ανησυχούσε και μαλλοτρωγότανε. Σαν ακούστηκε όμως πως πλησίαζε κι ο
Ιουστινιανός με στρατό, άρχισαν αμέσως οι πλερωμένοι Βενετοί και
φώναζαν «Ιουστινιανέ Αύγουστε, του βίνκας. Κύριε σώσον Ιουστινιανόν
τον βασιλέα και Θεοδώραν την Αυγούσταν». Εκεί απάνω μπλέκουνται όλοι
σε μάχητα, Πράσινοι, Βένετοι, κι ο άλλος λαός. Ζήτησε πρώτα νάμπη ο
Βελισάριος από την πόρτα του «έλικα», της σκάλας δηλαδή του
καθισμάτου, μα τη βρήκε μανταλωμένη μέσαθε. Τραβάει τότες κατά τη
μεγάλη θύρα δυτικά στο κάθισμα, στη βενέτεια τη στοά, και χώνεται
μέσα στο ιπποδρόμιο. Ο Μούνδος πάλε με τους δικούς του μπήκε από τη
Νεκρή πύλη του ιπποδρομίου. Θρούβαλα έπεσε αμέσως όλη η στάση. Αν κι
ο Υπάτιος είχε μερικούς αρματωμένους και θωρακωμένους ολόγυρά του, αν
κι ο όχλος είταν κι αυτός οπλισμένος, είταν όμως τόσο το πλήθος, η
οχλοβοή, κ' η σύχυση, που μόλις βρέθηκε ανάμεσα τους ο ταχτικός
στρατός κι άρχισε αμέσως μεγάλη σφαγή. Ώρες βάσταξε αυτή η σφαγή. Ως
35 χιλιάδες λογαριάζουν τα θύματά της. Ο Υπάτιος, ο Πομπήιος, κι ο
Πρόβος πιάστηκαν κ' οι τρεις τους αιχμάλωτοι μαζί μ' άλλους πολλούς
αρχόντους. Ο Υπάτιος κι ο Πομπήιος θανατώθηκαν την αποταχυνή. Οι
άλλοι οπαδοί τους ή ξωρίστηκαν ή φυλακίστηκαν. Τον Πρόβο μονάχα τονέ
συχώρεσε ο Ιουστινιανός.
Έτσι τέλειωσε η τρομερή εκείνη βδομάδα του «Νίκα». Κίνημα σύφωνο με
τη Βυζαντινή την παράδοση. Ίσως αν πετύχαινε, θα στεριούμαστε τις
ανωφέλευτες δόξες του Βελισάριου και του Ναρσή· ίσως και την πολύτιμη
νομοθεσία του Ιουστινιανού. Μα και την Αγιά Σοφιά, το περίλαμπρο αυτό
απομεινάρι του παλιού μας μεγαλείου, θα τηνέ στεριούμαστε ίσως κι
αυτήνα, αν και θα τηνέ στεριούμαστε ακόμα πιο βέβαια α δε γίνουνταν η
στάση του Νίκα, αφού αυτή έγινε αφορμή να καή το παλιό το χτίριο.
Ίσως τέλος μήτε γνώση δεν έβαλε ο Ιουστινιανός ύστερ' από τη φοβερή
εκείνη διαμαρτύρηση του βασανισμένου λαού του, αφού και τον Καππαδόκη
τον ξανάφερε στα πράματα, και τον Τριβωνιανό, τέλος και την πολιτική
του δεν την άλλαξε. Όσο άγονη όμως κι αν αποδείχτηκε η στάση του
Νίκα, όσο άγρια ξέσπασε, και βάρβαρα κόρωσε κι άξαφνα σβέστηκε σ' έξη
μέρες μέσα, καθώς κάθε αχαλίνωτος λαϊκός σηκωμός, έμεινε πάντα και θα
μείνη μνημείο της ζωής και της ανεξαρτησίας του Βυζαντινού του λαού,
λαού που όσο και ναγαπούσε να κυβερνιέται από ένανε δυνατόγνωμο
αυτοκράτορα, όσο και να μην πήγαινε ο νους του σε δημοκρατικά
συστήματα, όταν όμως του αψηφούσαν τα δικαιώματά του αγρίευε και σα
θεριό σηκωνότανε να τους μάθη τους βασιλιάδες του πως αυτός είταν ο
αληθινός ο αφέντης, αφού αυτός τους διάλεγε και τις πιώτερες φορές
από τα σπλάχνα του μέσα, και τους έδινε την κορώνα. Όσοι το θαρρούν
πως θα είταν κρίμα και μεγάλος στερεμός δόξας και μεγαλείου, ανίσως
νικούσε ο λαός στη Στάση του Νίκα, ας μη λησμονούν πως με το να
νικήθηκε ο λαός από τον Ιουστινιανό τότες, χαλαρώθηκε σημαντικά η
δύναμή του, επειδή αν και ξαναφάνηκαν τέτοιοι σηκωμοί και στα 546,
και στα 556, και στα 561, και στα 563, όλοι εναντίο του Ιουστινιανού,
ποτές όμως δεν ξαναπρόβαλε μεγάλο και φοβερό κίνημα σαν τη στάση του
Νίκα, παρ' από χρόνο σε χρόνο μαραίνουνταν η δύναμη του λαού, και
ριζώνουνταν η βάση της απόλυτης, της αχαλίνωτης, της απεριόριστης
μοναρχίας.
