Άμα βγήκε αυτός ο νόμος, οι πρώτοι που τον ωφελήθηκαν είταν ο

Ιουστινιανός κ' η Θεοδώρα. Ότα λοιπόν κάτι αργότερα ο Ιουστίνος πήρε

και τον Ιουστινιανό σύθρονό του, έγινε Αυγούστα κ' η Θεοδώρα, κι

ορκίστηκε μαζύ του πίστη στους υπηκόους.

Τέτοιο ευγενικό χαρακτήρα έδειξε άξαφνα η νέα η Αυγούστα, που έλεγες

κ' η γενναία της ψυχή, η μεγάλη της γνώση κ' η φιλανθρωπία της τα

σκέπαζε όλα της νιότης τα δυσάρεστα. Σκέπη όμως ακόμα πιο μαγικιά και

πιο μεγαλόπρεπη στου λαού τα μάτια πρέπει να είταν η μυριοξάκουστη

ομορφιά της. Γεννημένη βασίλισσα. Μάτια αστραφτερά, πρόσωπο σύμμετρο,

θωριά μισόχλωμη κι αριστοκρατικιά, χάρη κι αρχοντιά που δε

μεταγίνουνταν — πώς να μη την καμαρώνη ο λαός; Τηνέ δέχτηκε σύθρονη

του Ιουστινιανού, και δεν άργησε να το νοιώση πως κακά δεν την

έκρινε. Τόννοιωσε από τη συζυγική της πίστη και φρονιμάδα, από

ταρίφνητα ψυχικά της, από τη συμπάθεια της προς όσες δύστυχες

βρισκόντανε στης παραλυσίας τα βάθια και τις βοηθούσε να

ξαναγυρίσουνε σε τιμημένη ζωή. Μα ακόμα πιο τέλεια την έννοιωσαν όταν

πρόβαλε ηρωικιά κι ατρόμητη, κι αποφασισμένη στην περίφημη στάση του

Νίκα. Εκεί θα τη δούμε την αντρίκια της θέληση.

Δεν της έλειπε όμως, σα γυναίκα που είταν, και κάμποση τετραπερωσύνη,

και δείγμα της πρόχειρο έχουμε την παγίδα πούστησε του εχτρού της του

Ιωάννη Καππαδόκη για να τον ξεκάμη, όταν τον έμπλεξε, με τη βοήθεια

της γυναίκας του Βελισαρίου της Αντωνίνας, σε συνωμοσία εναντίο του

Αυτοκράτορα, και ξορίστηκε τότε στην Κύζικο κ' έγιν' εκεί ιερέας

(541). Και μάλιστα μήτε τότες δεν τον άφησε η Θεοδώρα ήσυχο, ώσπου

τον ξεγύμνωσε απ' όλα τα πλούτη του. Αγκαλά όταν απέθανε η Θεοδώρα

στα 548, τον ξαναβρίσκουμε πάλε τον Καππαδόκη στην Κωσταντινούπολη

πρεσβύτερο.

Ας ξανάρθουμε ως τόσο στον Ιουστινιανό. Είταν ο Ιουστινανός

ανεβασμένος στο θρόνο τριανταπέντε χρονών άντρας, μερικά χρόνια καθώς

είδαμε πριν αποθάνη ο θειος του. Μα ζούσε απέθανε ο θειος του, είταν

πια τότες το ίδιο, επειδή αμέσως πήρε τα χαλινάρια στα χέρια, κι

άρχισε νανοίγη το δρόμο για το μεγάλο του όνειρο, την κατάχτηση της

δυτικής αυτοκρατορίας. Πρώτη πρώτη του πράξη είτανε να πιάση στενή

φιλία με το Βασιλέα των Βαντάλων της Αφρικής, τον Ιλδερίχο. Άλλη του

πράξη με τον ίδιο πάντα σκοπό είταν που αγάπησε τον Πάπα με τον

Πατριάρχη, ύστερ' από 35 χρονώ μάνητα, καθώς είδαμε. Έβαλε δηλαδή τον

Ιουστίνο κ' υποχρέωσε τον Πατριάρχη ναναγνωρίση την κυριαρχία του

Πάπα. Στα 325 μάλιστα ήρθε κι ο ίδιος ο Πάπας (ο πρώτος Ιωάννης) στην

Πόλη να συστήση ανεξιθρησκεία προς τους αρειανούς της Ανατολής, κατά

προσταγή του Θοδορίχου που είταν παντοδύναμος τότες στη Δύση. Μάλλους

λόγους πολιτεύουνταν τώρα ο Πάπας όλως διόλου ενάντια της

πατροπαράδοτης του πολιτικής, που δεν τους υπόφερνε τους αιρετικούς.

Αυτό όμως. καθώς είπαμε, από ανάγκη.

