Αν δε εις καμμίαν από αυτάς, φίλε Πρώταρχε, προστεθή η πονηρία, δεν θα
ειπούμεν τότε ότι γίνεται πονηρά και η γνώμη, πονηρά δε και η ηδονή ;
Πρώταρχος.
Τι άλλο βεβαίως, Σωκράτη μου ;
Σωκράτης.
Τόρα όμως ; Αν προστεθή η ορθότης ή το αντίθετον της ορθότητος εις
κανέν από αυτά, άραγε δεν θα ειπούμεν ορθήν την γνώμην, όταν αποκτά την
ορθότητα, το ίδιον δε και την ηδονήν;
Πρώταρχος.
Αυτό είναι λογικόν.
Σωκράτης.
Όταν όμως είναι λανθασμένον το αντικείμενον της γνώμης, δεν πρέπει τότε
την γνώμην να την παραδεχθώμεν ως λανθασμένην και όχι ορθήν ;
Πρώταρχος.
Πώς είναι δυνατόν αλλέως ;
Σωκράτης.
Και λοιπόν ; Εάν παρατηρήσωμεν ότι μία λύπη ή ηδονή, σφάλλει ως προς το
αντικείμενον της ενεργείας της, θα την ονομάσωμεν ορθήν ή κανονικήν ή
με κανέν από τα καλά ονόματα ;
Πρώταρχος.
Αλλά αυτό δεν είναι δυνατόν, εάν σφάλη βεβαίως η ηδονή.
Σωκράτης.
Και όμως φαίνεται βεβαίως ότι πολλάκις η ηδονή συμβαίνει όχι μαζί με
ορθήν γνώμην αλλά με ψευδή.
Πρώταρχος.
Πώς όχι; Βεβαίως όμως, καλέ Σωκράτη, την μεν γνώμην εις αυτόν τον
συνδυασμόν την ελέγαμεν και τότε ψευδή, την ιδίαν όμως την ηδονήν ποτέ
δεν ημπορεί κανείς να την χαρακτηρίση ως ψευδή.
Σωκράτης.
Βλέπω ότι με προθυμίαν υπερασπίζεσαι τόρα, καλέ Πρώταρχε, το ζήτημα της
ηδονής.
Πρώταρχος.
Διόλου μάλιστα, αλλά, καθώς ακούω, λέγω.
Σωκράτης.
Αλλά, αγαπητέ μου, δεν έχει άραγε καμμίαν διαφοράν δι' ημάς η ηδονή η
συνοδευομένη από ορθήν γνώμην και από επιστήμην, από εκείνην η οποία
συμβαίνει πολλάκις εις έκαστον από ημάς μαζί με το ψεύδος και την
αμάθειαν ;
Πρώταρχος.
Είναι τουλάχιστον λογικόν να μην έχουν μικράν διαφοράν.
Σωκράτης.
Λοιπόν ας έλθωμεν να ερευνήσωμεν αυτήν την διαφοράν των.
Πρώταρχος.
Οδήγησέ με όπου κρίνεις καλόν.
Σωκράτης.
Ιδού πού σε οδηγώ.
Πρώταρχος.
Πού ;
Σωκράτης.
Δεχόμεθα ότι η γνώμη είναι και ψευδής και αληθινή ;
Πρώταρχος.
Δεχόμεθα.
Σωκράτης.
Αλλά πολλάκις δεν την συνοδεύει αυτήν αυτό το οποίον αναφέραμεν
πολλάκις, δηλαδή η ηδονή και η λύπη, εννοώ την αληθή και ψευδή γνώμην;
Πρώταρχος.
Βεβαιότατα.
Σωκράτης.
Αλλ' άραγε δεν συμβαίνει εντός μας από την μνήμην και από την αίσθησιν
και η γνώμη και η εκάστοτε μεταβολή των γνωμών;
Πρώταρχος.
Πολύ μάλιστα.
Σωκράτης.
Επομένως δεν πρέπει άραγε κατ' ανάγκην να μας συμβαίνη, εις αυτά κάπως
το εξής ;
Πρώταρχος.
Τι πράγμα ;
Σωκράτης.
Πολλάκις όταν ιδή κανείς από μακράν όχι τόσον καθαρά τα αντικείμενα,
δεν θα έλεγες ότι ομοιάζει ως να θέλη να κρίνη αυτά τα οποία βλέπει τι
πράγμα είναι ;
Πρώταρχος.
Θα το έλεγα.
Σωκράτης.
Λοιπόν κατόπιν δεν είναι δυνατόν εκείνος να ερωτήση ο ίδιος τον εαυτόν
του ως εξής;
Πρώταρχος.
Πώς ;
Σωκράτης.
«Σαν τι πράγμα να είναι άραγε αυτό που μου φαίνεται ωσάν να στέκεται
όρθιον πλησίον εις εκείνην την πέτραν κάτω από ένα δένδρον ;» Νομίζεις
ότι ημπορεί κάνεις να τα ειπή αυτά μέσα του, εάν ιδή να παρουσιασθούν
εμπρός του κάποτε τοιαύται οπτασίαι ;
Πρώταρχος.
Αμέ τι ;
Σωκράτης.
Αλλά τόρα άραγε ο ίδιος κατόπιν δεν ημπορεί, ως να απαντά εις τον
εαυτόν του, να ειπή ότι αυτός εκεί είναι άνθρωπος και να το ειπή ορθώς;
Πρώταρχος.
