Φορούσε ο Έπαρχος απανωφόρι πορφυρένιο καθώς ο Αυτοκράτορας, μόνο

κάτι κοντήτερο· κατέβαινε δηλαδή ως τα γόνατα μονάχα. Ασημένιο

καλαμάρι και μαλαματένια κοντυλοθήκη στη μέση, ζώνη ολόχρυση, και

κάμποσα άλλα πολύτιμα και βασιλικά στολίδια. Σαν έμπαινε στο χρυσό κι

αψηλόστεκό του αμάξι να ξεκινήση, καταστόλιστοι δορυφόροι τονέ

συνόδευαν, και κράχτης ξεσπαθωμένος έτρεχε από μπρος φωνάζοντας

νανοίξουνε τόπο. Και σαν παρουσιάζουνταν πουθενά, όλοι γονάτιζαν.

Έπαρχο δικό της η Κωσταντινούπολη στην αρχή δεν είχε. Ο πρώτος

διορίστηκε μετά το θάνατο του Κωσταντίου (379)· χρέη του είτανε να

επιστατή όλα της Πρωτεύουσας, να φροντίζη τους _Δήμους_ της, την

ησυχία, συντεχνίες, λουτρά, νερά, σιτερά, προμήθειες.

Ερχούμαστε τώρα στο Μεγάλο Θαλαμηπόλο, τον _Πραιπόσιτο των

Κουβικουλαρίων_ αξίωμα φερμένο από την Ασία. Όριζε αυτός όλους τους

Αυλικούς, ως και τον Κόμητα τον Βεστιαρίου ή Πρωτοβεστιάριον, που

αυτός μόνος χαίρουνταν το προνόμιο ναπλώνη χέρι και να ξεσκονίζη του

Βασιλέα το φόρεμα· τον _Κόμητα της Βασιλικής Οικίας_, τον _Πριμικήριο

τον κοιτώνος_, και τέλος τους _Σιλεντιάριους_. Ζώντας μερονυχτίς με

τον Αυτοκράτορα ο Πραιπόσιτος καταντούσε μεγαλοδύναμος στο παλάτι,

και παράδειγμα, ο Ευτρόπιος.

Υπουργός των Οικονομικών είταν ο _Κόμης των θείων Λαργιτιόνων_, κι ο

Κόμης των _Βασιλικών Πριβάτων_. Ο πρώτος, καθαυτό δημόσιος

θησαυροφύλακας. Ο άλλος, μονάχα του παλατιού.

Άλλο μεγάλο αξίωμα είταν ο _Μάγιστρος των Οφφηκίων_. Έκαμνε κι αυτός

κάμποσα, και το κυριώτερο, να δέχεται κάθε ξένον Πρέσβη και να τον

παρουσιάζη του Αυτοκρατόρου.

Ο δεύτερος βαθμός της αριστοκρατίας, οι _Ρεσπεκτάμπιλοι_, είχε τους

_Ύπαρχους_, τον _Κόμητα της Ανατολής_, και μερικούς άλλους· μα και

τους Κυβερνήτες τω δυο Επαρχιών που δεν τις όριζε Έπαρχος, δηλαδή

τους _Ανθύπατους_ της Ασίας και της Αχαΐας.

Στον τρίτο πάλε βαθμό της αριστοκρατίας, τους _Κλαρίσσιμους_,

βρίσκουμε τους _Αντέπαρχους_ των Επαρχιών (άλλος τίτλος τους

_Κορρεκτόροι ή Κονσουλάριοι_), και πάμπολους Υπαλλήλους.

Ίσως αξίζει, πρι να κλείσουμε τα πρόχειρα αυτά σημειώματα, να πούμε

κάτι και για το Στρατό. Είτανε μοιρασμένος ο στρατός αυτή την εποχή

σε δυο τμήματα· τόνα έμνησκε πάντα στα σύνορα, τάλλο στο σωτερικό,

έτοιμο πάντα να τρέξη σ' όποια σύνορα τόφερνε η ανάγκη. Οι πρώτοι

λεγότανε _Λιμιτάνεοι_, οι άλλοι _Παλατίνοι_. Αυτούς τους μάζευαν από

την Ιταλία στα πρώτα χρόνια. Χρέος των Παλατίνων είτανε να

διαφεντεύουν και το παλάτι· οι Πρωτοστράτηγοί τους λεγόντανε Magister

Militum per Orientem, per Thracias και καθεξής. Οι Λιμετάνεοι δεν

είτανε μονάχα στρατιωτικοί, μόνο δούλευαν και τη γης σα δεν είχε

πόλεμο. Με το να διαφέντευαν τα συνορικά τα κάστρα, ονομάστηκαν αυτοί

και _Καστριάνοι_.

Όταν οι Έπαρχοι του Πραιτωρίου έχασαν τη στρατιωτική εξουσία τους

(στον καιρό του Διοκλητικού), καταργήθηκαν τότες κ' οι περίφημοι οι

Πραιτωριανοί οι φρουροί, και συστήθηκε νέα φρουρά ονομαζόμενη

_Σχολάριοι_. Οι Σχολάριοι αυτοί στον καιρό του Ιουστινιανού αγόραζαν

ακριβά ταξίωμά τους. Τους είχαν όμως τότες όχι τόσο για πόλεμο, όσο

για θεωρία, με τα « επανωκλίβανά» τους και με τα κεντητά τα

λιοντάρια, στήθια και ράχη. Αρχηγός τους είταν ο _Μάγιστρος των

Οφφικίων_.