Ζημία αυτή για το Έθνος πολύ μεγαλήτερη από τη ζημία που θα
υποφέρναμε α δε μας κυρίευε την Ιταλία ο δοξομανής ο Ιουστινιανός.
Κάποια καλλιτέρεψη πως έφερε στα οικονομικά η στάση του Νίκα είναι ως
τόσο ομολογούμενο. Όσο έμνησκε πραιτωριανός έπαρχος ο Φωκάς, δεν
υπόφερνε καθώς πρώτα ο κόσμος. Κατά δυστυχία του λαού όμως γλήγορα
ξαναχρειάστηκε τον Καππαδόκη ο Ιουστινιανός για τα μεγάλα του έργα,
και τον ξανάφερε στο παλιό του αξίωμα.
ΕΒΔΟΜΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ
Εξωτερικά έργα του Ιουστινιανού
§ 1
Πρώτος περσικός πόλεμος
Μ' όση μεγαλοπρέπεια κι αν πανηγύρισε το θρόνιασμά του ο
Ιουστινιανός, μεγαλήτερος είταν ο πανηγυρισμός κ' η δόξα που τούφεραν
οι περσικές οι νίκες του Βελισάριου στα πρώτα χρόνια της βασιλείας
του, που αναγκάστηκε ο μεγάλος Χοσρόης, ο βασιλέας της Περσίας, να
κάμη ειρήνη μαζί του.
Ανάγκη όμως πρώτα να ειπωθούνε δυο λόγια για τον περίφημο το
Βελισάριο. Είτανε γεννημένος στη Θράκη από γονιούς ταπεινούς. Έκαμε
στην αρχή δορυφόρος στο Παλάτι. Ο Ιουστινιανός, που είχε από φυσικό
του το χάρισμα να καλοδιαλέγη ανθρώπους, τον κατάλαβε τότες το
Βελισάριο κ' είδε πως, αν και σε κάποια εκστρατεία που τον είχε
στείλει ο Ιουστίνος δεν πέτυχε, κοινός όμως άνθρωπος δεν είταν, και
τονέ διόρισε στρατηγό του για τον περσικό πόλεμο.
Κ' έτσι ξεκίνησε ο Βελισάριος στη Μεσοποταμία με γραμματικό του το
γνωστό μας Προκόπιο.
Τα είχαν οι Πέρσοι χαλασμένα με τους δικούς μας από τον καιρό που ο
Ιουστίνος αρνήθηκε να πάρη ψυχοπαίδι του το Χοσρόη, το γιο του
Ισδιγέρδη. Άμα λοιπόν ανέβηκε στο θρόνο ο Ιουστινιανός, πρώτη του
δουλειά είτανε να οχυρώση τη Νίσιβη. Από τη μια ο Βελισάριος έχτιζε
τα οχυρώματα, κι από την άλλη τριάντα χιλιάδες διαλεχτοί Πέρσοι
μπαίνανε στη Μεσοποταμία (528). Έπεσαν καταπάνω τους ταυτοκρατορικά
στρατέματα, μα τα βρήκε φοβερός χαλασμός. Πάμπολλοι επίσημοι, και
δικοί μας κι από τους συμμάχους, Σαρακηνούς κ' Ισαύρους, άλλοι
σκοτώθηκαν, άλλοι σκλαβώθηκαν. Έμεινε κ' η Νίσιβη στου εχτρού τα
χέρια.
Έπαθαν ως τόσο κ' οι Πέρσοι, και τραβηχτήκανε τότες στη χώρα τους για
να συνεφέρουν. Αποφασισμένος πάντα ο Ιουστινιανός, στέλνει τότες στην
Ασία νέους αξιωματικούς και νέο στρατό, Ιλλυριούς, Θρακιώτες,
Ισαύρους, Σκύθες. Πιάσανε μερικά καλά φρούρια (Αμίδα, Βερροία κλ.),
μα εξόν από γιουρούσια κι από κουρσέματα δεν έγινε τίποτις ως τα 530,
ως τότε δηλαδή που διορίστηκε ο Βελισάριος πρωτοστράτηγος (έξαρχος)
αντίς τον Υπάτιο. Άλλαξε τότες αμέσως η τύχη. Εικοσιπέντε χρονών
παλικάρι ο Βελισάριος, και με βοηθό του τον Ερμογένη, πήρε 25
χιλιάδες στρατό (Ούνοι κ' Έρουλοι οι πιώτεροι) αγύμναστο όμως και σα
μουδιασμένο από τα περασμένα παθήματα, κέπιασε τη γνωστή μας
Αναστασιούπολη (Δάρα). Ο Περόζης πάλι, ο Πέρσος ο στρατηγός, τράβηξε
με 40 χιλιάδες από τη Νίσιβη ως είκοσι στάδια μακριά από τη Δάρα, κι
από κει έστελνε μηνύματα του Βελισάριου να του τοιμάση λουτρό για την
αποταχινή.
