Προσκαλιούνται λοιπό στα 430 όλου του χριστιανικού κόσμου οι

Επίσκοποι να μαζευτούνε στην Έφεσο τον ακόλουθο χρόνο. Ως διακόσοι

μαζεύτηκαν από τ' ανατολικό Κράτος. Ο Πάπας ο Κελεστίνος έστειλε

τρεις εξάρχους ναντιπροσωπέψουν τη δυτική την Αυτοκρατορία.

Διορίστηκε Πρόεδρος ο Κύριλλος, και φυσικά καταδικάστηκαν τα

Νεστοριανά τα δόγματα. Ο Νεστόριος ως τόσο τα δικά του πάντα στην

Πόλη. Έχοντας ακόμα του Ευνούχου την προστασία, καθώς και καμιά

σαρανταριά Επισκόπους, και τον αρχιεπίσκοπο της Αντιόχειας, δεν ήθελε

να παραδεχτή τη συνοδική απόφαση, παρά την πολεμούσε ώσπου πήρε τα

μέτρα της η Πουλχερία και ζορίστηκε ο αιρετικός Πατριάρχης σε μιαν

όαση της Λίβυας.

Σύχασε δε σύχασε ο κόσμος από το Νεστόριο, κι άλλος πάλε σοφός

ξεπρόβαλε να διορθώση τη θρησκεία, ο Ευτυχής. Αυτός μήτε τη θεότητα

του Χριστού καλά καλά δεν παραδέχουνταν, παρά τον ήθελε μια και

μονάχη φύση. Καινούριες μάχητες το λοιπόν, καινούρια σκάνταλα πάλι.

Το χερότερο που κι ο διάδοχος του Κυρίλλου ο Διόσκορος κι αυτός μαζί

του πήγε, και με τη βοήθεια του Χρυσαφίου, που δίχως άλλο τα

υποστήριζε αυτά τα κινήματα από πείσμα προς την Πουλχερία,

συσταίνεται άλλη ψευτοσύνοδο στην Έφεσο (449), κεπικυρώνουνται τα

Ευτυχικά δόγματα όπως όπως.

Όταν όμως απέθανε πέσαντας από τάλογό του στα 450 ο Θεοδόσιος, και

πήρε σύζυγο της και σύθρονό της η Πουλχερία το φρόνιμο το Μαρκιανό

(με τη συφωνία πως θα την αφήση παρθένα), άλλαξαν πάλε τα πράματα,

και σε νέα σύνοδο, που συγκαλέστηκε στα 451 στη Χαλκηδόνα (τέταρτη

Οικουμενική), πεντακόσοι και παραπάνω επίσκοποι, όλοι περίπου δικοί

μας, ξανασήκωσαν τα δόγματα της Ορθοδοξίας. Μα κι άλλους μερικούς

κανόνες έβγαλαν οι Πατέρες εκείνοι. Ένας απαγόρευε καλόγερους και

καλόγριες νανακατεύουνται σ' εκκλησιαστικά ή σε πολιτικά ζητήματα.

Άλλος, με πιο πολιτικό νόημα αυτός, όριζε πως ο Επίσκοπος της

ανατολικής Πρωτεύουσας, που κατά τη δεύτερη Σύνοδο (της

Κωσταντινούπολης) ερχότανε δεύτερος ύστερ' από τον Επίσκοπο της

δυτικής Πρωτεύουσας (τα λεγάμενα «Πρεσβεία της τιμής»), τώρα κι

ομπρός να νομίζεται δεύτερος του Επισκόπου της Ρώμης, μόνο και μόνο

εξαιτίας της μεγαλήτερης ηλικίας της δυτικής Πρωτεύουσας.

Παρατηρήθηκε πως αυτόν τον κανόνα οι Δυτικοί, όταν άρχισαν οι μεγάλες

διαφορές που καταντήσανε στο Σκίσμα, ποτές δεν τον αναφέρανε μαζί με

τάλλα τους επιχειρήματα. Πολύ φυσικό αυτό, μια και δεν είταν πια η

Ρώμη μήτε πρωτεύουσα μήτε δευτερεύουσα, παρά κατρακύλησε και πήγε η

πολιτική σημασία της μαζί με το δυτικό Κράτος μερικά χρόνια κατόπι

από τη Σύνοδο εκείνη.

Κι ως τόσο τι άλλο συμπέρασμα βγαίνει ύστερ' από την πολιτική

καταστροφή της Ρώμης παρά πως τα «Πρεσβεία της τιμής» τα είχε πια και

πρώτη και δεύτερη η Νέα Ρώμη, που είταν κ' η μόνη «Βασιλεύουσα» τώρα;

Στον ίδιον κανόνα μέσα είναι επίσημα ορισμένη κ' η δικαιοδοσία της

Νέας Ρώμης, που την είχε μεγαλώσει ο Χρυσόστομος, παίρνοντας μέσα της

Θράκη, Ασία και Πόντο. Άλλο πάλε άρθρο του κανόνα εκείνου παραχωρούσε

τον πατριαρχικό τίτλο — που ως τα τώρα τον είχαν οι δυο Ρώμες, η

Αντιόχεια, η Αλεξάντρεια και τα Ιεροσόλυμα — και στην Ηράκλεια, Έφεσο

και Καισάρεια. Γλήγορα όμως, κι από την ίδια τη Σύνοδο μάλιστα,

ξαναβαφτίστηκαν Έξαρχοι οι τρεις καινούριοι Πατριάρχηδες, έγινε η

Πατριαρχεία από τιμητικός τίτλος βαθμός ιερατικός, και περιορίστηκε

στους πέντε παλιούς θρόνους.

