Είναι πολύ αληθές αυτό που λέγεις τόρα.
Σωκράτης.
Λοιπόν αι τοιαύται αναμίξεις δεν συνίστανται άλλαι μεν από ίσας ηδονάς
και λύπας, άλλαι δε από το έν μέρος εκ τούτων πλεονάζον ;
Πρώταρχος.
Πώς όχι;
Σωκράτης.
Δέξου λοιπόν ότι το έν είδος αυτών, δηλαδή όταν πλεονάζουν αι λύπαι από
τας ηδονάς, είναι τα είδη της ψώρας, τα οποία είπαμεν προ ολίγου, και
των γαργαλισμάτων, οσάκις δηλαδή είναι εσωτερικόν το αίτιον της
καυστικότητος και της φλεγμονής, και με την απλήν τριβήν και το ξύσιμον
δεν εισχωρεί κανείς έως εκεί, αλλά απλώς διαλύει μόνον τα υπάρχοντα εις
την επιφάνειαν, δι' αυτό τα πλησιάζουν εις το πυρ ή εις το αντίθετον,
οπότε μετατρέπουν εις απελπισίαν τας αφαντάστους ηδονάς Πολλάκις δε
αντιθέτως αναμιγνύονται εσωτερικαί με τας εξωτερικάς λύπαι και ηδοναί,
και όπου κλίνει η πλάστιγξ, προξενούν βιαίως την διασκόρπισιν των
συρρεόντων ή την συσσώρευσιν των διαρρεόντων και μας δίδουν ομού λύπας
και ηδονάς.
Πρώταρχος.
Αυτό είναι πολύ αληθές.
Σωκράτης.
Και όταν πάλιν εξ άλλου πλεονάζη η ηδονή εις όλας τας παρομοίας
αναμίξεις, η μεν ολίγη ανάμικτος δόσις της λύπης δεν μας γαργαλίζει
άραγε και δεν μας προξενεί ελαφράν δυσανασχέτησιν, η δόσις όμως της
ηδονής επειδή είναι μεγαλιτέρα εις το μίγμα, μας ανατινάσσει και κάποτε
μας κάμνει να πηδώμεν, και αφού μας δώση όλα τα χρώματα και όλους τους
μορφασμούς και διαφόρων ειδών φυσήματα, μας προξενεί παντός είδους
τινάγματα και ξεφωνητά και εκδηλώσεις ανοήτους ;
Πρώταρχος.
Βεβαιότατα.
Σωκράτης.
Και μάλιστα, αγαπητέ μου, μας κάμνει να ομιλούμεν διά τον εαυτόν μας
και δι' άλλον, ότι τρόπον τινά αποθνήσκει από την τέρψιν αυτών των
ηδονών. Και λοιπόν βεβαίως τας επιδιώκει διαρκώς αυτάς και τόσον
περισσότερον, όσον τύχη να είναι ακολαστότερος και ανοητότερος, και
θεωρεί τάχα αυτάς ως τας ανωτέρας και εκείνον όστις ζή όσον το δυνατόν
περισσότερον μέσα εις αυτάς τον λογαριάζει ως ευτυχέστατον.
Πρώταρχος.
Φίλε Σωκράτη, διηγήθης με λεπτομέρειαν όλα όσα συμβαίνουν κατά την
γνώμην των περισσοτέρων ανθρώπων.
Σωκράτης.
Μόνον βεβαίως περί εκείνων των ηδονών, καλέ Πρώταρχε, αι οποίαι
αναφέρονται εις τα ανάμικτα πάθη του σώματος μόνον, όταν δηλαδή
αναμιγνύωνται τα εξωτερικώτερα με τα εσωτερικώτερα. Διά τας περιπτώσεις
όμως εις τας οποίας η ψυχή προσθέτει τα αντίθετα προς όσα προσθέτει το
σώμα, δηλαδή λύπην εις την ηδονήν και ηδονήν εις την λύπην, ώστε και τα
δύο να γίνουν ένα κράμα, δι' αυτάς ωμιλήσαμεν μεν προηγουμένως, και
είπαμεν ότι, όταν κανείς μείνη κενός, επιθυμεί αναπλήρωσιν, και καθόσον
μεν ελπίζει ευχαριστείται, καθόσον όμως είναι κενός πονεί, αυτά όμως
τότε δεν τα επεκαλέσθημεν εις την μαρτυρίαν, αλλά τόρα λέγομεν, ότι,
όταν η ψυχή διαφωνή με το σώμα εις όλα αυτά τα οποία είναι αμέτρητα τον
αριθμόν, μία ανάμιξις συμβαίνει να υπάρχη της λύπης και της ηδονής.
Πρώταρχος.
Σχεδόν ομιλείς πολύ ορθά.
Σωκράτης.
Υπολείπεται λοιπόν μία μόνον ακόμη ανάμιξις λύπης και ηδονής.
Πρώταρχος.
Ποίαν εννοείς;
Σωκράτης.
Εκείνην την ανάμιξιν την οποίαν είπαμεν ότι δέχεται η ιδία η ψυχή μόνη
της πολλάκις.
Πρώταρχος.
Αυτό λοιπόν ακριβώς πώς το εννοούμεν;
Σωκράτης.