Άλλα ως τόσο του τοίμαζε ο Βελισάριος. Μη στέργοντας να κάθεται
πολιορκημένος, αποφάσισε να βγη ίσια στον πόλεμο, και παράταξε το
στρατό του έξω από τα τειχίσματα της Δάρας. Δεν άργησε να φανή ο
εχτρός την αποταχινή. Δεν έγινε τίποτις εκείνη τη μέρα. Παρατάχτηκε
κι ο Πέρσος, έπειτα το βράδυ τραβήχτηκε στο στρατόπεδό του.
Με τα ξημερώματα όμως ξαναφάνηκε πάλι, και βρήκε τους δικούς μας στην
ίδια θέση, δηλ. έξω από τη Δάρα, κατά της Νίσηβης τη μεριά και πίσω
από βαθιά χαντάκια, όχι όμως ολόισα, παρά σα διάγραμμα χαμηλού
καπέλλου αναποδογυρισμένου· ο πάτος του καπέλλου κατά τα τειχίσματα
της Δάρας, η ανοιχτή του μεριά κατά τον εχτρό. Τη γραμμή του πάτου
την κρατούσε ο Βελισάριος κι ο Ερμογένης με διαλεχτά σώματα.
Ταριστερό του φτερούγι το είχε πιασμένο καβαλλαρία με το στρατηγό
Βούζη, και μερικοί Έρουλοι με τον αρχηγό τους το Φάρα. Πιο παρέξω από
την ίδια πλευρά, Ούνοι, καβαλλαρία κι αυτοί. Από το δεξί πάλε
φτερούγι ο Ιωάννης του Νικήτα σε θέση ανάλογη με το Βούζη, κατόπι
άλλοι Ούνοι καβάλλα, σε τόπο κι αυτοί ανάλογο με τους Ούνους της
αριστερής της άκρης. Όσο για τους Πέρσους, ίσια γραμμή αυτοί αντίκρυ
στους δικούς μας, με τους περίφημους «Αθάνατους» αποπίσω τους
εφεδρεία.
Άρχισε η μάχη κατά το μεσημέρι· χαλάζι οι σαΐτες. Έπεσαν κάμποσοι κι
από τα δυο μέρη. Φυσώντας όμως ο άνεμος από της Δάρας το μέρος, το
πιώτερο φονικό τόκαμαν οι ρωμαίικες σαϊτιές. Σα σώθηκαν τα βέλη
άρχισαν τα κοντάρια, χέρι με χέρι. Ταριστερό φτερούγι του Βελισάριου
ως τόσο άρχισε να στενοχωριέται. Μια στιγμή μάλιστα έσπασαν και
σκορπιστήκανε. Βλέποντας αυτό το πάθημα οι Ούνοι τρέχουν καβάλλα
καταπάνω στους Πέρσους. Προφταίνει όμως ο Φάρος με τους Ερουλούς του,
πέφτει στα πισινά τους, και τους κομματιάζει καθώς έφευγαν
τρομασμένοι. Έγινε τώρα η προσβολή γενική. Γέμισε ο τόπος Πέρσους
νεκρούς. Στο μεταξύ στέλνει ο Πέρσος κρυφά τους «Αθάνατους» κατά τα
δεξιά του Βελισάριου.
Άμα τους είδε ο Βελισάριος, μηνάει στους Ούνους της αριστερής πλευράς
να τρέξουν και να βοηθήσουν τους δεξιούς Ούνους. Έστειλε και
κάμποσους δικούς του εκεί. Χύμιξε λοιπόν ταριστερό φτερούγι του
Πέρσου μαζί με τους «Αθάνατους» καταπάνω στα δεξά μας με μεγάλη ορμή.
Σάστισαν οι δικοί μας στην αρχή κ' έφυγαν. Καθώς έφευγαν όμως, και
τους έπαιρναν το κατόπι οι Πέρσοι, οι Ούνοι κ' οι άλλοι, που φύλαγαν
παραταγμένοι στην κάθετη γραμμή, να πούμε, του καπέλλου, χτυπούν από
το πλάγι τους Πέρσους και τους χωρίζουνε σε δυο, το μικρότερο μέρος
ζερβά, μαζί με τους «Αθάνατους» και με το σημαιοφόρο τους (έπεσε
αυτός κατόπι κ' έχασε την ιερή του σημαία), και το μεγαλήτερο μέρος
δεξά από τη μεριά της Δάρας.
Γύρισαν αμέσως αυτοί να χτυπήσουν τους Ούνους. Οι άλλοι όμως οι δικοί
μας, που ως τα τώρα έφευγαν, γύρισαν τώρα κι αυτοί καταπάνω στους
Πέρσους. Οι άλλοι Πέρσοι πάλε, που έμειναν απέξω μαζί με τους
«Αθάνατους», άμα είδαν την ιερή τους σημαία πεσμένη, τρέξανε να
χτυπήσουν όσους είχαν κοντά τους.
Έγινε σκοτωμός πολύς. Έπεσε κι ο Πέρσος ο στρατηγός εκείνης της
μεριάς, ο Βαρεσμάνης. Άμα είδαν το στρατηγό τους πεσμένο, τους πιάνει
τους Πέρσους φοβερός πανικός. Τέλος δεν είχε η σφαγή Έπεσαν ως πέντε
χιλιάδες σε κείνο το μέρος μονάχα.