Τέλος παρατηρήθηκε και πως στη σύνοδο εκείνη, όταν παραστάθηκε ο

Μαρκιανός, μίλησε λατινικά στους ελληνόγλωσσους επισκόπους, και τους

τα ξηγούσε διερμηνέας. Απλός τύπος αυτός, που δεν τολμούσανε να τον

καταργήσουν ακόμα. Έτσι τους χρόνους εκείνους κ' ένας δικός μας

επίσκοπος της Κως, έξαρχος όμως του Πάπα, αναγκάστηκε να μιλήση με

τους άλλους μας επισκόπους λατινικά, με διερμηνέα κι αυτός. Κωμωδία

που μας διδάσκει μερικά σπουδαία, και το σπουδαιότερο, πως από την

πρώτη αρχή ως τον έχτον αιώνα κι αργότερα, συνηθίσαντας η Ρωμιοσύνη

να πηγαίνη κατά τη Ρωμαϊκή την τάξη και στην επίσημη γλώσσα και σε

κάμποσες άλλες εθιμοταξίες, κατάντησε να φαίνεται περιτυλιγμένη πάντα

μ' ένα φλούδι ρωμαϊκό, αυτό δα που έκαμε πολλούς ιστορικούς και τα

χάσανε, και μήτε δυο τους δε συφωνούνε στο πότε σταμάτησε η ρωμαϊκή η

επιρροή, τον τέταρτο, τον πέμτο, ή τον όγδοον αιώνα. Σάματις έλειπε

και στο δέκατο πέμτο!

Όσο για την παλιά τη θρησκεία, αυτή όσο πήγαινε έφευγε από τις

Πολιτείες και τρυπωνότανε στα χωριά και στην εξοχή. Στην καθαυτό

Ελλάδα φυσικά δεν έλειπαν ακόμα οι Εθνικοί, κι ας είχαμε επισκοπικούς

θρόνους σε κάθε της πόλη. Και πως λογόφερναν ακόμα και τρώγουνταν

Εθνικοί και Χριστιανοί εκεί κάτω, το βλέπουμε από το νόμο πούβγαλε

στα 426 ο Θεοδόσιος να ξολοθρευτούν οι ναοί καθώς κι απ' άλλο

παρόμοιο νόμο στα 439 που καταδίωκε μυστικές τελετές και θυσίες. Η

αλήθεια είναι πως ο Εθνισμός απέθανε πολύ σιγανό θάνατο, και θα τα

ξαναδούμε ταχνάρια του αιώνες κατόπι.

ΕΝΑΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ

Ο Μαρκιανός κι ο Λέοντας

Είδαμε πως ο Μικρός ο Θεοδόσιος απέθανε στα 450, ύστερ' από

σαρανταδυό χρονώ βασιλεία. Είδαμε και πως πήρε τότες η Πουλχερία

άντρα και συνεξουσιαστή της το Μαρκιανό, άρχοντα της Θράκης. Πως ο

Μαρκιανός δεν είταν του γλυκού νερού το νοιώθουμε από το μήνυμα

πούστειλε του Αττίλα όταν ο αχόρταγος Ούνος του ζήτησε απότομα το

χρονιάτικό του. Δεν έχει πια χρονιάτικα, του μήνησε ο Μαρκιανός, τώρα

που και τα καινούρια τειχίσματα είταν τελειωμένα κι ο τόπος πιο

έτοιμος ναντισταθή. Ίσως είχε κι ανθρώπους του στα λημέρια των Ούνων

και γνώριζε πως αλλού τώρα είταν του Αττίλα ο νους. Δεν έχει λοιπόν,

είπε, χρονιάτικο, παρ' αν είναι και φέρνεται καλά, θα του στείλη

δώρα· ειδεμή, ας έρθη κι ας πολεμήση. Φρένιασε ο Αττίλας σαν τάκουσ'

αυτά. Δεν κατέβηκε ως τόσο να πολεμήση, κ' έδειξε κι αυτός κάποια

γνώση τότες, αφού μήτε πλοία δεν είχε να καταπιαστή καλά την

πολιορκία της Πόλης· μόνο τράβηξε κατά τη Δύση, που την έβλεπε

μισοζώντανη κ' ετοιμοθάνατη. Πήγε λοιπόν εκεί και τάβαλε με τον

πρωτοστράτηγο της Ρώμης τον Αέτιο, και στα 451 έγινε η περίφημη η

μάχη του Chalons, που αν και δεν καταστράφηκε ολότελα, τσακίστηκε

όμως η ορμή του. Κ' έτσι γλυτώσαντας και τα δικά μας μέρη από το φόβο

του, έμεινε ήσυχος ο Μαρκιανός, και βόλεψε κάμποσα πράματα μέσα στα

εφτά χρόνια της βασιλείας του. Πρώτο και μεγαλήτερο καλό που

συμμάζεψε τη δύναμη των ευνούχων, αφού θανάτωσε το Χρυσάφιο, που

καθώς είδαμε παντού έχωνε την ουρά του, κι ό,τι έκαμνε η Πουλχερία με

το Θεοδόσιο αυτός το χαλνούσε. Έπειτα φρόντισε και τα θρησκευτικά,

καθώς μάθαμε στάλλο κεφάλαιο. Απαγόρεψε δωροδοκίες, χάρισε φόρους,

αφήκε και γεμάτο το δημόσιο ταμείο σαν απέθανε στα 457, τρία χρόνια

ύστερ' από την Πουλχερία.

