στην πατρίδα του, και βρίσκοντας την παραζαλισμένη από τη μια με τις
βαρβαρικές φυλές που κάθε λίγο πλάκωναν, από την άλλη με τους
απάνθρωπους διοικητάδες που της έστελνε η Κυβέρνηση, αναδέχτηκε
νανέβη στην Πρωτεύουσα και να ζητήση την προστασία του Αρκαδίου.
Τότες είναι που τούφερε και βασιλική κορώνα προσφορά από τους
πατριώτες του, που μήτε σκούφια κοινή δεν του άξιζε. Είναι
αξιοσημείωτος ο λόγος του προς τον Αυτοκράτορα τότες, που σε γλώσσα
όχι πολύ ταιριαστή με τους καιρούς έλεγε πράματα κάμποσο ταιριαστά με
τη φρόνηση· παράσταινε δηλαδή την κατάσταση του τόπου, τις συφορές
του, την ανωφέλευτη πολυτέλεια της Αυλής, και τέλος τανοικονόμητο
κακό της Γοτθικής τυραννίας κι αχορτασιάς, που εξαιτίας της μήτε
στρατό πια καθαυτό ντόπιο δεν είχε. Είναι αλήθεια πως αυτό είταν
αποτέλεσμα της αναπόφευγης πολιτικής του Θεοδοσίου· μα αν πάλε ο
Αρκάδιος είχε τη γνώση και τη δύναμη να ξαναοργανίση το στρατολογικό
σύστημα και ναφίνη τον καθένα να γίνεται στρατιώτης, κι όχι μονάχα
όσους είχαν τον τρόπο να πλερώνουν φόρους, καθώς κι αν η στρατιωτική
δεν καταντούσεν είδος επάγγελμα που κατέβαινε από πατέρα σε γιο, ο
στρατός δε θα γινότανε ολότελα όργανο τω Γότθων, παρά θάμνησκε να
πούμε εθνικός.
Μα κι άλλες συβουλές κάμποσο φρόνιμες τούδινε του Αρκαδίου ο
Συνέσιος· ναφήση τα καλοπάθια, να το ρίξη στην πολεμική και στα
γυμνάσια καθώς οι προγονοί του, Έλληνες και Ρωμαίοι, κι άλλα τέτοια.
Πού όμως να χωρέσουν τέτοιες ιδέες στο κεφάλι του Αρκαδίου, και
μάλιστα με τόση ρητορική ψιλοδουλεμένες! Του κάκου πήγαν οι συβουλές
του, και γύρισε στην πατρίδα του λυπημένος κι αποκαρδισμένος.
Παράξενο σμίγμα ο Συνέσιος· αρχαϊκός πολίτης και φιλόσοφος από τη
μια, Χριστιανός Ιεράρχης από την άλλη. Λες και στεκότανε στο κατώφλι
του νέου κόσμου. Ο ήλιος που βασίλευε τον περέχυνε πίσωθε, το νέο φως
τον οδηγούσε από μπρος.
Πότε βαφτίστηκε δεν το ξέρουμε. Γνωρίζουμε μόνο πως πρι να χεροτονηθή
Αρχιερέας, είταν παντρεμένος στην Αλεξάντρεια, και πως τονέ βλόγησε ο
Θεόφιλος εκείνος της Αλεξάντρειας, που και στου Θεοδοσίου τον καιρό
τον ανταμώσαμε και πάλι θα τον μεταειδούμε. Κάμποσον καιρό φαίνεται
νάζησε τη νοικοκυρεμένη αυτή ζωή, πότε μελετώντας, και πότε πάλε
κυνηγώντας και διασκεδάζοντας. Προπάντων του άρεζε να γράφη ποιήματα
θρησκευτικά και φιλοσοφικά.
Δεν τον αφήκαν ως τόσο στην ησυχία του· ο κόσμος όλος τονέ γύρευε.
Μια μάλιστα από τις πολιτείες της Κυρηναϊκής τον έτρωγε να στέρξη να
γίνη Αρχιερέας της. Του κάκου μηνούσε του αδερφού του πως δεν είτανε
γεννημένος για τις φουρτούνες της πολιτικής και της θεολογίας, πως η
καρδιά του τον τραβούσε κατά τα ειρηνικώτερα λημέρια της μελέτης και
της φιλοσοφίας, πως δεν είτανε μήτε ανύπαντρος, και τέλος πως δεν
παραδέχουνταν κάμποσα δογματικά της εποχής του, μήτε το συνήθιζε να
καμώνεται πως συφωνεί σα δε συφωνούσε. Ο λαός όμως αυτά δεν τάκουγε.
Ο λαός — που ο Συνέσιος τον καταφρονούσε με κάποια σα δασκαλήσια
περηφάνεια — είχε αρκετή γνώση και δύναμη να κάμνη το θέλημά του, και
τόσο φωτισμένα φέρθηκε, που ταψήφησε όλα εκείνα τα μπόδια κι ανέβασε
ταγαπημένο του τέκνο στον Επισκοπικό θρόνο.
