έβαλε αποπάνω χρυσοΰφαντο «διβητήσι» (φαρδόμακρο φόρεμα), ζώθηκε
ζωνάρι, παπουτσώθηκε με «καμπάγια», κι ανέβηκε στο κάθισμα. Έκλινε ο
στρατός τάρματα και τις σημαίες, και ζητωκραύγασε ο λαός. Κατόπι
κάθισε ο Βασιλέας απάνω σ' ασπίδα, και τονέ σηκώσανε στον αέρα οι
προύχοντες κ' οι συγκλητικοί να τονέ δείξουν του κόσμου. Ανεβαίνει
τότες αξιωματικός στο κάθισμα κι αποθέτει στην κεφαλή του μαλαματένιο
«μανιάκι», δηλαδή βραχιόλι, σημάδι κι αυτό να ξανασηκωθή ο λαός και
να ζητωκραυγάση. Κατέβηκε έπειτα ο Αυτοκράτορας από την ασπίδα, και
ξαναμπήκε στην αίθουσα όπου είχε φορεθή, έβαλε τη βασιλική χλαμύδα
και τη διαμαντένια κορώνα, και ξαναβγήκε στο κάθισμα, φωνάζοντας ο
λαός «Σεβαστέ», κι ο στρατός «Αύγουστε». Σα σώπασε ο κόσμος,
προσφέρθηκε στο Βασιλέα έγγραφο, ο Βασιλέας τόδωσε του γραμματικού,
κι ο γραμματικός διάβασε μεγαλόφωνα τη βασιλική Προσφώνηση,
αντισκόβοντας κάθε λίγο ο λαός και φωνάζοντας, «Κύριε ελέησον, Υιέ
Θεού, Συ αυτός ελέησον, Αναστάσιε Αύγουστε του βίγκας. ευσεβή Βασιλέα
ο Θεός φυλάξοι», κι άλλα παρόμοια. Και σαν τέλειωσε η προσφώνηση,
έταξε ο Βασιλέας του λαού από πέντε νομίσματα και μια λίτρα ασήμι την
κάθε «βούκα», δηλαδή του καθενού πολίτη (ας πούμε εκατόν εβδομήντα
δραχμές). Ξαναφώναξε τότες ο λαός τις συνηθισμένες του ευκές, και
κατέβηκε τέλος ο Βασιλέας από το κάθισμα, πήγε στην εκκλησιά με
παράταξη, και σαν ψάλθηκε η δοξολογία κι αγιάστηκε η κορώνα,
κοινώνησε, και γύρισε στο παλάτι. Εκεί τελέστηκε κ' η «προαγωγή» του
νέου Επάρχου, έπειτα δόθηκε μεγάλο τραπέζι σ' όλους τους συγκλητικούς
και τους μεγιστάνες.
Ερχόμαστε τώρα στην ιστορία του Αναστασίου. Πάντα, καθώς ξέρουμε,
βρίσκουνταν κάποια βάρβαρη ή μισοβάρβαρη φυλή και τους παραζάλιζε
τους Αυτοκρατόρους, μόλις ανεβαίνανε στο θρόνο. Και τώρα που δεν είχε
πια Γότθους, είταν οι Ισαύροι. Τριάντα χρόνια κακομαθημένοι οι
βουνήσιοι αυτοί, από τότες δηλαδή που τους έφερε ο Λέοντας να γλυτώση
από τους Γότθους, δεν έλειπαν από κάθε ταραχή κι από κάθε αταξία. Από
τότες μάλιστα που ο Ζήνωνας, αν και τους καταπόνεσε με τη βοήθεια του
Θοδορίχου, αναγκάστηκε όμως να τους πλερώνη βαρύ χρονιάτικο, όλο
χεροτέρευαν και πήγαιναν. Και καθώς άλλοτες ο Ίλλος κι ο Βασιλίσκος
τους έκαμναν όργανα της φιλοδοξίας τους, έτσι και τώρα ο αδερφός του
Ζήνωνα ο Λογγίνος τους Ισαύρους σήκωσε για να πάρη το θρόνο που ο
ίδιος ο Ζήνωνας του αρνήθηκε, ξέροντας τον τι πράμα είταν. Τους έβαλε
κ' έκαμαν αληθινό πόλεμο μέσα στους δρόμους της Πρωτεύουσας. Κάηκε
τότες όλο περίπου το ιπποδρόμιο, και κάμποσα άλλα μέρη της πόλης.
Έκαμε λοιπόν ο Αναστάσιος ό,τι θάκαμνε και κάθε δυνατός του
προκάτοχος. Έπιασε πρώτα το Λογγίνο, τον καλογέρεψε και τον ξόρισε
στην Αλεξάντρεια (492). Μαζεύει έπειτα στρατό στην Πρωτεύουσα, και
προστάζει τον άλλο Λογγίνο, το στρατηγό, να πάρη τους Ισαύρους που
υποστήριζε και να φύγη.