Είταν τώρα όλος ο στρατός στο ποδάρι, κ' έτρεχαν, οι Πέρσοι ομπρός,
οι άλλοι πίσωθέ τους. Αφίνανε σημαίες, έρριχταν ασπίδες και δρόμο οι
Πέρσοι. Δεν τους ακολούθησε όμως ο Βελισάριος και πολύ, παρά γύρισε
στη Δάρα.
Στον ίδιον καιρό άλλη μικρότερη μάχη, με λαμπρά όμως κι αυτή
αποτελέσματα, έγινε στην Περσαρμενία.
Ύστερ' απ' αυτές τις δυο χαστουκιές άρχισε η συντυχιά. Δεν πήγε όμως
ομπρός, εξ αιτίας 50 χιλιάδες Σαμαρίτες που είτανε παναστατημένοι από
τα 529, και τώρα σήκωσαν πάλε κεφάλι και τάζανε να δώσουνε στους
Πέρσους όλη την Παλαιστίνη.
Ξαναρχίζει λοιπό στα 531 ο πόλεμος. Είναι αλήθεια πως οι Σαμαρίτες
δεν προλάβανε να κάμουν το τάξιμο τους, οι Πέρσοι όμως, 15 χιλιάδες
καβάλλα, πέρασαν τον Ευφράτη να μπούνε στη Συρία. Και παίρνοντας
δίπλα τον ποταμό, κονέψανε σιμά στον Καλλίνικο και κούρσευαν. Τότες
φτάνει κι ο Βελισάριος μ' οχτώ χιλιάδες, στη Χαλκίδα, μα δε χτυπάει
ακόμα. Ένας του όμως Ούνος αξιωματικός χτυπήσαντας μερικούς Πέρσους,
έμαθε από αιχμαλώτους πως ο περσικός στρατός σκόπευε να τραβήξη ίσια
στην Αντιόχεια. Ξεκινάει λοιπόν ο Βελισάριος κι ανταμώνει τους
Πέρσους λάφυρα φορτωμένους κοντά στον Καλλίνικο. Η μάχη ως τόσο αυτή
δε φαίνεται να είταν αποφασιστικιά καθώς η άλλη της Δάρας, επειδή οι
Σαρακηνοί που είχε μαζί του, και που κρατούσαν τα δεξιά του, κώλωσαν
και τσακίστηκαν. Οι πεζοί του όμως από ταριστερά δείξανε στήθος.
Τέλος ξεκαβαλλίκεψε κι ο ίδιος ο Βελισάριος, και με τέτοιο πείσμα και
τέχνη κυβέρνησε τη μάχη, που τους έκαμε τους Πέρσους και
τραβηχτήκανε.
Βασίλευε τότες ακόμα στην Περσία ο Κοβάδης. Γνωρίζοντας λοιπόν ο
Ιουστινιανός πως ειρήνη δεν είχε όσο ζούσε ο Κοβάδης, αποφάσισε να
ξακολουθήση τον πόλεμο, και μαθόντας πως η στερνή μάχη δεν πήγε τόσο
λαμπρά καθώς η άλλη, της Δάρας, φώναξε πίσω το Βελισάριο κ' έστειλε
καινούριο στρατηγό, το Μούνδο.
Έκαμε κάτι κι αυτός στη Μαρτυρόπολη. Άξαφνα όμως πεθαίνει ο γέρος ο
Κοβάδης, ανεβαίνει ο Χοσρόης (τέλη του 531), κ' υπογράφει την
«ατέλειωτη» την ειρήνη, καθώς την είπαν (532). Οι κυριώτερες συφωνίες
είτανε να πλερώνη η Κωσταντινόπολη 11 χιλιάδες το χρόνο για τη
διαφέντεψη του Καυκάσου, και νάχουν οι δικοί μας το κάστρο τους όχι
πια στη Δάρα, παρά στην Κωσταντίνα.
Πήγε λιγάκι σε μάκρος η δήγηση αυτού του πολέμου, για να δείξουμε μια
και καλή τι λογής στρατηγικό κεφάλι το είχε ο Βελισάριος. Τους άλλους
πολέμους θα τους πάρουμε πιο λιγόλογα.
§2
Βανταλική εκστρατεία
Τα πολεμικά έργα του Ιουστινιανού στην Ανατολή είταν έργα της
ανάγκης. Είτανε μέτρα παρμένα για να προφυλαχτή από κείνη την πλευρά
ο Ιουστινιανός και να μπορή να πάη ομπρός με τα δυτικά του όνειρα.
Αναποδογύρισμα λυπητερό της βυζαντινής πολιτικής, που απόμειναν τα
σημάδια του, και κάμποσο χάλασαν την κατοπινή μας πορεία. Ένα πράμα
μονάχα, που και λαμπρά λογαριάστηκε η μεγάλη εκείνη ιδέα της
κοσμοκρατίας, κι ακόμα πιο λαμπρά εχτελέστηκε ως εκεί που πήγε.
Έχουμε λοιπόν αυτή την παρηγοριά ιστορώντας τα.