Ο λόγος εδώ είναι πως έγινε ο Πάπας δεχτός με μεγάλη παράταξη,

βγαίνοντας από την Πόλη και προσκυνώντας τον ο ίδιος ο Αυτοκράτορας,

ο Πατριάρχης, η Σύγκλητο, ο Κλήρος κι ο Λαός, και πως πήγε το πάσκα

στην Αγιά Σοφιά και λειτούργησε στη λατινική γλώσσα. Όλ' αυτά τι άλλο

σήμαιναν παρά πως ο Ιουστινιανός δεν ονειρεύουνταν ανατολικό κράτος

καθώς οι προκάτοχοι του, παρά ρωμαϊκή κοσμοκρατορία, και πως για να

καταφέρη το σκοπό του θυσίαζε της Ανατολής τα συφέροντα,

αναποδογυρίζοντας χρόνων και χρόνων πολιτική; Δεν κατόρθωσε όμως μήτε

ο Ιουστινιανός, μήτε κανένας του μεγάλος βοηθός να σταματήση το

φυσικό δρόμο που είχανε δοσμένο στο κράτος οι περασμένες οι γενεές.

Ένα πράμα· που δε ζήτησε μαζί με την πολιτική δύναμη της Ρώμης να

ξαναζωντανέψη και τα κλασσικά συνήθια της αρχαιότητας, καθώς έκαμε ο

Ιουλιανός, μόνο στάθηκε Χριστιανός ως το κόκκαλο, κ' έκλεισε μάλιστα

και τ' Αθηναίικα Πανεπιστήμια. Κι άλλο ένα, που αν άφινε τον Πάπα να

λειτουργάη στη λατινική για δικούς του λόγους, δεν πήγαινε να πη πως

είταν αποφασισμένος να καταπατή και την εθνική μας γλώσσα, κι αυτό το

βλέπουμε στο διάταγμα που αναγκάστηκε να βγάλη, να γράφουνται

ελληνικά κι όχι πια λατινικά τα κυβερνητικά έγγραφα.

Τα καθαυτό μεγάλα του έργα είναι τριώ λογιών. Πολεμικά, νομικά,

αρχιτεχτονικά. Θα ιστορηθούν αυτά ξέχωρα, καθώς και το μεγάλο της

ζωής του δράμα, η Στάση του Νίκα. Μαζεύουμε λοιπόν πρι να κλείση αυτό

το κεφάλαιο ό,τι απομνήσκει για να παρασταθή κάτι πιο τέλεια ο

μεγάλος αυτός ήρωας του έχτου αιώνα.

Λέγουν πως είταν ο πρώτος καθαυτό απόλυτος μονάρχης της Ανατολής, κι

άδικο δεν έχουν, αφού μπόδιο δε γνώριζε ο νους του μήτε χρηματικό,

μήτε πολιτικό, σώνει να γίνουνταν το μεγάλο του θέλημα. Τα οικονομικά

του μέτρα τα είδαμε στην ιστορία του Ιωάννη του Καππαδόκη. Μα κι άλλα

κάμποσα του αρμάθιασαν, π. χ. πως επάγγελμα ευγενικό δεν αφήκε

απείραγο, καθώς γιατρούς, δικηγόρους και τέτοιους, και πως τους

εμπόρους τους έγδυνε με φόρους και με μονοπώλια. Όλ' αυτά καμωμένα ως

τόσο όχι από φυσική του σκληρότητα, παρά επειδής έπρεπε κατά τη γνώμη

του να γίνουνε, για να καταχτηθή ο κόσμος.

Όσο για την πολιτική του προς τους βαρβάρους, που τριγύριζαν το

κράτος, Ούνους, Σλάβους κλ, για να τους φυλάη ήσυχους και να κυνηγάη

τα ιδανικά του τα μεγαλεία: τι έκαμνε; Πότε τους έβαζε και πολεμούσαν

ανάμεσα τους, πότε τους καλοπλέρωνε! Ό,τι μέτρα κι αν έπαιρνε όμως,

μήτε του βαρβάρου η απιστία, μήτε του Πέρσου η ακοίμητη πλεονεξία δε

δικαιολογούσανε μακρινές και φιλόδοξες εκστρατείες. Κι' ως τόσο άμα

τα μπάλλωνε ή με τους Βορεινούς ή με τους Πέρσους, που είταν αρκετοί

να του βρίσκουνε δουλειά όσο ζούσε, και μ' αποτελέσματα για τα μας

πολύ πιο μεγάλα και πολύκαιρα, γύριζε το μάτι του κατά την αγαπημένη

του Δύση!

Καθώς κάθε φιλόδοξος και δεσποτικός βασιλέας, είχε κι ο Ιουστινιανός

πολλούς και κακούς εχτρούς, και μάλιστα τους Μονοφυσίτες και τους

Πράσινους του Ιπποδρομίου. Κατόπι όμως αυτά.

Είπαμε κάτι για τα συστήματά του. Πάντα γέρικα είταν κι ασκητικά.

Πάντα σπουδή και μελέτη. Θεολογία, νόμος, μουσική, αρχιτεχτονική,

φιλοσοφία, όλα τα κάτεχε. Κατά τα τέλη της ζωής του όμως, και μάλιστα

ύστερ' από το μεγάλο θανατικό του έχτου αιώνα, είχε καταντήσει ακόμα

πιο μοναχικός, πιο τραβηγμένος. Κάθουνταν ολονυχτίς και συζητούσε

δευτερεύοντα θεολογικά ζητήματα με κληρικούς και με δασκάλους, και

μήτε πια την αγαπημένη του Δύση δε συλλογιούνταν, καθώς τα πρώτα

χρόνια, τα χρόνια που δούλευαν κι ο νους του κι ο στρατός του για τη

μεγάλη του την ιδέα.

ΕΧΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ

Η Στάση του Νίκα

Το δράμα του Νίκα πρέπει να ονομαστή κίνημα εθνικό. Είτανε φοβερή

φωνή και φοβερώτερη οργή του λαού. Φοβερώτερη από προηγούμενα τέτοια

κινήματα. Επειδή και τα όσα υπόφερνε ο λαός είτανε σοβερώτερα τώρα.

Για τα μας το επεισόδιο τούτο πρωτεύει στη βασιλεία του Ιουστινιανού·

γίνεται από επεισόδιο δηλαδή το καθαυτό δράμα της ιστορίας του. Α δεν

πέτυχε, ας έχη χάρη ο Ιουστινιανός στην τετραπέρατη Θεοδώρα και στον

περίφημο στρατηγό του Βελισάριο. Έπρεπε να σμίξουνε δυο τέτοια

αμέρωτα στοιχεία για να σταματήσουν την ορμή της «κοινής γνώμης», κι

άλλο δεν είταν παρά κοινή γνώμη το ιπποδρόμιο της Πόλης τους καιρούς

εκείνους.

Μια και τον πάρουμε έτσι το μεγάλο αυτό σηκωμό, ανάγκη να τον

κατατάξουμε πρώτο πρώτο στα περιστατικά της ζωής του Ιουστινιανού,

και για την εθνική ιστορία μας πιο σπουδαιότερο απ' όλες τις δόξες

που σαν αστάχια τις θέριζε ο Βελισάριος σ' Ανατολή και σε Δύση.

Μόλις πέρασαν πέντε χρόνια από τότες που θρονιάστηκε ο Ιουστινιανός,

και ξέσπασε το κακό εκείνο (532). Τη θυμούμαστε την περιγραφή του

ιπποδρομίου της πρωτεύουσας με τα κόμματά του. Ιπποδρόμιο είχε και

κάθε άλλη μεγάλη πόλη του Βασιλείου, και πολλά τους φυλάγανε λίγο πολύ

την αρχαϊκή θωριά των Αγώνων. Η Αντιόχεια μάλιστα το ιπποδρόμιό της

τωνόμαζε «Ολυμπιακό Αγώνα». Αυτόν όμως τον τίτλο τον κατάργησε ο

Ιουστίνος στα 521, ίσια ίσια όταν παραλάβαινε το ρωμαιόφρονά του

ανιψιό σύθρονό του.

Το καθαυτό ιπποδρόμιο, και μάλιστα της Πόλης, είτανε ρωμαϊκό πράμα,

όχι ελληνικό. Στην παλιά τη Ρώμη οι αγώνες γινόντανε με ιπποδρομικά

αμάξια ή «άρματα», πρώτα δυο, κατόπι πιώτερα. Στην αρχή τα χρώματα

της χλαμύδας των αρματηλάτηδων είταν άσπρο και κόκκινο. Σα γένηκαν

τέσσερα τάρματα, πήραν και το πράσινο και το κυανό. Κατόπι έγιναν έξη

στη Ρώμη τα χρώματα. Στο Βυζάντιο όμως περάσανε δυο μονάχα, το

πράσινο και το κυανό, και μάλιστ' από τον καιρό του Σεπτήμιου

Σεβήρου, που δεν είταν ακόμα πρωτεύουσα.

Κατά τον πέμτο αιώνα άρχισαν κ' έπαιρναν οι ιπποδρομικές αυτές

φατρίες πολιτικό χαρακτήρα, και σ' αυτό δίχως άλλο συντέλεσαν κ' οι

θρησκευτικές μάχητες. Κι απόδειξη, που όταν ο ευνούχος ο Χρυσάφιος

πήγε με τον Ευτυχή και με τους Πράσινους, ο ορθόδοξος ο Μαρκιανός

πήρε μαζί του και τους ομόδοξους του τους Κυανούς. Καθώς πάλε κι

αργότερα ο Μονοφυσίτης ο Αναστάσιος πήγαινε με τους Πράσινους.

Καθώς λοιπό στη Ρώμη το κάθε χρώμα είχε καταντήσει και κόμμα (Albati,

Russati, κλ.) έτσι και στην Κωσταντινούπολη τώρα το κάθε μέρος είχε

και το κόμμα του, το δήμο του και το δήμαρχό του, είτανε μ' άλλους

λόγους η κάθε φατρία όχι απλοί φροντιστάδες του ιπποδρομίου, παρά

πολιτικά σώματα παρμένα από το λαό και παραδεγμένα από την κυβέρνηση.

Και καταντούσανε μάλιστα κάτι σπουδαιότεροι από τον κοινό λαό, αφού

είταν αστοί, είχαν δηλαδή και πολιτικά δικαιώματα, όχι μονάχα αστικά

καθώς εκείνος.