Έχουμε και κάμποσους άλλους φρουρούς, μα για την ώρα αναφέρνουμε

μονάχα τους _Δομέστικους_ και τους _Προτήκτορες_, που λέγουνταν και

_Διαιτάριοι_, και _Παραμονοί_, και _Πρεσέντες_.

ΕΧΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ

Ο δεύτερος Θεοδόσιος κ' η Πουλχερία

Σαν πέθανε ο Αρκάδιος κ' η Ευδοξία στα 408, θρόνιασαν εφτά χρονών

παιδί το γιο τους το δεύτερο Θεοδόσιο, εγγονό του Μεγάλου Θεοδοσίου.

Ο Ονώριος από τη Ρώμη μήτε πολυσκοτίστηκε μήτε ανακατεύτηκε σ' αυτή

τη διαδοχή. Άρχιζε πια τώρα και ξεχωρίζουνταν κάμποσο η Ανατολή από

τη Δύση. Έπαιρνε αγάλι αγάλι δικό της δρόμο η Δύση και στα πολιτικά

και στα θρησκευτικά. Ίσως όμως η πρώτη αφορμή που τους σημάδεψε κάπως

καθαρά αυτό το φυσικό χωρισμό είταν η τύχη του Χρυσοστόμου, επειδή κι

ο ποντίφης ο Ιννοκέντιος συγκάλεσε Σύνοδο στην Ιταλία νακυρώση τον

ξεθρονισμό του Ιωάννη, και να ζητήση Σύνοδο γενική στη Θεσσαλονίκη,

κι ο Ονώριος, ακούγοντας του ποντίφη τα λόγια, έγραψε του Αρκαδίου

κάμποσο θυμωμένα, και τέλος έστειλε τέσσερεις επισκόπους κι άλλους

κληρικούς στην Κωσταντινούπολη με μηνύματα και με νέα γράμματα,

παρακινώντας τον αδερφό του να ξαναφέρη το Χρυσόστομο πίσω. Και

πρέπει να το μολογήσουμε πως σ' αυτό το ζήτημα είχε η Δύση το δίκιο

μαζί της. Και το χερότερο για τα μας, που όχι μονάχα δεν πάτησε πόδι

στο Βυζάντιο η συνοδία εκείνη, μα και φυλακίστηκε μέσα σ' ένα κάστρο

της Θράκης (406).

Πρέπει, λοιπό να βαστούσε ακόμα κάποια κρυάδα αναμεταξύ παλιάς και

νέας Ρώμης στα 408, κι αυτό μονάχα θάσωνε να μας ξηγήση το γιατί δεν

ανακατεύτηκε ο Ονώριος όταν έμεινε τ' ανατολικό Κράτος σ' ανήλικα

χέρια.

Είπαν πως ο Αρκάδιος είχε διορισμένο κηδεμόνα του μικρού τον Πέρσο

βασιλέα τον Ισδεγέρση. Αλήθεια ψέματα αυτό, αδιάφορο, αφού δεν έγινε.

Εκείνο που έγινε είταν και το πιο σωστό· μαζεύτηκαν οι πιο σημαντικοί

της Πρωτεύουσας, και κήρυξαν Επίτροπο του Βασιλέα και Κυβερνήτη του

τόπου τον Ανθήμιο, άνθρωπο γνωστικό και γενναίο.

Κάμποσα καλά έκαμε ο Ανθήμιος στα έξη μέσα χρόνια που αντιβασίλεψε.

Πρώτο πρώτο, που έδιωξε από τη Θράκη τους Ούννους — κατεβασμένους

τότες με μεγάλο στρατό και με το βασιλέα τους τον Ούλδη, το φονέα του

γνωστού μας Γαϊνά — και τους ανάγκασε να ξαναδιαβούν τον Ίστρο, αφού

ξολόθρεψε μερικούς, κι άλλους πάλε τους έπιασε σκλάβους, και μην

ξέροντας τι να τους κάμη τους έστειλε στη Μικρασία να δουλεύουνε στα

υποστατικά των πλούσιων. Άλλο έργο του είναι το δεύτερο και

δυνατώτερο περιτείχισμα της Πρωτεύουσας (413), που ξεχείλιζε και

πήγαινε τώρα και τα σπίτια της ξαπλώνονταν πέρ' από του Μεγάλου

Κωσταντίνου τα σύνορα. Τα νέα λοιπόν αυτά τειχίσματα όχι μονάχα την

καθαυτό πόλη διαφεντεύανε, σα δυνατώτερα που είτανε, μα και τις

καινούριες ενορίες περιμάζευαν. Τρίτο σπουδαίο του κάμωμα είταν ο

στόλος που σκάρωσε κ' έβαλε στο Δούναβη μέσα, ως διακόσα πενήντα

πλοία, να προσέχη τους Ούννους. Λες κ' η καλή μας τύχη τοδηγούσε του

Ανθημίου το χέρι να διώχνη το φάντασμα της βαρβαρωσύνης από τα

βορεινά μας εκείνα μέρη, και να τ' αναγκάζη να βλέπη κατά τα δυτικά,

εκεί που πλάκωσε κιόλας όταν από φάντασμα έγινε Αττίλας αληθινός και

φοβερός.