Μονομιάς φανερώθηκε ο ακέριος του χαρακτήρας. Είχε τότες η Κυρηναϊκή
Διοικητή τον Αντρόνικο, σκληρόκαρδο κι ανήμερο θεριό. Οι αδικίες του
φαρμάκωναν όλη τη χώρα. Τίποτις δεν το είχε να παραδίνη αθώους στα
βασανιστήρια με την παραμικρή αφορμή. Άρχισε πρώτα ο Συνέσιος με το
καλό και με τις συβουλές. Βλέποντας πως δεν έβγαινε τίποτις, παρά πως
χόλωνε κιόλας ο Αντρόνικος που πήγαινε ο Ιεράρχης και παρηγορούσε τα
θύματά του, αποφασίζει ο Συνέσιος και τον αφορίζει. Κάμνει ταδύνατα
δυνατά ο Αντρόνικος να μαλακώση το Δεσπότη, και το καταφέρνει. Σαν
ξανάρχισε όμως πάλε, δε γελάστηκε πια ο Συνέσιος, μόνο τον
ξαναφορίζει, και τέτοια μέτρα έλαβε που κ' η Αυλή ακόμα τον ξέκαμε
τον Αντρόνικο.
Είχε, καθώς είδαμε, η Κυρηναϊκή κι άλλο μεγάλο κακό, τους βαρβάρους
που πλάκωναν και τη ρήμαζαν κάθε λίγο. Κι ο κακορρίζικος ο βασιλικός
Επίτροπος, αντίς να νοιαστή τον άμοιρο τον τόπο, έβαλε μέσα σε δυο
καράβια τους θησαυρούς που είχε αρπαγμένους, έτοιμος πάντα να κάμη
πανιά και να ξεκόψη! Όξω φρενών ο Συνέσιος σαν τάκουσε αυτά.
«Στρατηγός» έγραψε στο θυμό του απάνω, «στρατηγός, και να στέκεται
στο κουπί! Κ' εγώ ο Συνέσιος, ο φιλόσοφος, να στέκουμαι στα
τειχίσματα απάνω!» Κι όχι μονάχα στα τειχίσματα παραστεκότανε, μα και
καβαλλάρης έβγαινε ο Κυρηναίος ο Παπαφλέσσας, ναγναντεύη του εχτρού
τα κατατόπια. Ως και πολεμικές μηχανές αγωνιζότανε να σοφιστή με τις
επιστήμες που γνώριζε από τη νιότη του. Και μέσα σ' όλην αυτή την
παραζάλη θυμούνταν πάντα και την Υπατία και της έγραφε γράμματα
πατριωτισμό και ξαποφασιά γεμάτα.
Δεν αποβάσταξε όμως ως τέλος ο χρυσόκαρδος ο Ιεράρχης, μόνο μιλώντας
απάνω σε μια από τις μεγαλήτερες εκείνες συφορές, συνεπήρε τον
ταραγμένο του νου η θλίψη κ' η απελπισία, αντρίκια όμως κι αυτή. «Ως
πότε» έλεγε «ως πότε θα στέκουμαι στα τειχίσματα απάνω;... Πάει
πια, πιανούμαστε, δενούμαστε, πουλιούμαστε σκλάβοι... Κι ως τόσο
εγώ θα μείνω εκεί που βρέθηκα, στην Εκκλησιά μου, στη χώρα μου. Εδώ
και ζωντανός αν είμαι θα κάθουμαι, κι αν πεθάνω θα κοίτουμαι».
Δεν μπορέσανε μηδέ τότες οι βάρβαροι να χαλάσουν τη Μητρόπολή του,
πλημμύρισαν όμως όλη την άλλη χώρα κι από πλούσια την αφήκαν
παντέρημη.
Το τέλος του Συνεσίου δεν το γνωρίζουμε, είνε όμως κατιτί να
γνωρίζουμε πως έζησε κ' έπραξε τέτοιος Επίσκοπος τότε στα μεσηβρινά
μας μέρη, καθώς στα βορεινότερα αναφάνηκε ο Χρυσόστομος.
Έχουμε κάτι πιώτερα και σπουδαιότερα να πούμε για το Χρυσόστομο. Κ'
ίσως το καλλίτερο θα είναι να ισκιογραφήσουμε τη βιογραφία του σαν
του Συνεσίου σε τούτο, και ναφήσουμε για ξέχωρα κεφάλαια ό,τι άλλα
απομένουνε να σημειωθούν.
