα μονάχα κατάπιε τέσσερεις χιλιάδες ανθρώπους η γης.
Έφερε κι αυτός ο σεισμός μεγάλη πλημμύρα στη Θεσσαλία, που ανέβηκε,
λένε, ως τα κορφοβούνια! Στα 554 άλλος πάλε σεισμός στην Πόλη που
βάσταξε σαράντα μέρες. Γκρέμησε αυτός πλήθος λουτρά, εκκλησιές,
σπίτια και τειχίσματα. Υπόφεραν κι άλλα μέρη τότες, καθώς η
Νικομήδεια κ' η Βηρυτό — το «στολίδι» της Φοινίκης, καθώς τη λέγανε.
Δεν περνούνε δυο χρόνια και την ξανασαλεύει την Πρωτεύουσα καινούριος
σεισμός. Και σ' άλλον πάλε σεισμό, του 558, έπεσε ο μεγάλος θόλος της
Αγιά Σοφιάς καθώς σε λίγο θα δούμε.
Είτανε μα την αλήθεια να γίνη άνθρωπος δεισιδαίμονας με τέτοια δεινά.
Τι παράξενο λοιπόν αν παρατήρησε ο κόσμος με πολλή ανησυχία το μεγάλο
κομήτη που φάνηκε στα 531, το χρόνο ίσια ίσια που ήρθε άλλο, κι από
τους σεισμούς πιο φοβερώτερο κακό, το μεγάλο θανατικό που
συχνοφαινότανε από τότες και μισόν αιώνα, κ' έφερε τη μεγαλήτερη
ρήμαξη που έπαθε τόπος από πανούκλα. Άρχισε το κακό στα βορεινά της
Αφρικής, και πήρε δυο δρόμους· τον έναν κατά τη Συρία, Ασία και δικά
μας μέρη, τον άλλονα κατά τη Δυτική Ευρώπη. Δίχως υγειονομικά μέτρα,
δίχως επιστημονική βοήθεια, και με την ιδέα μάλιστα που είχαν τότες
πως δεν είναι κολλητικιά η πανούκλα, παράξενο δε φαίνεται που όλος ο
γνωστός κόσμος του καιρού εκείνου δεκατίστηκε σ' ένα βαθμό που έκαμε
μερικούς να θαρρέψουν πως δεν απόμεινε ψυχή ρωμαίικη, παρά
ξολοθρεύτηκε όλο το έθνος, και κατέβηκαν ύστερα Σλάβοι κι άλλοι, κι
από θάμα πρωτοφανέρωτο στην ιστορία, βάλανε μέσα στην ψυχή τους τη
γλώσσα μας, τη θρησκεία μας, τις παράδοσες και τα όνειρά μας, και
γελούν τώρα τον κόσμο λέγοντας πως είναι Ρωμιοί! Νοστιμιές που
ξεπερνούν και του Προκόπιου τις ιστορίες.
Η πείνα που πλάκωσε ύστερ' απ' όλα εκείνα τα δεινά δεν είναι και
ναπορέση άνθρωπος. Μα κι αυτή τη μάστιγα την έφεραν απόδειξη όσοι
πιστεύουν πως ξολοθρεύτηκε όλο το Ρωμαίικο στον έχτον αιώνα. Μάλιστα
και κάτι πιο μακρήτερα πήγανε· διαβάζοντας δηλαδή του Προκόπιου το
ρητορικό ρητό, πως «μύριες μυριάδες μυριάδων» απόθαναν, — που δίχως
άλλο το είπε για ναποδείξη τι κακός άνθρωπος είταν ο Ιουστινιανός, το
πήρανε λέξη με λέξη, έκαμαν το λογαριασμό, κ' έτσι βγήκε πως ο
πληθυσμός στο Βυζαντινό Κράτος θάτανε αλάκερο μιλλιούνι φορές
μεγαλήτερος από τον πληθυσμό του σημερνού του κόσμου! Άλλοι ως τόσο
πιο γνωστικοί είπαν πως έν' απ' αυτά τα «μύρια» πρέπει να παραχώθηκε
κατά λάθος, ώστε μύριες μυριάδες μονάχα πρέπει να είναι τα θύματα·
πάει να πη, εκατό μιλλιούνια μονάχα! Κι ο πιο γνωστικός απ' όλους
τους, ο Φαλμεράγιερος, έχτισε απάνω εκεί θεωρίες που αργότερα θα τις
αγγίξουμε, αν και κατάντησε πια περιττό να μιλάη άνθρωπος σοβαρά για
το θεότρελλο εκείνο ψυχοπαίδι της επιστήμης.