Τι να κάμουν αυτοί, μαζεύουνται και φεύγουν από την Πόλη. Μόλις όμως
κατεβήκανε στην Ασία, και λύσσα τους έπιασε. Λέγουν πως ως 150
χιλιάδες δικούς τους μάζεψαν και ρήμαξαν κάθε χώρα τριγύρω της
Ισαυρίας. Στέλνει τότες ο Αναστάσιος καταπάνω τους τον Ιωάννη το
Σκύθη, γνωστό μας από τα Γοτθικά, και μερικούς άλλους, κ' ύστερ' από
ηρωική αντίσταση τσακίζονται οι Ισαύροι στη Φρυγία. Πολλοί αρχηγοί
τους θανατωθήκανε στη μάχη, άλλοι πιάστηκαν αιχμάλωτοι, και κάμποσοι
φύγανε στα βουνά τους. Άμα ήρθε η είδηση της καταστροφής, γέμισε πάλε
η Πρωτεύουσα αγριεμένους Ισαύρους, όσοι έμνησκαν ακόμα σταπάνω τα
μέρη. Διάταγμα λοιπόν αμέσως ο Αναστάσιος να ξοριστούν όλοι τους,
μαζί και του Ζήνωνα η φαμελιά. Τους ακύρωσε και το χρονιάτικο (ως
χίλιες λίτρες μάλαμα) που λάβαιναν ως τα τότες.
Για τρία κατοπινά χρόνια (493 — 496), οι ξορισμένοι αυτοί Ισαύροι, κ'
οι άλλοι που είχαν τραβηχτή στα βουνά τους, ανταμωμένοι τώρα στον
Ταύρο, ξανάνοιξαν πάλε τον πόλεμο, και μάλιστα νικήσανε μια δυο
φορές. Τέλος όμως πιάστικαν οι δυο αρχηγοί Λογγίνος κι Αθηνόδωρος, κ'
έπαψε κι αυτός ο πόλεμος. Οι πιώτεροι Ισαύροι μετεφέρθηκαν τότε στη
Θράκη, κι αποκαταστάθηκαν εκεί, δίχως πλερωμή όμως τώρα.
Ύστερ' από τον Ισαυρικό, έρχεται ο περσικός ο πόλεμος του 502. Τρία
χρόνια βάσταξε κι αυτός ο αγώνας με τον προπατορικό μας εχτρό, κι
αφού έχασε ο Αναστάσιος την Αμίδα, τη Θεοδοσιούπολη και τη
Μαρτυρούπολη, ξαναπήρε πάλε στο κράτος μέσα την Αμίδα με τη συθήκη
του 505.
Στο μεταξύ καινούριος και μεγάλος εχτρός άρχιζε και μαζευότανε στον
Αίμο. Μόλις τραβήχτηκε ο Θοδορίχος στη Δύση κι έμεινε ο τόπος
ανοιχτός για τους Σλάβους. Κατοικούσαν αυτοί ως τα τότες πέρ' από το
Δούναβη κατά τη Μολδαβία. Η πρώτη τους πλημμύρα ήρθε στα 493, και
κάμποση ζημιά της έκαμαν τότες της Θράκης. Και δεν είτανε μόνο οι
Σλάβοι. Είχαμε τώρα και τους Βουλγάρους, που και παραπάνω τους
ανταμώσαμε. Δεν είτανε Σλάβοι αυτοί· Ούνους τους ονομάσαμε τότες, κ'
είτανε σταλήθεια είδος Ούνοι, φυλή «Ουγγροφιννική». Σαν πέρασαν τα
Δούναβη στα 499 και κατεβήκανε για λογαριασμό τους και νίκησαν
ταυτοκρατορικά στρατέματα, γυρίσανε στα λημέρια τους λάφυρα
φορτωμένοι· και τόσο γλυκάθηκαν, που δευτέρωσαν το ταξίδι τους και
στα 502.
Μα και γλήγορα κατόπι πρέπει να ξανακατέβηκαν, αν και δεν αναφέρνεται
κατέβασμά τους κάμποσα χρόνια· ειδεμή δύσκολα ξηγιέται το μεγάλο
τείχισμα που έχτισε ο Αναστάσιος στα 512, καθώς σε λίγο θα δούμε.
Είχε ο Αναστάσιος κ' ένα δυο άλλους αγώνες κατά τα μεσηβρινά, εξόν
από τα Ισαυρικά και τα Περσικά. Πρώτο, τους Μπεντουίνους (498), που
φοβέριζαν τότες τη Συρία και την Παλαιστίνη. Κ' έπειτα στην Ιωτάβα,
σπουδαίο νησί της Ερυθράς θάλασσας, χαμένο από του Λέοντα τον καιρό,
ξαναπαρμένο όμως τώρα από τον Αναστάσιο. Είταν η Ιωτάβα το κλειδί της
Ιντίας, και φύλαγε εκεί πάντα η κυβέρνηση τελωνιακούς αξιωματικούς να
μαζεύουνε δέκατο από κάθε πραμάτεια που περνούσε· μεγάλη κι αυτή πηγή
πλουτισμού για το κράτος.