Σαν απέθανε η Πουλχερία καθώς κι ο ανιψιός και διάδοχος του Ονωρίου ο

τρίτος Βαλεντιανός, Θεοδοσιανή πια γενεά δεν απόμεινε. Αυτό δε

σήμαινε και πολύ στη Δύση. Η Δύση είτανε που είτανε χαμένη, κ' οι

Αυτοκρατόροι της πια τώρα μόνο που τους έμνησκε τόνομα. Στην Ανατολή

όμως, που κι αν πλημμυρίζουνταν από βαρβάρους, κι αν παραλούσε

κάποτες η διοίκηση, κι αν τηνέ βασάνιζαν οι ευνούχοι, κράταγε όμως

πάντα μέσα της ζωντανάδα και δύναμη ξανακαινουριωμένης φυλής, εκεί

άλλαζε το ζήτημα, κι ο Βασιλέας έπρεπε να βρεθή, και να βρεθή όχι

κατά παράδοση ή κατά γενεαλογική σειρά, αφού αυτή έλειψε, παρά κατά

τα περιστατικά που κυβερνούσαν το κράτος και τότες κι αργότερα, όταν

ένας απάνω στον άλλον ανεβαίνανε στα θρόνο άνθρωποι από κάθε σειρά

κοινωνική κι από κάθε γένος, Αρμένηδες, Ισαύροι, Μακεδόνες, Σλάβοι,

όλοι όμως απορρουφημένοι από την ξενοφάγα τη Ρωμιοσύνη.

Ένας από τους πιο σημαντικούς του καιρού εκείνου στην Πόλη είταν ο

Αλανός Πατρίκιος ο Ασπάρης, πρώτος και στα πολιτικά και στο στρατό·

μυριόπλουτος, κ' οι φρουροί του όλοι Γότθοι. Αρειανός όμως όντας και

μη στέργοντας ναλλαξοπιστήση, στοχάστηκε να ενεργήση νανέβη το θρόνο

άνθρωπος του χεριού του, και διάλεξε το χιλίαρχο το Λέοντα, επιστάτη

του άλλοτε. Στεφανώνεται λοιπόν ο απαίδευτος, μα πεντάξυπνος Λέοντας,

και πρώτος παράλαβε την κορώνα από τον Πατριάρχη, κι όχι από πολιτικό

ή στρατιωτικό αρχηγό, καθώς γίνουνταν ως τα τώρα. Άμα όμως έβαλε την

πορφύρα ο Λέοντας, έδωσε του Ασπάρη να καταλάβη πως δεν είναι

άνθρωπος να τονέ σέρνουν από τη μύτη. Και δεν άργησε να του ταποδείξη

αυτό και μ' έργα. Πήγε μια μέρα ο Ασπάρης και του σύστησε κάποιον του

φίλο για Έπαρχο της Πρωτεύουσας. Τον ακούγει προσεχτικά ο Λέοντας,

ύστερα πηγαίνει και διορίζει άλλον Έπαρχο, λέγοντας πως εκείνον

απαιτούσε το κοινό καλό. Άρχισε αμέσως κρύφια έχτρητ' ανάμεσα τους.

Βλέποντας ο Λέοντας πως μπορούσε να καταντήση και φανερή, και

θέλοντας νάχη δικούς του ανθρώπους, σκαρώνει με τρόπο μεγάλη και

δυνατή φρουρά από βουνήσιους Ισαύρους, φυλή της Μικρασίας ξακουστή

για την αντρειωσύνη της· μέτρο που μονάχο του σώνει να μας δείξη τι

πήγαινε να πη Λέοντας, μια και στοχαστούμε πως το γερμανικό, δηλαδή

το γοτθικό το στοιχείο δεν πολυσύφερνε να φουντώνη ολομόναχο στην

Πρωτεύουσα, μέσα και να φοβερίζη κάθε λίγο την ειρήνη, καθώς τώρα με

τον Ασπάρη, παρά χρειαζότανε κι άλλο στοιχείο να τους συμμαζεύη.

Σύγκαιρα θανατώνει και τον Ασπάρη με τους γιους του (471). Ορμούν

τότες οι Γότθοι του Ασπάρη να εγδικηθούνε, μα άξαφνα πέφτουνε στων

Ισαύρων τα χέρια, κι άλλοι σκοτώνουνται, άλλοι φεύγουν από την

Πρωτεύουσα. Απ' αυτό το περιστατικό ονόμασε ο όχλος το Λέοντα

Μακέλλη, δηλαδή Μακελλάρη· μα ονομάστηκε από τους φίλους του και

Μέγας, κι αυτό τούμεινε και στην Ιστορία.