Από τα 523 κυβερνούσε τους Βαντάλους της Αφρικής ο Χιλδερίχος,
εγγονός του καταχτητή της του Γιζερίχου. Αρειανός αυτός όντας,
καλομεταχειρίζουνταν τους ορθόδοξους υπηκόους του, κ' είταν
αγαπημένος στην Πόλη, μάλιστ' από τον αυτοκράτορα. Ένας του όμως
συγγενής, ο Γελίμερος, αφορμή από τη χριστιανική αυτή φιλία,
σηκώνεται, αρπάζει την εξουσία, και ρίχτει το Χιλδερίχο στη φυλακή
(531).
Γράφει αμέσως του Γελίμερου ο Ιουστινιανός και διαμαρτυριέται, ο
Γελίμερος όμως τον έβρισε αντίς να τραβηχτή. Στο μεταξύ είταν
τελειωμένος ο περσικός πόλεμος, γυρισμένος κι ο Βελισάριος. Γίνεται
συβούλιο, κι ο αυτοκράτορας γύρευε φυσικά εκστρατεία, για να
βοηθήσουν τάχα τη χριστιανωσύνη στην Αφρική. Κάμποσοι σηκώθηκαν τότες
κ' εναντιώθηκαν, και μάλιστα όσοι θυμούνταν την καταστροφή του
Βασιλίσκου. Στραγγισμένο και το ταμείο από τον περσικό πόλεμο.
Ανάφεραν τέλος οι ενάντιοι και το φόβο μην τύχη και ξανασηκωθούν οι
γειτόνοι μια και λείψη ο στρατός. Αξιοσημείωτο είναι που κι ο
ασυνείδητος εκείνος ο Καππαδόκης, θεόξυπνος όμως πολιτικός, πήγαινε
με την ενάντια τη γνώμη· και φάνηκε στην αρχή σα νάλλαξε ο
αυτοκράτορας ότα σηκώθηκε και μίλησε ο Καππαδόκης.
Ο κλήρος όμως της Αφρικής, που άλλο δεν έβλεπε παρά τη δική του
ασφάλεια, έπειτα κ' η βαθιόρριζη εκείνη λαχτάρα του Ιουστινιανού να
κυριέψη τη Δύση, τον άναψαν πάλε και ξαναπήρε την πρώτη απόφαση.
Αρχίζουν οι τοιμασίες, και για να μην αφήση τίποτις μισό, μόλις στα
533 ξεκίνησε ο στόλος.
Είταν ο στόλος 500 φορτηγά και καμιά κατοστή πολεμικά — δρόμωνες τα
λέγανε — με μια σειρά κουπιά και στεγασμένα. Είκοσι χιλιάδες ναύτες
στα φορτηγά, και δυο χιλιάδες κωπηλάτες στα πολεμικά, πολίτες όλοι. Ο
στρατός πάλε που πήγαινε μαζί τους, 10 χιλιάδες πεζοί, 5 χιλιάδες
καβάλλα, ένας κ' ένας όλοι. Κι αρχηγός όλης της εκστρατείας ο
Βελισάριος.
Πήρε μαζί του και τη γυναίκα του την Αντωνίνα ο Βελισάριος. Ιστορικιά
γυναίκα κι αυτή καθώς η Θεοδώρα, από πατέρα και πάππου του
ιπποδρόμιου, από μητέρα του δρόμου, κι ατή της της ίδιας τέχνης στα
νιάτα της. Είχε κάμποσα παιδιά σαν παντρεύτηκε το Βελισάριο. Ανόμοια
όμως αυτή με τη Θεοδώρα σ' ένα πράμα, που δε στάθηκε κατόπι πιστή με
τον άντρα της, μόνο ειπώθηκαν πολλά για τις αγάπες της μ' έναν κάποιο
Θεοδόσιο από τη Θράκη. Πεντάξυπνη ως τόσο και φιλόδοξη, και τόσο
αφοσιωμένη στα πολεμικά κινήματα του αντρού της, που σε πολλούς
πολέμους τον ακολούθησε και τονέ βοηθούσε και μ' έργα και με την
αντρίκια της γνώμη. Μα και στην Πρωτεύουσα σαν έμνησκε η Αντωνίνα, κ'
έλειπε στους πολέμους ο άντρας της, τονέ βοηθούσε πολεμώντας τις
ραδιουργίες των εχτρών του, έχοντας πάντα και τη φιλία της Θεοδώρας.
Του στόλου πάλι ναύαρχος είταν ο Καλώνυμος, κ' ύπαρχος του
στρατοπέδου, δηλ. γενικός φροντιστής του στρατού, ο Πατρίκιος ο
Αρχέλαος. Σαν τοιμάστηκαν όλα πήγε ο Πατριάρχης ο Επιφάνιος κ' έκαμε
αγιασμό απάνω στο στόλο. Έκαμαν έπειτα πανιά και τράβηξαν κατά τ'
Αρχιπέλαγο. Εδώ όμως ο αδιόρθωτος ο Καππαδόκης παραλίγο να το
καταστρέψη στην αρχή του όλο το κίνημα. Για να ωφεληθή από την
προμήθεια του ψωμιού δεν ταφήκε να ψηθή όσο έπρεπε. Μούχλιασε λοιπόν
το ψωμί και χάλασε στο ταξίδι απάνω. Αναγκάστηκε ο Βελισάριος ναράξη
στη Μεθώνη και να ξανακάμη προμήθεια. Από κει άγγιξε στη Ζάκυνθο και
πήρε νερό, και τέλος φτάνει στη Σικελία.
