Δεν είταν όμως πάλι κι ολομόναχος ο Χρυσόστομος μέσα στη μάχη του·

είχε τους οπαδούς του κι αυτός. Είχε την Ολυμπιάδα, χήρα του Βασιλέα

της Αρμενίας, παντρεμένη τώρα Ρωμιό, που ακούγοντας την κατακραυγή

του Χρυσοστόμου για την απονεσιά του πλουσίου κόσμου έβγαινε και

μοίραζε τα πλούτη της αλύπητα σε φτωχούς· είχε την Αράβισσα την

πριγκηπέσσα Σαλβίνα, κόρη του Γίλδου, φερμένη στην Πόλη από το

Θεοδόσιο, και παντρεμένη κάποιον ανιψιό του· είχε το διάκο το

Σεραπίωνα, αγαθόκαρδο μα και λαφρόμυαλο. επειδή αντίς να μαλακώνη τον

Πατριάρχη, τον κόρωνε με ταστόχαστα λόγια του· τέλος είχε μαζί του κι

όλο το λαό, μεταξύ ζητιάνους κι αυλικούς. Τονέ λάτρευε ο λαός σαν

πατέρα του. Όχι μονάχα εξαιτίας που άκουγε την αλήθεια από το θείο

του στόμα, και που έβρισκε κάποια πόρεψη με τα ψυχικά που έγινε

αφορμή ο Χρυσόστομος και του μοίραζαν κάμποσοι πλούσιοι, μα κ'

εξαιτίας τις κοινωνιστικές του ιδέες. Κι ορίστε λοιπόν που μήτε ο

Κοινωνισμός δεν είναι όλως διόλου καινούριο πράμα! Την ήθελε όμως την

ισότητα όχι πολιτική, παρά μονάχα κοινωνική· βάση της θεωρίας του

είτανε να δίνουν οι πλούσιοι στους φτωχούς ένα μέρος. Από τα

φυλλοκάρδια του έβγαιναν αυτές οι ιδέες, κι ως τόσο τις έκαμαν κι

αυτές αφορμή να τονέ χαντακώσουν. Ως μήτε την αδερφική του συμπάθεια

προς την Ολυμπιάδα δεν την άφησαν ανεξήγητη, καθώς πάλε την ασκητική

του ζωή μέσα στο μοναχικό του κελλί την αποδίνανε σ' ερωτικά

ξεφαντώματα!

Αρματώθηκαν αγριεμένοι κ' οι δεκατρείς εκείνοι Επίσκοποι, που ο

βλογημένος ατός του τους κατηγόρησε και τους έκρινε σαν κατέβηκε στη

Μικρασία δίχως μήτε δικαστικό τύπο να φυλάξη. Ξεφύτρωσε τέλος κι ο

Θεόφιλος, ο ανάξιος φίλος του Συνεσίου, ο ξολοθρευτής του ναού του

Σεράπι, βράζοντας από πάθος που χεροτονήθηκε ο Χρυσόστομος

Πατριάρχης, κι όχι κάποιος δικός του. Τα είδαμε τα γενάμενα στην

πρώτη του Σύνοδο, 'που μια από τις σαρανταεφτά του κατηγορίες είταν

κ' η μοιχεία! Είδαμε και τις προκοπές της δεύτερης της Συνωμοσίας.

Σάνε χύμιξαν οι Γότθοι οι στρατιωτικοί το Μεγάλο Σαββάτο εκείνο μέσα

στη Μητρόπολη να τον πιάσουν, ώρα που βαφτιζότανε διάφοροι

Κατηχούμενοι, άντρες και γυναίκες, σαν τα ορνίθια τους έδιωξαν και

τους σκόρπισαν. Και σε τέτοια χάλια έφεραν την εκκλησιά, που πήγε ο

λαός εκείνο το Πάσκα στην εξοχή, κ' έκαμε Ανάσταση κάτω από τα

δέντρα. Ιωαννίτες τους ονόμασαν όλους αυτούς.

Όσο για την πυρκαγιά της βραδινής εκείνης, φαίνεται πως άρχισε από

τον πατριαρχικό θρόνο της Αγιά Σοφιάς, και φούντωσαν οι φλόγες κι

ανεβήκανε, λέει, στη στέγη στρεφογυριστά σα θεόρατο φείδι. Φυσώντας

κι ο άνεμος δυνατά, δεν άργησε να φέρη τις φλόγες νότια κατά το

Σενάτο. Ξολοθρεύτηκαν τότες κάμποσα καλλιτεχνήματα, οι Εννιά οι

Μούσες το σπουδαιότερο.

Έγινε επίσημη κρίση για να βρεθή ο αίτιος της φωτιάς εκείνης. Άλλοι

αβάνιασαν το Χρυσόστομο, άλλοι τους φίλους του· άλλοι την αποδώσανε

σε θάμα, και τέλος μερικοί τη φορτώσανε στους Εθνικούς. Η αλήθεια

είναι πως πολλοί οπαδοί του Χρυσοστόμου καταδιώχτηκαν τότες.

Βασανίστηκε π. χ. ένας του αναγνώστης, ζορίστηκε η βασιλόπουλα η

Ολυμπιάδα, κ' έφυγε κακήν κακώς από την Πόλη η Νικαρέτη, θεοφοβούμενη

γεροντοκόρη που στις μέρες του Χρυσοστόμου γύριζε τους δρόμους και

μοίραζε χάρισμα γιατρικά για την ψυχή της. Τέλος ζορίστηκαν κι όσοι

«Ιωαννίτες» δεν πήγανε να μεταλάβουν από το νέο Πατριάρχη τον

Αρσάκιο.