Βεβαιότατα.
Σωκράτης.
Και αν κινηθή ολίγον παρέκει, πάλιν τάχα δεν ημπορεί να προσθέση ότι η
παρατηρουμένη οπτασία θα είναι κάπως έργον ποιμένων ;
Πρώταρχος.
Πολύ μάλιστα.
Σωκράτης.
Και αν παρευρίσκεται κανείς πλησίον του, τότε και όσα είπε μέσα του δεν
ημπορεί να τα επαναλάβη τα ίδια με δυνατήν φωνήν, και να γίνη τότε
πλέον ακριβώς λόγος εκείνο που προηγουμένως ωνομάζαμεν γνώμην ;
Πρώταρχος.
Τι άλλο βεβαίως ;
Σωκράτης.
Εάν όμως βεβαίως είναι μόνος του και το ίδιον πράγμα το συλλογίζεται
μέσα του, κάποτε δεν εξακολουθεί με αυτήν την σκέψιν εντός του να
βαδίζη πολλήν ώραν ;
Πρώταρχος.
Βεβαιότατα.
Σωκράτης.
Τόρα λοιπόν ; Αυτό που συμβαίνει εις αυτά φαίνεται και εις εσέ καθώς
εις εμέ ;
Πρώταρχος.
Τι πράγμα;
Σωκράτης.
Εις εμέ φαίνεται τότε ότι η ψυχή μας ομοιάζει με βιβλίον.
Πρώταρχος.
Πώς ;
Σωκράτης.
Η μνήμη μού φαίνεται ότι ταυτίζεται με την αίσθησιν, και εκείνα όσα
συμβαίνουν εις αυτάς τας εντυπώσεις, φαίνονται εις εμέ ωσάν να γράφουν
μέσα εις τας ψυχάς μας λόγους. Και όταν μεν γράψη την αλήθειαν αυτή η
εντύπωσις, τότε γίνονται εντός μας από αυτήν γνώμαι και λόγοι αληθείς,
όταν όμως αυτός ο εσωτερικός μας γραφεύς γράψη ψεύδη, τότε γίνονται τα
αντίθετα από τα αληθινά.
Πρώταρχος.
Πολύ μάλιστα θεωρώ αυτά ορθά και παραδέχομαι όσα είπες.
Σωκράτης.
Τότε λοιπόν παραδέξου και ότι τότε υπάρχει μέσα εις τας ψυχάς μας
κάποιος άλλος εργάτης.
Πρώταρχος.
Ποίος;
Σωκράτης
Κάποιος ζωγράφος, ο οποίος κατόπιν από τον γραμματοδιδάσκαλον
ζωγραφίζει την ψυχήν μας τας εικόνας αυτών που λέγουν.
Πρώταρχος.
Πώς εννοούμεν αυτόν πάλιν και ποίαν στιγμήν ;
Σωκράτης.
Όταν από την όρασιν ή από καμμίαν άλλην αίσθησιν απομακρύνη κανείς τους
οραματισμούς και τα λεγόμενα και κάπως βλέπη μέσα του τας εικόνας των
οραματισμών και των λεχθέντων. Ή μήπως τούτο δεν συμβαίνει ποτέ εντός
μας ;
Πρώταρχος.
Αυτό είναι βεβαιότατον.
Σωκράτης.
Λοιπόν αι μεν εικόνες των αληθινών γνωμών και λόγων δεν είναι αληθείς,
αι δε εικόνες των ψευδών ψευδείς ;
Πρώταρχος.
Εντελώς.
Σωκράτης.
Εάν λοιπόν αυτά τα είπαμεν ορθά, ας εξετάσωμεν ακόμη και το εξής.
Πρώταρχος.
Τι πράγμα ;
Σωκράτης.
Αν μόνον εις τα παρόντα και τα παρελθόντα είναι λογικόν να συμβαίνουν
αυτά τα πάθη, όχι δε και εις τα μέλλοντα.
Πρώταρχος.
Βεβαίως εξ ίσου εις όλους τους χρόνους.
Σωκράτης.
Δεν είπαμεν λοιπόν προηγουμένως ότι αι ηδοναί και λύπαι αι αισθηταί με
μόνην την ψυχήν ημπορούν να συμβούν προ των σωματικών ηδονών, επομένως
η πρόωρος χαρά και η πρόωρος λύπη δεν περιστρέφεται εις τον μέλλοντα
χρόνον ;
Πρώταρχος.
Αυτό είναι αληθέστατον.
Σωκράτης.
Λοιπόν άραγε τα γράμματα και αι ζωγραφίαι, τα οποία προ ολίγου
εδέχθημεν ότι σχηματίζονται εντός μας, μόνον εις τον παρελθόντα και τον
παρόντα χρόνον περιστρέφονται, όχι δε και εις τον μέλλοντα ;
Πρώταρχος.
Πολύ μάλιστα.
Σωκράτης.
Μήπως αυτό το πολύ μάλιστα το λέγεις, διότι όλα αυτά είναι ελπίδες
περιστρεφόμεναι εις τον κατόπιν χρόνον, ημείς δε εις όλην μας την ζωήν
είμεθα φορτωμένοι από ελπίδας ;
Πρώταρχος.
Βεβαιότατα.
Σωκράτης.
Εμπρός λοιπόν έξω από όσα είπαμεν απάντησέ μου και εις
το εξής.