Το ξέρουμε, και σα δεν το ξέρουμε, ταπομαντεύουμε το γιατί ονομάστηκε
Χρυσόστομος. Ο πατέρας του ονομαζότανε Σεκούντος, κ' είτανε μεγάλος
στρατιωτικός στην Αντιόχεια· η μητέρα του λεγότανε Ανθούσα και τονέ
γέννησε στα 344. Αν και χριστιανόπουλο, τάκουσε κι ο Ιωάννης τα
ρητορικά μαθήματα του σοφιστή του Λιβανίου. Όποιος ορέγουνταν τότες
κάτι να γίνη, έπρεπε να πάη στο Λιβάνιο. Φαίνεται πως πολύ τον πόνεσε
ο μεγάλος ο σοφιστής τον Ιωάννη, και πως τα σίδερα έφαγε να τον
πλανέψη και να τονέ γυρίση ειδωλολάτρη με τα μαγικά εκείνα Ομηρικά
παραμύθια του. Μα της μητέρας το θέλημα στάθηκε πιο δυνατώτερο, της
μητέρας εκείνης που ο ίδιος ο Λιβάνιος τηνέ θαμάζουνταν, κι ο νους
του δεν το χωρούσε πώς να μην ξαναπαίρνη δεύτερον άντρα σα χήρεψε.
Σώζεται ακόμα γράμμα του Λιβανίου που συχαίρεται τον Ιωάννη σαν
άρχισε δικηγόρος στην Αντιόχεια. Σώζεται κ' η απάντησή του σαν τονέ
ρωτήξανε στα γεράματά του ποιόν αφίνει διάδοχο. «Τον Ιωάννη θάλεγα»
είπε «μόνο που μας τον έκλεψαν οι χριστιανοί.» Τέτοια υπόληψη κι
αγάπη τον είχε.
Καθώς όμως άλλοτες ο Βασίλειος κι ο Γρηγόριος, έτσι κι ο Χρυσόστομος
δεν έμεινε πολύν καιρό δικηγόρος. Μόλις βαφτίστηκε και τον έκαμε
Αναγνώστη του ο Μελέτιος της Αντιόχειας. Άξαφνα ως τόσο τον πιάνει
ακαταπόνετη λαχτάρα τον Ιωάννη να σύρη και να βυθιστή σ' απομόναχες
μελέτες και σε καλογερικούς στερεμούς για το καλό της Χριστιανωσύνης.
Αρρώστια του καιρού του, καθώς είδαμε κι από τους άλλους Πατέρες. Του
κάκου πάσκισε η μητέρα με θρήνους και με δάκρυα να τονέ μεταπείση·
πήρε τα μάτια του κι αποτραβήχτηκε στη μοναξιά κ' έμεινε
αποκοσμωμένος, ώσπου βαρειά αρρώστια τον ξανάφερε στην πατρίδα του
ύστερ' από έξη χρονών τυράννισμα. Δεν μπόρεσε πια όμως να μεταγυρίση
στην ερημιά σαν ανάλαβε. Είχε δεν είχε τον έμπλεξε στα δίχτυα του ο
Μελέτιος. Από Αναγνώστης χεροτονιέται Διάκος, από Διάκος Πρεσβύτερος·
τέλος διορίζεται και Δίδαχος μέσα στην Αντιόχεια. Τις διδαχές τις
έβγαζαν τότες οι επίσκοποι. Ο νέος όμως επίσκοπος ο Φλαβιανός έδειξε
κάμποση μεγαλοφροσύνη σαν έβαλε τον Πρεσβύτερο να διδάσκη, κι ας
είταν ατός του επίσκοπος. Μια και φανερώθηκε του Χρυσοστόμου το
χάρισμα, έτρεχε η Αντιόχεια όλη να τον ακούση. Ως κ' Εβραίοι κ'
Εθνικοί πηγαίνανε για χάρη του στη Μητρόπολη. Απ' αυτού να νοιώσουμε
τι πάει να πη Αντιόχεια. Ακούμε βαρβαρικές πλημμύρες και
κατατρεγμούς, και φανταζούμαστε πως έπεφτε σε κάθε κόχη της χώρας ο
μαύρος τους ίσκιος. Κι ως τόσο στην Αντιόχεια ο κόσμος τρελλαινότανε
μ' ένα Χρυσόστομο, κι όχι από θεοφοβωσύνη όλοι τους, παρά και πολλοί
από καλλιτεχνικό ενθουσιασμό. Πολιτισμός αυτός κι από το σημερνό
μεγαλήτερος, αφού δα σήμερα μήτε στη Λόντρα δεν πολυτρέχουν Εβραίοι
νακούσουνε μεγάλο χριστιανό Ιεροκήρυκα.
Ήξερε ο Χρυσόστομος να τα λέη όχι μονάχα με τέχνη, μα και με τρόπο
που τους συνέπαιρνε όλους· όχι μονάχα ρητορικός, μα και δραματικός.