Η δύστυχη η Ολυμπιάδα παρηγοριά δεν είχε στην εξορία της. Του κάκου

της έγραφε συβουλές από τα όρη ο Χρυσόστομος. Και λέγουν πως σαν

απέθανε, βάλθηκε το λείψανο της σε κουτί και ρίχτηκε μες στη θάλασσα

— είταν η παραγγελία της αυτή —, κ' η θάλασσα το ξέβρασε κάπου, και

το μεταφέρανε στην Πρωτεύουσα και το καταθέσανε στο ναό του Αγίου

Θωμά.

Ένα χρόνο ύστερ' από την εξορία του Χρυσοστόμου ξαναγίνουνται σεισμοί

στην Κωσταντινούπολη. Και τρομάξαντας ο Αρκάδιος στέλνει και ρωτάει

τον Άγιο Νείλο στ' Όρος Σινά, τι σήμαιναν αυτοί οι σεισμοί. Είταν ο

Νείλος μέγας και πολύς στον καιρό του Θεοδοσίου· ως κ' έπαρχος του

Πραιτωρίου της Ανατολής έκαμε τότες. Άξαφνα όμως ταφίνει όλα και

πηγαίνει στ' Όρος Σινά κι αφιερώνει ψυχή και σώμα στα θεία. Του

στέλνει λοιπό μήνυμα ο Άγιος Νείλος του Αρκαδίου πως αμάρτησε που

ξόρισε το Χρυσόστομο. Επειδή όμως οι σεισμοί στο μεταξύ περάσανε, δεν

πρόσεξε ο Αρκάδιος στα λόγια του Νείλου.

Κάτι πολύ σωστό και βαθιοστόχαστο παρατηρήθηκε για το Χρυσόστομο, κι

αξίζει ναναφερθή πρι να κλείσουμε τα λίγα αυτά σημειώματα. Ύστερ' απ'

αυτόνα δε βλέπουμε πια Πατριάρχη που να σηκώνεται και να πολεμάη την

κακία και την παραλυσία του παλατιού. Βρίσκουμε κάμποσους

Πατριάρχηδες κι αγωνίζουνται για δόγμα ή καμιάν αρχή, μα λίγοι

αφιερώσανε ζωή και ψυχή στην ευαγγελική θρησκεία, κι όχι σε ζητήματα

θεολογικά. Κι όσο για ξεθαρρεσιά, κανένας τους πια δεν ξεστόμισε λόγο

να κατακρίνη πορφύρα ή άλλη βασιλική πολυτέλεια, μάλιστα

Αυτοκρατόρισσας. Οι πιώτεροι οι κατοπινοί είταν ή θεολόγοι (θεολόγοι

όμως που δουλέψανε για μεγάλο μας εθνικό καλό), ή ήσυχοι ασκητικοί,

καθώς ο Ιωάννης ο Νηστευτής στον καιρό του Μαυρικίου.

Εκείνο που ξεχωρίζει το Χρυσόστομο από κάθε άλλονα Πατριάρχη είναι

που μήτε για ένα θεολογικό στοχασμό ή σκοπό δεν έμνησκε τόπος μέσα

στην ευαγγελική του ψυχή.

Λες κ' είταν η φωνή του Παύλου και ξαναβγήκε στον κόσμο να ρίξη

δεύτερη πέτρα στις ματαιότητές του.

ΠΕΜΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ

Συνήθειες του πέμτου αιώνα

Αν και τόχουμε πάντα σκοπό σε ξέχωρο παράρτημα να περιγράψουμε τα πιο

κυριώτερα συστατικά του Βυζαντίου, για να παραστηθούνε με κάποια

περιστατωσύνη στο νου μας οι καιροί εκείνοι οι αξέχαστοι κ' οι

μεγάλοι· ανάγκη όμως και στη δήγηση απάνω να ιστορηθούνε μερικά, και

μάλιστα όσα είναι μιας ορισμένης εποχής. Και καθώς δηγώντας την

ιστορία του Κωσταντίνου δεν μπορούσαμε να μη ρίξουμε ματιά στα

κατατόπια της νιόχτιστης Πόλης, έτσι και του Χρυσόστομου την εποχή

καλλίτερα τη νοιώθουμε παραθέτοντας όσα έθιμα κι άλλα του καιρού

εκείνου σημάδια και γνωρίσματα βρίσκουνται μαζεμένα, και μάλιστ' από

τους λόγους του.

Καθώς είδαμε, από τα πιο τρανότερα σημάδια της εποχής είταν η

λαμπρότητα και πολυτέλεια και της Αυλής κι όλης της Βυζαντινής

αριστοκρατίας. Έπαιρναν κ' έδιναν οι μεγαλοπρέπειες κ' οι αρχοντιές

τότες. Αφίνουμε που ο Αυτοκράτορας φόρειε πορφυρένια χλαμύδα,

χρυσοκέντητο χιτώνα που παράσταινε δράκους, και στο κεφάλι κορώνα

πετράδι όλη και μαργαριτάρι. Αφίνουμε το χρυσοστόλιστό του αμάξι, που

ολόασπρα μουλάρια το σέρνανε, χαλινάρια και λουριά και σέλλες, όλα

κατάλαμπρο μάλαμα, που ξαστράφτανε στον ήλιο σαν έβγαινε βασιλική

συνοδία. Μα κ' οι αρίθμητοι δορυφόροι που ακολουθούσανε,

μαλαματωμένοι φεγγοβολούσαν κι αυτοί κι ολοξόμπλιαστοι. Κ' οι άμετροι

αξιωματικοί της Αυλής, καθώς κ' οι άλλοι αρχόντοι, εξόν από

μεγαλόηχους τίτλους σήκωναν κι αρίφνητο βιος· ολόσκεποι μάλαμα και

μετάξι από την κορφή ως τα νύχια, αφού δα και τα ποδήματά τους είτανε

χρυσοξόμπλιαστα. Τίποτες δεν το είχε τότες πλούσιος να ορίζη δέκα κ'