Έκαμε όμως κένα σφάλμα ασυχώρητο στη βασιλεία του απάνω ο Λέοντας.

Ύστερ' από δέκα έντεκα χρόνια κυβέρνηση όχι ανόμοια με τη γνωστικιά

πολιτική του Μαρκιανού, τον έβαλε άξαφνα στα αίματα ο Δυτικός

Αυτοκράτορας ο Ανθέμιος, και τον έπεισε να καταπιαστή την περίφημη

εκείνη την αφρικανική εκστρατεία, που χίλιες φορές καλλίτερα νάλειπε

(468). Την είχαν αρπαγμένη την Αφρική από το Ρωμαϊκό Κράτος οι

Βαντάλοι, κατεβασμένοι από την Ισπανία στα 429, και ξεχυμίζοντας

αποκείθε κάθε λίγο ρήμαζαν τα μέρη της Ιταλίας. Κοντά στο νου πως την

είχε ανάγκη η αποσταμένη Ρώμη τη βοήθεια του Βυζαντίου. Πέφτει στον

πειρασμό ο φιλόδοξος Λέοντας, σκαρώνει στόλο από 1113 καράβια, και μ'

εκατό χιλιάδες άντρες στέλνει το γυναικάδερφό του Βασιλίσκο να

καταδαμάση τους Βαντάλους. Ανάξιος όμως άνθρωπος ο Βασιλίσκος δεν

άργησε να δείξη την ανικανότητα του στον κόσμο. Τα μισά του καράβια

του τάκαψαν οι Βαντάλοι έξω από την Καρχηδόνα, τάλλα μισά τα ξανάφερε

πίσω ανάπραγος. Παίρνουν τότες θάρρος οι Βαντάλοι και κατεβαίνουν ως

τα ελληνικά τα παράλια. Εκεί όμως ο βασιλέας τους ο Γκιζερίχος βρήκε

τους κατοίκους της Λακωνίας κάτι διαφορετικούς από το Βασιλίσκο, και

τράβηξε καταπίσω, αφού πέρασε από τη Ζάκυθο και χάλασε κάμποσους.

Ο Λέοντας σ' αυτή την περίσταση δε φάνηκε μήτε Μακέλλης, μα μήτε και

Μέγας. Όχι μονάχα που απότυχε η αφρικανική εκστρατεία, μα και που δεν

το προείδε πως με το να στέλνη τόση δύναμη σε μακρινές χώρες, άνοιγε

το δρόμο για τους βαρβάρους που παραμόνευαν πάντα από τα βορεινά· και

μάλιστα όσοι Οστρογότθοι δεν είχαν περάσει τον Ίστρο στον καιρό του

Μεγάλου Θεοδοσίου, μα τώρα, όντας πια κ' οι Ούνοι ξεθυμασμένοι και

σκορπισμένοι από τότες που απέθανε ο Αττίλας (453), ξεκινήσανε

σύγκαιρα με τους Γετίδες — άλλη βαρβαρική φυλή αυτή — και πιάσαντας

την Παονία, δηλαδή τανατολικά της σημερινής Αουστρίας, (οι Γετίδες

έπιασαν τη Δακία), πλημμύρισαν τέλος τα βορεινά της Ανατολικής

Αυτοκρατορίας, κι αναγκάστηκε ο Λέοντας να τους παραλάβη κι αυτούς

και να τους διορίση φοιδεράτους. Όχι δα πως στάθηκε κι αυτό ολέθριο

κακό, αφού, καθώς κι αλλού είπαμε, πιώτερο καλό καταντούσε να μας

κάμνουν οι καινουριοαίματες αυτές φυλές όταν καταστάλαζαν, παρά

βλάβη. Αγκαλά πολύ λίγοι αυτής της παρέας έμειναν ως τέλος μέσα στον

τόπο, καθώς θα δούμε. Μπορούσε όμως να βγη και σε χερότερο η

ανετοιμασιά εκείνη του Λέοντα.

Στο παλάτι του μέσα αξιοσημείωτο πρόσωπο άλλο δε βρίσκουμε παρά τον

περίφημο αρχιγιατρό του τον Ιάκωβο, που αν κ' Εθνικός, δηλαδή κατά το

νόμο αποκλεισμένος από πολιτικά αξιώματα, χαίρουνταν όμως μεγάλα

προνόμια, κ' είταν πολύ αγαπημένος του Λέοντα. Μα κι ο λαός τον είχε

μεγάλη υπόληψη, και τούστησαν αδριάντα, όχι μονάχα στην Πόλη παρά και

στην Αθήνα.