Αυτά περίπου είταν τα εξωτερικά ζητήματα του Αναστασίου. Και πριν
όμως πάρουν τέλος, δούλευε πάντα τάλλο, ατέλειωτο ζήτημα, της
θρησκείας. Είδαμε στην ιστορία του Ζήνωνα πως το Ενωτικό είχε
γεννήσει δυο ενάντια κόμματα, τους φανατικούς ορθόδοξους, κι αυτοί
είταν οι Ακοίμητοι, και τους φανατικούς μονοφυσίτες, και λέγουνταν
αυτοί Ακέφαλοι. Οι Ακοίμητοι λοιπό με τον Πατριάρχη αρχηγό έβαλαν
αμέσως με τον Αναστάσιο, εξαιτίας που τόκρινε εύλογο συνακολουθήσω
του Ζήνωνα την πολιτική, για να φυλάξη την ειρήνη. Πώς όμως να
αφύλαχτη η ειρήνη, αφού από τη μια ο Πάπας ερέθιζε τους Ακοίμητους,
κι από την άλλη ο Φιλόξενος κι ο Σεβήρος, ακούραστοι αιρετικοί
αρχηγοί, τους Ακέφαλους! Μαζεύτηκαν οι μονοφυσίτες στην Αλεξάντρεια
κι ομονοούσαν· ακόμα χερότερα οι Ακοίμητοι στην πρωτεύουσα μέσα, που
έχοντας τον Εύφημο μαζί τους πολεμούσαν πια τώρα να θρονιάσουν και το
Βασιλέα. Τον Ευφημία τον είχε ο Αναστάσιος στο στομάχι, κι από τότες
μάλιστα που έτυχε σε ομιλία απάνω να του πη ο Αυτοκράτορας πως τονέ
βαρέθηκε τον Ισαυρικό πόλεμο, κ' έτρεξε ο Ευφήμιος και το πρόφταξε
ενός Ισαύρου αρχηγού. Αναμμένος λοιπόν ο Αναστάσιος με τον Πατριάρχη
από τότες κι αποφασισμένος να σταματήση τη θρησκευτική ταραχή των
Ακοίμητων, μαζεύει τους επισκόπους στα 496, ξεθρονίζει τον Ευφημία,
κι ανεβάζει στον πατριαρχικό θρόνο το Μακεδόνιο. Φέρθηκε ο Μακεδόνιος
στην αρχή ειρηνικά και φρόνιμα. Ο λαός όμως είταν τόσο μαγεμένος με
την ορθοδοξία, που λέγε λέγε πως είταν αιρετικός ο Αναστάσιος, τονέ
φαρμάκεψαν και του Μακεδονίου το νου, ώσπου κατάντησε ο ίδιος ο
Πατριάρχης να παρακινά τον όχλο να πάη και να σηκώση ταραχή έξω από
το παλάτι.
Έτρεξε εκεί ο λαός, και μέρα μεσημέρι ξεφώνιζε και βλαστημούσε τον
Αυτοκράτορα, λέγοντάς τονε μανιχαίο και τύραννο. Ξεθρονίζει λοιπόν ο
Αναστάσιος και το Μακεδόνιο (514), κι ανέβηκε τότε στον πατριαρχικό
θρόνο ο Τιμόθεος, φρόνιμος άνθρωπος και δίχως πάθος. Οι Ακοίμητοι ως
τόσο έβραζαν ακόμα με το βασιλέα, και ξέσπασε τέλος μεγάλη στάση στην
Πρωτεύουσα μέσα.
Και δεν είταν οι Ακοίμητοι μονάχα, είταν κι άλλοι πολλοί από το λαό,
και από κάμποσες αιτίες. Πρώτα, που κατάργησε, θρήσκος όντας κι
αυστηρός, μερικές βαρβαρικές διασκέδασες που τις είχε η
Κωσταντινούπολη κληρονομημένες από τη Ρώμη, καθώς λόγου χάρη τη
θηριομαχία. Άλλο ένα, που κατάργησε και κάτι νυχτερινές τελετές, που
στόνομα της θρησκείας γίνουνταν εκεί μέσα ακόλαστα όργια. Τέλος
έδειχνε συχνά πυκνά και τη μονοφυσιτική του διάθεση, ξεχνώντας τα όσα
είχε υπογράψει βάζοντας την κορώνα, καθώς π. χ. ότα στα 514 παράχωσε
στον Τρισάγιο μέσα μερικές λέξες (άγιος αθάνατος, ο σταυρωθείς δι'
ημάς), κ' είχε γίνει και τότε στάση. Παρουσιάστηκε όμως τότε στο λαό
με χωρίς κορώνα, και τους είπε πως έτοιμος είναι να παραιτηθή ανίσως
και δεν τονέ θέλουνε βασιλέα. Φώναξε ο λαός να μην παραιτηθή, κ'
έμεινε.
Δεύτερη λοιπό στάση αυτή του 514. Είναι αλήθεια πως γλήγορα την
έπνιξε ο στρατός. Οι Ακοίμητοι όμως, μαρχηγό τους τον εγγονό του
Ασπάρη το Βιταλιανό, Κόμητα τω Φοιδεράτων, πάει να πη Γότθων και
βαρβάρων, βγαίνουνε στα ξώχωρα, σκορπίζουνται μέσα στη Θράκη,
μαζεύουν εκεί στρατό από Ούνους και διαγουμίζουν τον τόπο με πρόφαση
πως πολεμούνε για την ορθοδοξία!