Κι ίσως το μεγαλήτερο δώρο του είταν ο ρεαλισμός του εκείνος που,
καθώς θα δούμε, χρησίμεψε και για άλλο καλό εξόν από το σκοπό που
είχε στο νου του. Σκοπός του είτανε να χτυπάη το κακό όπου τόβλεπε·
και για να το χτυπάη στα γερά το ιστορούσε κατά πώς τόβλεπε με τα
μάτια του. Μ' αυτό του το σύστημα μας άφησε ολοζώντανες ζουγραφιές
των εθίμων και των ηθών του καιρού του. Παράδειγμα αυτές δα οι
ομιλίες της Αντιόχειας. Αφίνουμε τις ποιητικές μεταφορές, τις
Γραφικές ερμηνείες, και τις ηθικές συβουλές που λάμπουνε σκόρπιες μες
στα γλυκά του λόγια, μα οι ομιλίες εκείνες μας ξετυλίγουν και
σατυρικές εικόνες της όχι πολύ ασκητικής ζωής των πατριωτών του. Δεν
άφινε μήτε μέγαρα, μήτε φαγοπότια, μήτε ιπποδρόμια, μήτε τις
αρχόντισσες που γυρίζανε τους δρόμους μ' αρίθμητους δούλους κ'
ευνούχους κατόπι τους· μα και τους φιλοσόφους τους έλουζε κατά πώς
τους άξιζε, ιστορώντας ταγέρωχό τους στάσιμο, τις γενειάδες, και
τάλλα στολίδια τους που τα γνωρίζουμε κι από τον Εθνικό το
Χρυσόστομο, το Λουκιανό.
Δώδεκα χρόνια μάγευε την Ανατολή με τις ομιλίες του ο Χρυσόστομος, ως
τα 387, χρόνο δύσεχτο καθώς ξέρουμε για την Αντιόχεια. Και μήτε τότες
δεν έπαψε, παρά όσο ο γέρος ο Φλαβιανός πολεμούσε να μαλακώση το
Θεοδόσιο και να προλάβη τον ξολοθρεμό της δύσμοιρης Αντιόχειας, άλλο
τόσο αγωνίζουνταν κι ο Χρυσόστομος να παρηγορή το λαό και να τον
αρματώνη με πίστη κ' ελπίδα. Οι ομιλίες του σε κείνη απάνω την
κρίσιμη ώρα είναι ίσως από τις πιο συγκινητικώτερές του. Πότε
περιγράφει τα βάσανα του γέρου Επισκόπου που όρη και βουνά διάβαινε
νανταμώση το Θεοδόσιο και να του ζητήση συχώρεση για την Αντιόχεια,
πότε τη θλίψη του απελπισμένου λαού που γύρευε κι αυτός να πάρη τα
όρη για να ξεγλυτώση από τη βασιλική οργή, και πότε πάλε παρασταίνει
τη φρίκη του ο Χρυσόστομος θωρώντας στο Πραιτώριο ταδέρφια του να
παιδεύουνται και να τυραννιούνται. Και το συμπέρασμα, πάντα ελπίδα,
πάντα παρηγοριά, πάντα πιο καλότυχα υστερνά.
Καθώς θυμούμαστε, ήρθε τέλος η βασιλική η συχώρεση. Φτάνουν οι
ταχυδρόμοι στην Αντιόχεια με τα νέα, και ανεβαίνει ο Χρυσόστομος στον
άμπωνα και με λόγια ολόχαρα σκορπάει του λαού τη θλίψη. Όρια δεν είχε
η χαρά τους και τελειωμό δεν είχαν τα πανηγύρια τους.
Άλλα δέκα χρόνια έκαμε στην Αντιόχεια ο Χρυσόστομος διδάσκοντας καθώς
πρώτα, κ' ίσως θάμνησκε εκεί ως το τέλος α δεν αντιλαλούσε και στην
Πρωτεύουσα το μεγάλο του όνομα. Άμα λοιπό χήρεψε ο πατριαρχικός
θρόνος στα 397 κι άρχισαν τα μαλλώματα ποιος να πρωτοσκαλώση,
Βασιλέας και λαός, φτωχοί και πλούσιοι, όλοι μ' ένα στόμα το
Χρυσόστομο φώναζαν. Ως κι ο Ευτρόπιος καθώς είδαμε κείνονα διάλεξε,
δίχως άλλο για λόγους δικούς του αυτός, ίσως μην τύχη κι ανέβη
κανένας παρόμοιος του στην αχορτασιά. Ο Χρυσόστομος όμως δεν τη
ρέγουνταν τόση δόξα· προτιμούσε αυτός την πατρίδα του όπου πέρασε
τόσα χρόνια της νιότης του, και μπορούμε να πούμε πως με το στανιό
τονέ χειροτόνησαν Πατριάρχη στα 398.
Στην αρχή αρχή λαός, κλήρος, αυλικοί, Βασιλέας, και μάλιστα η
Ευδοξία, όλοι τονέ λάτρευαν και τον τιμούσαν. Η αγάπη αυτή κ' η
εύνοια από τη μια, από την άλλη η μεγάλη του νοητική λαμπροσύνη και
τέχνη, τούδωσαν απέραντη δύναμη. Και τώρα το νοιώθουμε πώς δυνήθηκε ο
Χρυσόστομος με μονάχη την παρουσία του να μποδίση στρατό κι όχλο να
σύρουν τον Ευτρόπιο αποκάτω από την Αγιατράπεζα ύστερ' από ένα χρόνο,
τότες που κατρακυλήστηκε από τα μεσούρανα της δόξας του ο Ευνούχος.