Μεγάλα δυστυχήματα της βασιλείας αυτής γενήκανε δυο. Ο φοβερός ο

σεισμός της Αντιόχειας, κ' έστειλε τότες πολλή βοήθεια ο Λέοντας

στους κατοίκους της κοσμαγάπητης αυτής χώρας· κ' η περίφημη πυρκαγιά

του 465, τότες που μεγάλο μέρος της Πρωτεύουσας καταστράφηκε. Τέσσερα

μερόνυχτα ταξίδευε η φωτιά από τανατολικά στα δυτικά, και πάλε από τα

βόρεια στα νότια. Το περίλαμπρο Σενάτο, ξαναχτισμένο από τον Αρκάδιο,

το «Νυμφαίο» αντίκρυ του, παλάτι που πήγαιναν και παντρεύουνταν όσοι

δεν είχανε δικά τους σπίτια, και πλήθος μέγαρα και μεγαλόσπιτα,

ξολοθρεύτηκαν όλα. Λέγουν πως έτρεχε τότες ο Ασπάρης στους δρόμους με

κουβά στον ώμο, φωνάζοντας νάρθουν κ' οι άλλοι πολίτες να βοηθήσουν,

και δίνοντας τους απόνα _νόμισμα_ του καθένα.

Απέθανε ο Λέοντας στα 474, δυο χρόνια πρι να ξεψυχίση και της Δύσης η

μεγαλονόμαστη πρωτεύουσα, η μυριοξάκουστη Ρώμη. Δεν ξαναγεννήθηκε πια

η παλιά η Ρώμη. Βγήκαν παραβλάσταρα στον τόπο της, έγιναν κι απ' αυτά

μερικά μεγάλα Κράτη, μα η καθαυτό Ρώμη δε ζούσε. Και δε ζούσε, γιατί

μήτε πόρους δεν είχε στα γερατειά της, μήτ' έθνος εφτάψυχο περίγυρά

της, μήτ' άλλα φυσικά προσόντα να τη θρέφουνε και να τη διαφεντεύουν,

καθώς διαφέντευαν τη θετή της κόρη, την Κωσταντινούπολη.

Γερμανός βασιλέας τη σαβάνωσε με την πορφύρα του στα 476, ο

Οδοάκερος. Κ' έτσι τώρα κι ομπρός μήτ' αυτή η πρόφαση δεν υπάρχει να

λέγεται Ρωμαϊκό Κράτος η βυζαντινή η Ρωμιοσύνη, κι ας φύλαγε τους

τύπους και τις βαλσαμωμένες συνήθειες της Ρωμαιοσύνης, ας φύλαγε ως

τον έχτον αιώνα τη λατινική γλώσσα απάνω στα έγγραφά της. Όλα, όλα

στο βυζαντινό το κράτος ρωμαίικα πια τώρα, εξόν ο τύπος. Εκκλησία,

φιλολογία, γλώσσα, τέχνες, επιστήμες, σκολειά, σοφιστείες — δικά του

όλα.

Λες και τα προμάντευε αυτά ο Κωσταντίνος σάνε χάραζε ελληνικά ψηφιά

στο λάβαρό του απάνω.

ΤΕΤΑΡΤΟ ΜΕΡΟΣ

ΑΠΟ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΤ ΛΕΟΝΤΑ ΩΣ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ ΙΟΥΣΤΙΝΙΑΝΟΥ

474 — 565

ΠΡΩΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ

Ο Ζήνωνας

Αφήκε ο Λέοντας δυο θυγατέρες· η μεγαλήτερη, η Αριάδνη, είχε

παντρευτή τον Ίσαυρο το Ζήνωνα, κ' έκαμε αγώρι που ονομάστηκε κι αυτό

Λέοντας καθώς ο παππούς του. Τεσσάρω χρονών κηρύχτηκε Αύγουστος ο

δεύτερος αυτός Λέοντας μ' επίτροπο τον πάτερα του Ζήνωνα. Σε λίγο

όμως πεθαίνει το παιδί και μένει Αυτοκράτορας ο Ζήνωνας, ο

βαρβαρογέννητος κι ο βαρβαρονόματος ο «Τρισκαλισαίος» που ζώντας ο

πεθερός του τον είχε βαφτισμένο Ζήνωνα και δοσμένο της κόρης του.

Το να γίνη ένας βάρβαρος γαμπρός του Αυτοκράτορα από απλός δορυφόρος

του παλατιού είταν κι αυτό από τα συστήματα της βυζαντινής αυλής.