Δεν άργησε να τους περιμαζέψη και να τους καθησυχάση ο Αναστάσιος·
όχι όμως και τον αρχηγό τους το Βιταλιανό. Άμα έχασε αυτός τους
βοηθούς του, ξεκίνησε κατά την κάτω Μοισία, μάζεψε καινούργιο
βαρβαρικό στρατό, κι άρχισε πάλε τον πόλεμο. Σε μια του νίκη έβαλε
τον αυτοκρατορικό στρατηγό σε κλουβί και τονέ γύριζε. Σε άλλη ακόμα
μεγαλήτερη μάχη του, κοντά στην Οδησσό της Θράκης, έπεσαν ως εξήντα
χιλιάδες δικοί μας. Ζήτησε τότες ο στρατηγός ο Υπάτιος, ανιψιός του
Αναστασίου, να πέση στη θάλασσα και να γλυτώση κατά το Σλαβικό τρόπο,
βουτώντας δηλαδή κάτω από τα νερά κι αναπνέοντας με ψιλό μασούρι. Δεν
καλογνώριζε όμως την τέχνη, και πιάστηκε αιχμάλωτος. Μάζεψε μεγάλα
πλούτη σ' αυτούς τους πολέμους ο Βιταλιανός, και κατάντησε είδος
αυτοκράτορας της Μοισίας και της Σκυθίας. Τέλος όμως τονέ βόλεψε και
τούτον ο Αναστάσιος, του πλέρωσε δηλαδή δεκαπέντε χιλιάδες λίτρες
μάλαμα, τονέ διόρησε Μάγιστρο της Θράκης, συφώνησε να κηρύξη την
ορθοδοξία, και μ' αυτούς τους όρους λευτέρωσε και τον ανιψιό του.
Εδώ τελειώνουν του Αναστασίου τα θρησκευτικά τα βάσανα με τους
Ακοίμητους. Όσο για το Βιταλιανό, φαίνεται πως ξαναβγήκε σε πόλεμο
στα 515, και με στόλο μάλιστα τώρα. Ως το Σκουτάρι τράβηξε, και
φοβέριζε την Πρωτεύουσα. Εκεί όμως τον ξολόθρεψε καλά και καλά ο
Αναστάσιος με τη βοήθεια του φυσικομαθηματικού Πρόκλου, που
μεταχειρίστηκε πρώτη φορά υλικό από θειάφι που άναβε μόλις τόβλεπε
ήλιος. Αγκαλά αυτά δεν είναι και βέβαια.
Μήτε οι Ισαύροι, μήτε οι Ακοίμητοι κ' οι Ακέφαλοι δεν τον μπόδισαν
τον Αναστάσιο να προσέξη κι άλλα σπουδαία, μάλιστα δημόσια έργα,
διοίκηση, κ' οικονομικά. Έργο του π. χ. είταν η Αναστασιούπολη, η
παλιά η Δάρα της Μεσοποταμίας, μεγαλωμένη κι οχυρωμένη για να
προφυλάγη το κράτος από τους Πέρσους. Άλλο του έργο ακόμα πιο
σημαντικώτερο, το μεγάλο το Τείχος πούστησε έξω κ' έξω από τα
προτερινά τειχίσματα της Πρωτεύουσας, να διαφεντεύη κάθε ξωχώρι από
Σλάβους κι από Βουλγάρους, μα κι από τους Φοιδεράτους ακόμα·
τετρακόσα είκοσι στάδια από τη Μαύρη θάλασσα ως την Προποντίδα, και
με πύργους στεριούς από τόπο σε τόπο, που τους αποτέλειωσε κατόπι ο
Ιουστινιανός. Σωτήριο έργο κι αυτό το τείχισμα, και σαν από Πρόνοια
χαραγμένο.
Αφίνουμε τη διόρυγα που άνοιξε από τη Βοάνη λίμνη ως τον Αστακηνό
Κόρφο, σιμά στη Νικομήδεια, και τέλος κάμποσες πολιτείες που
διόρθωσε, χαλασμένες από πολέμους κι από σεισμούς.
Από τα οικονομικά του μέτρα το πιο σημαντικό είταν το κατάργημα του
_Χρυσάργυρου_, φόρου σ' επαγγέλματα και ζώα, ή να πούμε καλλίτερα σ'
όλα τα ζώα, λογικά κι άλογα. Τόσο καλά τα είχε διοργανισμένα τα
οικονομικά, που σαν απέθανε στα 518, αφήκε 320 χιλιάδες λίτρες μάλαμα
στο βασιλικό Ταμείο. Σ' αυτό όμως πρέπει να συντέλεσε κ' η κατάχτηση
της Ιωτάβας.
Αφήκε τέλος και ντόπιο στρατό από 150 χιλιάδες άντρες. Αυτός ο
ντόπιος ο στρατός, έργο του Ζήνωνα, κρίνεται από τους κυριώτερους
λόγους που γλύτωσαν τ' Ανατολικό Κράτος από καταστροφή σαν της Δύσης.
Εύλογο ναναφερθή κ' η μεγάλη γενναιοδωρία του Αναστασίου, που ποτές
δεν αρνιότανε βοήθεια, και μάλιστα σε στρατιωτικό. Μα και πολιτείες
που είχαν ανάγκη, άμα του ζητούσαν, έβρισκαν πόρεψη. Μόνο με τους
Αρχόντους δεν είταν αγαπημένος, ίσως επειδή δεν του άρεζαν οι τελετές
και τα πολυέξοδα μεγαλεία, συστατικό που του αφήκε δα και όνομα πως
είτανε φιλάργυρος.
ΠΕΜΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ
Ιουστίνος και πρώτα χρόνια Ιουστινιανού
Σάνε χήρεψε ο θρόνος στα 518, δεν τον ανέβηκε πάλε συγγενής του
Αναστασίου, αν κ' είχε τρία ανίψια (ένας ο Υπάτιος, που τον
ανταμώσαμε παραπάνω), παρά ο Ιουστίνος, ο Σενατόρος κι ο Κόμητας των
Εξκουβιτόρων, δηλαδή αρχηγός της βασιλικής Σωματοφυλακής. Είταν ο
Ιουστίνος από τη Δαρδανία, φτωχογεννημένος κι αυτός καθώς τόσοι άλλοι
που από τίποτις καταντούσανε μεγάλοι τους καιρούς εκείνους. Και μήτε
Ρωμαίος δεν είταν, παρά ονομάστηκε Ιουστίνος όταν ήρθε στην Πόλη,
καθώς κ' η γυναίκα του ονομάστηκε Ευφημία, από Λουππικίνα που τηνέ
γνωρίζανε στο χωριό της. Κι ως τόσο γραφτό του είταν αυτός να γίνη
αφορμή να εγκαινιαστή από τον ανιψιό του τον Ιουστινιανό μια πολιτική
που λες και την είχανε στο αίμα τους από κάποιον Καίσαρα! Πολιτική
που μας δόξασε, μα μας κόστισε κι ακριβά η δόξα εκείνη. Ας μην
τρέχουμε όμως. Ας δούμε πρώτα τι πράμα είταν ο Ιουστίνος. Λαμπρός
στρατιώτης, κι' ας είταν τώρα εβδομηντάρης περίπου· ορθόδοξος, και σ'
αυτό δα φαίνεται πως χρωστούσε και την κορώνα του· Φίλος των κυανών
του ιπποδρομίου, πάει να πη και με βοηθούς τόσο δυνατούς που δεν
τόλμησε ο Βιταλιανός να του φέρη δυσκολίες. Και μήτ' έζησε πολύν
καιρό ο Βιταλιανός, μόνο δολοφονήθηκε, έχουνε να πουν, απ' ανθρώπους
του Ιουστίνου.
Έφερε η Ορθοδοξία κι άλλο αποτέλεσμα πιο γενικώτερο, αν και
πρόσκαιρο· φίλιωσε τον Πάππα με τον Πατριάρχη. Παραδέχτηκε δηλαδή ο
Αυτοκράτορας το δογματικό σύβολο του Πάππα του πρώτου Λέοντα, κ'
έγινε ο συβιβασμός.
Πως είταν άνθρωπος με πείρα και με θέληση ο Ιουστίνος φαίνεται από
μερικά του μέτρα εναντίον των εχτρών που σαν τα όρνια τριγύριζαν
πάντα κατά τα βορεινά. Τον είπαν όμως άμαθο, και μάλιστα τόσο άμαθο
που του κρατούσανε, λέει, το χέρι να γράψη μια λέξη, κι αυτήν την
έγραφε ανάμεσ' από χαραμάδες ανοιγμένες απάνω σε πλάκα. Σάματις δεν
έσωνε ο ένας τρόπος μονάχα για να γραφή η λέξη! Εξόν αν έτρεμε το
χέρι του γέρου από φυσικιά αιτία, που δεν αναφέρνεται όμως. Αυτό το
παρατηρούμε για νάχουμε το νου μας κατόπι, σαν αναγκαζούμαστε
ναναφέρνουμε ιστορικά από την Απόκρυφη την Ιστορία του Προκοπίου, που
έπρεπε μα το ναι «Κοπρόπιος» κι όχι Προκόπιος να λέγεται όποιος την
έγραψε.
Τρία χρόνια κατόπι (521) παρουσιάζεται στη μέση κι ο ανιψιός του ο
Ιουστινιανός, Ύπατος τώρα. Τάσπερνε από τότες ο Ιουστινιανός τα
δημόσια χρήματα σε θεάματα και σε μεγαλοπρέπειες. Άλλα μερικά χρόνια,
και τονέ βρίσκουμε Αύγουστο. Όλα εκείνα τα χρόνια είταν το δεξί χέρι
του γέρου. Ώστε και πρι να γίνη Αυτοκράτορας ο Ιουστινιανός (527)
κυβερνούσε το κράτος, κ' έτσι καταντάει η βασιλεία του Ιουστίνου να
είναι και του Ιουστινιανού το πρώτο κελάιδημα. Το είχε κι ο
Ιουστινιανός αλλαγμένο τόνομά του από τότες που τον έφερε ο θειος του
στην Πόλη και σπούδαξε. Φαίνεται πως σπούδαξε ο Ιουστινιανός στα
γερά, και μέσα στις πρώτες του εκείνες μελέτες πρέπει να του κατέβηκε
το μεγάλο του όνειρο, η ανάσταση της Ρωμαϊκής κοσμοκρατορίας.
Σα δυσκολοξήγητος ο χαρακτήρας του αξέχαστου τούτου Αυτοκράτορα, που
η βασιλεία του στέκεται στην Ιστορία μας πύργος θεόρατος από
μεγαλουργήματα, τα πιώτερα γεννημένα από το φιλόδοξο νου του· και
λέμε τα πιώτερα, επειδή θανταμώσουμε κι άλλα πρόσωπα γύρω του, που
από τα έργα τους κι από τη ζωή τους κρίνοντας δεν το βρίσκουμε
εύλογο, όλα όσα ανέβηκαν τότες μεγάλα να τα κολλήσουμε στου
Ιουστινιανού την κρίση και φαντασία. Το πιο παράξενό του όμως είναι
που όσο και να γεννοβολούσε μεγάλες ιδέες, δε φάνηκε νάβγαλε καμιά
πέρα ατός του, παρά έβρισκε πάντα άλλον άνθρωπο άξιο να του τη βγάλη
πέρα.