είκοσι σπίτια, και λουτρά άλλα τόσα. Σπίτια τα είπαμε, κι ως τόσο

είταν παλάτια. Φιλτισωμένες οι πόρτες, χρυσωμένα τα στεγάσματα, χάμου

μυριόχρωμα ψηφιδωτά και χαλιά μαλακά και βαριότιμα. Οι τοίχοι

ολοτρόγυρα μάρμαρο από τα σπανιώτερα, κι αν έλειπε το μάρμαρο,

χρυσωμένοι κι αυτοί. Κρεββάτια φιλτισωμένα ή αργυρόφκιαστα, κι αν

είταν από σπάνιο ξύλο, δεν έλειπε μηδ' από κει το χρυσάφι. Καρέγλες

και σκαμνιά, φίλτισι και συντέφι, κι όσο για τα συνηθισμένα τα

σπιτικά χρειασίδια, κοινό μέταλλο δεν τους ταίριαζε· χρυσωτά ή

αργυρωτά και τα μισοστρόγγυλά τους τραπέζια, που δυο κοπέλλια δε

σώνανε να τα σηκώσουν. Αρίφνητοι μάγειροι τοίμαζαν τα φαγοπότια τους,

και σαν καθίζανε, γέμιζε ο αιθέρας αρώματα, φωταψίες και μουσικές.

Αυτά είναι πούβλεπε ο Χρυσόστομος πλάγι πλάγι με την κακομοιριά και

με τη φτώχεια, και πήγε να γίνη «Κοινωνιστής»! Αυτά είναι που

κάμποσοι ξένοι μας ψεγαδιάσανε, σάματις δεν τάχουν απαράλλαχτα μπρος

στα μάτια τους, κι αντάρα Κοινωνιστάδες από το Χρυσόστομο πολύ

φοβερώτερους.

Μα έβλεπε κι άλλα σαν τα τωρινά μας ο Ιεράρχης! Έβλεπε λόγου χάρη τα

θεάματα και τα παρασκήνια, σωστά παρισιάνικα. Τα τραγούδια που έτρεχε

ν' ακούση εκεί ο λαός τίποτις ιερό δεν ξέρανε μήτε όσιο· όλα

ταρμάθιαζαν ολοστρόγγυλα κι ολόγυμνα. Μα και γυναίκες κολυμπούσαν

ολόγυμνες εκεί μέσα, σα θέλανε να παραστήσουνε τις Νεράιδες.

Εκεί που ο Χρυσόστομος ανέβαινε στο μεγαλήτερο ύψος της ευγλωττίας

του και στον τελειότερο βαθμό της τέχνης του είναι σαν έβαζε ομπρός

τις σύχρονές του γυναίκες, που όσο πιο αρχόντισσες, άλλο τόσο πιο

ακόλαστες και μάταιες. Ακολουθώντας τους λόγους του βρίσκουμε μέσα

στα στολιστήρια τους αράδες αλάβαστρα γεμάτα πολύτιμα μύρα, φκιασίδια

και κοκκινάδια. Βρίσκουμε στίμμι για τα ματόκλαδα, καννάβαρι για τα

μάγουλα και για τα χείλη, βαφές που κάμνανε χρυσόξανθα τα μαλλιά, και

πλήθος άλλα γυναικήσια μυστήρια, που όλα τα γνώριζε, κ' ίσως και

τάβλεπε με τα μάτια του όλα.

Είπαμε παραπάνω για τα σγουρά που συνηθίζανε να τα κατεβάζουνε στο

μέτωπο τους με τέχνη σαν τις εταίρες. Μα μήτ' αυτό δεν έσωνε, παρά

και χρυσές πλεξούδες τους κρέμαζαν οι παραστεκάμενες, και με δέσιμο

Περσικό τους περίζωναν το κεφάλι τους. Άλλες πάλι άφιναν ψιλές ψιλές

πλεξούδες κ' έπεφταν απάνω στους ώμους, σκεπάζοντας το κεφάλι με

χρυσοΰφαντα φακιόλια ή με σκουφάκια από δίχτι καταστόλιστο πετράδια.

Σαν τέλειωνε το συγύρισμα τω μαλλιώνε, άρχιζαν και τάλλα στολίσματα.

Σκουλαρήκια περίλαμπρα και μεγάλα· αρμαθιές μαργαριτάρια και

διαμάντια κρεμασμένα κι από τα δυο τα μηλίγγια, που κατέβαιναν ως τα

μάγουλα και λαμποκοπούσανε· στήθια και πλάτες ολομέταξη και διάφανη

σκέπη· μέση περιζωσμένη με χρυσοκόλλητη και μαργαριτοσκέπαστη ζώνη·

πέδιλα στα πόδια μεταξένια ή βυσσινιά χρυσοξόμπλιαστα. Και μονάχα σαν

αποτέλειωναν όλ' αυτά, είταν πια η αρχόντισσα έτοιμη να βγη και να

φέξη στον κόσμο.