Την οργήν και τον φόβον και τον πόθον και τον θρήνον και τον έρωτα και
την ζηλοτυπίαν και τον φθόνον και όλα τα παρόμοια άραγε δεν τα θεωρείς
ως λύπας της ιδίας της ψυχής ;
Πρώταρχος.
Τα θεωρώ.
Σωκράτης.
Και λοιπόν αυτά δεν θα τα εύρωμεν πλήρη από αφαντάστους ηδονάς; Ή μήπως
είναι ανάγκη να υπενθυμίζωμεν μεταξύ μας (!) διά την ηδονήν :
Όπου μπορεί και με μυαλό άνδρα να ξεμυαλίση
που είναι πιο γλυκότερο από το χυτό το μέλι;
Και τας ηδονάς των θρήνων και των πόθων αι οποίαι είναι ανάμικτοι με
λύπας;
Πρώταρχος.
Όχι, αλλά παραδέχομαι ότι αυτά συμβαίνουν ούτω πως και όχι αλλέως.
Σωκράτης.
Ακόμη δε και τας θεατρικάς παραστάσεις, όταν ο κόσμος συγχρόνως χαίρη
και κλαίη, δεν τας ενθυμείσαι;
Πρώταρχος.
Πώς όχι;
Σωκράτης.
Η δε ψυχική μας διάθεσις κατά τας παραστάσεις κωμωδιών, γνωρίζεις άραγε
ότι είναι και αυτή ανάμιξις λύπης και ηδονής ;
Πρώταρχος.
Δεν το εννοώ τόσον καλά.
Σωκράτης.
Διότι, φίλε Πρώταρχε, δεν είναι εντελώς εύκολον εις τοιαύτας
περιπτώσεις να εμβαθύνης εις το πάθος της στιγμής εκείνης.
Πρώταρχος.
Βεβαίως δεν είναι, καθώς τουλάχιστον φαίνεται εις εμέ.
Σωκράτης.
Ας το προσέξωμεν όμως αυτό, τόσον περισσότερον, όσον είναι
σκοτεινότερον διά να ημπορή κανείς και εις άλλα να εννοή ευκόλως την
ανάμιξιν της λύπης και της ηδονής.
Πρώταρχος.
Ημπορείς να το ειπής.
Σωκράτης.
Και λοιπόν το προ ολίγου αναφερθέν όνομα του φθόνου άραγε θα το
θεωρήσης ως είδος λύπης, ή πώς αλλέως;
Πρώταρχος.
Καθώς το λέγεις.
Σωκράτης.
Βεβαίως όμως όστις φθονεί θα αποδειχθή ότι το κάμνει διά το κακόν των
πλησίον του.
Πρώταρχος.
Πάρα πολύ μάλιστα.
Σωκράτης.
Βεβαίως δε είναι κακόν η αμάθεια και αυτό το οποίον ονομάζομεν
κατάστασιν αβελτερίας.
Πρώταρχος.
Αμέ τι;
Σωκράτης.
Από αυτά λοιπόν παρατήρησε ποία είναι η φύσις του γελοίου.
Πρώταρχος.
Λέγε και μη σε μέλει.
Σωκράτης.
Αυτό λοιπόν είναι κυρίως έν είδος πονηρίας, η οποία είναι όνομα μιας
ψυχικής διαθέσεως. Από όλην όμως την πονηρίαν είναι το μέρος εκείνο το
οποίον περιέχει το αντίθετον ελάττωμα από ό,τι εκφράζει το επίγραμμα
των Δελφών.
Πρώταρχος.
Το «γνώθι σαυτόν» εννοείς, καλέ Σωκράτη ;
Σωκράτης.
Μάλιστα. Και βεβαίως το αντίθετον από εκείνο το επίγραμμα θα ήτο, εάν
έλεγε «να μη γνωρίζη κανείς διόλου τον εαυτόν του».
Πρώταρχος.
Αμέ τι άλλο;
Σωκράτης.
Λοιπόν, φίλε Πρώταρχε, αυτό το τελευταίον προσπάθησε να το διαιρέσης
εις τρία.
Πρώταρχος.
Πώς εννοείς ; Διότι φοβούμαι μήπως δεν είμαι ικανός.
Σωκράτης.
Τότε λοιπόν λέγεις ότι αυτήν την φοράν (!) εγώ πρέπει να κάμω την
διαίρεσιν.
Πρώταρχος.
Αυτό λέγω, και εκτός του ότι το λέγω ακόμη και σε παρακαλώ.
Σωκράτης.
Λοιπόν άραγε από όσους δεν γνωρίζουν τον εαυτόν των δεν είναι επόμενον
κατά τρεις τρόπους να παθαίνη αυτό το πάθος έκαστος;
Πρώταρχος.
Πώς ;
Σωκράτης.
Πρώτον μεν ως προς τα χρήματα, να νομίζη κανείς ότι είναι πλουσιώτερος
από όσον κάμνει η περιουσία του.
Πρώταρχος.
Τουλάχιστον πολλοί υπάρχουν οι οποίοι έχουν αυτό το πάθος.
Σωκράτης.
Περισσότεροι όμως βεβαίως είναι όσοι νομίζουν τον εαυτόν των υψηλότερον
και ωραιότερον και εις όλα τα σωματικά ότι είναι ανώτεροι από όσον
είναι εις το πραγματικόν.