Όσο για την τοποθεσία και την κατασκευή του ιπποδρομίου, τα

περιγράψαμε. Είδαμε τι και πού είταν το _Κάθισμα_ με τις 24 κολώνες

που το κράταγαν. Τάλλα καθίσματα των προυχόντων είτανε κατά το Στάμα,

στην άκρη δηλαδή του ιπποδρόμου, εκεί που σταματούσαν τάλογα· και

τέλος τα _βάθρα_ του λαού τάβλεπες κατά τα πλάγια, από τη μιαν άκρη

στην άλλη (στοαί, περίπατοι, αναβάθραι, δήμοι). Είδαμε και τα

καταμεσιανά εκείνα στολίσματα, που μαζί τους είταν και τα τέσσερα

μαλαματωμένα άλογα που τάρπαξαν οι Λατίνοι όταν πρωτοπήραν την Πόλη,

κι από τότες στολίζουν τον Άγιο Μάρκο της Βενετίας. Μα κι άλλα

πάμπολλα έργα είταν τώρα στημένα κατά τον οφαλό και σάλλα μέρη της

μεγάλης εκείνης περιοχής. Ομηρικοί θεοί κ' ηρώοι, βασιλικοί κι άλλοι

αδριάντες, ο χάλκινος ο Ηρακλής του Λυσίππου, ο χάλκινος Καλυδώνιος

Κάπρος, ένας αϊτός, χάλκινος και τούτος, απάνω σε κολώνα στημένος με

φείδι κρεμασμένο από τα νύχια του, κοπέλλα που σήκωνε πολεμιστή

καβαλλάρη απάνω στόνα της χέρι — και πλήθος άλλα της αρχαιότητας

θησαυρίσματα. Και περιτρίγυρα στις αθάνατες αυτές ομορφιές οι

Κωσταντινουπολίτες, ζωεροί, λάλοι, ενθουσιασμένοι, μεθυσμένο: από

χαρά πανηγυρική, μαζευόντανε με τις χιλιάδες να δουν τα θεάματα, να

καμαρώσουνε μεγιστάνες, να χαιρετήσουνε βασιλιάδες, και να

τραγουδήσουνε μάλιστα, αν είτανε Μάης μήνας, τανοιξιάτικό τους

εκείνο, λέγοντας οι Πράσινοι

Ίδε το έαρ το καλόν πάλιν επανατέλλει,

κι απαντώντας οι Κυανοί, τραγουδηστά, πάντα.

Φέρον υγείαν και χαράν και την ευημερίαν.

Δεν είταν όμως τραγούδια πάντα, καθώς θα δούμε είταν και σπουδαιότερα

πράματα, μάλιστα από τον πέμτο τον αιώνα και δώθε που άρχιζαν κ'

έπαιρναν τα κόμματα πολιτική χρωματιά. Είδαμε πόση σημασία τούδινε

του ιπποδρομίου το παλάτι, τότε που πήγε η Αριάδνη και θρονιάστηκε

στο κάθισμα να καθησυχάση τα πλήθη. Μήτε κείνη όμως η ταραχή, μήτ'

άλλες προτήτερες, δεν είταν τίποτις ομπρός στη μεγάλη στάση που θα

ιστορηθή τώρα.

Είπαν πως πρώτη αφορμή της ταραχής είταν οι Πράσινοι, με το να θέλανε

νανεβάσουνε στο θρόνο έναν ανιψιό του Αναστασίου. Το πιθανώτερο είναι

πως και να είχαν τέτοιο σκοπό οι Πράσινοι, ο λόγος πρέπει να είταν τα

βαριά τα δοσίματα. Είπαν και πως ο Ιουστινιανός διαφέντευε απ' αρχής

τους Βένετους, δηλαδή τους Κυανούς, και δεν είναι μήτε τούτο απίθανο,

αφού οι Πράσινοι πηγαίνανε με τους Μονοφυσίτες, πάει να πη και με τη

φαμελιά του Αναστασίου. Ξέροντας και πως ο Ιουστινιανός είχε βγαλμένο

απαρχής διάταγμα που απαγόρευε άνομες αταξίες στο ιπποδρόμιο είτε από

τόνα κόμμα είτε από τάλλο, η κατηγορία πως παραγαπούσε τους Κυανούς

δεν πιάνει βαφή, κι ο καθαυτό λόγος της ταραχής φαίνεται να είταν η

τυραννία των αχόρταγων υπουργών του, ίσως κ' οι θρησκευτικοί

κατατρεγμοί του που θα τους δούμε σε λίγο. Είτανε μ' άλλους λόγους οι

πολίτες ερεθισμένοι από την κακή του «κυβέρνηση».

Πρώτος εχτρός του λαού αναφέρνεται ο περίφημες Τριβωνιανός, ο νομικός

συβουλάτορας του Ιουστινιανού, περίφημος όχι μονάχα για τη νομική του

σοφία, παρά και για τη φιλαργυρία του. Άλλος ακόμα χερότερος ο

γνωστός μας ο Ιωάννης ο Καππαδόκης, ο αγράμματος, ο αψής, ο

βρισιάρης, ο παράλυτος, ο ασυνείδητος στα χρηματικά. Έπαρχος της

αυλής αυτός, ας πούμε γενικός αρχιγραμματέας. Άμα του γύρευε χρήματα

ο Ιουστινιανός, έβαζε τους βασανισμούς του σε δρόμο ο Καππαδόκης.