Έβγαινε με το χρυσοκάμωτό της αμάξι, και σε ολόασπρο άλογο

καβαλλικεμένη, άλλοι δούλοι τρέχοντας απ' ομπρός για ν' ανοίξουν το

δρόμο, οι πιώτεροι πάλε ακολουθώντας πίσωθε μαζί με τους ευνούχους

και τους άλλους παρατρεχάμενους της αρχόντισσας. Έτσι πήγαινε στην

εκκλησιά, στα λουτρά, στο ιπποδρόμιο, στα θεάματα.

Η μεγαλήτερή τους φιλοδοξία είτανε να μπλέκουνε στα δίχτια τους τους

πιο μεγάλους της χώρας, και λαϊκούς και κληρικούς. Χίλια δυο κάμνανε

για να τους ξελαγιάζουν. Ώρες κοιτάζανε στον καθρέφτη να σπουδάζουν

τα κινήματα και τα στασίματα που τους ταίριαζαν· πώς λόγου χάρη ν'

απογέρνη ο λαιμός πιο χαριτωμένα, πώς να σειέται τα κεφάλι με τρόπο

που ναστράφτουν οι πλεξούδες, πώς νανοιγοκλούν τα ματόκλαδα ξεπεταχτά

και παιχνιδιάρικα, πώς να σπιθοβολούν τα μάτια, και πάλε πώς να

φαίνουνται ονειριασμένες σαν από λαχτάρα, πώς να γίνεται μαγικό και

τραβηχτικό το χαμόγελό τους, και τέλος πώς να σειούνται και να

λυγίζουνε με νάζι τα στήθια, η μέση, τα λαγόνια, οι γόφοι, όλο τους

το κορμί.

Άλλο κακό του καιρού εκείνου που το πολεμούσε κι αυτό αλύπητα ο

Χρυσόστομος είταν οι δεισιδαιμονίες που αλλού ιστορήθηκαν. Κ' επειδή

από το κακό αυτό ζούσαν πάμπολλοι μάγοι κι αγύρτες, τους είχαν και

τούτους μαζί τους οι αυλικοί, και δεν τους είτανε μικρή βοήθεια.

Από τους λόγους πάλε που είχε ο Χρυσόστομος κηρυγμένους στην

Αντιόχεια μαθαίνουμε άλλα. Μαθαίνουμε π. χ. πως από πέντε χρονών

ταγώρια πηγαίνανε στα «Δημοτικά» και διδάσκουνταν ανάγνωση και γραφή

απάνω σε σανιδοκόμματα στο κερί βουτηγμένα. Κατόπι περνούσανε στο

«Ελληνικό» (Σχολάς των Γραμματικών), κι άκουγαν Όμηρο κι άλλους

αρχαίους. Τέλος πηγαίνανε στα Σκολειά της Ρητορικής, και σαν

ξεσκολούσανε κ' έβγαιναν από το διπλό εκείνο καμίνι της αρχαϊκής

σοφίας, άρχιζαν και μελετούσαν τα δόγματα της θρησκείας και δέχουνταν

τάγιο βάφτισμα. Μας χύνει αυτό το σύστημα κάποιο φως και στη μελέτη

του ρωμαίικου μας λογιωτατισμού, και μάλιστα της διγλωσσίας. Αυτά

όμως αλλού.

Από τους προκομμένους εκείνους νέους οι πιο ενθουσιασμένοι

αποτραβιόντανε στ' αναχωρητήρια και στις ερμιές, και βασάνιζαν τα

κορμιά τους με παντής λογής σωματικά και ψυχικά κακοπάθια. Οι πιο

πραχτικοί πάλε σπούδαζαν τα νομικά, κι από κει ανέβαιναν κάποτες και

σε μεγάλα πολιτικά αξιώματα. Στο στρατό, καθώς είδαμε, δεν

πολυέμπαινε το κοινό. Όλως διόλου ξέχωρος κύκλος ο στρατός τότες.

Όσο για τα κορίτσια, οι καλές κ' οι φρόνιμες κι όσες είχαν και τη

θέληση, το θάρρεγαν παινέδι τους ναφίνουν κόσμο κ' εγκόσμια και να

σφαλιούνται στα μοναστήρια. Φαίνεται πως κάμποσο καλό έκαμναν οι

αγαθές εκείνες καλόγριες σε φτωχούς και σ' αρρώστους, και πολύ τις

καμάρωνε αυτές ο Χρυσόστομος. «Οι πιώτερές μας» έλεγε «είναι δοσμένες

στα ουράνια αντίς στα επίγεια». Ομπρός στα δυο κακά ως τόσο που

προξενούσε η μοναχική τους αυτή ζωή, τα φιλανθρωπικά τους έργα δεν

πολυσήμαιναν. Πρώτο κακό, που στεριούνταν ο κόσμος τις καλλίτερες του

μητέρες. Άλλο κακό, που πολλές τους δεν απόμνησκαν ως τέλος πιστές

στα ουράνια, παρά ξέπεφταν κι από τα επίγεια πιο χαμηλότερα. Στην

Πόλη μάλιστα είχε καταντήσει ανοικονόμητο το σκάνταλο. Κελλί

καλογερικό δίχως «αδελφή» ή «διάκονη» είτανε σπάνιο πράμα.