Στα 414 όμως ο φρόνιμος αυτός κυβερνήτης ή αφήκε, ή αναγκάστηκε

ναφήση την εξουσία σ' άλλο σημαντικό πρόσωπο, που παρουσιάζεται

άξαφνα στη μέση, και πολύ σημαντικό μάλιστα αφού είταν και γυναίκα, η

πρώτη γυναίκα που πήρε την τύχη της ρωμιοσύνης στα χέρια της· η

αδερφή του νέου Θεοδοσίου, η παρθενοβασίλισσα η Πουλχερία, που δεκάξη

χρονών την κήρυξαν _Αύγουστα_. Προκομμένη κ' ενάρετη κόρη, με νου

κυβερνητικό από τον πάππου της παρμένο, κι αποφασισμένη να μείνη

παρθένα μαζί με τις άλλες δυο της αδερφάδες, Αρκαδία και Μαρίνα,

πρόβαλε η Πουλχερία καθώς άλλοτες η Αγία Ελένη, μόνο που πήρε ατή της

τα χαλινάρια του βασιλείου. Καθαρίστηκε αμέσως ταγέρι του παλατιού.

Οι ευνούχοι θα πήτε ακόμα δεν έφυγαν, έπαιρναν κ' έδιναν ακόμα αυτοί.

Καταργήθηκαν όμως πολλές άλλες προτητερινές σαρδαναπαλιές, και κει

που βράζανε στο παλάτι μέσα παντής λογής ανωφέλευτοι και βλαβεροί

παράσιτοι και παράλυτοι, κατάντησε άξαφνα σαν είδος μοναστήρι!

Πρώτη της έννοια της Πουλχερίας είτανε ναναθρέψη τον αδερφό της.

Είπαν πως με τα καλογερικά της συστήματα τον έκαμε ξεπίτηδες χαύνο,

γυναικωτό, κι ανάξιο να κυβερνάη. Μα ο Θεοδόσιος δε μας έδειξε κατόπι

πως είταν κι ολότελα για πέταμα ό,τι κι αν είταν, πάντα καλλίτερος

από τον πατέρα του. Καθετίς που μπορούσε αναθροφή να δώση σ' άνθρωπο

το νοιάστηκε η Πουλχερία. Και γράμματα τον έμαθε και καλλιγραφία και

τρόπους και φερσίματα και καβάλλα και κυνήγι, τέλος και τροπάρια να

ψέλνη και να νηστεύη· χαρακτήρα όμως γερό αντρίκιο μήτ' αυτά μήτ'

άλλα τόσα δεν μπορούσανε να του φυτέψουν. Τι παράξενο λοιπόν αν πήρε

η Πουλχερία την καθαυτό, εξουσία; Αν είχε από φυσικό του μεγάλη

αξιωσύνη ο Θεοδόσιος, και να τόθελε η αδερφή του πάλε δε θα μπορούσε

να πνίξη το χαρακτήρα του. Μα κι όση διδασκαλία τούδωσε πρέπει να τον

ξύπνησε κάπως, κι όχι τον αποκοίμισε ολότελα, καθώς κρίνουνε μερικοί.

Δράματα μεγάλα και συγκινητικά δεν απαντούμε στα σαράντα και πιώτερα

χρόνια της αρσενοθήλυκης αυτής βασιλείας, καθώς μήτε έργα πολυδόξαστα

και λαμπρά. Ανιστορώντας όμως τους φοβερούς βαρβάρους που παραμόνευαν

απέξω και τον κίντυνο που φοβέριζε το κράτος, λέμε πως τύχη του να

κυβερνιέται από ανθρώπους, που κι α δεν είτανε μεγάλοι, στάθηκαν όμως

κάτι πιο άξιοι και πιο γνωστικοί από τους δυτικούς, που μια κι

άρπαξαν την μπόρα δε βάσταξαν, παρ' αφανίστηκαν από τα ίδια τα

στοιχεία που η νέα Ρώμη πολέμησε και ξέκαμε.

Ένα από τα πρώτα πρώτα έργα της Πουλχερίας, ίσως το πιο όμορφο,

αγκαλά όχι δα και με τόση εθνική σημασία όση του δόθηκε, είταν ο

γάμος του αδερφού της με καθάρια Ελληνίδα, την πρώτη που ανέβηκε στο

Βυζαντινό το θρόνο (421). Δίχως μεγάλη εθνική σημασία είπαμε, επειδή

κ' έτσι κι αλλιώς την έπαιρνε αγάλι αγάλι την εθνική χρωματιά μας κ'

η πρωτεύουσα κι όλο το κράτος. Είναι όμως όμορφο το επεισόδιο, είναι

το κάτω κάτω και μέρος της ιστορίας του Θεοδοσίου, και δεν πρέπει να

το παραβλέψουμε.