Πρώταρχος.
Τι πράγμα;
Σωκράτης.
Ο δίκαιος ανήρ και ο ευσεβής και ο αγαθός δεν είναι άραγε ασφαλώς
θεοφιλής ;
Πρώταρχος.
Αμέ τι ;
Σωκράτης.
Και λοιπόν ; Ο άδικος και ολοτελώς κακός άραγε δεν είναι το αντίθετον
από εκείνον;
Πρώταρχος.
Πώς όχι;
Σωκράτης.
Αλλά βεβαίως, καθώς ελέγαμεν προ ολίγου, δεν είναι φορτωμένος από
πολλάς ελπίδας έκαστος άνθρωπος ;
Πρώταρχος.
Διατί δεν είναι;
Σωκράτης.
Και υπάρχουν λόγοι εντός εκάστου από ημάς, τους οποίους ονομάζομεν
ελπίδας;
Πρώταρχος.
Μάλιστα.
Σωκράτης.
Και το κυριώτερον, είναι και τα δράματά μας ζωγραφισμένα ; Και κάποτε
κανείς βλέπει μέσα του να αποκτά άφθονον χρυσόν και περιπλέον πολλάς
απολαύσεις, ακόμη δε βλέπει και τον εαυτόν του εντός του ζωγραφισμένον
να ευχαριστήται παρά πολύ διά τον εαυτόν του ;
Πρώταρχος.
Διατί όχι;
Σωκράτης.
Από αυτά λοιπόν να παραδεχθώμεν άραγε ότι εις μεν τους αγαθούς τα
ζωγραφισμένα αποταμιεύονται αληθινά, διότι είναι θεοφιλείς, εις δε τους
κακούς συνήθως το αντίθετον, ή να μη παραδεχθώμεν;
Πρώταρχος.
Βεβαιότατα πρέπει να παραδεχθώμεν.
Σωκράτης.
Λοιπόν δεν παρουσιάζονται και εις τους κακούς επίσης ηδοναί
ζωγραφισμέναι, αυταί όμως είναι βεβαίως ψευδείς ;
Πρώταρχος.
Τι άλλο βεβαίως;
Σωκράτης.
Επομένως το περισσότερον με ψευδείς ηδονάς ευχαριστούνται οι κακοί, οι
δε αγαθοί άνθρωποι με αληθείς ;
Πρώταρχος.
Ομιλείς λογικώτατα.
Σωκράτης.
Υπάρχουν λοιπόν συμφώνως με την προκειμένην συζήτησιν ψευδείς ηδοναί
εις τας ψυχάς των ανθρώπων, αλλά μιμούνται τας αληθινάς με κάποιον
γελοίον τρόπον. Και λύπαι δε επίσης.
Πρώταρχος.
Υπάρχουν.
Σωκράτης.
Τότε λοιπόν ήτο δυνατόν πάντοτε να έχη πραγματικήν γνώμην όστις εν
γένει έχει γνώμην, όχι όμως περί υπαρχόντων ούτε περί παρελθόντων αλλά
περί μελλόντων πραγμάτων.
Πρώταρχος.
Βεβαιότατα.
Σωκράτης.
Και, νομίζω, αυτά ήσαν τα δημιουργούντα γνώμην ψευδή. Δεν είναι έτσι ;
Πρώταρχος.
Μάλιστα.
Σωκράτης.
Και λοιπόν ; Δεν πρέπει να ανταποδώσωμεν εις τας λύπας και τας ηδονάς
την αντίστροφον διάθεσιν ως προς αυτά ;
Πρώταρχος.
Πώς ;
Σωκράτης.
Ότι δηλαδή ήτο δυνατόν μεν να αισθάνεται πάντοτε γενικώς πραγματικήν
χαράν όστις χαίρει οπωσδήποτε και τυχαίως, όχι όμως διά παρόντα ούτε
διά παρελθόντα κάποτε, πολλάκις μάλιστα ίσως ούτε διά τα μέλλοντα να
συμβούν.
Πρώταρχος.
Και αυτά είναι λογικά, Σωκράτη μου.
Σωκράτης.
Τότε λοιπόν το ίδιον δεν θα ειπούμεν και διά τους φόβους και τας
εξάψεις και όλα τα όμοια πάθη, ότι δηλαδή κάποτε είναι και ψευδή όλα
αυτά ;
Πρώταρχος.
Βεβαιότατα.
Σωκράτης.
Τόρα όμως; έχομεν να αναφέρωμεν πονηράς γνώμας, αι οποίαι να υπάρχουν
κατ' άλλον τρόπον παρά ως ψευδείς ;
Πρώταρχος.
Δεν έχομεν.
Σωκράτης.
Ούτε αι ηδοναί, νομίζω, παραδεχόμεθα ότι είναι κατ' άλλον τρόπον
πονηραί παρά καθ' όσον είναι ψευδείς.
Πρώταρχος.
Απ' εναντίας, καλέ Σωκράτη, είπες όλως το αντίθετον. Δηλαδή με το
ψεύδος σχεδόν διόλου δεν ημπορεί κανείς να παραδεχθή πονηράς λύπας και
ηδονάς, αλλά μόνον όταν συνταυτίζωνται με κάποιαν άλλην μεγάλην και
πολλήν πονηρίαν.
Σωκράτης.