Ο Χρυσόστομος όμως καθώς στην Αντιόχεια, έτσι και στην
Κωσταντινούπολη δεν περιορίστηκε σε Γραφικές ερμηνείες και σε
θρησκευτικά παραγγέλματα, παρά κατέβαζε τον κόπανο της μεγαλοδύναμης
ευγλωττίας του και στην ακολασία, τη σπατάλη, την ανηθικότητα, που
καθώς σήμερα βασιλεύουνε μέσα σε κάθε μεγάλη πρωτεύουσα, έτσι και στο
Βυζάντιο τότες, αν και ίσως όχι όσο τώρα. Δεν τα ιστορούμε εδώ τα όσα
χτυπούσε, επειδή θα ιστορηθούνε σε ξέχωρο μέρος. Δεν αφήκε μήτε
μεγιστάνους, μήτε λαϊκούς, μήτε κληρικούς, κι απ' όλους πιώτερο
ράβδιζε τους ακόλαστους κληρικούς. Μα και σαν Πατριάρχης που είταν,
ακόμα μακρύτερα πήγαινε, κι άμα ξετρύπωνε τίποτις άτοπο στην
περιφέρεια του μέσα, τους παίδευε κιόλας. Και τόσο μάλιστα τον
ξάνοιξε τον κύκλο του, που όχι μόνο στη Θράκη, παρά και σ' όλη τη
Μικρασία έφτανε η δύναμή του. Δεκατρείς επισκόπους λεν πως ξεθρόνισε
στη Λυδία και στη Φρυγία μονάχα. Τέτοια λοιπό μέτρα δεν μπορούσε να
τα λαβαίνη δίχως να κάμνη εχτρούς και να βρίσκη φοβερή εναντίωση μέσα
στον τόπο. Έπειτα είταν οι αυλικοί κ' οι άλλοι πολιτικοί αξιωματικοί.
Δεν μπορούσανε να μένουν όλοι τους καλοκαρδισμένοι, μάλιστα οι
Γότθοι, αν και τους φέρνουνταν πιο πονετικά από το Συνέσιο,
πιστεύοντας πως με τον καιρό θα στρώσουν και θα καταντήσουν ένα με
τους δικούς μας, καθώς κ' έγινε· και για δαύτο είχε πάντα καλό λόγο
για όσους Γότθους έπαιρναν εκκλησιαστικά κι άλλο είδος πολιτισμένα
αξιώματα κ' επαγγέλματα. Όντας όμως οι πιώτεροι τους Αρειανοί, κι ο
Χρυσόστομος αποφασισμένος καθώς είδαμε να μην ξαναφήση τον Αρειανισμό
να ξανανοίξη μάτι, ερθόντας απάνω απ' αυτό κ' η Γοτθική εκείνη σφαγή,
άναψαν εναντίο του πάμπολλοι μεγάλοι Γότθοι. Για δυστυχία μας δεν
έπαιρνε μήτε από «διπλωματική» ο Χρυσόστομος. Τονέ γνώριζε τον κόσμο,
και πάλι δεν τονέ γνώριζε· ήξερε τις κακίες του και τις θεάτριζε μ'
έξοχη τέχνη, μα με τους ανθρώπους είταν οξύθυμος και συχνά απότομος.
Είναι αλήθεια πως τέτοιος είτανε με τους μεγάλους κι όχι με τους
μικρούς, κι αυτό μαρτυράει κάμποση μεγαλοφροσύνη κ' ευγένεια. Μα το
καθαυτό συφέρο της Εκκλησίας και του Τόπου απαιτούσε κάτι πιώτερη
πολιτική κ' ημερωσύνη με τους δυνατούς. Αυτό όχι μονάχα δεν το είχε,
παρά και το ενάντιο δίδασκε. Τέτοια φερσίματα προς τους νόμιμους
Κυβερνήτες ενός Τόπου, μα Γότθοι είναι, Ρωμαίοι είναι, ένα και μονάχο
τέλος θα φέρουν· κ' ήρθε το λυπητερό το τέλος, ξέσπασε το κακό.
Μοιράστηκε η Πρωτεύουσα σε δυο στρατόπεδα· τόνα με το Χρυσόστομο,
τάλλο καταπάνω του. Και το θλιβερώτερο, που όλες οι κοκκώνες της
Αυλής, όλες οι μεγάλες οι αρχόντισσες μαζεύτηκαν από το ενάντιο
κόμμα! Πάμπολλες πλούσιες χήρες είταν ξεφρενιασμένες μαζί του που δεν
τις άφινε ήσυχες να πασαλείβουνται με τ' αγαπημένα τους τα φκιασίδια.