Είτανε στην Αθήνα ένας φιλόσοφος, εθνικός βέβαια, Λεόντιος τόνομά

του. Είχε τρία τέκνα, δυο αγώρια και μια θυγατέρα, την Αθηναΐδα

όμορφη, ξυπνή, προκομμένη. Λέγουν πως ο πατέρας της, αν και την

αγαπούσε, αφήκε όλη του την κατάσταση στους δυο του γιους. Του κάκου,

σαν απόμεινε ορφανή, ζήτηξε κι αυτή μερτικό. Τι να κάμη, παίρνει τα

μάτια της και σέρνει κατά την Κωσταντινούπολη να ζήτηση δικαιοσύνη

από την Πουλχερία. Μόλις τη βλέπει η Πουλχερία, και συλλογιέται πως

καλλίτερη νύφη δεν μπορούσε να βρεθή για τον αδερφό της. Έρχεται

λοιπό στο Θεοδόσιο και του την περιγράφει μ' όσο γίνεται ζωηρότερα

χρώματα. «Άσπρη χιόνι, μαυρομάτα, σγουρόμαλλη, λυγερόκορμη,

μυριόχαρη» — τι δεν του είπε πως είναι! Πηγαίνει τότες ο Θεοδόσιος

και κρύβεται πίσωθε από παραπέτασμα στο παλάτι της αδερφής του, τη

βλέπει, και την ερωτεύεται. Σ' όλο το κράτος μέσα αντιλάληξε ο

βασιλικός αυτός έρωτας. Βαφτίζεται η Αθηναΐδα κι ονομάζεται Ευδοκία,

και γίνουνται οι γάμοι με κι από τη συνηθισμένη πιο μεγάλη λαμπρότητα

και παράταξη. Αύγουστα ως τόσο δεν την έκαμε την Ευδοκία η

παντοδύναμη Πουλχερία, παρ' αφού γέννησε κόρη.

Ακούν ταδέρφια της τέτοια είδηση αναπάντεχη, και πού να κρυφτούνε δεν

ξέρουν από το φόβο τους. Η αγαθόκαρδη Ευδοκία όμως όχι μονάχα δεν

τους εγδικήθηκε, μα και σ' αξιώματα τους ανέβασε και τους δυο τους.

Και δε φαίνεται μήτε να της φούσκωσε τα μυαλά της η μεγάλη αυτή τύχη,

παρά ζούσε ήσυχα δίχως νανεκατεύεται στο παραμικρό έξω από το παλάτι

της. Ίσως όμως είταν αυτό συφωνημένο από τα πρι με την Πουλχερία, που

πάντα εννοούσε αυτή να είναι η καθαυτό Βασίλισσα. Και σαν έζησε έτσι

η Ευδοκία ώσπου έγινε δεκαπέντε η κόρη της, την πάντρεψε με το δυτικό

Αυτοκράτορα, τον τρίτο Βαλεντιανό, και ξεκίνησε κατά τον Άγιον Τάφο

να προσκυνήση. Το είχε ταμένο αυτό. Στο δρόμο της απάνω στάθηκε στην

Αντιόχεια, και κει στο Βουλευτήριο μέσα λεν πως έβγαλε σοφό ελληνικό

λόγο καθισμένη σ' ολόχρυσο και πετραδοστόλιστο θρόνο. Συνήθεια το

είχε κι από την Πόλη να προστατεύη ό,τι είταν ελληνόπρεπο η Αθηναία η

ρητοροπούλα. Ίσως μάλιστα είναι και το πρώτο επίσημο πρόσωπο που

καταπιάστηκε να καταργήση τα λατινικά τα συστήματα, αγκαλά αυτά και

μονάχα τους κατρακυλούσανε και πηγαίνανε. Μα και με πιο πραχτικώτερα

μέτρα έδειξε την αγάπη της προς την κλασσική Αντιόχεια η Ευδοκία,

καταπείσαντας το Θεοδόσιο να διορθώση τα χαλασμένα θερμά λουτρά της,

να μεγαλώση τα τειχίσματα της, και μάλλες τέτοιες βασιλικές χάρες να

την παρηγορήση στα γερατειά της.

Στον Άγιον Τάφο πάλε λέγουν πως άλλη Αγιά Ελένη στάθηκε με τα

πλουσιοπάροχα δώρα της και με τη βασιλική προστασία της. Σα να μην

την καλοσπούδασε όμως την «Αιλία Καπιτωλία» — καθώς την ονόμαζαν οι

Ρωμαίοι την ιερή πόλη — ειδεμή θα φρίκιαζε με την κόλαση εκείνη, που

ένας εκκλησιαστικός του καιρού της την ονόμασε « Γόμορα ». Σάνε

μεταγύρισε η προσκυνήτρα η Ευδοκία, γέμισε, λέγουν, την Πρωτεύουσα

πλήθος ιερά φυλαχτήρια και λείψανα.