Και λοιπόν τας πονηράς ηδονάς και όσαι είναι τοιαύται ένεκα της
πονηρίας θα τας εξετάσωμεν ολίγον αργότερον, αν έχωμεν διάθεσιν και οι
δύο μας. Τόρα όμως πρέπει να εξετάσωμεν εκείνας αι οποίαι υπάρχουν και
γίνονται εντός μας ψευδείς πολλαί και πολλάκις κατ' άλλον τρόπον. Διότι
ίσως αυτό το μέτρον θα χρησιμοποιήσωμεν εις την κρίσιν περί αυτών.
Πρώταρχος.
Πώς όχι βέβαια, αφού υπάρχουν;
Σωκράτης.
Μάλιστα, καλέ Πρώταρχε, υπάρχουν κατά την γνώμην μου τουλάχιστον. Αυτή
δε η κρίσις εφ' όσον υπάρχει εντός μας, δεν ημπορούμεν να την αφήσωμεν
ανεξέλεγκτον.
Πρώταρχος.
Έχει καλώς.
Σωκράτης.
Ας παρουσιασθώμεν λοιπόν ωσάν αθληταί εις αυτόν τον λόγον πάλιν.
Πρώταρχος.
Εμπρός.
Σωκράτης.
Είπαμεν όμως, εάν ενθυμούμεθα, ολίγον προηγουμένως, ότι όταν υπάρχουν
εντός μας αι λεγόμεναι επιθυμίαι, τότε φυσικά το σώμα κατέχεται από τα
πάθη χωριστά από την ψυχήν.
Πρώταρχος.
Το ενθυμούμεθα, και ελέχθησαν αυτά προηγουμένως.
Σωκράτης.
Λοιπόν δεν ήτο η ψυχή επιθυμητής των αντιθέτων καταστάσεων του σώματος,
εκείνο δε το οποίον επροξένει τον πόνον ή κάποιαν ηδονήν από πάθος δεν
ήτο το σώμα;
Πρώταρχος.
Βεβαίως ήτο.
Σωκράτης.
Κάμνε λοιπόν το εξαγόμενον αυτών.
Πρώταρχος.
Λέγε.
Σωκράτης.
Εξάγεται λοιπόν ότι, οσάκις υπάρχουν αυτά, συμπαρομαρτούν λύπαι και
ηδοναί, και από αυτά, ενώ είναι αντίθετα, παράγονται συγχρόνως
παράλληλοι αισθήσεις, το οποίον και προ ολίγου απεδείχθη.
Πρώταρχος.
Έτσι φαίνεται τουλάχιστον.
Σωκράτης.
Λοιπόν δεν είναι και τούτο ειρημένον και συμφωνημένον από ημάς εις τα
προηγούμενα ;
Πρώταρχος.
Ποίον ;
Σωκράτης.
Ότι και αι δύο, δηλαδή η λύπη και η ηδονή, δέχονται αυξομείωσιν και ότι
ανήκουν εις το γένος των απεράντων.
Πρώταρχος.
Βεβαίως ελέχθη, αμέ πώς ;
Σωκράτης.
Ποία εφεύρεσις λοιπόν υπάρχει, δια να κριθούν αυτά ορθώς;
Πρώταρχος.
Ποία αυτά λοιπόν και πώς ;
Σωκράτης.
Αν αυτή μας η επιθυμία του να κρίνωμεν αυτά έχει σκοπόν να λάβη μίαν
γνώμην δι' όλας τας παρομοίας περιπτώσεις, ποία από αυτάς τας παθήσεις
είναι σχετικώς μεγαλιτέρα και ποία μικροτέρα και ποία πολυπληθεστέρα
και ποία ορμητικωτέρα, δηλαδή η λύπη σχετικώς με την ηδονήν, και η λύπη
σχετικώς με την λύπην, και η ηδονή σχετικώς με την ηδονήν.
Πρώταρχος.
Πραγματικώς τοιαύτα είναι αυτά και αυτή είναι η επιθυμία της κρίσεως.
Σωκράτης.
Και λοιπόν; εις μεν την όρασιν παραδεχόμεθα ότι, όταν βλέπωμεν άλλοτε
από μακράν και άλλοτε από πλησίον, η διαφορά του μεγέθους εξαφανίζει
την αλήθειαν και μας κάμνει να κρίνωμεν ψευδώς, εις τας λύπας όμως και
εις τας ηδονάς τάχα δεν συμβαίνει αυτό το ίδιον ;
Πρώταρχος.
Πολύ περισσότερον βεβαίως, Σωκράτη μου.
Σωκράτης.
Επομένως ο παρών διισχυρισμός μας κατήντησε αντίθετος με όσα ελέγαμεν
ολίγον προηγουμένως.
Πρώταρχος.
Ποίον εννοείς ;
Σωκράτης.
Άλλοτε μεν αι κρίσεις ήσαν αι ίδιαι ψευδείς και αληθείς και συγχρόνως
μετέδιδον το ιδικόν των πάθημα και εις τας λύπας και ηδονάς.
Πρώταρχος.
Πολύ ορθά.
Σωκράτης.