Τρίτος τύραννος είταν ο Καλοπόδιος, σπαθάριος αυτός, δηλαδή αρχηγός

της βασιλικής φρουράς, Πράσινος άλλοτες, τώρα Κυανός.

Είτανε δεκατρείς Γεννάρη, 532. Ο αυτοκράτορας κ' η αυτοκρατόρισσα

θρονιασμένοι στο κάθισμα σεριάνιζαν τους αγώνες. Εκεί που ξεφώνιζαν

κι ομονοούσαν οι Πράσινοι παρακινώντας τον αρματηλάτη τους καθώς

συνήθιζαν, άρχισαν κι ανεκατεύανε με τις φωνές τους και παράπονα για

τις αδικίες που υπόφερναν. Τάκουγε αυτά ο Ιουστινιανός, μα έκαμνε τον

κουφό. Τέλος όμως χάνει την υπομονή του, και βάζει το μαντάτορά του

να μιλήση του λαού, ή καλλίτερα, να μιλήση με το λαό, κατά το σύστημα

που είδαμε στον καιρό της Αριάδνης. Κ' επειδή μας έμεινε αυτός ο

διάλογος, αξίζει να μεταφέρουμε μερικά του κομμάτια εδώ. Θα μας δώση

και κάποια ιδέα για τη γλώσσα της εποχής εκείνης.

Άμα πρωτορώτηξε λοιπόν ο μαντάτορας γιατί θορυβούνε, συμμαζεύτηκαν

κάπως οι Πράσινοι, κι απολογήθηκαν.

— Έτη πολλά, Ιουστινιανέ Αύγουστε, του βίνκας. Αδικούμαι, μόνε

αγαθέ, ου βαστάζω. Οίδεν ο Θεός. Φοβούμαι ονομάσαι...

— Τις εστίν; Ουκ οίδα, ρωτάει ο Ιουστινιανός μέσο του μαντάτορα.

— Ο πλεονεκτών με, Τρισαύγουστε, εις τα τσαγγάρια ευρίσκεται,

φωνάζουν οι Πράσινοι, εννοώντας τον _Καλοπόδιο_.

— Ουδείς υμάς αδικεί, αντισκόβει ο μαντάτορας.

— Είς και μόνος αδικεί με, Θεοτόκε, μη ανακεφαλήσει... Συ και

μόνος οίδας, Αύγουστε, τις πλεονεκτεί με σήμερον.

Επιμένει τέλος ο αυτοκράτορας να μάθη τον ένοχο, κι αποκρίνουνται οι

Πράσινοι

— Καλοπόδιος ο σπαθάριος αδικεί με, δέσποτα πάντων.

— Ουκ έχει πράγμα Καλοπόδιος... Υμείς ουκ ανέρχεσθε εις το

θεωρήσαι, ειμή εις το υβρίσαι τους άρχοντας.

— Είτις δήποτε αδικεί με, τον μόρον ποιήσει του Ιούδα.

Ανάβει τότες ο Ιουστινιανός, και προστάζει το μαντάτορα να φωνάξη

— Ησυχάσατε Ιουδαίοι, Μανιχαίοι και Σαμαρίται!

— Ιουδαίους και Σαμαρίτας αποκαλείς; Η Θεοτόκος μετά όλων! απαντούν

ερεθισμένοι οι Πράσινοι.

Εδώ ακολούθησε τόση οχλοβοή κι αλαλαγμός, που αναγκάστηκε ο

Αυτοκράτορας να τους φοβερίξη πως θα τους αποκεφαλίση αμέσως κιόλας.

Σα να ησύχασαν πάλε τότες οι Πράσινοι· τα παράπονά τους όμως δεν

τάφιναν, μόνο ξαναρχίσανε, με το καλό κάπως τώρα,

— Και ει τι αν είπωμεν θλιβόμενοι, μη αγανακτήσοι το κράτος σου..

.

Κατόπι ξαναπαίρνουνε φωτιά και ξεφωνούνε πιο ξέθαρρα. Κι ακούγοντας

καινούριες φοβέρες έρχουνται σε τόσο ερεθισμό, που μήτε την

αυτοκρατορική παρουσία πια δε σεβάστηκαν, παρά φώναζαν

— Επαρθήτω το χρώμα τούτο... Άνες το φονεύεσθαι, και άφες

κολαζόμεθα. Ίδε, πηγή βρύουσα, και όσους θέλεις κόλαζε... Είθε

Σαββάτιον μη εγεννήθη, ίνα μη έσχεν υιόν φονέα (Σαββάτιος είταν ο

πατέρας του Ιουστινιανού).

Εδώ βγαίνουνε στη μέση κ' οι Κυανοί, και φωνάζουν προς τους Πράσινους

— Τους φονείς του Σταδίου υμείς μόνοι έχετε.