Πρώταρχος.
Βεβαιότατα.
Σωκράτης.
Αλλά πολύ περισσότεροι ακόμη, νομίζω, πλανώνται ως προς το τρίτον
είδος, δηλαδή τα προσόντα της ψυχής, και νομίζουν τον εαυτόν των
ανώτερον από το πραγματικόν ως προς την αρετήν ενώ δεν είναι.
Πρώταρχος.
Πάρα πολύ μάλιστα.
Σωκράτης.
Αλλά τόρα πάλιν από τας αρετάς δεν επιμένουν οι περισσότεροι κυρίως εις
την σοφίαν και είναι πλήρεις διχονοιών και δοκησισοφίας;
Πρώταρχος.
Πώς όχι ;
Σωκράτης.
Εάν λοιπόν κανείς ονομάση κακόν πάθος όλα αυτά, ίσως ειπή το ορθόν.
Πρώταρχος.
Πάρα πολύ βεβαίως.
Σωκράτης.
Τόρα λοιπόν αυτό το πάθημα, φίλε Πρώταρχε, πρέπει να το διαιρέσωμεν εις
δύο, εάν θέλωμεν να ίδουμεν τον παιδικόν φθόνον και να εννοήσωμεν την
παράδοξον ανάμιξιν της ηδονής και της λύπης. Μήπως λοιπόν ερωτάς πώς να
το διαιρέσωμεν εις δύο ;
Πρώταρχος.
Μάλιστα.
Σωκράτης.
Εις όλους όσοι έχουν διά τον εαυτόν των αυτήν την ψευδή γνώμην ανοήτως,
καθώς και εις όλους τους ανθρώπους είναι επόμενον, εις άλλους μεν να
συμπαρομαρτή ρωμαλεότης και δύναμις, εις άλλους δε νομίζω (!), το
αντίθετον.
Πρώταρχος.
Είναι επόμενον.
Σωκράτης.
Ως προς αυτό λοιπόν διαίρεσέ τους και όσοι μεν από αυτούς είναι
τοιούτοι μαζί με αδυναμίαν και ανεπίδεκτοι τιμωρίας με περίγελον, αν
αυτούς τους ονομάσης γελοίους, θα ειπής την αλήθειαν. Όσοι δε είναι
επιδεκτικοί τιμωρίας και ρωμαλέοι, αν τους ονομάσης φοβερούς και
εχθρούς, θα δώσης εις τον εαυτόν σου (!) τον ορθότατον δι' αυτούς
ορισμόν. Δηλαδή η μεν αμάθεια των ρωμαλέων είναι μισητή και άσχημη,
διότι είναι βλαβερά και εις τους πλησίον και η ιδία και όλαι αι όμοιαι
με αυτήν. Η δε αμάθεια των αδυνάτων κατετάχθη μοιραίως από ημάς εις την
τάξιν και την φύσιν των γελοίων.
Πρώταρχος.
Πολύ ορθά ομιλείς. Αλλά πάλιν η ανάμιξις των ηδονών και λοιπών μέσα εις
αυτά δεν μου έγινε ακόμη εντελώς σαφής.
Σωκράτης.
Τότε λοιπόν πάρε πρώτον την σημασίαν του φθόνου.
Πρώταρχος.
Λέγε και μη σε μέλει.
Σωκράτης.
Δεν είναι άραγε ο φθόνος κάποια άδικος λύπη και ηδονή ;
Πρώταρχος.
Αυτό είναι λογικόν βεβαίως.
Σωκράτης.
Και λοιπόν το να ευχαριστήται κανείς διά τα κακοπαθήματα των εχθρών δεν
είναι αληθές ότι δεν το θεωρούμεν ούτε άδικον ούτε φθονερόν;
Πρώταρχος.
Αμέ τι άλλο ;
Σωκράτης.
Όταν όμως βλέπη κανείς τα κακοπαθήματα των φίλων του, το να μη λυπήται
και μάλιστα να ευχαριστήται δεν είναι άδικον ;
Πρώταρχος.
Πώς δεν είναι;
Σωκράτης.
Λοιπόν δεν είπαμεν ότι η αμάθεια είναι δι' όλους κακόν ;
Πρώταρχος.
Πολύ ορθά.
Σωκράτης.
Λοιπόν τα είδη της δοκησισοφίας και ωραιομανίας των φίλων και όσα
είπαμεν προ ολίγου, τα οποία κατετάξαμεν εις τρία είδη, δεν είπαμεν ότι
όσα μεν είναι αδύναμα είναι γελοία, όσα δε είναι ρωμαλέα είναι μισητά ;
Ή δεν θέλεις να παραδεχθώμεν αυτό που είπα προ ολίγου, ότι δηλαδή, όταν
έχη κανείς αυτήν την διάθεσιν των φίλων την αβλαβή εις τους άλλους,
είναι αξιογέλαστος ;
Πρώταρχος.
Βεβαιότατα.
Σωκράτης.
Αλλά δεν παραδεχόμεθα άραγε ότι αυτή είναι κακόν, αφού είναι αμάθεια ;
Πρώταρχος.