Τόρα δε βεβαίως από τας τελευταίας αυτάς επειδή μεταβάλλουν όψιν
εκάστοτε, όταν βλέπωνται άλλοτε εξ αποστάσεως και άλλοτε από πλησίον,
και συγχρόνως συγκρίνωνται εκ παραλλήλου, αι μεν ηδοναί συγκρινόμεναι
με την λύπην φαίνονται μεγαλίτεραι και σφοδρότεραι, αι δε λύπαι πάλιν,
επειδή συγκρίνονται με τας ηδονάς, φαίνονται το αντίθετον από εκείνας.
Πρώταρχος.
Είναι λογικόν να συμβαίνουν αυτά δι' αυτούς τους λόγους.
Σωκράτης.
Λοιπόν όσον μεγαλίτεραι φαίνονται και η μία και η άλλη από το
πραγματικόν των και όσον μικρότεραι, εάν αποκόψης εκάστης αυτό το
φαινομενικόν και όχι πραγματικόν ποσόν των, ούτε αυτό το ίδιον θα ειπής
ότι φαίνεται ορθώς, ούτε πάλιν το αναλογούν προς αυτό μέρος της ηδονής
και λύπης θα τολμήσης να το θεωρήσης ως ορθόν και αληθές.
Πρώταρχος.
Όχι βεβαίως.
Σωκράτης.
Λοιπόν τόρα ως συνέχειαν αυτών θα εξετάσωμεν αν με τον εξής κανόνα
περισσότερον από αυτάς θα ευρίσκωμεν εις τα ζώα ψευδείς ηδονάς και
λύπας, και φαινομενικάς και όχι πραγματικάς.
Πρώταρχος.
Ποίας λοιπόν και πώς εννοείς;
Σωκράτης.
Είπαμεν βεβαίως πολλάκις ότι όταν εκάστου στοιχείου φθείρεται η φυσική
κατάστασις με αναμίξεις και αποχωρίσεις και αναπληρώσεις και κενώσεις
και με κάποιας αυξήσεις και φθοράς, τότε συμβαίνουν αι λύπαι και οι
πόνοι και αι οδύναι και όλα όσα έχουν παρόμοια ονόματα.
Πρώταρχος.
Μάλιστα, αυτά τα είπαμεν πολλάκις.
Σωκράτης.
Όταν όμως βεβαίως αποκαθίστανται εις την φυσικήν των κατάστασιν, τότε
πάλιν αυτήν την κατάστασιν μόνοι μας την παρεδέχθημεν ως ηδονήν.
Πρώταρχος.
Πολύ ορθά.
Σωκράτης.
Και λοιπόν; Όταν κανέν από αυτά δεν συμβαίνη εις το σώμα μας;
Πρώταρχος.
Και πότε ημπορεί να συμβή αυτό, καλέ Σωκράτη;
Σωκράτης.
Αυτό που ερώτησες τόρα, καλέ Πρώταρχε, δεν έχει να κάμη με αυτό που
συζητούμεν.
Πρώταρχος.
Διατί δηλαδή;
Σωκράτης.
Διότι δεν με εμποδίζει να σου επαναλάβω πάλιν την ιδικήν μου ερώτησιν.
Πρώταρχος.
Ποίαν;
Σωκράτης.
Λοιπόν, εάν δεν συνέβαινε το τοιούτον, να σου ειπώ εγώ, φίλε Πρώταρχε,
τι είναι επόμενον λογικώς να συμβή εις ημάς;
Πρώταρχος.
Μήπως εννοείς αν δεν μεταβάλλεται το σώμα κατά τους δύο αυτούς τρόπους
;
Σωκράτης.
Αυτό εννοώ.
Πρώταρχος.
Βεβαίως αυτό είναι προφανές, καλέ Σωκράτη, ότι δηλαδή ούτε ηδονή
ημπορεί να υπάρχη ποτέ εις τοιαύτην κατάστασιν ούτε καμμία λύπη.
Σωκράτης.
Έξοχα απήντησες. Αλλά πάλιν, νομίζω, θέλεις να ειπής το εξής• ότι είναι
απαραίτητον να μη λείπη πάντοτε κάτι τι από τα παρόμοια, καθώς λέγουν
οι σοφοί. Διότι διαρκώς τα πάντα ρέουν άνω και κάτω.
Πρώταρχος.
Και βέβαια το λέγουν και μάλιστα φαίνεται ότι δεν λέγουν μηδαμινότητας.
Σωκράτης.
Και πώς είναι δυνατόν βεβαίως, αφού αυτοί δεν είναι μηδαμινοί; Αλλά
πάλιν αυτήν την ορμητικήν έφοδον αυτού του λόγου θέλω να την
παραμερίσω. Λοιπόν έχω σκοπόν να φύγω από το εξής μονοπάτι, και φύγε
μαζί μου και συ.
Πρώταρχος.
Λέγε από πού.
Σωκράτης.
Αυτά λοιπόν ας είναι καθώς τα λέγετε, ας ειπούμεν εις αυτούς. Συ όμως
απάντησέ μου, άραγε όλα πάντοτε όσα πάσχει έν έμψυχον, τα αισθάνεται
αυτό που πάσχει, και δεν μας διαφεύγει ούτε η αύξησίς μας ούτε όταν
παθαίνωμεν κανέν παρόμοιον, ή μήπως συμβαίνει όλως το αντίθετον ;
Πρώταρχος.
Βεβαίως όλως το εναντίον. Δηλαδή σχεδόν όλα αυτά διαφεύγουν την
παρατήρησίν μας.
Σωκράτης.