Πρι να κλειστή αυτό το κεφάλαιο, αξίζει να ειπωθούνε μερικά που μας

εικονίζουν την κατάσταση της Αντιόχειας και της Αλεξάντρειας τον

πέμτο αιώνα κάτι πιο καθάρια από τις περιγραφές που φάνηκαν απάνω στη

σειρά της ιστορίας.

Σε καμιάν πόλη της αρχαιότητας, λέει μεγάλος ιστορικός, δε βασίλευε η

καλοζωία τόσο όσο στην Αντιόχεια, τη Βιέννα εκείνη της Μικρασίας, που

το περίφημο προάστειό της, η Δάφνη, αληθινό περιβόλι χαράς κ' ηδονής,

πέντε περίπου μίλια από τη χώρα, και δέκα μίλια γύρο, είταν αμίμητο

με τις δάφνες του, με τα κυπαρίσσια του, με τις βρύσες και τις

νεροσυρμές του, και τέλος με τον περίφημο ναό του Απόλλωνα, που

είδαμε την τύχη του στον καιρό του Θεοδοσίου. Τεσσεράμιση μίλια

μάκρος είχε ο δρόμος της Αντιόχειας, που από τη μια μεριά πήγαινε

παράπλευρα με τον ποταμό, κι από την άλλη σκεπαζότανε με στοά

μεγαλόπρεπη απ' άκρη σ' άκρη. Κι όσο για νερά, όπου γύριζες να δης

έτρεχαν, κ' είταν η μόνη πόλη που δε μάλλωνε ο κόσμος για νάβρη τόπο

μες στα λουτρά.

Παραβάλλοντάς τηνα με την Αλεξάντρεια ο ίδιος ο ιστορικός λέει πως

για χαρές και για καλοπάθια, για δραματικά θεάματα, για φαγοπότια,

και για της αγάπης τα μάγια, η Αντιόχεια είταν πολύ πλουσιώτερη από

την πόλη που δεν είχε «κάτοικο ακαμάτη». Θεατρίνοι, τραγουδιστάδες,

χορευτάδες, ακροβάτες, μίμοι, όλοι την Αντιόχεια είχανε καταφύγι

τους. Καθώς είδαμε όμως, παρουσίαζε κάποτε και πιο φρόνιμη όψη η

ελκυστική αυτή τρελλοκόρη. Είχε και τους θεολόγους της, τους

φιλοσόφους, τους ρήτορες, τα σκολειά και τα μοναστήρια, και τάλλα του

παρδαλού εκείνου κόσμου συστήματα.

Σάνε συνέβαιναν ταραχές στην Αντιόχεια, πάντα στο Ιπποδρόμιο άρχιζαν.

Τις πιώτερες φορές όμως άρχιζαν και τελειώνανε με τα λόγια, κ' έκοβε

η γλώσσα τους όχι παρακάτω, από τους Αλεξαντρινούς. Ίσως επειδή

σημαντικό μέρος των κατοίκων είταν Εβραίοι, αν και δεν είχε λίγους

μήτε η Αλεξάντρεια.

Άλλο πράμα ως τόσο του Νείλου η μεγαλόπολη. Από τα παλιά της χρόνια

γεμάτη αυτή ζωή και δραστηριότητα· από τα παλιά της στολισμένη με το

περίλαμπρο εκείνο παλάτι της, θάμα του κόσμου. Μα ας πάρουμε οδηγό

μας τον Αχιλλέα τον Τάτιο, κι ας «κοσμογυρίσουμε», καθώς ο ίδιος

λέει, τους απέραντους και καταστόλιστους δρόμους της. Πέτρινες στοές

δίχως τέλος και δίχως ταίρι μας ισκιώνουν και μας προφυλάγουν από το

φοβερό το λιοπύρι· οι πιώτεροι δρόμοι μ' επίτηδες μέρος για να

περνούν τ' αμάξια και τάλογα, σύστημα ασυνήθιστο στις ελληνικές

πολιτείες· αρίθμητα δημόσια χτίρια· ο λαός πάντα πανηγυρικός, πάντα

περίχαρος, πάντα στο ποδάρι κι ακοίμητος. Τη νύχτα πάλε τόσο λαμπρά

φωτισμένη η χώρα, που θάρρειες κ' είχανε, λέει, κομματιασμένο τον

ήλιο και σκόρπιο απάνω της. Κάθε φυλής διαβάτες με κάθε λογής

φορεσιές πηγαινοερχόντανε στους πανώριους εκείνους δρόμους, και κάθε

λογής γλώσσες κ' ιδιώματα αντιλαλούσαν απ' άκρη σ' άκρη.

Έδρωναν, κ' οι Ρωμαίοι στα πρώτα, κ' οι δικοί μας κατόπι, για να

κυβερνούνε τους τετραπέρατους τους Αλεξαντρινούς. Με το παραμικρό

σηκωμός, κι αμέσως μάχητα λαός και στρατός· εκεί που η Αντιόχεια

ξεφώνιζε, περγελούσε, και κατόπι ξεθύμαινε, η Αλεξάντρεια πήγαινε ως

το πετροβόλημα, ως τις μαγκουριές, ως τάρματα. Μ' ένα τίποτις άναβαν,

και πάντα στο ματοκύλισμα τελειώνανε.