Τη Σικελία την είχαν τότες οι Γότθοι, και τους αποδεχτήκανε φιλικά
τους δικούς μας. Τους πληροφορήσανε μάλιστα και πως δεν τους
πρόσμεναν οι Βαντάλοι. Δεν το βρήκε ως τόσο εύλογο ο Βελισάριος να
κατέβη ίσια στην Καρχηδόνα, μόνο τράβηξε κατά τη Μάλτα, κι από κει
κατέβηκε σε μέρος της Αφρικής ονομαζούμενο Καπουτβάδα, πέντε μέρες
δρόμο από την Καρχηδόνα.
Άμα πάτησε Αφρικανικό χώμα ο Βελισάριος φρόντισε να πη του στρατού
του πως δεν ήρθανε να ρημάξουν τον τόπο, παρά να τονέ λευτερώσουν από
τους βαρβάρους, και τους παράγγειλε να πλερώνουν ό,τι παίρνουνε. Με
τον καλόν αυτόν τρόπο, απ' όσες πολιτείες περνούσανε δεν έβρισκαν
εναντίωση, μόνε άνοιγαν τις πύλες τους και τους δέχουνταν.
Προχωρούσε ο στρατός με μπροστοφυλακή από «ψιλούς» στρατιώτες κατά
ταριστερά, να προφυλάγη το στρατό από τη μεριά της στεριάς. Από τα
δεξιά πάλε αρμένιζε γιαλό γιαλό ο στόλος. Έφτασαν έτσι ως τη Γράσση,
τη βασιλική εξοχή των Βαντάλων, και την κυριέψανε. Λίγο παρέκει, σ'
ένα ξώχωρο της Καρχηδόνας, το Δέκιμο, ανταμώνουνε μεγάλο στρατό
σταλμένο καταπάνω τους από το Γελιμέρο μ' αρχηγό τον αδερφό του τον
Αμάττα. Το σκέδιο τους είταν, ο ανιψιός του Γελιμέρου ο Γιβαμούνδος,
με δυο χιλιάδες καβάλλα να χτυπήση το Βελισάριο από τα ζερβά· ο ίδιος
πάλι ο Γελιμέρος, ξεφυτρώνοντας άξαφνα από τα πισινά του να τονέ
χτυπήση αποκείθε και να τονέ σπάση. Με το να χτύπησε όμως πριν την
ώρα του ο Αμάττας, γύρισε ταποτέλεσμα όλως διόλου ανάποδα, κι όχι πια
τσακίστηκε, παρά ξολοθρεύτηκε ο Βανταλικός στρατός.
Σα φάνηκε από τα πίσω κι ο Γελίμερος και βρήκε το στρατό του χαμένο
και τον αδερφό του πεσμένο, άλλο δεν τούμνησκε παρά να φύγη στην
έρημο. Πρόσταξε όμως φεύγοντας και σκότωσαν το Χιλδερίχο, μέτρο
δηλαδή που άλλο δεν έκαμε παρά να δώση αφορμή στους Βυζαντινούς να
μείνουνε στον τόπο.
Τότες ήρθε στην Καρχηδόνα ο Βελισάριος και βρήκε την πόλη
φωτολουσμένη και τους κατοίκους που πανηγύριζαν την εορτή του Άγιου
τους Κυπριανού και το ξολοθρεμό τω Βαντάλων. Έβγαλε λοιπόν και τους
ναύτες από το στόλο να πανηγυρίσουν κι αυτοί, και πήγε και κόνεψε στο
βασιλικό παλάτι. Στην απελπισία του απάνω ο Γελιμέρος έστειλε και
φώναξε έναν άλλο του στρατό που έλειπε τότε στη Σαρδινία, κ' ήρθανε
μαζί με κάμποσους άλλους βαρβάρους — με σκοπό αυτοί να μαζέψουνε
λάφυρα. Τους αντάμωσε κι αυτούς ο Βελισάριος στο Τρικάμαρο και τους
τσάκισε. Αφήκε πάλι ο Γελιμέρος στα χέρια του Βελισάριου όλο του το
στρατόπεδο κ' έφυγε. Πήγε στα βουνά της Νουμίδιας και κρύφτηκε σε μια
σπηλιά.
Όσοι από τους Βαντάλους γλυτώσανε, φαγωθήκανε με τους συμμάχους τους
τους Μαυρούσιους. Πήραν οι δικοί μας τις πολιτείες της Αφρικής μια
κατόπι της άλλης· Ιππώνα(Βόνα), Καισάρεια (Αλγέρι) ως τη «Σεπτώ»
(Σέφτα), κοντά στις Ηρακλένιες Κολώνες. Ως κ' η Σαρδινία κ' η Κόρσικα
και μερικά άλλα νησιά υποταχτήκανε. Παραδόθηκε τέλος κι ο Γελιμέρος,
και σε τρεις μήνες μέσα κατρακύλισε και πήγε όλη η Βανταλική
Αυτοκρατορία.