Τότε λοιπόν δεν είπαμεν ορθώς προ ολίγου ότι αι μεταβολαί αι οποίαι
συμβαίνουν αντιρρόπως μας προξενούν λύπας και ηδονάς.
Πρώταρχος.
Αμέ πώς;
Σωκράτης.
Ως εξής είναι καλλίτερον και αψογώτερον να λέγωμεν.
Πρώταρχος.
Πώς ;
Σωκράτης.
Ότι αι μεν μεγάλαι μεταβολαί μας προξενούν λύπας και ηδονάς, αι δε
μέτριαι πάλιν και αι μικραί εντελώς τίποτε από αυτά δεν μας προξενούν.
Πρώταρχος.
Ναι είναι ορθότερον τόρα παρά τότε, Σωκράτη μου.
Σωκράτης.
Αφού λοιπόν αυτά έχουν ούτω πως, τόρα πάλιν θα μας παρουσιασθή εκείνος
ο βίος που είπαμεν.
Πρώταρχος.
Ποίος ;
Σωκράτης.
Αυτόν που είπαμεν ότι είναι χωρίς λύπας και χωρίς απολαύσεις.
Πρώταρχος.
Αυτό είναι πολύ αληθές.
Σωκράτης.
Συμφώνως λοιπόν με αυτά ας παραδεχθώμεν τρία είδη βίων, τον ένα μεν
ηδονικόν, τον δεύτερον δε λυπηρόν, και τον τρίτον ουδέτερον. Ή πώς
φρονείς συ περί αυτών ;
Πρώταρχος.
Δεν έχω διαφορετικήν γνώμην εγώ από αυτήν, ότι δηλαδή τριών ειδών βίοι
υπάρχουν.
Σωκράτης.
Δεν έπεται λοιπόν ότι ποτέ δεν είναι το ίδιον πράγμα η έλλειψις της
λύπης με την χαράν ;
Πρώταρχος.
Βεβαίως πώς είναι δυνατόν να είναι το ίδιον;
Σωκράτης.
Όταν λοιπόν ακούσης ότι είναι το ηδονικώτερον πράγμα να είναι κανείς
εις όλον του τον βίον χωρίς λύπας, τότε τι θα νομίσης άραγε ότι εννοεί
ο τοιούτος ;
Πρώταρχος.
Μου φαίνεται ότι αυτός ονομάζει ηδονικόν το μη λυπηρόν.
Σωκράτης.
Από τρία λοιπόν οποιαδήποτε πράγματα που υπάρχουν, πάρε τα καλλίτερα,
αν θέλης, που ημπορούν να γίνουν, διά να μεταχειριζώμεθα και ονόματα
ωραιότερα, δηλαδή πρώτον τον χρυσόν, δεύτερον τον άργυρον, και τρίτον
κάποιον όλως ξένον και από τα δύο.
Πρώταρχος.
Επήρα.
Σωκράτης.
Αυτό λοιπόν το όλως ξένον τρίτον είναι δυνατόν να γίνη το έν από τα
δύο, δηλαδή χρυσός ή άργυρος ;
Πρώταρχος.
Πώς είναι δυνατόν ;
Σωκράτης.
Επομένως ούτε ο μέσος βίος ημπορεί να ονομασθή ορθώς ηδονικός ή
λυπηρός, ούτε να κριθή, εάν κριθή, ούτε να λεχθή, εάν λεχθή συμφώνως
βέβαια προς τον ορθόν λόγον.
Πρώταρχος.
Βεβαίως δεν είναι δυνατόν.
Σωκράτης.
Και όμως, αγαπητέ μου, έχομεν είδησιν ότι πολλοί τα λέγουν αυτά και τα
φρονούν.
Πρώταρχος.
Μάλιστα.
Σωκράτης.
Άραγε λοιπόν νομίζουν συγχρόνως και ότι ευχαριστούνται, όταν δεν
λυπούνται;
Πρώταρχος.
Αυτό λέγουν τουλάχιστον.
Σωκράτης.
Τότε λοιπόν φρονούν ότι ευχαριστούνται. Διότι αλλέως δεν θα το έλεγαν.
Πρώταρχος.
Σχεδόν.
Σωκράτης.
Βεβαίως όμως έχουν ψευδή γνώμην περί της χαράς, αφού είναι χωριστή η
φύσις της ελλείψεως ηδονής και της χαράς.
Πρώταρχος.
Βεβαίως είπαμεν ότι είναι χωριστή.
Σωκράτης.
Τόρα λοιπόν θέλεις να προτιμήσωμεν την γνώμην μεταξύ μας ότι αυτά είναι
τρία, καθώς είπαμεν προ ολίγου, ή δύο μόνον, και η μεν λύπη ότι είναι
κακόν εις τους ανθρώπους, η δε απαλλαγή από τας λύπας, αυτή καθ' εαυτήν
είναι αγαθόν πράγμα, και ονομάζεται ηδονικόν ;
Πρώταρχος.
Αλλά πώς λοιπόν, καλέ Σωκράτη, ερωτώμεθα δι' αυτό μεταξύ μας (!); Διότι
εγώ δεν το εννοώ.
Σωκράτης.
Διότι πραγματικώς δεν εννοείς, καλέ Πρώταρχε, τους εχθρούς του Φιλήβου
τούτου εδώ.
Πρώταρχος.
Και ποίους εννοείς ως τοιούτους ;
Σωκράτης.