Έχουνε να πουν πως το χρωστούσε αυτό της πεθεράς του της Βερίνας, και

πως τονέ διάλεξε αυτή για δικούς της σκοπούς, νάχη δηλαδή άνθρωπο του

χεριού της και να κυβερνάη εκείνη το κράτος. Ο Ζήνωνας όμως, που

καθώς θα δούμε δεν κοιμούνταν, εννοούσε να κυβερνάη μονάχος του. Δεν

της ήρθε της Βερίνας αυτό. Ακούραστη, πονηρή και ραδιούργα καθώς

είταν, αποφασίζει να πετάξη το γαμπρό της από τη μέση. Πηγαίνει λοιπό

στους «Τραμπούκους» του καιρού εκείνου, τους αρχηγούς του

Ιπποδρομίου, συναγροικιέται μαζί τους, κάμνει δικό της και τον Ίλλο,

άλλον Ίσαυρο του παλατιού, άνθρωπο άξιο και δραστήριο, και στα 475

σηκώνει μεγάλη στάση. Σφάζουνται πάμπολλοι Ίσαυροι (παλιό πάθος

αυτό), αναγκάζεται ο Ζήνωνας να φύγη στην Ισαυρία με τη γυναίκα του

την Αριάδνη, και καταπιάνεται τότες η Βερίνα νανεβάση στο θρόνο τον

αγαπητικό της τον Πατρίκιο. Το Σενάτο όμως κ' οι άλλοι αρχόντοι δεν

έστερξαν, και πορφύρωσαν τον αδερφό της το Βασιλίσκο, τον ανάξιο

εκείνο ναύαρχο του πρώτου Λέοντα, τραβηγμένο χρόνους τώρα μέσα στα

βάθια της αδοξιάς του. Δεν άργησε ο Βασιλίσκος να ξαναφανερώση την

αναξιωσύνη του. Πρώτο του κατόρθωμα είτανε να κάμη τους Πολίτες

εχτρούς του προστατεύοντας τους Μονοφυσίτες. Μα και με την αδερφή του

τη Βερίνα, καθώς και με τον Ίλλο τα χάλασε. Εκεί λοιπόν που πολεμούσε

ο Ίλλος το Ζήνωνα στην Ισαυρία, άξαφνα ξαναφιλιώνεται μαζί του και

ξαπολεί το Βασιλίσκο. Στέλλει τότες ο Βασιλίσκος ένα του ανιψιό, τον

Αρμάτιο — άλλο ζωντόβολο, καθώς θα δούμε σε λίγο — να χτυπήση και το

Ζήνωνα και τον Ίλλο που ανέβαιναν τώρα κατά τη Πόλη. Τον παίρνει όμως

κι αυτόν από το μέρος του ο Ίλλος, κ' έτσι, ύστερ' από είκοσι μέρες

ανόητη βασιλεία, ξεθρονίζεται ο Βασιλίσκος, και ξανανεβαίνει το θρόνο

ο Ζήνωνας (477).

Δυο λόγια του αξίζουν ως τόσο του Βασιλίσκου. Εξόν από την προστασία

του Μονοφυσιτισμού, άλλα του «κατορθώματα» αναφέρνουνται το πως

αργυρολογούσε από τους επισκόπους, και πως μια μέρα τον Πατριάρχη τον

Ακάκιο μόνο πως δεν τον έδειρε, κι αυτό ας είναι καλά οι καλόγεροι

που τονέ γλύτωσαν. Όσο για το φορολογικό του σύστημα, μήτε ο

ταπεινότερος εργάτης δεν του ξέφυγε. Απέθανε στην Καππαδοκία, που

ξορίστηκε μαζί με τη φαμελιά του, φυλακισμένος εκεί σε κάστρο μέσα.

Έγινε και στον καιρό του Βασιλίσκου στην Πόλη μεγάλη πυρκαγιά, που

φαίνεται να βοήθησε κι αυτή στην καταστροφή του, έτοιμος καθώς είταν

πάντα ο λαός να τα φορτώνη τέτοια δυστυχήματα στη ράχη των ηγεμόνων

του. Άρχισε αυτή η φωτιά στα Χαλκωματάδικα, ξαπλώθηκε κατά τη δημόσια

πλατεία, ξολόθρεψε μέγαρα και σπίτια τριγύρω της, έκαμε τέλος στάχτη

και την περίφημη τη βασιλική βιβλιοθήκη του Ιουλιανού με τις εκατόν

είκοσι χιλιάδες τόμους που είχε. Εκεί φυλάγουνταν κ' η Ιλιάδα κ' η

Οδύσσεια, γραμμένες με χρυσά ψηφιά σε φειδιού άντερο εκατόν είκοσι

πόδια μάκρος.

Να ξανάρθουμε τώρα στο Ζήνωνα. Κάμποσα πατήματα αφήκε στην εποχή του

ο Αυτοκράτορας τούτος. Και καθώς συνέβηκε με πολλούς άλλους και

προτερινούς και κατοπινούς του, έτσι και του Ζήνωνα η ιστορία είναι

ανακατεμένη και με τα δυο τα στοιχεία που πλάγι πλάγι απαντιούνται

από τη μιαν άκρη στην άλλη του δρόμου μας. Τόνα, η γενική πολιτική

και μάλιστα η ξωτερική, οι πόλεμοι δηλαδή με αντάρτες, με ξένους και

με βαρβάρους· τάλλο, η εθνική η ζωή, που μια και πήρε θρησκευτικό

χρώμα, έμεινε ζευγαρωμένη με τα θρησκευτικά τα ζητήματα ως το τέλος,

κ' έτσι καταντάει η θρησκευτική ιστορία μας να είναι και της εθνικής

μας ζωής.

Θα δηγηθούμε σ' αυτό το κεφάλαιο τη γενική ιστορία του Ζήνωνα, ό,τι

άκρες μέσες σώζουνται, και σε ξέχωρα κεφάλαια τη γοτθική του πολιτική

και το πώς φέρθηκε στους θρησκευτικούς μας αγώνες.