Αποκρίνουνται τα δικά τους οι Πράσινοι, ξαναπαντούν οι Κυανοί, και

τέλος πιάνουνται τα δυο κόμματα στα γερά. Βλέποντας οι Πράσινοι πως

δεν έρχεται ο λαός μαζί τους, φοβισμένος όντας, σηκώνουνται, και

φωνάζοντας «Ανασκαφήτω τα οστέα των θεωρούντων», βγαίνουν και

σκορπιούνται μέσα στην Πόλη να βάλουνε φιτίλια του κόσμου και

νασηκώσουνε μεγάλη στάση.

Ο έπαρχος ως τόσο του Πραιτωρίου, ο Ευδαίμονας, αρχίζει αμέσως και

ξετάζει να βρη τους πρωταίτιους της ταραχής, και βρόντας εφτά,

αποκεφαλίζει τους τέσσερεις, και προστάζει να κρεμάσουν τους άλλους

τρεις. Ο ένας από τους τρεις αυτούς κρεμάστηκε, οι άλλοι δυο, ένας

Πράσινος κ' ένας Κυανός, από λάθος του δήμιου έπεσαν από την κρεμάλα.

Τρέχει τότες ο λαός στο παλάτι, τρέχουν οι δυο οι φατρίες, και

γυρεύουνε συχώρεση για τους δυο αυτουνούς. Κ' επειδή ο Αυτοκράτορας

δεν ήθελε να τους ακούση, προφταίνουνε δυο καλόγεροι και τους

γλυτώνουν. Τους περάσανε με καΐκι στην εκκλησιά του Αγίου Λαυρεντίου,

και τους έδωκαν εκεί άσυλο. Στέλνει τότες ο Έπαρχος στρατιώτες να

τους φυλάξουν και τους δυο μέσα στην εκκλησιά. Στο μεταξύ βλέποντας

οι φατρίες αλύγιστο τον Αυτοκράτορα, πηγαίνουνε στον έπαρχο και του

ζητούνε να λευτερώση τους δυο ενόχους.

Ο έπαρχος όμως, άμα είδε τον όχλο, προστάζει τη φρουρά να πέση

καταπάνω του και να τονέ σκορπίση. Αρχίζει σωστός πόλεμος, καταπονεί

ο λαός τη φρουρά, τη διώχνει, τρέχει στη φυλακή, σπάνει τις πόρτες,

βάζει φωτιά στο Πραιτώριο, παίρνει η φωτιά δρόμο, και ξολοθρεύει

μεγάλο μέρος της Πόλης.

Η Άγια Σοφιά, τα λουτρά ο Ζεύξιππος, μέρος του ιπποδρομίου από την

πλευρά του Αυγουσταίου, πάμπολλα άλλα χτίρια και δημόσια κ' ιδιωτικά,

κάηκαν όλα. Σα να μην έσωνε το κακό της φωτιάς, έμπαινε κι ο λαός

όπου έβρισκε κι άρπαζε. Οι φρονιμώτεροι πάλε κ' οι πλουσιώτεροι

έπιαναν αυτοί καΐκια και περνούσανε στην Ασιατική τη μεριά. Αληθινή

κόλαση. Και μέσα στο χαλασμό, μέσα στις φλόγες και στα κατρακυλίσματα

των τοίχων, άκουγες άγριες φωνές και φώναζαν από παντού, Νίκα, Νίκα!

καθώς συνηθίζανε να φωνάζουνε στους αρματηλάτες όταν τρέχανε στο

ιπποδρόμιο. Από κει λοιπόν ονομάστηκε το φοβερό αυτό κίνημα _Στάση

του Νίκα_.

Τέσσερεις μέρες βάσταξε το κακό εκείνο. Έγινε αγνώριστη η Πόλη από τη

φωτιά, από τις φωνές, από τις ληστείες κι από τους φόνους.

Ο Ιουστινιανός, η Θεοδώρα, ο Βελισάριος, και μερικοί Σενατόροι και

Στρατηγοί, μνήσκανε κλεισμένοι μες στο παλάτι. Και το χερότερο που

δεν τολμούσανε μήτε τη βασιλική φρουρά, (ως τρεισήμιση χιλιάδες

Ισαύροι κι' Αρμένηδες) να στείλουνε καταπάνω του λαού, γιατί

φοβόντανε μη γίνουν κι αυτοί ένα μαζί τους. Δεν είταν αυτοί και καλά

γυμνασμένοι. Είχανε στείλει λοιπό να φέρουνε στρατό από τα περίχωρα.

Σύγκαιρα (στις 14) μαθαίνει ο Αυτοκράτορας πως ο λαός γύρευε την πάψη

του Τριβωνιανού και του Καππαδόκη. Τους παύει λοιπόν και τους δυο,

και διορίζει έπαρχο της Αυλής το Φωκά, και Κοιαίστορα το Βασιλείδη. Ο

λαός όμως αντίς να συχάση πήρε πιώτερο θάρρος, και καθώς πάντα

τυχαίνει σε τέτοια κινήματα, από απλή δικαιοσύνη που γύρευε στην αρχή

ζητούσε τώρα να φέρη γενική αναστάτωση. Ξεφρενιασμένος λοιπόν

ξεκινάει κατά το μέγαρο του Πρόβου, ενός από τους τρεις ανιψιούς του

Αναστασίου (τους βοηθούσε αυτούς κ' η φαμελιά του), και τον κράζει

Αύγουστο. Φευγάτος όμως όντας ο Πρόβος στην Ασία, βάζουνε φωτιά στο

μέγαρό του και φεύγουν. Οι άλλοι δυο ανιψιοί του Αναστασίου, ο

Υπάτιος κι ο Πομπήιος, βρίσκουνταν ως την ώρα στο παλάτι μαζί με τον

Αυτοκράτορα.