Όλα εκείνα τα δυστυχήματα μπορούσανε βέβαια να γίνουν και σ' ενός
αγγέλου βασιλεία. Κ' είταν αδύνατο να ταποφύγη ο Ιουστινιανός, όσο
αδύνατο του είτανε ναποφύγη και τους θανάτους που πέσανε στο Παλάτι
τον καιρό που βασίλευε, καθώς π. χ. ο θάνατος του συβουλάτορά του
Τριβωνιανού, του Γερμανού του ανιψιού του, και πριν ακόμα, στα 548,
της περίφημης Θεοδώρας του. Τέτοια όμως μακρινή και φουρτουνιασμένη
βασιλεία πάντα σε κάμνει και θαρρείς πως κάθε της περιστατικό, και
μάλιστα λυπητερό, είτανε σα γραμμένο της.
Το θλιβερό ιστορικό που μας έρχεται στ' αλήθεια σα μαυρίλα στην
ιστορία του Ιουστινιανού είναι τα κακά στερνά του Βελισάριου. Δυο
χρόνια πριν αποθάνη ο Βελισάριος (563), εκεί που η Πρωτεύουσα
πανηγύριζε τις δόξες του Ναρσή στην Ιταλία, ο γέρος ο Στρατηγός, που
δεν είταν τέσσερα χρόνια αφότου γλύτωσε το Κράτος από τους Ούνους,
ξαναπέφτει στην Αυτοκρατορική την οργή. Είτανε στην Πόλη οι
συνωμοσίες συχνές πάντα καθώς οι μπόρες στα βουνά. Ανακαλύφτηκε λοιπό
στα 563 μια απ' αυτές τις συνωμοσίες πρι να ξεσπάση. Πηγαίνει ένας
συνωμότης δασκαλεμένος από τους εχτρούς του Βελισάριου και καταδίνει
τρεις του ανθρώπους. Με καλοπιάσματα και ταξίματα αναγκάζουν τους
τρεις αυτούς να πούνε πως ο Βελισάριος τους έβαλε να κάμουνε
συνωμοσία. Γίνεται μεγάλο συνέδριο στο παλάτι, παρόντας κι ο
πατριάρχης κι όλοι οι προύχοντες, πολιτικοί και στρατιωτικοί, και
προστάζει ο Αυτοκράτορας να διαβαστούνε μεγαλόφωνα εκείνες οι
ψευτομαρτυριές. Έμεινε ξύλο ο Βελισάριος σαν τάκουσε. Λόγο δεν έβγαλε
από τη στενοχώρια του. Είτανε φυσικό του αυτό. Παίρνοντας όμως ο
Αυτοκράτορας τη σωπασιά του για σημάδι πως έφταιγε, προστάζει να τον
κλείσουνε σπίτι του και να του πάρουν κάθε πολιτικό αξίωμα. Μετά ένα
χρόνο περίπου αποδείχτηκε πως είταν αθώος ο Βελισάριος και πείστηκε ο
Ιουστινιανός, Του ξανάδωσε ταξιώματά του, προσκύνησε το βασιλέα του ο
Βελισάριος χωρίς θυμό, χωρίς κάκητα καμιά και με τη συνηθισμένη του
αφοσίωση, κ' ύστερις απέθανε στα 565, μέσα στον ίδιο χρόνο που
βγαίνει από τη σκηνή της ιστορίας μας κι ο ίδιος ο Ιουστινιανός, που
αφότου έχασε τη μεγαλόγνωμή του αυτοκρατόρισσα δε φαίνεται νάδειξε
την πρώτη του δύναμη κι αξιωσύνη.
ΕΝΑΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ
Νόμοι του Ιουστινιανού
Ερχόμαστε στα ειρηνικά μεγαλουργήματα του Ιουστινιανού με κάποιο
ξαλάφρωμα κι ανάσα, ύστερ' από τατέλειωτα πολεμικά δράματά του, που
για λόγους ευκολοφανέρωτους δεν τα ιστορήσαμε τα πιώτερα, παρά
διαβαίνοντας βιαστικά και κοιτάζοντας τα από μακρόθε. Αθάνατα τα
ειρηνικά του έργα, κι από ειρηνικούς Βελισάριους καμωμένα. Απόδειξη
κι αυτά το τι δύνεται να κάμη ένα έθνος από φυσικό του γεννημένο να
βασιλεύεται καθώς το ρωμαίικο, σα βρεθή εκείνος που ξέρει να ξεχώνη
και να μεταχειρίζεται τους θησαυρούς που φυλάγουνται κρυμμένοι στα
σπλάχνα του.