Σε τέτοια φρύγανα μέσα πώς να μην κορώνουνε φοβερές κάποτε φλόγες,

και μάλιστα σαν άρχισαν τα θρησκευτικά τα βάσανα, που τα είδαμε και

τα ξανάειδαμε. Όταν π. χ. κατατρέχουνταν ο Αθανάσιος από τους

στρατιωτικούς, όταν κάηκε ο ναός του Σεράπι, ότα θυσιάστηκε η

περίφημη η Υπατία. Κ' επειδή για την άδικη και παράλογη αυτή θυσία

δεν έγινε λόγος ακόμα, ας τελειώσουμε με το θλιβερό της ιστορικό.

Είταν η Υπατία κόρη του μαθηματικού Θέωνα, που δίδασκε στο «Μουσείο»,

καθώς τόλεγαν το Πανεπιστήμιο τότες. Σπούδαζε μαθηματικά από τον

πατέρα της, μα κατόπι τ' αφήκε, και βυθίστηκε στα δυσκολώτερα

ζητήματα της μεταφυσικής. Πολύς καιρός δεν πέρασε κι ανέβηκε στης

Φιλοσοφίας την έδρα. Η μεγάλη μάθηση κ' η αρετή της από τη μια, από

την άλλη η θεία της ομορφιά κ' η χάρη, την έκαμαν, καθώς είδαμε και

στου Συνεσίου το κεφάλαιο, αστέρι μέσα στην Αλεξαντρινή κοινωνία.

Μύριοι έτρεχαν κι άκουγαν τα μαγικά της λόγια, και θάμαζαν την

ουράνια σοφία της. Οι τρόποι της όμως είταν τόσο ξανοιχτοί, να μην

πούμε αντρίκιοι, σάνε δίδασκε από τη φιλοσοφική της έδρα, που πολλά

καταλαλήθηκαν εναντίο της, μάλιστα από τις άλλες γυναίκες. Μα και

περπατώντας αγαπούσε να φορή φιλοσοφικό τρίβωνα, κ' έτσι φορεμένη

συνομιλούσε με το Συνέσιο και με τους άλλους σοφούς οπαδούς της,

αψηφώντας τον κόσμο.

Αν από τους φίλους της την ερωτευτήκανε μερικοί τι παράξενο. Είπανε

μάλιστα πως ένας της το μολόγησε ολοφάνερα, και πως τόσο την όργισε,

που ανασηκώνοντας την ποδιά της « Αυτό αγάπησες, κακορρίζικε» του

είπε «κι όχι την αληθινή την ομορφιά». Φαίνεται όμως σαν παραμύθι

αυτό. Η αλήθεια είναι πως η Υπατία ποτές δεν παντρεύτηκε, παρά έμεινε

από τις λίγες που παραστήσανε στον κόσμο ταψεγάδιαστο πρόσωπο της

Ολύμπιας Αθηνάς.

Το κρίμα είναι που και το τραγικό της τέλος μας έμεινε σκοτεινό. Ένα

πράμα γνωρίζουμε, πως όση φιλία είχε με τον Έπαρχο τον Ορέστη, άλλη

τόση έχθρητα με τον Πατριάρχη τον Κύριλλο, και πως θανατώθηκε απάνω

στη μάχητα μεταξύ Κυρίλλου κι Ορέστη.

Είταν αποφασισμένος ο Κύριλλος από τα 412, που ανέβηκε το θρόνο, να

ορίζη αυτός τη χώρα κι όχι ο Έπαρχος. Στη βράση απάνω που ακολούθησε

μπαίνουν κ' οι Εβραίοι στη μέση και τα χεροτερεύουν. Πιάνουν έναν

άνθρωπο του Κυρίλλου και τον παραδίνουν του Ορέστη κατηγορώντας τον

πως ήρθε στη Συνέλεψη να κατασκοπήση. Προστάζει αμέσως ο Ορέστης και

τονέ δέρνουνε μπρος στον κόσμο. Έγινε ο Κύριλλος όξω φρενών όταν

τάκουσε. Παίρνει φωτιά και το ποίμνιο του, και σα δαιμονισμένοι

σηκωθήκανε να φάνε την Εβραΐλα. Οι Εβραίοι τότε βγάζουνε λόγο πως

καίγεται η Μητρόπολη, κι άμα μαζώχτηκαν κάμποσοι Χριστιανοί κατά την

εκκλησιά, τους περιζώνουν και τους κόβουν. Όρια δεν είχε τώρα η οργή

του Κυρίλλου. Ξορίζει όλους τους Εβραίους από την Αλεξάντρεια, αφίνει

τους δικούς του κι' αρπάζουν το έχει τους, και τον Ορέστη μήτε

γυρίζει να τονέ δη. Εκεί απάνω, ξεφύτρωσαν κι ως πεντακόσοι καλόγεροι

από τη Νιτρία, που δίχως άλλο βάλανε χέρι κι αυτοί, αφού ένας τους

πετροβόλησε κιόλας τον Έπαρχο.

Μέσα σ' αυτή την οχλοβοή πρέπει να βρήκε η Υπατία το τέλος της.

Γυρίζοντας μια μέρα στην κατοικία της την πιάνουνε μια παρέα που

αρχηγό της είχε κάποιον Πέτρο, τη σέρνουνε μέσα σε μιαν εκκλησιά,

ξεσκίζουν τα φορέματά της, την κομματιάζουν, και ρίχτουνε τα κομμάτια

της στη φωτιά (415). Έπεσε μ' άλλους λόγους η θεϊκιά εκείνη γυναίκα

θύμα της έχτρητας του Κυρίλλου και του Ορέστη, καθώς και του

φανατισμού μερικών καλογέρων.