Ζήτησαν αμέσως οι εχτροί του Βελισάριου να τον αβανιάσουν πως
ενεργούσε τάχα ναρπάξη την εξουσία της Αφρικής. Ο Ιουστινιανός όμως
έδειξε γνώση όταν του μήνησε πως τον αφίνει λεύτερο να μείνη
κυβερνήτης της Αφρικής ή να γυρίση στην Κωσταντινούπολη. Προτίμησε ο
Βελισάριος να γυρίση, κ' έγινε το γύρισμά του πανηγυρικό, κατά τα
ρωμαϊκά τα συστήματα. Στήσανε δηλαδή μεγαλόπρεπες καμάρες και πέρασε
αποκάτω μπαίνοντας στην Πρωτεύουσα η δοξασμένη συνοδιά του Βελισάριου
μ' αρίθμητα πολύτιμα λάφυρα και καλλιτεχνήματα που τα είχε ο
Γιζερίχος αρπαγμένα από την Ιταλία· μαζί μ' αυτά και τα μαλαματένια
βάζα κι άλλα φυλαχτήρια των Εβραίων που από του Τίτου τους καιρούς
είτανε μεταφερμένα στη Ρώμη από τα Ιεροσόλυμα. Τάστειλε αυτά ο
Ιουστινιανός στους χριστιανούς των Άγιων Τόπων.
Κατόπι από τα λάφυρα εκείνα πέρασαν ατέλειωτες σειρές σκλαβωμένοι
Βαντάλοι, όμορφοι κι αψηλόκορμοι άντρες, τέλος κι ο ίδιος ο Γελιμέρος
φορεμένος πορφύρα. Ο Βελισάριος πέρασε περπατώντας μαζί με τους
πολεμιστάδες του. Πρέπει να είτανε λαμπρό μα την αλήθεια το θέαμα σαν
ανέβηκε ο Ιουστινιανός κ' η Θεοδώρα απάνω στο Κάθισμα του Ιπποδρομίου
και πήγαν αποκάτω κι ο Βελισάριος κι ο Γελιμέρος κ' έπεσαν πίστομα
και τους προσκύνησαν. Τον έστειλε ο Αυτοκράτορας το Γελιμέρο στην
Ασία και τούδωσε πλούσια χτήματα να ζήση εκεί. Την κυβέρνηση της
Αφρικής την έδωσε του Σολόμωνα. Είταν αξιωματικός από τη Δάρα αυτός,
γνωρισμένος από το νάκαμε «Δομέστικος» του Βελισάριου στην Αφρικανική
εκστρατεία (γενικός αρχηγός του επιτελείου). Έβαλε κάμποση τάξη στην
Αφρική ο Σολομώνας.
§3
Ιταλοϊσπανικές εκστρατείες
Από την Αφρική στην Ιταλία και στη Ρώμη δεν είτανε τώρα δύσκολος ο
δρόμος. Αποθαμμένος όντας ο Θοδορίχος από τα 526, κι ανήλικος ακόμα ο
εγγονός του ο Αταλαρίχος, την εξουσία την επιτρόπευε η μητέρα του
μικρού η Αμαλασούνθα, περίφημη για την ομορφιά της, για τη σοφία της,
και για τα ρωμαϊκά της συστήματα. Από τότες που πέρασε ο Βελισάριος
με το στόλο του στη Σικελία έδειξε η Αμαλασούνθα τη φιλία της προς τ'
Ανατολικό Κράτος και βοήθησε μάλιστα τον Ιουστινιανό στην εκστρατεία
εκείνη με το να είχε, εξόν από το μίσος της προς τους Βαντάλους, και
την επιθυμία να λατινίση τους Γότθους της και να τους θεμελιώση στην
Ιταλία. Όλα όμως αυτά ταπόδειξε όνειρα ο Αταλαρίχος, που είτανε
σωστός, δηλαδή βάρβαρος Γότθος αυτός. Μα και σαν απέθανε από την
πολλή την ακολασία, σηκώθηκε όλη η Γοτθική φυλή εναντίον της
Αμαλασούνθας, που γύρευε τάχα να τους κάμη Ρωμαίους, και στα 534 τη
δολοφόνησαν. Αυτή λοιπόν η δολοφονία στάθηκε η πρώτη αφορμή που
ανακατεύτηκε ο Ιουστινιανός στα Ιταλικά.
Ήρθε τότες ο Βελισάριος στα 535 στη Σικελία μ' εφτάμιση χιλιάδες
στρατό, και δίχως πολλή δυσκολία την κυριεύει, έχοντας και βοήθεια
τους ελληνοαίματους τους ντόπιους, Ύστερις από ένα χρόνο ξεκίνησε και
για την Ιταλία. Όντας ελληνική η κάτω Ιταλία, δεν άργησε να παραδοθή
στο Βελισάριο, και πρώτο πρώτο το Ρήγιο. Μα κι ο Γότθος γαμπρός του
βασιλέα Θεοδάτου, που κατέβηκε με στρατό να τονέ χτυπήση, παραδόθηκε
και κείνος. Και τόσο λαφιασμένοι είταν οι Γότθοι, που κι ο ίδιος ο
βασιλέας τους άρχιζε και κρυφομηνούσε του Ιουστινιανού πως είναι
έτοιμος να παραδοθή, σώνει να παίρνη χρονιάτικο. Μαθόντας όμως άξαφνα
πως ξαναπήραν απάνω τους οι Γότθοι στην Ιλλυρία πολεμώντας το Μούνδο
(σκοτώθηκε τότες ο Μούνδος), σήκωσε πάλε κεφάλι.