Πολύ μάλιστα.
Σωκράτης.
Ευχαριστούμεθα όμως ή λυπούμεθα, οσάκις γελώμεν δι' αυτήν;
Πρώταρχος.
Είναι προφανές ότι ευχαριστούμεθα.
Σωκράτης.
Την ηδονήν όμως διά τα κακοπαθήματα των φίλων δεν είπαμεν ότι ο φθόνος
είναι εκείνος που την προξενεί ;
Πρώταρχος.
Αυτό είναι επόμενον.
Σωκράτης.
Επομένως ο λόγος μας αποδεικνύει ότι, όταν γελώμεν διά τα γελοία των
φίλων μας και αναμιγνύωμεν την ηδονήν με τον φθόνον, αναμιγνύομεν με
λύπην την ηδονήν. Διότι τον φθόνον τον παρεδέχθημεν προ πολλού ως λύπην
της ψυχής μας, τον δε γέλωτα ως ηδονήν, αυτό δε συμβαίνει συγχρόνως εις
αυτάς τας περιπτώσεις.
Πρώταρχος.
Αυτό είναι αληθές.
Σωκράτης.
Λοιπόν ο λόγος αυτός μας ειδοποιεί ότι εις τους θρήνους και τας
τραγωδίας όχι μόνον των παραστάσεων αλλά και εις όλην την τραγωδίαν και
κωμωδίαν της αληθινής ζωής και εις πολλά άλλα βεβαίως, αναμιγνύονται αι
λύπαι με ηδονάς.
Πρώταρχος.
Δεν είναι δυνατόν να μη παρεδεχθή κανείς αυτά, καλέ Σωκράτη, και αν
ακόμη επιμένη πάρα πολύ εις τα αντίθετα.
Σωκράτης.
Και βεβαίως επήραμεν εμπρός μας την οργήν και τον πόθον και τον θρήνον
και τον φόβον και τον έρωτα και την ζηλοτυπίαν και τον φθόνον και όλα
τα παρόμοια, διότι εις αυτά είπαμεν ότι θα εύρωμεν ότι αναμιγνύονται
αυτά που επαναλαμβάνομεν έως τώρα πολλάκις. Δεν είναι έτσι ;
Πρώταρχος.
Μάλιστα.
Σωκράτης.
Εννοούμεν λοιπόν, ότι εις τον θρήνον και τον φθόνον και την οργήν
περιστρέφονται όλα όσα είπαμεν προ ολίγου;
Πρώταρχος.
Πώς δεν εννοούμεν βεβαίως ;
Σωκράτης.
Λοιπόν δεν μένουν ακόμη πολλά ;
Πρώταρχος.
Πάρα πολλά μάλιστα.
Σωκράτης.
Τόρα λοιπόν διατί άραγε νομίζεις ότι εγώ σου παρέστησα την ανάμιξιν η
οποία συμβαίνει εις την παράστασιν της κωμωδίας ; Άραγε όχι διά να
πιστεύσης ότι την άλλην ανάμιξιν βεβαίως, η οποία συμβαίνει εις τους
φόβους και έρωτας και εις τα άλλα, είναι εύκολον να την αποδείξωμεν ;
Και αφού κάμης αυτήν κτήμα σου να παραδεχθής ότι δεν είναι ανάγκη πλέον
να προχωρήσω και εις εκείνα και να μακρύνω την συζήτησιν, αλλά γενικώς
να ενθυμούμεθα τούτο, ότι το σώμα χωριστά από την ψυχήν και η ψυχή
χωριστά από το σώμα και από κοινού τα δύο είναι γεμάτα από ηδονήν και
λύπην εις τα διάφορα πάθη των ; Τόρα λοιπόν λέγε, άραγε με αφίνεις ή θα
με κρατής έως τα μεσάνυκτα; Αλλά με λίγα λόγια νομίζω ότι θα επιτύχω
από σε να με αφήσης. Δηλαδή δι' όλα αυτά αύριον θα είμαι πρόθυμος να
σου δώσω λόγον, προς το παρόν όμως θέλω να πάρω δρόμον διά τα υπόλοιπα
όσα σχετίζονται με την δίκην την οποίαν επιβάλλει ο Φίληβος.
Πρώταρχος.
Καλά το είπες, Σωκράτη μου. Λοιπόν όσα είναι υπόλοιπα ειπέ τα καθώς σου
αρέσει.
Σωκράτης.
Λοιπόν συμφώνως με την φύσιν από κάποιαν λογικήν συνέπειαν κατόπιν των
μικτών ηδονών ας προχωρήσωμεν εις τας αμιγείς με την σειράν των.
Πρώταρχος.
Ωραιότατα το είπες.
Σωκράτης.
Εγώ λοιπόν θα προσπαθήσω κατ' άλλον τρόπον να εξηγήσω αυτάς μεταξύ μας.