Τέτοια είταν η Αλεξάντρεια τέλος τέταρτου αρχή πέμτου αιώνα, τότες

που η Χριστιανωσύνη μαχότανε με τον Εθνισμό. Έχουμε κάμποσες

Αλεξαντρινές ταραχές κι αργότερα, ως το τέλος του πέμτου αιώνα· μα

αυτές είταν τώρα μόνο τα χριστιανικά κόμματα ανάμεσά τους.

ΣΗΜΕΙΩΜΑΤΑ

Διοίκηση, τίτλοι κι αξιώματα του τέταρτου και του πέμτου αιώνα

Για τον ίδιο λόγο που ξηγήθηκε στο υστερνό Κεφάλαιο, πρέπει να

ιστορηθή με όσο γίνεται λίγα λόγια και το Διοικητικό σύστημα του

τέταρτου και του πέμτου αιώνα, καταπώς τόχει καταστρωμένο άλλος

ιστορικός, όχι από τους μικρούς μήτ' αυτός.

Κατά τα κανονισμένα του Διοκλητιανού και του Κωσταντίνου, το Ρωμαϊκό

Κράτος είτανε μοιρασμένο σε πολλές Διοίκησες, η καθεμιά χωρισμένη σε

διάφορες Επαρχίες. Ο επαρχιακός ο κυβερνήτης, ή _Αντέπαρχος_, είτανε

φυσικά υποταχτικός του διοικητικού του _Υπάρχου ή Τοποτηρητή ή

Βικάριου_, καθώς πάλε τούτος είχε αρχηγό τον _Έπαρχο του Πραιτωρίου_,

που όριζε όλο το Τμήμα εκείνο. Τέσσερα είταν τα Τμήματα στου

Κωσταντίνου τον καιρό, της Γαλατίας, της Βρεταννίας κ' Ισπανίας, της

Ιταλίας και του Ιλλυρικού, και της Ανατολής· τέσσερεις λοιπόν κ' οι

_Έπαρχοι τον Πραιτωρίου_.

Μην ξεχνούμε όμως πως αποκάτω από το Ρωμαϊκό τον οργανισμό έχουμε

άμετρες Πολιτείες, η καθεμιά με τους νόμους της και με τα συστήματά

της, ανεξάρτητες η μια της άλλης, και σα να πούμε δεματιασμένες από

την κεντρική την κυβέρνηση. Είδος Ενωμένες Πολιτείες.

Άμα ως τόσο ένας πολίτης δεχότανε να γίνη Συγκλητικός, έχανε κάθε

δεσμό με τη δική του την Πολιτεία· γινότανε δηλαδή Ρωμαίος σωστός.

Ώστε η Σύγκλητο, το _Σενάτο_, είταν το καθαυτό κέντρο της

αυτοκρατορικής εξουσίας.

Έχουμε Σενατόρους τιμητικούς, και Σενατόρους που καθίζανε και στα

Συβούλια. Τιμητικοί όμως δεν πήγαινε να πη πως μένανε δίχως σπουδαία

πολιτικά αξιώματα, καθώς Ύπατοι, Ανθύπατοι, Έπαρχοι· κατά τους

αυλικούς κανονισμούς μάλιστα είχαν και τα πρωτεία στο Παλάτι, και τον

τίτλο _Κλαρίσσιμος_. Οι αξιωματικοί πάλε που έρχουνταν κατόπι τους

λέγουνταν, άλλοι _Περφεκτίσσιμοι_, κι άλλοι _Εγρέγιοι_, και φυσικά

δεν είταν αυτοί Σενατόροι. Σ' αυτόν τον κύκλο μέσα βρίσκουμε τους

διοικητικούς Υπάρχους, τους επαρχιακούς Αντεπάρχους, τους _Δούκες_,

κι άλλους.

Με τον καιρό όμως ξάπλωσε η τάξη τω Σενατόρων και πήρε μέσα της

πολλούς δευτερευόντους. Κ' έτσι οι Περφεκτίσσιμοι κ' οι Εγρέγιοι

κατάντησαν κι αυτοί Κλαρίσσιμοι. Για να μην πέφτουνε μικροί όμως οι

Έπαρχοι που είταν κι αυτοί Κλαρίσσιμοι, πήραν τότες αυτοί τον τίτλο

_Ιλούστριοι_ και _Σπεκτάμπιλοι_.

Ώστε άλλους τίτλους έχουμε στον καιρό του Κωσταντίνου, κι άλλους στον

πέμτο αιώνα. _Κλαρίσσιμος_, που στου Κωσταντίνου την εποχή πήγαινε να

πη ολόπρωτο αξίωμα, στον πέμτο αιώνα δεν πολυσήμαινε. _Οι Έπαρχοι_

λοιπόν _του Πραιτωρίου, ο Έπαρχος της Νέας Ρώμης, οι Πρωτοστράτηγοι,

οι Κοιαίστωρες, οι Μάγιστροι των Οφφικίων, Ο Κόμης των Βασιλικών

Θησαυρών, Ο Κόμης των Θείων Πριβάτων (Πριβετάριος), ο Πραιπόσιτος των

Κουβικουλαρίων_ — όλοι αυτοί είταν τώρα _Ιλλούστριοι_. Οι διοικητικοί

πάλε Ύπαρχοι και μερικοί άλλοι, καθώς κ' οι τρεις _Ανθύπατοι_,

ονομαστήκανε _Ρεσπεκτάμπιλοι_. Και τέλος οι _Αντέπαρχοι_ τω

μικροεπαρχιών, _Κλαρίσσιμοι_.