Στο μεταξύ έρχεται ο Βελισάριος με στρατό από τα περίχωρα, και

ταπόγεμα της μέρας εκείνης όρμησε με κάμποσους Γότθους και χτυπούσε

τους αντάρτες ως τα σπερώματα. Όταν όμως τραβήχτηκε, ξανάρχισε τα

δικά του ο όχλος, κ' έβαλε μάλιστα φωτιά στον τόπο που είτανε

συναγμένοι οι Γότθοι.

Το κακό άρχισε καθώς είπαμε στις 13 του Γενάρη. Τις 17, Σαββάτο,

κάμνει πάλι ο στρατός καινούρια δοκιμή να πνίξη την επανάσταση.

Περιζώνει τον όχλο μέσα στ' οχτάγωνο χτίριο του Αυγουσταίου, μα δε

δυνήθηκε να τους βγάλη, κ' έβαλε στο χτίριο φωτιά. Την Κεριακή πρωί

(18) παίρνει Βαγγέλιο στο χέρι ο Ιουστινιανός, και παρουσιάζεται στα

Κάθισμα. Είτανε μαζί του κι ο Βελισάριος, καθώς κ' οι αξιωματικοί κ'

οι στρατιώτες που ως τα χτες μαζεύανε δάφνες μαζί του στον περσικό

πόλεμο, «κατάφραχτοι» αυτοί, δηλαδή σιδεροφορεμένοι. Είταν κι ο

στρατηγός του Ιλλυρικού ο Μούνδος, μ' ένα σώμα Ερούλους που τους είχε

για να πολεμάη τους Βουλγάρους. Αποφασισμένοι κ' οι δυο αυτοί αρχηγοί

να φέρουν τον Ιουστινιανό στο Ιπποδρόμιο.

Βρίσκει εκεί πλήθος μεγάλο ο Αυτοκράτορας. Έβραζαν όλοι τους. Τους

ορκίζεται με το Βαγγέλιο στο χέρι πως θα τους χαρίση αμνηστία, πως θα

λησμονήση τα περασμένα, και πως θα κάμη το θέλημα των υπηκόων του.

«Ψεύδεσαι, γάδαρε!» του φώναξαν αποκάτω. «Όπως φύλαξες τον όρκο σου

με το Βιταλιανό, έτσι θα τονέ φυλάξης και μετά μας ».

Σηκώθηκε ο Ιουστινιανός και γύρισε άπραγος στο Παλάτι. Κι άμα γύρισε,

έδιωξε μαζί με τους συγκλητικούς και τα δυο ανίψια του Αναστασίου,

Υπάτιο και Πομπήιο. Του κάκου αυτοί τονέ βεβαίωναν πως είταν αθώοι.

Μαθόντας την Κεριακή εκείνη ο λαός πως ο Υπάτιος κι ο Πομπήιος

δώχτηκαν από το Παλάτι, τρέχει στο μέγαρο του Υπατίου και τονέ

διορίζει Βασιλέα. Ό,τι μπόρεσε έκαμε η γυναίκα του Μαρία να τον

καταπείση ναποφύγη το ζαχαρωμένο αυτό φαρμάκι. Στην αρχή ο Υπάτιος

αντιστάθηκε· μη όντας όμως άνθρωπος, με δύναμη να βασταχθή, είπε το

ναι, και ζητούσε κατόπι να παραστήση του Ιουστινιανού πως επίτηδες

δέχτηκε τη βασιλεία για να συχάση τα πλήθη.

Τον κουβαλούνε λοιπόν την αποταχυνή, δευτέρα (19 του Γενάρη), στο

φόρο του Κωσταντίνου, εκεί που κατά το νόμο έπρεπε να στεφανωθή κάθε

νέος βασιλέας, κι αντίς με κορώνα τονέ στεφανώνουνε με γυναικήσιο

γερντάνι και τον κάμνουνε βασιλέα. Όσοι αρχόντοι και συγκλητικοί δεν

είτανε φευγάτοι ή κλεισμένοι στο παλάτι μέσα, θέλοντας μη θέλοντας

πήγαν τότες με το λαό, να γλυτώσουν. Προτείνανε μάλιστα να τραβήξουν

ίσια κατά το παλάτι. Φρόνιμο μέτρο για τη στάση, ολέθριο για τον

Ιουστινιανό και τους δικούς του, αφού είταν η φρουρά στο παλάτι

έτοιμη να γυρίση με το λαό. Ο Υπάτιος όμως δεν το παραδέχτηκε αυτό,

μόνο διάλεξε άλλο αχαμνότερο μέτρο, που για να το κάμη, θα πη πως ή

ανόητος είταν, ή ζητούσε σταλήθεια να ευκολύνη τη δουλειά του

Ιουστινιανού και του Βελισαρίου. Τράβηξε δηλαδή στο Ιπποδρόμιο, κ'

εκεί μέσα σφιχτοκλείστηκαν όλες οι χιλιάδες που τον ακολουθούσαν.