Δηλαδή δεν πείθομαι τόσον πολύ εις εκείνους οι οποίοι διισχυρίζονται
ότι όλαι αι ηδοναί είναι διάλειμμα των διαφόρων ειδών της λύπης, αλλά
καθώς είπα, σας προσκαλώ μάρτυρας εις το ζήτημα ότι υπάρχουν μερικαί
φαινομενικαί ηδοναί, αι οποίαι δεν είναι διόλου πραγματικαί, και άλλαι
που νομίζονται μεγάλαι και πολλαί συγχρόνως, και όμως αυταί είναι
φύρδην μίγδην ανάμικτοι στενοχωρίαι ομού με λύπας και με διαλείμματα
των μεγαλιτέρων οδυνών των περιστρεφομένων και εις το σώμα και εις την
ψυχήν.
Πρώταρχος.
Αληθείς όμως ποίας όταν θεωρεί κανείς, καλέ Σωκράτη, θα σκέπτεται ορθώς
;
Σωκράτης.
Τας αναφερομένας εις τα λεγόμενα ωραία χρώματα και σχήματα και εις τας
περισσοτέρας οσμάς και τους μουσικούς τόνους• και εις όσα ενώ εις τας
ελλείψεις των δεν προξενούν αίσθησιν και λύπην, τας αναπληρώσεις των
τας παραδίδουν εις ημάς αισθητάς και ηδονικάς και καθαράς από τας
λύπας.
Πρώταρχος.
Πώς λοιπόν, καλέ Σωκράτη, λέγομεν αυτά τόρα πάλιν ούτω πως ;
Σωκράτης.
Βεβαίως δεν είναι αμέσως εξ αρχής σαφή όσα λέγω, πρέπει όμως να
προσπαθήσωμεν να τα εξηγήσωμεν. Δηλαδή και των σχημάτων κάλλος δεν θέλω
τόρα να παραδεχθώ εκείνο το οποίον παραδέχονται οι περισσότεροι, λόγου
χάριν των ζώων ή μερικών ζωγραφημάτων, αλλά τοιούτον ονομάζω κάποιον
ευθύγραμμον (το φέρνει ο λόγος μας) και περιφέρειαν και συμφώνως με
αυτά βεβαίως όσα κατασκευάζονται με τόρνους επίπεδα και στερεά σώματα,
και όσα με τους κανόνας και με τας γωνίας, αν με εννοής. Διότι αυτά δεν
τα ονομάζω ωραία σχετικώς με άλλο τίποτε, καθώς άλλα, αλλά ότι είναι
παντοτινά ωραία καθ' εαυτά εκ φύσεως και έχουν συγγενείς κάποιας
ηδονάς, αι οποίαι δεν είναι διόλου παρόμοιαι με τα γαργαλίσματα. Και τα
χρώματα λοιπόν, όταν έχουν αυτόν τον τύπον, είναι ωραία, καθώς και αι
ηδοναί. Αλλά τόρα άραγε το εννοούμεν, ή πώς αλλέως ;
Πρώταρχος.
Εγώ προσπαθώ πραγματικώς να το εννοήσω, καλέ Σωκράτη, προσπάθησε όμως
και συ να το εξηγήσης καλλίτερα.
Σωκράτης.
Ονομάζω λοιπόν τους τόνους, τους ομαλούς και καθαρούς, οι οποίοι δίδουν
μίαν καθαράν μελωδίαν, όχι σχετικώς με άλλο τίποτε ωραίους, αλλά μόνους
των, και παραδέχομαι ότι αυτούς τους παρακολουθούν συγγενείς ηδοναί.
Πρώταρχος.
Και αυτό βεβαίως είναι αληθές.
Σωκράτης.
Το δε γένος των ηδονών το περιστρεφόμενον εις τας οσμάς είναι βεβαίως
ολιγώτερον θείον από αυτά. Το ότι όμως δεν είναι ανάμικτοι με αυτάς
απαραίτητοι λύπαι και πώς μας συμβαίνει τούτο και μέσα εις ποία
πράγματα, τούτο ολόκληρον το θεωρώ αντίστροφον με εκείνα. Λοιπόν, αν
παρακολουθής, αυτά τα ονομάζομεν (!) δύο είδη των ηδονών.
Πρώταρχος.
Παρακολουθώ.
Σωκράτης.
Ακόμη λοιπόν ας προσθέσωμεν εις αυτά και τας ηδονάς τας περιστρεφομένας
εις τα μαθήματα, εάν βεβαίως νομίζωμεν ότι αυταί δεν περιέχουν πείναν
της μαθήσεως ούτε ότι από την πείναν προς τα μαθήματα γίνονται εις ημάς
εξ αρχής λυπηραί.
Πρώταρχος.
Μάλιστα το παραδέχομαι.
Σωκράτης.
Και λοιπόν ; Όταν αναπληρωθώμεν με μαθήματα, και κατόπιν επέλθουν
αποβολαί ένεκα λήθης, παρατηρείς ότι συμβαίνουν κάποιοι πόνοι εις αυτάς
;
Πρώταρχος.
Όχι βεβαίως εκ φύσεως, αλλά κάποτε όταν συλλογιζώμεθα το μάθημα και
λυπηθώμεν διότι το εστερήθημεν ένεκα της χρησιμότητος.
Σωκράτης.
Και όμως, αξιομακάριστε φίλε, ημείς τόρα εξετάζομεν μόνον τα φυσικά
παθήματα χωριστά από τον συλλογισμόν.
Πρώταρχος.
Τότε λοιπόν καλά λέγεις ότι χωρίς λύπην μας συμβαίνει η λήθη κάθε τόσον
εις τα μαθήματα.