Οι Σενατόροι, καθώς είπαμε, δεν είταν όλοι του Σενάτου· μερικοί τους

μάλιστα κατοικούσαν τραβηγμένοι και στις Επαρχίες, κι αυτοί είναι οι

_Ονωράτοι_, που πλέρωναν κάμποσο βαριά δοσίματα για το τιμητικό τους

αξίωμα.

Κάθε Σενατόρος του Σενάτου μπορούσε να διοριστή και _Πραίτωρας_.

Πραιτώρους η Κωσταντινούπολη είχε στην αρχή δυο, μα με τον καιρό

γένηκαν οχτώ. Κ' έπρεπε αυτοί να προσφέρνουνε χρήματα όχι μονάχα

στους αγώνες και στα θεάματα, μα και στα δημόσια τα χτίρια.

Η Κοινωνία του πέμτου αιώνα μπορεί να πούμε πως είτανε μοιρασμένη σε

τρεις σειρές. Την αριστοκρατική με τους τρεις βαθμούς της, πρώτο,

μεσιανό και τρίτο. Μέσα στο μεγάλο της γύρο έπαιρνε η τριπλή αυτή

σειρά όχι μονάχα αυλικούς, πολιτικούς και στρατιωτικούς, παρά και

καθηγητάδες, σημαντικούς γιατρούς, κι άλλους τέτοιους. Είτανε μάλλους

λόγους αριστοκρατία όχι κλερονομική καθώς οι σημερνές, παρά βασισμένη

στην ατομική αξία και καλή τύχη. Κατόπι της έρχουνταν η δεύτερη σειρά

με τους επαρχιακούς τους προυχόντους, τους πλούσιους εμπόρους, καθώς

και πλήθος νέους νομικούς, κι άλλους που ελπίζανε να περάσουν κι

αυτοί μια μέρα στην αριστοκρατία. Και τρίτη σειρά είταν οι εργάτες κ'

οι χωριανοί. Μεταξύ πάλε της δεύτερης και της τρίτης σειράς

βρισκόντανε σωριασμένοι κοινοί γιατροί, δασκαλάκια, μικροτεχνίτες,

και πλήθος άλλοι παρατρεχάμενοι των πλούσιων.

Όσο για τον Κλήρο, αυτός καθώς ξέρουμε είταν ολότελα ξέχωρος κύκλος·

σα να πούμε, κόσμος μέσα στον κόσμο. Αυτοκράτορά του είχε τον

Πατριάρχη, αριστοκρατία του τους Επισκόπους, και πάει λέοντας. Έτσι

πήγε ως τέλος, κ' έτσι απόμεινε ως τα σήμερα.

Μια ματιά τώρα στα πιο σπουδαιότερα αξιώματα. Πρώτοι πρώτοι καθώς

είδαμε οι _Ιλλούστριοι_, δηλαδή οι τέσσερεις οι _Έπαρχοι του

Πραιτωρίου_, που όριζε ο καθένας και το τέταρτο της Αυτοκρατορίας. Ο

_Έπαρχος της Ανατολής_ όριζε όλες τις επαρχίες της Ανατολής κ' έξη

Ευρωπαϊκές, δηλαδή τη Θράκη. Η κυριαρχία αυτή είτανε μοιρασμένη σε

πέντε _Διοίκησες_· Ασία, Πόντος, Ανατολή, Θράκη, Αίγυφτο. Ο Διοικητής

της Αίγυφτος είταν ως τόσο ανεξάρτητος από τον Έπαρχο της Ανατολής. Ο

_Έπαρχος του Ιλλυρικού_ (πρωτεύουσα του η Θεσσαλονίκη) όριζε όλα τα

Μπαλκάνια εξόν τη Θράκη, κι όλα τα νησιά. Αυτό το τμήμα είχε δυο

Διοίκησες, Δακία και Μακεδονία. Όσο για την Ελλάδα, είταν είδος

ξέχωρη Επαρχία με δικό της Διοικητή, τον _Ανθύπατο της Αχαΐας_.

Πάμπολλα είταν τα χρέη του Έπαρχου του Πραιτωρίου. Διοικητικά,

οικονομικά, δικαστικά, ως και νομοθετικά. Ο κάθε Ύπαρχος έπρεπε να

του δίνη λόγο για όλα. Αυτός μόνος είχε το δικαίωμα να συσταίνη του

Αυτοκράτορα όποιον έκρινε άξιο να διοριστή Ύπαρχος ή Αντέπαρχος. Έτσι

και τα οικονομικά, αυτός τα κυβερνούσε όλα. Ό,τι δοσίματα συναζόντανε

στο τμήμα του, από τα χέρια του περνούσανε στο βασιλικό ταμείο. Μα

και στα δικαστικά σωστός Αυτοκράτορας είταν ο Έπαρχος, αφού και

τελειωτική απόφαση είχε την εξουσία να βγάζη. Τέλος νομοθετούσε και

με πραιτωριακά διατάγματα.

Ιστορία της Ρωμιοσύνης, Πρώτος τόμος · 第 15 / 26 段