Από τον καιρό του πρώτου περσικού πολέμου καταπιάστηκε ο Ιουστινιανός
να στήση κ' έστησε μεγάλα και λαμπρά μνημεία πολιτισμού και
δικαιοσύνης, τον «Κώδικα», την «Πανδέχτη» και τις «Εισήγησες».
Μνημεία που ως τα τώρα σώζουνται κι οδηγούν τους κλειδοκράτορες του
νόμου. Έργα που αν πρωτογραφήκανε στο λατινικό, αφού επίσημη γλώσσα
είταν ακόμα η λατινική, κι ο Ιουστινιανός μήτε τονειρεύτηκε να το
ρίξη αυτό το σύστημα, γλήγορα όμως, και με του ίδιου του Ιουστινιανού
τη βοήθεια καθώς θα δούμε, τάκαμε δικά του το έθνος. Το καθαυτό υλικό
τους δεν είτανε φυσικά μήτε του Ιουστινιανού μήτε του περίφημου του
Νομικού «Αρχιτέχτονα», του Τριβωνιανού. Είτανε μαζεμένο από τα
μυριοδίπλωτα φύλλα των παλιών πολιτισμών, και μάλιστα του Ρωμαϊκού
και του Ελληνικού. Είτανε μ' άλλους λόγους όλα τα νομολογικά
συστήματα του κόσμου θησαυρισμένα εκεί μέσα, όχι μονάχα όσα είχαν
περάσει από αμέτρητους αιώνες και ταξιδέψει σε πάμπολλες χώρες, καθώς
κάμνουν οι γλώσσες, οι μύθοι κ' οι θρησκείες, μα κι όσα ξεπρόβαλαν
από τα φιλοσοφικά συστήματα της αρχαιότητας, και μάλιστα το Στοϊκό,
που πιώτερο ίσως από κάθε άλλο έθρεψε την πολιτική μεγαλοφυία τω
Ρωμαίων, τη στερνή στερνή δηλαδή πηγή όπου τα βρήκε όλα
κατασταλαγμένα ο Τριβωνιανός και τα μάζεψε μέσα στα μεγάλα του έργα.
Δεν είναι του σκοπού μας να τα ξεδιαλύσουμε εδώ αυτά τα ζητήματα. Ας
περιοριστούμε λοιπό στην απλή δήγηση.
Διοριστήκανε δέκα νομοδασκάλοι, μ' αρχηγό τον Τριβωνιανό, το γέννημα
και το καμάρι της Παμφυλίας. Είτανε στην αρχή ο Τριβωνιανός
δικηγόρος. Από δικηγόρος όμως δε φαίνεται νάργησε νανέβη Έπαρχος της
Πρωτεύουσας, και τέλος _Κοιαίστωρας), να πούμε υπουργός της
Δικαιοσύνης. Υπουργός όμως μεγαλοδύναμος και με βασιλική εξουσία στα
χέρια του, αφού δα και Πάρεδρος, και Στόμα του Βασιλέα λεγότανε.
Τετραπέρατος άνθρωπος για το έργο που διορίστηκε να κυβερνήση, όντας
προικισμένος όχι μονάχα με φυσική αξιωσύνη, μα αρματωμένος και μ'
απέραντη μάθηση. Για κακή του όμως τύχη έκρυβε κάτω από μεγάλη
ευγένεια και γλύκα ένα φοβερό πάθος που οι μεγαλήτεροι του θαμαστάδες
δεν μπορέσανε να ταρνηθούνε, δηλαδή αχόρταγη όρεξη να δωροδοκιέται
και να ωφελή σε μερικούς για βλάβη του τόπου. Κι ο Ιουστινιανός, που
για χάρη μιανής μεγάλης αρετής συνήθιζε να παραβλέπη πολλές κακίες,
παραλίγο να το πλερώση ακριβά με τη Στάση του Νίκα, όπου καθώς είδαμε
είταν κι ο Τριβωνιανός ένας από τους καταδικασμένους του λαού.