Κάποιους οι οποίοι θεωρούνται πολύ δεινοί εις την φυσιολογίαν, οι
οποίοι κατ' αρχήν δεν παραδέχονται ότι υπάρχουν ηδοναί.
Πρώταρχος.
Αλλά τι λοιπόν παραδέχονται;
Σωκράτης.
Λέγουν ότι είναι αποφυγαί των ενοχλήσεων αυτά, τα οποία οι Φιληβικοί τα
ονομάζουν ηδονάς.
Πρώταρχος.
Εις αυτούς λοιπόν άραγε συμβουλεύεις να πεισθώμεν ημείς ; Ή πώς αλλέως,
καλέ Σωκράτη ;
Σωκράτης.
Όχι, αλλά να τους μεταχειρισθώμεν εις την αρχήν ως άλλους μάντεις, οι
οποίοι δεν μαντεύουν εξ επαγγέλματος αλλά από κάποιον δύστροπον φυσικόν
των όχι αγενές, διότι εμίσησαν πολύ την δύναμιν της ηδονής και την
θεωρούν όλως νοσηράν, και ότι, επομένως και αυτά τα θέλγητρά της είναι
μάγευμα και όχι ηδονή. Αυτούς λοιπόν ως προς αυτά ημπορείς αν θέλης να
τους μεταχειρισθής ως εκ περισσού, αφού λάβης υπ' όψιν και την άλλην
των δυστροπίαν. Κατόπιν δε θα σε πληροφορήσω ποίαι μου φαίνονται
αληθείς ηδοναί, διά να εξετάσωμεν από τας δύο αυτάς γνώμας την δύναμιν
αυτής, και τας πλησιάσωμεν διά να τας κρίνωμεν.
Πρώταρχος.
Πολύ ορθά ομιλείς.
Σωκράτης.
Ας τους ακολουθήσωμεν αυτούς λοιπόν ωσάν συμμάχους εις τα ίχνη της
δυστροπίας των. Δηλαδή νομίζω ότι κάτι τοιούτον λέγουν αυτοί,
αρχίζοντες κάπου από υψηλά, ότι, αν επιθυμήσωμεν να εννοήσωμεν την
φύσιν οποιουδήποτε είδους, καθώς λόγου χάριν του σκληρού, άραγε εις τα
πλέον σκληρά πράγματα θα ατενίζωμεν διά να την εννοήσωμεν όσον το
δυνατόν καλλίτερον, ή εις τα πολλοστά της σκληρότητος ; Πρέπει λοιπόν
και συ, φίλε Πρώταρχε, καθώς και εγώ να δώσωμεν απάντησιν και εις
αυτούς τους δυστρόπους.
Πρώταρχος.
Βεβαίως, και απαντώ μάλιστα εις αυτούς ότι πρέπει να ατενίζωμεν εις τα
πρώτα μεγέθη.
Σωκράτης.
Λοιπόν, εάν θελήσωμεν να εννοήσωμεν ποίον φυσικόν έχει και το γένος της
ηδονής, δεν πρέπει να ατενίζωμεν εις τα πολλοστημόρια της ηδονής, αλλά
εις τας θεωρουμένας ως ορμητικωτέρας και δυνατωτέρας.
Πρώταρχος.
Εις αυτόν σου τον λόγον τόρα ο καθείς ημπορεί να συμφωνήση.
Σωκράτης.
Άραγε λοιπόν αι πλέον πρόχειροι και μεγάλαι ηδοναί, καθώς είπαμεν
πολλάκις, δεν είναι αυταί αι σωματικαί;
Πρώταρχος.
Πώς δεν είναι;
Σωκράτης.
Τόρα λοιπόν ; Άραγε είναι και γίνονται μεγαλίτεραι αυταί εις τους
ασθενείς μέσα εις τας ασθενείας ή εις τους υγιείς ; Ας προσέξωμεν όμως
μήπως αποκριθώμεν βιαστικά και πάθωμεν κανέν πέσιμον. Δηλαδή ίσως
απαντήσωμεν εις τους υγιείς.
Πρώταρχος.
Αυτό είναι λογικόν βεβαίως.
Σωκράτης.
Και λοιπόν; Δεν είναι υπερβολικαί αι ηδοναί εκείναι, των οποίων και αι
επιθυμίαι είναι μέγισται;
Πρώταρχος.
Αυτό είναι βεβαίως αληθές.
Σωκράτης.
Αλλ’ άραγε οι θερμασμένοι και όσοι κατέχονται από παρόμοια νοσήματα,
δεν διψούν και δεν ανατριχιάζουν και εν γένει δεν αισθάνονται
σφοδρότερον όλα τα σωματικά παθήματα συνήθως, και δεν ευρίσκονται εις
μεγαλιτέραν στέρησιν, και όταν αναπληρωθούν περισσότερον ευχαριστούνται
; Ή αυτό δεν θα το παραδεχθώμεν ως αληθές;
Πρώταρχος.
Τόρα που το είπες βεβαίως φαίνεται πολύ αληθές.
Σωκράτης.