Χτύπησε τότες ο Βελισάριος τη Νεάπολη, Γότθους γεμάτη, και σε είκοσι
μέρες μέσα έπεσε κ' η Νεάπολη. Βλέποντας οι Γότθοι πως ο βασιλέας
τους δεν κατέβηκε να τους βοηθήση στη Νεάπολη, διορίζουνε βασιλέα
τους το Βιτίγη, κι ο Βιτίγης αυτός σκοτώνει το Θεοδάτο. Φεύγει ως
τόσο κατόπι κι ο Βιτίγης από τη Ρώμη, τρυπώνεται στη Ραβέννα, και
μπαίνει τότες ο Βελισάριος στην πρωτεύουσα, την κυριεύει και στέλνει
τα κλειδιά της του Ιουστινιανού.
Ξύπνησε όμως πάλε ο Βιτίγης, και με μεγάλο στρατό πηγαίνει να
πολιορκήση τη Ρώμη. Ένα χρόνο βάσταξε η πολιορκία, μα τέλος
αναγκάστηκαν κ' έφυγαν οι Γότθοι ύστερ' από μεγάλες θυσίες. Κατόπι
από τέσσερα χρόνια (540) έπεσε κ' η Ραβέννα. Ζήτησαν τώρα οι πονηροί
οι Γότθοι να κάμουν το Βελισάριο βασιλέα τους. Ο Βελισάριος όμως
προτίμησε να φέρη το Βιτίγη στην Πόλη αιχμάλωτο μαζί με τη συνοδιά
του και με πάμπολλα λάφυρα.
Ύστερις από μερικά χρόνια, όταν έλειπε ο Βελισάριος στην Περσία,
ξανάρχισαν τα δικά τους οι Γότθοι στη Δύση, και με το βασιλέα τους
τον Τωτίλα ρήμαξαν όλη την Ιταλία. Ξαναστέλνεται λοιπόν ο Βελισάριος
στην Ιταλία στα 545. Η δεύτερη αυτή εκστρατεία του δε φαίνεται να
βγήκε και πολύ λαμπρή. Μη έχοντας μήτε αρκετό μήτε καλά εφοδιασμένο
στρατό εξαιτίας του δεύτερου περσικού πολέμου, έχασε τότες τη Ρώμη.
Είναι αλήθεια πως πάλε την ξαναπήρε από τους Γότθους, μα στα 548
θέλοντας μη θέλοντας έφυγε από την Ιταλία. Είταν κ' οι Ιταλοί
βαρεμένοι από τους δικούς μας, και μήτε τους πολύθελαν εκεί τους
_Γραικούς_ (έτσι τους έλεγαν αντίς _Ρωμαίους_, καθώς πάλε κ' οι δικοί
μας έλεγαν τους δυτικούς Ιταλούς). Και δεν τους ήθελαν, όχι μονάχα
από φυλετικούς λόγους, παρά επειδή τους βύζαιναν κιόλας οι δικοί μας,
κι όχι καθώς ο Τωτίλας, που τους καλόπιανε πάντα και μ' αυτόν τον
τρόπο κατόρθωσε και ξανακυρίεψε Ρώμη, Σικελία, Σαρδινία, Κόρσικα. Μα
και στην Κέρκυρα κατέβηκε με τα πλοία του, κι ως τα ελληνικά τα
παράλια.
Είταν τότες, καθώς θα δούμε, ο Ιουστινιανός χωμένος στα βάσανα ως το
λαιμό. Τι να κάμη όμως που δεν του ερχότανε ν' αφήση την αγαπημένη
του Ιταλία! Σκαρώνει λοιπόν άλλη μεγάλη εκστρατεία με τον ευνούχο το
Ναρσή στρατηγό. Παράξενος ευνούχος αυτός. Μικρόσωμος, αλλοίμονος,
πονηρός και γυναικομαθημένος, κι ως τόσο είχε σωστά αντρίκια προσόντα
η ψυχή του. Από ταμίας του παλατιού έγινε στρατηγός ο Ναρσής. Τον
είχε ο Ιουστινιανός δοκιμασμένο κι από τα πριν και σε πολιτικές
πρεσβείες και σε πολεμικές δουλειές, καθώς όταν τον έστειλε βοηθό του
Βελισάριου στα 538, λίγο πρι να πέση η Ραβέννα. Είχε λοιπόν κάμποση
πράξη ο Ναρσής όταν ξαναήρθε τώρα να τιμωρήση τον Τωτίλα. Και φοβερή
μα την αλήθεια τιμωρία τούδωσε στα 552, όταν κατατσάκισε το στρατό
του σε μεγάλη μάχη που σκοτώθηκε ο Τωτίλας, κ' έστειλε τότες ο Ναρσής
τα ματωμένα φορέματά του στην Πόλη τρόπαιο. Πήρε κατόπι τη Ρώμη,
έδιωξε τους Φράγκους και τους Αλαμανούς που κατεβήκανε να τον
πολεμήσουν, και μ' ένα λόγο την έκαμε δική του όλη την Ιταλία.