Η δεύτερη όμως αυτή περίοδο της ζωής της δεν πέρασε φιλοσοφικά κ'

ειρηνικά καθώς η πρώτη· σα να της ήρθε άξαφνα όρεξη να κυβερνάη κι

αυτή μαζί με την Πουλχερία. Έγινε λοιπόν αμέσως ό,τι γίνεται σα

θέλουνε δυο γυναίκες να κυβερνήσουν το ίδιο το σπιτικό· μοιράστηκε σε

δυο κόμματα όλη η πόλη. Με τον καιρό καταπόνεσε το κόμμα της

Πουλχερίας. Είχε η Ευδοκία προστατευόμενό της το μάγιστρο τον

Παυλίνο. Λέχτηκε πως της είταν και κάτι πιώτερο παρά φίλος, και

μάλιστα σώζεται κάποιο σαν παραμύθι για ένα σπάνιο μήλο που της έδωκε

ο Θεοδόσιος, και κείνη πάλε το χάρισε του Παυλίνου, κ' έτσι πιάστηκε

από τον άντρα της, που από τότες πια δεν τηνέ συχώρεσε. Η αλήθεια

είναι πως στα 440 θανατώθηκε ο Παυλίνος. Δικός της είταν κι ο έπαρχος

ο Κύρος, άνθρωπος άξιος, ωραίος, και μ' ελληνική προκοπή στολισμένος

κι αυτός. Τόσο, που και τα διατάγματά του στην ελληνική γλώσσα

έβγαζε, και καθετίς Ελληνικό υποστήριζε. Έχτισε και διόρθωσε και

δημόσια χτίρια πολλά ο Κύρος, και τέλος φώτισε και την πόλη με

τελειότερο τρόπο. Τόσο όμως ερεθισμένος είταν ο κόσμος, που οι εχτροί

της Ευδοκίας τα είπαν όλα αυτά τα έργα του επαναστατικά. Κάτω λοιπόν

κι ο Κύρος, που ως τα χτες τονέ δοξάζανε στο Ιπποδρόμιο μέσα. Τον

έρριξαν, και τον έστειλαν επίσκοπο στη Φρυγία.

Σαν είδε η Ευδοκία πως ελπίδα πια δεν της έμνησκε, ως μήτ' από τον

άντρα της ύστερ' από τις ιστορίες εκείνες με τον Παυλίνο, σηκώθηκε

και κατέβηκε πάλι στα Ιεροσόλυμα (443). Μα μήτ' εκεί δεν την άφησε

ήσυχη η Πουλχερία· της αφαίρεσε κάθε βασιλικό δικαίωμα, κ' έμεινε

εκεί ξόριστη, ώσπου απέθανε καλόγρια ύστερις από δεκάξη χρόνια, σ'

εξήντα εννιά χρονών ηλικία.

Ερχόμαστε τώρα στο Θεοδόσιο. Πως είχε ο Θεοδόσιος και μερικά καλά, το

βλέπουμε από την πολιτική του για την εθνική γλώσσα. Αδιάφορο αν πήρε

από την Ευδοκία την ιδέα ή από την Πουλχερία ή από την ασταμάτιστη

ορμή της ρωμαίικης φυλής. Σώνει που στα 439 έβγαλε ο Θεοδόσιος νόμο

που έδινε την άδεια να γράφη όποιος θέλει τη διαθήκη του στη γλώσσα

του τόπου. Μα κι αρχήτερ' ακόμα, από τα 425, είχε δείξει τη φρονιμάδα

του μ' άλλο πιο σημαντικώτερο νόμο, το εγκαίνιασμα δηλαδή του

Βυζαντινού Πανεπιστήμιου, που για τα γραμματικά και τα φιλολογικά

μονάχα είχε εικοσιοχτώ καθηγητάδες, δεκαπέντε για τα ελληνικά, και

δεκατρείς για τη λατινική φιλολογία, φιλοσοφία κτλ· νόμο που πρέπει

να του δώσουμε σημασία, κι όχι τόσο για την παιδευτική του αξία, παρά

που παρουσιάστηκε ανάγκη μέσα στο λατινοκυβέρνητο το Βυζάντιο

ναναγνωριστή τόσο επίσημα η γλώσσα της χώρας, και ναποφανή πως με τη

λατινική μονάχη το Κράτος δεν μπορούσε πια να κυβερνηθή. Έτσι άρχιζε

και τους καταχτούσε ο Ρωμιός τους Ρωμαίους.

Ο καθαυτό σκοπός του Πανεπιστήμιου εκείνου φαίνεται πως είτανε

θρησκευτικός· να μεταφερθούνε δηλαδή τα φώτα από την ειδωλολατρική

την Αθήνα στο χριστιανικό το Βυζάντιο, και να χτυπηθή στη ρίζα του ο

Εθνισμός. Μα πολεμώντας έτσι να προλάβουν ένα κίντυνο, μας προφύλαγαν

απ' άλλο μεγαλήτερο, τον ολότελο λατινισμό. Φέρνοντας την Αθήνα στην

Πόλη μας προστατεύανε μαζί με το χριστιανισμό και τη γλώσσα.