Σωκράτης.
Αυτάς λοιπόν τας ηδονάς των μαθημάτων πρέπει να τας θεωρήσωμεν αμιγείς
από λύπας και ότι δεν ανήκουν εις τους κοινούς ανθρώπους αλλά εις τους
πολύ σπανίους.
Πρώταρχος.
Και πώς δεν πρέπει να τας θεωρήσωμεν;
Σωκράτης.
Αφού λοιπόν πλέον εχωρίσαμεν καθώς πρέπει τας καθαράς ηδονάς και
εκείνας αι οποίαι θα ήτο ορθόν να ονομασθούν σχεδόν ακάθαρτοι, ας
προσθέσωμεν εις τον ορισμόν μας διά μεν τας ορμητικάς ηδονάς την
αμετρίαν, διά δε τας μη ορμητικάς αντιθέτως συμμετρίαν. Και εκείνας μεν
όσαι επιδέχονται το μέγα και ορμητικόν και το πολλάκις και πλειστάκις,
αν τας κατατάξωμεν εις εκείνο το απέραντον γένος και εις την
αυξομείωσιν η οποία διέρχεται από το σώμα και από την ψυχήν μας,
εκείνας δε όσαι δεν επιδέχονται ας τας κατατάξωμεν εις το γένος των
συμμέτρων.
Πρώταρχος.
Πολύ ορθά ομιλείς, Σωκράτη μου.
Σωκράτης.
Τόρα λοιπόν πάλιν κατόπιν από αυτά ας εξετάσωμεν και το εξής.
Πρώταρχος.
Τι πράγμα ;
Σωκράτης.
Ποίον άραγε να δεχθώμεν ότι έχει σχέσιν με την αλήθειαν ;
Το καθαρόν και άδολον, ή το ορμητικόν και το πολύ και το μέγα και το
αρκετόν ;
Πρώταρχος.
Τι άραγε, καλέ Σωκράτη, επιδιώκει αυτή η ερώτησίς σου ;
Σωκράτης.
Να μην παραλείψω τίποτε, φίλε Πρώταρχε, εις τον έλεγχον της ηδονής και
της επιστήμης, εάν βεβαίως έν μέρος από έκαστον από αυτά είναι καθαρόν,
άλλο δε δεν είναι καθαρόν, διά να παρουσιασθή το καθέν καθαρόν εις την
κρίσιν, και καταστήση εις εμέ και εις εσέ και εις όλους τούτους εδώ
ευκολωτέραν την κρίσιν.
Πρώταρχος.
Πολύ ορθά.
Σωκράτης.
Εμπρός λοιπόν, δι' όλα τα γένη τα οποία ονομάζομεν καθαρά, ας σκεφθώμεν
το εξής. Πρώτον ας εκλέξωμεν έν μέρος αυτών και ας το ερευνήσωμεν
καλώς.
Πρώταρχος.
Ποίον λοιπόν να εκλέξωμεν ;
Σωκράτης.
Αν αγαπάς, ας εξετάσωμεν πρώτα από όλα το γένος των λευκών.
Πρώταρχος.
Πολύ καλά.
Σωκράτης.
Πώς λοιπόν ημπορούμεν να αποκτήσωμεν καθαριότητα του λευκού και ποία
είναι αυτή ; Άραγε το ανώτατον και το περισσότερον λευκόν από όλα ή το
αμιγέστερον, εις τα οποία δεν υπάρχει κανέν μερίδιον άλλου χρώματος ;
Πρώταρχος.
Είναι φανερόν ότι το καθαρειότερον από όλα.
Σωκράτης.
Πολύ ορθά. Αλλ' άραγε, φίλε Πρώταρχε, δεν θα θεωρήσωμεν αυτό ως το
αληθέστερον και συγχρόνως το ωραιότερον από όλα τα λευκά, όχι όμως το
περισσότερον ούτε το μεγαλίτερον;
Πρώταρχος.
Πολύ ορθά βεβαίως.
Σωκράτης.
Λοιπόν το &μικρόν& καθαρόν &λευκόν&, αν το θεωρήσωμεν λευκότερον και
ωραιότερον και αληθέστερον από το ανάμικτον &εκτενές λευκόν&, θα
ομιλήσωμεν εντελώς ορθώς ;
Πρώταρχος.
Εντελέστατα βεβαίως.
Σωκράτης.
Και λοιπόν ; Βεβαίως δεν θα λάβωμεν ανάγκην πολλών παρομοίων
παραδειγμάτων διά το ζήτημα της ηδονής, αλλά από αυτό ημπορούμεν να
εννοήσωμεν, ότι βεβαίως και παν είδος ηδονής το μικρόν απέναντι του
μεγάλου και το ολίγον απέναντι του πολλού, το καθαρόν από λύπην, είναι
ηδονικώτερον και αληθέστερον και ωραιότερον.
Πρώταρχος.
Καθ' υπερβολήν μάλιστα, και αυτό βεβαίως το παράδειγμα είναι αρκετόν.
Σωκράτης.