Ό,τι και να λεν όσοι τον ανέβασαν ως τα ουράνια ή πάλε τον κατέβασαν
ως τα τάρταρα, είχε ο ήρωας αυτός του έχτου αιώνα προσόντα και καλά
κι αχαμνά, που πρέπει με μεγάλη προσοχή να του τα ξεδιαλύνη όποιος
επιθυμεί να τον καταλάβη, κι αυτόν και την εποχή του. Ένα του καλό,
που τίποτες δεν αποφάσιζε δίχως στοχασιά και μελέτη· άλλο που
μερονυχτίς δούλευε, καταντώντας κ' ύπνο και καλοζωία να θυσιάζη στη
δουλειά· τρίτο και μεγαλήτερό του καλό, η βαθιορίζωτή του εκείνη
λαχτάρα ναφήση μεγάλα έργα πολεμικά, νομικά, αρχιτεχτονικά, καθώς κ'
η μεγάλη του τέχνη να διαλέγη τους ανθρώπους που ήθελαν τέτοια έργα,
Βελισάριο, Τριβωνιανό, Ανθέμιο.
Κι ως τόσο η μεγάλη του αυτή αρετή είταν και το μεγαλύτερο του
ψεγάδι. Η φιλοδοξία του καταντούσε ανοικονόμητη και παράλογη
μεγαλομανία. Ειδεμή πώς ξηγιέται η ιδέα του να καταχτήση Αφρική,
Ιταλία κ' Ισπανία, και ναφίνη τους Πέρσους να φοβερίζουν το κράτος
από τη μια, και τους βορεινούς βαρβάρους από την άλλη, κινήματα που
σπείρανε νέα κι αλογάριαστα βάσανα μέσα στο κράτος; Τονέ δόξασαν του
Βελισαρίου και του Ναρσή τα κατορθώματα, είναι αλήθεια. Οι δόξες όμως
που τη μια μέρα πετούνε στον αιθέρα και την άλλη πέφτουνε χάμου
στάχτη, δεν είναι δόξες, δεν είναι αστέρια — είναι πεφτάστερα. Η
αληθινή η δόξα έρχεται από έργα που μένουν κι αποφασίζουν την τύχη
ενός λαού, καθώς τα έργα του Μεγάλου του Κωσταντίνου. Μας φαίνεται
λοιπό σα να μην πήρε ο Ιουστινιανός του Μεγάλου Κωσταντίνου το δρόμο·
σα να ζήτησε μάλιστα και να τονέ στραβώση. Το καθαυτό συφέρο του
τόπου δεν το καλολογάριασε. Ό,τι πάσκισε ο Ιουλιανός να κάμη με την
αρχαία θρησκεία, το ίδιο περίπου καταπιάστηκε κι ο Ιουστινιανός με
την αρχαία τη Ρώμη.
Άλλο του ψεγάδι (γέννημα ίσως κι αυτό της μεγαλομανίας του), είναι
που αναγκασμένος όντας ναφίνη άλλους να κάμνουν τα μεγάλα έργα της
βασιλείας του, τους υποψιάζουνταν κάποτες και τους φέρνουνταν κι
αχάριστα μάλιστα. Μα αποτέλεσμα πιο χερότερο της ανοικονόμητης
εκείνης δοξομανίας είταν ταλύπητο το σπατάλισμα, ταμέτρητα χρήματα
που ανεμοσκορπιούνταν, κι όχι μονάχα του Αναστασίου οι μεγάλες
οικονομίες — αυτές είτανε μεγάλο μέρος ξοδεμένες και πρι νανέβη το
θρόνο ο Ιουστινιανός — μα τα χρήματα πούβαζε ανθρώπους ασυνείδητους
σαν τον Ιωάννη τον Καππαδόκη και του τα βύζαναν από το λαό.
Είταν ο Ιωάννης ο Καππαδόκης Έπαρχος του Πραιτωρίου, δουλειά του
δηλαδή να βρίσκη πόρους. Και βρήκε πάμπολους, όχι μονάχα για τον
Ιουστινιανό μα και για τα δικά του τα φαγοπότια και τις ακολασίες.
Κατάντησε να τρέχουν οι Επαρχιώτες από τον τόπο τους στην Πρωτεύουσα,
να γλυτώσουν από τα νύχια του. Αυτός όμως, κάθε τόσο κι απόνα φόρο
σοφίζουνταν. Το Πραιτώριο του είτανε γεμάτο θεοσκότεινες φυλακές
αποκάτω, πούρριχτε τα θύματα του και τα βασάνιζε εκεί μέσα.
Δεν τάκουγε άραγες αυτά ο Ιουστινιανός; Λέγουν πως όχι. Α δεν
τάκουγε, τότες τι φρόντιζε να μαθαίνη; Αν τάξερε πάλι, με τι λογής
συνείδηση καταπιάνουνταν τα μεγαλουργήματά του;
Είναι ως τόσο πάντα η εποχή της βασιλείας του πολύ σημαντική για μας,
και δραματική όσο γίνεται. Αφίνοντας λοιπόν την κρίση ερχούμαστε στη
δήγηση, μ' έναν όμως κρυφό καημό που τα χρόνια εκείνα μας τα θόλωσε ο
Ιουστινιανός όχι μονάχα με μερικά άσκοπα, κι άκριτα κατορθώματα, μα
και με πιώτερη από τη χρειαζούμενη λατινική — ας πούμε πάχνη — που
λες και ζητάει να μας την ολοσκεπάση τη Ρωμιοσύνη.