Έν' από τα πρώτα του μέτρα είτανε να διοργανίση στρατό από ντόπιους

αντίς να περιμένη μονάχα από πλερωμένους βαρβάρους καθώς οι

προκατόχοι του. Φαίνεται όμως πως εξαιτίας αυτό το μέτρο υπόφεραν

πολύ τα οικονομικά, αγκαλά και στου Βασιλίσκου τον καιρό το ταμείο

στη φτώχεια δεν πήγαινε παρακάτω. Μα κι ο Ζήνωνας, όσα κι' αν είταν

τα καλά του, δεν πολυφαίνεται να κατείχε από μέθοδο και τάξη στα

οικονομικά. Αυτά τα βόλεψε κατόπι ο Αναστάσιος. Είχε ο Ζήνωνας και

κάποιον κλέφτη και καταχραστή Σεβαστιανό στο παλάτι. Μα κι ο φυσικά

μαλακός χαρακτήρας του πρέπει να κόστισε του τόπου, αφού τα πλούτη

και τα χαρίσματα τα μοίραζε αλύπητα σε φίλους και σε κολάκους.

Ας μαζέψουμε τώρα ό,τι άλλο περίφημο σώζεται από την ιστορία της

εποχής του, έξω από τα μεγάλα ζητήματα που θαγγίξουμε παρακάτω.

Τονέ θυμούμαστε τον Αρμάτιο. Είταν αυτός στον καιρό του Βασιλίσκου

αγαπητικός της θειας του της Ζηνωνίδας, της γυναίκας του Βασιλίσκου.

Είπανε μάλιστα πως ο ίδιος ο Βασιλίσκος τους άφινε και περνούσαν

αντάμα τις ώρες τους, ώσπου αγαπήθηκαν τόσο, που μήτε στον κόσμο

μπροστά δεν μπορούσαν πια να βασταχτούνε παρά κάμνανε «μάτια» ανάμεσα

τους. Τέλος ανακατεύτηκε κ' ένας ευνούχος και μια παραμαμμή και τους

βόλεψαν, και τότες κατάπεισε η Ζηνωνίδα τον άντρα της να δώση του

Αρματίου το μεγαλήτερο αξίωμα στην Πρωτεύουσα. Όντας από φυσικό του

απόνετος, κάμποσα σκληρά έκαμε ο Αρμάτιος τότες. Αγαπώντας και να

σφαντάη στον κόσμο, γύριζε τους δρόμους φορεμένος σαν Αχιλλέας, κ'

έτσι πήγαινε και στο Ιπποδρόμιο. Ο Ζήνωνας ως τόσο, αν και καθώς

είδαμε ευεργετημένος από τον Αρμάτιο, δεν τον αφήκε να το πολυχαρή

σαν ξανανέβηκε το θρόνο· μόνε αφού τονέ διόρισε στρατηγό του, έβαλε

κατόπι και τον ξεπάστρεψαν.

Ο πιο σημαντικώτερος υπουργός του Ζήνωνα είταν ο Ίλλος. Μα μήτε

αυτόνα δεν τον έβλεπε ο Αυτοκράτορας με καλό μάτι, παρά μάλιστα και

τον παραμόνευε από την αρχή της δεύτερης βασιλείας του. Εχτρός όμως

πολύ μεγαλήτερος του Ίλλου στάθηκε η Βερίνα. Όταν έγινε Ύπατος ο

Ίλλος κ' έχτιζε Αυτοκρατορική Στοά (478), εκεί που επιστατούσε

παρατήρησε ένα «Σχολάριο» Αλανό και τριγύριζε με σπαθί στο χέρι. Τον

υποψιάζεται, και με βασανισμούς τον αναγκάζει κι ομολογεί πως ο

Έπαρχος ο Επίνικος τον έβαλε να τονέ σκοτώση. Το λέει του Αυτοκράτορα

και τον ξορίζει αμέσως ο Ζήνωνας τον Επίνικο. Ο Ίλλος ως τόσο,

θέλοντας να μάθη τον καθαυτό αίτιο, ξεκινάει και πηγαίνει στην

Ισαυρία, βρίσκει στη φυλακή τον Επίνικο, και τον καταφέρνει να του

ξεμυστηρευτή πως η Βερίνα τον έβαλε να ενεργήση τη δολοφονία. Γυρίζει

ο Ίλλος στη Χαλκηδόνα, καταπείθει τον Αυτοκράτορα να του παραδώση την

πεθερά του, την καλογερεύει, και τη στέλνει φυλακή μέσα σε κάστρο της

Ισαυρίας.

Λίγο κατόπι, στα 483, τονέ βρίσκουμε πάλι τον Ίλλο και ξεκινάει κατά

τη Μικρασία να ξεφύγη άλλη δολοφονία, από γυναίκα κι' αυτή, από τη

Βασίλισσα δηλαδή την Αριάδνη. Εκεί απάνω σηκώνει στη Συρία

ειδωλολατρική επανάσταση κάποιος Λεόντιος. Διορίζει λοιπόν ο Ζήνωνας

στρατηγό τον Ίλλο, να πάη και να χτυπήσει το Λεόντιο. Άξαφνα όμως

υποψιάζεται πάλε τον Ίλλο ο Αυτοκράτορας, θυμώνει ο Ίλλος, και γίνετ'

ένα με το Λεόντιο. Για να τον παιδέψη τότες ο Ζήνωνας, πουλεί τα

υπάρχοντά του και τα μοιράζει στους αγαπημένους του Ισαύρους.