Της πρώτης λοιπόν εκείνης συντροφιάς έργο είταν ο « Κώδικας »
τελειωμένος από τα 529, και ξαναδιορθωμένος στα 536. Μεγάλη δηλαδή
συλλογή από κάθε διάταξη των πρώτων αυτοκρατόρων, καθώς και του ίδιου
του Ιουστινιανού, όσες δεν κατάντησαν αχρησίμευτες και περιττές, σε
σειρά χρονολογική βαλμένες. Δεύτερο έργο του Τριβωνιανού, γενόμενο κι
αυτό με τη βοήθεια άλλης επιτροπής κι αρχινημένο από τα 530, είταν η
«Πανδέχτη», απέραντη κι αυτή συλλογή σε 50 βιβλία μοιρασμένη, (ο
Κώδικας είχε 12 βιβλία) που συμπεριλάβαινε κάθε δόκιμο νομικό
σύγραμμα γραμμένο από 1200 χρόνια και δώθε, συναρμοσμένη και
καταστρωμένη με τρόπο που να λείπουν όσα μέρη ή δεν είταν καθάρια ή
δε συβιβαζόντανε με τάλλα.
Από δυο χιλιάδες νομικά βιβλία είτανε μαζεμένη η Πανδέχτη. Και κατά
τα 533, απάνω στο τέλειωμα του γιγαντένιου εκείνου έργου, άρχισε το
τρίτο νομικό μνημείο, Επιτομή σε 4 βιβλία ονομασμένη «Εισήγησες»,
είδος προπαίδεια ή προμελέτη για τάλλα δυο μεγαλήτερα έργα.
Καθώς είπαμε, στο λατινικό και τα τρία. Στο πείσμα της κοινής
ανάγκης· στο πείσμα του νόμου του Αρκαδίου που άφινε τους δικαστάδες
να βγάζουν απόφαση ελληνικά· του Θεοδόσιου, που άφινε να γράφουνται
ελληνικά οι διαθήκες· της Εκκλησιαστικής νομοθεσίας, που είταν όλη
ελληνική· στο πείσμα κάθε στοιχείου ολόγυρα του, ο δαλματός ο
Ιουστινιανός, που ονειρεύουνταν τη νεκρανάσταση του Ρωμαϊσμού, που
ονόμαζε τη λατινική «της πατρίδας του γλώσσα», μήτε του πέρασε από το
νου ναλλάξη την επίσημη γλώσσα από λατινική σε ρωμαίικη, κ' έτσι
βγήκανε λατινοφόρετα και τα έργα του Τριβωνιανού, που όχι μονάχα
δικός μας είτανε (Μακεδόνες οι γονοί του), μα κ' Έλληνας, δηλαδή
ειδωλολάτρης της Μικρασίας. Πού όμως ν' αλλάξη πια δρόμο το εθνικό το
ρέμα, πού να σταματήση πια η ορμή του! Ακόμα και στου Ιουστινιανού
τον καιρό βγήκαν οι πιώτερες «Νεαρές» του ελληνικά, «να τις
καταλαβαίνη ο κόσμος», λέει ο ίδιος σ' ένα του διάταγμα. Και σύγκαιρα
μεταφράζουνταν και του Τριβωνιανού τα μεγάλα έργα. Και πώς γίνουνταν
αλλιώς, αφού και το Πανεπιστήμιο είχε ελληνική έδρα για τα νομικά,
και στα δικαστήρια τα ελληνικά κείμενα καταντούσε να μεταχειρίζουνται
οι δικηγόροι κ' οι δικαστάδες.
Παρατηρήθηκε πως κ' οι νόμοι εκείνοι και τα διατάγματα του
Ιουστινιανού είναι όλα γραμμένα με ύφος σαν κάπως _αγάδικο_, καθώς
και με κάποια τάση να τα γυρίζη, όλα στη θεία χάρη. Αυτά όμως δε θα
μας φανούνε μήτε παράξενα μήτε απαρχαιωμένα, άμα διαβάσουμε μερικές
αράδες από σημερινά βασιλικά κι αυτοκρατορικά διατάγματα.
ΔΕΚΑΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ
Θρησκευτική πολιτική του Ιουστινιανού
Πριν καταπιαστούμε τάλλα του ειρηνικά μεγαλουργήματα, ταρχιτεχτονικά,
μας φαίνεται πως πιο φυσικώτερο έρχεται να ρίξουμε βιαστική ματιά στη
θρησκευτική πολιτική του Ιουστινιανού, που την είχε κι αυτός, και
μάλιστα με το παραπάνω.