Ανέβηκε ο Υπάτιος στο κάθισμα, και του φωνάζανε τα πλήθη αποκάτω

«Υπάτιε Αύγουστε, Του βίνκας».

Σκοπός τους πάντα είτανε να χτυπήσουνε το παλάτι από το ιπποδρόμιο,

αν κι ο Σενατόρος Οριγένης είτανε της ιδέας να παν και να πιάσουν

άλλο παλάτι. Στο μεταξύ ο Ιουστινιανός, αφού δυνάμωσε τα οχυρώματα

του παλατιού του, προσκάλεσε στην αίθουσα μεγάλο συβούλιο. Είταν ο

Ιουστινιανός βυθισμένος σε μεγάλη θλίψη, και στην απελπισία του απάνω

φαίνεται σα να μισαποφάσισε να μαζέψη τα πολύτιμά του και να φύγη

στην Ηράκλεια της Θράκης, ίσως και κείθε μπορέση και ξαναπάρη την

Πόλη. Αυτή είταν η γνώμη και του Καππαδόκη καθώς και του Βελισάριου.

Αν τον αφίνανε να κάμη τέτοιο πράμα, αδύνατο πια είτανε να ξανάρθη

στην Πόλη, μια κ' είχανε νέο βασιλέα στεφανωμένο. Το περίεργο μάλιστα

είναι που τον παρακινούσανε να πάρη τέτοια απόφαση, αντίς να τον

αποτρέψουν. Όλοι περίπου τον παρακινούσαν, εξόν η ατρόμαχτη η

Θεοδώρα. Ολόρθη σηκώθηκε η Θεοδώρα μπροστά στο βασιλέα, μέσα στο

συβούλιο εκείνο, και του είπε «Σε τέτοια μεγάλη συφορά δεν της πέφτει

ίσως λόγος μιας γυναίκας. Ίσως εκείνοι που τα μεγαλήτερά τους

συφέροντα είναι μέσα στους κιδύνους έχουν το δικαίωμα να βρίσκουν και

τον τρόπο να τους πολεμούν. Αυτή τη φορά όμως ο φυσικός αυτός δρόμος

δε μου φαίνεται ο σωστός, κι α μας γλυτώση ακόμα. Αδύνατο άνθρωπος

γεννημένος να μην αποθάνη. Ένας όμως που βασίλεψε, να ζήση στην

εξορία είναι ανυπόφορο. Να μην το φτάσω να ζήσω τη μέρα που θα με

γυμνώσουν απ' αυτή την πορφύρα, και που δε θα με λέγουν πια Δέσποινα.

Αν εσύ επιθυμής, βασιλέα μου, να σωθής, να χρήματα, να η θάλασσα και

τα πλοία. Συλλογίσου όμως πως μπορεί μια μέρα να σου φανή ο θάνατος

προτιμότερος από τέτοια σωτηρία. Όσο για μένα, παραδέχουμαι ταρχαίο

το ρητό «καλόν εντάφιον η βασιλεία».

Σ' αυτά τα λόγια της Θεοδώρας μήτε ο Ιουστινιανός μήτε οι αυλικοί του

δεν μπορέσανε να βαστάξουνε. Τότρεμε πάντα το βλέμμα της Θεοδώρας ο

Ιουστινιανός.

Ο λαός ως τόσο στο Ιπποδρόμιο θάρρειε πως ο Ιουστινιανός κ' οι

αυλικοί του έφυγαν, επειδή φοβηθέντας ο Υπάτιος έστειλε κάποιον

Εφραΐμ να μηνύση του Ιουστινιανού νάρθη να χτυπήση τους επαναστάτες

στο ιπποδρόμιο, κι ο Εφραΐμ αυτός αντίς να πάη στο παλάτι και να φέρη

το μήνυμα το είπε κάποιου σεκρετάριου Θωμά, κι ο Θωμάς εθνικός όντας

έβγαλε την ψεύτικη αυτή είδηση, πως έφυγε ο Ιουστινιανός. Νομίζανε

λοιπόν κ' οι αντάρτες κι ο Υπάτιος πως άλλο δεν τους έμνησκε παρά να

κινήσουν κατά το παλάτι. Από τάλλο μέρος ο ευνούχος ο Ναρσής είτανε

σταλμένος από την αυλή στο ιπποδρόμιο και μοίραζε χρήματα, κι αγόραζε

τους Κυανούς. Σύγκαιρα ξεκίνησε κι ο Βελισάριος με τον Ιουστινιανό

και με τρεις χιλιάδες καλούς και πιστούς στρατιώτες, και ζυγώνουν το

ιπποδρόμιο.

Ιστορία της Ρωμιοσύνης, Πρώτος τόμος · 第 20 / 26 段