Άλλο έργο του Μικρού Θεοδοσίου είταν ο νέος Κώδικας που στα 429

διάταξε να συνταχτή από εννιά διαλεχτούς νομικούς του καιρού του.

Μόλις στα 439 δημοσιεύτηκε αυτός ο κώδικας κι από τους δυο

αυτοκρατόρους μαζί, Θεοδόσιο και Βαλεντιανό, λίγους μήνες αφού

κατέβηκε από τη Ρώμη στην Κωσταντινούπολη ο Βαλεντιανός να πάρη

γυναίκα την Ευδοξία, της Ευδοκίας την κόρη.

Ας έρθουμε τώρα στην πιο γενικώτερη πολιτική ιστορία του Θεοδοσίου

και της Πουλχερίας. Από κάθε μεριά της Αυτοκρατορίας βρίσκουμε στην

αρχή κάτι πιώτερη γαλήνη κ' ησυχία παρά στα περασμένα χρόνια. Κι αν

τύχαινε να χαλνάη πουθενά η ειρήνη, καθώς π. χ. με τον Πέρσο το

Βασιλέα, δεν ντροπιάστηκαν του Θεοδοσίου τα όπλα, παρ' αναγκάστηκαν

οι Πέρσοι να περιμαζευτούν (420 — 421). Έτσι και στ' Αρμενικό το

ζήτημα του πέμτου αιώνα. Είταν τότες η Αρμενία μοιρασμένη σε δυο

μερίδες. Την ανατολική με δικό της βασιλέα, μα κάτω από τον Πέρσο το

μονάρχη· και τη δυτική με ξέχωρο βασιλέα κι αυτή, μα υποταχτικό του

δικού μας του Αυτοκράτορα. Στου Θεοδοσίου λοιπόν τον καιρό

πρωτοπάρθηκε μέσα στο κράτος η δυτική Αρμενία, με το να μην μπόρεσε

νανέβη κανένας διάδοχος το θρόνο της σαν απέθανε ο βασιλέας της ο

Αρσάκης. Κι όχι μονάχα διορίστηκε βυζαντινός Κυβερνήτης εκεί αντίς

Βασιλέα, παρά κ' η Θεοδοσιούπολη χτίστηκε κι οχυρώθηκε μέσα στη νέα

την επαρχία. Και κατόπι πάλε από τριάντα περίπου χρόνια, όταν κι ο

Πέρσος μονάρχης έκαμε τα ίδια με την ανατολική Αρμενία, που

ονομάστηκε από τότες Περσαρμενία, πάλε ο Θεοδόσιος κ' η Πουλχερία

κατάφεραν και της πήραν ένα μέρος και το κολλήσανε στη ρωμαίικη την

Αρμενία. Τώρα νοιώθουμε κ' ένα άλλο, πώς δηλαδή έτυχε να βρίσκουνται

από καιρό σε καιρό τόσοι σημαντικοί Αρμένηδες στην Πρωτεύουσα μέσα,

και στο στρατό και στο παλάτι, και στο θρόνο απάνω ακόμα.

Κατά τα τέλη όμως της βασιλείας του Θεοδοσίου βλέπουμε πάλι

φουρτουνιασμένα σύννεφα τριγύρω στο κράτος. Τους θυμούμαστε τους

Ούννους από τότες που στενοχώρεσαν τους Γότθους και τους ανάγκασανε

να γυρέψουνε στα μέρη μας νέα φωλιάσματα (Β' Μέρ. 6ο Κεφ.). Πλάκωσαν

τότες και μερικοί Ούννοι, μα όχι μεγάλα πράματα. Κι αργότερα πάλι

ξεπρόβαλαν, καθώς είδαμε παραπάνω, μα πότε με τις φοβέρες, πότε με

χρήματα και με δώρα, τους κράταγαν οι δικοί μας έξω από τα σύνορα.