Πήρε τέλος φωτιά κ' η Ευδοξία, που αν κι όμορφη, προσπαθούσε κι αυτή
να καλλιτερεύη την ομορφιά της. Αν είταν ο Χρυσόστομος άνθρωπος του
κόσμου, θα τα παράβλεπε αυτά, καθώς παραβλέπει σήμερα ο Αρχιεπίσκοπος
της Κανταβρηγίας την Πριγκηπέσσα της Ουαλίας, που καθώς ξέρουμε
φκιασιδώνεται αλύπητα, κι ως τόσο κανένας μήτε τονειρεύεται να την
ψεγαδιάση. Έτυχε μια φορά σ' ένα του λόγο ναναφέρη και τη λέξη
_αδοξία_ ακούν οι εχτροί του αυτή τη λέξη, κι αμέσως βγάζουνε φήμη
πως την Ευδοξία είχε στο νου του.
Μια και γύρισε η Αυτοκρατόρισσα εναντίο του, πάει του Χρυσoστόμου η
δύναμη. Όλους τους μεγαλήτερους κληρικούς, αυλικούς κι άλλους
αρχόντους μαζί της τους έσερνε η Ευδοξία. Αποφασίζει λοιπό να τον
ξεκάμη, και συναγροικιέται με το γνωστό μας το Θεόφιλο της
Αλεξάντρειας. Βράζοντας ο Θεόφιλος από ζούλια, που έβλεπε το
Χρυσόστομο παντοδύναμο στην Πόλη, ανεβαίνει στην Χαλκηδόνα (403) με
μερικούς Επισκόπους, για νάχη, την πλειονοψηφία στη Σύνοδο που
αποφασίστηκε να συστηθή και να κρίνη το Χρυσόστομο, καθώς και με
κάμποσους θαλασσινούς, για να μπορή στην ανάγκη να το γυρίση και στη
βία. Κωμωδία μονάχη εκείνη η Σύνοδο. Σαρανταεφτά ελεεινές κατηγορίες
έφερεν εναντίο του ένας Επίσκοπος κ' ένας Διάκος. Ο Χρυσόστομος όμως
μήτε να παρουσιαστή δεν καταδέχτηκε. Τον καταδικάζουνε λοιπόν όπως
όπως, επικυρώνει ο Αρκάδιος την απόφαση, και πηγαίνει νύχτα ένας
αξιωματικός της Αυλής, πιάνει τον Ιεράρχη, και τονέ φέρνει σε κάποιο
ακρογιάλι της Μαύρης Θάλασσας.
Μόλις έμαθε ο κόσμος ταποταχύ τα γενάμενα, και γίνεται ανάστατος. Και
καλά να μεταγυρίση ο Πατριάρχης· ως κι ο στρατός με το λαό πια
πήγαινε τώρα. Βγήκαν τότες οι θαλασσινοί του Θεοφίλου με μερικούς
καλόγερους να τα διορθώσουνε, μα τους βρήκε μεγάλο κακό, και παραλίγο
να σκοτωθή κι ο Θεόφιλος. Εκεί απάνω γίνεται μεγάλος σεισμός· αυτό
πια τον κατάπεισε το λαό πως είχε το δίκιο μαζί του, και τίποτις δεν
τονέ σταματούσε. Έγινε σφαγή φοβερή· πήραν ξεφρενιασμένοι τους
δρόμους και ζυγώσανε στο Παλάτι. Σαν τα είδε αυτά η Ευδοξία, τρέχει
στον Αρκάδιο, προσπέφτει στα γόνατα του, και του μολεγεί πως άλλον
τρόπο δεν έχει παρά να γυρίση ο Χρυσόστομος πίσω. Αρίθμητα πλοία και
βάρκες, κατασκέπασαν αμέσως το Βόσπορο, ξεκινώντας να συνοδέψουν τον
Πατριάρχη. Λαμπρές φωταψίες κι από τις δυο μεριές, και σαν
ξαναπερνούσε το στενό η πανηγυρική αυτή συνοδία μαζί με τον
Πατριάρχη, οι ζητωκραυγές του αναγαλλιασμένου λαού αντιλαλούσανε στον
αιθέρα. Με τέτοια πομπή και δόξα ξανανέβηκε ο Ιωάννης το θρόνο του,
με τέτοια κοινή συμπάθεια ξανάρχισε τις λαμπρές διδαχές του.