Πηγαίνουν ύστερα κι ο Ίλλος και ο Λεόντιος και φιλιώνουνται με τη

φυλακισμένη τη Βερίνα. Βγαίνει η Βερίνα από τη φυλακή, και στεφανώνει

Αυτοκράτορα το Λεόντιο! Σύγκαιρα συναγροικιέται ο Ίλλος με τον

Οδοάκερο της Ιταλίας, με τους Πέρσους, καθώς και με τους Αρμένηδες,

με σκοπό να δυναμώση το κίνημα. Στο μεταξύ μπαίνει κι ο Λεόντιος στην

Αντιόχεια (484) και συσταίνει Αυτοκρατορική Αυλή. Ο Ζήνωνας όμως, κ'

ίσως με σκοπό να ξεκάμη όχι δυο παρά τρία θεριά, στέλνει αμέσως

καταπάνω τους το Θεοδορίχο τον Οστρογότθο. Δεν πολυβάσταξε τότες μήτ'

ο Ίλλος μήτ' ο Λεόντιος, παρά κ' οι δυο τους πήγαν και κλειστήκανε

μέσα σ' ένα κάστρο της Ισαυρίας. Απάνω στην πολιορκία του κάστρου

εκείνου απέθανε η Βερίνα. Ύστερις από τέσσερα χρόνια αποκλεισμό, τους

πρόδωσε άλλη γυναίκα, η γυναικαδέρφη του Ίλλου, και σφάχτηκαν. Το

Θεοδορίχο όμως δεν τον ξέκαμε τότες ο Ζήνωνας, καθώς γλήγορα θα το

δούμε.

Αν αφορμή του σηκωμού εκείνου της Συρίας είτανε στ' αλήθεια να

ξαναζήση η ειδωλολατρεία ή όχι, δε φαίνεται πολύ βέβαιο. Ξέρουμε όμως

πως ο Ίλλος είχε φίλο του επιστήθιο το φιλόσοφο τον Παμπρέπιο, και

πως ατός του είταν, ή ήθελε να φαίνεται, γραμματιζούμενος και σοφός.

Όσο για τον Παμπρέπιο, όχι μόνο φιλόσοφος νεοπλατωνιστής, μα και

ποιητής και γραμματικός είταν. Κι όταν από την Αθήνα πρωτοπέρασε στην

Πόλη κ' έγινε φίλος του Ίλλου ύστερ' απόνα ποίημα που τούγραψε,

διορίστηκε αμέσως καθηγητής, και με μεγάλη πλερωμή μάλιστα, αφού είχε

κι από τον ίδιο τον Ίλλο χρονιάτικο. Τον κακόβλεπαν όμως οι Πολίτες,

σαν «Έλληνας» που είτανε, δηλαδή Ελληνόσοφος — είδος μάγος, να πούμε.

Κι άμα έλειψε ο Ίλλος στα 478, τον ξόρισαν. Αυτός ως τόσο ξαναγύρισε

πάλι μαζί με τον Ίλλο και διορίστηκε, όχι πια καθηγητής, παρά και

Σενατόρος και Κουαίστωρας. Τονέ συνόδεψε τέλος και στην επανάσταση

εκείνη. Εκεί όμως απέθανε κι αυτός μαζί με τον προστάτη του.

Στα πρώτα εκείνα χρόνια του Ζήνωνα ξέσπασε κι άλλη, ακόμα πιο

σημαντική συνωμοσία, και πάλε γυναίκα η αιτία. Ο γιος του Ανθεμίου,

του δυτικού Αυτοκράτορα, ο Μαρκιανός, είχε γυναίκα τη δεύτερη κόρη

του μεγάλου Λέοντα, τη Λεοντία. Πορφυρογέννητη η Λεοντία, δηλαδή

γεννημένη στον καιρό που βασίλευαν οι γονιοί της, της κάπνισε να ρίξη

κάτω την Αριάδνη και να γενή αυτή Αυτοκρατόρισσα. Άμα λοιπόν

ζορίστηκε η Βερίνα στα 479, μαζεύουν οι φίλοι της Λεοντίας μερικούς

πλερωμένους, κ' ένα μεσημέρι, εκεί που σύχαζαν όλοι με το λιοπύρι,

πέφτουν καταπάνω στο παλάτι. Μόλις πρόφτασε και πήδηξε από παράθυρο ο

Ζήνωνας και γλύτωσε. Φίλος όντας του βασιλέα τότες ο Ίλλος, ξεκινάει

από τη Χαλκηδόνα με μερικούς Ισαύρους και σταματάει το κίνημα.

Πιάνουν και τον άντρα της Λεοντίας το Μαρκιανό, τον καλογερεύουν, και

τον ξορίζουνε στην Καππαδοκία.

Ίσως πρέπει ναναφερθή πως είχε κ' ένα γιο ο Ζήνωνας συνονόματό του,

κακορρίζικο όμως πλάσμα και κακομαθημένο από τους αυλικούς, αν και

πάσκιζε ο πατέρας του να τον καλαναθρέψη. Δεν είναι να γράφουνται σε

Ιστορία μέσα οι αχρειοσύνες του. Έσκασε, μωρό παιδί ακόμα, από την

πολλή την παραλυσία.

Ιστορία της Ρωμιοσύνης, Πρώτος τόμος · 第 17 / 26 段