Τι λοιπόν ; θα νομίσωμεν ότι ορθώς φρονούμεν ότι όστις θέλει να
αντιληφθή τας μεγαλιτέρας ηδονάς δεν πρέπει να προσέξη εις την υγείαν,
αλλά να υπάγη να παρατηρήση ασθενείς ; Πρόσεξε δε να μη νομίσης ότι εγώ
έχω σκοπόν να σε ερωτήσω, αν αισθάνονται περισσοτέραν χαράν οι βαρέως
ασθενούντες από τους υγιείς, αλλά νόμιζε μόνον ότι εγώ ερευνώ το
μέγεθος της ηδονής και που άραγε συμβαίνει εκάστοτε η υπερβολή ως προς
αυτήν. Δηλαδή είπαμεν ότι πρέπει να την εννοήσωμεν και ποίου είδους την
θεωρούν όσοι κατ' αρχήν δεν την παραδέχονται ότι υπάρχει καν.
Πρώταρχος.
Μάλιστα, σχεδόν παρακολουθώ τον λόγον σου.
Σωκράτης.
Όχι ολιγώτερον, καλέ Πρώταρχε, και θα το δείξης ίσως εμπράκτως (!).
Δηλαδή απάντησέ μου. Μέσα εις την υβριστικότητα βλέπεις μεγαλιτέρας
ηδονάς (δεν σου λέγω περισσοτέρας), και ως προς την σφοδρότητα και την
επίτασιν ανωτέρας, ή εις τον με σωφροσύνην βίον ; Απάντησε όμως με
πολλήν προσοχήν.
Πρώταρχος.
Μάλιστα, ενόησα αυτό που λέγεις και βλέπω ότι υπάρχει μεγάλη διαφορά.
Διότι βεβαίως τους σώφρονας συγκρατεί και η παροιμιώδης συμβουλή,
δηλαδή το «μηδέν άγαν», εις την οποίαν υποτάσσονται. Τους δε ανοήτους
και παρεκτρεπομένους μέχρι μανίας τους κυριεύει η ορμητική ηδονή και
τους καθιστά περιβοήτους.
Σωκράτης.
Έχει καλώς. Και αφού αυτά είναι αληθή, έπεται ότι μέσα εις κάποιαν
πονηρίαν της ψυχής και του σώματος, και όχι μέσα εις την αρετήν
συμβαίνουν μέγισται ηδοναί και μέγισται λύπαι.
Πρώταρχος.
Βεβαιότατα.
Σωκράτης.
Λοιπόν πρέπει να εκλέξης μερικάς από αυτάς και να εξετάσης πώς είναι
και τας ελέγαμεν ότι είναι μέγισται.
Πρώταρχος.
Είναι ανάγκη.
Σωκράτης.
Πρόσεχε λοιπόν των εξής νοσημάτων αι ηδοναί πώς είναι.
Πρώταρχος.
Ποίων ;
Σωκράτης.
Τας ηδονάς των ασχημονούντων, τας οποίας μισούν ολοτελώς αυτοί τους
οποίους ωνομάσαμεν δυστρόπους (!).
Πρώταρχος.
Ποίας ;
Σωκράτης.
Λόγου χάριν τας θεραπείας της ψώρας διά της τριβής, και όλων των άλλων
ασθενειών, αι οποίαι είναι παρόμοιαι, και δεν έχουν ανάγκην άλλων
φαρμάκων. Δηλαδή δι' όνομα των θεών πώς πρέπει άραγε να ονομάσωμεν αυτό
το πάθημα ; Ηδονήν ή λύπην ;
Πρώταρχος.
Βεβαίως, καλέ Σωκράτη, αυτό φαίνεται ότι είναι κάπως ανάμικτον κακόν.
Σωκράτης.
Σε βεβαιώ όμως, δεν έφερα αυτό το παράδειγμα χάριν του Φιλήβου (!).
Αλλά διότι έξω από αυτάς τας ηδονάς, καλέ Πρώταρχε, και τας συντρόφους
αυτών, εάν δεν ερευνηθούν καλώς, σχεδόν δεν θα μας ήτο δυνατόν να
ξεκαθαρίσωμεν το ζήτημά μας.
Πρώταρχος.
Τότε λοιπόν ας προχωρήσωμεν εις τας συγγενείς αυτών.
Σωκράτης.
Μήπως εννοείς τας συγκοινωνούσας κατά την ανάμιξιν ;
Πρώταρχος.
Βεβαιότατα.
Σωκράτης.
Λοιπόν υπάρχουν αναμίξεις άλλαι μεν σωματικαί μόνον μέσα εις τα σώματα,
άλλαι δε μόνον ψυχικαί μέσα εις την ψυχήν. Αι δε ανάμικτοι λύπαι και
ηδοναί του σώματος και της ψυχής, θα εύρωμεν ότι άλλοτε μεν συνολικώς
ονομάζονται ηδοναί, άλλοτε δε λύπαι.
Πρώταρχος.
Πώς ;
Σωκράτης.
Οσάκις κανείς εις την φυσικήν του κατάστασιν ή εις την παράλυσίν του
παθαίνει συγχρόνως τα αντίθετα πάθη, δηλαδή άλλοτε ενώ κρυόνει
θερμαίνεται και άλλοτε ενώ θερμαίνεται κρυόνει, και επιθυμεί, καθώς
νομίζω, το μεν έν αίσθημα να το διατηρήση, από δε το άλλο να απαλλαχθή,
και κατά την παροιμίαν έχει μέσα του το πικρόν ανάμικτον με το γλυκύ
και δεν ημπορεί να το ξεκάμη, αυτό προξενεί αγανάκτησιν και κατόπιν
σύσπασιν αγρίαν.