Όταν όμως στα 434 πήρε την αρχηγία των Ούννων ο φοβερός, ο

θεριόκαρδος ο Αττίλας, άλλαξαν αμέσως τα πράματα. Άρχισε πρώτα πρώτα

να ζητάη κι άλλα χρήματα. Κι όσο τούδιναν, τόσο γύρευε· κατάντησε

κάθε χρόνο νάρχεται κι από μια πρεσβεία στην Πόλη καινά γυρεύη

χρήματα. Τόση δίψα πού να τη χορτάση ο Θεοδόσιος! Αρχίζουνε λοιπό στα

441 καινούρια πλημμυρίσματα, καινούριες ρήμαξες· τα παλιά τα Γοτθικά

και χερότερα. Μοισία, Μακεδονία, Θράκη, απ' όλα εκείνα τα μέρη

διάβηκε του Αττίλα η μπόρα. Φαίνεται πως ξέσπασε δυτικά και τράβηξε

ανατολικά. Από τα ξώχωρα του σημερνού του Μήτροβιτζ, από τη Νύσσα

(Νήσσος), Φιλιππούπολη, Αρκαδιούπολη, Κωσταντία, ως τη Μαύρη Θάλασσα

κι ως τα Δαρδανέλλια. Εβδομήντα χώρες και χωριά λογαριάζουν πως

ξολόθρέψε ο Αττίλας τότες. Μια και μονάχη πόλη ξέφυγε την καταστροφή

με ηρωική στ' αλήθεια τόλμη κι αντρειωσύνη, η Ασημούντα της Κάτω

Μοισίας. Αρίθμητοι Ούννοι την είχαν πολιορκημένη, μα ύστερ' από

ανωφέλευτον αγώνα σήκωσαν τις μηχανές τους και τραβήχτηκαν

ντροπιασμένοι. Κ' εκεί που πλανιόντανε στα περίχωρα να μαζέψουνε

λάφυρα, ξεχυρίζουν από την πόλη τους οι Ασημούντιοι, τους ρίχτουνται

αναπάντεχα, σκοτώνουν πάμπολλους, ξελευτερώνουνε και τους σκλάβους

που είχαν απ' αλλούθε πιασμένους.

Τι λογής στήθος τους έδειξε ο καθαυτό στρατός δεν το καλοξέρουμε.

Ξέρουμε όμως πως από δω είχε, από κει είχε, τα βόλευε ο Θεοδόσιος με

τους Ούννους, κι αυτή δίχως άλλο είταν η φρονιμώτερή του πολιτική.

Του παραχωρήθηκε λοιπόν του Αττίλα (443) μεγαλούτσικο λουρί στο

μεσηβρινό τον όχτο του Ίστρου, από το Βελιγράδι (Σιγγιδόνα) ως το

Σίστοβο (Νοβαί), και πάλε από τον ποταμό ως κάτω στη Νύσσα, πέντε

μέρες δρόμο. Του μέτρησε ο Θεοδόσιος κ' έξη χιλιάδες λίτρες μάλαμα (7

— 8 μιλλιούνια δραχμές), έξω δυο χιλιάδες εκατό λίτρες που τούταζε

χρονιάτικο δόσιμο, αντίς εφτακόσες που λάβαινε ως τα τότες.

Ας ακούσουμε τώρα και τι τούψελνε του Θεοδοσίου η « Αντιπολίτεψη» του

καιρού εκείνου — οι χρονογράφοι. Πρώτο, πως φτώχηνε ο τόπος από τα

πολλά τα δοσίματα· δεύτερο, πως δεν είταν οργανισμένος ο στρατός για

μεγάλους πολέμους· και τόνα και τάλλο άκριτα λεγμένα. Και βέβαια θα

υποφέρη ένας τόπος μερικούς χρόνους, μα ας είναι και πλούσιος, με

τέτοιες χοντρές πλερωμές. Τι παρατηρούμε όμως; Περνούνε δεν περνούνε

δέκα χρόνια, και βρίσκουνται στο δημόσιο Ταμείο _δέκα φορές_ πιώτερα

χρήματα για την εκστρατεία της Αφρικής που θα ιστορηθή κατόπι. Το

φέρνουμε στη μέση αυτό το ζήτημα τώρα που έτυχε αφορμή, επειδή έχει

μεγάλη, πολύ μεγαλήτερη σημασία παρ' ό,τι του δίνει ο κόσμος. Εκείνο

ίσια ίσια που οι χρονογράφοι το παρασταίνουν ως είδος _αδυναμία_,

είταν η _μεγαλήτερη δύναμή μας_, που είχε δηλαδή το Ταμείο χρήματα να

πλερώνη τους Ούννους. Κ' είχε πάντα χρήματα το Ταμείο της ανατολικής

Αυτοκρατορίας, όσο βαστούσε του κόσμου το εμπόριο στα χέρια της η

Κωσταντινούπολη, ως τον καιρό δηλαδή που άρχισε και χάριζε εμπορικά

προνόμια σε Βενετούς και σε Γενοβέζους. Άδειαζε και ξανάδειαζε το

Ταμείο, κι ως τόσο σε λίγους χρόνους μέσα, και με φρόνιμη διαχείριση,

ξαναγέμιζε πάλι. Έτσι έγινε και τώρα. Πλερώθηκαν οι Ούννοι, άδειασε

το Ταμείο· περνούνε δέκα χρόνια, από έξη βρέθηκαν εξήντα χιλιάδες.

Μήτε τα περίφημα, τα τειχίσματα του Βυζαντίου, μήτε τάλλα του φυσικά

προσόντα, μήτε οι στρατοί κ' οι στόλοι, μήτε ο ηρωισμός κι ο μεγάλος

νους τόσων και τόσων Αυτοκρατόρωνε, δε θα τονέ γλύτωναν τον τόπο από

Γότθους κι από Ούννους, από Σλάβους κι από Σαρακηνούς, από Σκύθους κι

από Πέρσους, α δεν κρατούσε η Κωσταντινούπολη τον πλούτο του κόσμου

στα χέρια της (5). Κι απόδειξη θεότρανη, που άμα άρχισε και τόχανε

το εμπόριο της, έχανε αγάλι αγάλι και την πολιτική της τη δύναμη.

Εδώ είνε να τονέ θαυμάση άνθρωπος τον Κωσταντίνο, που διάλεξε το

καθαυτό κλειδί του κόσμου για πρωτεύουσά του.