Ένα πράμα αξίζει να το παρατηρήσουμε από τώρα, επειδή θα το ξαναδούμε
κι αργότερα· το πως ο λαός δε σήκωνε χωρατά μήτε τότες, παρά όχι
Πατριάρχηδες, μα και Βασιλιάδες κάποτες ανεβοκατέβαζε. Και μελετώντας
την ιστορία μας, εκείνο που παραξενεύεται άνθρωπος είναι που τα
συστήματα των καιρών εκείνωνε φαίνουνται όχι μοναδικά και μισοβάρβαρα
κι ασιατικά, καθώς μας τα παραστήσανε μερικοί, παρά που μοιάζουν τόσο
πολύ με τα σημερνά, μάλιστα τα γαλλικά στην οχλαγωγία, ταγγλικά στην
εθιμοταξία, τα ρούσσικα και τα γερμανικά στην αυλοκρατία, κι απάνω
κάτω όλα στην παραλυσία, που καθώς ξέρουμε δε λείπει από κάθε
πρωτεύουσα.
Οι αντίπαλοι του Χρυσοστόμου ως τόσο ησυχία δεν είχανε, μόνο νύχτα
μέρα άλλο δε συλλογιούνταν παρά πώς να τον ξεκάμουνε μια και καλή.
Είχε ο Έπαρχος ο Σιμπλίκιος υψωμένη της Ευδοξίας στήλη πορφυρωτή μ'
αργυρό αδριάντα της στημένο απάνω, σιμά στην εκκλησιά της Αγίας
Ειρήνης, σε τόπο που τον έλεγαν Πιττάκια. Κ' εκεί ο Σιμπλίκιος,
θανάσιμος εχτρός του Χρυσοστόμου, έκαμνε τόση οχλοβοή με χορούς και
μ' άλλα Εθνικά πανηγύρια, που δεν μπορούσανε να λειτουργήσουνε μέσα
στην εκκλησιά. Ανεβαίνει στον άμπωνα ο Χρυσόστομος και ρίχνει πάλε
ταστροπελέκια του. Τι κάμνουν τότες οι εχτροί του; Πηγαίνουν και τον
καταμηνούν της Ευδοξίας πως δεν τίμησε τον αδριάντα της καθώς έπρεπε.
Ξανακορώνει αμέσως η Ευδοξία μαζί του. «Πάλιν Ηρωδιάς μαίνεται»,
καθώς είπε κι ο ίδιος ο Χρυσόστομος τότε σ' έναν του λόγο.
Καταπιάνουνται λοιπόν πάλι να τον ξεκάμουν, κι όχι ψέματα πια.
Συσταίνεται καινούρια Σύνοδο, κι ο Θεόφιλος επικυρώνει την προτήτερη
την απόφαση. Μπαίνει Γοτθικός στρατός στην Πρωτεύουσα, και Μέγα
Σαββάτο ανήμερα στα 404 έρχουνται και πιάνουν τον Πατριάρχη. Έκαμε
πάλε το πλήθος ναντισταθή, μα ο εχτρός είταν τώρα καλά οργανισμένος,
κι' άλλο δε βγήκε από τη στάση εκείνη παρά που καήκανε δυο δημόσια
χτίρια, η Αγιά Σοφιά και το Σενάτο, καθώς και μερικά σπίτια. Τον
πήραν και τον έφεραν τον Ιεράρχη στην Κουκουσό της Μικρής Αρμενίας,
απάνω στ' αδιάβατα όρη του Ταύρου. Σκοπός τους είτανε να τονέ
θανατώσουνε με το μακρινό αυτό ταξίδι. Μα ο Ιωάννης, αν κι εβδορήντα
μέρες περπάτημα σε βράχους και σε ρημιές, πάλε βάσταξε κ' έζησε άλλα
τρία χρόνια στις αϊτοφωλιές εκείνες απάνω. Έζησε, κ' έκαμνε ό,τι κ'
οι άλλοι προκάτοχοι του κάμνανε σε παρόμοιες έρημες μοναξιές· έγραφε
κ' έστελνε διδασκαλίες και συβουλές όπου είχε πιστούς οπαδούς του και
φίλους, και τους είχε αμέτρητους. Ως και Σύνοδο σύστησε και ακύρωσε
την ψεύτικη απόφαση της προτητερινής. Και τόσο τους πείραξε πάλε τους
αδιόρθωτους εχτρούς του, που κατάπεισαν τον Αρκάδιο κ' έστειλε τον
Ιεράρχη σ' άλλη χερώτερη εξορία περίγυρα στης Πιτυούντας την έρημο.
Στο διάβα του όμως από τη μιαν εξορία στην άλλη τόσον τον
κακομεταχειρίστηκαν οι εχτροί του, που πέθανε τώρα στο δρόμο, εξήντα
χρονών, ολίγους μήνες πριν αποθάνη κ' η Ευδοξία.
Αυτό είταν το τέλος του Μεγάλου Χρυσοστόμου, που με το Βασίλειο και
με το Γρηγόριο τους έχει τριπλό καμάρι η Εκκλησία.
Τριάντα χρόνους κατόπι, όταν τα πάθη κ' οι ραδιουργίες είταν
αποκοιμισμένες μαζί με τους εχτρούς του, ζήτησε ο λαός το ιερό του
λείψανο, και το κατεβάσανε στην Πρωτεύουσα με μεγάλη παράταξη. Ως τη
Χαλκηδόνα προβγήκε και το προαπάντησε τότες ο Δεύτερος ο Θεοδόσιος.