Και λοιπόν το εξής ; Άραγε δεν ακούσαμεν ποτέ περί της ηδονής ότι είναι
μία διαρκής γένεσις, και ότι ουσία δεν υπάρχει διόλου της ηδονής ;
Δηλαδή μερικοί ευφυολόγοι προσπαθούν να μας αναγγέλλουν αυτόν τον λόγον
πάλιν, και πρέπει να τους χρεωστούμεν χάριν.
Πρώταρχος.
Διατί τάχα ;
Σωκράτης.
θα σου το εξηγήσω εντελώς αυτό το ίδιον, αγαπητέ Πρώταρχε, ερωτών σε εξ
αρχής.
Πρώταρχος.
Λέγε και ερώτα και μη σε μέλει.
Σωκράτης.
Υπάρχουν λοιπόν δύο είδη, το έν μεν που είναι μόνον του, το δε άλλο που
επιθυμεί άλλο.
Πρώταρχος.
Πώς τα εννοείς αυτά και ποία είναι ;
Σωκράτης.
Το έν μεν επλάσθη πάντοτε σεβασμιώτατον, το δε άλλο στερούμενον αυτού
του στοιχείου (της σεβασμιότητος).
Πρώταρχος.
Εξήγησέ το σαφέστερον ακόμη.
Σωκράτης.
Ωμορφόπαιδα βεβαίως ωραία και καλά έχομεν ιδή και συγχρόνως εραστάς
αυτών ανδρείους.
Πρώταρχος.
Πολύ μάλιστα.
Σωκράτης.
Με αυτούς λοιπόν οι οποίοι είναι δύο, ζήτησε να εύρης άλλα δύο όμοια
μεταξύ όλων όσα λέγομεν ότι υπάρχουν.
Πρώταρχος.
Θέλεις πλέον να ερωτήσω και τρίτην φοράν ; Λέγε καθαρώτερα, καλέ
Σωκράτη, τι εννοείς ;
Σωκράτης.
Διόλου κανέν πολύπλοκον, φίλε Πρώταρχε. Αλλ' απλώς ο λόγος μας έγινε
πολύλογος, και λέγει ότι άλλο μεν από τα όντα είναι πάντοτε αιτία
άλλου, άλλο δε είναι κάθε τόσον εκείνο, χάριν του οποίου υπάρχει η
αιτία.
Πρώταρχος.
Μόλις το ενόησα, διότι το επανέλαβες πολλάκις.
Σωκράτης.
Πολύ πιθανόν όμως, παιδί μου, να το εννοήσωμεν καλλίτερα όσον προχωρεί
ο λόγος.
Πρώταρχος.
Διατί όχι βεβαίως ;
Σωκράτης.
Λοιπόν ας πάρωμεν άλλα δύο, τα εξής.
Πρώταρχος.
Ποία ;
Σωκράτης.
Έν μεν την γένεσιν των πάντων, και άλλο έν την ουσίαν (ύπαρξιν,
πλάσιν).
Πρώταρχος.
Παραδέχομαι αυτά σου τα δύο, δηλαδή την ουσίαν και την γένεσιν.
Σωκράτης.
Πολύ ορθά. Λοιπόν από αυτά τα δύο ποίον άραγε θα δεχθώμεν ότι υπάρχει
χάριν του άλλου, η γένεσις χάριν της ουσίας, ή η ουσία χάριν της
γενέσεως ;
Πρώταρχος.
Με ερωτάς δηλαδή τόρα αν αυτό το οποίον ονομάζεται ουσία είναι αυτό που
είναι εξ αίτιας της γενέσεως ;
Σωκράτης.
Έτσι φαίνεται (!).
Πρώταρχος.
Δι' όνομα των θεών, μη τυχόν άραγε με ερωτάς πάλιν κάτι τι παρόμοιον;
«Λέγε μου, καλέ Πρώταρχε, άραγε εξ αίτιας των πλοίων λέγεις ότι υπάρχει
η ναυπηγία μάλλον, ή τα πλοία εξ αιτίας της ναυπηγίας, και όλα όσα
είναι παρόμοια ;».
Σωκράτης.
Αυτό ακριβώς λέγω, φίλε Πρώταρχε.
Πρώταρχος.
Τότε λοιπόν διατί δεν έδωκες μόνος σου απάντησιν εις τον εαυτόν σου,
Σωκράτη μου ;
Σωκράτης.
Δεν υπάρχει λόγος να μη δώσω. Συ όμως λάμβανε μέρος εις τον λόγον (!).
Πρώταρχος.
Πολύ καλά.
Σωκράτης.
Λέγω λοιπόν ότι εξ αιτίας της γενέσεως παρέχονται εις όλους τα χρώματα
και όλα τα όργανα και παν υλικόν, πάσα δε γένεσις γίνεται πάντοτε εξ
αιτίας άλλης ουσίας εκάστοτε, και ότι όλη η γένεσις γίνεται εξ αιτίας
όλης της ουσίας.
Πρώταρχος.
Πολύ καθαρά το εξήγησες πραγματικώς.
Σωκράτης.
Λοιπόν η ηδονή ; εάν βεβαίως είναι γένεσις, είναι λογικόν να παράγεται
εξ αιτίας κάποιας ουσίας.
Πρώταρχος.
Αμέ τι ;
Σωκράτης.