Είπαμε παραπάνω πως είχε ο Ιουστινιανός κάμποσα πρόσωπα γύρω του που
του φούντωναν τη φιλοδοξία του αντίς να τη μετριάζουν και το
σημαντικώτερο απ' όλα εκείνα τα πρόσωπα είτανε δίχως άλλε η
πολειξάκουστη αυτοκρατόρισσα του η Θεοδώρα, γυναίκα πολύ
μεγαλεφάνταστη και μεγαλοπίχερη, όσο και μαγευτική και πανώρια.
Θέλοντας μη θέλοντας ακολουθούμε μαζί με τον άλλον κόσμο την Απόκρυφη
Ιστορία του Προκοπίου στη δήγηση της παράξενης και πολυτάραχης ζωής
της Θεοδώρας. Μακάρι να είχαμε και καλλίτερον τρόπο να τα ξετάσουμε
και να τα μάθουμε! Μην έχοντας καλλίτερο τρόπο, ας πούμε τουλάχιστο
πρώτα μερικά για το διπρόσωπο και τριπρόσωπο ιστορικό μας, να ξέρη ο
αναγνώστης ως πού μπορεί να τις παραδέχεται τις αλλόκοτες ιστορίες
του.
Γεννήθηκε ο Προκόπιος στην Καισάρεια της Παλαιστίνης στα 490. Έκαμε
στην αρχή δικηγόρος στην πατρίδα του· από κει έγινε γραμματικός του
στρατηγού του Βελισαρίου, και κατόπι έλαβε κι άλλα αξιώματα. Μόλις
μεταξύ 549 και 559 άρχισε να γράφη. Πρώτο του έργο είταν η καθαυτό
ιστορία του· περσικός πόλεμος, βανταλική εκστρατεία, ιταλικοί πολέμοι
— όλα του καιρού του. Και κατά το σύστημα όλων των ιστορικών από την
αρχή ως το τέλος, φιλοτιμήθηκε κι αυτός να γράψη απάνω στα κλασσικά
μας πρότυπα, σα να ζούσε στα χρόνια του Θουκυδίδη, θα είταν ίσως πιο
αξιέπαινος α μιμότανε όχι μονάχα τη γλώσσα, παρά και την ηθική των
παλιώ μας ιστορικών. Κι όχι πάλε πως δεν τόκαμε αυτό στο πρώτο του
έργο. Μα ύστερ' από την ιστορία του γράφει από τη μια ένα εγκώμιο του
Ιουστινιανού χοντρές κολακείες γεμάτο, κ' εκεί μέσα ιστορεί τα μεγάλα
του χτισίματα· κι από την άλλη κρυφοπλέχτει τα περίφημα του
«Ανέκδοτα», κ' εκεί όχι μονάχα ακυρώνει κάθε εγκωμιαστική λέξη του
άλλου του βιβλίου, μα και λόγια δε βρίσκει να παραστήση την κακοήθεια
και την κακορριζικιά και του βασιλέα και της βασίλισσας, και των
άλλων της εποχής του μεγάλων· ως μήτ' ανθρώπους πια δε θέλει να τους
πη στ' «Ανέκδοτα», παρά τους λέει «τέρατα» που κατεβήκανε να
ξολοθρέψουν τον κόσμο.
Από τέτοιον άνθρωπο τι να διάλεξης, και τι να πετάξης; Γράφηκαν πολλά
για τα έργα του, και κατάντησε κι αυτό σαν ομηρικό ζήτημα από τότες
που βρέθηκε το χερόγραφο της Απόκρυφης Ιστορίας του στη Βατικανή
(1623). Είπανε μερικοί πως άλλος έγραψε την Ιστορία κι άλλος τ'
Απόκρυφα· άλλοι, πως ο ίδιος τάγραψε και τα τρία τα συγράματα, μα τι
περίμενες, λέγουν, από τέτοια ξαχρειωμένη εποχή! Κ' έτσι μας
φορτώνουν αυτοί όλα τα ψεγάδια του Προκοπίου! Σπολλάτη τους, που για
να ξηγήσουν και καλά τέτοιο ανώμαλο ζήτημα — ένας άνθρωπος να
παρουσιάζεται με τρεις διαφορετικούς χαραχτήρες — μας χαντάκωσαν
όλους μας! Σάματις κι αν το παραδεχτούμε πως ένας τάγραψε και τα τρία
βιβλία, δε βλέπουμε και σήμερα στην Ευρώπη με τις δωδεκάδες όχι πια
χρονογράφους, μα κι ανθρώπους με πολύ ανώτερες θέσες κι αξιώματα τρις
χερότερους από τον Προκόπιο! Λέγουν το λοιπόν απ' αυτούς μερικοί πως
παραγγελμένος όντας ο Προκόπιος να γράψη τον πανηγυρικό του
Ιουστινιανού, για να τον καταπραΰνη που δεν τον εγκώμιαζε αρκετά στην
πρώτη του ιστορία, έβγαλε τάχτι του με την απόκρυφη εκείνη Ιστορία
του.