Και προσπεσόντας το προσκύνησε ο Βασιλέας, και παρακάλεσε τον Άγιο να
συχωρέση τον πατέρα του τον Αρκάδιο και τη μητέρα του την Ευδοξία.
ΤΕΤΑΡΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ
Μερικά συμπληρώματα της Ιστορίας του Χρυσοστόμου
Η λιγόκαιρη αυτή εποχή αποφάσισε μεγάλα ζητήματα, κ' ίσως απ όλα το
μεγαλήτερο είταν η θέση του Πατριάρχη προς το Βασιλέα. Όσο κι αν
είταν αχαμνός ο Αρκάδιος, η Ευδοξία όμως δεν τούμοιαζε, και καθώς
είδαμε αυτή βασίλευε κι όχι ο άντρας της. Αν ο Χρυσόστομος είταν κι
αυτός του γλυκού νερού, θάπαιρνε βέβαια η αυλοκρατία το δρόμο της
ανεμπόδιστα. Και μ' όλη του όμως τη νοητική δύναμη, τη μαγική
ευγλωττία, και την ασκητική αρετή, πάλε καταπονέθηκε από το Παλάτι κι
από τους αυλικούς. Κ' ίσως ίσως αυτό αφαίρεσε από το Πατριαρχείο μας
μια για πάντα κάθε στοιχείο εξουσίας πολιτικής. Ζήτησε, είναι
αλήθεια, η παλιά η Ρώμη να μας τη στυλώση αυτή τη δύναμη, καθώς θα
δούμε αργότερα, από δικούς της λόγους αυτή. Μα δεν έπιασε.
Δυο περαστικά λόγια για την περιξάκουστη την ηθική παραλυσία της
Βυζαντινής Αυλής κι αρχοντιάς, πρι να κινήσουμε παραμπρός.
Ολόπρωτη της αριστοκρατίας να πούμε είτανε φυσικά η Ευδοξία. Πολλά
λοιπόν ψιθυρίστηκαν, όχι μονάχα για τα φκιασήδια της, μα και για την
αρετή της, κ' ένα είναι πως ο γιος της, ο δεύτερος ο Θεοδόσιος, δεν
είταν από τον Αρκάδιο γεννημένος, παρ' από τον Κόμητα τον Ιωάννη. Και
ψέματα να είναι, το πως ψιθυρίστηκε μονάχα σώνει να μας δείξη πως
αγαπούσε και τότες ο κόσμος να τα βάζη αυτά στο νου του. Μα έχουμε κι
άλλα σημάδια της κοινωνίας εκείνης. Ξέρουμε λόγου χάρη πως οι
ακόλουθες της Αυτοκρατόρισσας, αντίς να φορούνε μαγουλήκα καθώς οι
συσταζούμενες οι Χριστιανές των καιρών εκείνων, προτιμούσανε να
στρίβουν κατσαρά με πυρωμένα σίδερα και να τα κατεβάζουνε στο μέτωπό
τους, καθώς φαίνεται έκαμναν οι γυναίκες του δρόμου. Μα μας έμειναν
κι άλλα πάμπολλα, και μέρος θα ιστορηθούνε σε λίγο. Αυτά λοιπόν όλα
σαν ήρωας τα πολεμούσε ο ασκητικός ο Χρυσόστομος με τη φοβερή του
ρητορική. Κι όχι μονάχα από τον άμπωνα τα πολεμούσε, όχι μονάχα
γύριζε άγριες ματιές κατά την Αυτοκρατόρισσα, όταν είχε τίποτις να
της ψεγαδιάση, μόνο πήγαινε κι ατός του κ' έβρισκε τις μεγάλες κυρίες
και τους τα διάβαζε στα σπιτικά τους. Δύσκολο τώρα δεν είναι να
καταλάβουμε γιατί σηκώθηκαν καταπάνω του σα σφίγγες οι κεράδες. Μια
τους, η Ευγραφία, έδωσε και το σπίτι της για τη συνωμοσία. Λογής
λογής ψεγάδια του κόλλησαν εκεί μέσα· αφορμή μερικές αθώες του ιδέες
και συνήθειες, του σκαρώσανε φοβερές κατηγορίες. Πέτυχαν καθώς είδαμε
και συμμάχους τους καλόγερους και τις καλόγριες, που ζώντας ανάμεσα
τους ζωή χαρισάμενη δεν τους έρχουνταν αυτό το σούσουρο κάθε λίγο
απάνου από τον άμπωνα. Και σα να μη σώνανε μήτ' αυτοί, πήγανε μαζί
τους κι όλοι οι ζητιάνοι της Πόλης, τάχα γιατί χτυπούσε και τη
ζητιανιά ο αποστολικός ο Πατριάρχης.