Αλλά η αιτία διά την οποίαν παράγεται το παράγωγον της αιτίας ανήκει
εις την τάξιν του αγαθού. Το παραγόμενον όμως εξ αιτίας άλλου τινός
πρέπει, λαμπρέ μου άνθρωπε, να το κατατάξωμεν εις άλλην τάξιν.
Πρώταρχος.
Είναι πολύ λογικόν.
Σωκράτης.
Επομένως, αφού η ηδονή είναι γένεσις, εάν την κατατάξωμεν εις διάφορον
τάξιν από το αγαθόν, δεν θα κάμωμεν καλά ;
Πρώταρχος.
Πολύ καλά βεβαίως.
Σωκράτης.
Λοιπόν καθώς είπα εις την αρχήν τούτου του λόγου, ο οποίος μας
ειδοποίησε περί της ηδονής ότι είναι γένεσις, και ότι κανέν μέρος αυτής
δεν είναι ουσία, δεν πρέπει να του χρεωστούμεν χάριν ; Δηλαδή είναι
φανερόν ότι αυτός περιγελά τους διισχυριζομένους ότι η ηδονή είναι
αγαθόν.
Πρώταρχος.
Βεβαιότατα.
Σωκράτης.
Και βεβαίως αυτός ο ίδιος θα περιγελάση κάθε τόσο και δι' όσα
τελειόνουν με τας διαφόρους γενέσεις.
Πρώταρχος.
Πώς λοιπόν και ποίους εννοείς ;
Σωκράτης.
Αυτούς οι οποίοι θεραπεύουν ή την πείναν ή την δίψαν ή κάτι τι
παρόμοιον από όσα θεραπεύει η γένεσις, και ευχαριστούνται διά την
γένεσιν, διότι είναι ηδονή, και λέγουν ότι δεν θα εδέχοντο να ζουν υπό
τον όρον να μη διψούν και να μη πεινούν και να μη πάσχουν όλα τα άλλα
τα οποία ημπορεί κανείς να απαριθμήση, όσα παρακολουθούν τα τοιαύτα
αισθήματα.
Πρώταρχος.
Έτσι φαίνονται τουλάχιστον.
Σωκράτης.
Λοιπόν της γενέσεως δεν θα παραδεχθώμεν όλοι ότι το αντίθετον είναι η
φθορά;
Πρώταρχος.
Αυτό είναι λογικόν.
Σωκράτης.
Τότε λοιπόν την φθοράν και την γένεσιν ίσως προτιμά κανείς όταν προτιμά
αυτά, και όχι την τρίτην εκείνην κατάστασιν του βίου, εις την οποίαν
δεν υπάρχει ούτε χαρά ούτε λύπη, αλλά διανόησις μόνον όσον το δυνατόν
καθαρωτάτη.
Πρώταρχος.
Φαίνεται, καλέ Σωκράτη, ότι είναι πάρα πολύ το άτοπον, εάν κανείς δεχθή
την ηδονήν ως αγαθόν.
Σωκράτης.
Πολύ, άλλως τε ας το είπουμεν ακόμη κατά τον εξής τρόπον.
Πρώταρχος.
Ποίον ;
Σωκράτης.
Πώς δεν είναι άτοπον, ενώ δεν υπάρχει ούτε κανέν αγαθόν ούτε κανέν
καλόν ούτε εις τα σώματα ούτε εις πολλά άλλα εκτός της ψυχής, εις αυτήν
πάλιν μόνον η ηδονή να υπάρχη, η ανδρεία όμως ή η σωφροσύνη ή ο νους, ή
κανέν άλλο από όσα αγαθά εδόθησαν εις την ψυχήν, να μην υπάρχη κανέν;
Έπειτα ακόμη εκείνον όστις δεν ευχαριστείται, αλλά πονεί, να
αναγκαζώμεθα να τον θεωρούμεν κακόν όταν πονή, και αν είναι ο
καλλίτερος από όλους, και εκείνον όστις ευχαριστείται πάλιν, όσον
περισσότερον ευχαριστείται, την στιγμήν που ευχαριστείται, τόσον
περισσότερον να τον θεωρούμεν ότι είναι υπέροχος εις την αρετήν ;
Πρώταρχος.
Όλα αυτά, Σωκράτη μου, είναι όσον φαντάζεσαι ατοπώτατα.
Σωκράτης.
Λοιπόν ας μη προσπαθούμεν να εξερευνήσωμεν εντελώς όλην την ηδονήν, διά
δε τον νουν και την επιστήμην να φανούμεν ωσάν φειδωλοί. Αλλά με
γενναιότητα, εάν έχη κάπου κανέν μέρος σαθρόν, ας το καθαρίσωμεν, έως
ότου εννοήσαντες ό,τι καθάρειον υπάρχει εις την φύσιν αυτών, το
χρησιμοποιήσωμεν διά την κρίσιν μεταξύ αυτών και των αληθεστέρων μερών
της ηδονής.
Πρώταρχος.
Πολύ ορθά.
Σωκράτης.
Λοιπόν, καθώς νομίζω, το έν από αυτά δημιουργεί την μάθησιν των
μαθημάτων, το δε άλλο την παίδευσιν και ανατροφήν, ή πώς αλλέως;
Πρώταρχος.
Καθώς είπες.