Δεν είναι μήτε ανάγκη μήτε της δουλειάς μας να το ψυχολογήσουμε εδώ
τέτοιο ζήτημα. Σώνει μας να διαλέξουμε τον ένα δρόμο από τους δυο, κ'
ή να ταφήσουμε καταμέρος τ' Απόκρυφα, ή, καθώς έκαμαν όλοι, να
τακολουθήσουμε. Θα κάμουμε το δεύτερο, αν και δυσκολία ακόμα πιο
μεγαλήτερή μας παρουσιάζεται. Αυτουνού δηλαδή του δρόμου ποιο
μονοπάτι να πιάσουμε; Εκείνο που δεν παραδέχεται τίποτις αληθινό,
μόνε όσα βεβαιώνουνται κι από άλλους, ή εκείνο που πηγαίνει με την
αρχή πως όλα τα σκάνταλα της Απόκρυφης Ιστορίας είναι υπερβολές,
λεγμένες από πάθος, έχουν όμως, καθώς οι πιώτερες τέτοιες καταλαλιές,
και κάποια ουσία μέσα τους, αρκετή για να τα χάψη ο κόσμος σα να
είταν αλήθειες όλα; Νομίζω πως το πιο φυσικό και το πιο λογικό είναι
να πάρουμε το δεύτερο αυτό μονοπάτι.
Ξαναρχόμαστε λοιπό στη βασίλισσα μας τη Θεοδώρα, όμως μα την αλήθεια
με πόνο ψυχής που έγινε η πρώτη πρώτη ζωή της του κόσμου θέαμα και
παιχνίδι και που θαμπώνεται η περίλαμπρή της κορώνα με της νιότης της
τα ψεγάδια.
Είτανε στον καιρό του Αναστασίου κάποιος Ακάκιος από την Κύπρο,
θεριοθρόφος του ιπποδρομίου, κ' είχε τρεις κόρες· την Κομιτώ, τη
Θεοδώρα και την Αναστασία. Σαν απέθανε ο Ακάκιος, η μεγαλήτερη κόρη
του μόλις είταν εφτά χρονώ. Σα μεγάλωσαν κάπως αυτά τα κορίτσια,
πηγαίνανε, για να βγάζουνε το ψωμί τους, στο Ιπποδρόμιο και στα
θεάματα, και δίνανε παράσταση, θέατρο τότες δεν είχε, όχι που μας
έλλειπε ο πολιτισμός, παρά επειδή μήτε οι Ρωμαίοι δεν είχανε θέατρο·
και καθώς ξέρουμε, πρότυπο της Πόλης είταν η Ρώμη. Είχανε θεάματα,
ιπποδρόμια, θεριομανίες κι άλλα τέτοια. Εκεί λοιπόν πήγαν οι δυο
μεγαλήτερες αδερφάδες να βρούνε πόρεψη. Εκεί η μικρή η Θεοδώρα,
φορεμένη πουκαμισάκι μανικωμένο σα φτωχοπούλα που είταν, έκαμνε
«μούτρα» κι άλλα γελαστικά παιχνιδάκια σάνε χόρευε η αδερφή της η
Κομιτώ. Έξω όμως από τα θεάματα η τύχη τους άλλη δεν μπορούσε να
είναι παρά η ίδια καθώς και σήμερα· κάθε άνθρωπος του δρόμου και της
ταβέρνας που ζητούσε ακολασία, σε τέτοιες πήγαινε. Έπεσε λοιπό θύμα
τους κ' η Θεοδώρα, και με τον καιρό τόκαμε κ' επάγγελμά της.
Όσο μεγάλωνε ως τόσο, μεγάλωναν κ' οι ομορφιές της. Έγινε η
περιφημότερη εταίρα της Πόλης, και την τριγύριζαν όχι πια του δρόμου
άνθρωποι, παρ' αρχόντοι και πλούσιοι. Ένας τους είταν κι ο Εκηβόλος
από την Τύρο. Και σάνε διορίστηκε διοικητής της Αφρικανικής
Πεντάπολης, πήρε και τη Θεοδώρα μαζί του· κατόπι όμως τηνέ βαρέθηκε,
και την άφησε μέσα στους πέντε δρόμους. Διωγμένη η Θεοδώρα και
φτωχεμένη πλανιούνταν από χώρα σε χώρα και ζούσε με το συνηθισμένο
της τρόπο.
Άξαφνα όμως τη φωτίζει, να την αφήση αυτή τη ζωή και να γυρίση στην
Πόλη. Γυρίζει στην Πόλη, πιάνει φτωχικό σπίτι — ίσια ίσια το σπίτι
που κατόπι το ξανάχτισε και τόκαμε κατάστημα για όσες παρόμοιες
κοπέλλες θέλανε να ξαναζήσουν τίμια — κ' εκεί πότε με το κλώσιμο,
πότε μ' άλλ' αργόχερα, καψόβγαζε το ψωμί της. Εκεί την αντάμωσε ο
Ιουστινιανός, την ερωτεύτηκε, κι αποφάσισε να την πάρη γυναίκα του. Η
θεια του η Ευφημία φυσικά μήτε να τακούση τέτοιο πράμα. Σαν απέθανε
όμως η Ευφημία, από δω είχε από κει είχε, κατάφερε το θειο του τον
Αυτοκράτορα να βγάλη νόμο που άφινε συγκλητικούς να παντρεύουνται κι
άτιμες, σώνει ναλλάζουν αυτές διαγωγή σαν παντρεύουνται.