Όσο για την άλλη γνώμη του χρονογράφου, πως ο στρατός δεν είταν τότες

άξιος για μεγάλους πολέμους, κ' εδώ τονέ βγάζει ψεύτη ο ίδιος ο

στρατός, που καθώς είδαμε δε δυσκολεύθηκε να βάλη κάτω τους Πέρσους,

κ' οι Πέρσοι, καθώς γνωρίζουμε, στον πόλεμο δε χωράτευαν.

Είπαν οι χρονογράφοι αυτοί και κάτι άλλο· πως τάχα η κυβέρνηση των

επαρχιώνε βρέθηκε σε κλέφτικα χέρια, κι ανεμοσκορπιούνταν τα βασιλικά

τα χρήματα. Κι αυτό δυσκολοπίστευτο, αφού ο ίδιος ο Θεοδόσιος χάρισε

απλέρωτους φόρους εξήντα χρόνων (από 368 ως 428), και κατόπι (στα

435) κατέβασε τους φόρους της Αχαΐας στο ένα τρίτο.

Να ξανάρθουμε τώρα στο ζήτημα. Ο Μικρός ο Θεοδόσιος κ' οι

συβουλάτοροί του έκαμαν το φρονιμώτερο πράμα που τους έλεγε ο κοινός

νους· να πολεμήσουνε δηλαδή και να καταπονέσουν τον Αττίλα με

διπλωματική και με μάλαμα, να λείψη μια και καλή από τα μέρη εκείνα.

Μηγαρίς κι ο Μεγάλος ο Θεοδόσιος το ίδιο δεν έκαμε με τους Γότθους

τότες που τους αγόραζε μ' αξιώματα, και με τίτλους; Καθώς κι ο

Ζήνωνας κατόπι με το Θεοδορίχο;

ΕΒΔΟΜΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ

Τα θρησκευτικά στον καιρό τον Θεοδοσίου και της Πουλχερίας

Πρι να πάμε ομπρός, ας κοιτάξουμε πάλι τα θρησκευτικά ζητήματα των

πρώτων πενήντα χρόνων του πέμτου αιώνα, ζητήματα ατέλειωτα, ακοίμητα,

εθνικά. Αφορμή ζητούσε ο ρωμαίικος ο νους για να συζητάη, να

ξεδιαλύνη, να κόβη και να ράβη, κι απάνω σε πράματα θεμελιωμένα σ'

απλή πίστη να στήνη φιλοσοφικές αρμήνειες. Τονέ θέρμαινε ακόμα η

σοφιστική η μανία. Ήθελε λοιπό να το κανονίση και καλά, πόσο μερτικό

θεότητα είχε ο Σωτήρας και πόσο κοινή ανθρωπιά. Κ' έτσι κάθε λίγο

ξεφύτρωνε κ' ένα Χριστολογικό ζήτημα, μια αίρεση.

Καθώς είδαμε, από το Μεγάλο Θεοδόσιο και δώθε σύχασε κάπως ο κόσμος

από θεολογικές λογομάχητες. Μόλις όμως ανέβηκε στον πατριαρχικό θρόνο

ο Νεστόριος (428), ορθόδοξος και συντηρητικός άνθρωπος, γεννημένος

στη Συρία, κι άρπαξε την αρρώστια, ίσως από τους «σοφούς» που είταν

τώρα μαζεμένοι στην Πόλη. Χτυπάει λοιπόν κάτω ορθοδοξία και

συντηρητισμό και σκαρώνει δικό του δόγμα κι αυτός, περίπου όμως σαν

ταρειανικό· πως είναι δηλαδή ο Χριστός και θεϊκός κι ανθρώπινος, κ' η

Παναγιά μητέρα του _ανθρώπινου_ του Χριστού, μα όχι και του _θεϊκού_.

Μ' άλλους λόγους, άνθρωπος ο Χριστός, με θεία ψυχική δύναμη.

Ο Κύριλλος, ο πατριαρχικός διάδοχος του Θεοφίλου της Αλεξάντρειας,

είταν ο πρώτος που αντισηκώθηκε του Νεστορίου. Ο Νεστόριος πάλε είχε

από το κόμμα του όλον τον κλήρο της Ανατολής, τον Αρχιεπίσκοπο της

Αντιόχειας, τέλος και τον ίδιο το Θεοδόσιο, δασκαλεμένο από τον

Ευνούχο το Χρυσάφιο — κακό αγγείο, που καθώς είδαμε και στα αναμεταξύ

Ευδοκίας, Παυλίνου και Κύρου είταν ανακατεμένος. Ποιος ξέρει α δεν

είχε και την ελληνομαθημένη την Ευδοκία μαζί του ο Νεστόριος; Η

Πουλχερία ως τόσο πήγαινε με τον Κύριλλο. Και για να λυθή το ζήτημα

μια και καλή σαν τα πρώτα, ενεργεί η γνωστικιά Πουλχερία να συστηθή

μεγάλη σύνοδο στην Έφεσο — η τρίτη Οικουμενική.

Ιστορία της Ρωμιοσύνης, Πρώτος τόμος · 第 16 / 26 段